Γιὰ τὴν γλῶσσα τῶν κειμένων μας

Γιατί χρησιμοποιοῦμε τὴν ἱστορική ὀρθογραφία στὰ κείμενά μας

Ἀσφαλῶς οἱ τακτικοὶ ἀναγνῶστες τῆς ἰστοσελίδας θὰ ἔχουν παρατηρήσει πὼς ὅταν τὸ μποροῦμε, (θὰ ἐξηγήσουμε παρακάτω γιατί δὲν τὸ μποροῦμε πάντοτε), χρησιμοποιοῦμε τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία, ἐκεῖνο δηλαδή ποὺ καθιερώθηκε νὰ ὀνομάζεται πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς. Εἶναι ἀρκετοὶ ἐπίσης οἱ ἀναγνῶστες ποὺ μᾶς ρωτοῦν γι’ αὐτὴν τὴν ἐπιλογὴ καὶ ἀκόμη κάποιοι λιγότεροι, ποὺ τὴν μεταφράζουν ὡς ἀποτέλεσμα γλωσσικοῦ συντηρητισμοῦ ἢ καὶ ἐμμονῆς σὲ ἕνα παρελθὸν ποὺ ἔχει πιὰ πεθάνει καὶ τίποτα δὲν ἔχει νὰ προσφέρει στὴν σημερινὴ πρόσληψη τοῦ κειμένου.

Τὶς ἀναλυτικές μας ἀπόψεις γιὰ τὸ δῆθεν «γλωσσικὸ ζήτημα» θὰ τὶς εὕρετε διάσπαρτες στὴν ἀρθρογραφία μας, ὁπότε ἐδῶ δὲν θὰ κάνουμε κάποια βαθύτερη ἀνάλυση, παρὰ μόνο κάποιες παραδοχὲς ποὺ θὰ βοηθήσουν στὴν κατανόηση τῆς ἐπιλογῆς μας.

Οἱ παραδοχές

Τὸ ἀφετηριακὸ σημεῖο γιὰ μᾶς εἶναι πὼς δὲν ὑφίσταται πραγματικὰ διάσπαση ἢ χρονικὸς τεμαχισμὸς τῆς γλώσσας. Ἡ γλῶσσα εἶναι μία, εἶναι ἑνιαία, οἱ διαφορὲς ποὺ ἐντοπίζονται στὰ ἐκφραστικὰ μέσα λειτουργοῦν ἀθροιστικὰ καὶ ὄχι ἀνταγωνιστικὰ μεταξύ τους. Μὲ αὐτὴν τήν ἔννοια ὁποιαδήποτε λέξη βοηθᾷ τὸν χρωματισμὸ μιᾶς σκέψης καὶ αὐξάνει τὴν νοηματικὴ ἀκρίβεια εἶναι εὐπρόσδεκτη, ζῶσα καὶ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς ἐξελικτικὴ γλωσσοπλαστικὴ μήτρα.

Τὸ δεύτερο. Ἡ πολιτική, τὸ κράτος, οἱ θεσμοί, δὲν ἔχουν καμμία σχέση μὲ τὴν γλῶσσα καὶ κάθε προσπάθεια, (ἀπὸ τοὺς μέ, τοὺς δέ, τὸν ὁποιονδήποτε..), νὰ καθορίσει ἐπιτρεπτὰ ἢ ἀπαγορευμένα ὅρια, ἐπίσημες γλῶσσες ἢ λέξεις δευτέρας κατηγορίας, εἶναι προσπάθεια ἀνόητη καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν χαρακτῆρα ἀπόπειρα περιορισμοῦ τοῦ στοχασμοῦ στὴν πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ λεπτή του ἔκφραση.

Τὸ τρίτο. Πολιτισμὸς ποὺ δὲν ἀθροίζει καὶ δὲν ἐπιδιώκει τὸν μέγιστο ἐκφραστικὸ πλοῦτο, ἀλλὰ ἐπιχειρεῖ ἀποκλεισμούς, εἶναι πολιτισμὸς κίβδηλος. Ἐπιδίωξη κάθε ἀνοιχτόμυαλου ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε νὰ αὐξάνει τὰ ἐργαλεῖα γιὰ τὴν ἀποτύπωση τῆς σκέψης του καὶ τῆς ἐπιστήμης του, νὰ διευρύνει τὸν γλωσσικὸ (ἄρα καὶ νοηματικό του) πλοῦτο, νὰ βαθαίνει τὸν στοχασμὸ καὶ τὴν συνείδησή του. Στὸ τέλος τέλος, ἡ λογοτεχνία τίποτε ἄλλο δὲν κάμει ἀπὸ τὸ νὰ προσπαθεῖ, κάθε φορά ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, νὰ ἀποτυπώσει μὲ τὸν πιὸ πετυχημένο τρόπο καὶ τὴν πιὸ ἀδιόρατη ἀπόχρωση σκέψης καὶ συναισθήματος. Σ’ αὐτὴν τὴν προσπάθεια ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ κύριο ἐργαλεῖο καὶ κάθε περιορισμὸς στὴν χρήση της συνιστᾷ αὐτομάτως περιορισμὸ στὴν ἔκφραση καὶ στὴν ἐξέλιξή της.

Μὲ βάση τὰ παραπάνω, στὴν λογοτεχνία καὶ ὁπωσδήποτε στὴν ποίηση, ὁ πολυτονισμὸς εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἕνα πολύτιμο ἐργαλεῖο. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ἐὰν τὸν χρησιμοποιοῦσαν ἢ ὄχι στὴν ἀρχαιότητα, μὲ ἀφήνει ἐντελῶς ψυχρὸ ἐὰν ἐπάνω στοὺς τόνους καὶ στὰ πνεύματα παίζει ὁ καθεὶς τὰ δικά του προσωπικὰ καὶ πολιτικὰ παιχνίδια. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ καίει εἶναι νὰ πετύχω τὴν (ὅσο γίνεται) καλύτερη ἀποτύπωση στὸ κείμενο, τὴν καλύτερη ἐπικοινωνία, τὴν βέλτιστη ποιητικὴ ἀφήγηση. Καὶ ὅταν τὰ προσπαθῶ ὅλα αὐτά, ἁρπάζω ὅποιο ἐργαλεῖο βρῶ μπροστά μου καὶ εἶναι διαθέσιμο, ἑκατὸ σημάδια ἀκόμη θὰ χρησιμοποιοῦσα ἂν τὸ μποροῦσα ἐπάνω ἀπὸ τὶς λέξεις, ἐὰν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διευκόλυνα τὴν ἀνάγνωση καὶ πολλαπλασίαζα τὶς πιθανότητες γιὰ τὴν βαθύτερη ἐπικοινωνία μὲ τὸ κείμενο.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, αὐτὴ ἡ προσπάθεια γίνεται, ὅσο καὶ ὅποτε τὸ μποροῦμε. Ὁ πολυτονισμὸς ποὺ χρησιμοποιοῦμε δὲν ὑπακούει αὐστηρὰ στοὺς φιλολογικούς του κανόνες, ἀλλὰ σὲ ἕνα σύστημα ποὺ τὸ ἔχουμε ὀνοματίσει ὡς «δυναμικὴ ὀρθογραφία» καὶ χρησιμοποιεῖ τόνους, πνεύματα καὶ σημεῖα στίξης μὲ μία κάποια ἐλευθερία, πάντοτε βεβαίως μὲ κάποια συγκράτηση γιὰ νὰ μὴν ἀλλάξει ἐντελῶς ὁ κώδικας ἐπικοινωνίας μὲ τὸν στίχο.

Ἔτσι, εἶναι πολλὲς φορὲς ποὺ θὰ δεῖτε τὴν βαρεῖα ἐκεῖ ὅπου κανονικὰ ἐκλείπει, τὴν περισπωμένη νὰ κυματίζει κάθε φορά ποὺ θέλουμε τὸν ἀναγνώστη νὰ παραμείνει περισσότερο σὲ μία λέξη, τὴν ὀξεῖα νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀρχική της χρήση καὶ νὰ τονίζει ἐκεῖνα ποὺ πρέπει νὰ ἀναδειχθοῦν ἢ νὰ ὑπερτονιστοῦν. Ἀντίθετα, θὰ διαπιστώσετε νὰ λείπουν ἢ νὰ χρησιμοποιοῦνται ἐλάχιστα, σημεῖα γιὰ τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἔχει κωδικοποιηθεῖ μία σύγχρονη καὶ κοινὴ σὲ ὅλους χρήση, ὅπως ἡ ὑπογεγραμμένη ἢ κάποια πνεύματα.

Γιὰ ὅποιον ξεύρει ἀπὸ ποίηση καὶ ἰδιαίτερα γιὰ ὅποιον ἀγαπᾶ τὴν ἀπαγγελία, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀκατανόητα σημάδια στὶς λέξεις, μποροῦν νὰ γενοῦν πολύτιμοι ὁδηγοὶ, τόσο στὴν κατανόηση, ὅσο καὶ στὴν ἐκφορὰ τοῦ ποιήματος ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ πεζοῦ.

Οἱ δυσκολίες

Ποιὲς εἶναι οἱ κύριες δυσκολίες σὲ τούτη τὴν προσπάθεια; Ὁπωσδήποτε δύο σημαντικὲς ποὺ κάποτε καὶ κατὰ περίπτωση τὴν ἀκυρώνουν ἢ τὴν ὑπονομεύουν.

Τὸ πρῶτο πρόβλημα ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἐπὶ δεκαετίες ἀποκλεισμὸ τοῦ συνόλου τῆς γλώσσας στὴν ἐκπαίδευση, ἀλλὰ καὶ στὴν τρέχουσα λογοτεχνικὴ παραγωγή. Οἱ φανατικοὶ (καὶ διόλου ἀνυστερόβουλοι) κάθε λογῆς, (καθαρευουσιάνοι, μουζαχεντὶν τοῦ δημοτικισμοῦ, ἀττικιστές, ἀρχαιολάγνοι καὶ πάει γράφοντας…), τὸ μόνο ποὺ κατάφεραν στὸ τέλος τῆς ἡμέρας εἶναι μιὰ γλῶσσα ἀκρωτηριασμένη στὶς πολλαπλές της ἄκρες, μιὰ γλῶσσα ὅπου ἡ ἀφαίρεση καὶ ἡ ἁπλούστευση λειτουργοῦν ἄριστα, ἐνῷ ἡ πρόσθεση καὶ ἡ σύνθεση πάσχουν ἢ καὶ παντελῶς ἀπουσιάζουν. Αὐτὸ ἔχει ἤδη ἀποκόψει ἀρκετὲς γενεὲς ἀπὸ τὴν παλαιότερη λογοτεχνία, ἔχει συνθλίψει ἀποχρώσεις συνωνύμων ποὺ ἀποτελοῦν λίπασμα γιὰ τὴν λογοτεχνία, (ποιὸς ἀντιλαμβάνεται ἄραγε σήμερα διαφορὲς ἀνάμεσα στὸ «σωθικὰ» καὶ «σπλάχνα»; Ἢ στὸ «τέφρα» καὶ «στάχτη»;..) καὶ ἔτσι ὁ πολυτονισμὸς ἀντὶ νὰ διευκολύνει τὴν ἀνάγνωση (αὐτὸ ἄλλωστε ἦταν καὶ τὸ ἀρχικὸ σκοπούμενο), συνιστᾶ πολλὲς φορὲς ἀναγνωστικὸ ἐμπόδιο.

Τὸ δεύτερο πρόβλημα, ὅσο πεζὸ καὶ ἐὰν ἀκούγεται, προέρχεται ἀπὸ τὴν τεχνολογία, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκαταλέγει στὶς ἐπιλογὲς της τὶς ἰδιαιτερότητες μιᾶς γλώσσας, (φαντασθεῖτε νὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτυπωθεῖ στὸ πληκτρολόγιο ὁ τονισμὸς ἢ ἡ προφορὰ ἰδιωμάτων), ἀλλὰ αὐτὸ μᾶς προκαλεῖ μεγάλες δυσκολίες στὴν ἀκριβῆ ἀποτύπωση τῶν στίχων, ἰδιαίτερα παλαιότερων ποιητῶν. Στὴν πραγματικότητα τὰ αὐτόματα προγράμματα πολυτονισμοῦ στὸν ὑπολογιστὴ εἶναι ἐλάχιστα καὶ ἀναξιόπιστα, ὁπότε ὅλη ἡ ἐργασία ποὺ βλέπετε στὰ κείμενα γίνεται στὴν πραγματικότητα λέξη τὴν λέξη. Ἐξαιρετικὰ χρονοβόρος ἐργασία ποὺ δὲν πετυχαίνει πάντοτε τὰ καλύτερα ἀποτελέσματα.

Συμπερασματικά

Ἃς ἀνακεφαλαιώσουμε σὲ δύο σημεῖα λοιπόν.

Τὸ πρῶτο, θὰ πρέπει νὰ μᾶς συγχωρέσετε ἀνακολουθίες, λάθη καὶ ἀπουσίες στὴν γραφὴ τῶν κειμένων. Εἶναι πολλὲς φορὲς ἀκόμη, ποὺ θὰ δεῖτε κείμενα ἢ καὶ ποιήματα μονοτονισμένα, θὰ πρέπει νὰ ξεύρετε ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐπιλογή, ἀλλὰ ἀναγκαστικὴ ὑποχώρηση στὶς ἀνάγκες τῆς πληκτρολόγησης καὶ στὰ ἐλάχιστα τεχνολογικὰ ἐργαλεῖα.

Καὶ τὸ δεύτερο καὶ τελευταῖο. Μὴν δυσφορεῖτε μὲ τὸν πολυτονισμό καὶ την χρήση ὅλων τῶν σημείων στίξης. Σᾶς ἔχουν μάθει πὼς εἶναι κατάλοιπο συντηρητισμοῦ καὶ προάγγελος γεροντικῆς ἄνοιας, μὰ δὲν εἶναι καθόλου ἔτσι. Στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἕνα ἀτελές, ἀλλὰ ἐξαίρετο ἐργαλεῖο, ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς βοηθήσει νὰ διαβάζετε ταχύτερα ἀλλὰ καὶ βαθύτερα, καὶ κυρίως, ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνα τὰ σημαινόμενα στὸ κείμενο, ποὺ σὲ πρώτη καὶ ἐπιπόλαιη ματιὰ διαφεύγουν ἀόρατα καὶ κλειδωμένα.

Δὲν ἔχωμε τὴν αὐταπάτη πὼς ἐτούτη ἡ ἄποψή μας μπορεῖ νὰ γενεῖ δημοφιλὴς ἢ νὰ γενικευθεῖ στὴν ἀνάγνωση τῆς λογοτεχνίας καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου. Ἀπέναντι ὅμως σὲ μία ὁμοιόμορφη πλειονότητα, ἃς εἶναι αὐτὴ ἡ ἰστοσελίδα ἕνας ἐναλλακτικὸς χῶρος γιὰ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ ἀφιερώσουν περισσότερο χρόνο, κυρίως στὸν στῖχο καὶ στὶς πολλὲς καὶ δυσερμήνευτες μαγικές του εἰκόνες καὶ ἔννοιες…