Κι ἔτσι, τ’ ἀγαπημένο μας ταξίδι ἀπαρατήσαμε..

Ὁμολογῶ πὼς τὸν ποιητὴ Τεῦκρο Ἀνθία, (1903-1968, γέννηση στὸ χωριὸ Κοντέα τῆς Ἀμμόχωστου, πραγματικὸ ὄνομα Ἀνδρέας Παύλου), τὸν γνώριζα λίγο ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ποιήματα σὲ ἀνθολογίες, περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἐκτενή κριτική του στὸ ἔργο τοῦ Καρυωτάκη (περισσότερο στὸν ἴδιο τὸν Καρυωτάκη, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω…), ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ συνέχειες στὴν ἐφημερίδα «Ὑπαλληλική», ἐπίσημο δημοσιογραφικὸ ὄργανο τῆς συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, (ναί, τότε οἱ συνδικαλιστὲς ἀσχολοῦνταν ἀκόμη μὲ θέματα πολιτιστικά…). Οἱ κριτικὲς καὶ οἱ ἀπόψεις ἐκείνων ποὺ τάσσονταν μὲ φανατισμὸ στὴν ὑπεράσπιση τῆς «ἐπαναστατικῆς τέχνης» μὲ ἀπωθοῦσαν πάντοτε καὶ ἰδιαίτερα ὅταν ξεπερνοῦσαν πολὺ ἐπιπόλαια τὴν Καρυωτάκειο ποιητικὴ κι ἔτσι προσπέρασα κι ἐγὼ λίγο βιαστικά το ἔργο τοῦ Ἀνθία. Τὰ χρόνια πέρασαν καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιχειρήσω μιὰ ψυχραιμότερη προσέγγιση, γιατί στὶς πρῶτες του ποιητικὲς ἀπόπειρες ὑπάρχουν ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα.

Ἃς τελειώνω σύντομα μὲ τὰ βιογραφικά, καθὼς ὅπως γνωρίζουν οἱ τακτικοὶ ἀναγνῶστες, ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρουν περισσότερο οὐσιαστικὰ ζητήματα, τὰ ὑπόλοιπα εὔκολα βρίσκονται στὶς διαδικτυακὲς ἐγκυκλοπαίδειες. Ὁ Ἀνθίας θὰ φτάσει στὴν Ἀθήνα τὸ 1923, χρονολογία ὅπου ὅπως γνωρίζουν οἱ περισσότεροι ἡ ποιητικὴ γενιὰ τοῦ 1880 ἔχει ἤδη μείνει πίσω καὶ ἡ γενιὰ τοῦ 20 ἔχει ξεκινήσει νὰ ἀφήνει ἰσχυρὸ ἀποτύπωμα στὴν φιλολογία. Εἶναι γνωστὸ ἀπὸ ἄλλη ἀνάρτηση τὸ στέκι αὐτῶν τῶν «καταραμένων» ποιητῶν στὰ ὑπόγεια τοῦ Μπάγκειου – ἀναφορὰ στὸν Ἀνθία ὑπάρχει στοὺς γνωστοὺς σατιρικοὺς στίχους τοῦ Ὀρέστη Λάσκου..

 

Ἐκεῖ πιὸ πέρα ὁ Θοδωρῆς ὁ σαρκαστής, κι ὁ ἀστεῖος,

βήχοντας φτύνει ἀδιάφορος μιὰ αἱμάτινη σταλιά.

Κι ὁ Ἀνθίας ὁ αἰθερομανὴς ποιητὴς σὲ μιὰ γωνιά,

μὲ μάτια κόκκινα, θολά, μονολογεῖ ἠλιθίως.

 

Τὸ 1929 ὁ Ἀνθίας θὰ δημοσιεύσει τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Τὰ σφυρίγματα τοῦ ἀλήτη» – κριτικὴ καὶ κοινὸ θὰ ὑποδεχθοῦν πολὺ εὐνοϊκὰ τὴν ἀπόπειρα καὶ μέσα σὲ περίπου ὀκτὼ χρόνια ἡ συλλογὴ θὰ φτάσει τὶς τέσσερις ἐκδόσεις. Ὁ Νικολαΐδης πιστεύει πὼς ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἐπιτυχίας ἦταν τὸ πλάσιμο τοῦ ἀλητήριου χαρακτῆρα, (πολὺ κοντὰ σ ἐκεῖνον τοῦ Χάμσουν στὴν πεῖνα ἢ τοῦ Σαρλώ), στὴ γλῶσσα, στὸν αὐτοσαρκασμό, στὴν εὐαισθησία – καὶ δὲν ἔχει ἄδικο. Κυρίως ὅμως, ἦταν ἡ φρέσκια ματιὰ ἑνὸς ποιητὴ ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχε ἐγκλωβιστεῖ σὲ στερεότυπα καὶ λειτουργοῦσε βιωματικὰ μέσα στὰ ἀπόνερα τῆς γενιᾶς τοῦ ’20 καὶ μιᾶς Ἑλλάδας ρημαγμένης. Ἡ εἰρωνεία εἶναι πὼς αὐτὴ τὴν περίοδο, παρόλο ποὺ ὁ Ἀνθίας κατακτᾷ γρήγορα ἕνα δικό του, ξεχωριστὸ ὕφος, ἡ ποίησή του ἔχει πολλὰ ἀπὸ τὸν ἀναρχισμὸ τῶν στίχων τοῦ Καρυωτάκη, οἱ τελευταῖες στροφὲς φλερτάρουν ἔντονα μὲ ἐκεῖνες τοῦ αὐτόχειρα ποιητῆ, ὁ προβληματισμὸς του εἶναι ἀκόμη στραμμένος στὸ ἐσώτερο, στὸ συναίσθημα, διαθέτει ἀκόμη ἐκεῖνον τὸν ρομαντισμὸ ποὺ τόσο πολὺ θὰ κατηγορήσει ἀργότερα στὴν ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. Ἰδοὺ λίγα ἀποσπάσματα. Τὸ πρῶτο («ἀλητισμὸς») δύσκολα ξεχωρίζει σὲ ὕφος καὶ οὐσία…

 

Ὢ τί γλυκός, ὢ τί γλυκός,

πού’ ναι κι αὐτὸς ὁ ἀλητισμός!

Τέτοιον ἐπίλογο θὰ πῶ

σά, μιὰ νυχτιά, θὰ κοιμηθῶ

στὸν οὐρανὸ ἀπὸ κάτου,

καὶ θ’ ἁπλωθεῖ τριγύρω μου τὸ σκότος τοῦ θανάτου.

 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Κατρακύλημα»…

 

Πάντοτε λές: «θάρθει μιὰ μέρα νὰ ξεφύγω»,

ἀπ΄τῶν πραγμάτων τὸ μηδὲν νὰ λυτρωθῶ,

καὶ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, λίγο-λίγο,

κάπως ψηλὰ μὲ περηφάνια νὰ ὑψωθῶ».

κι ὅμως τὸ Χάος σὰ μαγνήτης σὲ τραβάει

καί, ἀπειθάρχητος, στὴ Σκέψη πάντα ζεῖς…

Τὸ κατρακύλημα ποτὲς δὲ σταματάει

γιὰ τιποτένια πραγματάκια τῆς ζωῆς.

Ἀπὸ τὸ ποίημα «Ὀλιγαρκεῖς»…

 

Ὤ! πόσο γίναμε στ’ ἀλήθεια ὀλιγαρκεῖς-

-ἐμεῖς, ναυάγια τρικυμίας τραγικῆς-

Τῆς εὐτυχίας ἀπωλέσαμε τὴν αἴσθηση

καὶ τὴ γνωρίζουμε μονάχα σὰν παραίσθηση!

καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου, «Ταξίδι ἀνεκπλήρωτο«…

 

Ἐμεῖς, τ’ ἀνόητα πουλιά, μὲ τὴ βραχνὴ λαλιά, μὲ ψωριασμένα τὰ φτερά, ψαλιδισμένη οὐρά,

μιὰ νύχτα χειμωνιάτικη, χωρὶς νὰ λογαριάσουμε,

κατάμονοι, κινήσαμε στὰ σύγνεφα νὰ φτάσουμε.

μὲσ’ στὴν τρελὴν ἀστροφεγγιά, κάποια φωνὴ στριγγιά,

τόσο βαριά, τόσο βαριά, τοῦ ἀδέσποτου βοριά,

μᾶς τρόμαξε γιὰ μιὰ στιγμὴ ποὺ λίγο ἐπροχωρήσαμε,

κι ἔτσι, τ ἀγαπημένο μας ταξίδι ἀπαρατήσαμε.

 

Πολὺ γρήγορα (1930) στὸν ἀπόηχο τῆς πρώτης ἐπιτυχίας θὰ ἐκδώσει τὴ συλλογὴ «Ἅγιε Σατάν ἐλέησον με«, θὰ κατηγορηθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ καὶ ἀπὸ ὁμοτέχνους πὼς βιάστηκε νὰ ἐξαργυρώσει τὴν εὐνοϊκὴ πρώτη ἀποδοχή, πὼς οἱ στίχοι ἦσαν ἀδούλευτοι, ἀκόμη ἀνώριμοι. Προσωπικὰ, δὲν νομίζω πὼς τὸ πρόβλημα ἦταν τόσο πολὺ τεχνικὸ ἢ φόρμας, τὸ πιθανότερο εἶναι πὼς ὁ προβληματισμὸς τοῦ ποιητῆ ἔχει ἀρχίσει νὰ στρέφεται πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις, ἡ συμπάθειά του πρὸς τὸν Βάρναλη καὶ τὴν λεγόμενη στρατευμένη τέχνη εἶναι πλέον ἐμφανής, ἀπὸ τὸν στίχο ἀπουσιάζει πλέον ἐκεῖνο τὸ ρεμπέτικο στοιχεῖο, ὁ ἀναρχισμός, ἡ τρυφερὴ ματιὰ στὸ περιθώριο, ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἀπόκληρους τοῦ δρόμου καὶ τὴν παραίτησή τους. Ἄλλωστε ὁ ποιητὴς ἐπιστρέφει στὴν Κύπρο τὸ ἴδιο διάστημα, τὰ γραπτά του θίγουν τὴν ἐκκλησία ποὺ τὸν ἀφορίζει, (γιὰ νὰ ἄρει τὸν ἀφορισμὸ στὰ 1935), μπαίνει σὲ δύσκολες περιπέτειες, ἀργότερα θὰ μετακινηθεῖ στὴν Ἀγγλία γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὴν Κύπρο – εἶναι πλέον ταγμένος φανατικὰ στὸ κομμουνιστικὸ κίνημα, τὰ γραπτά του θὰ προσαρμόζονται ὅλο καὶ περισσότερο στὰ μέτρα τοῦ σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ καὶ καθὼς εἶναι ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους σὲ Κύπρο καὶ Ἑλλάδα ποὺ ζοῦν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ ἔργο τους, θὰ κάμει πολλὲς ποιοτικὲς παραχωρήσεις γιὰ τὴν ἐπιβίωση, γεγονὸς φυσικὰ ἀπόλυτα σεβαστό, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς…

Κάθε ἄνθρωπος τῆς Τέχνης ἔχει μιὰ κορυφὴ στὰ δικά του μέτρα – γιὰ τὸν Ἀνθία τὰ «Σφυρίγματα τοῦ ἀλήτη» ἦταν ἡ καλύτερη στιγμή του, εἶναι κάτι ποὺ ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος, ἄλλοτε ἄμεσα καὶ ἄλλοτε ἔμμεσα, ὅταν ἡ θεματική της πρώτης συλλογῆς του ἐπανέρχεται στὰ ὕστερα γραπτά του. Νὰ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ 1939 «Ἡ ἄνοδος», ἀπὸ τὸ ποίημα «Ὁ ἐρημίτης»…

 

Δρᾶμα βουβό. Πληγὴ ἀνοικτή. Ζητὰ ἡ καρδιὰ νὰ ξανοιχτεῖ

μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Ἀλήτη,

ποὺ ζεῖ στοῦ βάθους τὴ γωνιά, μὰ σκλαβωμένος ἀγωνιᾷ,

σφυρίζοντας τὴ μυστικὴ μπαλλάντα τοῦ Ἐρημίτη.

 

καὶ ἕνα τρυφερό, πολὺ ὥριμο, σὰν ἀπὸ χέρι ἄλλου, ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Ἡ ἔξοδος» τοῦ 1937, μὲ τίτλο «Περιπέτεια»…

 

Κάτω ἀπὸ τῶν ἴσκιων τὴ μελαγχολία,

πέρασε καὶ πάλι τὸ ξανθὸ παιδὶ τῶν ἐφηβικῶν

ἐλαφρῶν βημάτων.

Νύχτα, ποὺ τὸν εἶδες τὸν δοκιμασμένο

ναυαγό τοῦ ὀνείρου νὰ ξαναγυρνᾷ

στὶς παλιές του χίμαιρες,

ἤσουνα καλὴ καὶ σοφὴ μαζί του.

Μήτ’ ἕνα μειδίαμα κι οὔτε μιὰ πτυχὴ

γέλιου εἰρωνικοῦ στὴ γλαυκὴ μορφή σου

δὲν ἐφάνη, ἀλήθεια.

 

Καὶ γιὰ νὰ γυρίσουμε στὴν πρώτη συλλογή, νὰ καὶ ἡ τελευταία στροφὴ ἀπὸ τὸ πιὸ γνωστό της ποίημα «Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἀλήτη«, ἰδού ἡ πιὸ γνωστή στροφή…

 

Ἀλήτη! Ἀπόψε εἶν’ ἡ βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή!

Μπορεῖς νὰ πᾶς νὰ κοιμηθῆς σ’ ἕνα παγκάκι, ἀλήτη!

Πλάτυνε ἡ σκέψη τὴ ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,

πόκανε ὁ ἄνθρωπος τὴ γῆ κι ὅλο τὸ σύμπαν σπίτι.

 

κι ἀκόμη..

 

Τρέμουν ἀκόμα δυὸ ἀλῆτες στὴ γωνιά.

Μὲ μίαν εὐλάβεια καὶ πόνο τοὺς σιμώνω.

Ὤ! μᾶς κυκλώνει καὶ τοὺς τρεῖς ἡ παγωνιά…

Θέλω νὰ σφίξω τὶς γροθιές μου… ἀλλά… κρυώνω

 

καὶ τέλος τὸ πολύ γνωστό στους ἀναγνῶστες μας δίστιχο..

 

Θέλω να ματώσω, θέλω νὰ δοθῶ,

στὴ σκληρή ἡδονή τῆς μεγάλης πτώσεως.

 

Εἶναι κρῖμα ποὺ ἡ πορεία τοῦ Τεύκρου Ἀνθία τὸν ὁδήγησε σὲ κείμενα ὅπου σαφέστατα τὸ πολιτικὸ προτάγμα ὑπερτερεῖ τοῦ ποιητικοῦ ἢ μιᾶς τρυφερότερης ματιᾶς πρὸς τὴ γενιὰ τοῦ 20 καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὸν Καρυωτάκη. Ἡ κριτικὴ ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω εἶναι σκληρότατη, ἀφορᾷ ἐλάχιστα τὸν στίχο καὶ περισσότερο τὴν προσωπικὴ στάση τοῦ ποιητῆ – ὅποιος ἔχει διαβάσει προσεκτικά «Τα σφυρίγματα τοῦ Ἀλήτη» (καὶ μπορῶ νὰ πῶ πὼς, ἔστω καὶ ὄψιμα, θὰ τὰ ἔβαζα στὰ ἀγαπημένα μου καὶ πολὺ τρυφερὰ πονήματα…) νοιώθει μιὰ ἔκπληξη μὲ κείμενα μεταγενέστερα…

Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως, στὸ σύνολο τοῦ ἔργου ποὺ δὲν εἶναι καὶ μικρό, θὰ βρεῖτε συχνὰ σπαράγματα ψυχῆς, στιγμὲς ποὺ ἀφήνει τὸ ὅπλο πεταμένο καὶ θυμᾶται τοὺς πρώτους καημούς, στίχους τρυφεροὺς κι ἐρωτικοὺς καὶ ποιήματα ποὺ καταλήγουν μὲ μιὰ ἀνατροπή, ἕνα πέταγμα, ἕνα σαρκαστικὸ γέλιο. Ἄλλωστε στὴν πραγματικότητα ἡ γενιὰ τοῦ Ἀνθία, τοῦ Καρυωτάκη, τοῦ Λαπαθιώτη, τοῦ Παπανικολάου, τοῦ Ἄγρα καὶ τόσων ἄλλων ἔχει παρονομαστὲς κοινοὺς – ἐκεῖνο ποὺ διαφέρει εἶναι ὁ δρόμος καὶ τὰ ὅπλα ποὺ ἐπιστρατεύει καθείς τους γιὰ νὰ πάρει μιὰ ἀνάσα σὲ ἐποχὲς σκοτεινές, ἄγριες, πολλὲς φορὲς ἀπάνθρωπες. Τὴν ἐπαναστατικὴ τέχνη ὁ Ἀνθίας, πολλὲς φορὲς ὁ Βάρναλης, ἀργότερα ὁ Ρίτσος – δὲν εἶναι γιὰ κατηγόρια, εἶναι μιὰ ποιητικὴ ποὺ γέννησαν οἱ ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς καὶ ποὺ ἔπαιξε τὸν δικό της σημαντικὸ ρόλο σὲ συνειδήσεις ἀνήσυχες…

Ἁπλῶς δὲν ἔχω πειστεῖ πὼς κι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν καταραμένη γενιὰ ποὺ τυπικὰ παραιτήθηκαν, αὐτοκτόνησαν, μελαγχόλησαν, δὲν προσέφεραν ἐξαίρετο ἔργο σὲ ἐπαναστάσεις ἄλλου τύπου, ἄλλης στόχευσης, ἄλλης διάρκειας…Ἴσως καὶ ἔργο σημαντικότερο ποὺ ἂν μελετούσαμε σήμερα προσεκτικότερα θὰ παίρναμε ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα προαιώνια καὶ βασανιστικά.

Τόπε καὶ κάποιος ποὺ δυσκολεύομαι νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του…

Ἡ μελαγχολία εἶναι μιὰ διαρκής ἐπανάσταση ποὺ ζητᾷ νὰ ἀπελευθερώσει τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴν εὐγένεια τῆς ἀνθρώπινης ὑπόστασης…

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend