ΠαραλογοτεχνικάΣκέψεις γιά τήν λογοτεχνία

Γιατί, στ’ ἀλήθεια, κλείνουν τὰ βιβλιοπωλεῖα;

OLD BOOKSTORE IN GREECE

(Μικρὸ διάλειμμα σήμερα ἀπὸ τὶς ἀμιγῶς λογοτεχνικὲς ἀναφορές. Πρὶν ἀπὸ τέσσερα περίπου χρόνια, οἱ διοργανωτὲς μιᾶς συζήτησης σὲ μεγάλο βιβλιοπωλεῖο, μοῦ ζήτησαν ἕνα κείμενο, μιὰ παρέμβαση σὲ ἐκδήλωση μὲ θέμα «Βιβλιοπωλεῖα καὶ κρίση» ἢ κάπως ἔτσι. Τοὺς προειδοποίησα ὅτι τὰ κείμενά μου εἶναι σχετικῶς μακροσκελῆ καὶ πὼς λόγω τῆς κριτικῆς τους, σπάνια γίνονται ἀποδεκτὰ σὲ παρόμοιες ἐκδηλώσεις. Ἐπέμεναν καὶ παρέλαβαν τὸ κείμενο, ὑπολογίστε πὼς τὸ ἀρχικὸ ἄρθρο ἦταν λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ διαβάσετε παρακάτω. Μὲ εἰδοποίησαν τὴν ἑπομένη τῆς ἐκδήλωσης πὼς τεχνικοὶ λόγοι δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἀνάγνωσή του. Δὲν ἦταν οἱ πρῶτοι, οὔτε οἱ τελευταῖοι. Στὸ κείμενο ἔγιναν περικοπές, κυρίως στὴν ἱστορία τοῦ βιβλίου, προσθῆκες-γέφυρες ἀνάμεσα σε ἑνότητες καὶ ἐπιπλέον διορθώσεις ἐπικαιροποίησης. Ὅπου ὑπάρχουν ἀγκύλες ἀπουσιάζουν παράγραφοι. Μπορεῖτε νὰ προσπεράσετε κάποιο σημεῖο τοῦ κειμένου χρησιμοποιῶντας τὰ περιεχόμενα καὶ τὶς ἑνότητες ποὺ περιέχουν)

 

Ἡ συζήτηση τῶν προβλημάτων στὴν Ἑλλάδα εἶναι πάντοτε πρόχειρη, ἀσπρόμαυρη καὶ ἐμφυλιοπολεμικὰ φανατισμένη. Κάθε φορά ποὺ ἕνα (ἱστορικὸ ἢ μὴ) βιβλιοπωλεῖο κλείνει, ἡ διαδικασία εἶναι γνωστὴ καὶ στερεότυπη, ὡσὰν ὁλόκληρη ἡ κοινωνία νὰ ἀκολουθῇ ἕνα ἐγχειρίδιο πρέπουσας συμπεριφορᾶς. Τὴν πρώτη ἡμέρα τρέχουν τὰ δάκρυα, κροκοδείλια ἢ ὄχι δὲν ἔχει σημασία. Τὶς ἑπόμενες λίγες ἡμέρες κάποια ἄρθρα στὸν τύπο μὲ πανομοιότυπες ἀναφορὲς –φταίει ἡ κρίση, φταίει τὸ ὀλιγοπώλιο, φταῖνε οἱ ἐκδότες, φταίει τὸ κακό τὸ ριζικό μας. Ἀπὸ κοντὰ καὶ ἡ ὅποια θλιβερὴ τηλεόραση ἔχει ἀπομείνει –ρεπορτὰζ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς φωνὲς μὲ τὴν ἐκνευριστικὴ διακύμανση καὶ τὸν παρατεταμένο λαρυγγισμό, στήσιμο ἔξω ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο καὶ μουσικὴ ποὺ παραπέμπει σὲ ἐξόδιο ἀκολουθία, δυὸ – τρεῖς «συνεντεύξεις» τοῦ δρόμου ὅπου ὅλοι λένε τὰ ἴδια καὶ κλαῖνε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τέλος, (μὰ οὔτε ἑβδομάδα δὲν ἔχει περάσει..), βγαίνουν καὶ μερικοί ἐκδότες, (ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἄσπιλους καὶ ἀμόλυντους ποὺ τίποτε δὲν εἶδαν, τίποτε δὲν γνώριζαν, σὲ τίποτε δὲν φταῖνε..) καὶ ξεκινοῦν τὸ κατηγορῶ γιὰ τὸν βιβλιοπώλη ποὺ χρωστοῦσε, ποὺ δὲν πλήρωνε ὑπαλλήλους, ποὺ ξανοίχτηκε πέρα ἀπὸ τὶς δυνατότητές του.. καὶ ἔτσι, ἀφοῦ ὅλοι ἐκτονωθοῦν, ἀφοῦ ὁ καθεὶς φωνάξει τοῦ ἄλλου τὴν εὐθύνη, ὅλα ἐπανέρχονται σὲ ρυθμοὺς κανονικούς. Ταυτόχρονα, ὅσο ἐκνευριστικὰ ρηχὴ εἶναι τούτη ἡ διαδικασία ὅποτε ἕνα βιβλιοπωλεῖα σφαλίζει τὶς θύρες του, ἄλλο τόσο ἐκκωφαντικὴ εἶναι ἡ σιωπὴ τῶν «πνευματικῶν ταγῶν» καὶ ἐκείνων ποὺ ὑποτίθεται πὼς σκοπεύουν στὴν ψύχραιμη καὶ σὲ βάθος ἀνάλυση, σὲ ἕνα διὰ ταῦτα, σὲ κάποια πρόταση, σὲ μία ἔστω ἡμιτελῆ κι ἀνεπεξέργαστη λύση. Καὶ τὸ ζήτημα λησμονιέται. Καὶ τὸ πρόβλημα παραπέμπεται – ἄγνωστο ποῦ. Καὶ τὸ κλειστὸ βιβλιοπωλεῖο σβήνει ἀπὸ τὴν μνήμη, γιὰ νὰ τὸ θυμηθοῦν χρόνια μετὰ κάποια ἀφιερώματα γιὰ τὴν παλαιὰ Ἀθήνα, τὰ παλαιὰ χρόνια τῆς νοσταλγίας καὶ ἄλλα παρόμοια τουριστικά. Κάπως ἔτσι μὲ αὐτόματο πιλότο βαδίζει ὁ διάλογος περὶ πολιτιστικῶν στὴν Ἑλλάδα (καὶ ὄχι μόνο). Ἃς δοῦμε λοιπὸν σήμερα, (ὅσο τὸ ἐπιτρέπει ἕνα κείμενο, μία πρώτη ἀπόπειρα) τί πραγματικὰ συμβαίνει μὲ τὸ βιβλίο, τὰ βιβλιοπωλεῖα, τοὺς ἐκδότες καὶ φυσικά τους ἀναγνῶστες. Πῶς, (καὶ κυρίως γιατί), φτάσαμε σήμερα σὲ ὀλιγοπωλιακὲς καταστάσεις στὸν χῶρο τοῦ βιβλίου, παράλληλα μὲ μιὰ λογοτεχνία ὅλο καὶ πιὸ ὁμοιόμορφη, ὅλο καὶ πιὸ χλιαρή, ὅλο καὶ πιὸ ἀδιάφορη – έκείνη τῶν λουομένων καὶ τῆς παραλίας. Γιατί, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ τὸ βιβλίο μετακόμισε σὲ θηριώδη ἑπταώροφα κτίρια, σὲ πάγκους, σὲ παζάρια, σὲ βουνὰ καὶ σὲ λαγκάδια, δὲν μπορεῖτε νὰ θυμηθεῖτε μήτε ἕνα στίχο σημερινοῦ ποιητῆ, μήτε ἕνα πεζογράφημα ποὺ νὰ σᾶς ἐπηρέασε βαθιά, μήτε ἕνα ἐδάφιο ποὺ νὰ βοήθησε τὸν προσανατολισμὸ τῆς συνείδησής σας;

 

Ἡ ἱστορία τοῦ βιβλίου στὴν Ἑλλάδα

[…]

Ἐὰν περιδιαβεῖ κανεὶς τὴν ἱστορία τῶν ἐκδόσεων στὴν Ἑλλάδα, (οὐσιαστικὰ ξεκινᾷ ἀπὸ τὸ 1830 καὶ μετά, κάτι σχεδὸν ἀναμενόμενο), θὰ διαπιστώσει μὲ ἔκπληξη ὅτι, πολλὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στὸν κόσμο τοῦ βιβλίου ποὺ τὰ νομίζουμε ἀπότοκα τῶν τελευταίων χρόνων, γεννιοῦνται ταυτόχρονα μὲ τὶς πρῶτες ἐκδοτικὲς ἀπόπειρες καὶ τὶς πρῶτες προσπάθειες νὰ στηθεῖ ἕνα ὑποτυπῶδες βιβλιοφιλικὸ περιβάλλον. Ἀπὸ τὸ ξεκίνημα, γιὰ παράδειγμα, τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, τὸ εὐρύ ἀναγνωστικὸ κοινὸ, (ὅσο εὐρὺ καὶ ὅσο ἀναγνωστικὸ ἦταν), κατέφευγε σὲ κεῖνα ποὺ σήμερα θὰ ὀνομάζαμε παραλογοτεχνία – ἕνα μίγμα ἀπὸ βίους ἁγίων, προφητεῖες (τοὺς θυμᾶστε τοὺς καζαμίες;), περιπέτειες μεταφερμένες ἀπὸ ἀνάλογα ἀναγνώσματα τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ πάει λέγοντας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ κάπως σοβαρότερες προσπάθειες παρέμεναν σὲ ἕνα στενὸ κύκλο, κυρίως γαλλομαθῶν καὶ γερμανομαθῶν λόγιων καὶ φιλολόγων. Ἐπίσης, ὅσο κι ἂν φαίνεται περίεργο, πρὶν ἀπὸ τὸν 20ο αἰῶνα, ἡ αὐτοέκδοση ἦταν κανόνας κυρίως σὲ τυπογραφεῖα (κάποια ἐλάχιστα μετεξελίχθηκαν σὲ ἐκδοτικοὺς οἴκους) – ἡ ἔκδοση «ἰδίοις ἀναλώμασι» ἦταν σπάνια. Ἡ ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ Ἑστία τὸ 1876, σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς γενιᾶς τοῦ 1880 (Παλαμᾶς), θὰ λέγαμε ὅτι σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη μιᾶς περισσότερο ἐπαγγελματικῆς δραστηριότητας, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα ἀξίζει νὰ ἀναφέρωμε τὸν Γιῶργο Φέξη (πλασιὲ ρομάντζων στοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας), ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει ὁ πρῶτος σημαντικὸς ἐκδότης, τὸν Σιδέρη, τὸν Κολλάρο καὶ κάποιους ἀκόμη μικρότερης ἐμβέλειας ἐκδότες.

Γράφω πολλὲς φορὲς στὰ κείμενά μου γιὰ τὴν γενιὰ τοῦ 20, ὑπερασπίζομαι  ἐμμονικά τὴν ἀναρχία της καὶ τὶς μοναδικές της ποιότητες καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο. Στὴν πραγματικότητα, ἐτούτη τὴν δεκαετία, οἱ λόγιοι ξεφεύγουν ἀπὸ τοὺς πύργους καὶ τὰ συννεφομετερίζια τῶν ποιητικῶν κάστρων τους, ἀνακατεύονται μὲ τὸν κόσμο, (προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο κόσμο τῆς φτώχειας, τῆς ἀνεργίας, τῆς πείνας, τῶν πολιτικῶν διώξεων..), διακινοῦν σχεδὸν παράνομα νέες ἰδέες, μαζὶ μὲ τοὺς φιλοσόφους ἐξ ἑσπερίας ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες σημαντικὲς ἐγκυκλοπαίδειες – δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι τὸ 1920 ψηφίζεται καὶ ὁ πρῶτος νόμος γιὰ τὰ πνευματικὰ δικαιώματα. Ὁ Καρυωτάκης δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς ποὺ τάραξε τὰ νερὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια, μόνο ποὺ καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἶχαν σχεδὸν παρόμοια, φυματική, καταραμένη τύχη. Ναί, ἦταν μία ἀπὸ τὶς πιὸ γόνιμες ἐποχὲς γιὰ τὴν ἑλληνικὴ διανόηση (καὶ ὄχι μόνο της λογοτεχνίας), ποὺ ὅμως ἔμελλε νὰ σβήσει ἥσυχα κι ἀθόρυβα κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς συστημικῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς μικροαστικῆς ἀνάπτυξης τῶν ἑπόμενων δεκαετιῶν.

[…]

Ἃς κρατήσωμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν  περίοδο τὸ ἑξῆς: Τὸ βιβλίο ἀποκτᾷ ἀξία πρωτόγνωρη γιὰ τὸ νεαρό κράτος, ξεκινᾷ ἡ κοινωνική του καταξίωση, δὲν ἔχει σημασία ἐὰν οἱ περισσότεροι εἶναι ἀναλφάβητοι καὶ μακριὰ ἀπὸ κάθε ἔννοια στοχασμοῦ ἢ προσωπικῆς ἀναζήτησης, στὸν ὁρίζοντα ἀχνοφαίνεται μιὰ μεγάλη πρώτη εὐκαιρία, εἶναι ἡ ὥρα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ μποῦν οἱ βάσεις στὴν ἐκπαίδευση στενὰ δεμένες μὲ τὴν λογοτεχνία καὶ τὸ κάθε λογὴς δοκίμιο – εἶναι μιὰ εὐκαιρία ποὺ θὰ ἀπομείνει πεντάρφανη καὶ μόνη ὅλα τα ἑπόμενα χρόνια, ἡ ἐκπαίδευση καὶ ἡ ἴδια ἡ λογοτεχνία θὰ ἰσοπεδωθεῖ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ στὴν πιὸ χυδαία της ἔκφραση. Ἡ ρηχότητα κρατικῶν θεσμῶν καὶ ἐκδοτῶν δὲν εἶναι πουθενὰ περισσότερο ἀνάγλυφη ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ σχολικοῦ εκπαιδευτικοῦ βιβλίου. Ἃς μὴν κουράσωμε μὲ λεπτομέρειες ἐδῶ, ἀλλὰ ἀνάμεσα στὸ κρατικὸ μονοπώλιο καὶ τὸν «ἐλεύθερο ἀνταγωνισμὸ» δὲν ἔλλειψε ποτὲ τὸ ρουσφέτι, ἡ διαπλοκή, οἱ διεφθαρμένες ἐπιτροπὲς – εἶναι μιὰ λατρεία γιὰ τὸ χρῆμα ποὺ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν θὰ ἐγκαταλείψει ποτὲ καὶ φυσικὰ θὰ θεριέψει τὶς ἑπόμενες δεκαετίες.

Ἀπὸ τὴν δικτατορία τοῦ 36 καὶ μετὰ ἡ σχέση βιβλίου καὶ πολιτικῆς γίνεται ἐντονότερη, μπαίνουμε πλέον σὲ ἐποχὲς ὅπου οἱ πολιτικὲς διαμάχες καθορίζουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ποιότητα τῶν ἐκδόσεων, τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων, τὴν μακροβιότητα τῶν βιβλιοπωλείων. Ἕως τὶς μέρες μας ἀναλαμπὲς  ὑπῆρξαν ἀρκετές, μὰ άφοροῦσαν περισσότερο στὴν διακίνηση τῶν ἰδεῶν – ἀκόμη καὶ μέσα στὴν κατοχὴ, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν χοῦντα, ἰδιαίτερα μέσα στὴν χοῦντα..

[…]

Γιατί κάμω τούτη τὴ μικρὴ ἀναδρομὴ σὲ γνωστὰ καὶ τετριμμένα; Εἶναι περισσότερο γιὰ νὰ καταδείξω πὼς δὲν ὑπάρχουν σημερινὰ καὶ χθεσινὰ φαινόμενα, οἱ παθογένειες στὸν χῶρο τοῦ βιβλίου εἶναι παροῦσες ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ καὶ συμβαδίζουν ἀπόλυτα μὲ τὰ πολιτικὰ καὶ ἰδεολογικὰ προτάγματα ποὺ κυριάρχησαν στὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.

 

Ἐκδότες, βιβλιοπῶλες, κριτικοί, συγγραφεῖς, ἀναγνῶστες

 

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στὴν διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ ΄60 ὑπάρχει μία πύκνωση τῶν ἀξιόλογων παρουσιῶν στὴν τέχνη, σωρεύεται ἕνα πολύτιμο ὑλικὸ ποὺ θὰ τροφοδοτήσει τὴν ἐκδοτικὴ παραγωγὴ σχεδὸν μέχρι τὶς μέρες μας. Ἡ μεταπολίτευση θὰ φέρει τὴν ἐκδοτικὴ ἔκρηξη. Τὰ πρῶτα χρόνια τηροῦνται ἀκόμη τὰ προσχήματα. Κάποιες ἀξιόλογες φωνὲς παρουσιάζονται, στήνονται κάποιοι μικροὶ ἐκδοτικοὶ οἶκοι μὲ σοβαρὲς προθέσεις, ὑπάρχει μία ζύμωση στὴν κοινωνία, μιὰ ἀνησυχία, μιὰ πνευματικὴ πρωτοπορία ποὺ ἔχει ἀναδειχθεῖ ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὴν λογοτεχνία, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνική της προσφορά, τὴν ἐμπειρία τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀντίστασης, τὸν διάλογο μὲ τοὺς τελευταίους ζῶντες προηγούμενων λογοτεχνικῶν γενεῶν. Ὑπάρχουν ἀκόμη κάποιοι σοβαροὶ κριτικοὶ λογοτεχνίας, τὸ ἀτάλαντο κείμενο δύσκολα περνᾷ  τὶς πόρτες τῶν ἐκδοτῶν, οἱ ἀνόητες ποιητικὲς προσπάθειες δύσκολα βγαίνουν ἀπὸ τὸ συρτάρι, ἡ ἐκπαίδευση (ἀκόμη βαθύτατα βεβαίως συντηρητική, σχεδὸν ἀναχρονιστικὴ) ἀκόμη ἀπὸ ἀδράνεια σέρνει ἕναν σεβασμὸ στὸ πνεῦμα.  Εἶναι ἡ δεύτερη μεγάλη εὐκαιρία γιὰ τὴν χώρα νὰ ἐμπιστευθεῖ τὴν τύχη τῆς παιδείας της στοὺς πιὸ ἄξιους, στοὺς πιὸ ἀνιδιοτελεῖς, στοὺς πλέον στοχαστικούς. Θὰ χαθεῖ κι αὐτὴ, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη, μέσα σὲ ἕνα μεταπολιτευτικὸ περιβάλλον γιομάτο ἀπὸ λαιμαργία γιὰ τὴν ὕλη, τὸν πλοῦτο, τὸ χρηματιστήριο, τὴν κοινωνικὴ ἐπίδειξη.

 

Οἱ ἐκδότες

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ δεκάδες ἐρωτηματολόγια πρὸς ἐκδότες. Οὔτε ἕνας, μὰ οὔτε ἕνας πραγματικά, δὲν ἀναφέρει στὰ αἴτια τῆς κρίσης τὸν παράγοντα Παιδεία..

Βγαίνουν σήμερα οἱ ἐκδότες καὶ κρίνουν τὸν Ἐλευθερουδάκη, τὸν Φλωρᾶ, τὸν Παπασωτηρίου, (καὶ καλὰ κάμουν, θὰ δοῦμε παρακάτω γιατί..) καὶ ξεχνοῦν ἢ μᾶλλον θυμοῦνται ἐπιλεκτικά – πάντα ἐπιλεκτικὴ εἶναι ἡ μνήμη στὴν Ἑλλάδα. Ξεχνοῦν ὅτι σὲ μία κοινωνία, ὁποῦ μὲ τὸ ζόρι οἱ τακτικοὶ ἀναγνῶστες εἶναι τριάντα χιλιάδες, ἐκεῖνοι ἐπέμεναν νὰ βγάζουν ἕνα περίπου τίτλο κάθε μέρα – τίτλοι ποὺ ἀσφυκτιοῦν μέσα στὰ τυπογραφεῖα καὶ πρέπει νὰ γεμίσουν ἐπειγόντως νέους χώρους βιβλιοπωλείων, σχολικῶν βιβλιοθηκῶν, ἐπιδοτούμενων προγραμμάτων. Ἐὰν δεῖτε τὶς ἐκδόσεις ἰδιαίτερα μετὰ τὸ 1990, θὰ φρίξετε, συγγραφεῖς ἀτάλαντοι, κολλητοί τοῦ τάδε ὑπουργοῦ ἢ τοῦ τάδε ἐκδότη ἐκδίδονται σωρηδόν, τὰ βιβλία ἀποστέλλονται κατὰ ἑκατοντάδες σὲ ἐφημερίδες, δημοσιογράφους, ὀργανώσεις – βιβλιοθῆκες στήνονται σὲ μιὰ νύχτα γιὰ νὰ προλάβουν ἐπιδοτήσεις, ἀρθρογράφοι μπαίνουν σὲ ἄτυπη μισθοδοσία γιὰ νὰ γράψουν καλὲς κριτικὲς γιὰ συγγραφεῖς ποὺ σήμερα δὲν θυμᾶται, (καὶ καλὰ κάνει), οὔτε ὁ ἐκδότης ποὺ τοὺς ἀνέλαβε. Σταδιακὰ, οἱ ἐλάχιστοι ποὺ προσπαθοῦν ἀκόμη γιὰ τὴν ἄξια λογοτεχνία, ἀποβάλλονται καὶ τὴν θέση τους παίρνουν ὅσοι μποροῦν καὶ κολακεύουν τὸ πλῆθος, τὴν μᾶζα, τὸν ὄχλο. Εἶναι οἱ ἴδιοι ἐκδότες, (ποὺ σήμερα παριστάνουν τοὺς τιμητὲς καὶ τοὺς ἁγνοὺς καὶ παρθένους), ποὺ ἐκδίδουν τὸν ἄσχετο φίλο τοῦ τάδε κόμματος καὶ τὴν ἴδια ὥρα εἰσπράττουν ἑκατομμύρια δραχμὲς ἀπὸ νέα παιδιὰ καὶ ὄχι μόνο, ποὺ θέλουν νὰ ἐκδώσουν μία ποιητικὴ συλλογὴ ἢ ἕνα πεζογράφημα. Εἶναι οἱ ἴδιοι ἐκδότες, ποὺ ὅταν οἱ πρῶτες μεγάλες ἁλυσίδες ἄρχισαν νὰ γνέφουν καὶ νὰ πιέζουν γιὰ μαζικὴ παραγωγὴ καὶ θηριώδεις ἐκπτώσεις, παράτησαν στὴν τύχη τοὺς τὰ μικρὰ παραδοσιακὰ βιβλιοπωλεῖα καὶ παρακαλοῦσαν ἀκόμη καὶ για τοποθέτηση – παρακαταθήκη στὸν μεγαλοβιβλιοπώλη. Εἶναι οἱ ἴδιοι ἐκδότες, ποὺ ὅταν ἔβγαζαν τὸ πολυδιαφημισμένο best seller μὲ προκαθορισμένες παραγγελίες, καθυστεροῦσαν ἐπίτηδες τὴν παράδοση στὰ συνοικιακὰ βιβλιοπωλεῖα γιὰ νὰ προλάβει νὰ πουλήσει ἡ κάθε Fnac καὶ ὁ κάθε Ἐλευθερουδάκης ὅσα τὸ δυνατὸν περισσότερα ἀντίτυπα. Εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐκδότες ποὺ σήμερα μᾶς κουνοῦν τὸ δάκτυλο, (καὶ μάλιστα πείθουν τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀδαεῖς), ποὺ προσαρμοζόμενοι στὶς ἀπαιτήσεις τῶν μεγάλων ἁλυσίδων καὶ τοῦ «κοινοῦ γούστου», ποὺ οἱ ἴδιοι ἐν πολλοῖς διαμόρφωσαν, ἐξοβελίζουν τὶς λίγες καλὲς φωνὲς ἀπὸ τὴν ἔκδοση ὡς μὴ ἐμπορικὲς ἀποδόσεις καὶ μεταφέρουν τὸ ἄρλεκιν ἀπὸ τὸ περίπτερο στὸ βιβλιοπωλεῖο μὲ ἐκδηλώσεις θηριώδους δαπάνης καὶ διαφημίσεις στὴν τηλεόραση ἀπίστευτου κόστους γιὰ τὴν ἐποχή.

Ὢ!,ναί, εἶναι κατὰ σύμπτωση, (μικρὴ χώρα, γνωριζόμαστε οἱ περισσότεροι), οἱ ἴδιοι ἐκδότες, ποὺ μεγαλούργησαν καὶ πλούτισαν ὡς ἐκδοτικὰ παραρτήματα κομμάτων καὶ λογόκριναν συγγραφεῖς ἀνάλογα μὲ τὰ κέφια καὶ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ κάθε πολιτικάντη, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ πολιτικὴ ἦταν ἀκόμη παντοδύναμη. Εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐνορχήστρωναν μέσα ἀπὸ «φιλικοὺς» δημοσιογράφους καὶ μέσα ἀπὸ συστημικές εφημερίδες τὴν ἀπαξίωση τῶν τελευταίων κριτικῶν φωνῶν, γιατί δὲν συμμορφώνονταν μὲ τὸ νέο ἐκδοτικὸ τοπίο καὶ ἀρνοῦνταν νὰ ἀποδεχθοῦν ὡς μεγάλη λογοτεχνικὴ ἀξία κάτι τσογλάνια σὲ γραφή καὶ ἧθος, ποὺ εἶχαν τόση σχέση μὲ τὴν λογοτεχνία καὶ τὸ κείμενο, ὅση ἡ Leeman brothers μὲ τὸ ΚΚΕ μ-λ. Εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ξεκινοῦν τὸ ὄργιο τοῦ «κάθε χωριὸ καὶ γυμναστήριο κάθε βιβλίο καὶ παρουσίαση», μὲ τὸν κάθε ἄσχετο ποὺ ἐκστομίζει ἀμπελοφιλοφίες καὶ οἱ παρατρεχάμενοι χειροκροτοῦν ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὶς λογοτεχνικὲς ἰδιοφυίες τοῦ 21ου αἰῶνα. Ἐκεῖνοι, ποὺ μαγειρεύουν τὰ εὐπώλητα μὲ γνωστὲς καὶ μὴ ἐξαιρετέες ἐφημερίδες καὶ φιλικὰ βιβλιοπωλεῖα καὶ πλασάρουν στοὺς καταλόγους τῶν μοσχοπουλημένων, βιβλία πρὶν ἀκόμη φτάσουν στὸ ράφι καὶ ἀποδείξουν τὴν ὅποια ἀξία τους. Εἶναι οἱ ἐκδότες ποὺ κατορθώνουν ἀκόμη καὶ ἕως τὶς μέρες μας καὶ κλείνουν τὸ μουσεῖο ἀκρόπολης γιὰ νὰ παρουσιάσει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ ὁ ἐκλεκτὸς πρόεδρος τῆς ΕΡΤ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά ρουφοῦν τὸ μεδοῦλι ποιητῶν ζητώντας 1000, 2000 καὶ 5000 εὐρὼ ἁπλῶς γιὰ νὰ βάλλουν στὸ ἐξώφυλλο τὸ ἱστορικό τους ὄνομα (τρομάρα τους). Εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ὅταν τὸ χρέος τοῦ κάθε Ἐλευθερουδάκη θέριευε σὲ κάτι δεκάδες χιλιάδες, συνέχιζαν νὰ στέλνουν τὰ βιβλία τους, μπᾶς καὶ χάσουν τὴν προβολὴ τῆς βιτρίνας του, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα ἔπνιγαν τὸ μικρὸ βιβλιοπωλεῖο καὶ σφράγιζαν ἐπιταγές του γιὰ ὀφειλὲς 100, 200 καὶ 300 εὐρώ. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔδιναν τὶς μέγιστες εκπτώσεις στὴν μεγάλη ἀλυσίδα, ἀλλά προσπαθοῦσαν νὰ πετσοκόψουν τὶς ἐκπτώσεις καὶ τὶς ἐπιστροφές γιὰ τὶς ὁποῖες παρακαλοῦσε τὸ μικρό βιβλιοπωλεῖο. Εἶναι τέλος οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι ἐκδότες, (ποὺ σήμερα κατακεραυνώνουν τὰ κλειστὰ πλέον βιβλιοπωλεῖα), ποὺ ὅταν ξεκίνησε ἡ κρίση καὶ σταμάτησε τὸ κρατικὸ καὶ κομματικὸ φαγοπότι, ἀπέλυσαν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες  διοικητικούς, πωλητὲς καὶ τεχνικοὺς, γιατί πιὰ δὲν ἔβγαιναν καὶ οἱ κρῆνες εἶχαν στερέψει.

 

Οἱ (μεγαλο) βιβλιοπῶλες

 

Ἕνας μόνο διάλογος μὲ ἐκδότη, μετά ἀπὸ διαγραφή κοινοποίησης ἄρθρου μας γιὰ τἠν λογοτεχνία. Προσέξτε τὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὅπου ἕνα κείμενο γιὰ τὴν λογοτεχνία κρίνεται ἄσχετο μὲ ἕναν ἐκδοτικό οἶκο!..

Τὸ ἕτερον σκέλος τῶν νεόπλουτων τῆς μεταπολίτευσης. Ἐλευθερουδάκης, Παπασωτηρίου, Φλωρᾶς, Public, Fnac, Ἰανός, Νάκας καὶ λίγοι ἀκόμη.. ..ἑξαιρῶ τὴν Πολιτεία, ὄχι μόνο γιατί δὲν θέλησε ἀκόμη νὰ παίξει τὸν γελοῖο (γιὰ τὰ ἑλληνικὰ μεγέθη), ρόλο τῆς ἁλυσίδας, ἀλλὰ κυρίως γιατί διατηρεῖ ἀκόμη τὴν γνώση τοῦ βιβλίου καὶ κάποια ράφια (ἔστω καὶ στὸ βάθος τοῦ ὑπογείου), ποὺ φιλοξενοῦν ποίηση, καλὸ δοκίμιο, καλὴ μεταφρασμένη λογοτεχνία. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ ἕτερα θύματα τῆς κρίσης ποὺ ἀπὸ πολὺ νωρὶς πέταξαν ἀπὸ τὰ ράφια τους τὴν ὅποια ποιότητα εἶχε ἀπομείνει καὶ εὐθυγραμμίστηκαν ἀπόλυτα μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἐκδοτικοῦ τοπίου. Ἰδοὺ οἱ χρεωκοπημένοι σήμερα, ποὺ προχωροῦσαν σὲ παραγγελίες δεκάδων ἀντιτύπων ἀπὸ ἕνα best seller, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχαν τὴν δυνατότητα νέων παραγγελιῶν ὅταν τὸ ἀπόθεμα τελείωνε. Οἱ βιβλιοπῶλες, ποὺ σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ πολιτιστικοῦ περιεχομένου τους, μετέτρεψαν τὶς αἴθουσές τους σὲ κανάλια προώθησης τῆς πιὸ εὐτελοῦς λογοτεχνίας, προσέλαβαν πωλητὲς παντελῶς ἄσχετους μὲ τὸ βιβλίο, υἱοθέτησαν πλήρως τὴν ἔννοια τῆς φασὸν βιβλιοπαραγωγῆς, γεμίζοντας τὰ ράφια τους μὲ ὅ,τι πιὸ ἀδιάφορο, φτηνὸ καὶ ἀδιάφορο. Εἶναι οἱ ἴδιοι, ποὺ σὲ διάφορα πάνελ καὶ συζητήσεις, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ψιθυριστά, σήκωναν τοὺς ὤμους ἀδιάφορα ὅταν κάποιος ἐπισήμαινε, πὼς ἡ ἑλληνικὴ ἀγορὰ δὲν ἀντέχει τέτοιες συμπεριφορὲς καὶ πὼς τὸ κλείσιμο τῶν μικρότερων βιβλιοπωλείων θὰ καταστρέψει σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ τοὺς ἴδιους. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ περιγελοῦσαν συγγραφεῖς ποὺ ἔβγαζαν μόνοι τους τὰ βιβλία τους καὶ παρακαλοῦσαν γιὰ μία τοποθέτηση στὸ ράφι, ἔστω καὶ σὲ κεῖνο τὸ ἀόρατο σκονισμένο ράφι, τὸ τελευταῖο τῆς βιβλιοθήκης. Εἶναι οἱ ἴδιοι (βλ, Fnac) ποὺ ἦρθαν στὴν Ἑλλάδα μὲ θηριώδεις ἐπενδύσεις (καὶ χρηματισμό πρόθυμων ἀρθρογράφων γιὰ τὴν προβολή τους), ποὺ ἔφυγαν νύχτα ἀφήνοντας πίσω τους συντρίμμια. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ μεγαλοεπιχειρηματίες, ποὺ καταδίκαζαν κάποιους ἐλάχιστους, ἀλλὰ καλοὺς μικροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους στὴν χρεωκοπία, καθὼς ἀρνοῦνταν κάθε συναλλαγὴ μαζί τους καὶ κάθε προβολὴ τῆς ἀξιόλογης παραγωγῆς τους. Εἶναι τέλος, ἐκεῖνοι ποὺ οἱ συμπεριφορές τους πρὸς τὸ ὑπαλληλικὸ προσωπικό τους, (ἐκεῖνο τὸ συνήθως τὸ ἀδαὲς καὶ τὸ ἀνεκπαίδευτο), συγκροτοῦσε ἐργασιακὴ συμπεριφορὰ μεσαίωνα, σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸ πνευματικὸ περιβάλλον ποὺ δῆθεν προωθοῦσαν. Γιὰ τὸ ὄργιο προσωπικῆς σπατάλης τῶν ἰδιοκτητῶν τους καὶ τῆς διαπλοκῆς μὲ τὸ γκουβέρνο δὲν θὰ μιλήσω, γιατὶ θὰ ξεπέσωμε σὲ φθηνό κουτσομπολιό..

[…]

Οἱ κριτικοὶ

 

Ἡ μεγάλη πτώση ξεκίνησε ἀμέσως μετά τήν μετακίνηση στὴν Ἑρμού, ἕνα βιβλιοπωλεῖο ποὺ φιλοξένησε καὶ μὴ ἐμπορικές ἐκδόσεις. Ὅταν ἔβγαλε τα βιβλία του σὲ ξεπούλημα λίγο πρὶν το λουκέτο, εἶδε τοὺς χώρους του γεμάτους, γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορά..

χαμένος πιὰ κλάδος τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας. Οἱ τελευταῖοι σημαντικοὶ φιλόλογοι καὶ κριτικοὶ, (συνήθως ἀρθρογράφοι σὲ ἐφημερίδες καὶ πανεπιστημιακοί), δὲν ἐξυπηρετοῦσαν καθόλου τὴν μαζικὴ παραγωγή, τὸ φασὸν βιβλίο, τὸ πόνημα τῆς κυρίας Κούλας καὶ τὶς πονεμένες ἀναμνήσεις τοῦ κυρίου Νώντα. Μία νέα γενιὰ «κριτικῶν» ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἐκεῖ κάπου στὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ 80, μιὰ γενιὰ κριτικῶν πειθήνια στὰ κελεύσματα τῶν καιρῶν, τῶν ἐκδοτῶν, τοῦ μάρκετινγκ, τῶν βιβλιοπωλείων. Ἡ κριτικὴ αὐτὴ καθεαυτὴ ὑποχώρησε, σχεδὸν ἐξαφανίστηκε, τὴν θέση της πῆρε ἡ ὀλιγόλογη παρουσίαση -περιγραφή, ἡ φωτογραφία τοῦ ἐξωφύλλου, οἱ φωτογραφίες ἀπὸ τὴν παρουσίαση μὲ τὴν λαμπερὴ κυρία τάδε καὶ τὸ βαθυστόχαστο ὕφος τοῦ κυρίου δεῖνα. Κριτικοὶ σὲ μεγάλες ἐφημερίδες, (δὲν θὰ σταματήσω ποτὲ νὰ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα, τόση ἐντύπωση μοῦ εἶχε κάμει τότε..), ὑμνολογοῦν τὴν ἔλευση τῆς Fnac στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιτίθενται σκαιότατα στὰ μικρὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ χαρακτηρισμοὺς ὅπως «ἀδαεῖς», «τεμπέληδες», «ἀπροσάρμοστοι» στὰ μηνύματα τῶν καιρῶν», «ἀναχρονιστικοί», (τὸ ὅτι κάποιοι μικροὶ βιβλιοπῶλες ἤσαν ὄντως ἐκτὸς πραγματικότητας, δὲν ἀναιρεῖ τὶς προθέσεις τῶν κυρίων αὐτῶν). Εἶναι οἱ κριτικοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ξημεροβραδιάζονται στοὺς διαδρόμους τοῦ public καὶ ἄλλων ἁλυσίδων, ἐκεῖνοι ποὺ λιγώνονται ὁλημερὶς στὸ διαδίκτυο μὲ τοὺς εὐπώλητους, ἐκεῖνοι ποὺ γράφουν παρουσίαση βιβλίου χωρὶς κἄν νὰ τὸ ἔχουν διαβάσει καὶ ἀντιγράφουν παραλλαγμένο ἁπλῶς τὸ ὀπισθόφυλλο (ἔχουν συμβεῖ ξεκαρδιστικὲς ἱστορίες μὲ αὐτὴν τὴν τακτική..). Αὐτοί οἱ κριτικοὶ ποὺ εἶναι ἀνίκανοι νὰ συντάξουν ἕνα κείμενο μεγαλύτερο τῆς μίας σελίδας καὶ ποὺ ἀγνοοῦν ἐπιδεικτικὰ κάθε συγγραφέα ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς συναλλαγῆς, τῶν λαμπερῶν ἐκδηλώσεων καὶ τῆς εὔκολης ἀνάγνωσης. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδώσω κάπου τὴν μεγαλύτερη εὐθύνη γιὰ τὰ συμβαίνοντα στὸν χῶρο τῆς λογοτεχνίας (ὄχι πὼς ἔχει ἰδιαίτερη σημασία πιὰ), οἱ κριτικοὶ ἀναμφισβήτητα θὰ ἔπαιρναν τὴν πρώτη θέση. Οἱ ἐλάχιστες φωνὲς μὲ φιλολογικὴ καὶ λογοτεχνικὴ ἐπάρκεια ἔχουν ἀπὸ καιρὸ παραιτηθεῖ ἢ τὸ πολὺ πολὺ βγαίνουν μία στὸ τόσο σὲ κάτι ἐκπομπὲς τοῦ μεσονυκτίου καὶ ὁ λόγος τους ἀκούγεται νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν δεινοσαύρων. Οἱ φωνές τους, (τότε ποὺ ἤσαν δυνατές, ἀνυποχώρητες, σεβάσμιες ἀκόμη στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία), δὲν μίλησαν, δὲν φώναξαν, σιώπησαν, ὑπέκυψαν στὸ δὲ βαριέσαι, ἔτσι εἶναι ἡ ἐποχή, ὁ κόσμος, τὰ πράματα. Ἡ θηριώδης δύναμη τοῦ διαδικτύου ἔσβησε καὶ τὰ τελευταῖα κείμενα ποὺ ξεπερνοῦσαν τὶς δυὸ παραγράφους, τώρα πιὰ ὁλοκληρωμένη λογοτεχνικὴ κριτικὴ μπορεῖς νὰ εὕρεις μοναχὰ στὶς πίσω θέσεις κάποιων παλαιοβιβλιοπωλείων, ἐὰν πρῶτα δὲν ἔχεις πάθει ἀλλεργικὸ σὸκ ἀπὸ τὴν σκόνη αἰώνων ποὺ ἔχει ἐπικαθήσει στὶς κίτρινες σελίδες τους. Ἐὰν κάποιος στὸ πότε πότε τολμήσει νὰ σταθεῖ ἐναντίος ἀπέναντι στὰ φληναφήματα τῶν ποιητῶν τῆς μόδας καὶ στὴν λογοτεχνία τοῦ συρμοῦ, διαπομπεύεται στὸ διαδίκτυο σὰν γραφικός, ἀρχαιολάτρης, σχολαστικιστής, ὑπέρμετρα συντηρητικός, εἶναι έκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φιμώσει ταὰ λογοτεχνήματα τῆς λογοτεχνίας τοῦ ὀξυζενέ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ, τὰ ἐλάχιστα περιοδικὰ κριτικῆς ποὺ ἔχουν ἀπομείνει, ἔχουν ὀχυρωθεῖ πίσω ἀπὸ ἕναν ἀκαδημαϊσμὸ καὶ μιὰ ὁρολογία ποὺ δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ ἀπὸ κανέναν, στὴν οὐσία της δὲν λέει ἀπολύτως τίποτα καὶ πετυχαίνει νὰ ἀπομακρύνει καὶ τοὺς τελευταίους ποὺ ἐνδιαφέρονται ἀκόμη νὰ διαβάσουν μία ὁλοκληρωμένη ἄποψη γιὰ ἕνα κείμενο. Ἐκεῖ βεβαίως ποὺ ἡ κριτικὴ ἔχει καταντήσει καρικατούρα εἶναι τὸ διαδίκτυο, οἱ γραμμὲς ποὺ γράφονται δὲν συγκροτοῦν οὔτε μιὰ καλοστημένη παρουσίαση καὶ διαφήμιση τοῦ βιβλίου.

 

Οἱ ἀναγνῶστες

 

Κι αὐτοὶ ἀναμάρτητοι, κι αὐτοὶ ἀθῷοι τοῦ αἵματος, ἀπαράμιλλοι ὑποκριτὲς ποὺ θὰ ζήλευαν καὶ οἱ ἠθοποιοὶ τοῦ Ἐθνικοῦ θεάτρου. Δάκρυα ποτάμι γιὰ τὸ μικρὸ βιβλιοπωλεῖο τῆς γειτονιᾶς ποὺ κλείνει, ἐκεῖνο τὸ ἴδιο βιβλιοπωλεῖο στὸ ὁποῖο πατοῦσαν μοναχὰ γιὰ μία φωτοτυπία ἢ ἕνα μολυβάκι τῶν σαράντα λεπτῶν. Δάκρυα ποτάμι καὶ γιὰ τὰ ἱστορικὰ βιβλιοπωλεῖα ποὺ ἀπέρχονται, κι ἃς πατοῦσαν ἐκεῖ μόνο καὶ μόνο τὴν περίοδο τῶν προσφορῶν καὶ τῶν μεγάλων παζαριῶν. Δάκρυα ποτάμι γιὰ τὸ βιβλίο καὶ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἴδια ὥρα likes σὲ κάθε κείμενο ποὺ μιλᾷ γιὰ τὸ πόσο ἀκριβὸ εἶναι τὸ βιβλίο στὴν Ἑλλάδα, λὲς καὶ ἐὰν ἦταν πέντε εὐρὼ φθηνότερο θὰ τὸ ἀγόραζαν καὶ δὲν θὰ συνέχιζαν νὰ ψάχνουν γιὰ χαμηλότερη τιμή. Τὸ ἔχω γράψει κατ’ ἐπανάληψη καὶ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δὲν θὰ κουραστῶ νὰ ἐπαναλαμβάνω, ὥσπου νὰ ἐγκαταλείψω τὰ ἐγκόσμια. Τὸ ἀκριβὸ ἢ φθηνό τοῦ βιβλίου σχετίζεται ἀπόλυτα μὲ τὸ πόσο ψηλὰ βρίσκεται στὴν λίστα ἀξιῶν καὶ προτεραιοτήτων μιᾶς κοινωνίας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τοποθετήσει τὸ βιβλίο στὶς τελευταῖες θέσεις τῆς προσωπικῆς του κλίμακας ἀξιῶν, (πρῶτα ὁ καφές, ἔπειτα ἡ ταβέρνα, ἔπειτα τὸ γήπεδο, ἔπειτα τὸ αὐτοκίνητο, ἔπειτα, ἔπειτα ἔπειτα.. καὶ ἂν περισσέψει κάτι παίρνουμε κι ἕνα βιβλίο, ἔτσι γιὰ νὰ ἔχουμε καλὴ φωτογράφιση στὸ διαδίκτυο), γι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸ βιβλίο θὰ εἶναι πάντα ἀκριβὸ καὶ ἡ σχεδὸν δωρεὰν ἀπόκτησή του θὰ συνιστᾷ προσωπικὸ κατόρθωμα. Γιὰ τὸν ἕλληνα τὸ βιβλίο εἶναι χόμπι, διασκέδαση, ἕνα παραπλήρωμα τὴν ὥρα τῶν διακοπῶν, ἕνα ἀξεσουὰρ ποὺ ἀποδεικνύει τὸ στοχαστικόν τῆς φυλῆς. Οἱ μεταφραστές, οἱ ἐπιμελητές, οἱ συγγραφεῖς, οἱ τυπογράφοι, οἱ βιβλιοδέτες, οἱ ἐρευνητὲς ποὺ ἔχουν ἀφιερώσει χρόνια ἀπὸ τὴν ζωή τους στὴν φιλολογία, τὴν κριτική, τὴν ἐπιστήμη, τὸ πνεῦμα, τὴν φιλοσοφία – ὅλοι τοῦτοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργάζονται τζάμπα, ἀπὸ μεράκι, ἀπὸ ἁγνὸ ἐθελοντισμό, ὀφείλουν νὰ ἀπαρνηθοῦν ἀκόμη καὶ τὰ στοιχειώδη τῆς ἐπιβίωσης, γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ κάθε Κίτσος τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς νὰ τὰ σπάει στὰ νυκτερινὰ κέντρα, νὰ πληρώνει τὸ νοθευμένο ποτὸ 10 εὐρώ, ἀλλὰ νὰ ἀποκτᾷ τὸ βιβλίο τζάμπα ἢ μισοτιμῆς. Οἱ συγγραφεῖς γιὰ τὸν ἕλληνα παραμένουν οἱ τζουτζέδες τοῦ βασιλιά, οἱ διασκεδαστὲς τοῦ πλήθους, οἱ ἀλλοπαρμένοι τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς πλατείας. Δάκρυα ποτάμι γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἔχουμε σοβαρὴ λογοτεχνία  στὴν χώρα τὰ τελευταῖα τριάντα χρόνια, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα τὸ «θεωρεῖ κοροϊδία νὰ δώσει 12 εὐρὼ γιὰ ποιήματα..» (πραγματικὸ περιστατικό), 20 εὐρὼ γιὰ ἕνα φιλολογικὸ σύγγραμμα, 25 εὐρὼ γιὰ ἕνα δίτομο ἔργο ἁπάντων, 15 εὐρὼ γιὰ ἕνα μυθιστόρημα, 7 καὶ 10 εὐρὼ γιὰ ἕνα παιδικὸ βιβλίο – γιὰ τέτοια ποσὰ μιλᾶμε, γιὰ τέτοια ποσὰ ἔχουμε καταντήσει νὰ διαπραγματευόμαστε τὴν χαμένη τιμὴ τοῦ βιβλίου, (ὅλα τοῦτα δὲν σημαίνουν ὅτι τὸ κόστος καὶ ἡ λιανική του βιβλίου δὲν μποροῦν νὰ εἶναι χαμηλότερα, μὰ γιὰ τὴν φυλὴ τῶν νεοελλήνων πάντα θὰ εἶναι ἀκριβά, πάντοτε θὰ γκρινιάζει γιὰ τὴν τιμή τους, ἁπλῶς γιατί στὴν πραγματικότητα ποτὲ δὲν θεώρησε τὴν λογοτεχνία ἀνεκτίμητη, ἀναγκαία καὶ  ἀπαραίτητη στὴν διαμόρφωση τῆς ἀνύπαρκτης συνείδησής του). Τυχαίνει νὰ γνωρίζω κάποιους σοβαροὺς φιλολόγους μὲ τόνους ἀπὸ χειρόγραφα καὶ σοβαρὲς μελέτες στὰ συρτάρια τους, ἀνέκδοτα εἶναι καὶ ἀνέκδοτα θὰ παραμείνουν, ποιὸς θὰ τὰ ἐκδώσει, ποιὸς θὰ τὰ ἀγοράσει, ποιὸς θὰ τὰ διαβάσει, ποιὸς θὰ τὰ ἀποτιμήσει;

[…]

Κι ἐπειδὴ θὰ βρεθοῦν ἐκεῖνοι οἱ μονότονοι, οἱ στερεότυποι, οἱ προβλέψιμοι  καὶ θ’ ἀρχίσουν νὰ βγάζουν λόγους γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς ζωῆς, τὴν ἀνεργία, τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἀνέχεια, θὰ θυμίσω τοῦτο.

Μεγάλωσα σὲ μία ἐποχὴ ὅπου ἡ φτώχεια (καὶ πολλὲς φορὲς ἡ ἀκραία φτώχεια) ἦταν ὁ κανόνας καὶ ὄχι ἡ ἐξαίρεση. Τὸ κοινωνικὸ περιβάλλον ἦταν ἀσφυκτικὰ συντηρητικό, τὸ σχολειὸ σχεδὸν στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ τιμωρίας, οἱ ἐναλλακτικὲς σὲ μόρφωση, πληροφόρηση, διασκέδαση ἐλάχιστες ἕως ἀνύπαρκτες. Κι ὅμως, γνώρισα παιδιὰ ξυπόλητα ποὺ ἀνάμεσα σὲ ἕνα ζευγάρι παπούτσια καὶ ἕνα βιβλίο διάλεγαν τὸ δεύτερο. Γνώρισα παιδιὰ, ποὺ μετὰ τὴν ἀλάνα καὶ τὸ σχολειὸ, ἔκαμαν τέσσερα καὶ πέντε χιλιόμετρα γιὰ νὰ φτάσουν τὴν κοντινότερη βιβλιοθήκη καὶ νὰ ἔβρουν μιὰ ἐγκυκλοπαίδεια ἀπαραίτητη γιὰ τὰ μαθήματά τους. Μπῆκα σὲ σπίτια – παράγκες δίπλα σε ρέματα ὅπου ἔλειπαν τὰ χρειώδη, ποτὲ ὅμως δὲν ἀπουσίαζε ἕνα ρημαγμένο ἔπιπλο μὲ πέντε δέκα βιβλία. Ἦταν ἁπλῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ἔλειπε ἡ τηλεόραση, ὁ ὑπολογιστής, ἡ σημερινὴ ἀφθονία; Ὄχι, ἡ διαφορὰ ἦταν ποιοτική, ἦταν ἡ ἀξία τοῦ βιβλίου διαφορετικὴ μέσα στὴν κοινωνία, δὲν ἔχει νὰ κάμει μὲ τὰ χρήματα, ἔχει νὰ κάνει μὲ ἐκεῖνο ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνοματίζουμε ὡς πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας, πολιτιστικὸ βάθος καὶ ἀφομοίωση, εὐρύτερη μόρφωση μὲ βάση τὴν παγκόσμια σκέψη καὶ λογοτεχνία  καὶ ὄχι μόνο τα πανεπιστημιακὰ πτυχία.

Ὁ ἀπόλυτος ὀρισμός τῶν κροκοδείλιων δακρύων..

Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ, ἃς ἔρθουμε λοιπὸν στὸ ἐρώτημα τοῦ τίτλου καὶ κάποια ἀκόμη ποὺ προκύπτουν ἀπὸ αὐτό. Γιατί λοιπὸν κλείνουν στ’ ἀλήθεια τὰ βιβλιοπωλεῖα; Γιατί, παρόλο ποὺ ὁ καθεὶς πλέον εἶναι ἐλεύθερος νὰ γράψει, νὰ δημοσιεύσει, νὰ ἐκδώσει, νὰ προωθήσει, πορευόμαστε ἐν πολλοῖς μὲ μιὰ λογοτεχνία ἄνοστη, ἀνάλατη, τὶς περισσότερες φορὲς δίχως καμία λογοτεχνικὴ ἀξία, μασημένη τροφή, κοινοτοπίες ἐξοργιστικές, ἀναμασήματα, κείμενα ποὺ προσβάλλουν τὴν νοημοσύνη; Γιατί, ἐνῷ ἐκεῖνο ποὺ προσπαθοῦσαν χρόνια οἱ κάθε λογῆς ἡμιμαθεῖς, δῆθεν γλωσσολόγοι, δῆθεν κριτικοί, δῆθεν φιλελεύθεροι, δηλαδὴ τὴν πλήρη κατάργηση τῆς κριτικῆς, τὴν ἔλλειψη κάθε σύγκρισης, τὸν πλήρη ὑποκειμενισμό, γιατί λοιπὸν ἐνῷ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν καὶ μὲ τὸ παραπάνω, κανεὶς δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τὸ μέτριο καὶ τὸν μέσο ὄρο, γιατί ἐνῷ ἡ ποσότητα πολλαπλασιάστηκε ἡ ποιότητα ξέφυγε κρυμμένη – τόσο καλὰ κρυμμένη ποὺ οὐδεὶς μπορεῖ νὰ τὴν εὕρει, νὰ τὴν κατανοήσει, νὰ τὴν ἀναδείξει;

Δὲν ὑπάρχουν αὐτόματοι πιλότοι σὲ μιὰ κοινωνία, ὅλα ἔχουν ἕνα αἴτιο, μία ἐξέλιξη, ἕνα ἀποτέλεσμα, ἕνα ἀποτύπωμα. Ἡ πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας, ὁ τρόπος ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ προβλήματά της, τὸ πλαίσιο ποὺ θὰ ἀναδείξει τὶς δημιουργικές της ἱκανότητες –λα τοῦτα μία καὶ μόνη ἀφετηρία μποροῦν νὰ ἔχουν, μία καὶ μόνη προϋπόθεση, ἕνα προαπαιτούμενο καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν εὐρύτατη διάχυση τῶν προταγμάτων της στὴν κοινωνία, μὲ ἄλλους λόγους ἐκεῖνο ποὺ γενικὰ καὶ ἀφηρημένα ὀνοματίζουμε ὡς Παιδεία. ‘Ό,τι ζοῦμε σήμερα, (στὴν οἰκονομία, στὸν πολιτισμό, στὴν καθημερινότητα..), δὲν εἶναι παρὰ τὸ ἀποτύπωμα τῆς ἐκπαίδευσης ποὺ ἐπιλέξαμε νὰ ἔχουμε τὶς τελευταῖες δεκαετίες. Ὅτι ζοῦμε σήμερα, καὶ τὸ κυριότερο, ὅσα δὲν ζοῦμε (εὐγένεια, διάλογος, κριτικὸ πνεῦμα, δημιουργικότητα, μόχθος πνευματικός, ἀξιοκρατία..), εἶναι ἡ ἀποτύπωση σὲ ἀκτινογραφία  μιᾶς παθογένειας ποὺ ξεκίνησε σχεδὸν πρὶν ἀπὸ δύο αἰῶνες.

Ὅποιος θέλει νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν διαφορά ἀνάμεσα στὴν παρουσίαση καὶ στὴν κριτική, ἀς διαβάσει μιὰ ὁποιαδήποτε κριτική τοῦ Τέλλου Ἄγρα..

Μὴν γελιέστε καὶ μὴν βαυκαλίζεστε μὲ ὁράματα μεγαλείου, Νόμπελ, καὶ ἑλληνικὸ πνεῦμα ἀθάνατο. Ἡ νεότερη Ἑλλάδα δὲν διέθετε ποτὲ πνευματικότητα, ἐνσωμάτωση πολιτιστικῆς συμπεριφορᾶς, ἐκτίμηση πρὸς τὸ πνευματικό, τὸ καλαίσθητο. Τὸ εἶχε διακρίνει ὁ Κοραῆς καὶ καμιὰ δεκαριὰ ἀκόμη διανοούμενοι, ἀκόμη πρὶν τὴν ἐπανάσταση, πολὺ περισσότερο μετά. Καὶ ὅσο, τέλος πάντων, ἡ φτώχεια κάλυπτε τὰ πάντα, ὅσο δὲν ὑπῆρχαν βιτρίνες καὶ γεμάτες τσέπες νὰ τὶς ἀδειάσουν, κάποια προσχήματα ἀκόμη τηροῦνταν, κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ ἔγραφαν γνήσια λογοτεχνία, πρόλαβαν καὶ ἀναδείχθηκαν σὲ συνειδήσεις καὶ κάποιες λίγες κοινωνικὲς ἑστίες. Μόλις τὸ χρῆμα (τὸ ἄκοπο, τὸ κλεμμένο, τὸ ἐκ τῆς ἀδηφάγου συμπεριφορᾶς προερχόμενο), ἔγνεψε στὰ παραθύρια, μόλις ὁ Ἕλληνας ὁ προοδευτικός, ὁ εἰς τὸ Πολυτεχνεῖο τῆς ἐξέγερσης παρών, μύρισε ἐξαργύρωση, δηλαδή βίλα, ἐξοχικὸ καὶ μπουζούκια, ὅλα πῆγαν περίπατο, τὰ προσχήματα κατέπεσαν, ἡ θηριώδης ἀγένεια βγῆκε στὴν ἐπιφάνεια, ἄρχισε ὁ ἀγῶνας δρόμου γιὰ περισσότερα τοῦβλα, περισσότερα αὐτοκίνητα, περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα. Ἡ παιδεία, (πάντοτε ἔργο κάποιων λίγων ἡρωικῶν δασκάλων καὶ καθηγητῶν), ἀπαξιώθηκε ἐντελῶς, ὁτιδήποτε δὲν ὁδηγοῦσε στὸ χρῆμα ἐξοβελίστηκε, οἱ ποιητὲς ξαναέγιναν καρικατοῦρες παρόμοιες τοῦ ποιητῆ Φανφάρα. Στὰ βιβλιοπωλεῖα περίσσεψε ὁ καφές, οἱ ἀμπελοφιλοσοφίες, τὰ βιβλία τοῦβλα (κυριολεκτικῶς καὶ μεταφορικῶς), ὁ συνδικαλισμὸς ἐκεῖνος ποὺ σκοποῦσε μόνο στὸ περισσότερο, περισσότερο, περισσότερο καὶ ποτὲ στὸ ποιοτικότερο, τὸ πιὸ δημιουργικό. Οἱ φιλοσοφικὲς σχολὲς βγάζουν φιλολόγους μὲ τὴν σέσουλα, μὰ ὅλο καὶ σπανίζουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν ἐρευνητικὴ καὶ κριτικὴ φιλολογία, γιὰ ποιὸν ἄλλωστε; Οἱ λεγόμενες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, (ἐντελῶς λανθασμένος ὅρος, ὅλες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες εἶναι, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἀνάλυση ὁρολογίας), ὑποχωροῦν παγκοσμίως σὰν ἄχρηστες, περιττές, εἶδος ἐν πολυτελείᾳ, πρόσφατη εἶναι ἡ πρόταση ἐπὶ τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν – νὰ κάμωμε, λέει, εἰδικὰ τμήματα μὲ ἀρχαῖα ἑλληνικά, κάτι σὰν τὸ παλιὸ ρατσιστικὸ κλασικὸ καὶ πρακτικὸ, (θὰ θυμοῦνται οἱ παλιότεροι), ὅπου στὸ κλασικὸ πήγαιναν οἱ δεινόσαυροι καὶ οἱ καθυστερημένοι, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν «τάπαιρναν» τὰ γράμματα, ἐνῷ στὸ πρακτικὸ οἱ μελλοντικοὶ ἀρχιτέκτονες καὶ γιατροί, οἱ οἰκοδόμοι τῆς νέας κοινωνίας μὲ μοναδικὸ θεὸ τὸ χρῆμα, τὸ τοῦβλο καὶ τὸ τσιμέντο.

Σὲ ἕνα παρόμοιο περιβάλλον, τὸ βιβλιοπωλεῖο δὲν ἦταν ποτὲ μιὰ ὄαση πολιτισμοῦ, ἕνα πνευματικὸ καταφύγιο καὶ ἄλλα ἠχηρὰ παρόμοια – μὴν ἀκοῦτε αὐτά τα ἀπὸ καρμπὸν βγαλμένα, ἐπιχειρήσεις ἤσαν στυγνὲς, ὑπάκουες στὰ κελεύσματα τῆς ἐποχῆς, τῆς κάθε ἐποχῆς. Ὁ Ἕλληνας ποτὲ δὲν ἐκτίμησε πραγματικά το βιβλίο, (πολὺ περισσότερό τα σημεῖα πώλησής του), ἐκτὸς ἐὰν ὁδηγοῦσε σὲ πτυχία, σὲ παχυλοὺς μισθοὺς καὶ διορισμὸ στὸ δημόσιο. Στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ποιητὴς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ζῆ ἀπὸ τὸν λογοτεχνικό του κόπο, μὴν γελιέστε μὲ τοὺς ποιητὲς τῶν Νόμπελ – ἐὰν δὲν εἶχαν τὶς μεγαλοαστικὲς κληρονομιές τους θὰ εἶχαν πεθάνει τῆς πείνας. Ἀκόμη καὶ στὴν δῆθεν λογοτεχνία τῶν εὐπωλήτων μὲ τὰ χιλιάδες ἀντίτυπα, πέρα ἀπὸ δυὸ – τρία ὀνόματα οἱ ὑπόλοιποι ἀρκοῦνται σὲ ἕνα ξεροκόμματο καὶ στὴν δόξα ποὺ προσφέρουν οἱ φωτογραφίσεις στὶς αἴθουσες δεξιώσεων.

Ἐὰν λοιπὸν θέλουμε νὰ ἀπαντήσωμε στὰ  σοβαρὰ, στὸ γιατί τὰ λίγα ἐναπομείναντα βιβλιοπωλεῖα (μὲ ὅλες τὶς ἀνοησίες τους καὶ τὲς ὑπερβολές τους) κλείνουν, καὶ στὴν θέση τους ἀνοίγουν ταβέρνες, ἀτελείωτα καφὲ καὶ μπιχλιμπίδια κάθε λογής, ἀπὸ τὴν παιδεία θὰ ξεκινήσουμε καὶ στὴν παιδεία θὰ καταλήξουμε. Προσωπικὰ, τίποτε ἄλλο δὲν μ’ ἐνδιαφέρει καὶ τίποτε ἄλλο δὲν πιστεύω ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιφέρει ποιοτικὴ ἀλλαγὴ στὸ πνευματικὸ πεδίο τοῦ ἀγενέστατου καὶ ἐγωπαθῆ νεοέλληνα.

 

Στὸ διὰ ταῦτα..

 

Κτῖστε σχολειὰ μὲ ὅλα τα σύγχρονα μέσα, (ἢ καὶ χωρὶς αὐτά, δὲν ἔχει πρωτεύουσα σημασία), βρεῖτε δασκάλους ποὺ σιχαίνονται τὸ δημόσιο, ἀλλὰ λατρεύουν τὴν μόρφωση καὶ τὴν διδασκαλία μὲ φλόγα καὶ ψυχή, μορφῶστε δασκάλους μὲ τέσσερα καὶ πέντε καὶ ἕξι χρόνια σπουδῶν, κόψτε ἀπὸ ὅπου στὸ διάολο μπορεῖτε καὶ πληρῶστε τους ἀνθρωπινὰ καὶ μὲ διαφορετικὸ μισθολόγιο (ἡ δουλειὰ τους εἶναι ἡ πολυτιμότερη γιὰ τὸ μέλλον μιᾶς κοινωνίας), ἀξιολογῆστε τους κάθε βδομάδα, κάθε ὥρα, κάθε λεπτό, ἑνῶστε τὴν πανεπιστημιακὴ ἔρευνα μὲ τὸ σχολειό, ἀνοῖξτε ἕναν θηριώδη διάλογο γιὰ τὴν λογοτεχνία ποὺ πρέπει νὰ διδάσκεται στὰ σχολειά, βάλτε στὴν διδακτικὴ ὕλη τὰ πιὸ ἀναρχικά, τὰ πιὸ ἀσυμβίβαστα τῶν ποιητῶν καὶ πεζογράφων, μεταδῶστε στὰ παιδιὰ κρίση, ἀμφισβήτηση, ἐπανάσταση καὶ καχυποψία, ἀπαξιῶστε τὴν οἰκονομικὴ λαιμαργία καὶ ἀναδεῖξτε τὴν ἀξία τοῦ κειμένου, ἀποτραβῆξτε τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὴν ἠλιθιότητα τῆς τηλεόρασης καὶ τὴν πνευματικὴ ὀκνηρία τοῦ καναπέ, καθιερῶστε ὄχι μία ἀριστεία, ἀλλὰ δέκα, εἴκοσι, ἑκατό, μεταδῶστε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ παγκόσμια γραμματεία ὅτι ἀξιότερο ἔχει γραφτεῖ, δῶστε στὰ παιδιὰ τὶς πιὸ ὄμορφες εἰκόνες ἀπὸ μιὰ κοινωνία ποὺ σέβεται τὸν πνευματικὸ μόχθο, τοὺς ἄξιους ποιητές της, τοὺς φωτισμένους δασκάλους της, δουλέψτε μπροστὰ στὰ μάτια τους δίχως νὰ κοιτᾶτε τὸ ρολόϊ καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος τραβῆξτε τα ἀπὸ μία κοινωνία ἐν ὑπνώσει, ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ μπαμπᾶ ποὺ δὲν λέει νὰ χορτάσει, ἀπὸ τὴν ντουλάπα τῆς μαμᾶς ποὺ ἔχει πιὰ ξεχειλίσει. Δῶστε ὅραμα, ὄνειρο, δρόμους καινούριους κι ἀπαιτητικούς, δημιουργῆστε ἀντιστάσεις πνευματικὲς μέσα σὲ μιὰ κοινωνία μὲ μόνο μέλημα τὴν σύνταξη ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ, καὶ τότε ἔχετε μιὰ ἐλπίδα, μιὰ μικρή ἀμυδρὴ ἐλπίδα σὲ εἴκοσι μὲ τριάντα χρόνια νὰ δεῖτε μιὰ διαφορετικὴ κοινωνία μὲ κυρίαρχο τὸ μέτρο, μιὰ ἑλληνικὴ κοινωνία ποὺ δὲν θὰ ἀφορίζει συγγραφεῖς καὶ δὲν θὰ δολοφονεῖ Συκουτρῆδες..

Καὶ τότε, ὅταν ἔχετε φτιάσει μιὰ παιδεία στὶς πιὸ γερές, στὶς πιὸ δημιουργικές, στὶς ἀξιοτέρες βάσεις, θὰ τὸ δεῖτε πὼς τὰ βιβλιοπωλεῖα θὰ εἶναι πιὸ ἀναγκαῖα ἀπὸ ποτέ, ἀκριβῶς γιατί θὰ εἶναι ἡ προέκταση μιᾶς παιδιόθεν θηριώδους ἐκπαίδευσης, μιᾶς ἀξίας γιὰ πάντα χαραγμένης στὴν συνείδηση τῶν πάλαι ποτὲ μαθητῶν, μιᾶς ὄασης πραγματικῆς, ἕνα μετερίζι ἀντίστασης πρὸς κάθε τί τὸ εὐτελές, τὸ κίβδηλο, τὸ ἀνάξιο. Δὲν ὑπάρχει μαθητὴς ποὺ θὰ ἔχει κατανοήσει καὶ ἀφομοιώσει Καρυωτάκη, Καβάφη, Πάουντ, Γκαῖτε, Τσέχωφ, Ντοστογιέφσκι, Νίτσε  καὶ δὲν θὰ ὑπερασπιστεῖ μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια καὶ τὸ πιὸ μικρό, καὶ τὸ πιὸ ἀσήμαντο βιβλιοπωλεῖο τῆς γειτονιᾶς του. Κι ἃς ἔχει σπουδάσει μηχανικὸς ἢ γιατρός, ὁ στοχασμός του δὲν θὰ  ξεφύγει ποτὲ ἀπὸ τὸ βάθος ποὺ εἶχε κατακτήσει στὰ σχολικά του χρόνια. Δὲν ὑπάρχει περίπτωση καμία ἀσήμαντη τῆς τηλεόρασης καὶ κανεὶς ἀτάλαντος τῆς λογοτεχνίας νὰ πάρουν ἀξία στὴν κοινωνικὴ συνείδηση, ὅταν αὐτὴ εἶναι πλασμένη μὲ τὰ πιὸ γνήσια ὑλικά τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ὅταν ἔχει ζυμωθεῖ μὲ τὸ αἷμα τῶν αἱρετικῶν, τῶν ἀναρχικῶν τῆς ἱστορίας.

Μάθετε στὰ παιδιὰ τὴν πραγματικὴ ζωή, μὴν τὰ προστατεύετε ὅμως κι ὑπερβολικά ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου. Μόνο ὅποιος νωρὶς συνειδητοποιήσει τὴν θνητότητά του, μόνο ἐκεῖνος ποὺ θὰ κατανοήσει ἔγκαιρα ὅτι χρόνο δὲν ἔχωμε, θὰ πάψει νὰ ἀσχολεῖται μὲ φλούδια καὶ ἀσημαντότητες καὶ θὰ πέσει μὲ μανία ἐπάνω στὰ πιὸ ἀπαιτητικά τοῦ ἀνθρώπινου στοχασμοῦ. Ὠθῆστε τὰ νέα παιδιὰ νὰ κατέβουν στὸ δρόμο καὶ νὰ διαδηλώσουν καὶ νὰ ἀπαιτήσουν, μὰ ὄχι μονάχα γιὰ περισσότερα τοῦβλα καὶ χρήματα, μὰ γιὰ περισσότερη γνώση, καλύτερη ὕλη, περισσότερες καὶ ποιοτικότερες ὧρες διδασκαλίας καὶ διαλόγου. Γεμίστε τὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ὑπαλλήλους καὶ στελέχη ποὺ λατρεύουν τὸ κείμενο, ποὺ μποροῦν νὰ μεταδώσουν αὐτὴν τὴν φλόγα ἀκόμη καὶ σὲ κείνους ποὺ μπαίνουν γιὰ νὰ ἀγοράσουν ἕνα βιβλίο μαγειρικῆς, (ἀπαραίτητο κατὰ τὰ ἄλλα), ποὺ μποροῦν νὰ ζεστάνουν τὸν χῶρο μὲ διάλογο πνευματικό, ἔντονο, βαθὺ καὶ οὐσιαστικό. Ἀπορρῖψτε ὅλους ἐκείνους ποὺ πιάνουν τὴν πένα καὶ γράφουν μόνο καὶ μόνο γιὰ τὰ αὐτόγραφα, τοὺς προβολεῖς, τὸ χρῆμα, τὰ βραβεῖα, τὴν ἀναγνώριση. Μάθετε στὰ παιδιὰ ὅτι ἡ πνευματικὴ ἀναζήτηση καὶ ἡ συγγραφὴ εἶναι πάντοτε μία μοναχικὴ διαδικασία καὶ μόνο κατὰ περίπτωση κοινοποιεῖται, μοιράζεται ἢ ἀνακοινώνεται. Φτιάξτε ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς ποὺ θὰ μποροῦν νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν, φτιάξτε ὅμως καὶ ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς ποὺ δὲν θὰ διστάσουν νὰ σταθοῦν ὄρθιοι καὶ ἀσυμβίβαστοι, ἀκόμη καὶ ὅταν στερηθοῦν κι αὐτὸ τὸ τελευταῖο ξεροκόμματο. Φτιάξτε συνειδήσεις αὐτόνομες διὰ τοῦ βιβλίου, διὰ τοῦ παραδείγματος, διὰ τοῦ στοχασμοῦ, διὰ τοῦ ὁράματος, διὰ τοῦ ὀνείρου.

Καὶ ἐσεῖς φιλόλογοι, καὶ ἐσεῖς συνάδελφοι κριτικοί τῆς λογοτεχνίας, ὅσοι ἔχετε ἀπομείνει καὶ ἐργάζεστε σκληρά ἐπάνω ἀπὸ τὴν σκόνη, ὑψῶστε ἐπί τέλους τὸ ἀνάστημα καὶ πᾶψτε νὰ σιωπᾶτε ἀπέναντι στὴν ἡμιμάθεια, τὴν ἀμάθεια, τὴν γλωσσική, (δηλαδή νοηματική) κακοποίηση, τὸ ἀτάλαντο κείμενο, τὴν λογοτεχνία τοῦ τίποτα. Ἐπιστρέψτε στίς πηγές τῆς κριτικῆς, δὲν εἶναι δὰ καὶ πολλές, καὶ θυμηθεῖτε τὶ σημαίνει ἀμερόληπτη κρίση, εὐθυκρισία, ἀντικειμενικότητα – θυμηθεῖτε ὅτι ο σωστός κριτικός πρέπει να διαθέτει πνευματικές δυνάμεις πολλαπλάσιες τῶν λογοτεχνῶν, (ἐὰν δὲν εἶναι λογοτέχνης καὶ ὁ ἴδιος) καὶ πεῖσμα μοναδικό ἐνάντια στὸ ρεῦμα, τὴν μόδα, τὴν εὐκολία, τὸν συμβιβασμό.

[ … ]

Τὰ βιβλιοπωλεῖα τελικά, δὲν κλείνουν οὔτε ἀπὸ τὴν κρίση, οὔτε ἀπὸ τὴν κατάργηση τῆς ἑνιαίας τιμῆς, μήτε ἀπὸ μερικὲς ἐπιχειρηματικὲς ἀστοχίες καὶ ὑπερβολὲς – τὰ βιβλιοπωλεῖα κλείνουν ἀπὸ ἔλλειψη τακτικῶν ἀναγνωστῶν ποὺ θὰ προτάξουν τὴν ἀγορὰ ἑνὸς βιβλίου ἀκόμη, ὡς βασικὴ προτεραιότητα στὴν ζωή τους. Ἐτούτη τὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν δημιουργήσει κανένα κράτος, καμία ἐπιδότηση, καμία μεταμφίεση τοῦ βιβλιοπωλείου σὲ βιβλιοκαφὲ ἢ χῶρο ἐκδηλώσεων καὶ κοινωνικῶν ἀκκισμῶν. Κοινωνία ποὺ στηρίζει τὰ βιβλιοπωλεῖα της, τὸ πνεῦμα της, τὸν πολιτισμὸ της, φτιάχνεται μοναχὰ μέσα ἀπὸ τὴν παιδεία, γι αὐτὸ καὶ ὅλα τα ὑπόλοιπα ποὺ συζητοῦνται εἶναι μία ἀπίστευτη σπατάλη χρόνου καὶ ταυτόχρονα μία παρέλκυση ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ κανεὶς δὲν θέλει νὰ συζητήσει καὶ νὰ ἀγγίξει.

Θὰ ἀναρωτηθεῖ κάποιος τὸ κοινότοπο: Μὰ εἶναι ὅλα ἔτσι, δὲν ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις;

Ὑπάρχουν. Μόνο ποὺ τόσα χρόνια βαρέθηκα νὰ ζοῦμε χάριν τῶν ἐξαιρέσεων, νὰ ἐφησυχάζουμε λόγω τῶν ἐξαιρέσεων, νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε χάριν τῶν ἐξαιρέσεων, νὰ ἔχουμε γίνει ἄβουλοι καὶ μοιραῖοι χάριν τῶν ἐξαιρέσεων.

Ὅταν μία κοινωνία θελήσει νὰ διατηρήσει τὰ βιβλιοπωλεῖα της ἀνοικτὰ θὰ εὕρει τρόπο νὰ τὸ κάμει, ὅπως τὸ κάμει γιὰ ἄλλου εἴδους ἐπιχειρήσεις, γιὰ χώρους ἄλλου περιεχομένου.

Ἁπλῶς, σήμερα ἀκόμη, δὲν θέλει. Δὲν τὴν ἐνδιαφέρει.

Καὶ ὅλα τα ἄλλα εἶναι ρεσιτὰλ ὑποκρισίας γιὰ νὰ γεμίζουμε σελίδες καὶ νὰ κηδεύουμε νεκροὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει ἐδῶ καὶ χρόνια, ἂν δηλαδή ἔζησαν καὶ ποτὲ πραγματικά..

 

Διαβᾶστε τὸ δεύτερο μέρος τῆς τριλογίας

Κράτα το

“…πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἀπέναντι σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…»

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

Γράψε πρῶτος ἕνα σχόλιο..

Notify of
avatar
wpDiscuz