Εἰσαγωγή στήν ποίηση τοῦ Τάκη Παπατζώνη

Τ.Κ.Παπατζώνης, Ὁ ἀκαταμάθητος καί ἀκάτοπτος τῆς ἑλληνικῆς ποίησης

Λίγες προεισαγωγικές παρατηρήσεις.

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό συνολικότερη μελέτη γιά τό ἔργο τοῦ Τάκη Παπατζώνη. Στό άρχικό κείμενο ἐπίσης ἡ ἀνάλυση τῶν στίχων εἶναι ἀναλυτική καί ἐκτεταμένη, ἐνῶ σήμερα δημοσιεύουμε μόνο τίς παρατηρήσεις ἐκεῖνες πού μποροῦν νά γενοῦν κατανοητές ἀκόμη καί ἀπό ὅσους πρωτοἔρχονται σέ ἐπαφή με τήν ποίηση καί ἰδιαίτερα τό ἔργο τοῦ Παπατζώνη.

Το σημερινό κείμενο σκοπό ἔχει τήν πρώτη γνωριμία μέ ἕναν ἀπό τούς σημαντικότερους Ἕλληνες ποιητές καί πρός τοῦτο ἀφαιρέσαμε ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα, (βιβλιογραφία κλπ) πού ἔχουν ἕνα ένδιαφέρον γιά τούς ειδικούς κάθε λογῆς, ἀλλά γιά τόν ἁπλό  ἀναγνώστη καί ἐπιβαρυντικά τοῦ νοήματος εἶναι καί δέν βοηθοῦν στήν κατανόηση τοῦ ποιητικοῦ ἔργου.

Παρόλα αὐτά εἶναι χρήσιμο νά ἀναφέρουμε ὅτι κατά βάση χρησιμοποιήθηκε ἡ πλέον γνωστή ἔκδοση τοῦ Ἴκαρου τοῦ 1988, μέ τίς τρείς συλλογές τοῦ Παπατζώνη, διορθώσεις καί παραλλαγές βασίστηκαν στήν ποιητική Ἀνθολογία Ἀποστολίδη, ἐνῶ ἀρκετό φωτογραφικό (τῶν ποιημάτων) ὑλικό, ἀντλήθηκε ἀπό τήν ἱστοσελίδα ellopos.gr

Δύσκολη ἐργασία ἡ κρίση στήν ποίηση, ἀκόμη δυσκολότερη ὅταν ἀσκεῖται ἀπό ὁμοτέχνους. Κάθε φορά πού χρειάζεται νά θυμηθῶ κριτικά σημειώματα Ἑλλήνων λογοτεχνῶν γιά ἄλλους ποιητές ἤ πεζογράφους, πράγματι ἐκπλήσσομαι. Ἡ ἀστοχία εἶναι σχεδόν κανόνας. Ἡ ὑπερβολή ἐπίσης. Ἐπιφυλάξεις ἐλάχιστες. Θέλει κάποιος νά διαγράψει τόν Καβάφη; Τό κάμει ἐλαφρᾶ τῆ καρδία. Θέλει ὁ ἄλλος νά ἐξοβελίσει τόν Καρυωτάκη στό πῦρ τό ἐξώτερον; Κανένα πρόβλημα. Θέλει ὁ τρίτος νά ἀγνοήσει ἐπιδεικτικά τόν Παπατζώνη καί νά τόν ἐξαφανίσει ἀπό τήν ἀνθολόγηση ἤ τήν ἱστορική καταγραφή; Εὔκολο, μέ τήν δύναμη πού δίδει τό κῦρος καί τό βάρος τῆς πένας σέ κάθε ἐποχή. Θά ρωτήσει κάποιος – μά γιατί καί μέ ποιό κίνητρο; Ζηλοφθονία; Ἐγωκεντρισμός; Κριτική ἀναπηρία; Ἀνασφάλεια;

Ὅλα τοῦτα παίζουν τόν ρόλο τους σέ κάποιον μικρότερο ἤ μεγαλύτερο βαθμό. Καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν Καβάφη ἤ τόν Καρυωτάκη, ἔχουμε πολλές φορές ἀναλύσει τούς λόγους, (σημαντικούς ἤ καί ἀσήμαντους) πού ὁδήγησαν στόν ἀποκλεισμό τους ἤ στήν ἄρνησή τους. Ἡ περίπτωση ὅμως τοῦ Τάκη Παπατζώνη εἶναι κάπως διαφορετική. Καί καθώς εἴμαστε ἀκόμη στά εἰσαγωγικά, ἅς ἐξηγήσουμε τούς λόγους.

Βιογραφικό Τ.Κ.Παπατζώνη, ἀπό τό ΕΚΕΒΙ

Ὁ Παπατζώνης γεννιέται δύο περίπου χρόνια πρίν ἀπό τόν Καρυωτάκη (Ἰανουάριος τοῦ 1895) καί προέρχεται ἀπό γνωστή οἰκογένεια προκρίτων καί ὁπλαρχηγῶν τῆς ἐπανάστασης, (Καρυωτάκης καί Παπατζώνης θά κάνουν τίς ἴδιες σπουδές στήν Ἀθῆνα καί θά πάρουν τό πτυχίο τους τήν ἴδια περίπου χρονιά). Τό ἀρχικό ὄνομα τοῦ γενάρχη τῆς οἰκογένειας ἦταν Στούπας, τό ὁποῖο κάποια στιγμή ἀλλάζει καί γίνεται Τζώνης, τό πρόθεμα Παπα– προῆλθε ἀπό πρόγονο ἱερωμένο. Ὅταν ὁ Τάκης ἔρχεται στήν ζωή τό περιβάλλον πού θά μεγαλώσει εἶναι καταφανῶς μεγαλοαστικό, κάτι πού θά βοηθήσει νά λάβει εὐρύτατη μόρφωση γιά τήν ἐποχή του καί κυρίως νά μάθει ἀρκετές ξένες γλῶσσες, (ἰδιαιτέρως τήν γαλλική), πολύτιμα βοηθήματα στίς πολλές ἐπιτυχημένες μεταφράσεις πού θά γεννοῦν ἀργότερα.

Ὅπως καί ὁ Σεφέρης, ἔτσι καί ὁ Παπατζώνης θά κάμει ἀξιοζήλευτη καριέρα στό Δημόσιο τῆς ἐποχῆς. Προσλαμβάνεται στό Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν ἀμέσως μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν του καί θά μείνει ἐκεῖ σαράντα χρόνια, ἀντίθετα μέ τόν Καβάφη δέν θά ἰδεῖ τήν δουλειά του ὡς ἀγγαρεία ὑποχρεωτική γιά τήν ποιητική του ἐπιβίωση, μά θά φτάσει σέ ὑψηλά ἀξιώματα προτοῦ συνταξιοδοτηθεῖ. Τά πολλά ταξίδια καί ἀσχολίες μᾶλλον θά τόν ὑποχρεώσουν, (ὅπως καί τόν Σεφέρη) νά παραμείνει σχετικά ὀλιγογράφος, ἰδιαίτερα σέ ὅτι ἀφορᾶ τά κριτικά του σημειώματα.

Στά γράμματα θά ἐμφανιστεῖ νωρίς μέ κάποια σκόρπια ποιήματα σέ στίχο ἔμμετρο, ὅμως ἤδη ἀπό τό 1920, (κυρίως μέ τό ποίημα Beata Beatrix, ἡ εὐτυχής Βεατρίκη δηλαδή, τό μοναδικό δικό του πού θά συμπεριλάβει ὁ Ἄγρας στήν ἀνθολογία του «Οἱ νέοι», τό 1922) θά ξεκινήσει νά γράφει σέ στίχο ἐλεύθερο μέ τρόπο συστηματικό. Ἀπό τοῦτο καί μόνο διεκδικεῖ μιά πρωτοπορεία. Σύμφωνοι, ἀλλά μέ μία διαφορά – κανείς τότε δέν τήν ἀναγνώρισε, κανείς δέν τήν ὑποστήριξε καί κανείς δέν τήν ἀποδέχθηκε.

Ἡ περιβόητη γενεά τοῦ 30 γι’ ἀκόμη μία φορά ἀστόχησε(;) κριτικά, καθώς, ἐάν ἀποδεχόταν τήν πρωτοπορεία Παπατζώνη, (καί ὄχι  μοναχά στήν φόρμα ὅπως θά δοῦμε), αὐτομάτως ἀκύρωνε τόν δικό της πολυδιαφημιζόμενο μοντερνισμό καί νεωτερισμό. Σεφέρης, Ἐλύτης καί λοιποί, εἴτε ἀγνοοῦν, εἴτε ἐκφράζονται μέ τόν πιό χλιαρό καί ἄνοστο τρόπο γιά τόν Παπατζώνη. Ὁ δέ Καραντώνης, (πού ἐάν δέν εἶχε στρατευθεῖ τόσο φανατικά στήν ἀνάδειξη τοῦ Σεφέρη πολλαπλῶς θά ὠφελοῦσε τόν ἑαυτό του καί τήν κρίση του), χαρακτηρίζει τά ποιήματα τοῦ Παπατζώνη στό βιβλίο του «Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης»  ὡς προϊόντα «ἀσυναρτησίας καί παραληρήματος…» – ἡ κρίση αὐτή ὑπάρχει μόνο στήν πρώτη ἔκδοση τοῦ βιβλίου καί… ἐξαφανίζεται στίς ἐπανεκδόσεις. Ὁ Ἄγρας εἶναι συγκρατημένος, δέν ἐκφράζει θετική κρίση, ἀλλά οὔτε καί ἀρνητική, καθώς, ὡς ὁ πλέον ἀμερόληπτος τῆς γενεᾶς του, γνωρίζει καλά το πόσο εὔκολα ἀστοχεῖ κανείς μπροστά στό νεωτερικό, τό πάθημα τῶν κριτικῶν μέ τόν Καβάφη ἀπέχει ἐλάχιστα.

Ἀναφέρεται στίς πρῶτες κρίσεις τοῦ Παπατζώνη γιά τήν ποίηση τοῦ Σεφέρη, οἱ ὁποῖες ἧταν ἀρκετά ἕως πολύ ἐπικριτικές. Σέ κάθε περίπτωση πάντως μέσα στήν προσπάθεια τοῦ Κατσίμπαλη γιά τήν προώθηση τοῦ Σεφέρη δέν ἔλλειψαν οἱ μικρότητες…

 

Ἅς μήν φλυαροῦμε ἄλλο, μέ δύο λόγια, τό σύνολο τῶν ὁμοτέχνων, ἀλλά τῶν κριτικῶν, ἀντιμετωπίζει τόν Παπατζώνη ὡς ἀκάτοπτο, ἀόρατο, ἀνύπαρκτο καί στήν καλύτερη περίπτωση ὡς ποιητή δευτέρας ἤ καί τρίτης διαλογῆς. Οἱ Ἀποστολίδηδες (Ἡρακλῆς καί Ρένος) ἐπιμένουν (ἀνθολογώντας) γιά τίς ποιότητές του, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι ἀρκετό γιά νά βγεῖ ὁ Παπατζώνης ἀπό τήν ἐρημία καί τήν ἀπομόνωση. Σταδιακά, θά ξεκινήσει δειλά μία κάποια ἀναγνώριση, ἡ ὁποία τυπικά θά ἀποκορυφωθεῖ μέ βραβεῖα καί τήν εἴσοδο τοῦ Παπατζώνη στήν Ἀκαδημία το 1967, κάτι πού φυσικά οὐδόλως θά βοηθήσει στήν διάδοση καί κατανόηση τοῦ ἔργου του.

Ἔχω γράψει πολλές φορές ὅτι τό ἔργο τοῦ κριτικοῦ εἶναι ἀπό τά δυσκολοτέρα, ἰδιαίτερα ὅταν ἔχει μπροστά του ποιητικό ἔργο πού δέν ὑπακούει στά καθιερωμένα καί θά πρέπει νά κατανοήσει ἐάν αὐτό συνιστᾶ κούφιο μοντερνισμό ἤ ἐάν ὑπάρχουν ποιότητες ξεχωριστές, μοναδικές καί πρωτοπόρες. Αὐτό εἶναι κάτι πού συμβαίνει κάποιες φορές καί τό ἀντιμετωπίζουμε ὅλοι ὅταν καλούμαστε νά κρίνουμε ἕνα ποίημα καί ἐπάνω σ’ αὐτήν τήν διαδικασία καί ἀστοχοῦμε, καί κάνουμε λάθη, καί ἀδικοῦμε. Ὅμως, ὅταν διαβάσεις γιά παράδειγμα, τούς στίχους…

[  ]

Καί ἰδού μας, ἀπομείναμε οἱ ἀνεπιτήδειοι,

οἱ βραδυκίνητοι στό νοῦ τῶν ἐμφανίσεων,

ἔρημοι, δίχως μήνυμα βορεινό,

μέ τά συνηθισμένα μας τά mea culpa

καί τίς ἀνώφελες αἰτιάσεις τοῦ ἐαυτοῦ μας…

(Βραδύνοια, «Ἐκλογή Ἅ’», 1934)

…θά πρέπει νά εἶσαι ἐντελῶς ἀνυποψίαστος γιά τήν ποιητική γλῶσσα καί νά μήν ἀντιληφθεῖς ὅτι ἐδῶ κάτι σημαντικό συντελεῖται, μία νέα γλῶσσα γεννιέται, ἕνα νέο ποιητικό αἰσθητήριο.

Τί ἔφταιξε λοιπόν, (καί τί φταίει), πού ὁ Παπατζώνης βίωσε, βιώνει καί ἀπ’ ὅσο φαίνεται ἐπί μακρόν θά βιώνει μία ἰδιότυπη ποιητική ἐρημία;

Ἐπιχείρησαν ἀρκετοί νά ἑρμηνεύσουν τό φαινόμενο. Νά, γιά παράδειγμα, ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης, στό βιβλίο τοῦ «Ἀρχή Σοφίας καί κατακόκκινα ὄνειρα – Πίστη καί ἔρωτας στόν Τ.Κ. Παπατσώνη», ἐκδόσεις Πόλις, 2017, ἀναζητᾶ τά αἴτια στήν θρησκευτικότητα τῶν ποιημάτων του, στήν μικτή γλῶσσα, στόν μυστικισμό τοῦ ποιητῆ.

Ἡ γλῶσσα, ἡ μεταφυσική, οἱ ὑπαρξιακές ἀγωνίες – πρόκειται γιά ἐπιφανειακές ἑρμηνεῖες, ρηχές, ὑποταγμένες σέ μιά ἄνευρη πολιτική ὀρθότητα. Μοῦ εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀποδεχθῶ ὅτι οἱ της γενεᾶς τοῦ 30 δέν ὑποψιάστηκαν κἄν τίς ποιότητες στό Παπατζώνειο ἔργο ἤ ὅτι ἀκόμη καί μεταγενέστεροι ποιητές καί κριτικοί ἐκ λάθους τό ἀγνόησαν. Ὅσα ἀναφέρει ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης καί ἄλλα παρόμοια ἀκόμη, ὁπωσδήποτε ἔπαιξαν τόν ρόλο τους. Ὅμως ἡ ἀπομάρανση τοῦ Παπατζώνη νομίζω ὅτι ἐκπορεύεται ἀπό δύο λόγους ἐντελῶς διαφορετικούς μεταξύ τους.

Ὁ πρῶτος εἶναι ἐκεῖνος τῆς συγκυρίας. Ἡ γενεά τοῦ 20, (στήν ὁποία τυπικά καί μόνο ἀνήκει ὁ Παπατζώνης), δέν εἶχε χῶρο, ἀναπνοή, χρόνο γιά νά σκύψει ἐπάνω στό διαφορετικό, ἦταν μιά γενεά πού ἔφυγε νωρίς καί δέν πρόκαμε νά μορφώσει κριτικούς καί ποιητές μέ διάρκεια καί πολύπλευρο ἔργο. Ἡ δέ γενεά τοῦ 30, (πού θά μποροῦσε ἄνετα νά ἐντάξει τόν Παπατζώνη στούς κόλπους της), αἰχμαλωτισμένη στόν ναρκισσισμό της καί τήν ἐμμονή τῶν παρατρεχάμενων γιά τήν ἀνάδειξη τῆς πρωτοπορίας της, ἀπέκλεισε  ὁτιδήποτε μποροῦσε νά ἀμφισβητήσει ἤ νά ἀκυρώσει τήν ὑποτιθέμενη παρθενογέννεσή της. Τέλος οἱ ὑπερρεαλιστές, (ἀπελπιστικά εὐάριθμοι στήν Ἑλλάδα), οὐδέποτε ἀναγνώρισαν συνεκτικά στοιχεῖα μέ τήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη, (μέ τήν ἐξαίρεση τοῦ Κάλλας), ἴσως γιατί ὁ ὑπερρεαλισμός ἐκείνου ἦταν κατά πολύ βαθύτερος τοῦ ἰδικοῦ τους. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι κάτι πού ἐκφράζεται κάποια στιγμή καί ὡς παράπονο ἀπό τόν ἴδιο τόν Παπατζώνη.

Ἅς ἔρθωμε καί στό δεύτερο αἴτιο πού δυστυχῶς εἶναι ἁπλό, τόσο ἁπλό πού καταντᾶ ἀνόητο. Πιστεύω ὅτι ὁ βασικός λόγος πού κριτικοί, ἀναγνῶστες καί λογοτέχνες ἀπέμειναν μετέωροι μπροστά στήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη εἶναι ἁπλούστατα ὅτι δέν μποροῦσαν νά εὕρουν σύνδεση μαζί της, μέ ἄλλα λόγια δέν μποροῦσαν νά τήν κατανοήσουν, νά τήν καταλάβουν, νά τήν ἑρμηνεύσουν. Πρόκειται δηλαδή γιά μία κριτική ἀναπηρία – ὅ,τι δέν κατανοοῦμε τό ἀγνοοῦμε, ὅ,τι δέν προσφέρεται γιά εὔκολη ἀνάγνωση καί πέψη τό παραμερίζουμε. Εἶναι λυπηρό καί πού τό ἀναφέρουμε, ἀλλά νομίζω ὅτι αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα δίχως ὡραιοποιήσεις. Ἡ ἐποχή του, (μά καί ἡ ἐποχή μας ἀκόμη περισσότερο), στέκεται ἐξαιρετικά λίγη γιά νά μπορέσει νά ἀποδεχθεῖ, νά κατανοήσει καί νά ἀφομοιώσει τήν ὑπαρξιακή ποίηση τοῦ Παπατζώνη.

Στά τόσα χρόνια πού ἐρευνῶ καί γράφω γιά τήν Ἑλληνική ποίηση, εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού, σέ σχέση μέ τό μέγεθος τοῦ ποιητῆ, ἡ βιβλιογραφία, μά καί ἡ σκόρπια κριτική σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες, σταματοῦν πάντοτε στήν ἐπιφάνεια καί πάντοτε γενικολογοῦν, σχεδόν δέν βρῆκα ἕνα ἐκτενές κείμενο πού νά προσπαθεῖ νά ἀναμετρηθεῖ μέ τήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη, ὄχι μέ στερεότυπα καί ἐτικέτες, ἀλλά μέ τό ρίσκο μιᾶς ἑρμηνείας τοῦ στίχου.

Τέλος, ἅς μήν λησμονοῦμε τήν μοναξιά πού ἀπορρέει ἀπό τήν μοναδικότητα καί τήν ἐναντίωση στά παραδεκτά καί στερεότυπα. Στόν Παπατζώνη ἔχουμε μία σύγκραση λόγιας καί δημώδους γλώσσας, (μέ γλωσσοπλαστικούς ἀκροβατισμούς), μία ἀναγνώριση δηλαδή τοῦ ὅλου της γλώσσας καί αὐτό δέν συγχωρεῖται ἀπό τούς φανατισμένους τῆς δημοτικῆς ἤ τῆς καθαρεύουσας. Κατά δεύτερον, ἡ ποίησή του πυροδοτεῖται ἀπό ἕναν οἰκουμενικό χριστιανισμό, (ὅπως τοῦ Καβάφη ἀπό τήν Ἱστορία), καί αὐτό βεβαίως δέν γίνεται ἀνεκτό οὔτε ἀπό τούς χριστιανούς τῆς ἐπιφάνειας, οὔτε ἀπό τούς ἄθρησκους τῆς ἀπόλυτης ἄρνησης. Καί τέλος, τό περιεχόμενο πού θά δοῦμε λίγο παρακάτω. Στρυφνό, δύσκολο, βαθύτατα ὑπαρξιακό καί πολλάκις σουρεαλιστικό, ἀγωνιῶδες στά τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἄκαμπτο στά τῆς συνείδησης, ἐξαιρετικά στοχαστικό μέ σχεδόν ἀνεπαίσθητες ἀποχρώσεις, οὐδέποτε, (ἤ σπανίως), ἀφήνεται στήν εὐκολία, τήν σύμβαση, τόν στερεότυπο στίχο.

Ἅς εἴμαστε σαφεῖς ἀπό τήν ἀρχή. Ἡ ποίηση τοῦ Παπατζώνη εἶναι ἐξαιρετικά δύσκολη ποίηση καί προαπαιτεῖ μία ἐξοικείωση μέ τήν ποιητική γλῶσσα, ἀλλά κυρίως μία δεκτικότητα στόν βαθύτερο στοχασμό. Δέν συνιστῶ ποτέ σέ ὅσους μέ ρωτοῦν γιά τά ἐναρκτήρια στήν ποιητική τους ἐνασχόληση νά ξεκινήσουν μέ Παπατζώνη, ὅπως καί ποτέ δέν θά σκεφτόμουν νά συμπεριλάβω τόν Παπατζώνη στήν διδακτική ὕλη τῶν πρώτων τάξεων τοῦ γυμνασίου. Εἶναι πολλά τα σκαλοπάτια πού πρέπει ν’ ἀνεβεῖ κανείς καί πολλοί οἱ ποιητές πού πρέπει νά ἀναγνώσει καί νά κατανοήσει, προτοῦ ἀναμετρηθεῖ μέ τόν Παπατζώνη – μά καί πάλι θά ὑπάρξουν περιοχές ἀνεξερεύνητες καί ἐν πολλοῖς ἀκατανόητες. Δέν μποροῦμε νά τά ξέρουμε ὅλα, οὔτε μποροῦμε νά τά ἑρμηνεύουμε πάντοτε ὅλα αὐθεντικά καί ἔγκυρα. Ἀρκετά ἄλλωστε ἀπό ἐκεῖνα πού θά διαβάσετε παρακάτω ὡς σχόλια ἑρμηνευτικά, πολλές φορές προσφέρονται ὡς ἁπλές ὑποψίες ἑρμηνείας, ἐνστικτωδῶς καί ἀτεκμηρίωτα. Δεῖτε τα ὡς ἀφορμή ἐρεύνης, ὡς πυροδότηση γιά περαιτέρω ἐνασχόληση. Πολλά μπορεῖ νά εἶναι καί λαθεμένα, σημασία ὅμως ἔχει κάποτε ὅλοι ἐμεῖς πού ἰσχυριζόμαστε πώς ἔχωμε κρίση καί αἰσθητήριο τέχνης, νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τά δύσκολα καί τ’ ἀπαιτητικά.

Τό κυρίαρχο στοιχεῖο στήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη

Θάλεγε κανείς ἡ θρησκευτικότητα, οἱ βαθύτερες καί πλέον πνευματικές περιοχές τῆς χριστιανικῆς πίστης. Στόν βαθμό ὅμως πού αὐτό συνιστᾶ ὑλικό πρός ἐπεξεργασία, στόν βαθμό πού τό χριστιανικό πνεῦμα στήν οὐσία του τροφοδοτεῖ ἁπλῶς τήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη καί δέν ὑπάρχει ἐκεῖ ὡς αὐτοσκοπός, θά εἴμασταν κάπως ἀμελεῖς ἐάν δέν ἀνιχνεύαμε τίς γενικότερες ἀφετηρίες, τήν κεντρική πυροδότηση τῆς ποιητικῆς του. Καί φυσικά ἐδῶ δέν μιλᾶμε κυρίως γιά τήν φόρμα, τήν τεχνική ἤ τήν γλῶσσα, ἀλλά γιά τό προσωπικό ὅραμα, τόν προσωπικό κώδικα ἀρχῶν πού διαπερνᾶ τήν ποίησή του.

Ἅς μήν ξεχνᾶμε κάτι σημαντικό. Ἡ γενεά τοῦ Παπατζώνη εἶναι ἴσως ἡ πλέον σημαντική στήν Ἑλληνική Ἱστορία, καθώς βίωσε ὅ,τι πιό έντονο, (ἀρνητικό ἤ θετικό), στήν διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνα. Δύο μεγάλοι πόλεμοι, μικρασιατική καταστροφή, δικτατορίες καί πραξικοπήματα, ἐμφύλιος, πολιτικές ἀνωμαλίες, κοινωνικός διχασμός ἰσόβιος καί τέλος μεταπολίτευση πού ὁ Παπατζώνης ἔζησε μόλις γιά δύο χρόνια, πέθανε τό 1976. Στήν οὐσία δηλαδή ὅλη του ἡ ζωή, ὅλες του οἱ εἰκόνες χρωματίζονται ἀπό χρώματα σκοτεινά, βίαια, πολλές φορές ἀπάνθρωπα. Οἱ ιστορικές στιγμές τοῦ αἰῶνα εἶναι τόσο ἀκραῖες καί ἀπόλυτες, (οἱ περισσότερες συνδέονται  διλημματικά μέ ζωή καί θάνατο), πού κανείς ποιητής, ὅσο προστατευμένος κι ἄν εἶναι, (καί ὁ Παπατζώνης ἦταν…), δέν μπορεῖ νά ἀπομείνει ἀμέτοχος, δέν ἠμπορεῖ νά μήν ξεκινᾶ νά δώσει τήν δική του ἀπάντηση σέ ὅσα γύρω του συμβαίνουν. Στήν πραγματικότητα ὅλες οἱ γενεές ἕως καί ἐκείνη τήν μεταπολεμική, δέν ἔκαναν κάτι διάφορο ἀπό τό νά ἀναζητοῦν τήν ἀπάντηση αὐτή ἀπέναντι στήν βία, τόν ἀνθρώπινο ἐξευτελισμό, τήν φτήνια καί τήν ρηχότητα.

Οἱ σημαντικοί ποιητές ἔγιναν ὡς ἕνα βαθμό σημαντικοί γιατί δέν ἐπαναπαύθηκαν σέ ἀπαντήσεις δοσμένες ἀπό πρίν, μά ἔσκαψαν βαθιά καί πρόσφεραν δρόμους νέους, ἀπάτητους, εἶναι ἀδιάφορο ἐάν συμφωνεῖ ὁ καθείς μας χωριστά μέ τίς ἀποκρίσεις πού δίδουν. Ὁ Καρυωτάκης πῆρε τόν δικό του δρόμο καί τόν περπάτησε μέ ἀπόλυτο τρόπο ὡς τό τέλος, ὁ Ἐλύτης δημιούργησε ὁλάκερο σύμπαν ὡς διαφυγή στήν περιρρέουσα ἐρεβώδη ἀτμόσφαιρα, ὁ Παπατζώνης ἐπέστρεψε στά ριζά τοῦ βουνοῦ καί ξεκίνησε νά σκάβει βαθιά σ’ ἕνα ὑλικό πού ἤδη ὑπῆρχε, ἀλλά ἔμενε ἀνεκμετάλλευτο, σχεδόν ἀνέγγιχτο καί ἀποσιωπημένο. Ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ Παπατζώνη εἶναι νά ἀνεύρει ἀπαντήσεις σέ ὅ,τι πιό πνευματικό μπορεῖ νά γεννήσει ἡ χριστιανική πίστη, ὅταν συναντήσει τίς πιό βαθιές καί ἀναπάντητες περιοχές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

Ὅμως ὁ Παπατζώνης δέν εἶναι μόνο αὐτό, ἡ ποιητική του δέν συγκροτεῖ ἁπλῶς τήν χριστιανική πνευμάτωση τοῦ στοχασμοῦ μας. Τά ποιήματά του ἔχουν θέση, μά ἔχουν καί ἄρνηση, ἔχουν καί ἐρωτήματα ἀναπάντητα. Στήν ποίησή του ὑπάρχει καί ὁ Καρυωτάκης, (σέ μεγάλο βαθμό κι ἅς μήν εἶναι ὁρατό μεμιᾶς), ὑπάρχει Καβάφης σέ περίσσιο βαθμό, ὑπάρχει «Ὁ ἔνδοξός μας Βυζαντινισμός», (δικό του ἄρθρο στήν Νέα Ἑστία βασισμένο σέ μιά φράση τοῦ Καβάφη), ὑπάρχει καί ὁ ἁπλός φόβος καί τρόμος τοῦ θανάτου, ὑπάρχει καί ἡ κλασική Ἑλλάδα, κυρίως ἐκείνη πού ἀπευθύνεται στήν συνείδηση, στίς τιμωρητικές ἐνοχές ὅταν ἡ συνείδηση παρεκκλίνει, στίς ἀδέκαστες Ἐρινύες. Ὑπάρχουν ὅλα αὐτά μαζί δεμένα σέ σύνολο γερό, οὐσιῶδες. Θα ἐπανέλθουμε στό τέλος τοῦ κειμένου στά κυρίαρχα στοιχεῖα τῆς ποιητικῆς του, ἀφοῦ ἔχουμε προσεγγίσει κάποια λιγοστά ποιήματά του.

Ἡ γλῶσσα τοῦ Παπατζώνη

Ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά δοκίμια τοῦ Παπατζώνη, (δημοσιευμένο στήν Νέα Ἑστία)

Ἔχω γράψει κι ἄλλες φορές ὅτι ἡ κάθε ποιητική γλῶσσα βρίσκεται σέ μία ζωντανή καί εὔπλαστη σχέση μέ τόν ποιητικό στοχασμό πού ἐξυπηρετεῖ, αὐτό ἅς ποῦμε εἶναι ἐμφανέστατο στόν Καρυωτάκη, ὅπου ἡ παραδοσιακή φόρμα σπάει καί ἀναρχεύει κάτω ἀπό τήν δύναμη τοῦ περιεχομένου. Μέσα σέ διαφορετικά πλαίσια κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί στόν Παπατζώνη. Σπάνια στήν ποίησή του παρεισφρύει λέξη τυχαία, ἄσχετη, ἁπλῶς καλολογική.  Κάθε λέξη εἶναι παραπέμπουσα, καταδεικνύουσα, διαθέτει σημασία βαρύνουσα. Ὑπάρχουν βεβαίως καί ἀνατροπές, ὑπάρχει κάποτε καί ἡ Καβαφική εἰρωνεία, (σέ ἐλάχιστο πάντως βαθμό σέ σχέση μέ τόν Ἀλεξανδρινό), ὑπάρχει πολλές φορές καί ἡ φαινομενική ἀλαφράδα μιᾶς ποίησης νατουραλιστικῆς – ὅμως σχεδόν πάντοτε ἀπό κάτω ὑποβόσκει νῆμα μέγα, ἀλληγορία σημαντική, συμβολισμός πού περιμένει νά ἀνακαλυφθεῖ.

Στήν γλῶσσα τοῦ Παπατζώνη ἔχωμε ἀναλογίες μέ ἐκείνη τοῦ Παπαδιαμάντη, καί ὅσο στόν Παπαδιαμάντη ἡ ἀπόλαυση καί ἡ νοηματική τοῦ κειμένου μένει ἀδιαχώριστα ἀπό τήν γλῶσσα του, ἔτσι καί στόν Παπατζώνη ἡ γλῶσσα ἀρτιώνει τό κείμενο, ἐπιτρέπει τήν κατάδυση στό βάθος πού ἐπιθυμεῖ ὁ ποιητής. Ἄλλωστε πῶς μπορεῖς νά μιλήσεις γιά τήν ὕπαρξη, δίχως νά χρησιμοποιήσεις καί τίς πλέον ἀδιόρατες γλωσσικές ἀποχρώσεις; Πρόκειται στήν οὐσία γιά ἀσκήσεις ἀκριβείας. Εἴτε μιλᾶμε πάντως γιά τόν πεζογράφο Παπαδιαμάντη, εἴτε γιά τόν πεζόμορφο ποιητικά Παπατζώνη, ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τήν γοητεία μιᾶς γλώσσας μοναδικῆς, κυρίως γιατί ἐπιμένει νά ὑψώνεται πάνω ἀπό ἀποκλεισμούς καί ἀνόητους φανατισμούς καί νά ἀντλεῖ ἀπό κάθε γλωσσική μορφή, θά ἔλεγε κανείς καί ἀπό κάθε γλῶσσα ὅπου γῆς, ὁ Παπατζώνης χρησιμοποιεῖ συχνότατα τήν λατινική, φυσικά λεξιλόγιο ἀρχαίας, μά καί τῆς γαλλικῆς ἐπίσης. Ὅπως κάθε γνήσιος ποιητής, (καί δέν θά κουραστῶ νά τό φωνάζω), ἔχει τόν γλωσσικό πλοῦτο σύμμαχό του καί δέν λαϊκίζει, δέν προσφέρει στόν ἀναγνώστη ἐκεῖνα πού γνωρίζει, τίς λέξεις τίς γνωστές τίς τετριμμένες καί ἐν τέλει ἀποκομμένες ἀπό νοήματα βαθύτερα ὅταν ἔχουν καταντήσει στερεότυπες, ἀλλά ἀναζητᾶ νέες, ξεχασμένες ἀκόμη καί στήν δική του ἐποχή, πρωτοδιάβαστες, πλασμένες ἴσως καί κατά παράβαση μιᾶς στεγνῆς γραμματολογίας. Μά ὅλα τοῦτα τά κάμει τόσο ἐπιτυχημένα καί φυσικά, πού τίποτα δέν χτυπᾶ φτιαχτό στόν στίχο του, τίποτα ἐπιτηδευμένο ἤ πομπῶδες.

Πρίν περάσουμε νά τά δοῦμε ὅλα τοῦτα μέσα ἀπό στίχους, ἅς μου ἐπιτραποῦν λίγα σχόλια ἀκόμη, θά ἤμουν πιό συνεπής νοηματικά, ἐάν ἀντί γιά σχόλια μιλοῦσα γιά ἀναγνωστικές ἐντυπώσεις ἀπό τά ποιήματα τοῦ Παπατζώνη.

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀρκετά ἀπό τά ποιήματα τοῦ Παπατζώνη θά μποροῦσα κανείς νά τά χαρακτηρίσει ὡς ποιήματα πίστεως, ὅμως αὐτά δέν εἶναι οὔτε τά περισσότερα καί πρό πάντων ὄχι τά πλέον ἀξιόλογα στό σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἐκεῖνα πού νομίζω πράγματι ἀπολαμβάνει κανείς περισσότερο, ἰδιαίτερα ἐάν ἔχει τίς ἀντοχές καί τήν ἐπιμονή γιά μία πολύ προσεκτική ἀνάγνωση, εἶναι ὅσα ἁλιεύουν ἀπό τόν χριστιανισμό στοιχεῖα γιά ν’ ἀναδειχθεῖ ἡ ἀπόλυτα προσωπική θέση τοῦ Παπατζώνη γιά τόν κόσμο ὅλο, γιά τό πῶς θά ἔπρεπε νά εἶναι ὁ κόσμος ὅλος, αὐτό εἶναι φανερό σέ κάποια ποιήματα, ὅπως γιά παράδειγμα τό ἔξοχο «Ἡ παραγκοῦλα» πού θά δοῦμε παρακάτω. Ἐξαιρετικά εἶναι ἐπίσης καί τά ποιήματα ἐκεῖνα ὅπου ὁ πιστός Παπατζώνης δέν ὑμνεῖ ἁπλῶς, δέν εἰκονογραφεῖ εἰκόνες τῆς πίστης, ἀλλά ἀμφιβάλλει, ἀπογοητεύεται, λυπᾶται, ἀκόμη καί μελαγχολεῖ – ἴσως γιά νά δικαιώσει τήν ρήση σημαντικοῦ φιλοσόφου πού ὅρισε τήν πίστη ὡς ἀγωνία γιά τήν ὕπαρξη τοῦ θεοῦ. Σέ κάθε περίπτωση ὅ,τι ἀπομένει ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν ποιημάτων του, (κι αὐτό εἶναι πράγματι περίεργο), εἶναι φιλοσοφικός στοχασμός γιά τά ἀνθρώπινα περισσότερο, παρά πίστη καί θρησκεία καί χριστιανισμός. Γιά νά καταφανεῖ ἐπίσης πόσο ἀπέχει ἡ πνευματικότητα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τό ἐκκλησιαστικό τυπικό πού, ἀκόμη καί ὅταν ὁ Παπατζώνης τό ἀναφέρει, τό κάμει μόνο καί μόνο γιά νά τονίσει καί νά ὑπογραμμίσει τό περιεχόμενο καί τό πνεῦμα πού κρύβεται ἀπό κάτω. Μέ ἄλλα λόγια καί μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ χρήση τῆς ἱστορίας στόν Καβάφη δέν κουράζει καί δέν ἀποπροσανατολίζει, ἔτσι καί στόν Παπατζώνη οἱ συχνές θρησκευτικές ἀναφορές δέν ἀλλοιώνουν τό σκοπούμενο καί δέν προκαλοῦν αὐτόματη ἀντίδραση, ἀκόμη καί σέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν γνώση ἤ ἀπέχουν συνειδητά ἀπό πίστη καί θρησκεῖες. Ἀκόμη μία ἀπόδειξη ὅτι ὁ καλός ὁ στίχος ἐπιβιώνει καί γίνεται διαχρονικός, ἀνεξαρτήτως τῶν πυροκροτητῶν πού τόν μορφώνουν καί ἐν πολλοῖς τόν καθορίζουν.

Τό μέγα πρόβλημα μέ τόν Παπατζώνη, (καί ἴσως ὁ βασικότερος λόγος πού ἀκόμη καί σήμερα ἀποσιωπᾶται), εἶναι πώς ἡ ποίησή του εἶναι καθαρό πνεῦμα ἀπαλλαγμένο ἀπό κάθε παρενόχληση ἤ νόθευση, μέσα σ΄ἕναν κόσμο ἐντελῶς ὑλιστικό πού πλέον δηλώνει ἀνοικτά τήν περιφρόνησή του πρός κάθε τί τό πνευματικό ἤ γιά νά τό ποῦμε καλύτερα μή χρηστικό. Αὐτό εἶναι κάτι πού προφανῶς ἀφορᾶ τήν ποίηση καί τήν λογοτεχνία συνολικότερα, ἀλλά ὡς ἀντίστιξη στόν Παπατζώνη εἶναι ἐντονότατο καί ἕνα ἐμπόδιο πού δυναμώνει ὅλο καί περισσότερο ὅσο περνοῦν τά χρόνια. Ἀλλά θά ἐπανέλθουμε σέ ὅλα αὐτά ὅταν τελειώσουμε μέ τήν παρουσίαση κάποιων ποιημάτων.

Δύο τελευταῖες παρατηρήσεις πρίν δοῦμε τά ποιήματα

Άπό τίς ἐλάχιστες, (ἀκαδημαϊκές παρά ταῦτα…), ἐκδηλώσεις γιά τόν Παπατζώνη…

Ἡ πρώτη, στό σημερινό κείμενο, τό καθαρά εἰσαγωγικό σέ κάποια πρῶτα στοιχεῖα τοῦ Παπατζώνη, ὑποκύπτουμε σέ μία ἁμαρτία, περικόπτουμε δηλαδή κάποια ποιήματα καθώς λόγω μεγέθους καί λόγω περιεχομένου εἶναι ἀδύνατον νά σταθοῦν σέ μία διαδικτυακή καί ὄχι ἔντυπη δημοσίευση. Εἰσάγουμε ἐπίσης γιά πρώτη φορά τήν μέθοδο τῶν περιληπτικῶν σχολίων μέσα στό ποίημα, ἔτσι ὥστε νά γενεῖ εὐκολότερη ἡ πρώτη του ἀναγνωστική πρόσληψη. Συνεπῶς, πρόκειται γιά μία ἀποσπασματική παρουσίαση, πιστεύω ὅμως ἱκανή νά κινήσει παραπάνω ἔρευνα σέ ὅσους ἐνδιαφερθοῦν. Σε κάθε ἀριθμημένο σχόλιο μέσα σέ ἕνα ποίημα μπορεῖτε νά δεῖτε τό κρυμμένο κείμενο, ἐάν άφήσετε ἐπάνω του το mouse.

Ἡ δεύτερη παρατήρηση εἶναι κάπως προσωπική. Ὁμολογῶ ὅτι δέν ἔχω συγκροτημένη καί ὁλική γνώση – τόσο ἀρκετῶν κειμένων τῆς θεολογίας, ὅσο καί σημαντικῶν συμβόλων πού πολλές φορές χρησιμοποιεῖ ὁ Παπατζώνης στά ποιήματά του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτό θά μποροῦσε νά ὁδηγήσει σέ κάποια κριτική ἀναπηρία καί πράγματι εἶναι κάποιες φορές πού ἐτούτη ἡ μή ὁλική γνώση στέκει ἐμπόδιο στήν καλύτερη κρίση. Ἀκριβῶς ὅμως ἐπειδή, ὅπως γράφω παραπάνω, ὁ κεντρικός στοχασμός τοῦ Παπατζώνη μόνο ὡς ὑπόβαθρο χρησιμοποιεῖ τά θεολογικά, ὡς ἐφαλτήριο γιά νά ἀποκαλύψει τήν προσωπική του οὐτοπία, ἀκριβῶς γί αὐτό νομίζω πώς τό γνωστικό κενό κάπως ἐξισορροπεῖται, κάπως ἀμβλύνεται τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἔλλειψης. Σέ κάθε περίπτωση, μοναχά πρῶτες παρατηρήσεις θά γενοῦν ἐδῶ πού φυσικά ἀπέχουν πολύ ἀπό μία συγκροτημένη φιλολογική παρουσίαση. Ἅς μιλήσουμε καλύτερα γιά τήν ἀπόπειρα ἑνός πρώτου λογοτεχνικοῦ σημειώματος καί κάποιων πρώτων στοχασμῶν γιά ἕνα ἔργο ἀπαιτητικό καί γιά τό ὁποῖο θά χρειασθεῖ νά ἐπανέλθουμε ἀρκετές φορές.

Τέλος, τό βρίσκω σωστό νά ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ Παπατζώνης ἐκτός ἀπό ποιητής, ὑπῆρξε πολύ καλός μεταφραστής, ἐνῷ τό κριτικό του ἔργο δέν εἶναι συνεχές καί συγκροτημένο. Σέ κάθε περίπτωση σήμερα θά περιοριστοῦμε στήν ποίησή του, καθώς ἡ ἐπέκταση σέ διακειμενικές ἀναφορές ἤ ἐπιρροές του ἀπό τήν γαλλική, γιά παράδειγμα, ποίηση, (ὅπως ἐκείνη τοῦ ἀγαπημένου του Paul Claudel), θ’ ἀπαιτοῦσε τήν συγγραφή πολυσέλιδου βιβλίου. Αὐτονόητο ἐπίσης, ὅτι σέ ἕνα κείμενο εἰσαγωγικό ὅπως τό σημερινό, τά ποιήματα πού θά δοῦμε εἶναι λίγα καί ὄχι ὁπωσδήποτε τά ἀρτιώτερα ἤ τά δυσκολότερα. Ὅλα τά ποιήματα πού παραθέτουμε σήμερα προέρχονται από την ἔκδοση τοῦ Ἴκαρου, αλλά καί μέ συμπληρωματικές παραθέσεις και διορθώσεις ἀπό την Ποιητική Ἀνθολογία Ἀποστολίδη καί τήν ἱστοσελίδα ellopos.gr

Τά ἐπιλεγμένα τοῦ Τ.Κ.Παπατζώνη

Ὑπάρχει ἕνα ποίημα μέ τόν τίτλο «Σχῆμα» στήν γνωστότερη συλλογική ἔκδοση τοῦ Ἰκάρου (1988), ὡς εἰσαγωγικό στήν συλλογή ΕΚΛΟΓΗ Α’ (1934), ὁ Ρένος Ἀποστολίδης ἐπιλέγει νά μήν τό ἀνθολογήσει ὡς μᾶλλον ἀδύναμο, ἀλλά θά τό παραθέσω ἐδῶ γιατί δίνει μία ἀρκετά σαφῆ εἰκόνα τῆς δύναμης πού κινεῖ τήν ὅλη ποίηση τοῦ Παπατζώνη. Σέ πρώτη ἀνάγνωση ἴσως φανεῖ κοινότοπο ἤ καί αὐτονόητο, ἀλλά δέν παύει νά ἀποτυπώνει τήν ἀρχέγονη κινητήρια δύναμη τῆς στιχουργίας…

Σχῆμα

Δέν εἶναι φωτεινότερο πρᾶγμα ἀπό τήν Ἀλήθεια·

ψάχνεις μ’ ἔρωτα καί μανία νά τῆνε βρεῖς;

εἶναι ἡ ἔρευνά σου σάν τή Νύχτα καρποφόρα,

πού ἔχει ἀσφαλές, ὅτι θά σκάσει ὁ Ἥλιος πομπωδῶς·

ἡ ἔρευνά σου σάν τή Νύχτα, πού ὅσα ἐρέβη1

καί ἄν δέρνουν, κάτι σιγολάμπει, εἴτε ἡ πληθώρα

τῶν ἄστρων, εἴτε, ἔστω, ἡ ἀγωνιώδης μέσῳ συγνέφων

θολή ἐκείνη φωταύγεια πού ὁδηγάει.

Ἀντίθετα, ὅποιος δέν νοιάζεται γιά τήν Ἀλήθεια,

εἶναι τῆς ἀμεριμνησίας του ἡ δῆθεν γαλήνη

σάν τήν αἰώνια νύχτα τοῦ κακοῦ θανάτου, – ἄκαρπη,

δίχως οὐδενός πράγματος φόβο ἤ ἐλπίδα, δίχως ἀρχή,

δίχως τέλος, ἀσυνείδητη, σάν τήν ψιλή2 ἔννοια

θανάτου δίχως τρόπαια χρωμάτων, δίχως καν τήν στιλπνότητα

Κρίσεως μελλοντικιᾶς μετά σαλπίγγων.

Φυσικά ἀπό τό κάθε ποίημα πού θά δοῦμε σήμερα, ἐπισημαίνουμε τίς βασικές μόνο παρατηρήσεις, καθώς ἡ ποίηση τοῦ Παπατζώνη θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει ἀφορμή γιά ἐκτενέστατες ἀναφορές.

Γιά νά δοῦμε λοιπόν. Σαφέστατα τό ποίημα εἶναι χωρισμένο σέ δύο ἀντιθετικές στροφές – ἀντιθετικές ὅμως ὡς πρός τί; Θάλεγε κανείς ἀνάμεσα στήν ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας ἀπό τήν μιά καί στήν πλήρη ἀδιαφορία ἀπό τήν ἄλλη. Ὅμως γιά ποιά Ἀλήθεια μιλᾶμε, γιά ποιό σκοπό; Ἔχω τήν αἴσθηση πώς αὐτό στό μυαλό τοῦ Παπατζώνη δέν εἶναι τό σημαντικό νά ἐξηγηθεῖ, ἐδῶ ἡ ἀλήθεια θά ἔλεγα ὅτι ἔχει περισσότερο τήν σημασία τῆς ἀνησυχίας, τῆς μή ἐπανάπαυσης, τῆς διαρκοῦς προσπάθειας γιά ἐξέλιξη, αὐτοβελτίωση, τελείωση καί ὄχι μόνο μέ τήν θεολογική ἔννοια. Ὁ πρῶτος στίχος βεβαίως θυμίζει Σολωμό, μά καί Καβαφικά στοιχεῖα διατρέχουν ὅλο το ποίημα. Τό πλέον σημαντικό, μά καί ἐνδιαφέρον στήν πρώτη στροφή, θάλεγε κανείς πώς εἶναι ἡ σύνδεση τῆς προσπάθειας μέ τήν νύχτα, μέ τό προσωρινό σκοτάδι της, μέ ἐκεῖνο πού προηγεῖται τῆς χαραυγῆς. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, (εἶναι μιά ἔντονη αἴσθηση πού μου ἀφήνει αὐτό τό ποίημα), ὅτι, (γιά νά θυμηθῶ τόν Τάσο Ζερβό), ἡ Νύχτα προσανατολίζει. Ὁ Παπατζώνης ἔχει βέβαιο τό ἀποτέλεσμα τοῦ κόπου καί τοῦ μόχθου γιά τήν ἀλήθεια, («θά σκάσει ὁ ἥλιος πομπωδῶς…»), ἐδῶ ὡς νύχτα νοεῖται ὁ μέγας μόχθος, οἱ περιορισμοί καί οἱ κακουχίες πού ἀπαιτοῦνται, οἱ θυσίες, ἡ ἀνένδοτη καί ἀνυποχώρητη στάση μπροστά στήν ἀναζήτηση, τό ἀλύγιστο τῆς συνείδησης ἀκόμη καί μπροστά στά χειρότερα ἐρέβη. Στήν πραγματικότητα ἐκεῖνο πού λέει ὁ Παπατζώνης εἶναι πώς, ὅσο σκληρό κι ἄν εἶναι τό τίμημα μιᾶς πορείας, στήν οὐσία  του διέπεται ἀπό μία νομοτέλεια, τό σκοτάδι ἔχει διαφυγές, τό φῶς στό τέλος θά περάσει.

Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀντιστροφή τῶν ἀναμενόμενων ἐννοιῶν. Θά περίμενε κανείς νά διαβάσει ἐκεῖνο τό βαρετό στερεότυπο πού συναντοῦμε στήν συμβατική ποίηση τοῦ 19ου αἰῶνα, τό ὅτι δηλαδή ἡ Ἀλήθεια εἶναι ταυτόσημη μέ τό Φῶς, τόν ἥλιο, τήν λάμψη τῆς μέρας, ἐνῷ ἀντίθετα ἡ ἀμεριμνησία καί ὁ ἐπιφανειακός βίος ὁδηγοῦν στό μαῦρο, στό σκοτεινό, στό ἀνύπαρκτο. Ὁ Παπατζώνης ἀντιστρέφει. Ξεφεύγει ἀπό ἐκείνη τήν δῆθεν μελαγχολία τῶν ποιητῶν, (τήν τόσο φτιαχτή) καί τήν τάχα ζηλοφθονία τους ἀπέναντι στήν ἄγνοια καί τήν ἀνεμελιά τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, αὐτό τό στερεοτυπικό αὐτομαστίγωμα τῶν διανοούμενων πού τό συναντοῦμε σέ ὑπερβολικό βαθμό καί στόν Ζορμπά τοῦ Καζαντζάκη καί ἀργότερα, μέ τήν ἴδια ὑπερβολή, στόν θαυμασμό τοῦ Σεφέρη γιά τόν Μακρυγιάννη καί τόν Θεόφιλο.

Τάκης Παπατζώνης, ίσως ο πνευματικώτερος από τους πνευματικούς μας…

Μά ὁ Παπατζώνης δέν ἀντιστρέφει ἁπλῶς, δέν περιορίζεται στό ξάφνιασμα μιᾶς ἀνατροπῆς, πηγαίνει παραπέρα καί στήν δεύτερη στροφή μᾶς λέει τό ἑξῆς ἐκπληκτικό – δέν εἶναι μοναχά ἡ ζωή πού πρέπει νά ἔχει νόημα, σκοπό καί οὐσία, νόημα ἔχει καί ὁ θάνατος ὁ ἴδιος. Προσέξτε ἐδῶ τήν φράση ψιλή ἔννοια θανάτου – μά θάλεγε κανείς ἕνας εἶναι ὁ θάνατος καί ἀπόλυτος ὅταν ἐπισυμβεῖ, ὄχι, λέγει ὁ Παπατζώνης, ὁ θάνατος δέν εἶναι παρά ἡ συνέχεια, ἡ μετάβαση, ἡ ἐξέλιξη. Φυσικά ἔχουμε ἐδῶ καί θεολογία καί πίστη καί μεταφυσική, μά ἅς κρατήσουμε τοῦτο – ἡ ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας δέν τελειώνει ποτέ, οὔτε ὅταν τό μοιραῖο ἐπέλθει. Ἀντιθέτως, ζωή δίχως νόημα, ἀνησυχία κι ἔρευνα – αὐτός εἶναι ὁ πραγματικός θάνατος καί μάλιστα στήν ψιλή του ἔννοια, ἐκείνη τῆς ἀνυπαρξίας, τῆς ἀτέλειας, τοῦ σχεδόν πρωτογονισμοῦ. Ὁ ἀμέριμνος δέν εἶναι παρά ἕνα ἄθυρμα δίχως προσανατολισμό, («δίχως ἀρχή, δίχως τέλος…»), δίχως συνείδηση, δίχως καν τήν πίστη γιά ἕναν καλύτερο κόσμο, σέ τούτη ἤ ἄλλη γῆ, δέν ἔχει σημασία.

Ὡς ποίημα εἰσαγωγικό εἶναι εὔστοχο καί ἀποτυπώνει μέ σαφήνεια σχεδόν τό σύνολο τοῦ ἰδεατοῦ κόσμου τοῦ Παπατζώνη. Βεβαίως εἶναι γενικό στίς ἔννοιές του καί γι’ αὐτό λιγότερο δυνατό ἀπό ἄλλα τῆς συλλογῆς, ὅμως δέν παύει νά ἀποτελεῖ ἕναν ὁδηγό, μιά Ἀρχή βίου, τήν θέσπιση ἑνός σκοποῦ.

Προσέξτε λίγο καί τήν γλῶσσα, ἡ μιγάς γλῶσσα, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπό κριτικούς τοῦ Παπατζώνειου ἰδιόλεκτου. Πρόκειται γιά τήν σύγκραση πού γράφουμε παραπάνω λογίων λέξεων μέ δημώδεις ἐκφράσεις, ὄχι ὅμως τῆς δημοτικῆς  ὅπως τήν γνωρίζουμε σήμερα, ἀλλά μέ χρήση λέξεων πού πολλές φορές ἀγγίζουν τίς παρυφές τοῦ Ψυχαρισμοῦ. Ἅς μήν ξεχνοῦμε ὅτι πρόκειται γιά μία ἐποχή ἔντονης ἀντιπαράθεσης στό δῆθεν γλωσσικό ζήτημα, ὅπου ἐκεῖνο πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ υἱοθέτηση νεολογισμῶν ἤ λαϊκῶν ἐκφράσεων ὡς ἀπόδειξη προοδευτικότητας, νεωτερισμοῦ, ἀκόμη καί ἐπαναστατικότητας. Ὁ Παπατζώνης δέν κινεῖται βεβαίως στίς ἀκραῖες περιοχές αὐτῆς τῆς τάσης καί ἐπιπλέον διαθέτει μία ξεχωριστή ἱκανότητα πού ὁδηγεῖ στήν δημιουργία ἑνός ἐντελῶς δικοῦ του γλωσσικοῦ μείγματος πού δέν ξενίζει καί ταυτόχρονα κατορθώνει νά ἐκφράσει μέ ἐπιτυχία τήν ποιητική του φιλοσοφία. Ἐάν μελετήσουμε τόν Καρυωτάκη, τόν Καβάφη καί τόν Παπαδιαμάντη, ἴσως διαπιστώσουμε ὅτι δέν εἶναι ἡ γλῶσσα πού κινεῖ τό κείμενο, ἀλλά τό περιεχόμενο εἶναι πού ὁδηγεῖ σέ νέες καί πρωτόγνωρες γλωσσικές προσαρμογές. Ἔχω γράψει γι’ αὐτό σε κείμενο γιά τόν Καρυωτάκη, ὁπότε δέν θά ἐπεκταθῶ περισσότερο σέ βάρος τῆς σημερινῆς παρουσίασης.

Ἅς συνεχίσουμε ὅμως μέ τά ἐπιλεγμένα ἀπό τίς συλλογές τοῦ Παπατζώνη.

Βραδύνοια

Περαστικά ἀπό δῶ σμῆνος πουλιά

μᾶς φέραν μήνυμα βορινό, καί τούς κωφεύσαμε.

Στήν τέφρα3 τους τά Ὀρτύκια ἀντιφεγγίζαν Παγετῶνες,

καί ὄχι μονάχα τούς κωφεύσαμε, μά καί τούς στήσαμεν ἐνέδρα

καί τούς ρίξαμε σκάγια καί φωτιές, γιά νά τά φᾶμε.

Καί ποιοί;  Ἐμεῖς, ποῦ περιμέναμε

σάν καί τί τό βορινό μήνυμα,

τυφλωθήκαμε, καί δίχως νά σκεφθοῦμε ποῦ μᾶς ᾖρθε,

τοῦ ρίξαμε φωτιές, τό λαβώσαμε, τ’ ἀποδιώξαμε.

Περαστικό ἤτανε τό σμῆνος, δέν σού λέω,

μά οὔτε τήν κούρασή του, τόν ἀφανισμό του

δέ ἀγαπήσαμε, δέν σεβαστήκαμε· καί μιά καί λείψαν,

μᾶς ᾖρθε τώρα ἡ συμπόνεση καί βάρος τῆς ψυχῆς

γιά τήν ἄχαρη πράξη, γιά τή φαύλην ἐπίθεση,

καί ἰδού μας, ἀπομείναμε οἱ ἀνεπιτήδειοι,

οἱ βραδυκίνητοι στό νοῦ τῶν ἐμφανίσεων,

ἔρημοι, δίχως μήνυμα βορινό,

μέ τά συνηθισμένα μας τά «mea culpa»4

καί τίς ἀνώφελες αἰτιάσεις τοῦ ἐαυτοῦ μας.

Ἅς ξεχωρίσωμε λίγο τίς ἔννοιες, δυστυχῶς οἱ ἀποχρώσεις δέν εἶναι σήμερα δεδομένες. Ὁ Παπατζώνης ἀναφέρεται σέ βραδύνοια πού δέν πρέπει νά τήν συγχέωμε μέ τήν ἀμβλύνοια πού παραπέμπει σέ νοητική ὑστέρηση καί ἄρα δικαιοῦται συγχωρήσεως καί ἀκαταλογίστου συμπεριφορᾶς. Ὄχι, ἐδῶ ἔχωμε βραδύνοια, ἑτεροχρονισμένη, (ἐκ δόλου, ἐκ πονηρίας), ἀντίδραση ἀκόμη καί ἀπέναντι σέ κεῖνα πού μᾶς βοηθοῦν, μᾶς προειδοποιοῦν, μᾶς ξυπνοῦν ἀπό τόν ὕπνο τοῦ δικαίου.

Στήν «Βραδύνοια» ὁ Παπατζώνης συνεχίζει τό Καβαφικό πρότυπο, ὁποῦ ἡ περιγραφή τοῦ συμβάντος ἐξαντλεῖται στό πρῶτο μέρος, συνήθως στήν πρώτη στροφή καί ἡ λύση, ὁ φωτισμός τῆς πραγματικότητας στό δεύτερο μέρος, ἐκεῖνο πού παλαιότερα οἱ δάσκαλοι ἀποζητοῦσαν ὡς ἠθικό δίδαγμα.

Ὅπως συμβαίνει μέ τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησης τοῦ Παπατζώνη, οἱ συμβολισμοί καί οἱ παραβολές του ἑρμηνεύονται ποικιλοτρόπως καί πάντοτε στά βαθύτερα σημεῖα τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καί συνείδησης. Στό ποίημα κάποιοι κριτικοί διαπιστώνουν ἀναλογίες μέ τούς Βαρβάρους του Καβάφη καί ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς κυριαρχεῖ ἡ ἴδια ἀπροσδιοριστία, τό νεφελῶδες μήνυμα πού δέν κατονομάζεται, ἡ ἐπικείμενη ἀλλαγή δίχως ὄνομα καί ταυτότητα. Σύμφωνοι. Νομίζω ὅμως ὅτι αὐτή ἡ ἑρμηνεία παραπέμπει περισσότερο σέ σχόλιο κοινωνικό, σέ παρατήρηση ἐπί μίας ὁμαδικῆς συμπεριφορᾶς καί δέν εἶμαι καθόλου βέβαιος ὅτι τά σημαινόμενα τοῦ ποιήματος ἐξαντλοῦνται ἐκεῖ.

Εἶναι δύσκολο νά διαβάσεις τόν Παπατζώνη, δίχως νά ἀναλογιστεῖς περιοχές πού σχετίζονται μέ τήν πίστη καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς – τό πιστεύω σωστό λοιπόν νά ἐντοπίσουμε στό ποίημα γι’ ἀκόμη μία φορά μία ἀντίστιξη, μία μελαγχολική διαπίστωση γιά τήν ἐπιτηδευμένη βραδύνοια, γιά τήν ἀδιαφορία πρός ὅ,τι μᾶς σῴζει, πρός ὅ,τι μᾶς προσφέρεται ἀνιδιοτελῶς.

Ό Παπατζώνης μετέφρασε πρῶτος τό γνωστότερο στήν Ἑλλάδα ἔργο τοῦ Ἔλιοτ μέ τόν τίτλο «Ἑρημότοπος». Γιά τήν εὐστοχία τοῦ τίτλου σέ σχέση μέ την «Ἑρημη χώρα»; στήν δική σας κρίση…

Οἱ ἐμμένοντες στήν θρησκευτικότητα τοῦ Παπατζώνη, εὔκολα θά ἰσχυρισθοῦν πώς οἱ στίχοι παραπέμπουν στήν ἀποκάλυψη τῆς σωτηρίας διά τοῦ Σταυροῦ, στό ἄρον ἄρον σταύρωσον αὐτόν, στόν φανατισμό τῆς ἀσημαντότητας. Δέν τό ἀποκλείω ὡς συνδηλούμενο ἤ ὑποδηλούμενο, ἀκόμη καί ὡς κυρίαρχο, ἀλλά ἀκόμη κι ἔτσι εἶναι σαφές ὅτι θά πρέπει νά ξεφύγωμε ἀπό τήν ἀκριβῆ ἑρμηνεία τῶν συμβολισμῶν, (ὅπως ἄλλωστε καί στόν Καβάφη), καί νά ἀναζητήσωμε τό καθολικό στοιχεῖο, τό διαχρονικό, τήν σκοτεινή διαπίστωση – ὅσοι αἰῶνες κι ἄν περάσουν, ἀκόμη καί μπροστά στό πιό ἔντονο μήνυμα, («ἀντιφεγγίζαν Παγετῶνες…», ἀφανισμό ἴσως;..), πάντα κωφεύουμε, πάντα ἀδιαφοροῦμε καί, κάτι ἀκόμη περισσότερο, πάντοτε ἀφανίζουμε τό μήνυμα, τήν προειδοποίηση, τό κακό μαντάτο. Περιμένουμε τόν Μεσσία, μά ὅταν αὐτός ἔλθει εἴμαστε ἀνίκανοι νά τόν ἀναγνωρίσουμε ἤ ἔστω νά τόν ἀκούσουμε. Ζητοῦμε τήν σωτηρία καί ὅταν αὐτή ἐμφανισθεῖ παντί τρόπω, ἀντιδροῦμε ὑπό τό κράτος μίας βολικῆς βραδύνοιας.

Δέν πρόκειται δυστυχῶς γιά τήν ἐπισήμανση μιᾶς ἀνθρώπινης ἀτέλειας, μιᾶς συγχωρητέας καί στιγμιαίας ἀπερισκεψίας. Κατ’ ἀναλογία, θά ἔλεγα πώς ἀφορᾶ στοιχεῖα μιᾶς μόνιμης συμπεριφορᾶς πρός ὁτιδήποτε ἀντιστρατεύεται τήν εὐκολία καί τήν ρηχότητα, ἄρα καί τήν παρακμή πού ὁδηγεῖ στό ἀνεξέλικτο τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Εἶναι μία πικρή ὁμολογία γιά τήν αἰωνίως μειονοτική θέση τοῦ Ἀγγελιοφόρου, τῆς ἐμπροσθοφυλακῆς, τῶν προφητῶν πού πετροβολοῦνται. Καί οἱ καταληκτικοί στίχοι ἐπιτείνουν τήν διαπίστωση ὅτι ὁ Παπατζώνης γράφει τό ποίημα κάτω ἀπό τό βάρος αὐτῆς τῆς πραγματικότητας πού ὑπερβαίνει τήν συγκυρία, πού δέν ἀλλάζει, δέν γεννᾶ ἐλπίδες.

Τό mea culpa προέρχεται ἀπό τήν Καθολική ἐκκλησία, ὁ Παπατζώνης δέν κάμει διακρίσεις καί ἡ ποιητική του βρίθει ἀναφορῶν ἀπό τό σύνολο τοῦ χριστιανικοῦ τυπικοῦ, ἀδιάφορο ἐάν προέρχονται ἀπό τήν Καθολική, Ὀρθόδοξη ἤ ἄλλη ἐκκλησία, στήν ποίησή του τό σχῖσμα εἶναι ἀδιάφορο, γιά νά μήν πῶ ἀνύπαρκτο, μή οὐσιῶδες.

«Βραδύνοια» εἶναι ἕνα ποίημα σκληρό καί κάτω ἀπό τήν Παπατζώνεια εὐγένεια κρύβεται ἀδέκαστος καταγγελτικός λόγος γιά τήν συμπεριφορά τοῦ ὄχλου, τοῦ «λαοῦ», τῆς μάζας. Πρόκειται γιά ποίηση πρωτόγνωρη στήν θεματική της (γιά τήν ἐποχή του),  πού μοναχά μέ ἐκείνη τοῦ Καρυωτάκη μπορεῖ νά συγκριθεῖ, εἶναι μιά φωνή κατά τοῦ λαϊκισμοῦ καί τῆς κακῶς ἐννοούμενης λαϊκότητας, πού φυσικά δύσκολα γίνεται ἀποδεκτή, ἀκόμη καί σήμερα πού ὅλα συγχωροῦνται στό ὄνομα τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας. Θά δοῦμε καί παρακάτω ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα βασικό χαρακτηριστικό του Παπατζώνη, τίποτα στόν λόγο του δέν προϊδεάζει γιά ποίηση καταγγελίας, ὅμως κάτω ἀπό λέξεις καί στίχους, τό «κατηγορῶ» βρίσκεται σχεδόν σέ κατάσταση βρασμοῦ.

Ἅς δοῦμε τώρα ἕνα κάπως παράξενο ποίημα, πού αὐθαίρετα ἐπεκτείνοντας τήν νοηματική του, θά μποροῦσα νά τό ἀφιερώσω στήν ἰδιωτικότητα, στήν ἐσωτερική ἀναζήτηση, στόν στοχασμό. Σέ τεχνική καί γλῶσσα εἶναι ἀπό τά μᾶλλον ἀδύναμα τοῦ Παπατζώνη, ἀλλά ἐπί τῆς οὐσίας καθρεπτίζει τήν ἀντίληψή του γιά τήν πνευματικότητα καί ὁμοιάζει ὡς προάγγελος τοῦ ποιήματος Παραγκοῦλα πού θά δοῦμε παρακάτω. Πρόκειται γιά τό ποίημα «Ἑστία»…

Ἑστία

Ἡ εἴσοδό μου στό σπίτι σου, εἴσοδο τῆς φιλίας

πού ἐπισκέφτεται τήν φιλία. Τῆς πρώτης θύρας

ἡ διάβαση, μόνη, μέ διαθέτει πρός τά ἐκεῖ.

Τοῦ μικροῦ κήπου τό ἀντίκρυσμα, χαιρετισμός

πρῶτος. Τῆς μέσα θύρας τό ἄνοιγμα, ἡ εἴσοδό μου

καί πάλι πίσω μου τό κλείσιμο, εἶναι ἡ ὁριστική

διάβαση μεταξύ τοῦ ἀσταθοῦς καί τοῦ εὐσταθοῦς.

Τά χλιαρά ρεύματα στό μισοσκόταδο πού μέ ὑποδέχονται

εἶναι τ’ ἀγγέλματα θερμῆς καρδιᾶς, πού κάπου μέσα

χτυπᾶ, χτυπῶντας ἀναμένει. Ἡ συνάντηση

μέ τούς δικούς σου, πού ἐξίσου εἶναι καί δικοί μου

δείχνει τήν ἀδερφότητα. Θωπεῖες δέν ἔχει.

Οὔτε ἐναγκαλισμούς. Οὔτε ἀσπασμούς.

Ἀλλά ὅλα ὑπάρχουν, εἶναι τῆς ψυχῆς. Εὐλογημένες

οἱ ὧρες πού κάτου ἀπό τήν στέγη σου μοῦ ἔχουν ὁρισθεῖ.

Ἐπιφυλάσσεις γιά τό τέλος τό μεγάλο δώρημα,

τήν ἔλευσή σου, τή συνάντησή μας, πού, ἄν ἦτο ἔξω

τῆς μυστικῆς χλιδῆς τοῦ σπιτιοῦ σου, θάτον

σάν πρᾶγμα ἄπρεπο, ὄχι τό συνᾶδον

στήν ὕπαρξή σου, ὕπαρξη τῆς Ἑστίας, ὄχι τοῦ Ὑπαίθρου.

Ὁπωσδήποτε ἀδύναμο σέ πολλά σημεῖα του – ἔχει περιττές ἐπαναλήψεις, εἶναι ὑπερβολικά διανοητικό σέ πολλά σημεῖα, οἱ διασκελισμοί του παραεῖναι πολλοί ἀκόμη καί γιά τά δεδομένα τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Ἡ μεγάλη του ὅμως ἀρετή ἐντοπίζεται σέ ὅσα ὑπονοοῦνται, στίς ὑπαρκτές ἤ μή ἀλληγορίες του, ἰδιαίτερα σέ σχέση μέ τήν πνευματικότητα καί τήν ἀναζήτησή της.

Εἶναι ἡ Ἑστία τοῦ τίτλου ἡ ἐκκλησία;  αὐτήν ἔχει στό νοῦ του ὁ Παπατζώνης τήν ὥρα πού γράφει τό ποίημα; Καί εἶναι μήπως οἱ τελευταῖοι δύο στίχοι ἀπόπειρα εὕρεσης λόγου καί αἰτίας γιά τό ὑλιστικό ἀποτύπωμα ἐπί γῆς μιᾶς ἰδέας ἐξόχως πνευματικῆς; Ἐντάξει ἔχουν ἀκουστεῖ κι αὐτά κατά καιρούς καί ἴσως νά μήν στεροῦνται ὅλα κάποιας λογικῆς, ἔστω καί σέ ἕνα ἐπίπεδο προβληματισμοῦ εὐρύτερου. Ὅμως ἅς μή στενεύουμε τούς ὁρίζοντες τοῦ ποιήματος, εἶναι περίπου σάν νά διαβάζουμε τό «Ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον» καί νά ψάχνουμε νά βροῦμε τό γιατί ὁ Καβάφης προτίμησε τόν Πλούταρχο ὡς πρώτη ὕλη καί ὄχι τόν Ἡρόδοτο.

Θά ἔλεγα νά σκεφθοῦμε ὡς Ἑστία τήν ὁποιαδήποτε πίστη, τήν ὁποιαδήποτε δημιουργία, τόν κάθε πνευματικό σκοπό, τήν ὅλη (ἀντιθετική) ἀντίληψη πού διαθέτει κανείς γιά τήν πραγματικότητα πού τόν περιβάλλει. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος μέ αὐτήν τήν πραγματικότητα διαλέγεται καθημερινά, προσπαθεῖ νά τήν ἀλλάξει, νά τήν κατανοήσει, νά φτιάσει ἕνα ἄλλο κόσμο παράλληλο, οὐτοπικό ἐνίοτε, ἀλλά πάντοτε ποτισμένο ἀπό ἰδανικά καί ἀξίες καθολικές. Αὐτή εἶναι λοιπόν ἡ Ἑστία, γιά κάποιους ἡ θρησκευτική πίστη, μία ἰδεολογία, μία ἀναρχική συνείδηση, ἕνα (κατά Παπαδιαμάντη) ὄνειρο στό κῦμα. Τό λιμάνι κάθε μαχητή στήν ζωή πού δέν ἐννοεῖ νά ἀποδεχθεῖ τήν ἀσκήμια, τήν ρηχότητα καί τόν καθησυχασμό.

Ὑπάρχει κάτι πολύ σημαντικό στό ποίημα πού ἐδῶ καί χρόνια πιστεύω πώς ἀποτελεῖ τό κύριο χαρακτηριστικό, (γιά νά μήν πῶ προαπαιτούμενο), τῆς πνευματικότητας – ἡ συνάντηση μαζί της εἶναι ἀπαραίτητο νά γενεῖ ἰδιωτικά, δηλαδή μοναχικά, νά εἶναι συνάντηση ἀπερίσπαστη, ἀπό τρίτους ἀπροσπέλαστη, ἀθέατη στῶν πολλῶν τα μάτια. Προσέξτε τό τελευταῖο δίστιχο…

Σάν πρᾶγμα ἄπρεπο, ὄχι τό συνᾶδον

στήν ὕπαρξή σου, ὕπαρξη τῆς Ἑστίας, ὄχι τοῦ Ὑπαίθρου

Ἡ κάθε Ἑστία εἶναι τό ὕστατο ἄσυλο, τό ὕστατο καταφύγιο τοῦ πνεύματος καί τοῦ στοχασμοῦ. Ὑπάρχει ἕνα τελετουργικό ἐδῶ στά ὅρια τοῦ μυστικισμοῦ, τήν ὥρα πού γυμνώνεις τήν ψυχή σου, («ἀλλά ὅλα ὑπάρχουν, εἶναι τῆς ψυχῆς»), κάθε ξένη παρουσία εἶναι ὄχι μοναχά ἀνεπιθύμητη, ἀλλά καί ἀκυρωτική τῶν φοβερῶν στοχαστικῶν δεσμῶν. Προσέξτε πώς κλιμακώνεται στό ποίημα ἡ κατάδυση στά ἐνδότερα τῆς συνείδησης – ἡ οἰκειότητα στήν θέα τοῦ κήπου, ἡ πρώτη δροσιά στόν προθάλαμο, ἡ ἀπόλυτη ἀσφάλεια καί θαλπωρή στήν μέσα θύρα. Ἔξω εἶναι τό φῶς, τά ἀνθρώπινα, τά μαζικά, ἡ ἐπιβίωση, ἡ Ὕπαιθρος ὅπου ὁ κόσμος προχωρᾶ ἐν συνόλῳ, μέ ἕναν βηματισμό, μέ ἕνα χρῶμα. Μέσα εἶναι ὁ Ἐαυτός καί ἡ συνείδησή του, μέσα ὑπάρχει καί ἀνασαίνει, («Θερμή καρδιά πού χτυπώντας ἀναμένει») ἡ πιό βαθιά , ἡ πιό ἀνομολόγητη περιοχή τῆς ὕπαρξης.

Δεῖτε κάτι ἀκόμη, πού εἶναι δεῖγμα κυρίως τῆς καλῆς ποίησης. Ἀκόμη καί ἐάν θελήσετε νά παραμείνετε στήν κυριολεξία τοῦ ποιήματος, ἐκεῖνο πού θά μείνει χαραγμένο στό τέλος τῆς ἀνάγνωσης δέν διαφέρει κατά πολύ ἀπό τόν ὅποιο συμβολισμό ἤ ἀλληγορία. Μέ ἄλλα λόγια, σέ ὅποιο ἐπίπεδο καί ἐάν κινηθεῖ ἡ ἀνάγνωση, ὁ στίχος διατηρεῖ τήν δύναμη καί τήν ἐπιρροή του. Θά ἐπαναλάβω ὅτι ὅσα ἀναφέρουμε γιά τό κάθε ποίημα εἶναι τά ἐλάχιστα, ἀλλά ἡ ἀνάλυση τοῦ κάθε στίχου ξεχωριστά εἶναι πράγματι ἀδύνατη, τουλάχιστον στό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ἀφιερώματος.

Παπατζώνης καί Σεφέρης εἶχαν μία ἰδιότυπη φιλία, ἡ οποία πολλές φορές ἐπισκιάστηκε ἀπό τίς ἔνθεν κι ἔνθεν κρίσεις. Ἔχω πάντως τήν αἴσθηση ὅτι ὁ ἀνασφαλής Σεφέρης οὐδέποτε συγχώρεσε τόν Παπατζώνη για ἐκείνη τήν πρώτη του κακή κριτική πρός τήν ποίησή του…

Ἰδού καί ἕνα ἀμιγῶς Καβαφικό, ἀλλά ἐάν ἦταν ἔτσι ὅλες οἱ ποιητικές ἐπιρροές τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ, θά εἴχαμε πολύ καλύτερη ποίηση ἀπό ἐκείνη πού (δέν) ἔχουμε σήμερα. Τό ποίημα λέγεται «Περιηγητές στή λειτουργία», διατηρεῖ ἀτόφια τήν ὀλιγόστιχη Καβαφική δομή τῶν δύο στροφῶν καί ἐμπεριέχει φανερές καί κρυφές ἀλληγορίες. Ἅς τό δοῦμε…

Περιηγητές στή λειτουργία

Τῆς Ἀναλήψεως, στίς πρωινές Λειτουργίες

ὁρμήσανε στήν Ἐκκλησία σωρός Περιηγητές.

Ὅλοι του «Σάν Τζερβάσι»5. Ἀστοί τοῦ Βύρτεμπεργκ.6

Καλοκαιρινοί. Ζέστη εἶχε ἀρχίσει ἀπό τό πρωί.

Μπῆκαν σάν κῦμα. Φέραν ταραχή.

Μονάχη, ἀτάραχη, ἡ Ἐκκλησία

κράταγε τίς Ὧρες της. Τραβοῦσε τόν Κανόνα.

Γενικά, ἐπόπτευε, ἴδιος ὁ Θεός, καί ἀγκάλιαζε

ὅλους μαζί τους πιστούς, ὅθε7 καί ἄν ἦταν.

Μέτρο Ἀποστολικό καί Νόμος

ἦταν ὅλα τα ἔνδον του Θυσιαστηρίου.

Τήν πλήρη Τάξη διόλου δέν ἔθιγε

ἡ ἀταξία τοῦ συμπτώματος.

Ἄν ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη γιά ἐναλλακτικό τίτλο, εὔκολα θά σκεφτόμασταν τό «Θεμέλιο», «Διαχρονία» καί ἄλλα παρόμοια, καθώς τά νοηματικά σέ πρώτη ἀνάγνωση εἶναι σαφῆ, τόσο σαφῆ πού ἐάν δέν γνωρίζαμε τήν βαθιά πίστη τοῦ Παπατζώνη θά μᾶς ὑποψίαζαν διαφορετικά.

Ἅς ξεκινήσουμε ἀπό τόν τίτλο. Προσωπικά μου θυμίζει κραυγή πανόπτη σέ μεσιανό κατάρτι – Ἄνθρωπος στήν θάλασσα ἤ τό ἀκόμη πιό λακωνικό Στεριά, στεριά. Τό «Περιηγητές στή λειτουργία» θά μποροῦσε νά εἶναι μία παρόμοια κραυγή ἐπικείμενου κινδύνου, μία προειδοποίηση εἰσβολῆς ξένου πληρώματος σέ ἱερά ἐδάφη. Καί ὅσο τό σκέφτομαι τόσο περισσότερο πιστεύω ὅτι ὁ τίτλος εἶναι βαλμένος ἐκεῖ μέ παρόμοια λογική. Κίνδυνος λοιπόν, κίνδυνος ταραχῆς, ἀλλοίωσης, διασάλευσης τῆς τάξης.

Τί ὑποδηλώνει ἡ λέξη σύμπτωμα στό ποίημα; Βεβαίως τήν ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν συγκυρία, (πού εἶναι προσωρινή, ἐπιφανειακή καί περαστική) καί στήν διαχρονία μιᾶς Ἰδέας, πού ὅσο περνοῦν τά χρόνια ριζώνει καί περισσότερο, οἱ ρίζες της ἀναπνέουν μέσα σέ συνειδήσεις πού πιά ἀκολουθοῦν αὐτόματα σέ δρόμους χαραγμένους ἀπό παλιά. Πρόκειται γιά τήν συνείδηση τῆς ἱστορίας πού οὔτε εὔκολα ἀλλοιώνεται, οὔτε παραποιεῖται ἀπό μεμονωμένα συμβάντα καί διάττοντες ἀστέρες. Ἀσήμαντες ὀχλοβοές καί πρόσκαιρες ἀναταράξεις δέν κλονίζουν δέν ταράσσουν, φυσικά καί θά προσέξατε στό ποίημα τήν ἀντίστιξη στό τέλος τῆς πρώτης στροφῆς (Φέραν ταραχή…) μέ τήν ἀρχή τῆς δεύτερης (ἀτάραχη ἡ ἐκκλησία…).

Ἅς ἐπεκταθοῦμε λίγο, ἡ ποίηση τοῦ Παπατζώνη εἶναι ἰδανική πρός τοῦτο.

Προσέξτε ἐκεῖνο τό «ὅθε κι ἄν ἦταν». Πρόκειται ἁπλῶς γιά ἐπανάληψη τοῦ χριστιανικοῦ κανόνα πού κηρύσσει τήν σωτηρία ἀθῴων τε καί ἐνόχων; Ἡ ἐκκλησία, (λέγει ὁ Παπατζώνης) ἀδιαφορεῖ γιά τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου, τό λειτουργικό της καί τό πνεῦμα της βρίσκονται ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων, ἡ ἀγκαλιά της δέν μικραίνει ἀπό σκοπιμότητες καί ταραχές κάθε εἴδους. Εἶναι μακραίωνη, εἶναι ἰσόβιος. Προφανῶς καί οἱ περιηγητές εἶναι Καθολικοί, ἀλλά οὔτε κάν τό σχῖσμα δέν ἐπηρεάζει, δέν ἐκδιώχνει.

Ἰσόβιος; Γιά νά δοῦμε. Ἔχουμε ἕνα ποίημα πού ὁμοιάζει Καβαφικό καί εὔκολα μποροῦμε νά φαντασθοῦμε τήν γραφή του ἀπό τόν Καβάφη. Τί θά ἦταν διαφορετικό; Ποιός θά ἦταν ὁ νοηματικός τονισμός του; Μέ ἄλλα λόγια, τί εἶναι αὐτό πού λείπει ἀπό τό ποίημα τοῦ Παπατζώνη, πού ἀπουσιάζει καί ἔτσι μειώνει τήν Καβαφική ἐπιρροή;

Μά τί ἄλλο, ἡ εἰρωνεία. Ἐκεῖνο πού ὁ Παπατζώνης ἐδῶ προβάλλει ὡς πλεονέκτημα, (ἠθικό καί πραγματικό), δηλαδή τό ἀμετάλλακτο τῆς ἐκκλησίας, τήν βεβαιότητα τῆς πίστης, τήν σχεδόν ἀλαζονεία τῆς κυρίαρχης Ἰδέας, στόν Καβάφη τό πιστεύω σχεδόν βέβαιο πώς θά ὑπονομεύονταν ἀπό εἰρωνεία καί σαρκασμό. Ὁ Παπατζώνης νοιώθει σέ τούτη τήν ἀταραξία ἀσφαλής, ἀντικρύζει μεγαλεῖο γενναιοδωρίας, ἀπόδειξη ἀληθείας. Ὁ Καβάφης μέσα σέ ἕνα ἀναλλοίωτο ἀνά τούς αἰῶνες περιβάλλον θά ἀσφυκτιοῦσε, θά τό θεωροῦσε μία ἔλλειψη προσαρμογῆς, (θυμᾶστε τίς στοχαστικές προσαρμογές;..), στά μάτια του θά ἦταν μία ἀπόδειξη στενομυαλιᾶς καί ἀκαμψίας.

Ποιά ἄποψη ἔχει τό δίκαιο; Μά ἐδῶ εἶναι καί ἡ γοητεία τῆς ὑπαρξιακῆς ποίησης πού ἀνιχνεύει τά πράγματα βασισμένη στό δαιδαλῶδες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Καί οἱ δύο ἀπόψεις συνομιλοῦν μέ πλευρές τῆς ἀνθρώπινης ἀνάγκης. Ἀντιρροποῦν, ἰσορροποῦν, συμβιώνουν. Καί τό ποίημα τοῦ Παπατζώνη ἐξαίρετο καί τό ὑποτιθέμενο τοῦ Καβάφη δέν ἀμφιβάλλω πώς θά ἦταν τό ἴδιο καί καλύτερο. Τίποτε ἄλλο δέν καταδεικνύει ἐτούτη ἡ ἀντίφαση παρά τίς πολύπλοκες λειτουργίες τῆς ὕπαρξης πού κάποτε δροῦν καί ἀκυρωτικά μεταξύ τους. Καθόλου εὔκολη ἡ ἐπιλογή καί πάντως ὄχι ἐλαφρᾶ τῆ καρδία.

(Δεῖτε πόσο προκαταλαμβάνει τήν κρίση ἡ μελέτη ἑνός ποιητή καί ὁ ἐθισμός στούς κανόνες τῆς ποιητικῆς του. Ἐάν κάτω ἀπό τό σημερινό ποίημα ὑπῆρχε ἡ ὑπογραφή τοῦ Καβάφη, μέ βεβαιότητα θά ἔλεγα ὅτι τό τελευταῖο δίστιχο ἀποπνέει εἰρωνεία καί σαρκασμό. Χρειάζεται πολύ μελέτη ἑνός δημιουργοῦ, μεγάλη ἐπανάληψη τῶν κειμένων γιά νά μπορεῖ κάποιος, μέ σχετική πάντα σιγουριά, νά ἀποφανθεῖ γιά τήν ἀρχική σκέψη, γιά τίς ποιητικές προθέσεις. Ἡ γνώση τοῦ ἔργου τοῦ Παπατζώνη, ἀλλά καί ἰδιαίτερα ἡ γνώση τῶν πεποιθήσεών του, μᾶς ὑποχρεώνουν νά ἀφαιρέσουμε τήν εἰρωνεία ἀπό τό ποίημα –ἀλλά καί πάλι ποιός τό ξέρει;..).

Στό σημεῖο αὐτό ἅς μου ἐπιτραπεῖ μία μικρή παρένθεση, πού ἴσως θά ἔπρεπε νά προηγηθεῖ στά εἰσαγωγικά αὐτοῦ του κειμένου.

Εἶναι πεποίθησή μου ὅτι ἕνα καλό ποίημα, ἀπό τήν στιγμή τῆς δημοσίευσής του, αὐτονομεῖται, δραπετεύει τῶν προθέσεων τοῦ δημιουργοῦ του. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά παραδώσουμε τήν λογοτεχνία καί τήν ποίηση στήν αὐθαίρετη ἑρμηνεία τοῦ κάθε ἀναγνώστη ξεχωριστά, οὔτε πώς θά καταλήξωμε στόν ἀπόλυτο ὑποκειμενισμό, τόν ὁποῖο ἄλλωστε πολύ ἔντονα καταγγέλλω διαρκῶς στά γραπτά μου. Ἐκεῖνο πού θέλω νά πῶ εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἕνα ποίημα μπορεῖ νά γραφτεῖ κάτω ἀπό τό βάρος μιᾶς συγκεκριμένης ἰδέας, πίστης ἤ καί ἰδεολογίας, πολλές φορές συνεχίζει τήν πορεία του στίς συνειδήσεις, ἀκόμη καί ὅταν οἱ ἀφορμές γιά τήν δημιουργία του ἔχουν ἐκπέσει ἤ καί ἐξαφανιστεῖ. Συμβαίνει, γιά παράδειγμα, μέ κάποια λιγοστά «στρατευμένα» ποιήματα τοῦ Ρίτσου. Συμβαίνει συχνά στόν Καβάφη. Καί ὁπωσδήποτε συμβαίνει σέ μεγαλύτερο ἀκόμη βαθμό στόν Παπατζώνη.

Ὁ Ρένος Ἀποστολίδης ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του δέν σταμάτησε νά ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Παπατζώνης ἦταν μέσα στούς πέντε κορυφαίους, ἄν ὄχι ὁ πλέον κορυφαῖος τῶν ποιητῶν μας. Παρά ταῦτα αὐτό δέν στάθηκε ἀρκετό γιά νά βγάλει τόν Παπατζώνη ἀπό τήν ἑρημία του…

Τί σημαίνει αὐτό γιά τήν λογοτεχνική κριτική; Πρωτίστως ὅτι ὁ κριτικός θά πρέπει νά παραμερίσει ἀπό ἐμπρός του ὅλα τα ἐξωλογοτεχνικά στοιχεῖα καί νά διαπιστώσει τούς λόγους μιᾶς διαχρονίας. Ἅς ὑποθέσωμε ὅτι αὔριο, σέ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό κόσμο, ἡ θρησκεία καί ἡ θεολογία εἶναι πράγματα ἀνύπαρκτα καί ἱστορική μοναχά ἀνάμνηση, ἅς φαντασθοῦμε ἕναν κόσμο ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό τόν σημερινό. Μέσα σέ αὐτό τό περιβάλλον ἡ ποίηση τοῦ Παπατζώνη θά διατηρήσει τό εἰδικό της βάρος; Ἀκόμη καί ὅταν οἱ ἀναγνῶστες θά δυσκολεύονται νά καταλάβουν ἤ καί θά ἀγνοοῦν τίς πυροδοτήσεις τῶν στίχων του, τό ἴδιο το κείμενο μπορεῖ νά συνεχίσει νά ἐκπέμπει τά ἴδια μηνύματα;

Ἐκεῖνο πού θέλω νά πῶ εἶναι πώς ἡ κριτική μου πολλές φορές ἐπάνω σε ἕνα ποίημα τοῦ Παπατζώνη, μπορεῖ νά ξεφεύγει ἀκόμη καί ἀπό τήν ἀρχική σκέψη τοῦ δημιουργοῦ καί νά δίνει στό ποίημα μιά διάσταση ξέχωρη ἀπό τήν ἀρχικῶς ὑπολογισμένη. Ἅς τά δοῦμε ὅλα αὐτά μέ ἕνα παράδειγμα μέ τό ὁποῖο θά συναντηθοῦμε καί μέ ἄλλα προβλήματα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς.

Τό ποίημα λέγεται «Συνάντημα» καί ἐάν δέν κάνω λάθος συμπεριλαμβάνεται καί στήν διδακτική ὕλη τῆς β’ λυκείου. Περιττό νά πῶ γιά τό πῶς διδάσκεται καί γιά τίς ἐρωτήσεις πού γίνονται στό σχολικό βιβλίο, δέν εἶναι τῆς ὥρας αὐτή ἡ συζήτηση. Παραθέτω τό ποίημα ἔτσι ὅπως καταγράφεται στήν ἔκδοση τοῦ Ἴκαρου τό 1988…

Συνάντημα

Σταλάζει ἡ πρωινή δροσιά ἀπό κάθε φύλλο

τοῦ Κήπου. Ἄν καί ὑγρασία εἶναι, ἐντούτοις ἀσφαλῶς

πολλή ἡ Χαρά. Περιδιαβάζει ὁ Διαβάτης,

ἐνῷ ἀρχικῶς ἐβγῆκε γιά Δουλειά. Συντέμνει κάπως,

ὄχι σέ χρόνο, μόνο ἀπό διάθεση,

τό χρέος του γιά δουλειά. Ἀλλά ὅμως κέρδος

κομίζει ἀπό τήν πρώτη τρυφερότητα τῆς Ἡμέρας.

Εὐεργεσία τοῦ ‘ρχεται, ὅθε δέν ἐζητήθη.

Δρόσο Ψυχῆς, ὅθε δέν ἀναμένετο. Πῶς ὅλες οἱ Ὧρες

οἱ ἀκολουθοῦσες τήν Πρωίαν εὐλογοῦνται.

Πῶς ἄυλον ἀποτύπωμα τούς μένει. Ἀκόμη ἡ Ἑσπέρα

ἔρχεται, μέ χαμήλωμα τῶν φώτων καί μέ ἀστέρια,

καί μένει, φῶς ἑωθινό. Διαρκεῖ μέχρι τοῦ ὕπνου.

Καί κατακλίνεται εὐτυχής ἐκεῖνος ὁ Διαβάτης,

τυλίγεται στό σύνηθες τῆς Ἡσυχίας σινδόνι

καί μόνος δέν αἰσθάνεται: τυλίγεται ἡ ψυχή του

μέ φῶς γαλήνης ὄχι ξένον, ὄχι ἀλλότριο

τῆς δρόσου αὐτῆς, πού ἀντίκρισε, σάν ἔβγηκε, τό πρωί.

Προσέξτε τώρα λίγο τα κεφαλαῖα σέ κάποιες λέξεις. Ἐάν πάρουμε αὐτήν τήν γραφή ὡς δεδομένη, ὡς ἐκείνη πού ἐπέλεξε ὁ Παπατζώνης, ἡ νοηματική τοῦ ποιήματος παρεκκλίνει ἀπό τήν καθολικότητα καί περιορίζεται σέ θρησκευτικές ἤ ἔστω μεταφυσικές ἀναφορές. Ἴσως καί νά μήν περιορίζεται ἐντελῶς κατά τήν ἀνάγνωση, ἀλλά πάντως γίνεται κυρίαρχη. Ὁ Κῆπος, ἡ Πρωϊα, ὁ Διαβάτης, ἡ Ἡσυχία – ὅλα παραπέμπουν σέ βιβλικές ἀναφορές καί κατά μία ἄλλη ἑρμηνεία σέ μιά ἀλληγορία γιά τήν ζωή τήν ἴδια, ἡ Πρωία ὡς ἀρχή τῆς ζωῆς, ὁ ἀναπόφευκτος θάνατος, (Ἡσυχίας σινδόνι), ἡ ἀνθρώπινη Ὕπαρξη, (Διαβάτης), κλπ κλπ. Κυρίαρχο περιβάλλον βεβαίως ὁ Κῆπος, (ἀγαπημένο μοτίβο τοῦ Παπατζώνη, ὅπως ἄλλωστε καί τοῦ Καρυωτάκη), ὡς περιβάλλον ζωῆς, πνευματικῶν δωρημάτων, ἀγαθῆς συνείδησης, ἐν τέλει Παραδείσου.

Σύμφωνοι, εἶναι ὁπωσδήποτε μιά ἑρμηνεία. Ὅμως τό ἴδιο ποίημα τό συμπεριλαμβάνει ὁ Ρένος Ἀποστολίδης στήν  Ποιητική του Ἀνθολογία, μέ τήν ὑποσημείωση ὅτι ἀνθολογεῖ τήν πρώτη του ἔκδοση, (1934) καί ὅτι ἀπό τότε ἔχουν ὑπάρξει παραλλαγές ἐκδοτικές. Στήν ἀνθολογία λοιπόν, ἀπουσιάζουν ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού μᾶς στρέφουν πρός συγκεκριμένη κατεύθυνση, στήν οὐσία ἀπουσιάζει ἡ κεφαλαιογράμματη γραφή πού μᾶς ὁδήγησε στήν παραπάνω ἑρμηνεία. Δεῖτε τό ποίημα σέ ἄλλη μορφή…

Συνάντημα (δεύτερη ἐκδοχή)

Σταλάζει ἡ πρωινή δροσιά ἀπό κάθε φύλλο

τοῦ κήπου. Ἄν καί ὑγρασία εἶναι, ἐντούτοις ἀσφαλῶς

πολλή ἡ χαρά. Περιδιαβάζει ὁ διαβάτης,

ἐνῷ ἀρχικῶς ἐβγῆκε γιά δουλειά. Συντέμνει κάπως,

ὄχι σέ χρόνο, μόνο ἀπό διάθεση,

τό χρέος του γιά δουλειά. Ἀλλά ὅμως κέρδος

κομίζει ἀπό τήν πρώτη τρυφερότητα τῆς ἡμέρας.

Εὐεργεσία τοῦ ‘ρχεται, ὅθε δέν ἐζητήθη.

δρόσο ψυχῆς, ὅθε δέν ἀναμένετο. Πῶς ὅλες οἱ ὧρες

οἱ ἀκολουθοῦσες τήν πρωίαν εὐλογοῦνται.

Πῶς ἄυλον ἀποτύπωμα τούς μένει. Ἀκόμη ἡ ἑσπέρα

ἔρχεται, μέ χαμήλωμα τῶν φώτων καί μέ ἀστέρια,

καί μένει, φῶς ἑωθινό. Διαρκεῖ μέχρι τοῦ ὕπνου.

Καί κατακλίνεται εὐτυχής ἐκεῖνος ὁ διαβάτης,

τυλίγεται στό σύνηθες τῆς ἡσυχίας σινδόνι

καί μόνος δέν αἰσθάνεται: τυλίγεται ἡ ψυχή του

μέ φῶς γαλήνης ὄχι ξένον, ὄχι ἀλλότριο

τῆς δρόσου αὐτῆς, πού ἀντίκρισε, σάν ἔβγηκε, τό πρωί.

Φυσικά ἡ πρώτη ἑρμηνεία δέν ἀποκλείεται. Ὅμως τώρα ἡ ἀνάγνωση προσγειώνεται σέ ἕνα ἁπλούστερο περιβάλλον, ἡ σκέψη ἀντιλαμβάνεται βεβαίως τήν ἀλληγορία καί τούς συμβολισμούς, μόνο πού τώρα ὅλα αὐτά μεταφέρονται σέ ἐπίπεδα γήινα, καθημερινά, βιοτικά. Σέ κάθε περίπτωση πρόκειται γιά ἕνα ποίημα πού διατηρεῖ τήν δύναμή του, ἀκόμη καί ἐάν ἡ πρώτη ἀνάγνωση παρεκκλίνει ἀπό τίς προθέσεις τοῦ συγγραφέα του. Μά γιά δεῖτε τό χαρακτηριστικό τῆς καλῆς ποίησης, ἀκόμη καί ἐάν ἀφαιρέσουμε αὐτό τό συμβολικό ἐπίπεδο, ἀκόμη καί ἐάν τό μόνο πού ἀπομείνει εἶναι ἡ κινούμενη εἰκόνα τοῦ διαβάτη στήν διάρκεια τῆς ἡμέρας, ἀκόμη καί τότε ὡς ἕνα ἁπλό ποίημα τοῦ νατουραλισμοῦ κρατᾶ τήν ὀμορφιά του καί τήν ρυθμική του γοητεία. Μέ ἄλλα λόγια – ἀπό ὅποια γωνία καί ἐάν ἀντικρύσεις τόν στίχο, ἔχει φῶς νά σοῦ δώσει καί ἱκανοποίηση τό λιγώτερο αἰσθητική.

Μέ βάση αὐτές τίς διευκρινήσεις λοιπόν, (πού φυσικά δέν ἰσχύουν μόνο γιά τόν Παπατζώνη), ἅς συνεχίσουμε τήν περιδιάβαση στά ἐπιλεγμένα. Νά ἐπαναλάβω γι’ ἀκόμη μία φορά ὅτι ἡ μανία τῶν ἐπιμελητῶν καί ἐκδοτῶν, (ἐνίοτε καί κριτικῶν), νά «διορθώνουν» τό πρωτότυπο ἤ νά τό ἀλλοιώνουν κατά πῶς τούς βολεύει, δημιουργεῖ μία μεγάλη δυσκολία στήν ἀνεύρεση τῆς πρώτης γραφῆς καί διά τοῦτο δέν μπορῶ νά έπιμείνω γιά τήν ἀπόλυτη ἀκρίβεια ὅλων τῶν ποιημάτων πού δημοσιεύονται ἐδῶ. Φαινόμενο πού ἐπιτείνουν οἱ τεχνικές δυσκολίες στό διαδίκτυο.

Τό ἑπόμενο ποίημα εἶναι ἀρκετά ἐκτενές καί ἀπαιτεῖ πολύ προσεκτική ἀνάγνωση. Ὁ Παπατζώνης κάποιες φορές μοιάζει νά ξεχνιέται στήν καταγραφή τῶν στοχασμῶν του, ἀλλά αὐτή εἶναι μόνο μία πρώτη ἐντύπωση, καθώς ἐλάχιστα εἴμαστε συνηθισμένοι στήν πεζόμορφη ποίηση καί μάλιστα εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι πού πιστεύουν ὅτι δέν ἔχει κανόνες, ρυθμό, ἐσωτερική μελῳδία. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη διάψευση αὐτῆς τῆς αὐταπάτης ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν ποιημάτων τοῦ Παπατζώνη, ὅπου ὅλα αὐτά ὑπάρχουν ἐν ἀφθονίᾳ, ἀκόμη καί ὅταν ὁ στῖχος κινεῖται στά πιό ἐκτεταμένα ὅρια ἀνάμεσα στήν πρόζα καί στήν ποίηση.

Adventus θά πεῖ Ἄφιξη καί βεβαίως τό ποίημα ἐκκινεῖ ἀπό τήν Δευτέρα Παρουσία. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Παπατζώνης καί πιστεύει σ’ αὐτήν καί τήν ἀναμένει, ἀλλά μήν γελασθεῖτε λεπτό πιστεύοντας ὅτι ὁ στίχος ἁπλῶς ἀναπαράγει ὑμνητικά το θρησκευτικό δόγμα. Θά ἔλεγα μάλιστα ὅτι ἐδῶ ὁ Παπατζώνης τολμᾶ μία ὑπέρβαση, ἀκόμη καί ἀλλοίωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, θά ἔλεγα ὅτι παρουσιάζει μία ἐντελῶς δική του ἐκδοχή γιά τήν Δευτέρα παρουσία πού δείχνει πολύ πιό ταιριαστή ἀπό τήν κρατοῦσα. Ἀλλά γιά νά μήν προτρέχω, δεῖτε πρῶτα το ποίημα καί ἄν τό διαβάσετε προσεκτικά θ’ ἀντιληφθεῖτε τά σημεῖα πού γίνεται ἡ ἀνατροπή…

Adventus
Δάνειο από ellopos.gr

(non est Peccatum: δέν ὑπάρχει ἁμαρτία καί pro metu Judaeorum: γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων)

Φυσικά εἶναι ἀδύνατον νά ἐπεκταθῶ σέ κρίσεις σέ μεμονωμένους στίχους καί στά πολλά καί ἐνδιαφέροντα τοῦ ποιήματος. Ἅς δοῦμε ὅμως τήν οὐσία του.

Δέν χρειάζεται νά εἶναι κανείς θεολόγος γιά νά φέρει στήν μνήμη του τήν εἰκόνα τῆς δευτέρας παρουσίας, ἔτσι ὅπως μᾶς τήν ἔχουν σχηματίσει ἀπό τό δημοτικό ἀκόμη, (τουλάχιστον στήν δική μου γενεά). Τό κεντρικό νόημα ἔχει νά κάνει μέ μία θεϊκή κρίση ἀδέκαστη, αὐστηρότατη, μή μαχητή, τελεσίδικη. Εἶναι ἄλλωστε μία εἰκόνα ἀποτυπωμένη καί σέ ἀρκετά κείμενα τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσά τους καί τό ποίημα «Μέ τά δέντρα θά μετρηθεῖς» τοῦ Στράτου Κοντόπουλου. Προσπαθῆστε νά φέρετε τήν εἰκόνα στό μυαλό σας – κεραυνοί, βροντές, ἀστραπές, σάλπιγγες καί αἰώνια καταδίκη γιά ὅσους ἀμέλησαν, παραστράτησαν, ἀπίστησαν.

Ὁ Παπατζώνης ἦταν καί ὡς χαρακτῆρας ἕνας ἤπιος, χαμηλῶν τόνων ἄνθρωπος. Ὅμως ἐδῶ δέν εἶναι μόνο ζήτημα χαρακτῆρα, εἶναι κυρίως ζήτημα τοῦ βαθύτερου πνεύματος καί τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ εἰκόνα ἑνός σκληροῦ τιμωροῦ πού στέλνει στό πῦρ τό ἐξώτερο τούς ἁμαρτωλούς, δέν εἶναι αὐτή πού ταιριάζει στόν Παπατζώνη ἤ, γιά νά τό ποῦμε ὀρθότερα, δέν εἶναι ἐκείνη πού κατανόησε ἐκεῖνος ὡς πνεῦμα μελετώντας τήν χριστιανική θεολογία. Ἡ πίστη τοῦ Παπατζώνη εἶναι κατά πολύ βαθύτερη καί κατά πολύ πνευματικώτερη ἀπό πολλῶν πού ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπηρετοῦν τήν ἐκκλησία – ὀρθόδοξη ἤ καθολική δέν ἔχει σημασία. Ὁ θεός τοῦ Παπατζώνη εἶναι μεγαλόθυμος, πνευματικός, συμπάσχων μέ τά ἀνθρώπινα, εἶναι ὁ σύγχρονος Προμηθέας πού χάρισε στούς ἀνθρώπους τό Πνεῦμα, τόν Στοχασμό, τήν δύναμη γιά Δημιουργία, τήν δυνατότητα νά ξεπεράσουν τήν ἀντοχή τῆς ἴδιας τους τῆς φύσης καί νά φτάσουν σέ ἐπίπεδα ἀνώτερα, μεταμορφωτικά του πρωτόγονου κυττάρου τους. Ἀκριβῶς σέ τούτη τήν μεγάλη προσφορά ἀναφέρεται ὁ Παπατζώνης ὅταν γράφει…

Ποῦ σπαταλήθηκε τό Ζωοποιό; Ποῦ τό Κυρίαρχον ἔπεσε; Ποῦ τό Ἀνεξάντλητον ἀναλώθη; Τῶν Χαρισμάτων ἡ Πηγή ποῦ ἐξεκενώθη;

Μά γιά δεῖτε πόσο ἔξοχα μεταφράζει ὁ Παπατζώνης τήν προσταγή τήν ὥρα τῆς Ἀναλήψεως («μακρύνετο τοῦ κόσμου φτερωτός ἀπό πληγῶν του…», κράζοντας «Λάβετε τό Πνεῦμα»), πόσο ἐξαιρετικά μετατρέπει μιά στεγνή εἰκόνα τῶν σημερινῶν θεολόγων στήν πιό γενναιόδωρη προσφορά πρός τήν ἀνθρωπότητα – πνεῦμα εἶναι ὁ κόσμος πρωτίστως καί ὄχι ὕλη, τό πνεῦμα εἶναι ἡ Ἀνάσταση πού θά σᾶς σώσει, ἐτούτη εἶναι ἡ ἀλληγορία τοῦ ἀναστάσιμου, τό σπάσιμο τῶν δεσμῶν τῆς ὕλης συμβολίζει τό κενοτάφιο.

Καί ἀφοῦ ὅλα τοῦτα ἐδόθησαν, τό μέγα τάλαντο ἔμεινε θαμμένο κι ἀνεκμετάλλευτο. Καί τήν ὥρα τῆς κρίσης, λέει ὁ Παπατζώνης, τρεῖς τέσσερις βρεθήκαμε ἐνώπιον Κυρίου, οἱ ὑπόλοιποι ἀπόντες, Τσουβάλια Ἀπωλείας, Κενοί Ἄνθρωποι.

Ὡραία. Ἀφαιρέστε τώρα ὅλο το θεολογικό ὑπόβαθρο καί δεῖτε τό ποίημα ἀπό τήν ἀρχή. Μήπως δέν εἶναι ἕνα δριμύτατο κατηγορῶ πρός μία κοινωνία, (κοινωνία πλέον, μήτε καν μεμονωμένων προσώπων…), πού ἔχει ἀπεμπολήσει κάθε πνευματική δραστηριότητα, μιά κοινωνία ὅπου οἱ μυημένοι στό πνεῦμα συγκροτοῦν μία ἐλάχιστη μειονότητα; Μήπως στό βάθος δέν ὑπάρχει μία βαθύτατη μελαγχολία γιά ἕναν κόσμο ὁποῦ δέν συγκινεῖται οὔτε καν μέ ἐκεῖνα πού θά μποροῦσαν νά συντελέσουν στήν βελτίωση τῆς ζωῆς του; Καί στό τέλος – τέλος, ἀκόμη καί ἐάν σταθοῦμε στήν θεολογική ἐκδοχή, αὐτός ὁ θεός τοῦ Παπατζώνη δέν εἶναι ἄραγε πολύ ἐγγύτερα στήν ἀρχική διδασκαλία, στήν πρώτη ἐκείνη πνευματική ἐπανάσταση τοῦ Ναζωραίου;

Προσέξτε τήν εἰκόνα τοῦ θεανθρώπου πού δίδεται ἐδῶ, μέ τονισμένη τήν ἀνθρώπινη διάσταση στό ἔσχατο ὅριο τῆς φιλευσπλαχνίας  – Καί ὡς ἀγαθός δέν θά ἀρκεσθεῖ διόλου στήν παρουσία τριῶν ἤ τεσσάρων… Θά λυγίσει τότες, γιατί Καλωσύνη ἡ πρώτη του εἶναι Οὐσία ἀρχῆθεν… ἀμηχανία τοῦ Θείου!..

Δεῖτε τήν ἀνατροπή. Ὁ θεός δέν νοιάζεται γιά τούς μυημένους, αὐτοί κατάλαβαν, ἐννόησαν, πνευματώθηκαν. Ἡ ἔννοια του εἶναι γιά τούς χαμένους. Μά ποῦ καταλήγει ὅλο αὐτό;

«Τή δόξα τῆς Παράτας θ’ ἀνακόψει καί θά ἐπιδοθεῖ τό νέο Φορτίο του πῶς νά ἄρει…»

Ὁ ἀγῶνας λοιπόν τοῦ Προμηθέα, τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κάθε πνευματικοῦ ταγοῦ, εἶναι συνεχής, ἀδιάλειπτος. Τήν ὥρα πού ἡ μία ἀποστολή τελειώνει, (ἀπόσβεσεν ὁ κόσμος τήν Ἁμαρτία…), μία νέα ξεκινᾶ πού πηγαίνει βαθύτερα, μακρύτερα. Δέν ἔχει νόημα καμία κρίση, λέγει ὁ Παπατζώνης, ὅταν οἱ κρινόμενοι περί ἄλλων τυρβάζουν καί τίποτα ἀπό τά λεχθέντα καί δωρηθέντα δέν ἐννόησαν.

Εἶναι πράγματι ἀδύνατον ν ἀποδοθεῖ σέ λίγες γραμμές τό βάθος τοῦ Adventus καί ἡ αἱρετική ματιά του ἐπάνω σε ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δόγματα τῆς θεολογίας. Ἅς ἀρκεσθοῦμε σ’ αὐτά τά ὀλίγα καί ἴσως κάποια στιγμή στό μέλλον παρουσιάσουμε τό ποίημα μοναχό καί σέ μεγαλύτερο βάθος.

Η άρπαγή τῶν Σαβίνων, τοῦ Νταβίντ. Στόν πίνακα μία ἀπό τίς γυναῖκες πού ἔχουν ἀπαχθεῖ, προσπαθεῖ νά σταματήσει τήν σύγκρουση Ρωμαίων καί Σαβίνων…

Μέ τό ἑπόμενο ποίημα κάπως ἀλλάζουμε θεματικό μοτίβο. Ὁ τίτλος εἶναι “Rapina Sabinarum”, δηλαδή ἡ ἁρπαγή τῶν Σαβίνων. Δέν μπορῶ νά πῶ μέ σιγουριά γιά τήν ἔμπνευση τοῦ τίτλου. Τό πιθανότεροι εἶναι νά ἀναφέρεται σέ ἕναν γνωστό πίνακα τοῦ Jacques-Louis David πού βρίσκεται στό μουσεῖο τοῦ Λούβρου καί ἀφορᾶ τήν γνωστή ἱστορία, (ἀνεξακρίβωτο ἐάν πρόκειται περί μύθου), ὅπου οἱ Ρωμαῖοι κλέβουν τίς γυναῖκες τῶν Σαβίνων ἐκεῖ γύρω στήν ἵδρυση τῆς Ρώμης, καθώς ἀπό ἄντρες εἶχαν πλεόνασμα, ἀλλά ἀπό γυναῖκες ἔλλειψη. Ὑπάρχει ὁλάκερη ἱστορία γύρω ἀπό αὐτό τό ἐπεισόδιο, ἀλλά δέν εἶναι αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει σήμερα – πάντως ἀκόμη καί ἐάν ὁ πίνακας ἦταν ἡ ἀφετηρία γιά τό παρακάτω ποίημα, φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιρροή του δέν συνεχίστηκε γιά πολύ, καθώς στούς στίχους πρωταγωνιστοῦν οἱ Νηρηίδες καί πειρατικά πληρώματα…

Rapina Sabinarum8

Πεῖτε μου, νάματα παραποτάμια, κάτω ἀπό σύσκια φυλλώματα

πυκνῶν πλατάνων, πίσω ἀπό θάμνους ἀρωματικούς, πόσες Νηρηίδες

ᾖρθαν ἐγγύς το μεσημέρι νά λουσθοῦν;.. Καί τό τραγοῦδι

τῶν κρυστάλλινων φωνῶν τους, πού συμμιγνύετο, καθώς τόν γλιστερό

δυό – δυό καί τρεῖς – τρεῖς κατέβαιναν δασώδη λόφο,

μέ τῶν νερῶν τό γοργό ρεῦμα καί μέ τῶν κρυμμένων

στά πυκνά φύλλα τραγουδιστικῶν πουλιῶν!..

 

Πῆτε μου πώς ἡ παραποταμία ἔχταση μέ μιᾶς ἐξαίφνης κατοικήθη

ἀπό λευκότατα καί ἀχτινοβόλα σώματα, πού λάμψη

σκορπίσανε, τῆς πιό λαμπρᾶς πού ἐμεσουράνησε Πανσελήνου,

στήν ὑγρή, στή σκιώδην ἔχταση, πού ἥλιο δέν γνώρισε ποτές της,

καί πού ἡ πλήθια πρασινάδα, σέ μαυρίλα γύριζε σκοταδερή!..

 

Τά γέλια ἐκεῖ ἀντηχοῦσαν δροσερώτερα καί ἀπό τό ρεῦμα,

τῶν κοριτσιῶν, πού μ’ ἔκπληξην ἀντικρυζαν ἡ μιά της ἄλλης

τήν εὐμέλεια καί τή γυμνότητα τήν ὀλυμπία!

Κάθε κορμός, κάθε φύλλωμα, κάθε θάμνος, ριγοῦσε

στό ἀγκάλιασμα ἤ στό ἄγγιγμα τῶν ἀνάγγιχτων παρθένων!..

 

Πῆτε μου, πῶς, ποιά σκοτεινή ἀνδρική ὁρμή,

ἔστειλε πειρατείας βάρκες νά σέ πλεύσουν, ποταμέ,

οἱ ἡρωικοί ἀγριάνθρωποι, πού ὠνειρευόνταν

στήν κάθε ποταμίσια ἀχτή πού διάβαιναν,

ὄνειρα μέ παρόχθιες ἀκακίες, χιονισμένες μέ ἄνθη!..

 

Πῶς οἱ κωπηλάτες παρατοῦσαν τά κουπιά καί ἀφήνοντο στό ρἐμμα

καί τά δόρατα παρατοῦσαν οἱ Πολεμιστᾶδες καί τές σαγίττες,

στήν ἔκσταση παραδομένοι ὁλότελα τοῦ θείου τούς πλοῦ!..

 

Ὡσὀτου ἀνάλαμψαν τά μάτια, στήν καμπή τοῦ ποταμοῦ,

στή σκοτεινήν, ἀπόμερη μεριά καί ξαφνικά οἱ ἀχτῖνες

τούς θαμπῶσαν τοῦ σεληνόλουστου μεσημεριοῦ,

κ’ ἑνώθηκαν σέ μιά κραυγή, σέ ἡρωικό παιᾶνα θριάμβου,

μέ τή γαμήλιο συνοδεία τῶν πουλιῶν, μέ τά χαμόγελα

τοῦ ἀνάλαφρου πού φύσαγε καί ὅλους ἐθώπευεν ἀνέμου –

ἑνώθηκαν σέ μιάν ἰαχή, καί τῶν Νυμφών ἡ ἔκπληξη

καί τῶν ὁρμητικῶν ἀνδρῶν τό πρῶτο θάμπωμα!..

 

Πῆτε μου, πῶς, οἱ πρίν πειρατικές Σχεδίες

μέ δῶρα λαμπρά τῶν ἀνθισμένων παραποταμίων φυτειῶν,

ἀνθῶνες ταξιδεῦαν τώρα, ἐν μέσῳ ποταμῶ,

μέ τό ρυθμό τῶν τραγουδιῶν ὑπέρτατης χαρᾶς,

Χαρᾶς, πού ἦτο ἡ Γοργόνα τῆς κάθε Σχεδίας,

στό καταπληχτικό ταξίδι, πού μετάθεσε γήινους ἀνθρώπους

ἀπ’ τό νεφέλωμα τῆς τεφρῆς γῆς μας,

στόν καταγάλανο, τόν τρίτο Οὐρανό, μέ τήν αἰώνια

λάμψη καταμεσῆς τοῦ Ὑπέρτατου Ἥλιου!..

Τό ποίημα «Τρελή Ροδιά» τοῦ Ἐλύτη εἶναι ἕνα ἐξαίρετο ποίημα πού τό ἔχωμε παρουσιάσει πολλές φορές καί περισσότεροι ἀπό ἐσᾶς μᾶλλον τό γνωρίζετε καλά. Μά ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δέν ἠμπορεῖ νά μήν παρατηρήσει ὅτι τό μοτίβο «Πῆτε μου…» στόν Παπατζώνη, (4 φορές μέσα στό ποίημα σχεδόν συμμετρικά), εἶναι ἐκπληκτικά ὅμοιο μέ τό πέστε μου… τοῦ Ἐλύτη – ἁπλῶς στήν μεγάλη ἔκταση τοῦ Rapina Sabinarum ἡ ἐπανάληψη χάνεται καί δέν ἔχει τήν ἴδια ἔνταση μέ ἐκεῖνο τοῦ Ἐλύτη, ὁπού βεβαίως καί ὁ ρυθμός εἶναι κατά πολύ διαφορετικός. Δέν θέλω νά πῶ φυσικά μ’ αὐτό ὅτι ἔχωμε κάποιου εἴδους ἀντιγραφή, ἁπλῶς σημειώνω τίς συνδέσεις.

Ἅς ἔρθουμε ὅμως στήν οὐσία.

Εἶναι ἕνα ἀπό τά λιγοστά ποιήματα τοῦ Παπατζώνη πού θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε ἐρωτικό, τόσο μέ τήν κυριολεκτική, ὅσο καί μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια. Κατ’ ἀρχάς, ἅς δώσουμε λίγη προσοχή στήν γλῶσσα. Σέ ὅλα τα ποιήματα τοῦ Παπατζώνη, ἐκεῖνο πού κυριαρχεῖ, ἐκεῖνο πού δείχνει τόσο μακρινό ἀπό τήν σημερινή ποιητική πραγματικότητα εἶναι ἡ χρήση τῆς γλώσσας, ἡ μέ πολύ ἄνεση χρήση τοῦ ὅλου της γλώσσας, ἡ ἐκφραστική ἀκρίβεια – καί πιστέψτε με, εἶναι ἀδύνατον μέ τό λεξιλόγιο τῶν σημερινῶν ποιητῶν νά ἐπεκτείνεις περιγραφικά τόσο πολύ ἕνα θέμα ὅπως τό παραπάνω, χωρίς ταυτόχρονα νά ἐκπέσεις στήν γελοιότητα καί στήν ἐπανάληψη. Βεβαίως, ἐκεῖνο πού ὑποκρύπτεται εἶναι τό βάθος τοῦ στοχασμοῦ, προσωπικά δέν γνωρίζω ἄλλον Ἕλληνα ποιητῆ πού ὁ στίχος του νά ἀποπνέει τήν ἴδια πνευματικότητα καί ταυτόχρονα αὐτήν νά μπορεῖ νά τήν ἐκφράζει μέ ἐλάχιστους πλατειασμούς καί γενικεύσεις. Ἡ γλῶσσα λοιπόν εἶναι τό πρῶτο πού ἀπολαμβάνουμε στόν Παπατζώνη, μέ τόν ἴδιο περίπου τρόπο πού ἀπολαμβάνουμε τήν ἐξαιρετική εἰκόνα σέ ἕνα κινηματογραφικό ἔργο,  ἀκόμη καί ὅταν μᾶς διαφεύγει τό βαθύτερο νόημά της.

Τί ἔχουμε λοιπόν ἐδῶ μέ δυό λόγια; Παρθένες Νύμφες ἀπό τήν μιά, ἐξαίσια πλάσματα τοῦ νεροῦ καί τῆς ἀθανασίας πού ἀντιπροσωπεύουν τήν εὐτυχία, τήν χαρά, τήν ἀνεμελιά, τό φῶς, τήν ὕπαρξη τήν ἴδια, χωρίς ἄλλα κοσμητικά ἤ ἐπίκτητες ἰδιότητες. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἔχωμε τούς σκληροτράχηλους ἄντρες, τούς σκοτεινούς, τούς ἀνελέητους, τούς κήρυκες θανάτου καί σκότους. Μέ κάποιον τρόπο πού ἀναλυτικά περιγράφεται στό ποίημα, οἱ δύο αὐτές δυνάμεις, (γιατί περί δυνάμεων πρόκειται…), συναντῶνται στίς παραποτάμιες ὄχθες καί ἄξαφνα ἔχωμε τήν μεταλλαγή, τήν ἕνωση τῶν ἀντιθέτων.

Δεῖτε τήν παραβολή. Τό φυσιολογικό θά ἦταν ὁ θάνατος ν’ ἀπορροφήσει τήν ζωή, τό νεῖκος νά καταπιεῖ τό φῶς, τό αἷμα νά κυλήσει κάτω ἀπό τό βάρος τῆς βίας τοῦ πρωτογονισμοῦ. Κι ὅμως συμβαίνει τό ἀντίθετο. Δέν εἶναι τυχαία ἡ ἐπιλογή τῶν Νηρηίδων στήν ἀφήγηση, εἶναι ἀθάνατες, πανέμορφες καί ἀθάνατες, ἄρα ἡ ὀμορφιά ἀπό μόνη της ἀκυρώνει τόν θάνατο;  Ἀρκεῖ ἡ συνάντηση τῆς «τεφρῆς γῆς» μέ τόν Ὑπέρτατο Ἥλιο γιά νά ἐξημερωθεῖ τό ἔνστικτο καί ν’ ἀνυψωθεῖ στήν ἀτμοσφαῖρα τοῦ εὐγενοῦς, τοῦ καλαίσθητου, τοῦ πνευματικοῦ;

Ἤ μήπως ἡ ὅλη ἱστορία ἔχει νά κάνει μέ τήν γυναῖκα τήν ἴδια, τήν ὑπέρτατη δημιουργό ἐπί γῆς, πού μέ αὐτήν τήν δύναμη μπορεῖ καί μεταλλάσσει, ἡμερώνει, λογικεύει; Τώρα πού τό σκέφτομαι ὁ μῦθος τῆς ἁρπαγῆς τῶν Σαβίνων δέν εἶναι ἄσχετος μέ τό ποίημα, ἐάν ἀποδεχθοῦμε αὐτήν τήν δεύτερη ἐκδοχή. Μετά τήν ἁρπαγή τῶν γυναικών τους, οἱ Σαβίνοι ἔφτασαν ἕως τήν Ρώμη γιά ἐκδίκηση καί τήν μεγάλη αἱματοχυσία πού θά ἀκολουθοῦσε τήν σταμάτησαν οἱ γυναῖκες μέ τήν λογική καί τήν ψυχραιμία τους, αὐτό ἀποτυπώνεται καί στόν πίνακα τοῦ Νταβίντ. Γιά δεῖτε λοιπόν, μέσα ἀπό πόσα μονοπάτια, μέσα ἀπό πόσους στοχαστικούς λαβυρίνθους φτιάχνεται ἕνα ποίημα καί πόσο νομίζω δίκαια θεωρῶ τόν Παπατζώνη τόν πνευματικώτερο τῶν πνευματικῶν μας.

Γιά τό ποίημα ὁ ποιητής Νίκος Φωκᾶς σημειώνει κάπως εἰρωνικά γιά τό ποίημα, ὅτι ὁ Παπατζώνης μέ ὅποιο θέμα καί ἐάν καταπιαστεῖ, θά εὕρει τρόπο νά τό γυρίσει, ἔστω καί στόν καταληκτικό στίχο, στήν θεολογία – καί ἀναφέρεται προφανῶς στήν φράση «τρίτο Οὐρανό» τοῦ προτελευταίου στίχου, ὅπου σύμφωνα μέ τίς γραφές κατοικεῖ ὁ θεός ὁ ἴδιος, ἀναφορά γιά τρίτο οὐρανό ἔχουμε στήν Β’ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός Κορινθίους, (12:2). Δέν ἔχει ἐντελῶς ἄδικο, μά οὔτε καί ἐντελῶς δίκαιο, θέλω νά πῶ ὅτι ἀκόμη καί ἐάν εἶναι ἔτσι, διόλου παράταιρο δέν δείχνει τό κλείσιμο τοῦ ποιήματος.

Τό ἑπόμενο ποίημα εἶναι ἕνα ἀπό τά καλύτερα, ἄν ὄχι τό καλύτερο τοῦ Παπατζώνη καί ἴσως ἀπό τά ἐλάχιστα ὁποῦ κυριαρχεῖ τό τραγικό ἀνθρώπινο στοιχεῖο, δίχως τήν εὐεργεσία τῆς πίστης, δίχως τήν προσμονή μιᾶς ἀνάστασης, δίχως ἐλπίδα. Λέγεται «Τά εἰς  ἐμαυτόν» καί ὡς τίτλος βεβαίως παραπέμπει στό γνωστό πόνημα τοῦ Μάρκου Αὐρήλιου. Γιά τό ποίημα αὐτό ἔχουμε ἀρκετά νά ποῦμε, καθώς ἔχει θέση πρωτεύουσα στό σύνολο τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας…ἀλλά ἅς τό δοῦμε πρῶτα…

Τά εἰς ἐμαυτόν

Ὅταν γράφει τό ποίημα ὁ Παπατζώνης, ἄν δέν κάνω λάθος, εἶναι περίπου 48 ἐτῶν, ἀκόμη νέος, ἀλλά εἶναι ἡ σκοτεινή χρονιά τοῦ 1943, ἴσως οἱ σκοτεινότερες καί πιό ἀπέλπιδες στιγμές στήν νεοελληνική ἱστορία. Ὑπάρχει καί πληροφορία πού δέν μπόρεσα νά ἐξακριβώσω, (κάποιος παλαιότερος ἐμοῦ ἴσως θά μποροῦσε νά τό ἐπιβεβαιώσει), ὅτι τό 1941 αὐτοκτονεῖ ἡ μητέρα του. Πρόκειται ἀναμφισβήτητα γιά ἕνα τοπίο ἐρεβῶδες, πού ὁπωσδήποτε θά δικαιολογοῦσε αὐτήν τήν βαθύτατα πικρή γεύση τοῦ ποιήματος.

Προσπαθῶντας νά ἑρμηνεύσω τό σύνολο τῶν συμβάντων,  πού ὁδηγοῦν σ’ αὐτό τό ἔξοχο μελαγχολικό ποίημα, θά πρέπει νά προσθέσω καί τήν πικρία πού ἔνιωθε ὁ Παπατζώνης ἀπό τήν συμπεριφορά τῶν ὁμοτέχνων του. Κάθε του δημοσίευση, (στήν Νέα Ἑστία συνήθως) καί κάθε του ἔκδοση, (Ἐκλογή Α’, Ἐκλογή Β’ καί Ursa Minor), καλύπτεται ἀπό ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή. Οἱ ὑπερρεαλιστές μέ τούς ὁποίους νιώθει πώς συγγενεύει ποιητικά τόν ἀγνοοῦν, ἡ γενεά τοῦ 30, (στήν ὁποία καί τυπικά ἀνήκει ἔστω καί στά ἠλικιακά ὅρια), σχεδόν τόν περιφρονεῖ, εἶναι ἀποκαλυπτική ἡ ἀλληλογραφία Σεφέρη μέ τούς διάφορους παρατρεχάμενους καί κόλακες. Στήν πραγματικότητα ὁ Παπατζώνης ζεῖ μέσα σέ μία πνευματική ἔρημο – ὅση αὐτοπεποίθηση καί ἐάν ἔχει κανείς, μία τέτοια ἀδιαφορία καί ὑποτίμηση εὔκολα κλονίζουν τήν διάθεσή του καί σκοτεινιάζουν τό βλέμμα πρός τόν κόσμο.

Δύο σημαντικά θά μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε γιά τό ποίημα αὐτό, παραβλέποντας τά γραμματολογικά καί καλολογικά πού ὁπωσδήποτε θά εἶχαν ἕνα ἐνδιαφέρον, ἀλλά δυστυχῶς δέν χωροῦν ὅλα σέ μία παρουσίαση.

Τό πρῶτο εἶναι αὐτό πού ἐπισημάναμε καί παραπάνω, ἡ ἀπουσία δηλαδή κάθε ἐλπίδας μέσα ἀπό τήν πίστη καί τήν θεολογία. Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού σέ ποίημα τοῦ Παπατζώνη δέν ἀχνοφέγγει ἡ ἐλπίδα μιᾶς πίστης, μιᾶς σωτηρία, μιᾶς μεταφυσικής συνομιλίας. Ὁ στίχος «κούφιες βγῆκαν οἱ μακρόσυρτες προσευχές» εἶναι στίχος ἐξαιρετικά τολμηρός γιά τά δεδομένα τοῦ Παπατσώνη καί μαρτυρεῖ τρομακτική πικρία, πού μπόρεσε ἔστω καί προσωρινά νά κλονίσει τήν πίστη ἑνός εὐσεβοῦς.

Κατά δεύτερο καί κατά κύριο λόγο, εἶναι αὐτό πού ὀρθά, ἀλλά πολύ συμβατικά, ἐπισημαίνει ὁ Δημήτρης Κόρσος στήν Νέα Ἑστία, σέ ἕνα ἀπό τά ἐλάχιστα ἄρθρα γιά τόν Παπατζώνη, ὅτι δηλαδή ὅλο το ποίημα εἶναι ἕνας τραγικός ἀπολογισμός ἑνός πνευματικοῦ, ἡ αἴσθηση μιᾶς ματαιοπονίας, ἡ τραγική μοῖρα τῶν ποιητῶν, ἰδιαίτερα στήν Ἑλλάδα, (θυμηθεῖτε τόν Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο πού σέ κάποιο ἀπό τά ταξιδιωτικά του γράφει πώς ἔκρυβε το ὅτι ἦταν ποιητής γιατί θά ἀντιμετώπιζε τό γέλιο καί τήν χλεύη τῶν κατοίκων τῆς Πρέβεζας). Ὁ Παπατζώνης μοιρολογεῖ, ἀλλά δέν μοιρολογεῖ μοναχά γιά τόν ἑαυτό του, παρόλο τόν προσωπικό τόνο, ὁ καθείς πού ἀσχολεῖται μέ τό πνεῦμα καί τήν ποίηση ταυτίζεται ἀπολύτως.

Δημήτρης Κόρσος για το ποίημα «Τά εἰς ἐμαυτόν» τοῦ Τάκη Παπατζώνη, στην Νέα Εστία

Κάτι ἀκόμη πού ἀξίζει νά ἐπισημανθεῖ καί θά μποροῦσε ν’ ἀνοίξει μεγάλη συζήτηση, εἶναι αὐτό πού προκύπτει, (μέ πολλή τρυφερότητα εἶναι ἀλήθεια…), ἀπό τούς στίχους…

Ἔτσι εἶναι ἀστόχαστες, γενιές μελλούμενες

καί θέλγονται ν’ ἀποζητᾶνε πάθη,

πού δέν τά ξέρουν πόσο εἶναι ἀβάσταχτα

καί σέ Ἄτλαντες ἀκόμη καί σέ Μαρτύρους…

Πρόκειται γιά εὐθεῖα βολή σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἀπό τήν ἄνεση τοῦ γραφείου ἤ τοῦ καναπέ τους, μακαρίζουν ὅσους ἔζησαν ἔντονες στιγμές, πολέμους, περιπέτειες κάθε λογής, βλέποντάς τα ὅλα σάν κινηματογραφική ταινία καί ἀγνοῶντας τό βάθος τῆς πληγῆς, τόν κίνδυνο θανάτου, τήν φτήνια τῆς ζωῆς. Γιά τόν Παπατζώνη καί τόν πικρό του αἰῶνα ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι βιωμένα καί γι’ αὐτό ἀπολύτως ἀπευκταία γιά τίς ἑπόμενες γενεές.

Καί τέλος, (πέρα ἀπό τίς μεγάλες λογοτεχνικές ἀρετές σέ ὅλο το ὑπόλοιπο ποίημα), γιά δεῖτε τούς τόσο συγκινητικούς, μά καί τόσο καλογραμμένους τελευταίους ἕξι στίχους, δεῖτε τόν ἐξαίρετο ρυθμό τους, τό σταδιακό σβήσιμο τοῦ στοχασμοῦ μέσα στήν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς φράσης «δέν θά τά ματαβρῶ», δεῖτε καί τήν τόσο ἐπιτυχημένη ἐπιλογή τῶν ρημάτων πού, χωρίς ὑπερβολές, ἀποδίδουν τό βάρος ἑνός αἰῶνα χωρίς νά μετατρέπουν τό ποίημα σέ μελόδραμα ἤ διανόημα.

Ἐάν θά ἔπρεπε νά ἐπιλέξω δέκα ποιήματα ἀπό τήν νεοελληνική ποίηση, τό «Τά εἰς ἐμαυτόν» θά ἦταν ὁπωσδήποτε μέσα σ’ αὐτά.

Στήν συνέχεια μίας ἐξαιρετικά δύσκολης ἐπιλογῆς, προσπερνῶ τά ποιήματα «Τό νεῖκος τοῦ Ἅδου», «Περί τοῦ Ξύλου», «Ἔλεγχος», πού τά ἔχω παρουσιάσει ἀνάμεσα σέ ἄλλες ἀνθολογήσεις καί μάλιστα ἐπαναληπτικά. Προσπερνῶ ἐπίσης ποιήματα ἤ ἐξαιρετικά μακροσκελῆ, (στήν οὐσία ποιητικές συνθέσεις), ἤ ἐκεῖνα πού θά τά χαρακτήριζα καί τά δυσκολότερα τοῦ Παπατζώνη, καθώς θά ἦταν πολλή δύσκολη ἡ παρουσίασή τους καί ἀδύνατον νά μήν ἐκπέσει στήν ἐκφορά μιᾶς στρυφνῆς καί ἀκατανόητης γιά τούς πολλούς φιλολογικῆς καί λογοτεχνικῆς ὁρολογίας.

Ἅς δοῦμε τό ποίημα «Συρραφές»…

Συρραφές

Στήν διάρκεια μιᾶς ἄβαθης,ἀδιάφορης συνομιλίας,

σηκώνεται τό παραπέτασμα, φωτίζεται ἡ γωνία,

διαλάμπει – ut in parabola viva9 – ὁ κρύφιος κόσμος…

Κλείνει σέ λίγο πάλι, βαρύ, τό παραπέτασμα, καί μένει

θάμπος μόνο του στιγμιαίου, ἐκείνου τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ…

Καί ξανασέρνεται ἡ συνομιλία, τό ἴδιο στενά ἐπίγεια –

συνομιλία τῆς συμβατικότητας… Οἱ τέτοιες συρραφές

τῶν ἀπροόπτων, ἡ τέτοια συλλογή τῶν σπάνιων παραβολῶν,

ἀλίμονο, εἶναι τό ἄπαντον τῆς γνώσεως… στά ὑπόλοιπα

πρέπει νά μᾶς ἀρκῆ ὁ στεῖρος λόγος…

Φυσικά ὄχι ἀπό τά δυσκολοτέρα τοῦ Παπατζώνη, ἀλλά ἀπό τά πράγματι σημαντικά, καθώς μέσα ἀπό μία ἁπλή παρατήρηση προκύπτει ἡ σπανιότητα τοῦ οὐσιώδους καί κατ’ ἐπέκταση ἡ σπατάλη χρόνου στά ἀβαθῆ καί ἐπουσιώδη. Ἐκεῖνο πού νομίζω ὅτι ὁ Παπατζώνης θέλει νά τονίσει ἐδῶ, εἶναι ἡ σπανιότητα τοῦ σημαντικοῦ το ὁποῖο κρύβεται κάτω ἀπό σωρεία ἀνοήτων καί ἀσήμαντων καί γι’  αὐτό ἡ ἀνακάλυψή του καί ἡ ἀνάσυρση στήν ἐπιφάνεια ἀπαιτεῖ κόπο μεγάλο, προσπάθεια πολλή. Ἅς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Παπατζώνης μελετᾶ στήν ζωή του σχεδόν ἀπό μικρό παιδί καί ὅτι ἐκτός ἀπό τίς πνευματικές του ἀναζητήσεις, κατέχει κατά καιρούς σημαντικότατες θέσεις στόν οἰκονομικό κρατικό μηχανισμό πού μέ τήν σειρά τούς προϋποθέτουν  μεγάλη ἐπιμέλεια καί μελέτη, ταξίδια σέ fora, ἐπιτροπές – μέ δυό λόγια μεγάλη εὐθύνη. Εἶναι καί ἕνας ἀπό τούς λόγους πού τόσο στό προηγούμενο ποίημα, ὅσο καί διάσπαρτα μέσα σέ ἄλλα, ὁ Παπατζώνης μελαγχολεῖ κάποτε γιά τίς ἀτελείωτες ὧρες πού ἀφιέρωσε στό πνεῦμα, μέ σημαντικό κόστος τήν ἀπώλεια ἄλλων ἀπολαύσεων καί ἐνασχολήσεων.

Ἅς ἔρθουμε τώρα σέ ἕνα ποίημα πού τό ἐπιλέγω γιατί ἀποτυπώνει τό σύνολο σχεδόν τοῦ ἰδανικοῦ κόσμου τοῦ Παπατζώνη, εἶναι ὁ κόσμος ὅπως τόν φαντάζεται νά ὑπάρχει, ἐπηρεασμένος βεβαίως ἀπό τό χριστιανικό πνεῦμα, ἀλλά πάντως κόσμος ἐπίγειος, ἀληθινός… Εἶναι τό γνωστό ποίημα «Ἡ παραγκοῦλα», πού πρόσφατα διάβασα στό διαδίκτυο ὅτι «περιγράφει ἔξοχα καί μέ ἰδιαίτερο λυρισμό τήν ζωή τῆς ὑπαίθρου καί τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων της» (!!!!). Αὐτά παθαίνεις ὅταν θέλεις νά λέγεσαι κριτικός καί καταπιάνεσαι μέ τόν Παπατζώνη, τήν ὥρα πού δέν μπορεῖς νά τόν ξεχωρίσεις ἀπό τόν Δροσίνη…

Ἡ Παραγκοῦλα

Γιά τά γραμματολογικά, μόνο δύο λόγια. Προσέξτε ὅτι τό ξύλο στήν παραγκοῦλα εἶναι ἡ δρῦς, δηλαδή τό πιό γερό, τό πιό ἀρτιωμένο, τό πιό ἀνθεκτικό. Ὁ Φουγάρος καί ὄχι τό φουγάρο, οὐδέτερη κλίση δέν χωρεῖ ἐδῶ ὅπου ὅλα ἔχουν ψυχή καί εἶναι προσωποποιημένα. Τσοπάνος γιά ὁρμήνια, γιά προσανατολισμό. Ἀγάπη ἐξαρχῆς καί προαίρεση ἀγαθότητας…

Δέν εἶναι Παράγκα, εἶναι Παραγκοῦλα, καθώς ἡ ταπεινότητα καί ἡ ἁπλότητα εἶναι βασικά στοιχεῖα τοῦ πλέον ἐσώτερου, τοῦ πλέον βαθέος συναισθήματος καί φυσικά τῆς προσφορᾶς. Ἄν θά ἤθελα μέ δυό λόγια νά περιγράψω τό ποίημα, νά τοῦ προσθέσω ἕναν ὑπότιτλο, θά ἔλεγα ὅτι πρόκειται γιά τόν Παράδεισο τοῦ Παπατζώνη, ἔτσι ὅπως θά ἤθελε ἐκεῖνος τόν παράδεισο, ἔτσι ὅπως τόν φαντάζεται ἐπί γῆς. Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀνιδιοτέλεια εἶναι τά μόνα, (καί ὑπεραρκετά) πού ὑπάρχουν καί ἀνασαίνουν, ὁ Λόγος εἶναι περιττός, τό μαῦρο σκυλί ἀχρείαστο, οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς καλοδεχούμενες στωικά. Λατρεία τοῦ πηγαδιοῦ γιά τό νεροκουβάλημα, ἐδῶ ἡ ἄντληση τοῦ ζωογόνου νεροῦ, (τοῦ πνεύματος…), δέν εἶναι ἀγγαρεία, δέν εἶναι κόπος, εἶναι ἁπλή καί καθημερινή δραστηριότητα πού δίνει χαρά, ἀπόλαυση.

Θά πεῖ κάποιος – μά πρόκειται γιά οὐτοπία, γιά τήν φαντασίωση ἑνός ὀνειροπαρμένου, ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως γιά σκεφτεῖτε. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀνθρωπότητας ὡς καί τά σήμερα, ὅσοι ὀνειρεύτηκαν ἕναν κόσμο διαφορετικό, ἕναν κόσμο βασισμένο στά πιό ἁπλά καί τά πλέον πνευματικά, ἴσως καί νά ἦταν δόν Κιχῶτες, ἀλλά μέ βάση τά δικά τους ὁράματα ἡ ἱστορία ἔκανε τά ὅποια βήματα, στά δικά τους ἀπίθανα βασίστηκε ἡ μικρή ἤ μεγάλη ἐξέλιξη, ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἰδεῶν. Κάποτε ἤσαν φιλόσοφοι τῆς ἀρχαιότητας, ἔπειτα πρωτοχριστιανοί, κατόπιν κομμουνιστές ἤ ἀναρχικοί – ὅποιο ὄνομα καί ἐάν εἶχαν, κατά βάση αὐτήν τήν Παραγκοῦλα εἶχαν στό μυαλό τους, γι’ αὐτήν ἔχυσαν αἷμα. Ὁ Παράδεισος τοῦ Παπατζώνη, (ὄχι μέ τήν θεολογική ἔννοια), εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ τελειωμένος κόσμος πού δέν ἔχει κάν ἀνάγκη τόν Λόγο, καθώς ἔχει πλέον τελειωθεῖ, ἔχει τήν ἀγάπη ὡς πυρῆνα ὁλάκερου τοῦ βίου.

Διαφωνεῖ ἤ συμφωνεῖ κανείς, θά πρέπει νά παραδεχθοῦμε ὅτι πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά ὡραιότερα συμβολικά ποιήματα στήν ἑλληνική ποίηση καί ἴσως τό μοναδικό ὁποῦ ὁ Παπατζώνης καταθέτει τόσο ἁπλά τήν δική του κοσμοθεωρία, τόν δικό του χαμένο παράδεισο.

Θά πρέπει νά ποῦμε καί πάλι, ὅτι μόνο ὁ πολύ καλός χειρισμός τῆς γλώσσας μπορεῖ νά σώσει τέτοια ποιήματα, εἴτε ἀπό τόν ἀφόρητο διανοητισμό, εἴτε ἀπό τίς γλυκερές καί στερεότυπες ἐπαναλήψεις. Καί ὅταν ἡ γλῶσσα εἶναι καί πρωτότυπη ἡ ἀπόλαυση εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη.

Ἡ πρώτη, (ἐξόχως ἐπικριτική), κριτική Παπατζώνη γιά τόν Σεφέρη. Σέ μεταγενέστερη ἐπιστολή του πρός τήν Νέα Ἑστία αναιρεῖ τήν ἔνταση καί τό ἀπόλυτο τῶν κρίσεων, ἀλλά ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ πώς ἐπιμένει σέ βασικές διαπιστώσεις…

Προχωροῦμε.

Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων…

Συμβαίνει νά σωπαίνει κάποτε ἡ Ἐκκλησία,

παρ’ ὅλο πού τελεῖται γιορτή ἐπιβλητική.

Μήν ἔχοντας καμπάνες, ἄμφια καί λιτανεία,

ξεχύνεται ἡ διάθεση ὅλη ἡ ἑορταστική

στήν ἐσωτερική πιά λατρεία, καθιερωμένη

σέ τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ὁ διπλανός σου

ἀγνοεῖ τί πανηγύρι μέσα σου ἔχει στηθεῖ,

μιά καί δέν συμμετέχει σέ τίποτα γνωστό του,

ξυπνάει καί σ’ ἀντικρύζει κι’ εὐθύς ἀναρωτᾶται:

Πῶς ἔτσι ὁ γείτονάς μου ξανάνθισε ἀδοκήτως;10

Ποιό Πάσχα τοῦ Κυρίου, ἔξω ταγμένου χρόνου,

γιορτάζει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν;

Ἀδιάφορος πρός ὅλα, ὁ κρύφιος ἑορταστής.

Paratum est cor ejus11 γιά τή σπουδαία Θυσία.

Στολίζει τούς βωμούς του, ὑψώνει τήν Χαρά

καί τήν μετουσιώνει σέ σκεύη ἀχτιδωτά.

Μ’ εὐλάβειαν ἀναλίσκει τό περιεχόμενό τους

κι ὕστερα κάμνει ἀπόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.

Σημαίνουν τότε ἐντός του μυριάδες οἱ καμπάνες,

σέ τέτοιο ἀλαλαγμό τους, πού οὐδέποτε χαλκός

τραγούδησε στή γῆ μας μέ τόση εὐφροσύνη,

μέ τόση φωτεινότητα καί τόσο διαυγῶς.

Ὡς συνήθως οἱ ἀναγνώσεις στό ποίημα εἶναι τουλάχιστον δύο. Ἡ μία εἶναι ἐμφανής καί εἶναι ἡ θεολογική, ἐκείνη πού ἐπιτάσσει τό χριστιανικό πνεῦμα. Ὅλα καλά ἕως ἐδῶ.

Κι ὅμως. Πάντοτε στήν δική μου κρίση, (πού ἐν τῷ προκειμένῳ εἶναι ἐξόχως αἱρετική), ἐάν ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά το ποίημα καί ἰδιαίτερα ὁρισμένα του σημεῖα, νομίζω ὅτι θά διαπιστώσουμε δύο στοιχεῖα πού δέν τά ἐντοπίζει κανείς εὔκολα στόν Παπατζώνη.

Πρώτ’ ἄπ’ ὅλα, ἐδῶ ἔχουμε ἕναν Παπατζώνη εἰκονοκλάστη – χρησιμοποιῶ ἐπίτηδες τόν κάπως μειωτικό αὐτόν ὄρο, ἀντί τοῦ συμβατικότερου εἰκονομάχος. Γιά δεῖτε τούς παρακάτω στίχους…

Συμβαίνει νά σωπαίνει κάποτε ἡ Ἐκκλησία,

παρ’ ὅλο πού τελεῖται γιορτή ἐπιβλητική.

μήν ἔχοντας καμπάνες, ἄμφια καί λιτανεία

Κι ἔπειτα…

Ποιό Πάσχα τοῦ Κυρίου, ἔξω ταγμένου χρόνου…

Καί ἐπιπλέον…

Σέ τέτοιο ἀλαλαγμό τους, πού οὐδέποτε χαλκός

τραγούδησε στή γῆ μας μέ τόση εὐφροσύνη

Θαρρῶ ὅτι στό ποίημα αὐτό ἔχουμε δηλωμένη, (μέ σαφῆ τρόπο), τήν ἀδιαφορία τοῦ Παπατζώνη γιά τά μεγαλόσχημα καί τά ἠχηρά της ἐκκλησίας. Καί ὄχι μόνο. Προσέξτε τόν στίχο «ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν» καί «ἔξω ταγμένου χρόνου» – ἡ ἀντίθεση μέ τόν διπλανό δέν εἶναι ἐδῶ ἀντίθεση ἀνάμεσά σε ἕναν πιστό καί σέ ἕναν ἄπιστο, ὅπως θά περίμενε κανείς, ἀλλά ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού ἐνστερνίζονται τήν ἀπέριττη πνευματικότητα τῆς πίστης καί σέ ἐκείνους πού ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό τυπικό λειτουργικό της, μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστοι γιά τά βαθύτερα τῆς συνείδησης. Οἱ ἀποχρώσεις εἶναι ἴσως μέ δυσκολία ὁρατές, ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔστω καί ἀσύγγνωστα, καταδεικνύουν τήν ἄποψη τοῦ Παπατζώνη γιά τά ἀσήμαντα καί τά παρεκκλίνοντα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπίσημη ἐκκλησία.

Ὅμως ἐτοῦτα δέν εἶναι τά μόνα, (καί μᾶλλον δέν εἶναι τά κύρια), πού ἀπορρέουν ἀπό τό ποίημα. Σέ μία ἑρμηνεία ἐξωθρησκευτική, τό νόημα εἶναι ἐπίσης σαφές καί καθολικό – ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε μία ὑπόθεση ἐσωστρεφής, ἡ προσπάθεια μοναχική, τό βίωμα μοναδικό καί  αὐστηρά προσωποποιημένο. Οἱ ἀλλαγές στήν συνείδηση δέν μποροῦν νά εἶναι ἀποτέλεσμα μαζικῶν συμμετοχῶν καί συνομιλιῶν, οἱ μεταβολές καί τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας δέν προκύπτουν ποτέ ἀπό συναθροίσεις ὅπου οἱ συγκλίσεις τείνουν πάντοτε στόν μέσο ὄρο, στήν ἁπλοϊκότητα, στήν ἐπιφάνεια. Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἶναι ἡ μετάφραση τῆς ἀπόσυρσης τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο, ἡ ἀπόλυτη ἀπομόνωση, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει τελείως μεταρσιωμένος. Εἶναι ὅμως καί κάτι ἀκόμη, ἡ ἀντίθεση στήν ἔννοια τοῦ ποιμνίου, τῆς ὁμαδικῆς πίστης. Ὁ καθείς μοναχός θά εὕρει τόν δρόμο γιά τήν Ἀνάσταση, (γιά νά μιλήσουμε μέ ὅρους θεολογικούς) καί οὐδείς ξένος δέν ἠμπορεῖ νά βοηθήσει τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά. Δέν εἶναι τυχαῖος ἄλλωστε καί ὁ στίχος Paratum est cor ejus γιά τή σπουδαία Θυσία, γιά τόν Παπατζώνη ἡ ἐνασχόληση μέ τό πνεῦμα, μέ τήν λογοτεχνία, μέ τήν ποίηση, ἔχει πάντοτε ἕνα τεράστιο κόστος, εἶναι μιά ἄποψη πού διατρέχει τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησής του.

Παρόλο πού τό ποίημα «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ἡ (ἐλάχιστη) κριτική δέν τό πιστεύει ἀπό τά καλύτερα τοῦ Παπατζώνη, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀρκετά διαφορετική. Ἐκτός ἀπό ὅλα τα προρρηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι καί ἀπό τά ἐλάχιστα ὅπου ὑποβόσκει ἀδιόρατη εἰρωνεία γιά τούς κάτ΄ ὄνομα πιστούς καί τούς μεγαλόσταυρους τῆς ἐκκλησίας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του προσδίδει στούς στίχους μία ἀξία.

Τό τελευταῖο ποίημα πού θά δοῦμε σέ τοῦτο τό σημερινό εἰσαγωγικό κείμενο στήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη, εἶναι τό ἰδιαίτερα σημαντικό «Μεγάλη ἀναμονή τῆς ἐπιούσης». Μεγάλο στοχαστικό ποίημα, πού ὅμως ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δέν θά δυσκολευθεῖ ἰδιαίτερα νά κατανοήσει, τουλάχιστον στά κύρια νοήματά του.

Θά ἦταν κάπως ἀστεῖο ἐάν δέν ἦταν πρωτίστως τραγικό, τό ὅτι γιά ἕνα τόσο σημαντικό ποίημα ἀπουσιάζει σχεδόν ἐντελῶς κάθε ἀνάλυση, προσέγγιση, ἑρμηνεία – ὄχι μοναχά στό διαδίκτυο βεβαίως, μά καί στίς ἔντυπες ἐκδόσεις. Αὐτός ὁ φόβος τῶν κατά τά ἄλλα λαλίστατων διανοούμενων γιά τήν ἑρμηνεία τῶν στίχων τοῦ Παπατζώνη καταντᾶ πράγματι τραγελαφικός. Στό τέλος – τέλος, εἶναι προτιμώτερο νά διακινδυνεύσεις καί λάθη καί ρηχές ἑρμηνεῖες, (σπάθη πού φυσικά ἐπικρέμαται καί πάνω ἀπό τό σημερινό κείμενο), παρά νά ἀφήνεις στό περιθώριο ἕναν ἀπό τούς σημαντικότερους ποιητές τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας.

Πρίν διαβάσουμε τό ποίημα, μία διευκρίνιση γιά τούς νεώτερους. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ ἐπιοῦσα, (στόν τίτλο τοῦ ποιήματος), πού δηλώνει τήν ἐρχόμενη ἡμέρα καί εἶναι οὐσιαστικοποιημένη μετοχή καί ἄλλο ἡ ἐπιούσια, θηλυκό γένος ἐπιθέτου, πού δηλώνει ἐκεῖνο πού εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν καθημερινή ἐπιβίωση, τήν συντήρησή μας. Εἶναι πράγματι εὔκολο νά ἐπέλθει σύγχυση ἀνάμεσα στίς δύο λέξεις, ἰδιαίτερα ἐπειδή ὁ ἐπιούσιος ἄρτος περιλαμβάνεται στήν πλέον γνωστή προσευχή τῶν χριστιανῶν. Ἡ μεγάλη ἀναμονή τῆς ἑπομένης Ἡμέρας λοιπόν, αὐτό πραγματεύεται τό ποίημα. Ἅς τό δοῦμε πρίν σχολιάσουμε…

Μεγάλη ἀναμονή τῆς ἐπιούσης

Ἅς προσπεράσουμε κάπως γρήγορα τίς τρεῖς πρῶτες μεγάλες στροφές τοῦ ποιήματος, καθώς νομίζω ὅτι δέν παρουσιάζουν κάποια δυσκολία στήν ἀνάγνωση. Φυσικά θά μπορούσαμε νά ποῦμε πολλά καί ἐνδιαφέροντα, πιστεύω ὅμως ὅτι καί γιά τήν οἰκονομία τοῦ σημερινοῦ κειμένου, θά ἦταν ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον νά μείνουμε γιά λίγο στό τελευταῖο μέρος. Γιά μένα οἱ πιό σημαντικοί στίχοι σέ ὅλο το ποίημα εἶναι οἱ παρακάτω, (φυσικά εἶναι σχεδόν ἀκατανόητοι δίχως τήν ἀνάγνωση τῶν προηγουμένων)…

Ἤ τόσον ἔχουν πιά γενεῖ ξεροί, στήν Ρόδα

Τῆς Ἀνίας τους πατημένοι, πού παῦσαν νά γνωρίζουν

τό στοιχεῖο τοῦ Μεγαλείου, ἀκόμα καί στόν Θάνατο;

Ἀκόμα καί στόν θάνατό τους; Ἤ μήπως φθάσαν

πιό πέρα, στό χειρότερο, οἱ πεπωρωμένοι: στήν φαυλότητα

Νά τόν φοβοῦνται, νά τόν ἀπωθοῦν, νά τόν ξεχνοῦν,

ἔτσι, ἐξεπίτηδες, κοροιδεύοντας καί τούς ἑαυτούς τους

καί τή σφοδρότητα τοῦ πόθου τους καί πᾶσα σημασία

τῆς μεγάλης τους Ἀναμονῆς; Αὐτό δά θάταν

ἡ ἔσχατη πλάνη. Ἡ ἔσχατη κατάργηση τῆς ἔννοιας

τῆς Ἐπιθυμίας. Μιά ζωή, στήν ἔξαρση τῆς Ματαιότητας,

πού νά σφραγίζεται ἐλεεινά μέ τήν μουντζούρα

πάλι τῆς Ματαιότητας. Ώ, τί οἰχτρή κατάντια, ἀπ’ τῆς ὁποίας

τό δάγκωμα σῶσε μας ὅλους, Θεέ μου, νά μήν τήν ἰδοῦμε!..

Ἡ βιαστική ἀνάγνωση θά μᾶς ὁδηγήσει σέ παράδοξα συμπεράσματα καί σέ ἀναπόφευκτα ἐρωτήματα καί ἀπορίες γιά τόν θάνατο, τήν συμφιλίωση μαζί του, σχεδόν τήν ἐπιδίωξή του, τήν ἀγαλλίαση στήν σκέψη τῆς ἔλευσής του.

Προσέξτε τόν στίχο κλειδί – «Ἡ ἔσχατη κατάργηση τῆς ἔννοιας τῆς ἐπιθυμίας». Ἄρα, κοροιδεύοντας τούς ἑαυτούς μας, μή σκεπτόμενοι τόν θάνατο, ὁδηγούμεθα στήν ἀπομάρανση τῆς ἐπιθυμίας, στήν ἀνία, στήν ἀπελπιστική ἐπανάληψη τῆς κάθε ἡμέρας, στήν Μεγάλη Ἀναμονή τῆς Ἐπιούσης;

Κι ὅμως, αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει. Ὁ θάνατος, (ἡ σκέψη τοῦ θανάτου), εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη τῆς δημιουργίας, Ἡ ἐπίγνωση τῆς θνητότητας εἶναι ἐκείνη πού μᾶς κινητοποιεῖ, πού μᾶς κάμει νά ἐκτιμοῦμε τόν δανεικό χρόνο, νά θέλουμε νά ἐκμεταλλευθοῦμε τήν κάθε ἡμέρα, τό κάθε λεπτό, καθώς τό νιώθουμε ὄχι μόνο δανεικό, μά καί πιθανῶς ἀνύπαρκτο, ἀβέβαιο, ἐπισφαλές. Τό ὅριο χρόνου κινητοποιεῖ καί προσανατολίζει. Τό μόνο πού ἔχει ἀξία καί ἀπαιτεῖ ἐνέργεια εἶναι τό σήμερα, τό ἑπόμενο λεπτό. Τί ἄλλη ἔννοια ἔχει ἄλλωστε τό μήν μεριμνᾶτε γιά τό αὔριο τοῦ Ναζωραίου; Μήπως δέν εἶναι μία ἄλλη μετάφραση τοῦ μήν στηρίζεστε στήν μεγάλη ἀναμονή τῆς ἐπιούσης τοῦ Παπατζώνη, μήπως δέν εἶναι ἀκριβῶς ἡ προτροπή νά μήν τά περιμένουμε «ἔξωθεν ὅλα, εἴτε ἀπό τόν πλησίον, εἴτε ἀπό τόν οὐρανό»; Μή σκεπτόμενοι τήν θνητότητα λοιπόν, μήπως καταργοῦμε κάθε ἔννοια ἐπιθυμίας, κάθε ἔννοια τοῦ χρόνου καί ἁπλῶς ἀφήνουμε τήν συνείδηση πλαδαρή νά ἀναπνέει στό μηδέν, στό τίποτα, στήν ἀναμονή ἐκείνου πού δέν ἔρχεται ποτέ; Ζωή διά τοῦ θανάτου λοιπόν, μία ἄποψη πού συναντᾶμε καί σέ ἀρκετούς ἄλλους ποιητές, Ἕλληνες καί ξένους.

Κατά τήν γνώμη μου πρόκειται γιά ἕνα ποίημα – κέντημα, γιά ἕνα μικρό ποιητικό δοκίμιο ἐπάνω στήν ἀποστράγγιση τῶν χυμῶν τῆς ζωῆς μέσα ἀπό τήν πλήρη παράδοση στήν ἀνία, τήν παθητικότητα, στήν ἀδυναμία. Ἡ διά τοῦ θανάτου ζωή διατρέχει ὁλόκληρη τήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη, ὄχι πάντως μέ ἕναν τρόπο μεταφυσικό ἤ στεγνά θεωρητικό.

Τελικές παρατηρήσεις καί σχόλια

Ὁ Παπατζώνης, μαζί μέ τόν Καβάφη καί τόν Καρυωτάκη, εἶναι οἱ πλέον σημαντικοί ἀκαταμάθητοι καί μοναχικοί της Ἑλληνικῆς ποίησης. Μήν σᾶς ξεγελοῦν οἱ συνεχεῖς ἀναφορές γιά ὁρισμένους ἀπό αὐτούς, οἱ Ἀκαδημίες, οἱ ἑορτασμοί καί οἱ ἐκδηλώσεις. Ὅταν μιλοῦμε γιά ποιητές ἐν ἐρημίᾳ, ἀναφερόμαστε σέ κείνους πού, παρά τό ὅτι εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικοί, ποτέ δέν μπόρεσαν νά ἐπηρεάσουν ἔστω καί κατ’ ἐλάχιστο το πνευματικό ὅλον τῆς κοινωνίας, τῆς ἐκπαίδευσης, ἀκόμη καί τῆς καθημερινῆς συμπεριφορᾶς. Οἱ λόγοι μπορεῖ νά εἶναι γιά τόν καθένα τους διαφορετικοί, ἀλλά ὁ παρονομαστής εἶναι ἀμετάβλητος – οἱ κοινωνίες δέν ἀντέχουν τήν ἔνταση, τό βάθος καί τά κατηγορῶ τῆς ποίησής τους.

Μιλώντας εἰδικώτερα γιά τόν Παπατζώνη, θά πρέπει νά ποῦμε πώς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ποιητής πού ἀπέχει, (περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον), ἀπό τήν σημερινή κοινή ἀντίληψη περί ποιήσεως καί λογοτεχνίας συνολικότερα. Δυστυχῶς οἱ νεότεροι ἀναγνῶστες εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά διαβάσουν μέ ἄνεση τήν γλῶσσα τοῦ Παπατζώνη. Ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο κάποιοι ἀπό ἐμᾶς προειδοποιούσαμε χρόνια πρίν, (τό ὅτι δηλαδή ὁ ἠλίθιος ἐμφύλιος γιά τήν γλῶσσα θά ἀποκόψει γενεές ὁλάκερες ἀπό περιοχές τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας), εἶναι πλέον πραγματικότητα καί ὄχι κινδυνολογία.

Ὁ Παπαδιαμάντης στήν περιβόητη φωτογραφία στήν δεξαμενή, τραβηγμένη ἀπό τόν Παῦλο Νιρβάνα. Μέ τον Παπατζώνη τό κοινό τους σημεῖο δέν εἶναι κυρίως οἱ συμπτώσεις στό ἰδιόλεκτο τοῦ καθενός, ἀλλά ἡ υἱοθέτηση τοῦ πιο καίριου καί καθαροῦ πνεύματος τοῦ χριστιανισμοῦ…

Μά δέν εἶναι μόνο ἡ γλῶσσα ἤ ἄν θέλετε, τό πρόβλημα τῆς γλώσσας ὁδηγεῖ καί σέ ἕνα παρεπόμενο πρόβλημα στοχαστικοῦ βάθους. Ἀναλογισθεῖτε μόνο ὅτι στήν σημερινή εἰσαγωγική παρουσίαση, ἀπέφυγα τά δυσκολοτέρα καί βαθύτερα ποιήματα τοῦ Παπατζώνη γιά ν’ ἀντιληφθεῖτε πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ὑπαρξιακή ποίηση καί τούς λαβυρίνθους τοῦ στοχασμοῦ της. Γιά νά φτάσει κανείς στόν Παπατζώνη, (γιά νά φτάσει δηλαδή κάποιος νά ἀπολαύσει τήν ἀνάγνωση τοῦ Παπατζώνη), θά πρέπει πιά νά ἐντρυφήσει γιά πολύ χρόνο ἐπάνω σε εὐκολότερους ποιητές, νά μελετήσει δοκίμια γιά τήν λογοτεχνία, νά ἐμπλουτίσει τήν γλῶσσα του καί νά πλησιάσει ὅσο γίνεται περισσότερο ἔστω καί τίς πιό ἁπλές ἀρχές τῆς φιλοσοφίας. Μήν νομίζετε ὅτι αὐτά κάποτε ὑπῆρξαν ἤ ὅτι οἱ παλαιότερες ἐποχές ἤσαν κατά πολύ διαφορετικές ἀπό τήν σημερινή. Ἀκόμη καί στήν ἐποχή του ὁ Παπατζώνης θεωροῦνταν εἴτε κάποιος πού γράφει ἀκατανόητα, εἴτε ἕνας θρησκευτικός ποιητής περιορισμένων ἐκφραστικῶν ἱκανοτήτων.

Σέ κάποια ἀπό τίς ἐλάχιστες κριτικές πού δημοσιεύθηκαν γιά τόν Παπατζώνη, ἀναγνωρίζεται μέν ἡ πρωτοπορεία του στήν τεχνική του στίχου καί στό περιεχόμενο, ἀλλά ἐγκαλεῖται γιατί δέν μπόρεσε νά ἀποβάλλει τόν βαρύ διανοητισμό, τήν ἐπικράτηση τοῦ στοχασμοῦ ἐπάνω στόν ρυθμό, τόν λυρισμό καί τήν τεχνική τοῦ στίχου.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτό συμβαίνει σέ κάποιο βαθμό. Σέ ἀρκετά ποιήματα ἔχεις τήν ἐντύπωση ὅτι διαβάζεις περισσότερο ἕνα δοκίμιο, παρά ἕνα ποίημα, ἕναν μονόλογο πού ἀδιαφορεῖ γιά τήν ἀναγνωστική πρόσληψη. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως ἐδῶ νά ἀντιστρέψω κάπως τήν κατηγορία. Πράγματι αὐτό ἀρχικά θά μποροῦσε νά ξενίσει καί νά θεωρηθεῖ ἕνα ἀπό τά ἐλαττώματα τοῦ Παπατζώνη. Μήπως ὅμως τελικά γιά τόν πολύ ἀπαιτητικό ἀναγνώστη αὐτό εἶναι κάτι πού μετατρέπεται σταδιακά σέ προτέρημα; Μήπως ἡ ποίησή του ἀποτελεῖ τό ἑπόμενο ἐπίπεδο τῆς ποίησης πού ὅλοι ἔχουμε μάθει νά ὑπηρετοῦμε; Ἤ ἀκόμη καλύτερα (και ὀρθότερα), μήπως ἡ ποίησή του εἶναι ἀπό μόνη της νέο εἶδος, νέα περιοχή, terra incognita ποῦ ἀναμένει ὑπομονετικά τήν ἀνακάλυψή της;

Ἐάν ὁ Καβάφης προτείνει στήν οὐσία μία νέα, ἐντελῶς διαφορετική ἀνάγνωση τῆς ἱστορίας, (μήτε μονόπλευρα διδακτική, ἀλλά καί μήτε γραμμική), ὁ Παπατζώνης εἶναι πού ὁρίζει ἀπό τήν ἀρχή τίς ἔννοιες τῆς πίστης, τοῦ θανάτου, τοῦ πνεύματος καί τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὅπως ὁ Κοραής ἐπιθυμοῦσε τήν κάθαρση τῆς γλώσσας καί τήν δημιουργία μιᾶς νέας ἀφετηρίας, ἔτσι καί ὁ Παπατζώνης ἀγωνιωδῶς ζητᾶ νά συζητήσουμε ἀπό τήν ἀρχή γιά τά μεγάλα καί τά σημαντικά, νά ἐπανακαθορίσουμε τήν στάση μας στόν κόσμο τοῦτο, νά ἀλλάξουμε τό βλέμμα μέ τό ὁποῖο ἀντικρύζουμε ἑαυτούς καί πραγματικότητα. Ὑπερρεαλιστής ὁ Παπατζώνης; Ναί, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀναζητᾶ τήν ρίζα τῶν πραγμάτων, τό πρωταρχικό στοιχεῖο, τό πρῶτο αἴτιο. Καί δέν τό ἀναζητᾶ μήτε στήν πολιτική, μήτε στήν ἐπιφάνεια τῆς ἐκκλησίας, μήτε σέ τίποτα μαζικό, ἡ αφετηρία του εἶναι τό μέγα δῶρο τοῦ στοχασμοῦ καί τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς, ἡ δύναμη τοῦ πνεύματος, ἡ λαχτάρα τοῦ ἀνθρώπου νά ζήσει σέ ψηλότερες σφαῖρες αἰσθητικῆς.

Ἐργογραφία Παπατζώνη, ἀπό το ΕΚΕΒΙ

Ἀδικοῦμε ἐπίσης τόν Παπατζώνη ὅταν τόν βάζουμε στό φιλολογικό μικροσκόπιο καί ψάχνουμε τίς ἐπιρροές του ἀπό τόν Κλωντέλ, τόν Χόλντερλιν, τόν Πόε ἤ τόν Έλιοτ, γενικότερα αὐτή ἡ κουβέντα περί ἐπιρροῶν μόνο ἀκαδημαικό ἐνδιαφέρον μπορεῖ νά ἔχει γιά ἕναν σημαντικό ποιητή. Βεβαίως καί ὁ Παπατζώνης ἐνδιαφερόταν πολύ γιά τήν γαλλική ποίηση, (ἔγραψε μάλιστα σειρά κειμένων γι’ αὐτήν στήν Νέα Ἑστία), βεβαίως καί ἔχει πάρει πολλά στοιχεῖα ἀπό Καβάφη καί Παπαδιαμάντη, ἀλλά πῶς ἀλλιῶς; Ὅλον τοῦτο τόν πνευματικό πλοῦτο ὅμως τόν μετουσιώνει σέ στοχαστική ποίηση δική του καί μοναδική, ὅλες αὐτές οἱ ἐπιρροές δέν εἶναι παρά ἐφαλτήρια γιά νά δώσει κάτι τό ἐντελῶς νέο στήν ἑλληνική ποίηση πού σαράντα καί πλέον χρόνια ἀπό τόν θάνατό του δέν ἔχει γενεῖ ἀκόμη κατανοητό, οὔτε κάν στήν ἐπιφάνεια τῶν στίχων του.

Ὀνομάζω τόν Παπατζώνη ὡς τόν πνευματικώτερο τῶν πνευματικῶν μας, ὄχι ἁπλῶς γιά τήν πρωτοτυπία του καί τό ἐκτενές του ποιητικοῦ του στοχασμοῦ, μά κυρίως γιατί αὐτόν τόν στοχασμό τόν πῆγε σέ βάθος μοναδικό γιά τήν ἑλληνική ποίηση καί ἐπιπλέον γιατί οἱ στῖχοι ἔχουν καί προτείνουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Διαφωνεῖ ἤ συμφωνεῖ κανείς, δέν παύει νά εἶναι ἕνας προσανατολισμός, ἕνα στέρεο πνευματικό ὁδόσημο πού μᾶς δίδει μεγάλες εὐκαιρίες ἀνακατεύθυνσης καί ἀλλαγῶν.

Εἶπαν ἐπίσης ὅτι ὁ Παπατζώνης κηρύσσει κάπως μονότονα τήν πίστη πρός τόν θεό. Ἀναληθές. Ἡ πίστη τοῦ Παπατζώνη εἶναι πρωτίστως πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ μεγάλη του πικρία εἶναι κυρίως γιά τήν χαμένη δύναμη, τήν σπατάλη τῶν δωρηθέντων, (ἀπό τόν θεό; Τήν φύση; Ἀδιάφορο στό τέλος – τέλος…). Δεῖτε αὐτά τά δύο στοιχεῖα πόσο καθαρά, πόσο σαφῆ γίνονται στό παρακάτω ἀπόσπασμα…

Μελτέμι
[ ]

…Κανένας δέν ἔμεινε ἀμέτοχος – κανένας

ἀπόκληρος τῆς εὐλογίας!.. Οὔτε ἐσύ, οὔτε βέβαια κ’ ἐγώ,

πού εἴχαμε τό πιό πλούσιο μερίδιο… Ἀλλά εἶναι ἀχάριστος

ἀπό τή φύση τοῦ ὁ ἄνθρωπος, κ’ ἔχει στιγμές πού ἀπ’ ὅ,τι

τού ‘λαχε δέν ἐπωφελεῖται, δέν ἐχτιμάει τήν παντοδυναμία

πού τοῦ δόθηκε – στιγμές αὐτές χαμένες γιά πάντα!.. Παραπονιέται

γιατί γυρεύει πράγματα ἀλλότρια· μέ τό νά φοβᾶται

καθώς λέει, τή φθορά, δέν χαίρεται τήν ζωντάνια·

μέ τό νά τρέμη μήν χάση τοῦτο ἤ ἐκεῖνο τό ἄθλιο κατάλοιπο,

δέν τά χαίρεται: τόν καταρράχτη καί τό συντάραχο τῆς ἀγάπης·

μέ τό νά τρέμη θάνατο, χάνει ἀπό ἐμπρός του τό ἀέναο κῦμα τῆς ζωῆς!..

(Μελτέμι, ἀπόσπασμα, Ἐκλογή Β, Ἴκαρος 1988)

Ἄν θέλαμε νά δώσουμε ἕναν ἀκόμη τίτλο στήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη θά μιλούσαμε ἀκριβῶς γι’ αὐτό, μία ποίηση δηλαδή κατ’ ἐξοχήν προσανατολισμοῦ. Τί ἄλλο ἄλλωστε δηλώνει καί ὁ τίτλος τῆς συλλογῆς του Ursa Minor; – ἡ Μικρά Ἄρκτος, ὁ κατ’ ἐξοχήν ἀστερισμός τοῦ προσανατολισμοῦ, τῆς πυξίδας. Σέ κάποια ἄλλη χώρα ἤ σέ κάποιον ἄλλο πλανήτη ὁ Παπατζώνης θά διδάσκονταν ἐπισταμένως στίς σχολές φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας καί θά στέκουνταν βασικός στά κείμενα τῶν μεγάλων τάξεων τῆς μέσης ἐκπαίδευσης. Ἀλλά ἀρκεῖ μόνο νά δεῖτε τά δύο τρία ποιήματά του στό διδακτικό βιβλίο καί τίς ἐρωτήσεις πού ἀκολουθοῦν γιά νά ἀπαντήσουν τά παιδιά, γιά νά καταλάβετε πόσο ἐκτιμοῦν σήμερα τήν ποίηση στήν ἐκπαίδευση, πόσο τήν γνωρίζουν καί πόσο ὑπολογίζουν σ’ αὐτήν γιά τόν συνειδησιακό προσανατολισμό τῶν ἐνηλίκων τοῦ μέλλοντος.

KOSTAS KARIOTAKIS AND PREVEZA TOWN
Καρυωτάκης καί Παπατζώνης εἶναι συνομήλικοι, ἔχουν παρόμοιες ἀγωνίες καί ἡ ἐποχή τους λειτουργεῖ ἐπάνω τους συντριπτικά. Μά ἡ μεταφυσική πίστη τοῦ Παπατζώνη τον σώζει ἀπό τά σκοτάδια, ἐάν καί εἶναι φανερό πώς ὑπῆρξαν στιγμές καί ἀμφιβολίας, καί ἔντονης πικρίας, καί βαθιᾶς μελαγχολίας…

Ἡ λογοτεχνική μας ἱστορία, ἔτσι ὅπως ἔχει γραφτεῖ ἀπό τούς «νικητές», εἶναι γεμάτη ἀπό παρατονισμούς. Ὁ Παπατζώνης δέν ἔχει πιά καμία ἐλπίδα νά γενεῖ ἐπίκαιρος, (δέν ἦταν καί ποτέ…), σύγχρονος βοηθός στήν σημερινή σκέψη, ὁδοδείκτης στήν ἐκπαίδευση. Ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού γνωρίζουν τό ὄνομά του ἤ κάποιο ἀπό τά περισσότερο γνωστά ποιήματά του, (ὅπως τό Beata Beatrix), τόν θεωροῦν μία παρωχημένη σημείωση στήν ἑλληνική λογοτεχνία, περίπου ὅπως τόν Κάλβο, τόν Μαλακάση ἤ τόν Σολωμό. Ἀπό τούς κριτικούς κανείς δέν τολμᾶ νά ἀναμετρηθεῖ μαζί του καί νά πάρει τό βάρος μίας παρουσίασης πού ὁπωσδήποτε θά κατρακυλήσει στά τάρταρα τῶν ποσοστῶν ἀναγνωσιμότητας ἤ τηλεθέασης. Γιά ἐκδότες καί σχολιασμένες ἐπανεκδόσεις οὔτε λόγος. Ἀκόμη καί φιλόλογοι τόν ἀποφεύγουν ὅπως εἶχα τήν εὐκαιρία νά διαπιστώσω στήν μικρή ἔρευνα γιά τό σημερινό κείμενο. Καί βέβαια, σχεδόν κανείς ἀπό τούς χιλιάδες ἐπίδοξους ποιητές δέν τόν ἔχει μελετήσει, δέν ἔχει σκύψει μέ προσοχή ἐπάνω ἀπό τήν ποίησή του.

Εἶναι πράγματι κρῖμα, γι’ ἀκόμη μία φορά. Ὅταν μιλᾶμε γιά συνείδηση, πνεῦμα καί δημιουργία, δύσκολα θά βροῦμε φανατικότερο ὑποστηρικτή τους ἀπό τόν Τάκη Παπατζώνη. Κι ἄν ἦταν στό χέρι μου, θά ἔγραφα παντοῦ, θά μοίραζα παντοῦ, αὐτό τό καταληκτικό πεντάστιχό του, πού συμπυκνώνει καί τήν ὅλη του ἀγωνία στήν διάρκεια τοῦ συνόλου τοῦ βίου του. Ἀλλά τουλάχιστον ἐκεῖνος μπόρεσε στο τέλος νά ἀποδώσει λόγο θετικό…

Ἄν αὔριο, ὑποτεθήσθω, σημάνει ἡ τελευταία μας μέρα,

(πρᾶγμα ἔξω τού ἐλέγχου μας καί διόλου ἀπίθανο)

στή νομή τῆς ζωῆς, τί λόγο θ’ ἀποδώσουμε γιά τ’ ἀδαπάνητα

χρυσάφια, τί λόγο γιά τήν ἀδιάφορη περιφρόνηση,

ἐλλειμματίες στή χρήση, ἐνδοιαστικοί, κι ἀσυγχώρητα ἀμελεῖς;

Εάν κρίνετε ότι τα κείμενά μας αξίζουν, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βοηθήσετε τις προσπάθειές μας για την προώθηση τής καλής λογοτεχνίας. Μπορείτε απλώς να κάνετε ένα like στην σελίδα μας στο Facebook ή να κοινοποιήσετε το κείμενο που μόλις διαβάσατε. Επιπλέον, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για τις αγορές σας, (χωρίς καμία επιβάρυνση), τις εταιρίες που συνεργαζόμαστε, όπως το Public, το MediaMarkt, την Aegean, το E-Fresh, το e-shop, την Top-Host και πολλές ακόμη. Τέλος, για άμεση υποστήριξη μπορείτε να κάνετε μία δωρεά μέσα από το Paypal και την φόρμα που θα βρείτε εδώ.

Ανεξάρτητα από το μέγεθος τής υποστήριξής σας σάς ευχαριστούμε από καρδιάς!

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu
Παρακαλούμε κοινοποιήστε το κείμενό μας, εάν κρίνετε ότι αξίζει...
Όχι, ευχαριστώ
This window will automatically close in 30 seconds

Send this to a friend