Μάνος Τασάκος

Για την Κική Δημουλά

(Κριτικό σημείωμα πάει να πει προεισαγωγικές παρατηρήσεις στην ποιητική της. Απέχουμε ακόμη πολύ από ένα δοκίμιο ή μία εκτενή μελέτη τού έργου της. Αυτό που μεταφέρουμε εδώ είναι κυρίως αίσθηση, πρώτη πρόσληψη. Θεωρείστε το σημερινό κείμενο ως έναν αρχικό και ατελή ακόμη προβληματισμό. Συγχωρέστε επίσης την απουσία πολυτονισμού, απουσία σημαντική τουλάχιστον στα ποιήματα που παραθέτουμε, το τεχνικό πρόβλημα δεν μπορέσαμε ακόμη να το λύσουμε με τρόπο αξιόπιστο).

Δεν είναι εύκολο να φτιαχτεί ένα κριτικό σημείωμα για την Κική Δημουλά. Όχι, κυρίως, γιατί δεν έχει μεσολαβήσει χρόνος από την απώλειά της, άλλωστε η Δημουλά γράφει και δημοσιεύει από την δεκαετία τού ’50. Ένας τέτοιος όγκος ποιητικής εργασίας, θάλεγε κανείς, πως φτάνει και περισσεύει για μελέτες, δοκίμια και κρίση για την ποίησή της.

Η δυσκολία λοιπόν, έγκειται κυρίως στο ότι η ποίηση τής Δημουλά διχάζει το ευάριθμο των αναγνωστών. Διχάζει με τον ίδιο τρόπο που διχάζουν όλα στην Ελλάδα – από την μια μεριά οι φανατικοί υπερασπιστές της, (στην πλειονότητά τους αγνοούν το σύνολο τού έργου της και πάντως αποφεύγουν τα «δύσκολα» ποιήματά της, μένοντας στα εύπεπτα…) και από την άλλη όσοι την αποστρέφονται, κυρίως γιατί ο λυρισμός στην ποίησή της σχεδόν απουσιάζει ή είναι ευσεβώς συγκρατημένος. Στ’ αυτιά τους, (αυτιά μαθημένα χρόνια τώρα σε στίχους γλυκερούς και στερεότυπους), η Δημουλά είναι πολύ «εγκεφαλική», πολύ τετράγωνη, η ποιήτρια των διανοημάτων και όχι των συναισθημάτων.

Περιττό να πω ότι και οι δύο απόψεις βλάπτουν την ποίηση το ίδιο, καθώς δεν πυροδοτούνται από μελέτη, έρευνα, ανάλυση, αναγνωστικό μόχθο, μα εδράζονται επάνω στο ανόητο δίπολο «μού αρέσει» – «δεν μού αρέσει», επάνω δηλαδή σ’ έναν απόλυτο υποκειμενισμό. Και πώς αλλιώς, όταν τα κάθε είδους κριτήρια έχουν εξαφανιστεί από την εκπαίδευση εδώ και χρόνια, (αναρωτιέμαι αν υπήρξαν και ποτέ…) και η ερμηνεία τού στίχου προκύπτει από την γνώμη τού κάθε μαθητή, φοιτητή ή δασκάλου. Η ποίηση τής Δημουλά δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από αυτόν τον κύκλο τής αυθαίρετης και εκ τού μηδενός ερμηνείας.

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, για μια ποίηση που ξεπερνά τα εβδομήντα χρόνια πορείας, η δοκιμιακή βιβλιογραφία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Και όταν αναφέρομαι σε βιβλιογραφία, δεν εννοώ όλα εκείνα τα σημειώματα που υπερασπίζονται την αποδοχή ή την απόρριψή της, αλλά μελέτες άρτιες που επιχειρούν ερμηνεία και υπογραμμίζουν ελαττώματα. Κάποια κείμενα από δύο γνωστούς κριτικούς, περισσότερο θολώνουν το τοπίο παρά το φωτίζουν. Μεγάλη η πενία σε τούτο το πεδίο, γενικά για την ποίηση στην Ελλάδα.

Για το σημερινό σημείωμα θα χρησιμοποιήσουμε την γνωστή έκδοση τού Ίκαρου, την έκτη έκδοση τού 2005.

Λοιπόν, για να μην μακρηγορούμε, η ποιότητα στο έργο τής Δημουλά δύσκολα αμφισβητείται. Δεν είμαι από εκείνους που συγκινούνται ιδιαίτερα από το έργο της, αλλά ετούτο, (η προσωπική αισθητική δηλαδή), δεν έχει καμία σημασία όταν καλείται κάποιος να κρίνει με μάτι ψύχραιμο και όσο γίνεται αντικειμενικό. Και δεν αμφισβητείται αυτή η ποιότητα γιατί τα στοιχεία που την συγκροτούν είναι σαφή, συγκεκριμένα, μετρήσιμα.

Θα ήταν καλό να ξεκινήσω από την γλώσσα. Να πούμε ότι η γλώσσα είναι συστατικό στοιχείο τής ποιητικής της; Αυτό θα ήταν μία στερεότυπη ανοησία, που την ακούσαμε κατά κόρον στα επικήδεια αφιερώματα. Η κατάκτηση εδώ είναι ότι η Δημουλά έχει την δική της γλώσσα, το δικό της ιδίωμα και το πιο σημαντικό είναι πως την κατέχει από την πρώτη κιόλας συλλογή της, (Έρεβος, 1956). Στα πρώτα της αυτά ποιήματα, όλα όσα την χαρακτηρίζουν μεταγενέστερα είναι πιο άτονα, σπανιότερα στον στίχο. Η ουσιαστικοποίηση των επιθέτων είναι μετρημένη στα δάκτυλα, το ίδιο και οι προσωποποιήσεις, ενώ οι επιρροές από Καβάφη και τον σύζυγό της Άθω Δημουλά εμφανείς. Δείτε για παράδειγμα το ποίημα «Νέλσων», από τα λιγότερο «δικά της» στην συλλογή…

ΝΕΛΣΩΝ

Εξαίσια στον Νέλσωνα έδωκαν θέση:

στής Τραφάλγκαρ σκουέαρ τη μέση

σε ύψος απίθανο το άγαλμά του στήσαν.

Σοφόν.

Το βλέμμα του έτσι για πάντα εχτίσαν

στον μαύρο ωκεανόν.

Ευτυχής ο Νέλσων εκεί θα είναι.

Ίσως όμως

στον Νέλσωνα ετούτη η θέση

τόσο πολύ να μην αρέσει:

γιατί την θάλασσα κατέκτησεν,

την θάλασσα πολύ εγεύθη.

Μια άλλη θέση ίσως να ποθεί,

μια άλλη θέση να τού πρέπει,

την άστατη λαίδη από εκεί

να δύναται να βλέπει.

Δεν είναι ένα ιδιαίτερα καλό ποίημα. Πρόκειται για ξεπατίκωμα τού Καβάφη στο σύνολό του, η γλώσσα είναι επιτηδευμένη και εκεί που σε έναν Καβάφη όλα τούτα τα γλωσσικά τερτίπια, (τελικό ν, αύξηση στους παρελθόντες χρόνους, λόγιες λέξεις κλπ, κλπ) προσθέτουν, εδώ αφαιρούν και προδίδουν πένα ακόμη άτεχνη και μιμητική που ψάχνει να εύρει τον δρόμο της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μία χαριτωμένη πρώτη ιδέα, (η κούραση από τα βαρέα και σημαντικά και η ανάγκη για τ’ ανάλαφρα, τα καθημερινά…), μπορεί να ακυρωθεί από την φόρμα και την γλωσσική αστοχία. Επιρροές σε άλλα ποιήματα υπάρχουν ακόμη και από τον Ουράνη, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Εικόνα». Από την Καρέλλη. Και από αρκετούς ακόμη.

Κι όμως. Μοναχά ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να διακρίνει από την πρώτη κιόλας συλλογή, ότι υπάρχει μία ποιότητα και ένας στοχασμός που μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα. Για παράδειγμα οι στίχοι…

[  ]

Καταιγίδα τώρα πέφτει πάνω μας

το απραγματοποίητο.

Λουζόμαστε με μελαγχολία

καθώς ξυπνάμε

στην ανελέητη κάψα τής ανάγκης.

Επίθετα κάπως υπερβολικά, αλλά πάντως ένα «θερμό» ποίημα, επιγραμματικό, παρά το ότι ασχολείται με το προαιώνια αγαπημένο θέμα των ποιητών.

Από την δεύτερη συλλογή και πέρα, (Ερήμην, 1958), τα εμφανή ελαττώματα υποχωρούν και τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε παραπάνω κατακτούν όλο και περισσότερο χώρο στον στίχο.

Τι πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε πρωτίστως στην Δημουλά; Οπωσδήποτε την χρήση τού όλου τής γλώσσας και βεβαίως την γλωσσοπλαστική της δεινότητα. Η Δημουλά προέρχεται από μία γενιά όπου η λογοτεχνία διαμόρφωνε γλώσσα, είχε την δική της γλώσσα, δεν αποτελούσε απλώς ηχείο αναπαραγωγής λέξεων τής καθημερινότητας. Κι αυτό ερχόταν ως φυσικό επακόλουθο μιας ποίησης που ενδιαφερόταν για το βάθος και όχι για την στατική φωτογράφηση – μα και πώς μπορείς να βυθιστείς σε έννοιες δίχως την πλήρη γνώση των λεκτικών αποτυπωμάτων τους; Οι λέξεις που πλάθει η Δημουλά είναι κάποτε εύστοχες, κάποτε όχι, (π.χ «μυθιστορίζεσαι»), μα σημασία έχει πως στα χνάρια παλαιότερων και σύγχρονών της ποιητών, προσπαθεί να διευρύνει την νοηματική της, να εκφράσει αποχρώσεις. Στην νεοελληνική ποίηση κυρίως ο Ελύτης υπηρέτησε με επιτυχία ετούτο τον σκοπό.

Η γλώσσα είναι εκείνη επίσης που βοηθά, (γιατί γράφω βοηθά;.. βεβαίως πρωταγωνιστεί…), όταν θα πρέπει να αποτυπωθούν έννοιες αφηρημένες, (για τούτο αναφέρθηκα πριν και στον Ελύτη, θυμηθείτε τους στίχους του για τα χρώματα…).

Για παράδειγμα, ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα που προσπαθεί να «πιάσει» το φως τού Οκτωβρίου, την φθινοπωρινή ατμόσφαιρα…

[  ]

Έχει ένα λάσκο η ατμόσφαιρα.

Την πας πιο δω πιο κει

Ανάλογα πού θέλεις κάτι ν’ αραιώσει,

κάτι να γίνει πιο πυκνό.

Έχει η ατμόσφαιρα

αυτό που λέμε λιγοστεύει,

είτε πρόκειται για φως

για θεό

φθινοπώριασμα πίστης

για υπόφωτο έρωτα.

(Υπόφωτο, «Το τελευταίο σώμα μου», 1981)

Λοιπόν, παρά το ότι όλο το απόσπασμα αποδίδει σχετικά εύστοχα εκείνο το μισοπεθαμένο φως τού Οκτώβρη, όλη τη δουλειά την κάνει η χρήση τού ρήματος (σε θέση απαρέμφατου σχεδόν το «λιγοστεύει») και είναι ακριβώς αυτή η μεταλλαγή που, εκτός από ξάφνιασμα, αποδίδει με την μεγαλύτερη ευστοχία την φθινοπωρινή απόχρωση.

Όταν η Δημουλά δεν υπερβάλλει στους πειραματισμούς, το αποτέλεσμα γίνεται εξαιρετικό σε ισορροπία, ρυθμό και εικονοποιία, κάποιες στιγμές αποκτά ακόμη και στοιχεία λυρισμού. Από το γνωστό πια «Καλοκαίρι» το παρακάτω απόσπασμα…

Το καλοκαίρι αυτό

μπήκε σαν ζωγραφιά μικρού παιδιού,

που πρώτη του φορά σκηνοθετεί

τοπία κι εποχές

και δεν γνωρίζει

ποια θέση, ποιαν απόσταση,

ποιάν έμφαση κυρίως να δώσει

στα χρώματα και τα στοιχεία.

Και από άγνοια ευφάνταστη

τα ‘χει όλα παρατάξει πρώτο πλάνο,

με επική αταξία,

με μιαν αφθονία ξαφνική, σαν

κάποιο περιπλανώμενο τοπίο

να ‘ρθε γελώντας και ν’ αδειάστηκε ακατάστατα

μέσα σ’ άλλο τοπίο.

[  ]

(Καλοκαίρι, «Το λίγο τού κόσμου», 1971)

Φυσικά υπάρχει και Καρυωτάκης, όπως υπάρχει και σε όλους τους μεταγενέστερους ποιητές, (εκτός τού Ελύτη, αλλά τις αναλογίες Καρυωτάκη-Ελύτη τίς έχουμε αναλύσει σε άλλο κείμενο), δείτε ένα μικρό απόσπασμα…

[  ]

Μακριά στην ανηφόρα

κοντανασαίνει ένας μαύρος σιδηρόδρομος.

Σαν γλιτωμός που ξεκουρδίστηκε.

Ας πούμε πώς υπάρχεις.

Όπως το πολύ νερό σε μέρη ακατοίκητα,

όπως το καλό σημάδι σε πουλιά βαλσαμωμένα.

Περιττά.

(Τα δεμένα, «Το λίγο τού κόσμου», 1971)

Είναι ανώφελη η αναδημοσίευση εδώ όλων εκείνων των ποιημάτων τής Δημουλά που έχουν ποιότητες, ίσως σε κάποιο επόμενο δοκίμιο, καθώς το σημερινό κείμενο δεν είναι παρά ένα εισαγωγικό σημείωμα στην ποιητική της ή, ακόμη χειρότερα, κάποιοι ελεύθεροι στοχασμοί για την αξία των στίχων της.

Ας ξεφύγωμε για λίγο από την γλώσσα όσο αυτό είναι δυνατόν και να πάμε στο περιεχόμενο, σε κείνο που κυρίαρχα αποτυπώνεται στην ποίησή της.

Μα θα αναρωτηθεί κάποιος, υπάρχει κυρίαρχο στην Δημουλά; Έχω κάποιες αμφιβολίες. Εάν έπρεπε πάντως να εκφράσω μονολεκτικά κάποιο κυρίαρχο νήμα θα χρησιμοποιούσα την λέξη απώλεια με όλα τα συνδηλούμενά της. Θάνατος, απώλεια μνήμης, απώλεια ονείρων, απώλεια οραμάτων, απώλεια νεότητας. Είναι όλα εξακολουθητικά παρόντα στους στίχους της. Και εδώ ξεκινούν κάποια  προβλήματα, τα ίδια εκείνα που αφήνουν κάποιους ψυχρούς απέναντι στην ποιητική της.

Η απώλεια είναι έννοια πρωτεύουσα στην νεοελληνική ποίηση. Δεν υπάρχει ποιητής που να μην ασχολήθηκε μαζί της και να μην προσπάθησε να αποκωδικοποιήσει το κενό της. Φυσικά δεν το κατάφερε κανείς, έννοια τόσο απόλυτη είναι αδύνατον να ερμηνευθεί. Απλώς βιώνεται. Δεν περιγράφεται απλά, δεν αναλύεται, δεν τεμαχίζεται. Είναι έννοια «θερμή» και γι’ αυτό η προσέγγισή της είναι περισσότερο επιτυχημένη όταν προέρχεται από πένα βιωματική. Ακόμη και ο Ελύτης, (μάστορας στην λεγόμενη διανοητική ποίηση) στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο θερμαίνει τον λόγο, υποκύπτει στον λυρισμό, μειώνει τις αφηρημένες έννοιες.

Το πρόβλημα με την ποίηση τής Δημουλά νομίζω πως ξεκινά όταν και η ίδια αντιλαμβάνεται την δύναμη τού γλωσσικού της ιδιώματος και την κάνει μανιέρα. Εάν για έναν ηθοποιό η μανιέρα μπορεί και να πυροδοτήσει δημιουργία, στην ποίηση η μανιέρα είναι συνήθως καταστροφική, καθώς λειτουργεί ως συνταγή για κάθε θέμα, για κάθε συναίσθημα, για κάθε περίσταση. Όσο προχωρούμε στην ανάγνωση των συλλογών τής Δημουλά με χρονολογική σειρά, τόσο αυτή η μανιέρα ισχυροποιείται – σε τέτοιον βαθμό που τελικά σε πολλά ποιήματα το περιεχόμενο υπηρετεί την φόρμα και όχι το αντίθετο.

Μία σπουδή επάνω στο καλοκαίρι, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην απουσία έστω – εκεί ίσως η επανάληψη να μην ξενίζει και τόσο. Όταν όμως ο στίχος υπεισέρχεται σε πεδία σκοτεινά, σε κείνα τού θανάτου ή και τής απώλειας μνήμης, το διανόημα κανονικά υποχωρεί, καθώς είναι αδύνατον να εκφράσει πειστικά την οποιαδήποτε στάση, (ακόμη και την πιο απαθή), μπροστά στο κενό και στο ανύπαρκτο.

Αυτό σημαίνει πως όλοι οι ποιητές θα πρέπει να διαθέτουν την απόγνωση ενός Καρυωτάκη στον στίχο τους, την τραγικότητα ενός Παπατζώνη ή την θεατρικότητα ενός Καβάφη; Οπωσδήποτε όχι, δεν υπερασπίζομαι κάποια εκφραστική δικτατορία. Όμως με λογοπαίγνια και γλωσσικούς ακροβατισμούς και μόνον, τα κρίσιμα αυτά ζητήματα αδυνατίζουν, χλωμιάζουν και ο στίχος ομοιάζει περισσότερο δοκίμιο περί απωλείας.

Ας δούμε ένα παράδειγμα, όχι το ευτυχέστερο. Η Δημουλά γράφει το ποίημα «Ωραία ήταν λοιπόν εδώ κάτω», ο τίτλος είναι στίχος τού Φαίδρου Μπαρλά από το ποίημά του «Και πάλι». Αφιερώνει λοιπόν το ποίημα στον Μπαρλά και στο Γαλαξείδι που ήταν η αδυναμία του.

Να θυμίσω ότι ο Φαίδρος Μπαρλάς πέθανε από καρκίνο στα πενήντα του χρόνια, δεν θυμάμαι εάν το ποίημά του «Και πάλι» γράφτηκε έχοντας επίγνωση τής ασθένειάς του και τού επερχόμενου τέλους, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ένα από τα πιο όμορφα και τραγικά στην νεοελληνική ποίηση. Το παραθέτω για να το θυμηθούμε…

Καί πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω΄

νὰ ξανάρθωμε κάποτε.

Ὡραία ζωή,

ὡραῖα πρωϊνὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα

γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος˙

ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου

πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.

(αντιγραφή από το poiein.gr, δυστυχώς δεν μπορώ να ελέγξω πρωτότυπη έκδοση, τα ‘Απαντα τού Μπαρλά κάπου δανείστηκαν και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους)

Απέναντι σ’ αυτήν την διαμαρτυρία θανάτου, η Δημουλά απαντά ως εξής, παραθέτω την πρώτη στροφή…

Μέρα θολή, αργία ζωτικότητας

εργάσιμη θανάτου.

Άμα πεθαίνει καλοκαίρι

πρόωρο θάνατο το λές,

Ό,τι είναι φως δεν έπρεπε

ούτε στην ώρα του, καθόλου να πεθαίνει,

τη σάρκα όποιου φωτός

δεν ήταν να την τρώνε

τα όποια γήινα σκουλήκια-ημερολόγια.

‘Άμα πεθαίνει καλοκαίρι, ευκαιρία:

Με φετινά κρασιά που ξεσφραγίζονται

να ξεσφραγίσεις άλλους πρόωρους θανάτους,

με φετινό κρασί

αψύλα φετινή δριμύτητα

να ξεπλύνεις στιγμιότητες δω κάτω

με φετινή ξεσφραγισμένη μνήμη.

[  ]

(Ωραία ήταν λοιπόν εδώ κάτω, «Το τελευταίο σώμα μου», 1981)

Οι αντιθέσεις είναι σαφείς. Το ποίημα τής Δημουλά έχει την αυταξία του και δεν κρίνεται μέσα από συγκρίσεις, αλλά νομίζω ότι έτσι γίνεται πιο κατανοητό εκείνο για την μανιέρα που γράφω παραπάνω. Η ευκαιρία είναι σαφής. Ένας καλός ποιητής έχει πεθάνει πρόωρα, η Δημουλά νιώθει την ανάγκη για έναν ποιητικό επικήδειο. Μα ακόμη και σε μία τέτοια απόπειρα για το απόλυτο τού θανάτου, νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει από τον ρυθμό και να δώσει την σφραγίδα της, το ιδιόλεκτο, την περιβόητη μανιέρα. Το περιεχόμενο βεβαίως είναι έξυπνο – ένας θάνατος ανθρώπου πνευματικού ακυρώνεται όταν υπάρχει συνέχεια, όταν νέοι πνευματικοί εμφανιστούν και δώσουν προοπτική, ανανέωση, ελπίδα, την ασφάλεια μιάς πνευματικής παρακαταθήκης. Κι όμως πιστεύω ότι ετούτη η ιδέα αδικείται από την τεχνική στο συγκεκριμένο ποίημα. Είναι αρκετός ο αριθμός των ποιημάτων όπου η φόρμα υπερτερεί τού περιεχομένου και αυτή η ισορροπία διαταράσσεται κυρίως από το 1980 και μετά. Εάν οπωσδήποτε θα έπρεπε να επισημάνουμε μία βασική αδυναμία στο ύστερο κυρίως έργο τής Δημουλά, νομίζω πως θα ήταν αυτός ο εφησυχασμός στην επανάληψη, η καταφυγή στο στερεότυπο που ή ίδια είχε δημιουργήσει και αποτελούσε το διακριτό σημείο στην γραφή της.

Μειώνει αυτή η αδυναμία την αξία τής Δημουλά, μειώνει την δύναμη των καλών ποιημάτων που έχει γράψει; Μα δεν υπάρχει ποιητής με ισοβαρές έργο, ιδιαιτέρως σε προχωρημένη ηλικία. Αλίμονο εάν θεωρήσουμε όλους τους τόμους των απάντων τού Ρίτσου ίδιας ποιότητας. Ή τού Παλαμά. Ακόμη και τού Ελύτη ή τού Καβάφη. Υπάρχουν διακυμάνσεις, υπάρχουν μεταπτώσεις. Απλώς στην Δημουλά αυτές δεν παρατηρούνται μοναχά ανάμεσα στα διαφορετικά ποιήματα τής κάθε συλλογής, αλλά έρχονται σωρευτικά με το πέρασμα τού χρόνου.

Εάν υπάρχει ένα παράπλευρο κακό σε τούτη τη μανιέρα, είναι ο αφόρητος μιμητισμός. Η αποθέωση τής Δημουλά τα τελευταία χρόνια, (με υπερβολικές εκφράσεις και επίθετα μεγαλοσύνης), οδήγησε πολλούς στο να θεωρήσουν την ποίησή της πρότυπο ποιητικής γραφής. Η συνταγή της λοιπόν μεταφέρθηκε σε χιλιάδες ποιήματα από χιλιάδες επίδοξους ποιητές που θεώρησαν ότι εάν μετατρέψουν  ένα επίθετο σε ουσιαστικό ή εφεύρουν έναν νεολογισμό, αυτομάτως γράφουν και ποίηση. Αυτά βεβαίως είναι απόνερα που ακολουθούν κάθε καλό ποιητή και κάποτε ατονούν.

Όμως, ας είμαστε δίκαιοι, ο κόσμος ακολουθεί πολλές φορές πιστά την γνώμη των “ειδικών” και οι ειδικοί στην Ελλάδα για την ποίηση είναι πολλοί, σε αντίθεση με τους αναγνώστες της και τους αγοραστές της. Η νεοελληνική κριτική “γαντζώθηκε” επάνω στην Δημουλά, καθώς ανέξοδα μπορούσε να επαινέσει, να θεοποιήσει, να διεκδικήσει ακόμη και ένα Νόμπελ που το έχει τόση ανάγκη η εθνική περηφάνια. Τα έχουμε πει κι άλλη φορά, ο νεοέλληνας λατρεύει τα σύμβολα και σιχαίνεται την ουσία που η κατανόησή της απαιτεί κόπο. Τα επίθετα που έχουν γραφτεί για την Δημουλά είναι αναρίθμητα, μα τις περισσότερες φορές κενά περιεχομένου. Έτσι, τυχαία, δείτε για παράδειγμα ένα απόσπασμα από άρθρο τού Αλέξη Ζήρα στις “Αναγνώσεις” τής “Αυγής” στις 29 Φεβρουαρίου τρέχοντος. Δεν είναι ούτε το πιο ακραίο, ούτε το πιο χαρακτηριστικό…

Ας αφήσουμε στην άκρη την κριτική γλώσσα για την οποία έχω γράψει πολλές φορές. Τι μάς λέει ετούτο το κείμενο; Ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ένα πλήθος κόσμου, (κυρίως γυναικών – από πού τεκμαίρεται αυτό; άγνωστο…), αγνόησε την επίσημη και ανεπίσημη κριτική και αγκάλιασε αυτοβούλως την ποίηση τής Δημουλά, γιατί βρήκε στους στίχους της την έκφραση τής καθημερινότητάς του. Και, (αυτό είναι το καλύτερο…), αυτό το πλήθος είχε αφυπνισθεί πολιτισμικά, αλλά, (προσέξτε), με τρόπο διακριτό! Η Δημουλά και η ποίησή της δηλαδή, απάντηση στα ψευδεπίγραφα οράματα; απάντηση στην γενεά τού μεταπολέμου; (την τελευταία μάλιστα που γράφει σε γλώσσα λογοτεχνική και που ακόμη και όταν μιλά για ήττα, προσφέρει στίχο βαθύ, υπαρξιακό και ουμανιστικό). Θα στενοχωρήσω τον κ.Ζήρα, αλλά για ένα μεγάλο μέρος από το γυναικείο πλήθος στο οποίο αναφέρεται, πολιτισμική αφύπνιση σημαίνει ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα τσιτάτων από τα ποιήματα τής Δημουλά και λογοπαίγνια με τον ενικό και πληθυντικό αριθμό. Και ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος, που γεμίζει τούτες τις αναρτήσεις με επιφωνήματα θαυμασμού, απλώς ακολουθεί την γνώμη των πολλών, όπως πάντα συνέβαινε στην λογοτεχνία και που, πολλαπλασιασμένο, συμβαίνει και σήμερα. Τα χαρακτηριστικά “ποιητικού κινήματος” από κάτω, που σημειώνει το κείμενο τού Αλέξη Ζήρα, είναι απλώς μία κριτική κατασκευή, μία ευσεβής φαντασίωση. Η πραγματικότητα, (από το 1830 ακόμη...), είναι μία και είναι δυστυχώς καταθλιπτική – ο κόσμος ποτέ δεν αφυπνίστηκε πολιτισμικά, ποτέ δεν διδάχθηκε την καλή ποίηση, ποτέ δεν την έκαμε μέρος τής ζωής και συνείδησής του, ποτέ δεν ασχολήθηκε στα σοβαρά μαζί της. Και από αυτόν τον κανόνα δεν ξέφυγε μήτε και η ποίηση τής Δημουλά. Το ότι έπαιξε και συνεχίζει να παίζει πρωταγωνιστικά στα κοινωνικά δίκτυα και σε κάποιες πωλήσεις βιβλίων στα χριστουγεννιάτικα δώρα, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Και θα το διαπιστώσουμε στο μέλλον, όπως το διαπιστώσαμε για τόσους και τόσους άλλους ποιητές στο παρελθόν. Η εξορία τής ποίησης, (από κοινωνία και σχολειά), είναι διαρκής και τίποτε δεν δείχνει κάποια αλλαγή στο ορατό τουλάχιστον αύριο.

Ας επιστρέψουμε όμως στην ποιήτρια.

Μέσα στην σημερινή λογοτεχνική πραγματικότητα, η Δημουλά είναι καταδικασμένη σε έναν μετεωρισμό. Από την μία πλευρά, βρίσκονται εκείνοι που αντιλαμβάνονται την ποίηση ως παράθεση πρωτότυπων λέξεων και διανοημάτων, σ’ αυτούς η ικανοποίηση προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την χρήση τής γλώσσας. Και είναι και οι άλλοι, που υποψιάζονται ένα διαφορετικό μέταλλο και στο περιεχόμενο, μία βαθύτερη αξία, αλλά δεν γνωρίζουν πως να την αποκωδικοποιήσουν, πως να φέρουν τον δύσκολο στίχο στα μέτρα τους και στην καθημερινότητά τους.

Με την έννοια αυτή η Δημουλά δεν έχει πραγματικό κοινό που να έχει αφομοιώσει την ποίησή της, να υποφέρει μαζί της, να συμπάσχει. Εάν με τους στίχους τού Καρυωτάκη νιώθουμε έστω και για λίγο το σύνολο μιάς ψυχικής απόγνωσης, (μα και διαμαρτυρίας ταυτόχρονα…), εάν με έναν Καβάφη αναπολούμε και ταυτοχρόνως διαμορφώνουμε συνείδηση, με την Δημουλά προσεγγίζουμε την ποίηση κρατώντας νυστέρι, η προσπάθειά μας από τον πρώτο στίχο είναι να κατανοήσωμε τις πυροδοτήσεις της, τον στοχασμό της, τις δοθείσες αφορμές. Μα αυτή είναι μία προσπάθεια καταδικασμένη να απομένει ψυχρή, απόμακρη, ατελής.

Ώρες-ώρες και ιδιαιτέρως στις τελευταίες συλλογές, νομίζει κανείς ότι οι λέξεις επίτηδες συστρέφονται, απομακρύνονται μεταξύ τους ακόμη κι εκείνες που θα μπορούσαν να δώσουν νόημα εξαρχής πυκνό, (δίχως αυθαίρετες αποκωδικοποιήσεις…). Έχω πλέον την εντύπωση, ότι σε αρκετά ποιήματα το πολύπλοκο επιδιώκεται και δεν προκύπτει, το δυσνόητο εκβιάζεται στην υπερβολή του, οικοδομείται λέξη την λέξη. Αντιγράφω από το ποίημα Γιαλό-Γιαλό, ο επιτονισμός δικός μου…

Φεγγάρι ρυμουλκεί κρουαζιερόπλοιο

κάτασπρο φουσκωτό, δαντελωτά παραθυράκια

κεντημένο σα νυφικό φυγής γεροντοκόρης

με ρυμουλκούμενο νυμφίο.

Με την ευκαιρία

ανασηκώνομαι στις μύτες των καιρών

εδώ, στις επιχωματώσεις των κυμάτων

να ανελκύσω όλα εκείνα τα ταξίδια

τα επιβατηγά

που φόρτωσα με θέλω και με κάρβουνο.

[  ]

Με σένα ευγενέστατε ιππότη, αντικατοπτρισμέ.

Μαζί σου επιθυμία παράνομη – λαθροκυνηγός

τού άγριου εαυτού σου.

Αν και θεαματικά εξοπλισμένη

με τα πιο τέλεια περισκόπια αιθρίας

θέλησα να φύγω και μαζί σας σύννεφα

-είσαστε τότε μόνο πειραχτήρια τής μορφής σας-

φοβέρες για να τρώνε το φαΐ τους

οι ανόρεχτες ελπίδες…

[  ]

Και μαζί σου απόβροχο, αλητάκι τής όσφρησης.

Όλο να ετοιμάζει η μυρωδιά σου τις βαλίτσες μου

κι εσύ να ερωτοτροπείς με την απόσβεσή σου.

Δείτε τώρα και την τελευταία στροφή…

Δαπανηρή ιδέα ο βίος.

Ναυλώνεις έναν κόσμο

για να κάνεις το γύρο μιάς βάρκας.

Η τελευταία στροφή; Πολύ καλή, εξαιρετικής ποιότητας. Στα υπόλοιπα – ας μού εξηγήσει κάποιος τον στίχο «Κι εσύ να ερωτοτροπείς με την απόσβεσή σου». Εντάξει, αντιλαμβάνομαι τι θέλει να εκφράσει, μα εντελώς άστοχα και το κυριότερο φλύαρα, δίχως καμία πρόσθεση στο ποίημα. Ας μού ερμηνεύσει κάποιος, γιατί «λαθροκυνηγός τού άγριου εαυτού σου…». Εκείνο που θέλω να πω είναι πως, εάν αφαιρέσει κανείς στίχους που δεν προσθέτουν, (απλώς θολώνουν, δημιουργούν την ψευδαίσθηση βαθύτατου στοχασμού), απομένει ένα στρωτό και δυνατό ποίημα με αποκορύφωση την τελευταία πολύ καλή στροφή.

Μα τότε γιατί τα ενδιάμεσα και τα ασύνδετα; Γνώμη μου είναι πως η Δημουλά θεωρεί απαραίτητους κάποιους παρένθετους κώδικες, για να φέρει το ίδιο αποτέλεσμα που φέρνουν τα παράσιτα σε ένα ραδιόφωνο. Με τον ίδιο τρόπο που μία κακή λήψη σε ένα ραδιόφωνο, (γεμάτη από παράσιτα και φωνή που πότε χάνεται, πότε επανέρχεται), μάς δημιουργεί μία εικόνα απειλής, παρανομίας, σοβαρότατου διαγγέλματος που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να διακοπεί από κατάληψη εχθρικών δυνάμεων, έτσι και η Δημουλά πιστεύει την μανιέρα της απαραίτητη, (ακόμη κι εκεί που είναι αχρείαστη), προκειμένου να δικαιώσει, (a priori), το βαθυστόχαστο τού στίχου της. Αναγνώστες, κριτικοί και εκδότες, ίσως τής εμφύτευσαν την πεποίθηση ότι δίχως την ιδιαίτερη γλώσσα της δεν είναι αναγνωρίσιμη, δεν είναι ελκυστική. Και όπως ένας ηθοποιός παγιδεύεται σε ρόλους που δεν επιθυμεί γιατί αλλιώς χάνει το κοινό του, έτσι και η Δημουλά το θεώρησε απαραίτητο από ένα σημείο και πέρα να επισφραγίζει τα ποιήματά της με κείνο που θεωρεί σήμα κατατεθέν της.

Στο σημείο αυτό μία απαραίτητη διευκρίνιση. Ας μην θεωρήσει κάποιος πως όλα τούτα σημαίνουν ότι είμαι εναντίος στην λεγόμενη δύσκολη ποίηση. Το αντίθετο. Δύσκολος πολύ είναι και ο Παπατζώνης, αλλά η δυσκολία του αποτυπώνεται με τρόπο φυσικό, ένας μυημένος στην ποίηση μπορεί έστω και με κόπο να την αποκωδικοποιήσει, να την ερμηνεύσει, (έστω και με μία δόση αυθαιρεσίας), να τιθασεύσει το ποίημα και στο τέλος να το αφομοιώσει, αν όχι τεχνικά, έστω και μόνο στα νοηματικά του. Δύσκολος είναι και ο Ελύτης με τους δικούς του κώδικες, αρκετά δύσκολος και ο Καβάφης, ο Σεφέρης και πολλοί ακόμη. Όμως στην Δημουλά έχω την αίσθηση ότι σε αρκετές περιπτώσεις, (φυσικά όχι σε όλα τα ποιήματα), η δυσκολία είναι αποτέλεσμα εργαστηρίου και επιτήδευσης.

Δείτε για λίγο την παρακάτω στροφή…

Κλιμακοστάσιο

Είναι μήνες πολλοί που διαφεντεύουν τα κλιμάκια

-ευδιάκριτη η ετυμολογία τους, το έτοιμον τής κρίσεως-

καταφυγή σε πανοπλίες για την πρωινή συνάντηση.

Είναι των προφυλάξεων οι κλίμακες

που ανασαίνουν στον φωταγωγό,

είναι γραφείου τοπίο το σκιερόν τού χώρου,

εκεί διερευνώ το έτυμον μιάς ουτοπίας,

το ένδυμα μεταμφίεσης αφόρητα αγοραφοβικής

στα πέντε τετραγωνικά ενός ημιορόφου.

Εσείς δεν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω με τούτους τους στίχους, εγώ όμως γνωρίζω πολύ καλά, μπορώ να σάς το εξηγώ για ώρες, συνέλαβα την αρχική ιδέα και μετά φρόντισα να την ντύσω έτσι που να μην διακρίνεται εύκολα, έτσι που να αναφωνήσετε – “Α!, κάτι πιάνω από το νόημα, μα είναι τόσο βαθύ που δεν έχω την επάρκεια να το κατανοήσω”. Και ας είμαστε ειλικρινείς. Εάν το παραπάνω «ποίημα» είχε από κάτω την υπογραφή τής Δημουλά και όχι τού Τασάκου, οι περισσότεροι από εμάς θα το θεωρούσαμε άξιο να κοσμήσει την έκδοση μιας συλλογής.

Ας μην παρερμηνευθεί αυτή η άποψη ως λογοτεχνικός ή ποιητικός λαϊκισμός. Ποτέ δεν ήμουν υπέρμαχος “τής ευκολίας για την ευκολία” στην ποίηση, στην εκλαΐκευσή της ή σε μία στρατευμένη ποίηση που θέλει να κολακεύσει τις επιθυμίες και τους φανατισμούς τής μάζας. Αυτό όμως δεν σημαίνει και από την άλλη μεριά, ότι θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε άκριτα κάθε στίχο περίκλειστο, που περισσότερο σκοπεύει στην δημιουργία εντυπώσεων και λιγότερο στην επικοινωνία με τον απαιτητικό αναγνώστη.

Όλα τούτα δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι η Δημουλά δεν είναι μία καλή ποιήτρια. Όχι βεβαίως η ποιήτρια των αστόχαστων επιθέτων, (κανείς από τους ποιητές δεν είναι…) – μεγάλη, ανυπέρβλητη, μοναδική, αξεπέραστη και άλλα παρόμοια που εν υπερβολή διαβάσαμε στους επικηδείους και στις αναρτήσεις των κοινωνικών δικτύων. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία εξαιρετική και άξια φωνή στην νεοελληνική μας γραμματεία και η ποίησή της έχει ακόμη πολύ δρόμο για να ερμηνευθεί, να κατανοηθεί και να γενεί κτήμα ακόμη και κείνων που δεν είναι εξοικειωμένοι με την ποίηση.

Θα το πω ακόμη μία φορά – αφήστε τους ποιητικούς εμφυλίους, δεν έχουν κανένα νόημα και εάν το καλοσκεφθεί κανείς, καθρεπτίζουν μία απλή ανοησία, τίποτα παραπάνω. Αυθεντικός ερμηνευτής των ποιημάτων δεν είναι κανείς, εκφράζουμε απόψεις, κρίσεις, πάντοτε όμως με την επιφύλαξη που επιβάλλει η ολική ή μερική άγνοιά μας, πάντοτε με την ετοιμότητα ν’ ακούσωμε την άλλη άποψη, να σκεφθούμε, να στοχαστούμε διεξοδικά, να διερευνήσουμε νέους δρόμους ερμηνείας.

Κρατήστε από την Κική Δημουλά την καλή της ποίηση, τα καλά της ποιήματα είναι πολλά μέσα σε μία διαδρομή εβδομήντα ετών. Μελετήστε τα, αποπειραθείτε την ερμηνεία τους. Η μελέτη τους δεν θα σας δώσει πολλά σε τεχνική, (η Δημουλά για παράδειγμα ελάχιστα χρησιμοποιεί σημεία στίξης ή ποιητικούς κανόνες), θα σας διδάξει όμως γλώσσα, νοηματικό βάθος, ρυθμική και τρόπους να μετατρέψετε φιλολογικά ελαττώματα, (παρηχήσεις, χασμωδίες κ.ά.) σε ποιητικό πλεονέκτημα. Η έκδοση τού Ίκαρου που προανέφερα είναι μία καλή αρχή, καθώς συγκεντρώνει τις συλλογές της σε πιστή αντιγραφή εκ τού πρωτοτύπου. Ξεχάστε τα Νόμπελ, τα βραβεία, τις τιμητικές κορδέλες και τις Ακαδημίες. Η καλύτερη αναγνώριση για έναν ποιητή είναι, (κατά το Καβαφικό…), όταν ο στοχασμός του ενώνεται με τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς και τ’ αδιέξοδα τού αναγνώστη του. Και κυρίως όταν η ποίησή του μορφώνει συνειδήσεις σε προοπτική μόνιμη.

Εκείνο όμως που θα λείψει με την απώλεια τής Κικής Δημουλά (περισσότερο και από την ίδια την ποίησή της), είναι μία συγκεκριμένη αντίληψη για την λογοτεχνία και την ποίηση. Η Δημουλά, (και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για την ευρεία αποδοχή της), έστεκε, μέσα σε μία από τις πλέον αντιποιητικές εποχές, να θυμίζει την αξία που έχει για την γλώσσα και τον πολιτισμό η καλή ποίηση. Και εάν εκείνη σε προχωρημένη ηλικία υπέκυψε, (ίσως περισσότερο από ευγένεια μικρού παιδιού και αθωότητα μιάς άλλης εποχής), στους προβολείς και τα φώτα, η ποίησή της απομένει ένας από τους τελευταίους συνδετικούς κρίκους με τον τρισδιάστατο στίχο, την βαθιά γνώση τού όλου τής γλώσσας, μια αντίληψη που δεν ευτελίζει το κείμενο με ευκολίες και προχειρότητες, αλλά βαθιά καταδύεται στην αυτεπίγνωση προτού τολμήσει να ρίξει ένα ποίημα στην πλατεία για ανάγνωση.

Ήθος, βαθιά μόρφωση, εξαντλητική ανάγνωση και πνευματικό βάθος – όλα τούτα είναι που έφυγαν μαζί της, όλα αυτά δηλαδή που από καιρό είναι ζητούμενα, καθώς από καιρό έχουν εγκαταλείψει την νεοελληνική μας γραμματεία.

Και κατά πώς γράφει και η ίδια στο ποίημα Fog

Όμως, τι φρίκη.

Έπεσε ξάφνου τόση καταχνιά

σε όλη αυτή τού δρόμου τη σκηνή.

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x
Send this to a friend