Η συνταγή τού ευπώλητου

Χρησιμοποιώ τον νεολογισμό «ευπώλητος» στον τίτλο δίχως εισαγωγικά, ποιο το νόημα άλλωστε; Μεταφραστικό δάνειο ή όχι από το αγγλικό best seller, νεολογισμός οπωσδήποτε, ανακριβής αποτύπωση των βιβλίων με πολλές πωλήσεις – σωστά όλα αυτά, αλλά ο όρος έχει καθιερωθεί και όσες εναλλακτικές διαβάζω είναι τρεις φορές χειρότερες, τόσο νοηματικά, όσο και αισθητικά. Για να συνεννοηθούμε λοιπόν, σήμερα θα μιλήσουμε για τα ευπώλητα, όχι εκείνα τα γνωστά με τα ροζ εξώφυλλα και το ακόμη πιο ροζ περιεχόμενο, αλλά τα άλλα, εκείνα που έχουν αποκτήσει τον χαρακτηρισμό τού ποιοτικού, τής σοβαρής λογοτεχνίας, που μπορεί και συνδυάζει ταυτόχρονα υψηλές πωλήσεις και ευρεία αποδοχή από το έτσι κι αλλιώς ολιγάριθμο αναγνωστικό κοινό.

‘Όσοι αντιπαθούν τις αποκαλύψεις σε βιβλία που δεν διάβασαν, ας μην συνεχίσουν την ανάγνωση τού σημερινού κειμένου.

Η επιλογή τού βιβλίου τού Ισίδωρου Ζουργού έγινε τυχαία, προτίμησα ένα πεζογράφημα που εκδόθηκε σχετικά τελευταία και συνεπώς, (θεωρητικά βεβαίως…), αποτυπώνει μία συγγραφική ωριμότητα, μία εξέλιξη λογοτεχνική.

Ας το πούμε από την αρχή, άλλωστε στην Ελλάδα η κριτική πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς ότι δεν κινείται με βάση ταπεινά ή άλλα ιδιοτελή κριτήρια. Τον Ζουργό δεν τον γνωρίζω, άκουσα μόνο την παρουσίαση τού συγκεκριμένου βιβλίου σε κάποιο πολυκατάστημα που πουλά και βιβλία. Η επιλογή τού συγγραφέα έγινε, (όπως παλαιότερα η Ζατέλη, όπως παλαιότερα πολλοί ακόμη που μήτε θυμάμαι το όνομά τους…), γιατί στην συνείδηση των πολλών ο Ζουργός εκπροσωπεί την ποιότητα, την σοβαρή λογοτεχνία, την σύγχρονη αντίληψη για την πεζογραφία. Και σ’ αυτό το ερωτηματικό αποσκοπεί η παρουσίαση τού βιβλίου του. Τίποτε το προσωπικό, τίποτα εκ τού παρασκηνίου, θα έλεγα μάλιστα ότι ως φυσιογνωμία ο συγγραφέας μού είναι ιδιαίτερα συμπαθής, Μα στην λογοτεχνία αυτό δεν είναι αρκετό ούτε καν σαν τρίτη ή τέταρτη προϋπόθεση ποιότητας και αξίας.

Το μυθιστόρημα, (από τις εκδόσεις Πατάκη, 2017), είναι ένα πεζογράφημα -ποταμός που απλώνεται ούτε λίγο ούτε πολύ σε 570 περίπου σελίδες. Έκταση που δεν καταγράφεται κατ’ αρχάς ως μειονέκτημα, αρκεί να μην ταυτίζεται με την φλυαρία και τις άσκοπες περιγραφές. Κάτι που δυστυχώς δεν δείχνει να απουσιάζει από τις πολλές σελίδες.

Η συνταγή διαθέτει τα πάντα. Έναν δρόμο τής Θεσσαλονίκης, (συνοικία των Εξοχών τότε, Βασιλίσσης Όλγας σήμερα), με εξαιρετική πολεοδομία και υπέροχα δείγματα οικιστικής αρχιτεκτονικής, (κάτι που μεταφράζεται αυτομάτως σε νοσταλγία, μα και περιέργεια…), άφθονα ιστορικά στοιχεία, έναν κεντρικό ήρωα, (Λευτέρη Ζεύγο), που η ζωή του βαδίζει παράλληλα με όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα τού 20ου αιώνα, έναν παιδικό έρωτα τού ήρωα, (Μίρζα), ιστορικές φυσιογνωμίες, ακόμη και δάνεια ηρώων από παλαιότερα μυθιστορήματα, (Γιούγκερμαν).

Έχω γράψει πολλές φορές πως η ποίηση είναι ίσως το δυσκολότερο είδος στην λογοτεχνία, μα ας είμαι δίκαιος – το μυθιστόρημα δεν υστερεί σε προβλήματα, καθώς όπως και ο στίχος, θα πρέπει να διαθέτει ρυθμό, οικονομία κειμένου, ιεραρχήσεις, βάθος, λογοτεχνική γλώσσα, (μεγάλη συζήτηση αυτή…), και το κυριότερο – γνήσιους χαρακτήρες, έστω αληθοφανείς, αλλά πάντως τρισδιάστατους.

Ας ξεκινήσωμε από την Ιστορία. Ο Ζουργός έχει καταλάβει από νωρίς ότι στην Ελλάδα λειτουργούν τα στερεότυπα, τα σύμβολα και η υποκρισία. Εάν διαβάζεις ένα ποίημα και δεν μπορείς να συλλάβεις το νόημά του, αυτομάτως ο συγγραφέας του κατατάσσεται στους αξιόλογους ποιητές. Ένα δωμάτιο γεμάτο από βιβλία δείχνει άνθρωπο μελετηρό και πολυπράγμονα. Το κοστούμι αξιοπρέπεια και σοβαρότητα. Το περίλυπο ύφος λύπη και στενοχώρια. Και ένα βιβλία γεμάτο από ιστορικά στοιχεία οπωσδήποτε καταδεικνύει έναν συγγραφέα που έχει εργαστεί σκληρά για την συγγραφή του.

Ναι, ο Ζουργός έχει κάνει σημαντική ιστορική έρευνα, δεν θα τού το στερήσει κανείς αυτό. Ναι, έχει μελετήσει διεξοδικά το ιστορικό πλαίσιο τής εποχής, (το βιβλίο ξεκινά από τις αρχές τού 20ου αιώνα). Ναι, έχει άφθονα ιστορικά στοιχεία στα χέρια του, από εφημερίδες, βιβλία και άλλες πηγές. Μπράβο. Μόνο που για να γραφτεί ένα καλό μυθιστόρημα όλα τούτα δεν είναι αρκετά, θα έλεγα δεν είναι καν προαπαιτούμενα. Ιστορικό δοκίμιο; Οπωσδήποτε. Σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας; Βεβαίως. Για μυθιστόρημα όμως χρειάζονται πολύ περισσότερα και οπωσδήποτε πολύ πιο ουσιώδη.

Το κακό πάντως δεν είναι ότι ο Ζουργός μελέτησε αρκετά το ιστορικό πλαίσιο, το άκρως ενοχλητικό στο βιβλίο είναι ότι θέλει σε κάθε ευκαιρία αυτό να μας το πει με έμφαση, να το βροντοφωνάξει. Σχεδόν κάθε σελίδα είναι και μία από καθ’ έδρας διδασκαλία για την ελληνική ιστορία, ακόμη και όταν αυτό δεν δικαιολογείται από πουθενά, εμείς πρέπει να εμπεδώσουμε ότι ο συγγραφέας έχει στην διάθεσή του πολλά ιστορικά στοιχεία και πρέπει, (θέλουμε δεν θέλουμε…), να τα μάθουμε, να τα αφομοιώσουμε. Ιδού ένα παράδειγμα από τα εκατοντάδες και όχι το πιο χαρακτηριστικό. Κάποια στιγμή ο Λευτέρης συναντιέται με τον Μπαζίλ Ζαχάρωφ, αυτόν τον γνωστό τυχοδιώκτη και έμπορο όπλων. Μόλις συναντιούνται λοιπόν λέει ο Λευτέρης…

«Είμαστε λιποτάκτες, μεσιέ Μπαζίλ, αυτός, [ένας φίλος του, ο Σεμπαστιάν] τής γαλλικής δημοκρατίας κι εγώ τού Βενιζέλου».

Προσέξτε τώρα την απάντηση τού Ζαχάρωφ…

«Δεν θα ήθελα στην κουβέντα μας ν ’αναμειγνύονται ονόματα φίλων μου. Πές μου, τώρα, το επάγγελμα κηπουρός είναι αλήθεια;»

Άσχετο, προσχηματικό, δίχως κανένα νόημα. Όμως ο συγγραφέας θέλει σώνει και καλά να μάθουμε ότι ο Βενιζέλος ήταν φίλος με τον Ζαχάρωφ και θα το μάθουμε ακόμη και εάν αυτή η πληροφορία δεν χωρά πουθενά, δεν ταιριάζει σε τίποτα με την πλοκή και τον διάλογο. Η ειρωνεία μάλιστα είναι ότι λίγα λεπτά αργότερα, ο ίδιος ο Ζαχάρωφ μιλά για έναν άλλο φίλο του Έλληνα πολιτικό και στην συνέχεια περιγράφει με άνεση, (αυτό που λίγο πριν δεν ήθελε μήτε το όνομα να αναφέρει…) τα γεύματά του με τον Βενιζέλο.

Σε άλλο σημείο στην αρχή τού βιβλίου, ο Λευτέρης, (που έχει ξεκινήσει σαν κηπουρός στα χνάρια τού πατέρα του), μιλά με έναν Γάλλο λοχαγό. Ρωτά ο αξιωματικός…

«Εσύ καινούριος είσαι, δεν σ’ έχω ξαναδεί….».

Προσέξτε απάντηση…

«Δεν είμαι τσιράκι τού Μαρκήσιου, παραγιός δηλαδή, μαθητούδι -οι Τούρκοι το λένε «τσιράκ». Καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι;»

Μόνο ένας ηλίθιος δεν θα καταλάβαινε – κι εμείς πρέπει να μάθουμε την ετυμολογία τής λέξης «τσιράκι», ανεξάρτητα εάν ο διάλογος καταντά έτσι ψεύτικος και εντελώς χάρτινος.

Τρίτο παράδειγμα, αναφέρω μόνο τα εξόφθαλμα, εκείνα που ξενίζουν με την πρώτη κιόλας ανάγνωση…

Ο Λευτέρης λοιπόν λιποτακτεί κάποια στιγμή από το εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία και λιποτακτεί μαζί με έναν Γάλλο πεζικάριο. Καθώς περιπλανώνται λοιπόν στα χιόνια, λέει ο Λευτέρης…

«Μη λες πολλά, κράτα δυνάμεις. Θα μιλήσεις όσο θες όταν θα βρούμε καταφύγιο, κατάλαβες;»

Απάντα ο Γάλλος…

«Πολύ σίγουρο σ’ ακούω ότι αυτό θα γίνει…»

Δείτε την απάντηση τού Λευτέρη…

«Αν δεν το πιστεύεις, καλύτερα πέσε τώρα δα και ψόφα!» (!!!!)

Ούτε οι έμποροι ναρκωτικών στην Κολομβία δεν χρησιμοποιούν τέτοια γλώσσα. Που πήγε ο γαλλομαθής Λευτέρης των προηγούμενων σελίδων με τους καλούς τρόπους, την καλή ανατροφή, την συμπόνοια, την ευγένεια; Απλώς εξαφανίστηκε γιατί στην συγκεκριμένη σκηνή ο Ζουργός θέλει να δείξει πόσο σκληροτράχηλος και αποφασιστικός είναι ο ήρωάς του και το δείχνει με τον χειρότερο τρόπο που θα μπορούσε – αλλάζοντας δηλαδή όσα μάς είχε δώσει στις προηγούμενες σελίδες…

Γεμάτο το βιβλίο από παρόμοιες αναφορές, παραπομπές, επεξηγήσεις -σε βαθμό που ξεχνάς ήρωες και πλοκή και νομίζεις ότι διαβάζεις εγχειρίδιο ελληνικής ιστορίας. Θα ρωτήσει κάποιος και δικαίως – προς τι η τόση υπερβολή;

Το νομίζω σχετικά απλό. Ο Ζουργός γνωρίζει ότι οι ιστορικές αναφορές προσδίδουν στο βιβλίο κύρος, υπονοούν τον μόχθο που έχει κάνει για την ανεύρεσή τους, ξεχωρίζουν το έργο του από τα μυθιστορήματα τού σωρού με τις ψευδοϊστορικές αναφορές σε Μικρά Ασία και Ευρώπη. Και πράγματι. Όμως εάν αφαιρέσει κανείς την Ιστορία από το μυθιστόρημα, δυστυχώς εκείνο που απομένει δεν διαφέρει σε τίποτα, (παρεκτός ίσως από την γλώσσα που είναι προσεγμένη…), από τα ερωτικά μυθιστορήματα που κυκλοφορούν κατά χιλιάδες κάθε χρόνο.

Και καθώς αναφέραμε την γλώσσα, σε τούτο το σημείο ας πούμε και κάτι θετικό. Ο Ζουργός γνωρίζει Ελληνικά, τουλάχιστον τα σωστά ελληνικά των εγχειριδίων γραμματικής και συντακτικού. Δεν σε προσβάλλει με νεολογισμούς και σολοικισμούς, τα σημεία στίξης είναι σε γενικές γραμμές σωστά τοποθετημένα, η αφήγηση στρωτή. Φυσικά δεν υπάρχει ξέχωρη λογοτεχνική γλώσσα με την έννοια τής γλωσσοπλαστίας ή τού λυρισμού, αλλά τουλάχιστον είναι γλώσσα με την οποία μπορείς να συνομιλήσεις.

Τι άλλο προσπαθεί να καλύψει η υπερβολική δόση Ιστορίας στο βιβλίο; Μα φυσικά την αδυναμία των περισσότερων συγγραφέων στο ελληνικό μυθιστόρημα, την αδυναμία δηλαδή να πλάσουν χαρακτήρες πειστικούς και γνήσιους. Προσέξτε – όχι χαρακτήρες με τους οποίους να μπορούν να ταυτιστούν οι αναγνώστες, αυτό είναι εύκολο και μπορεί να το κάμει ο καθείς, (είναι για γέλια οι διάφοροι κριτικοί που αναδεικνύουν αυτό το χαρακτηριστικό ως μέγα πλεονέκτημα των βιβλίων που παρουσιάζουν). Όταν μιλούμε για χαρακτήρα σε ένα μυθιστόρημα, αναφερόμαστε κυρίως στο βάθος των αναζητήσεων και στοχασμών του, στις αντιδράσεις του μπροστά σε γεγονότα κοινά και πανανθρώπινα, στον χειρισμό καταστάσεων, στον συναισθηματικό του κόσμο. Περιγελούν την ηθογραφία οι σημερινοί συγγραφείς, αλλά ξεχνούν ότι έδινε χαρακτήρες αληθινούς, προβάλλοντας το σύνολο τού ψυχισμού τους, των συναισθημάτων τους, των κινήτρων που είχαν σε όσα έκαμαν ή και σε όσα δεν έκαμαν.

Ας πάρωμε τον Λευτέρη Ζεύγο, τον βασικό ήρωα στο μυθιστόρημα τού Ζουργού. Ο πατέρας του Έλληνας κηπουρός και η μητέρα του Γαλλίδα – από εκεί έμαθε να μιλά άπταιστα γαλλικά, με προφορά μάλιστα που πείθει ακόμη και τους Γάλλους στρατιώτες (!) όταν συνομιλεί μαζί τους. Ο Λευτέρης λοιπόν ξεκινά από κηπουρός στην βίλα Αλλατίνη μαζί με τον πατέρα του και σταδιακά εξελίσσεται σε έναν τυχοδιώκτη, (θα δούμε πόσο αληθινός είναι αυτός ο χαρακτηρισμός) – θα γίνει βοηθός χρηματιστή, θα επιστρατευθεί για να πάει στον πόλεμο τής Κριμαίας, θα λιποτακτήσει, θα υπηρετήσει τον Ζαχάρωφ, θα θελήσει να γίνει έμπορος διαμαντιών (!) στην Αμβέρσα, διευθυντής κλωστοϋφαντουργίας στην Θεσσαλονίκης, έπειτα εργολάβος οικοδομών. Στο μεταξύ μετά από την λιποταξία του θα αλλάξει το όνομα του σε Ευγένιος Ζιρντό.

Ποιο είναι το πρόβλημα σε όλα αυτά; Ότι σε καμία εκδοχή του ο Λευτέρης δεν πείθει, είναι σαν να βλέπετε έναν ηθοποιό να δηλώνει πως παίζει τον ρόλο για παράδειγμα ενός τοκογλύφου, αλλά την ίδια στιγμή το σώμα του, τα λόγια του, οι χειρονομίες του, μαρτυρούν το εντελώς αντίθετο. Πρόκειται για αδυναμία που προέρχεται κατά την γνώμη μου από δύο βασικούς παράγοντες – ο πρώτος είναι ότι ο ίδιος ο Ζουργός δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να κάμει με τον ήρωά του. Κατά δήλωσή του τον θέλει έναν τυχοδιώκτη αποφασισμένο να πετύχει οικονομικά, εδώ όμως υπεισέρχεται ο δεύτερος παράγοντας – πώς κτίζεις τον χαρακτήρα ενός τυχοδιώκτη; Πώς κτίζεις έναν χαρακτήρα γενικότερα;

Εάν κάτι αποκαλύπτεται στο βιβλίο, είναι το πόσο έχει αλλάξει η ίδια η λογοτεχνική γραφή, (και οι απαιτήσεις της) στο πέρασμα των χρόνων. Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, (μα και πολλοί από τους χθεσινούς), το πιστεύουν εύκολο εάν ακολουθήσουν την συνταγή των εξωτερικών χαρακτηριστικών – βάζεις στο φόντο κάποιους κοσμοπολίτες και διάσημους, αρκετές ευρωπαϊκές ή και εξωτικές πόλεις, βάζεις τον ήρωά σου να τρέχει σαν αυτόματο από χώρα σε χώρα και από χωρίον σε χωρίον, τού μαθαίνεις γαλλικά για να δώσεις έναν αέρα ανθρώπου τού κόσμου, κτίζεις διαλόγους στερεότυπους που αποδεικνύουν διαρκώς πόσο ετοιμόλογος και αυτοδημιούργητος είναι, γενικώς παίρνεις εκείνο που έχωμε μάθει ότι είναι ως εικόνα ο τυχοδιώκτης και το μεταφράζεις σε μυθιστόρημα και πορεία ζωής.

Πάνω-κάτω την ίδια συνταγή ακολουθεί και ο Ζουργός. Φτιάχνει λοιπόν πειστικά την εικόνα ενός τυχοδιώκτη, μα αδυνατεί να κτίσει την στόφα του, το υλικό πού τον κάμει τυχοδιώκτη. Κατά τον ίδιο τρόπο που εάν μιλώ την αργκό τής μαφίας δεν με κάμει εγκληματία, κατά τον ίδιο τρόπο το ότι ο Λευτέρης ταξιδεύει ή γίνεται βίαιος κάποια στιγμή, δεν τον κάμει τυχοδιωκτική φυσιογνωμία. Αφήστε που μετά από 570 περίπου σελίδες, δεν μπορούμε να νιώσουμε οικείο, (δηλαδή γνωστό…) τον Λευτέρη σε καμία περίπτωση. Στις πρώτες σελίδες τού βιβλίου είναι ένα διαμάντι μέσα στον βούρκο, ένας βιοπαλαιστής που όμως μιλά γαλλικά, είναι ευγενής με όλους, συμπονετικός, ξέρει να σταθεί ακόμη και στα τούρκικα σαλόνια και στα σπίτια τής αριστοκρατίας, γενικώς ένας Ξανθόπουλος στο πιο όμορφο και κοσμοπολίτικο. Άξαφνα στα μέσα τού βιβλίου μετατρέπεται σε έναν σκληρό πολεμιστή που όμως λιποτακτεί γιατί αντιλαμβάνεται το άδικο τού συγκεκριμένου πολέμου, (το πώς και το γιατί μια άλλη ιστορία…), μπλέκεται σε ύποπτες δουλειές σε λιμάνια και σταθμούς, περπατά όλα τα χιόνια τής Ουκρανίας για να βρει καταφύγιο τελικά στο σπίτι μιας ηλικιωμένης που τυγχάνει να είναι η μητέρα τού αρχιεπαναστάτη τής περιοχής (!), επανέρχεται για λίγο στα συμπονετικά του, αλλά αμέσως μετά φτάνει να σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια, (μία σκηνή τόσο αδύναμη και εξωπραγματική που καταντά αστεία, εντελώς παράταιρη και ρηχή, ίσως το χειρότερο σημείο τού βιβλίου…), βρίσκει, (ώ! τής συμπτώσεως!..) στην διάρκεια τής κατοχής έναν ναζί που όμως είναι από τους καλούς και συμπονετικούς, (παρόλο που πιστεύει στον ναζισμό) και τέλος, αυτό ήταν. Τυχοδιώκτης; Μπα, ένας χάρτινος ήρωας που υποδύεται τον τυχοδιώκτη μέσα σε ένα σκηνικό που είναι κτισμένο επάνω σε στερεότυπα και μάλιστα τα πιο φτηνά τής λογοτεχνίας: Ο πατέρας που είναι πτωχός, πλην τίμιος, η ταλαιπωρημένη μάνα χωρίς φωνή και βούληση, το κορίτσι που ερωτεύεται, επίσης δίχως φωνή και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, από το πουθενά ένας κομμουνιστής που μοιάζει στον χαρακτήρα τού Φωτόπουλου στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», (μηχανή δηλαδή, δίχως συναισθήματα και παρεκκλίσεις), ένας ναζί με αισθήματα που δεν έχει πρόβλημα να μοιράζεται τα μυστικά του με τον Λευτέρη και χιλιάδες άλλα πιστευτά και απίστευτα σε ένα καρουζέλ όπου όλα χωρούν και όλα μπορούν να γεννούν. Μοιάζει ο Ζουργός να έχει στήσει από πριν ένα στερεότυπο σκηνικό και ο ήρωάς του κινείται σαν μαριονέτα μέσα σ’ αυτό, μήτε μία στιγμή δεν παίρνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δεν ξεφεύγει από την γραμμή, δεν αποκτά δική του φωνή, βούληση, συναίσθημα. Κλείνοντας το βιβλίο δεν έχεις ιδέα τι αντιπροσωπεύει, τι σκέπτεται πραγματικά ο Λευτέρης Ζεύγος. Μια φλούδα από πορτοκάλι, τίποτα παραπάνω, ο συναισθηματικός του κόσμος άγνωστος και ανεξερεύνητος, οι κινήσεις του σπασμωδικές και εντελώς αντιφατικές. Όταν οργίζεται δεν μπορείς να καταλάβεις από που προέκυψε η οργή του, όταν συνωμοτεί δεν αντιλαμβάνεσαι τα κίνητρά του, όταν αγορεύει δεν ξέρεις από που προήλθαν οι γνώσεις του. Χαρτί, σκέτο χαρτί. Οι διάλογοι πομπώδεις και εξωπραγματικοί, δεν είναι μόνο η υπερβολή τής Ιστορίας, μα κυρίως ότι η εκφορά τού λόγου είναι εντελώς αταίριαστη με την ισχνή έστω περιγραφή τού ήρωα.

Για να είμαστε δίκαιοι, το πρόβλημα αυτό δεν είναι μοναχά τού Ζουργού, προκύπτει από το πως αντιλαμβανόμαστε σήμερα το ανθρώπινο πρόσωπο, τον χαρακτήρα. Εάν μάς ρωτήσουν σήμερα για τον τάδε θα πούμε περίπου τα εξής – Ναι, είναι υπάλληλος εκεί, έχει σπίτι και εξοχικό, ταξιδεύει συχνά, έχει δύο παιδιά και καταθέσεις στην Τράπεζα. Θα μπορούσαμε να πούμε – είναι καλός υπάλληλος, αγαπάει την δουλειά του, είναι πιστός στην γυναίκα του γιατί το θέλει, είναι ηθικό στοιχείο, ίσως λίγο ντροπαλός και άτολμος.

Η πρώτη απάντηση περιγράφει την φλούδα του, η δεύτερη την ποιότητά του, την συνείδησή του.

Ο ίδιος εκφυλισμός έχει επέλθει και στην λογοτεχνία. Μένουμε στα εξωτερικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι καθορίζουν και μ’ αυτά προσπαθούμε να πλάσουμε χαρακτήρες. Ο Λευτέρης είναι ένα άθυρμα που το πάει ο άνεμος από εδώ και από εκεί, η μόνη του έννοια είναι να βγάλει χρήματα, (ακόμη κι αυτό δεν υποστηρίζεται πειστικά στο βιβλίο), το όνειρό του να μείνει κι αυτός κάποτε σε μία από τις βίλες οπού δούλευε μικρός. Μέσα σε 570 σελίδες οι στιγμές που αντιλαμβανόμαστε κάποιο συναίσθημα, κάποια βαθύτερη σκέψη είναι ελάχιστες κι αυτές άχρωμες. Προβληματισμοί για τον εαυτό του δεν υπάρχουν, είναι σαν να κινείται σε ράγες σε πορεία προκαθορισμένη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολύ απλά ότι έχει μεταβληθεί η κρίση μας για τον κόσμο και οι αξιακές μας αναφορές. Η μετάθεση από το ποιοτικό κριτήριο, (το είναι) στο ποσοτικό, (το έχειν, το φαίνεσθαι), έγινε σταδιακά  στην κοινωνία και συμπαρέσυρε την λογοτεχνία. Κάθε χρόνο εκδίδονται χιλιάδες σελίδες – μα μήπως μπορείτε να θυμηθείτε έστω και έναν ήρωά τους; Κάποιον που να σας έμεινε στο μυαλό για τον χαρακτήρα του, την σκέψη του, την συμπεριφορά του, έστω την ηθική του, την στάση του απέναντι στον κόσμο; (μα μήπως και στην ποίηση;.. μετρημένοι στα δάκτυλα οι αξιομνημόνευτοι στίχοι!..).

Ο Ζουργός δημιουργώντας τον Λευτέρη, είναι ολοφάνερο ότι στο μυαλό του είχε ως πρότυπο τον Γιούγκερμαν, ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται στο βιβλίο ως πρόσωπο υπαρκτό και συνδέεται με τον Λευτέρη. Θα ξεφύγουμε πολύ από το σημερινό σημείωμα, εάν πιάσουμε τώρα τις αδυναμίες και τις ατέλειες τού ήρωα τού Καραγάτση. Όμως ακόμη και σε σχέση με τον Γιούγκερμαν, (που επαναλαμβάνω, πολλές οι λογοτεχνικές του αδυναμίες…), ο Λευτέρης μοιάζει με καρικατούρα, με σκιά. Τουλάχιστον εκεί υπάρχουν μονόλογοι, σκέψεις, κάποιες απόπειρες στοχασμού.

Φυσικά οι δεύτεροι ήρωες στο βιβλίο τού Ζουργού, είναι ακόμη πιο άχρωμοι, ακόμη πιο χάρτινοι, όπως για παράδειγμα η  Μίρζα, ο παιδικός του έρωτας. Ειλικρινά τόσα χρόνια που διαβάζω, δεν έχω συναντήσει πιο χάρτινη ηρωίδα – τόσο χάρτινη, που στο τέλος γίνεται αντιπαθής. Μιλά ερωτικά και θαρρείς πως ειρωνεύεται. Απευθύνεται εννοείται στον έρωτά της και τα λόγια της βγάζουν περισσότερη κακία και αδιαφορία από αγάπη και ενδιαφέρον. Στο σύνολο τής πλοκής υπάρχει μόνο και μόνο ως ερωτική αναφορά τού ήρωα, τίποτε άλλο δικό της δεν αποτυπώνεται στο χαρτί, μήτε μία ενδιαφέρουσα σκέψη, ένα έντονο συναίσθημα, μια γνήσια ανησυχία. Υπάρχει εκεί ως σύμβολο ενός παιδικού έρωτα, τίποτα παραπάνω.

Προσπαθώντας ο Ζουργός να τα χωρέσει όλα σε ένα και μόνο βιβλίο, καταφεύγει και σε ένα τελευταίο εύρημα. Η αφήγηση και πλοκή διακόπτονται κατά διαστήματα, όταν μεταφερόμαστε στον Ιούνιο τού 1979, όπου κάποια νύχτα ο Ορέστης ένας νέος συγγραφέας, διαβάζει στον Λευτέρη ένα μυθιστόρημα για την ζωή του, (βιογραφία δηλαδή που παρήγγειλε ο ίδιος ο Λευτέρης στον Ορέστη). Με τούτο το τέχνασμα ο Ζουργός θέλει να μας πει ότι όλη η αφήγηση του βιβλίου δεν είναι παρά η ανάγνωση εκείνων που γράφει ο Ορέστης για την ζωή τού Λευτέρη.

Χρειαζόταν πράγματι αυτός ο «εγκιβωτισμός»; Θα ήταν ένα πολύ έξυπνο τέχνασμα, εάν η συνομιλία Λευτέρη – Ορέστη ήταν χυμώδης, απόσταγμα ζωής, διάλογος με πολλαπλές αναφορές. Θα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρον εάν ο αρχικός στόχος τού Ζουργού είχε πετύχει – να υπάρξει δηλαδή μία αντιπαραβολή ανάμεσα σε μια πραγματική ζωή και στην μυθιστορηματική της προσαρμογή. Όμως πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα που κατά την γνώμη μου θα απαιτούσε ένα βιβλίο από μόνο του και μία κατά πολύ πυκνότερη γραφή. Στο βιβλίο πάντως τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά χλωμά, οι διάλογοι Ορέστη και Λευτέρη συμβατικοί και άχρωμοι και στις ελάχιστες στιγμές που καταπιάνονται με την σχέση λογοτεχνίας και ζωής, καταλήγουν σε αμπελοφιλοσοφίες που ξανά στηρίζονται σε στερεότυπα – από την μια ο έμπειρος, πολυγυρισμένος Λευτέρης με την στόφα τής απαραίτητης σοφίας και την κλασική δόση ειρωνείας και από την άλλη ο νέος συγγραφέας που θαυμάζει τον εντολέα του και προσπαθεί να υπερασπιστεί την αλήθεια τής λογοτεχνίας και την επιρροή της στην πραγματική ζωή. Ατελές και ατελέσφορο το εγχείρημα για ένα τόσο σοβαρό θέμα (η στιγμή στην συνομιλία των δύο ανδρών, όπου ο Λευτέρης θυμάται τον Αλεξανδράκη που έπαιζε τον Γιούγκερμαν στην τηλεόραση, αλλά αγνοεί ποιος είναι ο Καραγάτσης, δεν είναι απλώς contra tempo σε όσα έχουν προηγηθεί, καταντά κωμική και εντελώς εκτός πραγματικότητας).

Θα το επαναλάβω, το μυθιστόρημα είναι δύσκολο είδος. Δεν είναι μοναχά οι απαιτήσεις στην δομή και στους χαρακτήρες, η δυσκολία σχετίζεται και με πολλούς άλλους παράγοντες – πολιτιστική παράδοση, χαρακτηριστικά κοινωνίας, αφομοιωμένος στοχασμός, ακόμη και γεωγραφικές παράμετροι παίζουν τον ρόλο τους, δεν είναι τυχαίο ότι τα πλέον σημαντικά μυθιστορήματα γεννήθηκαν σε Ρωσία, Γαλλία και Γερμανία.

Στην Ελλάδα απουσιάζουν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που θα επέτρεπαν μία ισχυρή παρουσία τής πεζογραφίας. Ο χώρος προτρέπει σε εξωστρέφεια, δεν υπάρχει ισχυρή πνευματική παράδοση στην νεοελληνική ιστορία, η φιλοσοφία και γενικότερα ο στοχασμός είναι προνόμιο κάποιων περίκλειστων ακαδημαϊκών ελίτ, η σύνδεση με τις πηγές τής αρχαίας γραμματείας είναι ανύπαρκτη και σχεδόν εχθρική και απουσιάζουν παντελώς ισχυροί πνευματικοί πυλώνες που θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν μία διαφορετική αντίληψη για την λογοτεχνία. Μοιραία τα πεζογραφικά πρότυπα μορφώθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης και τους ευπώλητους εκδότες, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα, (στην καλύτερη περίπτωση), κάποιους καλούς αφηγητές, αρκετούς ιστοριογράφους, μα όχι πεζογράφους με πένα γερή. Απουσιάζει επίσης κάθε πρωτοτυπία και στην πλειονότητα τής πρόζας δεν είναι τυχαίο ότι επαναλαμβάνονται στερεότυπα δεκαετιών, ενώ ταυτόχρονα η πρόσφατη ιστορία, (Σμύρνη, Μικρά Ασία και μεταπολίτευση), χρησιμοποιείται κατά κόρον για να εκβιάσει το συναίσθημα.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, είναι αυτονόητο πως ως ποιοτική λογοτεχνία θα επικρατήσει εκείνη που διαθέτει τα λιγότερα ελαττώματα και μία σχετική σοβαρότητα στον χειρισμό τής γλώσσας και τής πλοκής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ζουργός, (δάσκαλος άλλωστε…), είναι πολύ προσεκτικός στα ζητήματα αυτά, αλλά όταν το ζητούμενο είναι η δημιουργία μίας βαθύτερης δομής ο βασιλιάς αποκαλύπτεται γυμνός και πανομοιότυπος με τους υπόλοιπους.

Σε κάποιες χώρες τής Ευρώπης, (μα ακόμη και στις Ηνωμένες πολιτείες!..), έχει ξεκινήσει δειλά ένας προβληματισμός για τα αποτελέσματα που επέφερε η υποχώρηση των ανθρωπιστικών  λεγόμενων σπουδών και η σύνδεση τής παιδείας με την οικονομία, την χορηγία και την παραγωγική διαδικασία. Φαινόμενα βίας και ρατσιστικού μίσους που οι προηγμένες χώρες είχαν χρόνια να αντιμετωπίσουν, έχουν κάνει την εμφάνισή τους στις γενεές εκείνες που γαλουχήθηκαν με την υπεροχή τής ύλης και την πλήρη περιφρόνηση στο πνεύμα που δεν κερδοφορεί και δεν ανταμείβει.  Όμως στην Ελλάδα οι μακάριοι περισσεύουν και οι λεγόμενοι πνευματικοί κοιμούνται τον ύπνο τού δικαίου. Η έννοια μας εδώ παραμένει ισχυρή για τις συντάξεις, τους φόρους κληρονομιάς, τα τούβλα και τα γρόσια. Η Παιδεία υπάρχει μοναχά ως προθάλαμος εκπαίδευσης κερδοφόρων επαγγελμάτων. Κάθε τι το πνευματικό, (το απαιτητικό, το κοπιώδες…), εξοβελίζεται ως άχρηστο, περιττό, ανώφελο. Διάσημα ονόματα, (σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, κριτικοί…), προωθούν βιβλία και διοργανώνουν παρουσιάσεις για κείμενα παντελώς ανάξια και κενά περιεχομένου. Αλυσίδες βιβλίων διοργανώνουν βραδιές βραβείων, κακέκτυπα αντίστοιχων εκδηλώσεων στο εξωτερικό. Οι εκδότες έχουν καταντήσει ένας συρφετός κακής τυπογραφίας με διατιμημένη λογοτεχνική παραγωγή – τόσο η ποίηση, τόσο η πεζογραφία, τόσο το δοκίμιο, δόξα τω θεώ ατάλαντοι υπάρχουν πολλοί που ονειρεύονται το όνομά τους τυπωμένο σε ένα εξώφυλλο καλοπληρωμένο. Η δήθεν πολιτική ορθότητα έχει εξαφανίσει και τις τελευταίες κριτικές φωνές – απαγορεύεται δια ροπάλου να πεις καθαρά σε κάποιον ότι το βιβλίο του είναι για πέταμα και τα κείμενά του για γέλια.

Όπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα, έτσι και την λογοτεχνία την μετέτρεψαν σε γρόσια, σε νόμισμα, σε βάρος τσέπης. Σε έναν λαό που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον Καρυωτάκη από τον ποιητή Φανφάρα, σερβίρουν σκουπίδια ως υψηλή πεζογραφία, στιχάκια ημερολογίου ως ποίηση υψηλής ποιότητας, παιδεία περασμένων δεκαετιών ως σύγχρονη εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών. Η αρχαιότητα είναι πλέον εντελώς ξένη στην σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, (μα τι θέατρο!.. και τι φιλοσοφία θα μπορούσαμε να είχαμε αφομοιώσει!..), οι ελάχιστοι νεοέλληνες αξιόλογοι συγγραφείς δεν διαβάζονται πλέον, (κάποιοι από αυτούς και λόγω γλώσσας!..) και τα όσα αξιόλογα τής ξένης λογοτεχνίας παραμερίζονται από κάποια υπερτιμημένα Νόμπελ και αστυνομικά βιβλία που δεν τα καταφέρνουν μήτε στο δικό τους είδος.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα είναι απολύτως φυσικό να έχωμε σήμερα μία λογοτεχνία δισδιάστατη από την οποία το βάθος απουσιάζει εκκωφαντικά και οι ήρωές της δεν μπορούν να υπερβούν ποτέ την καθημερινή νεοελληνική πραγματικότητα. Ισοϋψείς με όλους τους υπόλοιπους, αντίγραφα καθημερινών τύπων δίχως κανένα ενδιαφέρον.

Ο Ζουργός είναι ένας καλός αφηγητής και άνθρωπος επιμελής στην εργασία του. Για τούτα τα πλεονεκτήματα δεν αμφιβάλλει νομίζω κανείς και άλλωστε αυτά είναι που έχουν δημιουργήσει το δικό του αφοσιωμένο κοινό. Θα μπορούσε να είναι ένας ανατόμος τής σύγχρονης πραγματικότητας, εάν αποφάσιζε να ενδιαφερθεί περισσότερο για τους ήρωές του παρά για την ιστορία. Όμως αυτό προϋποθέτει μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για την λογοτεχνία που πολύ φοβούμαι ότι δεν είναι διατεθειμένος, (και γιατί άλλωστε;..) να την ερευνήσει και να πειραματιστεί μαζί της. Καλός παραμυθάς;.. Ικανός αφηγητής;.. Οπωσδήποτε ναι, αλλά όχι λογοτέχνης και μάλιστα υψηλής αξίας, όχι σ’αυτό το βιβλίο. Τουλάχιστον όχι με τα χαρακτηριστικά που έχωμε μάθει (εμείς οι δεινόσαυροι…) να αποδίδωμε στην λογοτεχνία…

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend