Ἕλληνες ποιητές

Κωνσταντῖνος Καβάφης, στοχασμοί σ’ἐπιλεγμένα, πρῶτο μέρος

(τὸ σχέδιο τοῦ Καβάφη εἶναι τοῦ Γιάννη Κεφαλληνοῦ)

 

μὲ τὴν συνεργασία τῶν: Simone Brousseau, Ἀντιγόνης Ἠλιάδη, Γιώργου Καρύπη, Ἕλλης Παναγιώτου

α) Στὸ πρῶτο μέρος ἀνθολογοῦνται τὰ ποιήματα: «Οὐκ ἔγνως», «Ἡ σατραπεία», «Στὰ 200 π.Χ.», «Ὀροφέρνης», «Ὁ Ἰουλιανὸς ὁρῶν ὀλιγωρίαν», «Ἡ πόλις», «Ἀπ’ τὲς ἐννιά..», ἀσχολίαστη ἀναφορὰ γίνεται στὸ «Φωνὲς»

β) Παραλείπονται πασίγνωστα βιογραφικὰ στοιχεῖα καὶ κοινοτοπίες ποὺ θὰ ἐπιβάρυναν ἄσκοπα τὸ κείμενο.

 

Δὲν μπορῶ εὔκολα νὰ θυμηθῶ ἄλλον ποιητὴ ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καβάφη, (29 Απριλίου 1863 – Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933), γιὰ τὸν ὁποῖο νὰ ἔχουν κατατεθεῖ τόσες πολλὲς ἀπαντήσεις στὸ παροιμιῶδες καὶ ἰδιαίτερα ἀντιπαθητικὸ ἐρώτημα: «Μά, τί θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής;»  Καὶ ἂν ὑπάρχουν κάποιοι, ὅπως ὁ Καρυωτάκης ἢ ὁ Ἐλύτης, ποὺ τὸν συναγωνίζονται σ’ αὐτὴ τὴν μετὰ μανίας φιλολογία, ὑστεροῦν ὁπωσδήποτε στὴν παγκοσμιότητά του. Δὲν εἶναι μόνο τὰ (ξένα) πανεπιστήμια ποὺ προσπαθοῦν ἐδῶ καὶ δεκαετίες νὰ συμπεριλάβουν Καβάφη στὰ προγράμματα σπουδῶν τους, εἶναι κυρίως ἡ εὐρύτατη ἀποδοχὴ ἀπὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ ἀλλόγλωσσο ποὺ κάνει τὸν Ἀλεξανδρινὸ ποιητὴ ἕνα μοναδικὸ φαινόμενο τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας. Κι ὅμως, ἡ περίπτωσή του ἐπιβεβαιώνει ἕναν παλαιὸ κανόνα: ὅπου κυριαρχεῖ ἡ φλυαρία, ἡ οὐσία ὑποχωρεῖ. Ὅσο περισσότεροι σχολιαστὲς προσπαθοῦν νὰ ἐντάξουν ἕναν ποιητὴ στὸν δικό τους ἀξιακὸ σύστημα, τόσο ἡ πραγματικὴ ποίηση παραδρομεῖ σὲ μονοπάτια ξένα καὶ μετατρέπεται σὲ «διδασκαλία», λόγια μεγαλόστομα κενὰ περιεχομένου, γίνεται δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀντιπαθοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης καὶ σαρκάζει στὸ πολὺ καλὸ ποίημα «Ἀπὸ τὴν σχολὴν τοῦ περιωνύμου φιλοσόφου», ἴσως προλάβουμε νὰ τὸ δοῦμε παρακάτω…

Ἀλήθεια ὅμως, εἶναι μόνο ἡ φλυαρία, ἡ ἐπιπολαιότητα καὶ ἡ πατριδολαγνεία, ποὺ ἔχουν μετατρέψει τοὺς Καβαφικοὺς στίχους σὲ ἁπλὰ διδακτικὰ ἐπιγράμματα γιὰ τὴν πρώτη δημοτικοῦ καὶ ἐν τέλει ἀπομακρύνουν τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη ἀπὸ τὴν πληρέστερη κατανόηση τῶν στίχων του;

Ὅταν κάποτε ἀνέφερα σὲ μία λογοτεχνικὴ παρουσίαση πὼς ἡ καλὴ ποίηση (προ) ἀπαιτεῖ καλοὺς ἀναγνῶστες, ἦταν μεγάλη ἡ ἀντίδραση, κυρίως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀρέσκονται, (βεβαίως χάριν λαοφιλίας), νὰ ὑποστηρίζουν πὼς τὰ πάντα στὴν λογοτεχνία εἶναι ὑποκειμενικά, πὼς δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ προθέσεις τοῦ ποιητῆ, πὼς ποίηση εἶναι ὅ,τι θεωρεῖ ὁ καθεὶς σὰν τέτοια – ἄποψη βεβαίως ποὺ κολακεύει τὸν ἀγράμματο, προωθεῖ τὴν εὐκολία καὶ τὴν ἐπιφάνεια καὶ ἐξισώνει τὴν ποίηση μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ψυχαγωγικὴ δραστηριότητα, ποὺ μοναδικὸ σκοπὸ ἔχει νὰ σκοτώσει λίγες ὧρες, νὰ κάμει τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ εὐχάριστο καὶ ἀνώδυνο. Ὅμως, ἀλλοίμονο, ἡ γνήσια ποίηση καὶ ὁπωσδήποτε ἡ ποίηση τοῦ Καβάφη, βρίσκεται στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς λογικῆς, αὐτῆς τῆς μακαριότητας γιὰ τὸ βάθος τῆς πραγματικότητας. Δὲν εἶναι μόνο ἡ Καβαφικὴ ἰδιόλεκτος, ἡ ἰδιαίτερη, μικτή, (ἃς ποῦμε καλύτερα: ἑνιαία) γλῶσσα. Αὐτό, ἃς ὑποθέσουμε, πὼς ἕνας ἀναγνώστης μίας κάποιας γνώσης τοῦ ὅλου τῆς ἑλληνικῆς μπορεῖ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει. Εἶναι κυρίως οἱ ἀμφισημίες τοῦ ἴδιου τοῦ Καβάφη, τὰ κρυμμένα νοήματα, μία μοναδικὴ χρήση τῆς εἰρωνείας ποὺ ἀφήνει ἀνοικτὲς πολλαπλὲς  ἑρμηνεῖες, εἶναι ἡ χρήση τῆς ἱστορίας μὲ τρόπο μοναδικό, εἶναι ἕνα βάθος ποιητικὸ ποὺ δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ ἀνακαλύψεις, ἐὰν πρῶτα δὲν ἔχεις συλλογιστεῖ, στοχαστεῖ καὶ ἐντρυφήσει σὲ ὑπαρξιακὲς ἀγωνίες, φιλοσοφικὰ ἐρωτήματα, πραγματικὰ ἱστορικὰ προτάγματα. Μὲ ποιὸν τρόπο ἄραγε μπορεῖ κάποιος νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ πολὺ ὄμορφο ποίημα «Ὀροφέρνης» καὶ τοὺς προβληματισμοὺς ποὺ ξεπηδοῦν ἀπὸ κάθε στίχο, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἔχει ἀποκτήσει μία στοιχειώδη γνώση τοῦ Ὀροφέρνη, τοῦ ρόλου του στὴν ἱστορία, ἂν δὲν ἔχει δεῖ τὸ «τετράδαχμον» ποὺ ἀναφέρει ὁ Καβάφης, (ὄχι τυχαία) στὸν πρῶτο κιόλας στίχο; Πῶς θὰ καταλάβεις ἐκεῖνο τὸ ἐξαιρετικὸ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», ἐὰν δὲν γνωρίζεις τίποτα γιὰ Πλούταρχο, Ὀκταβιανό, Ἀντώνιο καὶ Κλεοπάτρα; Ὑπάρχουν μαθητὲς ποὺ γιὰ χρόνια ὁλόκληρα θεωροῦν, πὼς ὁ παροιμιώδης πιὰ στίχος «..κι’ ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις…» εἶναι μιὰ ἁπλὴ παραβολὴ σχετικὴ μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια ποὺ πρέπει νὰ ἔχει κανείς, τὴν ὥρα ποὺ ἀπομακρύνεται (ἀναγκαστικῶς) ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀγαπᾷ. Ἄλλοι πάλι ἐμπλέκουν τὸν στῖχο μὲ τὴν οἰκονομικὴ δυσπραγία! Παρόμοιες παρανοήσεις εἶναι ἄφθονες στὶς ἑρμηνεῖες καὶ στοὺς σχολιασμούς, ἡ ἀδυναμία μάλιστα ἀκόμη καὶ ἐκπαιδευτικῶν νὰ ἀναλύσουν μὲ ἐπάρκεια στὰ παιδιὰ τοὺς Καβαφικοὺς στίχους, ἔχει δημιουργήσει ἐνήλικους ἀναγνῶστες ποὺ ἀποστρέφονται πλήρως τὰ λεγόμενα «ἱστορικά» του Καβάφη καὶ ἔχουν βαρεθεῖ ἀπὸ τὴν συνεχῆ καὶ μονότονη ἐπανάληψη ποιημάτων μὲ ἰδιοφυῆ σύλληψη, (ὅπως τὰ «Ἰθάκη» καὶ Θερμοπύλες»). Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς θὰ διαβάσουν τυχαία κάποια ἀπὸ τὰ «ἐρωτικά» του Καβάφη, μὰ κι ἐκεῖ λάθος συμπεράσματα θὰ βγάλουν, καθὼς σπουδαῖοι δάσκαλοι καὶ κριτικοὶ, ἄλλο δὲν κάμουν τὰ τελευταῖα χρόνια παρὰ νὰ ψάχνουν τὴν ἐπίδραση τῆς ὁμοφυλοφιλίας τοῦ ποιητῆ στὸν ποιητικὸ στοχασμό του. Πάντα το εὔκολο, πάντα το γαργαλιστικό, πάντα το προφανές, τὸ «κεραμεοῦν». Μὰ, θὰ πεῖ κανείς, παίζει κι αὐτὸ τὸ ρόλο του, διαμορφώνει μία κάποια αἰσθητική, ἀλλάζει κάποτε τὸ ποιητικὸ πρῖσμα! Βεβαίως καὶ τὸ κάμει, ἀλλὰ ὄχι ἀποκομμένα καὶ πάντως ὄχι περιοριστικὰ – θὰ μιλήσουμε καὶ γιὰ τὰ ἐρωτικὰ ποιήματα παρακάτω.

Στὴν Ἑλλάδα ἡ ματιὰ τῆς κλειδαρότρυπας εἶναι πάντοτε πιὸ ἑλκυστικὴ ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὴν μεγάλη σάλα. Σὲ ποιητὲς σημαντικούς, (ἕως καὶ ἰδιοφυεῖς ὅπως ὁ Καβάφης), ὑπάρχει πάντοτε σκληρὴ κριτικὴ μὲ ἀκραίους χαρακτηρισμοὺς καὶ ταυτόχρονα ἡ προσπάθεια φτηνῶν καὶ ρηχῶν ἑρμηνειῶν μέσα ἀπὸ τὸν προσωπικό τους βίο. Σκεφθεῖτε τὸν Καρυωτάκη. Τὰ ἄρθρα γιὰ τὴν Πολυδούρη, τὴν σύφιλη, τὴν αὐτοκτονία του, τὴν ὑπαλληλική του καριέρα, εἶναι πολλαπλάσια ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ σοβαρὰ ἀνιχνεύουν τὴν δύναμη τῆς ποίησής του. Τὰ ἀντίστοιχα συμβαίνουν καὶ στὸν Καβάφη, σκαλίζουν τὴν ὁμοφυλοφιλία του μήπως ἔτσι κατανοήσουν καλύτερα τὴν ποιητική του, μὰ εἶναι φυσικὰ ἕνας λάθος δρόμος. Κανένα πάθος ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι ἱκανὸ νὰ γεννοβολήσει μεγάλη ποίηση, συναθροίζεται μὲ δεκάδες ἄλλους παράγοντες, παίζει τὸν ρόλο του, ἐπιβοηθᾷ τὴν δημιουργία, δὲν τὴν καθορίζει ἀποκλειστικά. Ἃς εἶναι, θὰ τὰ δοῦμε αὐτὰ στὴν πορεία.

Λίγο πρὶν ἀναλύσουμε ἐπιλεγμένα ποιήματά του, μερικὲς ἀκόμη ἐπισημάνσεις.

Ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Καβάφη, ἀλλὰ ὅπως καὶ μὲ τὸν Καρυωτάκη, δὲν εἶναι παρὰ φωτογραφικὰ στιγμιότυπα, μικρὰ περιστατικὰ ἀπὸ συναντήσεις μαζί του, σκίτσα τῆς στιγμῆς, ποὺ σὲ καμία περίπτωση δὲν μποροῦν νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν εἰκόνα καὶ νὰ ἑδραιώσουν ἄποψη γιὰ τὶς μύχιες σκέψεις τοῦ ποιητῆ, τὶς ὑπαρξιακές του ἀγωνίες, τὶς πολιτικὲς ἢ θρησκευτικές του ἀπόψεις – ὅλα αὐτὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ποίησή του μποροῦμε νὰ προσεγγίσουμε. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ἄλλωστε πὼς τὸν Καβάφη τὸν σφραγίζει, (τόσο στὴν προσωπική του ζωὴ ὅσο καὶ στὸ ἔργο του), μία κάποια θεατρικότητα, μία ὑπόκριση, οἱ τρόποι του εἶναι ἀλλοτινῆς ἐποχῆς, ἡ προφορὰ του ὑπερβολική, οἱ καθημερινές του συνήθειες περίεργες καὶ μὲ ἀρκετὲς ἰδιοτροπίες. Στὸ σημεῖο αὐτὸ μία πρώτη, (αὐθαίρετη  ἴσως καὶ πάντως γνώμη ἐξ ἐνστίκτου), ἐπισήμανση. Ἐκεῖνο ποὺ πιστεύω εἶναι πὼς δύο γεγονότα καθόρισαν σὲ πολλὰ τὸν Καβάφη, τὸ ἕνα εἶναι ὁ οἰκονομικὸς «ξεπεσμὸς» τῆς οἰκογένειας σὲ πολὺ νεαρὴ ἡλικία καὶ τὸ δεύτερο, (συνεπακόλουθο βεβαίως), ὁ συμβιβασμός του μὲ μία σχεδὸν ἀσήμαντη δημοσιοϋπαλληλικὴ ἐργασία – εἶναι ἕνας συμβιβασμὸς ποὺ θὰ διαρκέσει 33 ὁλάκερα χρόνια, εἶναι ἀρκετὲς οἱ φορὲς ποὺ θὰ ἀναφερθεῖ μὲ ἀρκετὴ πικρία σ’ αὐτόν, θὰ κακίζει τὸν ἑαυτό του, θὰ προσπαθεῖ νὰ ἀποφεύγει ὅσο μπορεῖ τὶς εὐθύνες τῆς θέσης του, θὰ κάμει μόνο τα ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιὰ νὰ παραμείνει σ’ αὐτὴν καὶ νὰ φτάσει ἕως τὴν συνταξιοδότησή του τὸ 1922. Πιστεύω πὼς πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του ὑποκρύπτουν καὶ μία πικρία, μία ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἡ προσωπική του στάση γίνεται ἡ ἀφορμὴ γιὰ ἔργο ἀλληγορικὸ μὲ ἀνυπέρβλητους συμβολισμοὺς (χαρακτηριστικότερο ὅλων το Che fece…il gran rifiuto, γιὰ ὅσους ἀγνοοῦν τὸν τίτλο πρόκειται γιὰ τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο Ὄχι). Ἐκεῖνο ποὺ τὸν «σκοτώνει», τὸν ἐξουθενώνει ἴσως, εἶναι πὼς ἔχει ἀκεραία τὴν ἐπίγνωση αὐτῶν τῶν ἀντιφάσεων, τῶν ἰσορροπιῶν ποὺ πρέπει νὰ κρατᾷ στὴν ζωή του, τοὺς καταναγκασμοὺς ποὺ πρέπει νὰ ὑφίσταται προκειμένου νὰ μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνει μικρὲς πολυτέλειες καὶ ἰδιοτροπίες. Ἀποτυπώματα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ δοῦμε ἀρκετὰ στὰ ποιήματα ποὺ ἀκολουθοῦν.

Ἐπισήμανση δεύτερη καὶ ἴσως πολὺ πιὸ σημαντικὴ γιὰ κείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν λογοτεχνία. Εἶναι διαδεδομένη ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ποίηση μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ εὔκολη ὑπόθεση, ἰδιαίτερα ἐὰν ὑπάρχει ἕνα κάποιο ταλέντο. Ὁ Καβάφης εἶναι σχετικὰ ὀλιγογράφος, τὰ περισσότερα ποιήματά του μικρὰ σὲ μέγεθος, ὁ στίχος του σαφής, ἄρτιος καὶ ἰσορροπημένος. Κι ὅμως, ἂν ἀνατρέξει κανεὶς στὰ πρῶτα του σχεδιάσματα, δεῖ προσεκτικὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς ποιητικῆς του καὶ κυρίως: ἐὰν σκύψει ἐπάνω ἀπὸ τὶς χρονολογίες, θ’ ἀπομείνει ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τελειομανία του, τὴν ἀδιάκοπη ἐπεξεργασία τῶν στίχων, τὴν μεγάλη ἀναμονὴ προτοῦ παραδώσει ἕνα ποίημα στὸν στενὸ κύκλο φίλων καὶ γνωστῶν. Ἕως καὶ τὰ σαράντα του χρόνια παιδεύεται, ἐπιμένει στὴν ἐπεξεργασία τοῦ κειμένου μὲ ἐμμονὴ σχεδὸν καλογερίστικη, ἀτελείωτες εἶναι οἱ λέξεις ποὺ ἀπορρίπτει, χιλιάδες οἱ διορθώσεις ἐπάνω σε ἕνα καὶ μοναδικὸ ποίημα. Ἡ γλῶσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀρχικὰ εἶναι ἡ καθαρεύουσα καὶ αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι κακό, (θυμηθεῖτε τὸν Κάλβο), ἀλλὰ εἶναι μιὰ καθαρεύουσα ἀκόμη δύσκαμπτη, ἀνέμπνευστη, ἀντιποιητική. Γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖτε καλύτερα πόσο ἄχρηστο εἶναι τὸ ταλέντο ὅταν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ σκληρὴ καὶ ἐπίπονη ἐργασία, ἀρκεῖ νὰ δεῖτε τὸ ἀρχικὸ σχεδίασμα ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ ποιήματος τοῦ Καβάφη γραμμένο τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1894. Δύσκολα θὰ τὸ ἀναγνωρίσετε στὴν τελικὴ καὶ γνωστὴ μορφή του..

 

Εἶν’ αἳ γλυκύτεραι φωναὶ ὄσαι διὰ παντὸς

ἐσίγησαν, ὄσαι ἐντὸς

καρδίας μόνον λυπηρᾶς πενθίμως ἀντηχοῦσιν.

Ἐν τοῖς ὀνείροις ἔρχονται δειλαὶ καὶ ταπειναὶ

αἳ μελαγχολικαὶ φωναί,

καὶ φέρουν εἰς τὴν μνήμην μας τὴν τόσο ἀσθενῆ

ἀποθανόντας ἀκριβούς, οὖς κρύα κρύα γῆ

καλύπτει, καὶ δὶ’ οὖς αὐγὴ

ποτὲ δὲν λάμπει γελαστή, ἀνοίξεις δὲν ἀνθοῦσιν.

Στενάζουν αἳ μελωδικαὶ φωναί· κ’ ἐν τῇ ψυχῇ

ἡ πρώτη ποίησις ἠχεῖ

τοῦ βίου μας – ὡς μουσική, τὴ νύκτα μακρινή.

(Πηγή: Κ.Π.Καβάφης, ἅπαντα τὰ δημοσιευμένα ποιήματα, Ρένος, Ἦρκος καὶ Στάντης Ἀποστολίδης, ἐκδόσεις ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, 2012)

 

Αὐτὰ τὸ 1894. Θὰ χρειαστοῦν ἐννιὰ περίπου χρόνια γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ κάπου στὸ 1903 ἡ τελικὴ μορφὴ τοῦ ποιήματος – ἡ μεταμόρφωση, ἡ ἀλλαγή, ἡ ποιητικὴ ὡρίμανση εἶναι ἐκπληκτική. Ἰδού..

 

Φωνὲς

Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες

ἐκείνων ποῦ πεθάναν, ἢ ἐκείνων ποῦ εἶναι

γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους…

Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·

κάποτε μὲς στὴν σκέψη τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.

 Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν

ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίηση τῆς ζωῆς μας —

σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρινή, ποὺ σβήνει…

 

Εἶναι πλέον ὁ γνωστὸς Καβάφης σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερά του ποιήματα. Ἡ ποιητικὴ ἄσκηση ποὺ κράτησε χρόνια ἔφτασε σὲ ἀποτέλεσμα λαμπρό, ἐδῶ πιὰ τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖο στὴ γλῶσσα, σὲ τονισμὸ λέξεων, στὴν ἴδια τὴν στίξη. Σωστά το σημειώνει ὁ Ἀποστολίδης (ὅ.π.) γιὰ τὸν τελευταῖο στίχο καὶ τὴν τοποθέτηση κόμματος μετὰ ἀπὸ κάθε λέξη: «σὰ μουσική, τὴ νύχτα, μακρινή, ποὺ σβήνει..». Ἐὰν τὸ ἀπαγγείλετε ἢ τὸ διαβάσετε σωστά, (σεβόμενοι τὴν στίξη), ἡ φωνὴ θὰ πρέπει νὰ κυματίσει σὲ φθίνοντα τόνο, ὁ ρυθμὸς νὰ γίνει πιὸ ἀργὸς μετὰ ἀπὸ κάθε κόμμα, ὥσπου σχεδὸν νὰ σβήσει, ἔτσι ὅπως σβήνει ἡ θύμηση, ἡ θολὴ ἀνάμνηση, τὸ ἴδιο το ποίημα… Ἔξοχο.

Τελευταία σημείωση πρὶν περάσουμε στὰ ἴδια τὰ ποιήματα.

Ἡ ποιότητα στὴν ποίηση εἶναι συνήθως ἀντιστρόφως ἀνάλογη μὲ τὴν ἀπήχηση στὴν ἐποχή της. Βεβαίως εἶναι ἄχρονη, βεβαίως εἶναι ἄτοπη καὶ οἱ πρῶτες ἀντιδράσεις ἐλάχιστη σημασία ἔχουν στὴν διαρκῆ ἐπιρροή της, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἐπιδροῦν στὴν ἀνάγνωση τῆς ἱστορίας, στὸ ἀξιακὸ σύστημα τῆς λογοτεχνίας, κάποτε καὶ στὴν ψυχοσύνθεση τῶν ἴδιων των ποιητῶν. Καβάφης καὶ Καρυωτάκης ἀποτελοῦν τὶς πιὸ σημαντικὲς τομὲς στὴν ποιητικὴ ἱστορία τοῦ τόπου κι ὅμως εἶναι αὐτοὶ ἀκριβῶς ποὺ τὸ ἔργο τοὺς δέχθηκε τὴν πιὸ σκληρή, τὴν πιὸ ἀπόλυτη, τὴν πιὸ ἔντονη κριτική. Γράφω κριτική, μὰ θἄπρεπε νὰ πῶ καλύτερα συνολικὴ ἄρνηση ἀκόμη καὶ τῆς ποιητικῆς τους ἱκανότητας. Δὲν εἶναι μόνο ἡ γενιὰ τοῦ 1880 (Παλαμᾶς καὶ λοιποί), ποὺ ἔνοιωσε νὰ ἀπειλεῖται ἀπὸ ποίηση πρωτοπόρο, μὴ κατανοητὴ σὲ φόρμα καὶ περιεχόμενο. Ἐκεῖ θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε ἐπιεικεῖς καὶ νὰ ἀποδεχθοῦμε μία κάποια ἀδυναμία ἀπὸ λογοτέχνες παλαιᾶς τεχνικῆς καὶ ὁρισμένων ἀντιλήψεων. Τὸ λυπηρὸ εἶναι πὼς ἡ σφοδρότερη κριτικὴ, προῆλθε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐαγγελίζονταν τὴν ἀλλαγὴ καὶ τὴν ἐπανάσταση στὴν λογοτεχνία. Αὐτοὶ στάθηκαν οἱ πλέον λυσσώδεις ἀρνητές, αὐτοὶ πολέμησαν μὲ κάθε τρόπο τὸν Καβάφη, σὲ βαθμὸ τόσο ὑπερβολικὸ ποὺ σήμερα προκαλεῖ γέλωτα καὶ πικρία μαζί. Ὅλοι μας ἔχουμε ἀστοχήσει σὲ κρίσεις, ὅλοι μας ἔχουμε ὑποτιμήσει πολλὲς φορὲς ποιητικὲς φωνὲς ποὺ ἔδωσαν σὲ βάθος χρόνου ἀξιόλογες ποιότητες, αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ἕνας κριτικὸς ἢ ὁμότεχνός των λογοτεχνῶν θὰ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικὸς σὲ κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις. Ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ ἕως τὴν παντελῆ περιφρόνηση καὶ τὴν ἄρνηση κάθε ποιητικῆς ἀξίας σὲ ἕναν ποιητὴ ὅπως ὁ Καβάφης, ὑπάρχει μία τεράστια ἀπόσταση ποὺ ὑποψιάζει γιὰ ἰδιοτέλειες ἐντελῶς ξένες μὲ τὴν λογοτεχνία. Δὲν θὰ ξοδέψω ἐδῶ χῶρο μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀνόματα ποὺ πρωτοστάτησαν στὴν πολεμικὴ αὐτή, τὰ γράφω ὅλα αὐτά σε ἄλλα κείμενα. Γιὰ ὅποιον ἐνδιαφέρεται μπορεῖ νὰ ἀναζητήσει κριτικὲς τοῦ Ψυχάρη, τοῦ Κορδάτου, τοῦ Θεοτοκᾶ, τοῦ Βλαστοῦ καὶ πολλῶν ἄλλων, ποὺ ὁ καθεὶς γιὰ δικούς του λόγους, (φανατισμὸς γιὰ τὴν γλῶσσα, κομματικὸς φανατισμός, ἀκόμη καὶ ἔλλειψη βασικῶν λογοτεχνικῶν κριτηρίων), φρόντισε νὰ στολίσει τὸν Καβάφη μὲ τὰ πιὸ ἀπαξιωτικὰ καὶ πιὸ προσβλητικὰ ἐπίθετα. Κι ἂν σήμερα γελᾶμε μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ γιὰ τὸν Καβάφη ἀπὸ τὸν Ψυχάρη, ( «..καραγκιόζης τῆς Δημοτικῆς») (1924) ἢ τὴν μαρξιστικὴ πρόβλεψη τοῦ Κορδάτου, (ποιήματα ποὺ «θὰ ταφοῦν στὴν κοπριὰ τῆς ἱστορίας»), εἶναι καλὸ νὰ συλλογιστοῦμε τὴν ἐπίδραση κάθε ἀκρότητας καὶ κάθε φανατισμοῦ. Ἀναμφίβολα ὁ Καβάφης, παρὰ τὸ βρετανικό του φλέγμα, διόλου ἀνεπηρέαστος δὲν ἔμεινε ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν κριτικὴ καὶ σὲ κάποια ποιήματά του εἶναι μᾶλλον σαφὲς πὼς αὐτὴ ἡ πικρία ἀποτυπώνεται ὑπαινικτικά. Βεβαίως γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι ὑπῆρξαν καὶ φωνὲς συμπαθείας, ὅπως ὁ Ἄγρας καὶ ὁ Λαπαθιώτης ἢ φωνὲς ποὺ στάθηκαν ψύχραιμα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπροστὰ στὸ Καβαφικὸ ἔργο, ὅπως ὁ Ξενόπουλος, ἀλλὰ καὶ ἀνθολόγοι ὅπως ὁ Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης, ποὺ παρὰ τὴν ἀντίδραση ἐπέμεναν στὴν δημοσίευση ποιημάτων. Ὅμως ἤσαν μία μικρὴ μειονότητα – θὰ χρειαστεῖ νὰ περάσουν πολλὰ χρόνια γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀξία τοῦ Καβάφη, ἀναγνώριση ὅμως ποὺ κατὰ τὴν γνώμη μου ποτὲ δὲν ἔφτασε, (ἀκόμη καὶ σήμερα), στὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴ ἀποδοχή του.

Γιώργος Θεοτοκάς, μακράν η πλέον άστοχη και αβαθής κριτική για τον Καβάφη…

Ἃς τελειώσει ἐδῶ αὐτὴ ἡ μακρὰ εἰσαγωγὴ μὲ μία γνώμη ἀπολύτως προσωπική. Ἔχω συζητήσει πολὺ γιὰ Καβάφη μὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦν τὴν λογοτεχνία, φοιτητές, φιλολόγους, καθηγητές, καθημερινοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν νὰ ἔβρουν τρόπο νὰ προσεγγίσουν τὴν καλή, τὴν σημαντικὴ ποίηση. Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τοὺς Καβαφικοὺς στίχους σὰν ἕτοιμοι ἀπὸ καιρὸ καὶ βρίσκουν στὸν Ἀλεξανδρινὸ ποιητὴ ἕνα νέο παράθυρο, ἕνα φῶς ποὺ ἀγνοοῦσαν. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι ποὺ δυστροποῦν, ὄχι τόσο γιὰ τὸ ὕφος ἢ τὴν γλῶσσα, (δύσκολα καὶ τὰ δύο, ἀπαιτητικά..), ὅσο γιὰ τὴν μελαγχολία τοῦ στίχου, τὴν μεγάλη της ἐσωστρέφεια, τὴν ἀπαίτηση γιὰ στοχασμὸ καὶ σκέψη. Τὸ ἐπίθετο «παρακμιακὸς» συνοδεύει τὸν Καβάφη ἕως τὰ σήμερα, γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε γιὰ τὸν Καρυωτάκη ἢ τὸν Λαπαθιώτη. Νομίζω ὅμως τοῦτο: Ἐκεῖνο ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν μελαγχολία, δὲν εἶναι ὅπως λανθασμένα πιστεύουν μία στάση αἰσθητική, μία ἐπιτηδευμένη καὶ κάπως ψεύτικη στάση ἀπέναντι στὴν ζωή, στὴν ὕπαρξη τὴν ἴδια. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ποιητές, (συνήθως ρηχοὶ καὶ μιμητές), ποὺ θεωροῦν ὅτι τὸ πεισιθανάτο εἶναι αὐτοσκοπὸς – ὅμως εὔκολα ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὸν πομπώδη καὶ ψεύτικο στίχο, τὴν ἔλλειψη βιωματικῆς γραφῆς, τὴν ἀντιγραφὴ καὶ τὴν μίμηση στὴν τεχνική. Καὶ ἀπὸ μιμητὲς στὴν Ἑλλάδα, δόξα τῷ θεῷ, ἀφθονοῦμε. Ὅμως στὸν Καβάφη ἡ μελαγχολία δὲν εἶναι πόζα, διανόημα, κατασκεύασμα γιὰ ἐκβιασμὸ τοῦ συναισθήματος καὶ τῆς συμπάθειας, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἑνὸς στοχασμοῦ καὶ ἐμβάθυνσης στὰ πιὸ κρίσιμα, στὰ πιὸ καίρια, πιὸ πυρηνικὰ ζητήματα τῆς συνείδησης. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ ὁ Καρυωτάκης ἀπὸ ἄλλους δρόμους, πιὸ ὁρμητικὸς ἐκεῖνος, πιὸ ἀνυπόμονος, πιὸ ἀπόλυτος, μπόλιασε στὸ τέλος τὴν ποίησή του μὲ αἷμα. Καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ κείνους ποὺ δὲν ἀντέχουν τοὺς δύο αὐτοὺς ποιητές, εἶναι γιατί κατὰ βάθος δὲν θέλουν νὰ βυθιστοῦν στὰ μύχια της συνείδησής τους, δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ διακρίνουν κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια, πέρα ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ σύμβαση. Εἶναι κατὰ πολὺ εὐκολότερο νὰ γράφεις συνέχεια γιὰ τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, τὸ θεϊκὸ δῶρο τῆς ὕπαρξης ἢ τὸν ἔρωτα ποὺ συγκλονίζει καὶ ἄδει ὁλημερίς, νὰ προτιμᾷς ποιητὲς ποὺ ἀναμασοῦν κοινοτοπίες καὶ φλυαροῦν ἀκατάπαυστα – ἀλλὰ τότε, γιατί οἱ περισσότεροι σὲ στιγμὲς ἐξομολογητικὲς ἢ μέθης γκρινιάζουν, μελαγχολοῦν, ἀγανακτοῦν καὶ νοιώθουν ἄδειοι καὶ δυστυχεῖς; Γιατί, ἐνῷ βιβλιοπωλεῖα καὶ διαδίκτυο εἶναι γεμάτα ἀπὸ στίχους καὶ εὐφυολογήματα, οὐδεὶς βρίσκει παρηγορία σ’ αὐτά, αἰσθητικὴ ἔστω ἀπόλαυση, νέους δρόμους νὰ περπατήσει; Εἶναι ἁπλὰ γιατί δὲν ὑπάρχουν νέα ταλέντα καὶ ὁ Καβάφης εἶναι ἐξαιρετικὸς μάστορας τοῦ στίχου; (Κάθε ἄλλο βέβαια, ὁ Καβάφης ἀδιαφορεῖ πολλὲς φορὲς γιὰ ρίμες καὶ μετρικοὺς κανόνες..). Λοιπόν, δὲν θὰ ἀπαντήσω τώρα στὸ ἐρώτημα, αὐτονόητη θὰ προκύψει νομίζω ἡ ἀπόκριση, στὸ τέλος τοῦ κειμένου.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ ἀναγνωρισμένα (ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητὴ) ποιήματα εἶναι 154, κανένα ἄλλο ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε δὲν εἶχε κρίνει ὁ ἴδιος ἄξιο νὰ δημοσιευθεῖ. Παρὰ ταῦτα οἱ κληρονόμοι καὶ ἔπειτα οἱ ἀγοραστὲς τοῦ ἀρχείου του, (ἄλλη ἱστορία κι αὐτή!..) τὰ δημοσίευσαν, εἶναι τὰ λεγόμενα «κρυμμένα», 75 περίπου στὸν ἀριθμό, τὰ «ἀτελῆ», σχεδιάσματα (περὶ τὰ 30), δηλαδὴ ἀνολοκλήρωτα καὶ τὰ «ἀποκηρυγμένα» (περίπου 37), μέσα στὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται καὶ οἱ πρῶτες μορφὲς ποιημάτων του ὅπως ἐκεῖνο ποὺ διαβάσατε παραπάνω. Στὶς περισσότερες περιπτώσεις ὁ Καβάφης εἶχε δίκαιο καὶ τὰ ἀνέκδοτα ποιήματά του πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν ὕστερη ποιότητα. Καί, τέλος πάντων, νὰ τὸ δεχθῶ ὅτι πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ γίνουν κινήσεις καὶ δημοσιεύσεις παρὰ τὴν θέληση τοῦ ποιητῆ, καθὼς τὸ ἔργο του εἶναι παγκόσμιο καὶ ἡ μελέτη ἀκόμη καὶ πολὺ μέτριων ποιημάτων μπορεῖ νὰ βοηθήσει στὴν κατανόηση τοῦ κειμένου. Τὸ ἀστεῖο ὅμως εἶναι πὼς δεκάδες κριτικοὶ διαμορφώνουν ἀπόψεις καὶ κρίσεις, (ὅπως ἐκείνη γιὰ τὴν χριστιανοσύνη τοῦ Καβάφη), βασισμένοι ἐπάνω ἀκριβῶς σὲ ποιήματα ποὺ ὁ δημιουργός τους εἶχε, μὲ τρόπο ἄμεσο ἢ ἔμμεσο, ἀρνηθεῖ. Ἃς εἶναι. Ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του λοιπόν, παρακάτω γίνεται μία ἐπιλογή, προσπαθώντας νὰ διατηρηθεῖ μία κάποια ἰσορροπία καὶ νὰ παρουσιαστοὺν τὰ ἀρτιότερα ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἱστορικά, προσωπικά, φιλοσοφικὰ κλπ. Ἴσως νὰ φαίνεται ἐπίσης περίεργο ποὺ δὲν συμπεριλαμβάνουμε πασίγνωστα ποιήματα, (ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ «Ἰθάκη»), ὅμως ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνει ἐπιλογὴ προτιμήσαμε νὰ σχολιάσουμε ὁρισμένα ἄλλα, λιγότερο γνωστά, ὅπου μάλιστα εἶναι πολὺ πιὸ χρήσιμη ἡ παράθεση ἱστορικῶν στοιχείων καὶ πληροφοριῶν γιὰ τὴν κατανόησή τους. Ἰδιαίτερο ρόλο τέλος στὴν ἐπιλογὴ ἔπαιξε ἡ ἀμφισημία ὁρισμένων ποιημάτων, τὸ διφορούμενο νόημά τους καὶ οἱ παρανοήσεις ποὺ ἔχουν προκαλέσει. Γιὰ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ πληροφορίες παρατίθεται βιβλιογραφία στὸ τέλος τοῦ κειμένου, ἀλλὰ βεβαίως οἱ ἀπόψεις γιὰ τὸν Καβάφη ἀποτυπώνουν ἐντελῶς ὑποκειμενικὲς κρίσεις, δικές μου δηλαδὴ καὶ τῶν συνεργατῶν ποὺ εἶχαν τὴν καλοσύνη νὰ βοηθήσουν στὸ κείμενο αὐτό.

Ἃς ξεκινήσουμε κάπως ἀνορθόδοξα, ἀπὸ τὰ εὔκολα..

 

Οὐκ ἔγνως

Γιὰ τὲς θρησκευτικές μας δοξασίες –

ὁ κοῦφος Ἰουλιανὸς εἶπεν: Ἀνέγνων, ἔγνων,

κατέγνων… Τάχατες μᾶς ἐκμηδένισε

μὲ τὸ κατέγνων του, ὁ γελοιωδέστατος!..

Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέραση δὲν ἔχουνε σ’  ἐμᾶς

τοὺς χριστιανούς… Ἀνέγνως, ἂλλ  οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως,

οὐκ ἂν κατέγνως ἀπαντήσαμεν ἀμέσως!

(Ποίημα τοῦ 1928)

 

Ἕνα μικρὸ ποίημα ποὺ γέννησε πολλὲς παρανοήσεις. Πρὶν ἀπὸ τὸν σχολιασμό του, λίγες πληροφορίες ποὺ θὰ βοηθήσουν στὴν κατανόησή του. Στὴν «Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία» τοῦ Ἐρμεία Σῳζόμενου, (ἱστορικός της χριστιανικῆς ἐκκλησίας, τὸ ἔργο τοῦ δίδει πολλὲς πληροφορίες, βεβαίως ὄχι καὶ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀμεροληψίας), παραδίδεται σχηματικὰ ἕνας διάλογος ἀνάμεσα στὸν Ἰουλιανὸ (τὸν παραβάτη) καὶ χριστιανοὺς ἐπισκόπους, κατὰ πολλοὺς μὲ τὸν ἴδιο τὸν Μέγα Βασίλειο. Παραθέτω τὸ ἀπόσπασμα μεταφρασμένο: «..ὁ βασιλιὰς ἔγραψε στοὺς πιὸ διαπρεπεῖς ἐπισκόπους, τὸ ἑξῆς: Διάβασα, κατάλαβα, ἀπέρριψα (ἢ καταδίκασα)· καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀνταπάντησαν: «διάβασες, ἀλλὰ δὲν κατάλαβες· γιατί ἂν καταλάβαινες, δὲν θὰ ἀπέρριπτες».

Γιὰ τὴν στάση τοῦ Καβάφη ἀπέναντι στὸν Ἰουλιανό, (ὅπως καὶ γιὰ τὴν ἐπιμονή του νὰ τὸν «χρησιμοποιεῖ» στὴν ποίησή του), θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἑπόμενο ποίημα, ὅμως κάποια πράγματα μποροῦμε νὰ τὰ διαπιστώσουμε καὶ σ’ αὐτοὺς τοὺς ἐλάχιστους στίχους. Ἐὰν ἔχετε τὴν ὑπομονὴ νὰ διαβάσετε κάποιες στοιχειώδεις ἀναλύσεις στὸ διαδίκτυο θὰ διαπιστώσετε μιὰ εὐκολία, μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία. Οἱ περισσότεροι ἰσχυρίζονται μὲ βεβαιότητα ὅτι στὸ «Οὐκ ἔγνως» ἀποτυπώνεται μὲ σαφήνεια ἡ ἀντιπάθεια τοῦ Καβάφη γιὰ τὸν Ἰουλιανὸ καὶ ὅτι εἶναι σαφὴς ἡ θετική του στάση πρὸς τοὺς χριστιανούς. Γιὰ νὰ δοῦμε.. διαβάστε ὅσο μπορεῖτε πιὸ προσεκτικά, πιὸ ἀργὰ τὸ ποίημα. Στ’ ἀλήθεια, ποιὰ αἴσθηση, ποιὰ «ἐπίγευση» σᾶς ἀφήνει;

Δύο στοιχεῖα ἔχουν ὁδηγήσει σὲ πολλὲς περιπτώσεις τοὺς μελετητὲς τοῦ Καβάφη σὲ παρερμηνεῖες καὶ παρανοήσεις. Τὸ πρῶτο καὶ πολὺ σημαντικὸ εἶναι ὁ σαρκασμός, ἡ εἰρωνεία.  Ὅμως, αὐτὴ ἡ εἰρωνεία! Πόσο διακριτικὰ χρωματισμένη, πόσο λεπταίσθητη, πόσο διακριτική· θὰ τὴν ὀνόμαζε κανεὶς ὑποδόρια σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ σὲ κάμει νὰ ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν ὕπαρξή της, σὲ κάμει νὰ ἀπορεῖς γιὰ τὸ σκοπούμενό της!   Τὸ δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἐκεῖνο τῆς ἰσορροπίας, μιᾶς ἰσορροπίας τόσο καλὰ ζυγιασμένης μέσα στὸ κείμενο ποὺ ὅσες φορὲς καὶ ἂν διαβάσεις ἕνα ποίημα δὲν μπορεῖς νὰ ἀντιληφθεῖς πρὸς ποιὰ πλευρὰ κλίνει ὁ συγγραφέας του.

Ιουλιανός ο Παραβάτης, πάντα κατά την Χριστιανική θεώρηση…

Ἡ σύλληψη σ’ αὐτὸ τὸ μικρό, (ἴσως τὸ πιὸ μικρὸ Καβαφικό), ποίημα εἶναι εὐφυής. Ὁ Καβάφης παίρνει ἕναν ὑποτιθέμενο διάλογο, (ἡ προέλευσή του δὲν εἶναι βεβαία..), τὸν παραθέτει αὐτούσιο σὲ γλῶσσα, τοποθετεῖ τὰ δύο σκέλη του ὡς κεντρικοὺς ἄξονες στὶς δύο στροφές, ὡς δύο κεντρικὰ ὀστᾶ ἑνὸς σκελετοῦ, ποὺ πρέπει ἔπειτα νὰ κτίσει. Δεῖτε τώρα μὲ ποιὸν τρόπο τὸ κάμει, ποιὲς λέξεις χρησιμοποιεῖ καὶ βάζει στὸ στόμα τῶν χριστιανῶν: κοῦφος, γελοιωδέστατος, τέτοιες ξυπνάδες – οἱ λέξεις αὐτὲς στὴν ἐποχὴ τοῦ Καβάφη ἤσαν μᾶλλον πεζοδρομιακές, χαρακτηριστικὲς ἑνὸς χυδαίου, λίγο ἢ πολύ, λεξιλογίου. Ὁ  Καβάφης στήνει ὅλο τὸν διάλογο σὰν μιὰ κοκορομαχία τοῦ δρόμου καὶ ὄχι βέβαια σὰν ἕναν ψύχραιμο διάλογο κατὰ πῶς θὰ ἅρμοζε σὲ βασιλεῖς καὶ ἐπισκόπους. Ἐμφανὴς ἡ πρόθεσή του νὰ καταδείξει τὸ χαμηλὸ ἐπίπεδό της διαμάχης, (τὸ κοῦφο ἐπίπεδο), τὴν ἐξάντληση τῶν ἐπιχειρημάτων σὲ εὐφυολογήματα, τὸν φανατισμὸ καὶ τὴν ἀλαζονεία τῶν χριστιανῶν, ποὺ ἤδη ἀπὸ τότε διαφαίνονταν ἡ ὁλικὴ ἐπικράτησή τους. Πρόκειται γιὰ ὑπόδειγμα ποιητικῆς τέχνης, ὅπου ὁ ποιητὴς μὲ ἐλάχιστες λέξεις μετατρέπει ἕνα ἀσήμαντο περιστατικὸ καὶ ἕναν ρηχὸ διάλογο σὲ διαχρονικὸ σύμβολο μισαλλοδοξίας καὶ μετατροπῆς τῶν ἰδεῶν σὲ ρητορεῖες κενὲς οὐσίας καὶ περιεχομένου. Ὁ μυημένος στὴν Καβαφικὴ γλῶσσα, (θὰ ἔλεγα στὸ ὅλον της γλώσσας γενικότερα), ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὸν σαρκασμό, μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν χρήση τῶν λέξεων, τὴν ἔπαρση ποὺ ἀποπνέουν καὶ ὁπωσδήποτε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ καταληκτικό: ἀπαντήσαμεν ἀμέσως!, δεῖγμα αὐταρέσκειας, (φτηνοῦ συνδικαλισμοῦ θὰ τὸ λέγαμε σήμερα, ὅπου σημασία ἔχει ἡ γρήγορη ἀτάκα ἀπέναντι στὸν ἀντίπαλο, τὸ κέρδος τῶν ἐντυπώσεων).

Ξεκίνησα μὲ ἕνα εὔκολο σχετικὰ ποίημα, γιὰ νὰ προχωρήσω πιὸ ὁμαλὰ σὲ ἕνα ποὺ δὲν συγκαταλέγεται στὰ κορυφαῖα του, ἀλλὰ μᾶς δίδει μία πολλὴ καλὴ ἀφορμὴ κατανόησης τῆς ἐμμονῆς σχεδὸν τοῦ Καβάφη μὲ τὸν Ἰουλιανό. Ἴσως κάποιοι ἀπὸ ἐσᾶς νὰ βρίσκουν τέτοιες ἀναφορὲς κάπως ἀνιαρές, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἡ ἱστορικὴ «ἀποκρυπτογράφηση» τῶν ποιημάτων, ὅπως καὶ ἡ ἑρμηνεία μιᾶς δύσκολης γλώσσας γιὰ τοὺς νεότερους, μᾶλλον θὰ βοηθήσει ὁρισμένους νὰ διαβάσουν μὲ πολὺ περισσότερη συμπάθεια καὶ βαθιὰ γνώση τὸν δύσκολο (ἱστορικὸ) Καβαφικὸ στίχο. Πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα «Ὁ Ἰουλιανὸς ὁρῶν ὀλιγωρίαν». Ἃς τὸ δοῦμε πρῶτα, καὶ μαζὶ κάποιες ἐπεξηγήσεις γιὰ ὅσους δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ ἀρχαιότερες λέξεις..

 

«Ὁρῶν οὒν πολλὴν μὲν ὀλιγωρίαν οὖσαν

ἠμὶν πρὸς τοὺς θεούς…»— λέγει μὲ ὕφος σοβαρόν.

 Ὀλιγωρίαν… Μὰ τί περίμενε λοιπόν;..

Ὅσο ἤθελεν ἃς ἔκαμνεν ὀργάνωση θρησκευτική·

ὅσο ἤθελεν ἃς ἔγραφε στὸν ἀρχιερέα Γαλατίας,

ἢ εἰς ἄλλους τοιούτους, παροτρύνων κι ὁδηγῶν.

Οἱ φίλοι του δὲν ἤσαν Χριστιανοὶ-

αὐτὸ ἦταν θετικόν· μὰ δὲν μποροῦσαν κιόλας

νὰ παίζουν σὰν κι αὐτόνα (τὸν χριστιανομαθημένο)

μὲ σύστημα καινούριας Ἐκκλησίας,

ἀστεῖον καὶ στὴν σύλληψη καὶ στὴν ἐφαρμογή!..

Ἕλληνες ἤσαν, ἐπὶ τέλους. Μηδὲν ἄγαν, Αὔγουστε!

(ποίημα τοῦ 1923, ἀπὸ τὸ kavafis.gr, μὲ λίγες διορθώσεις στὴν στίξη καὶ ἐλάχιστες στὴν ὀρθογραφία)

 

Λίγες ἐπεξηγήσεις..

Μηδὲν ἄγαν. Φράση ποὺ ἀποδίδεται στὸν Σόλωνα, τὸ ἄγαν εἶναι ἐπίρρημα καὶ σημαίνει ὑπερβολικά, ὑπέρμετρα, πάρα πολὺ καὶ συνεπῶς ἡ φράση ὁλόκληρη: μὴν κάνετε τίποτα καθ’ ὑπερβολήν, στὴν οὐσία της φράση συνώνυμη μὲ τὸ πᾶν μέτρον ἄριστον.

Ἡ πρώτη φράση στὸ ποίημα («Ὁρῶν οὒν πολλὴν μὲν ὀλιγωρίαν οὖσαν ἠμὶν πρὸς τοὺς θεούς…», δηλ, «..ἐπειδὴ λοιπὸν βλέπω νὰ ὑπάρχει σ’ ἐμᾶς μεγάλη ἀδιαφορία πρὸς τοὺς θεούς..»), εἶναι ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ πρὸς τὸν ἀρχιερέα (τῆς ἐθνικῆς λατρείας) Θεόδωρο καὶ καταδεικνύει τὸν ἐκνευρισμό του γιὰ τὴν ἀδιαφορία τῶν κατοίκων τῆς αὐτοκρατορίας ἀπέναντι στὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς παλιᾶς θρησκείας. Ὁ ἀρχιερέας Γαλατίας ποὺ ἀναφέρεται σὲ ἑπόμενο στίχο εἶναι ὁ Ἀρσάκιος, ἐπίσης ὑπέρμαχος τῆς εἰδωλολατρίας, ὁ Ἰουλιανὸς εἶχε στείλει καὶ σ’ αὐτὸν παρόμοια ἐπιστολή.

Ἡ λέξη «χριστιανομαθημένος» ποὺ μπαίνει σὲ παρένθεση, ἀποτελεῖ κλασικὴ Καβαφικὴ εἰρωνεία καὶ ἀποδεικνύει πῶς ὁ Καβάφης «ξετίναζε» ἱστορικὲς ἀναφορές, βιογραφίες καὶ κάθε λογὴς κείμενα γιὰ νὰ φτάσει σὲ βαθιὰ γνώση τῆς ἐποχῆς καὶ ἰδιαίτερα σὲ ὁλοκληρωμένη γνώση τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουλιανοῦ. Γιὰ τὸν μοιραῖο αὐτὸν αὐτοκράτορα ὑπάρχουν πολλὲς λεπτομέρειες, ἀλλὰ ἐδῶ ἃς κρατήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι πράγματι ἦταν «χριστιανομαθημένος», στὰ παιδικά του χρόνια ἔλαβε βαθιὰ χριστιανικὴ παιδεία καὶ ἔγινε ἄριστος γνώστης τῶν εὐαγγελίων καὶ τοῦ χριστιανικοῦ λατρευτικοῦ.

Εἶναι ἀδύνατο στὰ ὅρια ἑνός, ἔστω καὶ μεγάλου ἄρθρου, νὰ παρουσιάσω ἀναλυτικὰ τὶς θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις καὶ διαμάχες τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ ἔτσι σημειώνω ἁπλῶς ἐκεῖνα ποὺ ἐνδιαφέρουν ἐδῶ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Καβαφικῆς στάσης. Ὁ Φλαύδιος Κλαύδιος Ἰουλιανὸς λοιπόν, ἦταν μιὰ ἀμφιλεγόμενη προσωπικότητα καὶ παρόλο ποὺ ὑπάρχουν πλῆθος στοιχείων γιὰ τὴν ἀνατροφή του καὶ τὴν μετέπειτα πορεία του, οἱ ἱστορικοὶ διαφωνοῦν συχνὰ γιὰ τὶς αἰτίες ποὺ μετέστρεψαν τὸν «χριστιανομαθημένο» αὐτοκράτορα σὲ πολέμιο τοῦ χριστιανισμοῦ. Πάντως δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ πλατειὰ παιδεία του, ὅπως καὶ οἱ στρατιωτικές του ἱκανότητες. Τέλος πάντων, δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ, ἀλλὰ ὁ τρόπος, ἡ μέθοδος ποὺ ἐπέλεξε γιὰ νὰ ἀναβιώσει τὴν ἐθνικὴ λατρεία. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Ἰουλιανὸς ἦταν βαθὺς γνώστης τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας, (προσέξτε, τῆς ἐκκλησίας περισσότερο καὶ λιγότερο τῆς πνευματικῆς της οὐσίας), κατάλαβε πολὺ γρήγορα τὴν δύναμή της, τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους γοήτευε ὅλο καὶ περισσότερα τμήματα τοῦ πληθυσμοῦ· κατάλαβε μὲ ἄλλα λόγια πολὺ γρήγορα, ὅτι τὸ σημεῖο κλειδὶ ἦταν ἡ ἠθικὴ ὑπεροχὴ τῆς νέας θρησκείας, ἀπέναντι σὲ ἕναν παλιὸ κόσμο ποὺ σιγὰ σιγὰ κατέρρεε παρηκμασμένος, ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὸν ἱστορικὸ καὶ πνευματικό του κύκλο.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ λοιπὸν ὁ Ἰουλιανὸς συλλαμβάνει τὴν ἰδέα, (ἰδιοφυῆ κατὰ τὰ ἄλλα, πλὴν ὅμως ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη ἐκεῖ ποὺ εἶχαν φτάσει τὰ πράγματα στὴν αὐτοκρατορία..), μιᾶς ἠθικῆς «μετάγγισης». Βλέποντας δηλαδὴ πόσο γοήτευαν οἱ διακηρύξεις ἀγάπης τῶν χριστιανῶν, ἡ ἄκαμπτη ἠθική τους, ὁ λιτὸς βίος τους, θὰ προσπαθήσει νὰ μπολιάσει τὴν ἀρχαία λατρεία μὲ παρόμοια χαρακτηριστικά, ἐπιδιώκοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ τὸ ἠθικὸ πλεονέκτημα. Ξεκινᾷ προσπάθειες ἀναβίωσης τελετῶν καὶ συντάσσει διατάγματα καὶ ἐπιστολὲς πρὸς εἰδωλολάτρες ἱερεῖς μὲ αὐστηρὲς συστάσεις: Προτρέπει, (ἀκριβέστερα διατάσσει), νηστεῖες, ἐξαντλητικὲς προσευχές, ἄμεμπτο προσωπικὸ βίο μακριὰ ἀπὸ χαρὲς καὶ διασκεδάσεις, λαμπρότερες τελετές, ἀποχὴ ἀπὸ ἡδονές, φιλανθρωπίες, (ὅπου οἱ χριστιανοὶ πρωτοστατοῦσαν καὶ κέρδιζαν συμπάθειες στὸν πληθυσμό. Ὁ δυσνόητος γιὰ ἕναν ἀμύητο στίχος στὸ ποίημα «..μὲ σύστημα καινούριας ἐκκλησίας..», δηλώνει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν προσπάθεια ἀνάμιξης τῶν θρησκειῶν). Ἐπίσκοποι καὶ φανατικοὶ χριστιανοὶ ἀντιλαμβάνονται γρήγορα τὸν κίνδυνο, τὴν πονηρία τοῦ αὐτοκράτορα, καταλαβαίνουν τὸν κίνδυνο νὰ χάσουν τὴν πρωτοτυπία τους, τὴν πρωτογένειά τους – αὐτὸ ἐξηγεῖ σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ τὸ μεγάλο μῖσος ποὺ γεννιέται στοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὸν Ἰουλιανὸ καὶ ποὺ εὔστοχα ἀποτυπώνεται στὴν Καβαφικὴ ποίηση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη βέβαια ἀντιδροῦν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες καὶ δυσανασχετοῦν μὲ αὐτὰ τὰ καμώματα ποὺ ἀλλοιώνουν τὸ λατρευτικό τους.

Μπορεῖτε ἴσως τώρα νὰ ἀντιληφθεῖτε καθαρότερα τὴν στάση τοῦ Καβάφη ἀπέναντι στὸν Ἰουλιανὸ καὶ γιατί τὸν ἐπέλεξε πρωταγωνιστὴ καὶ σύμβολο σὲ τουλάχιστον δώδεκα ποιήματά του – ἄλλα δημοσιευμένα καὶ ἄλλα ἀτελῆ σὲ ἐπίπεδο σχεδιασμάτων. Ἐάν, γιὰ τὸν Καβάφη, ὑπῆρχε μία γοητεία στὴν ἀρχαιοελληνικὴ περίοδο, ἐὰν ὑπῆρχαν στοιχεῖα ποὺ τὸν ἐνθουσίαζαν, ἦσαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα τῆς ἐλευθερίας στὴν συνείδηση, τῆς ἀνεξιθρησκίας, τῆς λατρείας τοῦ ὡραίου, τῆς ἀπόλυτης παράδοσης στὸ κάλλος τῆς σάρκας καὶ τοῦ πνεύματος – καὶ πρὸς τοῦτα ὁ Καβάφης εἶναι ἑλληνικὸς ἢ ἂν θέλετε ἑλληνιστικός, καθὼς πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ διαχύθηκαν καὶ ἐπιβίωσαν στὴν πανσπερμία τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ἀκόμη καὶ στὴν ἀγαπημένη του Ἀλεξάνδρεια.  Διαβλέπει ὁ Καβάφης ὅτι οἱ προσπάθειες τοῦ Ἰουλιανοῦ δὲν ὑπερασπίζονται αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ χαρακτηριστικά, δὲν ὑποκινοῦνται ἀπὸ ἕναν θαυμασμὸ πρὸς τὸν «ἐλεύθερον βίον» καὶ τὴν ἀνοχὴ στὸ διαφορετικό, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: ὁ Ἰουλιανὸς ἐπιδιώκει νὰ στεγνώσει τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ἀπὸ κάθε πνευματικὴ καὶ σωματικὴ ἐλευθερία, προσπαθεῖ νὰ τὸ χωρέσει μέσα στὸ ἀσφυκτικὸ κοστοῦμι μιᾶς τυπικῆς (καὶ ὑποκριτικῆς) χριστιανικῆς ἠθικῆς.

Ἰδοὺ λοιπόν, γιατί ὁ λάτρης τοῦ ὡραίου Καβάφης στέκεται τόσο κριτικὰ ἀπέναντι στὸν Ἰουλιανό, ἰδιαίτερα σ΄ αὐτὸ τὸ ποίημα, καθὼς στὶς προσπάθειές του δὲν βλέπει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄψη ἑνὸς χριστιανικοῦ πουριτανισμοῦ. Καὶ βέβαια ὁ τελευταῖος στίχος: «Ἕλληνες ἤσαν, ἐπὶ τέλους. Μηδὲν ἄγαν, Αὔγουστε!», ὁπωσδήποτε δὲν δηλοῖ ἀρχαιολαγνεία τοῦ Καβάφη κατὰ πῶς ἄσχετοι ἀρθρογράφοι ὑποστηρίζουν μὲ περισσὴ ἐπιπολαιότητα. Ὑπενθύμιση εἶναι ἀπὸ τὸν ποιητὴ τοῦ ἐλεύθερου πνεύματος, ἐκείνου ποὺ ἰσορροπεῖ στὸ μέτρο (μηδὲν ἄγαν) καὶ  πνίγεται μέσα σὲ πουριτανισμούς, ὀργανώσεις καὶ συστήματα μιᾶς ἠθικῆς τῆς ἁμαρτίας. Βεβαίως, τόσο στὰ ποιήματα μὲ τὸν Ἰουλιανό, ὅσο καὶ σὲ ἀρκετὰ ἄλλα, (καλύτερο ὅλων ὁ Μύρης ποὺ θὰ δοῦμε πιὸ κάτω), ὁ Καβάφης δὲν παραλείπει τὴν κριτικὴ καὶ πρὸς τοὺς χριστιανούς, λίγο ἢ πολὺ γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους.

Μιὰ τελευταία πινελιὰ καὶ αὐθαίρετη προσωπικὴ ἄποψη. Τὸ «Ὁ Ἰουλιανὸς ὁρῶν ὀλιγωρίαν», εἶναι ἀπὸ τὰ λίγα «ἱστορικὰ» ποιήματα τοῦ Καβάφη, ὁποῦ ἡ εἰρωνεία καὶ σαρκασμὸς περιορίζονται στὸ ἐλάχιστο, ἐὰν ἑξαιρέσουμε ἐκεῖνο τὸ «χριστιανομαθημένος» στὴν παρένθεση. Ἀπὸ τὰ λίγα ἐπίσης ποιήματα ποὺ ὁ τελευταῖος στίχος δὲν εἶναι περιπαικτικός, διφορούμενος – κάτι ποὺ μὲ κάνει νὰ πιστεύω ὅτι ἀπηχεῖ στὸ ἀκέραιο τὶς ἀπόψεις τοῦ ποιητῆ καὶ πὼς ἐκεῖνο τὸ μηδὲν ἄγαν εἶναι μία κραυγὴ ποὺ δὲν στρέφεται μόνο στὸ παρελθόν, ἀλλὰ κυρίως στὸ μέλλον, στὴν ἀγωνία του νὰ διατηρηθεῖ, (πρωτίστως στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε καὶ εὐρύτερα), αὐτὸς ὁ συγχρωτισμὸς (ποὺ τὸν γοήτευε τόσο), θρησκειῶν, ἰδεῶν, γλωσσῶν – μὲ ἄλλα λόγια ἡ συμβίωση καὶ ἀλληλεπίδραση πολιτισμῶν κάθε καταγωγῆς καὶ ποιότητας.

Ὡραία, ξαναδεῖτε τώρα τὸ ποίημα μὲ φόντο ὅλον αὐτὸν τὸν ἱστορικὸ καὶ ἰδεολογικὸ καμβά. Εἶναι στ’ ἀλήθεια τόσο ἀκατανόητο, τόσο δύστροπο, τόσο δύσκολο νὰ μεταδοθεῖ ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ μία ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία;  Κυρίως ὅμως δεῖτε πόση προσπάθεια, πόση γνώση, πόσος κόπος πίσω ἀπὸ ἕνα ὀλιγόστιχο ποίημα! Καὶ σκεφθεῖτε ὅτι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἁρμονικότερο μήτε τὸ πιὸ ὁλοκληρωμένο τῆς Καβαφικῆς ποίησης..

(τὸ καλύτερο κατὰ τὴν γνώμη μου ποίημα ποὺ ἀναφέρεται στὸν Ἰουλιανό, εἶναι τὸ «Εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας», τὸ ὁποῖο ὅμως μὲ πολὺ σύντομο τρόπο ἔχει παρουσιαστεῖ σὲ ἄλλο ἄρθρο καὶ ἔτσι τὸ παραλείπω γιὰ νὰ ἀποφύγω κουραστικὲς ἐπαναλήψεις. Ἡ μεγάλη του ἀξία εἶναι πὼς ἡ κριτικὴ σὲ Ἰουλιανὸ καὶ χριστιανοὺς εἶναι ἀπόλυτα ζυγιασμένη καὶ ἀποδεικνύει πόση δυσαρέσκεια προκαλοῦσαν στὸν Καβάφη οἱ φανατισμοὶ καὶ οἱ ἀκρότητες, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν δογματική τους προέλευση).

Ἃς ἀφήσουμε γιὰ λίγο τὴν ἱστορία καὶ ἃς περάσουμε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστά, (καὶ ἀγαπημένα) ποιήματα..

 

Ἡ πόλις

Εἶπες: «Θὰ πάγω σ’  ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ’  ἄλλη θάλασσα.

Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπὸ αὐτή.

Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτή·

κ’  εἶν  ἡ καρδιά μου –σὰν νεκρός– θαμμένη.

Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει;

Ὅπου το μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶ,

ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,

ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα…»

 Καινούριους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θάβρεις ἄλλες θάλασσες.

Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾷς

τοὺς ἴδιους – καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾷς·

καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ’  ἀσπρίζεις.

Πάντα στὴν πόλη αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ –μὴ ἐλπίζης–

δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.

Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ,

στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ  ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ κορυφαῖα του Καβάφη, τὰ ἐσώτερα, χωρὶς καμία χρήση ἱστορικῶν βοηθημάτων καὶ παραβολῶν, ἕνα ποίημα ἐξαιρετικὸ τόσο στὴν δομὴ τοῦ ὅσο καὶ στὰ ὑπονοούμενα. Ζυγιασμένο ἄψογα, (ἀκόμη καὶ στὸν ἀριθμὸ τῶν στίχων στὶς δύο στροφές), μὲ ἔξοχες ὁμοιοκατάληκτες λέξεις. Τὸ «ἐλπίζεις» σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸ «ἀσπρίζεις», τὸ «γυρνᾷς» μὲ τὸ «γερνᾷς», τὸ «ἐδῶ» μὲ τὴν «ὁδό». Κάθε ζεῦγος μὲ διαφορετικὸ τρόπο ὑποδηλοῖ τὴν ἀντίθεση τῆς κίνησης μὲ τὴν ἀκινησία, τῆς ἐλπίδας μὲ τὸν μαρασμό. Δεῖτε ἐπίσης ἐκεῖνο το «θὰ σὲ ἀκολουθεῖ», χωρὶς ἔκθλιψη, γιὰ νὰ τονίσει ἀκόμη περισσότερό το ἀδιέξοδο, τὸ βάρος ποὺ ἀκολουθεῖ κάθε συνείδηση ἀνεξάρτητα ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Ποίημα πραγματικὸ διαμάντι δουλεμένο γιὰ 16(!) χρόνια, μελετημένο ἕως καὶ τὸ τελευταῖο σημεῖο στίξης, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ὑπόδειγμα ποιητικῆς τέχνης σὲ σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια (λέμε τώρα, ποῦ καὶ ποῦ χρειάζεται καὶ κάποιο χαριτολόγημα…). Γιὰ νὰ δοῦμε λίγο καὶ τὴν οὐσία του, τὴν πρώτη καὶ δεύτερη ἀνάγνωσή του.

Σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα τοῦ Καβάφη ποὺ προαπαιτοῦν ἱστορικὴ καὶ γλωσσικὴ γνώση, «Ἡ πόλις» σὲ μία πρώτη ἀνάγνωση φαντάζει σαφέστατη στὰ νοήματά της, οἱ περισσότεροι μάλιστα, καὶ δικαίως, μεταφράζουν αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸ Καβαφικὸ διάλογο ὡς ἀπόγνωση μπροστὰ στὸ πεπρωμένο, στὴν φθορά, στὴν ρουτίνα ποὺ καταπνίγει ἐπιθυμίες καὶ συνθλίβει ὄνειρα. Εἶναι βεβαίως μία πρώτη, αὐθόρμητη ἑρμηνεία καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ σημειώσεις τοῦ ἴδιου του Καβάφη ποὺ σὲ κάποιο σημείωμά του ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμία νὰ κατοικήσει σὲ πόλη μεγάλη ὅπως τὸ Λονδίνο. Μέσα σ’  αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία ἐκεῖνο τὸ ἐξαιρετικὸ (καὶ παροιμιῶδες πιὰ) «δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδὸ» ἀναγορεύεται σὲ σύμβολο διαχρονικό το[υ ἀδιεξόδου, τοῦ ἀνέλπιδου, τῆς μὴ διαφυγῆς, ὅσο κι ἂν κάποιος προσπαθεῖ – στὸ τέλος ἡ φθορὰ θὰ κατανικήσει, πρόσκαιρη θὰ εἶναι ἡ ἀπόδραση.

Αὐτὴ εἶναι βεβαίως μία ἀνάγνωση. Ὅμως, δὲν ξέρω γιατί, σὰν πρωτοδιάβασα τὸ ποίημα αὐτό, (πότε ἄραγε; ἐπέρασαν δεκαετίες, μὰ ἡ αἴσθηση εἶναι πάντα το ἴδιο ἔντονη..), μιὰ ἄλλη εἰκόνα, μιὰ ἄλλη ἑρμηνεία ἴσως περισσότερο τρομακτικὴ ἐβγῆκε μπρός μου, θὰ προσπαθήσω νὰ τὴν μεταφέρω, ἀλλὰ ὁ γραπτὸς λόγος κάποτε ὑστερεῖ μπροστὰ στὸν προφορικὸ ποὺ μπορεῖ καὶ ἀποδίδει χρωματισμοὺς καὶ συναισθήματα..

Ὅταν κάποιος διαβάζει προσεκτικὰ ἕνα καλὸ ποίημα, (καὶ ἰδιαίτερα Καβάφη), ὑπάρχουν λέξεις καὶ φράσεις ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ κείμενο μὲ τρόπο τρισδιάστατο, (λέξεις κλειδιὰ τὶς ὀνομάζω) καὶ εἶναι ἐκεῖνες ποὺ συνήθως νοηματοδοτοῦν ἀκαριαία τὴν ἀνάγνωση. Στὸ συγκεκριμένο κείμενο ἡ πρώτη ἔνταση, ἡ πρώτη πρόσληψη ἦταν συγκεκριμένη: «ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ», «πάντα στὴν πόλη αὐτὴ θὰ φθάνεις» καὶ βέβαιά το καταληκτικὸ «στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ’ ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες». Κατὰ ἕναν περίεργο τρόπο αὐτοὶ οἱ στίχοι ὑπερβαίνουν τὴν γεωγραφία, τὸν συγκεκριμένο τόπο, τὴν πνιγηρὴ ἀτμόσφαιρα τῆς μικρῆς πόλης (κώχης), τὸ πεπρωμένο μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ εἴδαμε παραπάνω. Ἐδῶ κατ’ ἐμὲ, συντελεῖται κάτι πολὺ μεγαλύτερο, κάτι πολὺ σκοτεινότερο:  Ἡ πόλις εἶναι πιὰ ἡ συνείδηση ἡ ἴδια, ἐκείνη ποὺ (ἔστω γιὰ μία φορὰ) «μολύνθηκε» ἀπὸ συμβιβασμούς, πράξεις ἀνόσιες, ἐνέργειες μικρόψυχες καὶ ταπεινές, λάθη σημαντικὰ καὶ ἀσήμαντα, ὑποχωρήσεις ὡς μὴ ὄφειλε. Μία φορὰ μικρός, γιὰ πάντα μικρός. Μπορεῖς βεβαίως νὰ φύγεις, νὰ ξενιτευθεῖς, νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ξέρουν, ποὺ κρίνουν καὶ ἐπικρίνουν, ὅμως ἡ πόλις (ἡ συνείδησή σου) θὰ σὲ ἀκολουθεῖ παντοῦ, ἐσὺ ξέρεις καὶ αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετό, ὅσο κι ἂν ὑποκρίνεσαι πὼς ἄλλαξες, ἐσὺ γνωρίζεις, κουβαλᾷς τὸ στίγμα καὶ στὴν οὐσία ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις, (ὡς παρθένος, ὡς νέος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐκκινῶν), νὰ συγχωρέσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ξεχάσεις. Γὶ αὐτὸ καὶ πάντα στὸ ἴδιο ἀφετηριακὸ σημεῖο θὰ ἐπιστρέφεις (πάντα στὴν πόλη αὐτὴ θὰ φθάνεις). Μὲ ἄλλα λόγια: δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ ἀποφάσεις ἀμετάκλητες ποὺ πῆρες, ἀπὸ λάθη μοιραῖα ποὺ ἔκανες, ἀπὸ τὰ ναὶ καὶ τὰ ὄχι ποὺ εἶπες. Ἡ παρθενία χάνεται τὴν στιγμὴ τῆς γέννησης, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία (δηλαδὴ τὸ σφάλμα) δὲν θὰ ἀπαλλαγεῖς ποτέ, γιατί τὸ ἀποτύπωμά της εἶναι χαραγμένο ἀνεξίτηλα στὴν συνείδησή σου. Μὴν ξεγελιέσαι μὲ πράγματα πρόσκαιρα, ἐπιφανειακά, ἀνούσια, μὴν προσπαθεῖς νὰ ἀφήσεις πίσω σου τὰ χαλάσματα, (ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ..) – τὰ ἐρείπια δὲν εἶναι ἀπέναντι, εἶναι μέσα σου, εἶναι τὸ φορτίο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδεχθεῖς γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου καὶ νἄβρης ἕναν τρόπο νὰ πορευθεῖς μαζί του..

Δὲν πρόκειται γιὰ θεωρία, ἀλλὰ γιὰ μία ζοφερὴ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας, γιὰ μία κατάδυση στὰ μύχια τῆς ὕπαρξης, μία ἀποδοχὴ ἑνὸς ἀμετάκλητου πεπρωμένου. Ἡ ἐπίγνωση δηλαδὴ ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀπόλυτα γνήσιος μὲ τὴν συνείδησή του, ἀπόλυτα συνεπὴς μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὰ πιστεύω του, (θυμηθεῖτε τὴν παραβολή: ὁ πρῶτος ἀναμάρτητος τὸν λίθον κλπ, κάποτε θὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσουμε πολὺ διαφορετικά τα εὐαγγέλια). Μὲ ὅποιον τρόπο καὶ ἂν κατανοήσετε τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ ποίημα, εἶναι βέβαιο πὼς θὰ ἔχετε φτάσει, θὰ ἔχετε στοχαστεῖ, ἐπάνω στὰ πιὸ κρίσιμα ὑπαρξιακὰ ζητήματα – οἱ προσωπικὲς ἀπαντήσεις βεβαίως ποὺ θὰ δώσετε ἐξαρτῶνται ἀπὸ πολλά. Ἀκόμη καὶ ἂν δεχθοῦμε κάποιες ἑρμηνεῖες ποὺ σχετίζουν τὸ ποίημα μὲ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἢ γενικότερα τὴν πνιγηρὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἔνοιωθε γύρω του ὁ Καβάφης, οἱ στίχοι αὐτοὶ δὲν παύουν νὰ ἀποτελοῦν ποιητικὸ ὁρόσημο καὶ ἀριστουργηματικὴ ποιητικὴ μελέτη ὀντολογικῶν προβλημάτων.

Θυμᾶμαι μιὰ παλιότερη λέξη, σπάνια χρησιμοποιεῖται πιά. Φτωχοδιάβολος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ καταδιώκεται διαρκῶς ἀπὸ ἕνα πανίσχυρο καὶ σχεδὸν ἀόρατο πλέγμα λαθῶν καὶ ἀποκλεισμῶν, ὅπου ἡ κάθε λάθος κίνηση καταδικάζει τὴν ἑπόμενη καὶ ὅλο προσπαθεῖ νὰ ἔβγει ἀπὸ ἕναν λάκκο σὲ μιὰ σισύφεια πορεία, μὰ πάνω ἐκεῖ ποὺ ξεγελιέται πὼς ξέφυγε, μιὰ παλιὰ καταδίκη, ἕνα παλιὸ γραμμάτιο, ἕνα ἀπλήρωτο χρέος τοῦ θυμίζει αὐτὸ ποὺ ἦταν πάντα: φτωχοδιάβολος ἀνέκλητα!

Ἀφήνω μὲ λύπη αὐτὸ τὸ ἀγαπημένο ποίημα, θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντλοῦμε ὑλικὸ γιὰ ὧρες ἀπὸ αὐτό. Ἃς προχωρήσουμε ὅμως, εἶναι πολλά τα ἐξαιρετικὰ στὸν Καβάφη..

 

Στὰ 200 π.Χ.

Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων…

Μποροῦμε κάλλιστα νὰ φαντασθοῦμε

πὼς θ’ ἀδιαφόρησαν παντάπασι στὴν Σπάρτη

γιὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτή… Πλὴν Λακεδαιμονίων,

μὰ φυσικά!.. Δὲν ἤσαν οἱ Σπαρτιᾶται

γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν καὶ γιὰ νὰ τοὺς προστάζουν

σὰν πολυτίμους ὑπηρέτας!.. Ἄλλωστε,

μιὰ πανελλήνια ἐκστρατεία χωρὶς

Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ ἀρχηγὸ

δὲν θὰ τοὺς φαίνονταν πολλῆς περιωπῆς.

A, βεβαιότατα πλὴν Λακεδαιμονίων!..

Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ στάσις. Νοιώθεται…

Ἔτσι, πλὴν Λακεδαιμονίων στὸν Γρανικό·

καὶ στὴν Ἰσσὸ μετά· καὶ στὴν τελειωτικὴ

τὴν μάχη, ὅπου ἐσαρώθη ὁ φοβερὸς στρατὸς

ποὺ στ’ Ἄρβηλα συγκέντρωσαν οἱ Πέρσαι –

ποὺ ἀπ’ τ’ Ἄρβηλα ξεκίνησε γιὰ νίκην, κ’ ἐσαρώθη·

κι ἀπ’ τὴν θαυμάσια πανελλήνιαν ἐκστρατεία,

τὴν νικηφόρα, τὴν περίλαμπρη,

τὴν περιλάλητη, τὴν δοξασμένη

ὡς ἄλλη δὲν δοξάσθηκε καμμιά,

τὴν ἀπαράμιλλη – βγήκαμ’ ἐμεῖς:

ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος, μέγας!

Ἐμεῖς! Οἱ Ἀλεξανδρεῖς, οἱ Ἀντιοχεῖς,

οἱ Σελευκεῖς, κ’ οἱ πολυάριθμοι

ἐπίλοιποι Ἕλληνες Αἰγύπτου καὶ Συρίας,

κ’ οἱ ἐν Μηδίᾳ, κ’ οἱ ἐν Περσίδι, κι ὅσοι ἄλλοι!

Μὲ τὲς ἐκτεταμένες ἐπικράτειες,

μὲ τὴν ποικίλη δράσι τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν!

Καὶ τὴν Κοινὴν Ἑλληνικὴ λαλιὰ

ὡς μέσα στὴν Βακτριανὴ τὴν πήγαμεν, ὡς τοὺς Ἰνδούς!

Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα!..

 

Ποίημα πολὺ γνωστὸ ποὺ ὁ τελευταῖος του στίχος στέκεται παροιμιώδης καὶ χρησιμοποιεῖται, (πολλὲς φορὲς καταχρηστικά), τὶς τελευταῖες δεκαετίες κατὰ κόρον. Ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ Καβάφη, ὡστόσο δὲν ἔλειψαν κ’ ἐδῶ οἱ πολλαπλές, κάποιες φορὲς ἀντιφατικές, ἑρμηνεῖες. Πρὶν θέσουμε ἕναν βασικὸ προβληματισμὸ λίγα στοιχεῖα καὶ πάλι, ποὺ θὰ βοηθήσουν τὸν μὴ γνώστη τῆς ἱστορίας.

Αὐτό το «..πλὴν Λακεδαιμονίων», εἶναι φυσικὰ ἀπόσπασμα ἀπὸ ἐπιγραφὴ χαραγμένη ἐπάνω σε 300 ἀσπίδες ποὺ ὁ Ἀλέξανδρος ἔστειλε νὰ ἀναρτηθοῦν στὸν Παρθενῶνα μετὰ ἀπὸ τὴν μάχη τοῦ Γρανικοῦ τὸ 334 π.Χ. «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων..». Κίνηση πολιτικὴ τοῦ Ἀλέξανδρου, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναδείξει τὸ πανελλήνιο τῆς ἐκστρατείας (τὶς ἀσπίδες τὶς στέλνει στὴν Ἀθῆνα καὶ ὄχι στὴν Πέλλα), ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν αὐτοεξαίρεση τῶν Σπαρτιατῶν ἀπὸ τὴν κοινὴ προσπάθεια. Ἐπιγραφὴ δηκτικὴ ποὺ χρησιμοποιεῖ εὐφυῶς ὁ Καβάφης, θὰ δοῦμε παρακάτω μὲ ποιὸ σκοπό.

Ἀπὸ τὸν τίτλο ἀκόμη γεννᾶται μία ἀπορία: γιατί 200 π.Χ; τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἡμερομηνία χρησιμοποιεῖ ὁ Καβάφης καὶ στὸ ποίημα «Ἐν μεγάλῃ Ἑλληνικὴ Ἀποικία, 200 π.Χ». καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μᾶλλον εἶναι σωστὸ νὰ συμπεράνουμε πὼς γιὰ τὸν Καβάφη ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς παρακμῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ, τουλάχιστον στὴν γνωστὴ μορφή του, οἱ νῖκες τῶν Ρωμαίων στὶς Κυνὸς Κεφαλὲς καὶ στὴν Μαγνησία ἀπέχουν ἐλάχιστα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡμερομηνία καὶ θεωροῦνται καθοριστικές. Εἶναι μᾶλλον μία σωστὴ ὑπόθεση, ἐὰν σκεφθοῦμε πὼς ὁ Καβάφης διυλίζει καὶ τὸν κώνωπα πρὶν δημοσιεύσει κάτι. Ἄλλωστε οἱ πρῶτοι στίχοι ἀπὸ τὸ «Ἐν μεγάλῃ Ἑλληνικὴ Ἀποικία, 200 π.Χ.», συνηγοροῦν:

«Ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουν κατ’ εὐχὴν στὴν Ἀποικία

Δὲν μένε’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία·»

Τὸ κεφαλαῖο στὴν λέξη «Ἀποικία» μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς τὸ ὅλον της ἑλληνιστικῆς περιόδου..

Ἡ τελειωτικὴ μάχη κατὰ τῶν Περσῶν ποὺ ἀναφέρεται στὸ ποίημα εἶναι πιθανότατα ἐκείνη τῶν Γαυγαμήλων τὸ 331 π.Χ., ἑρμηνεία διασταλτικὴ ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὰ Ἄρβηλα, μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς πόλεις τῆς περιοχῆς. Τὴν λέξη Γαυγάμηλα ὁ ποιητὴς ἀποφεύγει νὰ τὴν χρησιμοποιήσει, ὁ ἦχος της δὲν εἶναι καὶ ὁ πιὸ ποιητικός.

Ἡ Βακτριανὴ εἶναι τὸ ἔσχατο σημεῖο ἐπέκταση τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀνατολικά, τὸ σημερινὸ βόρειο Ἀφγανιστάν.

Ὁ πιὸ μυστηριώδης στίχος γιὰ ἕναν ἁπλὸ ἀναγνώστη μέσα στὸ ποίημα εἶναι ὁ «..μὲ τὴν ποικίλη δράση τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν..», παρόλα αὐτὰ ἀποτελεῖ φράση κλειδὶ στὴν κατανόηση τῆς ποιητικῆς πρόθεσης καὶ ἀναδεικνύει τὴν κεντρικὴ πολιτικὴ ἐπιλογὴ γιὰ τὶς κατακτηθεῖσες περιοχές. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ στίχος ἀναφέρεται στὴν συμβίωση πολλῶν καὶ διαφορετικῶν πολιτισμῶν, Ἕλληνες, Σύριοι, Αἰγύπτιοι, Πέρσες – μόνο ποὺ τούτη ἡ ἀλληλεπίδραση δὲν ἀφέθηκε στὴν τύχη, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔγινε προσπάθεια ἐξαφάνισης ἐπὶ μέρους στοιχείων, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ἐδῶ μελετήθηκε καὶ ἐκπονήθηκε συγκεκριμένο σχέδιο, πραγματοποιήθηκαν ἐπιλεγμένες κινήσεις σὲ ὅλο το φάσμα τῆς οἰκονομικῆς καὶ θρησκευτικῆς ζωῆς, ἔτσι ὥστε νὰ γίνει κατορθωτὴ ἡ συνύπαρξη σὲ ἕνα καθεστὼς ἀνοχῆς, μὰ καὶ ἐλεύθερης ἀλληλεπίδρασης. Φυσικὰ αὐτὰ δὲν σημαίνουν πὼς δὲν ὑπῆρξαν καὶ καταναγκασμοὶ ἢ τακτικὲς καταπίεσης στοὺς κατακτημένους, ἐκεῖνο ποὺ θέλει νὰ τονίσει ὁ Καβάφης εἶναι πὼς σὲ κάθε περίπτωση φανερώθηκε ἡ θέληση νὰ ὑπάρξουν προσαρμογές, ἡ δράση ἦταν ποικίλη γιατί ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἀγκάλιαζε ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς, (στὰ σημαντικὰ καὶ στὰ ἀσήμαντα) καὶ βέβαια ἤσαν προσαρμογὲς στοχαστικές, δηλαδὴ ἀποτέλεσμα σκέψης καὶ σχεδιασμοῦ.

Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι σὲ συνομιλίες ποὺ ἔχω μὲ πολλοὺς ἀναγνῶστες τοῦ «200 π.Χ.», ὑπάρχει διάχυτη, (ἂν ὄχι ἑδραιωμένη), ἡ ἐντύπωση πὼς ὁ Καβάφης εἰρωνεύεται τὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο καὶ ἐκφράζει συμπάθεια γιὰ τοὺς Σπαρτιᾶτες. Καὶ πράγματι αὐτὴ ἡ παρανόηση ἁπλώνεται καὶ σὲ πολλὲς δημοσιεύσεις καὶ ἀναλύσεις στὸ διαδίκτυο.

Ἃς παραβλέψουμε πρὸς στιγμὴν τὸ γεγονὸς πὼς ὁ Καβάφης, ἀπὸ ἰδιοσυγκρασία καὶ ἀντίληψη, εἶναι ἀστεῖο νὰ πιστέψουμε πὼς συμπαθεῖ κὰτ ἐλάχιστον τὸν δωρικὸ ρυθμό, τὴν στρατιωτικὴ πειθαρχία, τὸ σκληρὸ λακωνικὸ πνεῦμα, τὴν καθαρότητα τῆς πόλης – ὅλα ἀντίθετα μὲ τὴν ἑλληνιστικὴ ἀντίληψη «τῶν χρωμάτων καὶ τῶν πολιτισμῶν» ποὺ τόσο θαύμαζε (καὶ ποὺ ἐν τέλει ὑμνεῖ στὸ συγκεκριμένο ποίημα). Κλασικὴ Ἑλλάδα; Μὰ βεβαίως, ἐκείνη ὅμως τὴν ἰωνική, τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐλευθεριότητας, τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς φιλοσοφίας, τοῦ βίου δίχως σύνορα καὶ περιορισμούς. Γιὰ νὰ δοῦμε τώρα τὴν δομὴ τοῦ ποιήματος καὶ νομίζω πὼς ἔτσι θὰ καταλάβουμε ἀρκετά..

Ὅσοι παρανοοῦν τὸ ποίημα, μᾶλλον τὸ κάμουν ἀπὸ κεκτημένη ταχύτητα μιᾶς ἐνσωματωμένης στὴν ἀνάγνωσή τους καβαφικῆς εἰρωνείας, μόνο ποὺ στὸ «200 π.Χ.» αὐτὴ ἡ εἰρωνεία εἶναι πολὺ περιορισμένη, σχεδὸν ἀνύπαρκτη. Παρόλο ποὺ στόχος τοῦ ποιήματος εἶναι νὰ ἁπλώσει στὴν ματιὰ τοῦ ἀναγνώστη ὅλο τὸ χωρὶς σύνορα πνευματικὸ μεγαλεῖο της ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ὁ πάντα εὐγενὴς καὶ αἰσθαντικὸς Καβάφης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφήσει ἐντελῶς ἀνυπεράσπιστους τοὺς Σπαρτιᾶτες, ποὺ ἄξαφνα βρέθηκαν δακτυλοδεικτούμενοι μὲ κεῖνες τὶς τριακόσιες ἀσπίδες κρεμασμένες στὸν Παρθενῶνα – κοιτάξτε ὅμως τὴν ἐξαιρετικὴ σύλληψη: ἡ ὑπεράσπισή τους γίνεται ἐκ τῶν ἔσω, μέσα ἀπὸ τὴν δική τους κοσμοθεωρία, μέσα ἀπὸ τὰ δικά τους μάτια. Ἡ πρώτη στροφὴ δὲν ἁπλώνει, δὲν μιλᾷ μὲ τὴν φωνὴ τοῦ ἀφηγητῆ, ἀλλὰ στὴν οὐσία παραθέτει τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Σπαρτιατῶν, αἰτιολογεῖ τὴν στάση τους, (δὲν ἤσαν οἱ Σπαρτιᾶται γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν..), ἀνάγλυφα φαίνεται ἡ ἀδιαφορία τους ἀπέναντι στὴν ἀπομόνωση, εἶναι συνηθισμένοι αὐτοὶ οἱ σκληροτράχηλοι σὲ τέτοιες καταστάσεις, εἶναι ἡγήτορες, καθοδηγητές, ἡγεμονεύουν ἀποκλειστικῶς. Σ’ αὐτοὺς τοὺς πρώτους δέκα στίχους δὲν ὑπάρχει εἰρωνεία, δὲν ὑπάρχει σαρκασμός, ἴσως κάτι τὸ πομπῶδες, ποὺ ὅμως ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸ τοπίο καὶ τὴν ἱστορία τῆς Σπάρτης. Κι ἀμέσως ἔπειτα ἔρχεται ἡ ἔξοχη φράση: «Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ στάσις. Νοιώθεται…».

Εἶναι μία συγκαταβατικὴ στάση, βεβαίως. Ὅμως γιὰ δεῖτε πόσο καλὰ ἰσορροπεῖ μέσα στὸ ποίημα: Κανένα ρῆμα ποὺ παραπέμπει σὲ λογική, ἀλλά: «νοιώθεται».. δηλαδή, (ἐδῶ μιλᾷ πλέον ὁ ποιητής), τὴν στάση τους δὲν τὴν καταλαβαίνω, καλὰ καλὰ δὲν μπορῶ κὰν νὰ τὴν κατανοήσω, ἀλλὰ θὰ μποροῦσα νὰ τὴν νιώσω, νὰ τὴν προσεγγίσω μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ γὶ αὐτὸ νὰ τὴν ἀνεχθῶ καὶ μάλιστα νὰ τὴν σεβασθῶ ὡς ἀφοσίωση καὶ πίστη σὲ μιὰ ἰδέα, σὲ μιὰ ἱστορία, σὲ μιὰ ἀντίληψη. Ὅμως.. μέχρι ἐδῶ, τίποτε παραπάνω. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ τόσο χαμηλόφωνα ὁ Καβάφης σχεδὸν κρατᾷ ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ ἀπὸ σεβασμὸ στὴν ἱστορία μιᾶς πόλης, (ποὺ στὸ κάτω κάτω χάραξε τὴν δική της ἱστορία), τὴν ἴδια λοιπὸν στιγμὴ σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν μικρὴ πλὴν τιμία Σπάρτη, ξεκινᾷ νὰ ξετυλίγει τὸ χρονικό το μεγάλο, τὸ περίλαμπρο, τὸ ἀπαράμιλλο! Ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο στίχο καὶ κάτω θαρρεῖ κανεὶς πὼς παρακολουθεῖ ἕνα ἄλογο ποὺ σταδιακὰ ἐπιταχύνει γιὰ νὰ φτάσει σὲ καλπασμό, νομίζεις πὼς ἀκοῦς μία συμφωνία ποὺ κλιμακοῦται πρὸς τὴν κορύφωσή της, τὰ ἐπίθετα περισσεύουν, (κάτι σπάνιο στὸν λιτὸ Καβάφη), νομίζεις πὼς παρακολουθεῖς ἕναν τρελὸ χορὸ ποὺ μέσα του ἀνακατεύονται Ἀλεξανδρινοί, Ἀντιοχεῖς, Σύριοι, Πέρσες καὶ ὅσοι ἄλλοι! Καὶ γιὰ νὰ μὴν μείνει καμία ἀμφιβολία γιὰ κεῖνο ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει γράφει: «καὶ τὴν κοινὴν ἑλληνικὴ λαλιὰ ὡς μέσα τὴν Βακτριανὴ τὴν πήγαμεν..», δηλαδή, ἐντάξει Λάκωνες, μπορεῖτε νὰ παραμείνετε στὴν κουκίδα τοῦ χάρτη ποὺ ἐπιλέξατε, στὴν περιχαράκωση, στὴν καθαρότητά σας, ὅμως ἐμεῖς πιὰ δὲν ἔχωμε χρόνο γιὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ ἀναφορὲς στὸ παρελθόν, εἴμαστε καινούριος (πνευματικὸς) κόσμος μέγας, ἔχουμε τόσα νὰ σκεφθοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε – ἔ! δὲν θὰ κάτσουμε ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς γραφικές σας ἐμμονές..

Δεῖτε γιὰ λίγο τὴν ἀντιπαράθεση δύο ἀντιλήψεων, πόσο προσεκτικὰ παρουσιάζεται στὸ ποίημα. Ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα, (ἴσως καὶ τὸ μόνο), ποὺ ὁ Καβάφης γίνεται ἐνθουσιώδης καὶ ὑμνητικός. Χωρὶς νὰ ἀρνεῖται τὸ παρελθόν, χωρὶς νὰ θέλει νὰ συντρίψει (διὰ τοῦ σαρκασμοῦ καὶ τῆς περιφρόνησης), μιὰ μεγάλη ἱστορικὴ διαδρομή.

Θὰ μπορούσαμε πολλὰ ἀκόμη νὰ ποῦμε γὶ αὐτὸ τὸ ἐξαίρετο ποίημα, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ἀπὸ τὸν στίχο του ἀναδύεται καὶ ὁ θεατρικὸς Καβάφης, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἀγαπᾷ πολύ τοὺς τύπους, τὶς τελετουργίες, τὰ σύμβολα καὶ τὶς ἐπισημότητες ποὺ σφραγίζουν, (συμβολοποιοῦν), μία πραγματικότητα βαθιὰ πνευματικὴ – ὅμως εἶναι μία συζήτηση ποὺ ἀναπόφευκτα θὰ μᾶς πάει πρὸς τὸ Βυζάντιο καὶ σὲ προσωπικὲς ἀπόψεις τοῦ Καβάφη, ἴσως μὲ κάποια ἄλλη εὐκαιρία τὰ δοῦμε κι αὐτά.

Ἐπιστρέφουμε μὲ κάτι πιὸ χαμηλόφωνο, ὁπωσδήποτε ὅμως μὲ ποιότητες μοναδικές..

 

Ἀπ’  τὲς ἐννιά…

Δώδεκα καὶ μισή… γρήγορα πέρασεν ἡ ὥρα

ἀπ’  τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα,

καὶ κάθισα ἐδῶ. Κάθουμουν χωρὶς νὰ διαβάζω,

καὶ χωρὶς νὰ μιλῶ. (Μὲ ποιόνα νὰ μιλήσω

κατάμονος μέσα στὸ σπίτι αὐτό;..)

Τὸ εἴδωλον τοῦ νέου σώματός μου,

ἀπ’  τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα,

ᾖλθε καὶ μὲ ηὖρε, καὶ μὲ θύμισε

κλειστὲς κάμαρες ἀρωματισμένες,

καὶ περασμένην ἡδονή.. – τί τολμηρὴ ἡδονή!

Κ  ἐπίσης μ’  ἔφερε στὰ μάτια ἐμπρός,

δρόμους ποὺ τώρα ἔγιναν ἀγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνηση ποὺ τέλεψαν,

καὶ θέατρα καὶ καφενεῖα ποὺ ἤσαν μιὰ φορά…

Τὸ εἴδωλον τοῦ νέου σώματός μου

ᾖλθε καὶ μ’  ἔφερε καὶ τὰ λυπητερά·

πένθη τῆς οἰκογένειας, χωρισμοί,

αἰσθήματα δικῶν μου..- αἰσθήματα

τῶν πεθαμένων, τόσο λίγο ἐκτιμηθέντα…

Δώδεκα καὶ μισή..- πῶς πέρασεν ἡ ὥρα!..

Δώδεκα καὶ μισή..- πῶς πέρασαν τὰ χρόνια!..

(1917 ἢ 1918)

 

Θεματικὰ παρόμοιο μὲ τὰ κεριά, ἀλλὰ πολὺ εὐρύτερο σὲ νοήματα, ἀκόμη πιὸ προσωπικό, θὰ ἔλεγα ἴσως τὸ πιὸ προσωπικό του Καβάφη, ποὺ ἐδῶ σχεδὸν ἀδιαφορεῖ γὶ ἀλληγορίες, γίνεται συγκινητικός, ἀλλὰ καθόλου πομπώδης, καθόλου θεατρικὸς ἢ ὑπαινικτικός, σχεδὸν ταπεινός. Ὅπως σὲ ὅλα τα προσωπικά του ποιήματα, ἔτσι κι ἐδῶ ἀπουσιάζουν ἱστορικὲς ἀναφορὲς καὶ γρῖφοι καὶ ἂν θὰ θέλαμε νὰ κάμωμε μία δυὸ διευκρινήσεις θὰ ἦταν ἴσως γιὰ τὴν μοναξιά του καὶ ἐκεῖνα τὰ «πένθη τῆς οἰκογένειας» ποὺ ἀναφέρει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος. Γιὰ τὸ πρῶτο, εἶναι γνωστὸ στοὺς περισσότερους ὅτι στὸ σπίτι τῆς περίφημης ὁδοῦ Λέψιους ὁ Καβάφης ἔμεινε μόνος γιὰ 25 περίπου χρόνια. Γιὰ τὸ δεύτερο, τὰ «πένθη τῆς οἰκογένειας» θὰ μποροῦσαν βεβαίως νὰ ἀποτελοῦν μία γενικότερη ποιητικὴ ἀναφορὰ προκειμένου νὰ ἐνισχυθεῖ συναισθηματικά το ποίημα, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Καβάφης μέσα σὲ ἕνα διάστημα 14 ἐτῶν χάνει τὴν μητέρα του καὶ τέσσερα ἀδέλφια – ἀπώλειες ποὺ ὁπωσδήποτε ἄφησαν βαθιὰ ἀποτυπώματα καὶ ἐνέτειναν τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν ἀπομόνωσή του.

Ἂν ὑπάρχει κάτι τὸ θεατρικὸ στὸ ποίημα, αὐτὸ εἶναι τὸ σκηνικό του, τὸ σκοτεινό, τὸ χαμηλοφωτισμένο, ποὺ ὅμως δὲν ἀπέχει καθόλου ἀπὸ τὴν πραγματικότητα – γὶ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι ἐδῶ ὁ Καβάφης δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ στήσει σκηνικό, χρησιμοποιεῖ τὸ ἀληθινό, ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει καθημερινά, (γιὰ τοὺς περισσότερους εἶναι γνωστὸ πὼς δὲν χρησιμοποιοῦσε ἠλεκτρικό, τὸ δωμάτιο φωτίζονταν πάντα μὲ κεριὰ ἢ λάμπες παλαιᾶς κοπῆς καὶ ὁ ἴδιος, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχε ἐπισκέπτες, παρέμενε στὶς σκιές, μισοσβησμένος ὡς εἰκόνα..).

Ὁ φόβος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου εἶναι ἔντονος στὸν Καβάφη καὶ ἀναδύεται ἀπὸ πολλὰ ποιήματά του, ὅμως ἐδῶ το βλέμμα εἶναι ψύχραιμο, δὲν ὑπάρχει γκρίνια ἢ ἔντονο παράπονο. Ἐκεῖνο το «Μὲ ποιόνα νὰ μιλήσω κατάμονος…», ἁπλὰ περιγράφει μία πραγματικότητα ποὺ ἐν πολλοῖς καὶ ὁ ἴδιος ἐπιδίωξε καὶ καταδηλεῖ τὴν ἀπουσία βαθύτερων σχέσεων, φίλων μὲ πραγματικὸ ἐνδιαφέρον – ἴσως καὶ τὴν πεποίθηση τοῦ ποιητῆ πὼς δύσκολα βρίσκεται ἄνθρωπος νὰ τὸν νοιώσει, νὰ μοιραστεῖ μὲ συναίσθηση πραγματικὴ τὶς ἀνησυχίες, τοὺς προβληματισμοὺς καὶ τοὺς φόβους του. Ἡ μνήμη ἐπίσης, οἱ ἀναμνήσεις, συνήθως θολὲς καὶ μισοσβησμένες ἀπὸ τὴν πατίνα τοῦ χρόνου, εἶναι στοιχεῖα συχνὰ στὴν ποίησή του, ὅμως ἐδῶ δὲν καταφεύγει σὲ ἀφαιρέσεις: «Τὸ εἴδωλον», γράφει, τοῦ «νέου σώματός μου», τὸ κάποτε δηλαδὴ νεανικὸ σῶμα, ἔγινε ἀνάμνηση ποὺ δύσκολα μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ θυμηθεῖ. Ά!, πόσοι καὶ πόσοι δὲν τὸ ἔχουμε νοιώσει αὐτὸ ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια καὶ τὸ σφρῖγος, ἡ ἀντοχή, ἡ ἐπιθυμία ἡ ἴδια, ἐξασθενοῦν, ἀτονοῦν, καὶ τὰ πρῶτα σημάδια τῆς φθορᾶς ἐμφανίζονται ἀνεπαισθήτως κατὰ τὴν Καβαφικὴ ἰδιόλεκτο (ὅταν γράφεται τὸ ποίημα ὁ Καβάφης εἶναι πάνω ἀπὸ πενήντα, ἡλικία ποὺ γιὰ τὴν ἐποχὴ σηματοδοτεῖ μία ἀντίστροφη πορεία..). Τότε πιὰ ἡ ἔνταση τῆς ἡδονῆς, ἡ μυρωδιὰ ἑνὸς  ἀρώματος, ἡ συγκίνηση ἀπὸ ἕνα ὄμορφο σῶμα – πόσο εἶναι μακρινά, πόσο «τὰ κέντρα γεμάτα κίνηση… καὶ τὰ θέατρα, καὶ καφενεῖα..» ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ταυτίζονται μὲ νιάτα καὶ ἀντοχή, πόσο εἶναι παρελθόν! «Ἤσαν» γράφει καὶ αὐτὸς ὁ παρατατικὸς ἀφορᾷ βεβαίως τὸν ἴδιο, τὸ σῶμα του ποὺ ἦταν, δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ τὸν ἑαυτό του, ἐκεῖνον τὸν ἀνέμελα ριγμένο στὴν πιὸ «τολμηρὴ ἡδονή».

Παρόλο ποὺ ἡ μνήμη εἶναι ἀποσπασματικὴ καὶ κατακερματισμένη, παρόλο ποὺ ἀκόμη καὶ οἱ τολμηρὲς ἡδονὲς οὔτε ὡς ἀνάμνηση δὲν μποροῦν νὰ λειτουργήσουν – παρόλα αὐτὰ τὰ δυσάρεστα δὲν ᾖρθαν ἀκόμη «στὰ μάτια ἐμπρός». Ἁπλῶς ὅλα ἔχουν γίνει παρελθόν, σὰν μουσικὴ μακρινὴ ποὺ σβήνει, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὶς «φωνὲς» ποίημα παρόμοιας αἰσθητικῆς καὶ περιεχομένου.

Ἕως ἐδῶ ἡ εἰκόνα εἶναι βεβαίως θλιβερή, ἡ αἴσθηση ἑνὸς σώματος ἀνήμπορου νὰ κινηθεῖ ὁρμητικά, παρὰ ἀκίνητο κάθεται στὸ μισοσκόταδο καὶ μόνο διὰ τῆς μνήμης ἀκόμη ἐπιζεῖ – ἡ εἰκόνα λοιπὸν αὐτή, ναὶ εἶναι θλιβερή, ἀλλὰ μέσα στὸν στίχο, (ἐντελῶς προσωπικὴ ἐκτίμηση), διακρίνεται μιὰ συγκατάβαση, μιὰ ἀποδοχὴ τῆς φθορᾶς – καμία ἐξέγερση, καμία ἀγανάκτηση γιὰ τὸ ἀναπόφευκτο. Θάλεγα ἴσως ἀντίθετα καὶ μιὰ κρυφὴ ἱκανοποίηση πὼς τουλάχιστον, ἔστω καὶ σύντομα, ἔζησε τὰ τολμηρά, γνώρισε δρόμους καὶ θέατρα, δὲν δείλιασε νὰ βυθιστεῖ στὰ δικά του πρότυπα ὀμορφιᾶς.

‘Ετσι ὅμως ὅπως ἡ μνήμη περιδιαβαίνει ἀπὸ τὴν μία ἀνάμνηση στὴν ἄλλη, ἔτσι ὅπως διαχωρισμοὶ στὸ παρελθόν, στὸν χρόνο, δὲν ὑπάρχουν καὶ ὅλα συμβιώνουν μέσα στὴν ἴδια ζωή, στὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ ποὺ συμβαίνουν, ἀναπόφευκτα ὁ Καβάφης θυμᾶται καὶ τὰ λυπητερά, θυμᾶται ὄχι ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν, (προσέξτε τὴν διαφορὰ στὴν ποιότητα, ποὺ ἐξηγεῖ γιατί τὰ ὀνομάζει λυπητερά), ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ παραλείφθηκαν, ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἐκτιμήθηκαν, ἄρα δὲν ἐκφράστηκαν ποτέ. Τώρα μπαίνουμε στὸ συναίσθημα καθεαυτό, στὰ «αἰσθήματα» τῶν πεθαμένων, ποὺ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι πεθαμένοι!.. Ὤ! μὰ τί νὰ διορθώσεις τώρα, τί νὰ ἐκτιμήσεις ἐκ τῶν ὑστέρων, σὲ ποιὸν νὰ δείξεις μεταμέλεια καὶ ἄλλωστε τί νόημα θὰ εἶχε;

Ὁ διαχωρισμὸς ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἤσαν, ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι, (πάντως κάποτε ὁπωσδήποτε ὑπῆρξαν) καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρξουν, μὰ ἔμειναν ἀνύπαρκτα, εἶναι τόσο λεπτὸς ποὺ περνᾷ σχεδὸν ἀπαρατήρητος στὰ μάτια ἑνὸς ἀναγνώστη ποὺ θὰ διαβάσει βιαστικά το ποίημα. Κι ὅμως ἔχει τὴν σημασία του, καθὼς τὸ ὅλον των ἀναμνήσεων πιά, δηλώνει ἀμετάκλητη φθορὰ καὶ τίποτε δὲν ἔχει ἀπομείνει ποὺ νὰ λειτουργεῖ συνδετικὰ μὲ τὸ σήμερα.

Ποίημα προσωπικό, μὰ καὶ πραγματικὸ κέντημα, προσεγμένο στὴν λεπτομέρειά του ὅπως συνήθως..

Ἀπὸ τὰ κλασικότερα Καβαφικὰ βεβαίως τὸ τελευταῖο δίστιχο, προσφέρει ὑψηλὴ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση καὶ ἔχει ἐπαναληφθεῖ ποικιλοτρόπως σὲ ἀναρίθμητους μιμητὲς τῆς ποιητικῆς του (σημειῶστε τὴν ἐπανάληψη τοῦ στίχου, ὅπου ἀλλάζει μόνο ἡ τελευταία λέξη. Δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ἄλλους στίχους ποὺ νὰ μιμοῦνται τόσο τέλεια ἕνα ρολόι, ἕναν κοῦκο ποὺ βγαίνει κάθε στὸ τόσο καὶ μετρᾷ τὶς ὧρες, τὶς μέρες, τὰ χρόνια.. λεπτομέρεια ποὺ μόνο μὲ σωστὴ ἀπαγγελία μπορεῖ νὰ ἀναδειχθεῖ..). Ἃς προχωρήσουμε..

 

Ἡ σατραπεία

Τί συμφορὰ ἐνῷ εἶσαι καμωμένος

γιὰ τὰ ὡραῖα καὶ μεγάλα ἔργα,

ἡ ἄδικη αὐτή σου ἡ τύχη πάντα

ἐνθάρρυνση κ  ἐπιτυχία νὰ σὲ ἀρνεῖται·

νὰ σ’  ἐμποδίζουν εὐτελεῖς συνήθειες,

καὶ μικροπρέπειες, κι ἀδιαφορίες.

Καὶ τί φρικτὴ ἡ μέρα ποὺ ἐνδίδεις –

ἡ μέρα ποὺ ἀφέθηκες κ  ἐνδίδεις-

καὶ φεύγεις ὁδοιπόρος γιὰ τὰ Σοῦσα,

καὶ πηαίνεις στὸν μονάρχην Ἀρταξέρξη,

ποὺ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν Αὐλή του,

καὶ σὲ προσφέρει σατραπεῖες καὶ τέτοια…

Καὶ σὺ τὰ δέχεσαι μὲ ἀπελπισία

αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ θέλεις.

Ἄλλα ζητεῖ ἡ ψυχή σου, γὶ  ἄλλα κλαίει·

τὸν ἔπαινο τοῦ Δήμου καὶ τῶν Σοφιστῶν,

τὰ δύσκολα καὶ τ  ἀνεκτίμητα εὖγε·

τὴν Ἀγορά, τὸ Θέατρο καὶ τοὺς στεφάνους.

Αὐτά, ποῦ θὰ στὰ δώσει ὁ Ἀρταξέρξης,

αὐτά, ποῦ θὰ τὰ βρεῖς στὴ σατραπεία·

καὶ τί ζωὴ χωρὶς αὐτὰ θὰ κάμεις;..

(πιθανὸν ἀπὸ τὸ 1903)

 

Δεν είναι ο Κωνσταντίνος, αλλά ο αδελφός του John…

Παρόλο ποὺ δείχνει ἱστορικό, κατὰ τὸ σχόλιο τοῦ ἴδιου του Καβάφη: «…Τὸ ὑπονοούμενον πρόσωπον εἶναι ἐντελῶς συμβολικόν, τὸ ὁποῖον δέον νὰ παραδεχθῶμεν μᾶλλον ὡς ἕναν τεχνίτην ἢ καὶ ἐπιστήμονα, ἀκόμη, ὅστις κατόπιν ἀποτυχιῶν καὶ ἀπογοητεύσεων ἐγκαταλείπει τὴν τέχνη του καὶ πορεύεται πρὸς τὰ Σοῦσα καὶ πρὸς τὸν Ἀρταξέρξην, δηλαδὴ ἀλλάζει βίον καὶ εὑρίσκει μὲ ἄλλον τρόπον τὴν χλιδὴν (καὶ αὐτὴ μία ἐπιτυχία), ἡ ὁποία ὅμως δὲν δύναται νὰ τὸν ἱκανοποιήσει..». Βεβαίως μελετητὲς τοῦ ἔργου ποὺ ἀρέσκονται νὰ ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητή, ὁμιλοῦν γιὰ τὸν Ἀλκιβιάδη ἢ τὸν Θεμιστοκλῆ, μὰ πρώτον, δὲν ἔχει καμία ἰδιαίτερη σημασία τὸ πρόσωπο σὲ ἕνα ποίημα ὁλοφάνερα ἀλληγορικὸ καὶ δεύτερον, κάποτε καλὸ εἶναι νὰ δεχόμαστε τὴν ἑρμηνεία ἐκείνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν δημιουργό. Μάλιστα ἡ ἀναφορὰ τοῦ Καβάφη σὲ ἐπιστήμονα ἢ τεχνίτη, νομίζω αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ νὰ καταδείξει, ὅτι δηλαδὴ οἱ στίχοι ἐκφράζουν καθολικὴ ἀλήθεια καὶ ἀφοροῦν τὸν ὁποιοδήποτε ἐνδίδει σὲ ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ζητᾷ ἡ ψυχή του..

Λυπᾶμαι νὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ τέτοιες κρίσεις ἀπομακρύνουν χωρὶς λόγο καὶ αἰτία τὸν ἀναγνώστη. Ἐκεῖνο ποὺ ἐννοεῖται ἐδῶ εἶναι ἡ ποίηση ποὺ ἀναφέρεται στὸν ἑαυτό της, στὸ ἴδιο το ποιητικὸ φαινόμενο ὡς δημιουργικὴ διαδικασία…

Ἐὰν ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε τὴν σύλληψη τῆς σατραπείας, ἐ! τότε εἶναι ὁλοφάνερο πὼς θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε στὸν ἴδιο τὸν Καβάφη καὶ σὲ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε γιὰ τὸ ἐπάγγελμά του καὶ τὶς παραχωρήσεις ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἔχει γραπτῶς διασώσει. Κάποια στιγμὴ λοιπόν, τὸν ἐπισκέπτεται ἕνας νεαρὸς συγγραφέας, πάμπτωχος καὶ ἄνεργος ἀπὸ δουλειὰ πληρωμένη καὶ ἀρχίζει νὰ γκρινιάζει γιὰ τὴν βάσανο τῆς τέχνης, γιὰ κεῖνα ποὺ πρέπει νὰ ὑπομείνει προκειμένου νὰ ἐκδώσει κάποιο ἔργο του, γιὰ τὴν φτώχεια καὶ ἄλλα παρόμοια. Κοιτάζει μάλιστα ὁ νεαρὸς μὲ κάποιο φθόνο τὰ καλὰ σερβίτσια ποὺ σερβίρει ὁ ὑπηρέτης τοῦ Καβάφη ὅπως καὶ κάποια ἄλλα (προφανῶς ἀκριβὰ) ἀντικείμενα στὸ δωμάτιό του. Ἰδοὺ ὡς ἄμεση ἀπάντηση τὸ σχόλιο τοῦ Καβάφη: «..τί ἀκριβὰ ποὺ μὲ κόστιζαν ἐμένα οἱ μικρές μου πολυτέλειες. Γιὰ νὰ τὲς ἀποκτήσω βγῆκα ἀπ’ τὴν φυσική μου γραμμὴ κ’ ἔγινα ἕνας κυβερνητικὸς ὑπάλληλος (τί γελοῖο), καὶ ξοδιάζω καὶ χάνω τόσες πολύτιμες ὧρες τὴν ἡμέρα (στὲς ὁποῖες πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ οἱ ὧρες καμάτου καὶ χαυνώσεως ποὺ τὲς διαδέχονται). Τί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία».

Κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, «ἡ Σατραπεία» λειτουργεῖ σὲ δύο ἐπίπεδα. Ἀρχικὰ ἀποδίδει ἐξαιρετικά τὸ προσωπικὸ βάσανο τοῦ ἴδιου τοῦ Καβάφη, ποὺ ποτὲ δὲν ξεπέρασε ἐκείνη τὴν στιγμὴ ποὺ ἐνέδωσε καὶ ἀφέθηκε νὰ γίνει ἕνας ἀσήμαντος δημόσιος ὑπάλληλος, ἀντὶ νὰ δεχθεῖ κάθε ἄλλη ταπείνωση προκειμένου νὰ ὑπηρετήσει ὁλοκληρωτικὰ τὴν τέχνη του. Ὅμως ὁ Καβάφης ἔχει ταλέντο σπάνιο καὶ ἀκόμη καὶ ὅταν γράφει παρακινούμενος ἀπὸ δρᾶμα προσωπικὸ ἢ ἕνα ἱστορικὸ περιστατικό, μπορεῖ καὶ μετατρέπει τὸν στίχο σὲ ἀλήθεια πανανθρώπινη ποὺ ἀφορᾷ ὅμως καὶ τὸν κάθε ἀναγνώστη ξεχωριστά. Γιὰ νὰ δοῦμε μερικὲς λέξεις κλειδιὰ καὶ θὰ διαπιστώσετε νομίζω γιατί ἡ σημαντικὴ ποίηση κάποτε μπορεῖ νὰ ἀναζητᾷ μία καὶ μόνη λέξη γιὰ χρόνια ὁλόκληρα..

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἃς προσέξουμε ποῦ ἀπευθύνεται ὁ πρῶτος στίχος, σὲ κεῖνον ποὺ εἶναι «καμωμένος γιὰ τὰ ὡραῖα καὶ μεγάλα ἔργα..». Πολλοὶ εἰσπράττουν αὐτὸ τὸ «εἶσαι καμωμένος» ὡς ἄποψη τοῦ ὑποκειμένου, δηλαδὴ ἀρκεῖ νὰ θεωρεῖς ἐσὺ πὼς εἶσαι καμωμένος, ὅμως, (ἃς γίνω λίγο τολμηρός), νομίζω πὼς ἐδῶ ἐκφράζεται μία ἀντικειμενικὴ κρίση καὶ τὸ ποίημα ἀπευθύνεται πρωτίστως στοὺς ταλαντούχους ποὺ χαραμίζουν ἕνα τάλαντο ποὺ ἀποδεδειγμένα ὑπάρχει. Θὰ ἀναφωνήσουν μερικοί: ἔλεος, οἶκτο, σῴνει!, ὄχι ἄλλος σχολαστικισμός, μὰ ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπιμείνω: οἱ ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὸν προικισμένο ἄνθρωπο εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλύτερες, γιατί αὐτὸς μπορεῖ ἀλλὰ δὲν τὸ κάνει, αὐτὸς διαθέτει ἀλλὰ δὲν χρησιμοποιεῖ, αὐτὸς χαραμίζει ἕνα δῶρο ποὺ ὑπάρχει ἤδη..

Τὸ ποίημα εἶναι ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου, γιατί ἀνάμεσά σὲ ἄλλα παρόμοια καὶ τὸ ἴδιο ἄρτια ποιήματα, κατορθώνει νὰ ἀποτυπώσει μὲ ἔξοχο στίχο, (δεῖτε ποὺ τὸ ποίημα δὲν χωρίζεται σὲ στροφές, σὰν ἀνελέητο καὶ συνεχὲς σφυροκόπημα πρὸς ἐκεῖνον ποὺ ἐνέδωσε..), τὴν ἀγωνία γιὰ τὴν δικαίωση τοῦ δημιουργοῦ, τοῦ ὁποιουδήποτε δημιουργοῦ· τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸ ἀσήμαντο (σατραπεῖες καὶ ἄλλα τέτοια.. δεῖτε τὴν ὑποτίμηση!) καὶ τὸν χῶρο τῶν ἰδεῶν, τῆς ὑπαρξιακῆς ἀναζήτησης, τὴν ἐπιβεβαίωση γιὰ τὴν κατάκτηση τοῦ δύσκολου καὶ τοῦ ἀπαιτητικοῦ (..τὰ δύσκολα καὶ τὰ’ ἀνεκτίμητα εὖγε..). Σημαντικὴ εἶναι στὸ ποίημα καὶ ἡ ἔννοια τοῦ σοφιστῆ ὡς κριτῆ, ἐκείνου δηλαδὴ ποὺ ἔχει θέσει ὑψηλὰ τὸν πήχη, δὲν σταματᾷ νὰ ἀναζητᾷ ποιότητες καὶ ὅποτε σπανίως τὶς ἀνακαλύπτει, δὲν διστάζει νὰ ἀποδέχεται καὶ νὰ ἐπιβραβεύει χωρὶς προκαταλήψεις καὶ ἰδεολογικοὺς περιορισμούς.

«..ποῦ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν Αὐλή του..»: προσέξτε τὴν ἀπαξίωση τῆς δοτῆς θέσης, τῆς πληρωμένης, ἐκείνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ συναλλαγὴ καὶ ὄχι ὡς ἐπιβράβευση μιᾶς πορείας, ἑνὸς ἀνηφορικοῦ δρόμου. Καὶ τέλος μία σπαρακτικὴ κραυγή:

 

«Αὐτά, ποῦ θὰ τὰ βρῇς στὴν σατραπεία;

Καὶ τί ζωὴ χωρὶς αὐτὰ θὰ κάμῃς;..».

 

Ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης θεωροῦσε τὸν στίχο «ἡ μέρα ποὺ ἀφέθηκες καὶ ἐνδίδεις» κομβικὸ μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸ ποίημα, ἀκριβῶς γιατί ἐξέφραζε μὲ θαυμαστὴ λιτότητα, μὰ καὶ ἰσορροπία, τὸν ἐθελούσιο συμβιβασμὸ ἀπὸ τὴν μιὰ καὶ τὴν ἐγκατάλειψη ἐκείνων ποὺ λαχταρᾷ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Εἶναι μιὰ ἀντίφαση πανανθρώπινη καὶ καθημερινή, ἕνας ἀγῶνας ποὺ δίνουν καθημερινὰ ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σὲ ὅλο τὸν κόσμο, γὶ αὐτὸ καὶ τὸ ποίημα τόσο ἀληθινὸ καὶ τόσο καθολικὰ ἀποδεκτό, παρόλο ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἀνελέητο κατηγορῶ πρὸς κάθε ἐλαστικὴ συνείδηση.

Τέλος, ἃς σβήσουμε μία μικρὴ παρανόηση. Πολλοὶ δὲν κατανοοῦν «τὰ δύσκολα καὶ ἀνεκτίμητα εὖγε ἀπὸ Δῆμο καὶ σοφιστές», πιστεύοντας πῶς ὁ Καβάφης ἀναφέρεται γενικὰ στὴν λαϊκὴ ἀποδοχή, στὴν λαοφιλία, στὴν δημοφιλία. Ὅμως ἡ τοποθέτηση τῶν λέξεων «Δῆμος», «σοφιστές», «ἀγορά», «θέατρο» καὶ «στεφάνους», δὲν εἶναι καθόλου τυχαία, καθὼς παραπέμπει σὲ θεσμοὺς καὶ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀναγορευθεῖ σὲ σύμβολα εὐθυκρισίας καὶ ἀξιοκρατίας. Ὄχι τὰ ὁποιαδήποτε εὖγε λοιπόν, ὄχι τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀδαῶν καὶ τῶν πληρωμένων, ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν τέχνη καὶ τοὺς πιὸ αὐστηροὺς ἀποδέκτες της.

Ἕνα ποίημα ποὺ διαψεύδει ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν τὴν ποίηση σὰν μία διαδικασία ἀπομονωμένη σὲ ἕναν γυάλινο κόσμο καὶ ταυτόχρονα κόλαφος γιὰ ὅσους ἐπιπόλαια ξοδεύουν τὸν λιγοστὸ γιὰ τὸν καθένα μας χρόνο σὲ ἀσημαντότητες. Οἱ τύψεις τοῦ Καβάφη γιὰ τὴν τέχνη ποὺ δὲν ὑπηρέτησε τόσο πιστὰ ὅσο θὰ μποροῦσε, προβάλλονται μὲ τὸν καλύτερο τρόπο στὴν σημερινὴ ἐποχή, ὅπου οἱ ἀξίες δύσκολα διακρίνονται καὶ ταλέντα ἐλπιδοφόρα ἐξαντλοῦν τὶς ποιότητές τους στὸ κενὸ καὶ στὴν ἐπιφάνεια..

Τὸ τελευταῖο ποίημα ποὺ θὰ δοῦμε σ’ αὐτὸ τὸ πρῶτο μέρος, εἶναι ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ Καβάφη, ἀλλὰ βαθύτατα ἱστορικὸ καὶ γὶ αὐτὸ θὰ χρειαστοῦν ἀρκετὲς διευκρινήσεις..

 

Ὀροφέρνης

Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω

μοιάζει σὰν νὰ χαμογελᾷ τὸ πρόσωπό του-

τὸ ἔμορφο, λεπτό του πρόσωπο-

αὐτὸς εἲν’ ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου.

Παιδὶ τὸν ἔδιωξαν ἀπ’ τὴν Καππαδοκία,

ἀπ’ τὸ μεγάλο πατρικὸ παλάτι,

καὶ τὸν ἐστείλανε νὰ μεγαλώσει

στὴν Ἰωνία, καὶ νὰ ξεχασθεῖ στοὺς ξένους.

A, ἐξαίσιες τῆς Ἰωνίας νύχτες,

ποὺ ἄφοβα, κ’ ἑλληνικὰ ὅλως διόλου,

ἐγνώρισε πλήρη τὴν ἡδονή!..

Μὲς στὴν καρδιά του, πάντοτε Ἀσιανός·

ἀλλὰ στοὺς τρόπους του καὶ στὴν λαλιὰ του Ἕλλην,

μὲ περουζέδες στολισμένος, ἑλληνοντυμένος,

τὸ σῶμα του μὲ μύρον ἰασεμιοὺ εὐωδιασμένο,

κι ἀπ’ τοὺς ὡραίους τῆς Ἰωνίας νέους

ὁ πιὸ ὡραῖος αὐτός, ὁ πιὸ ἰδανικός!

Κατόπι, σὰν οἱ Σύροι στὴν Καππαδοκία

μπῆκαν, καὶ τὸν ἐκάμαν βασιλέα,

στὴν βασιλεία χύθηκεν ἐπάνω

γιὰ νὰ χαρεῖ μὲ νέον τρόπο κάθε μέρα,

γιὰ νὰ μαζεύει ἁρπαχτικὰ χρυσὸ κι ἀσῆμι,

καὶ γιὰ νὰ εὐφραίνεται καὶ νὰ κομπάζει,

βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα νὰ γυαλίζουν.

Ὅσο γιὰ μέριμνα τοῦ τόπου, γιὰ διοίκηση —

οὒτ’ ἤξερε τί γένονταν τριγύρω του.

Οἱ Καππαδόκες γρήγορα τὸν βγάλαν·

καὶ στὴν Συρία ξέπεσε, μὲς στὸ παλάτι

τοῦ Δημητρίου νὰ διασκεδάζει καὶ νὰ ὀκνεύει…

Μιὰ μέρα, ὡστόσο, τὴν πολλὴν ἀργία του

συλλογισμοὶ ἀσυνήθιστοι διέκοψαν·

θυμήθηκε ποὺ ἀπ’ τὴν μητέρα του Ἀντιοχίδα,

κι ἀπ’ τὴν παλιὰν ἐκείνη Στρατονίκη,

κι αὐτὸς βαστοῦσε ἀπ’ τὴν κορῶνα τῆς Συρίας,

καὶ Σελευκίδης ἤτανε σχεδόν…

Γιὰ λίγο βγῆκε ἀπ’ τὴν λαγνεία κι ἀπ’ τὴν μέθη,

κι ἀνίκανα, καὶ μισοζαλισμένος,

κάτι ἐζήτησε νὰ ρᾳδιουργήσει,

κάτι νὰ κάμει, κάτι νὰ σχεδιάσει,

κι ἀπέτυχεν οἰκτρὰ κ’ ἐξουδενώθη…

Τὸ τέλος του κάπου θὰ γράφηκε, κ’ ἐχάθη·

ἢ ἴσως ἡ Ἱστορία νὰ τὸ πέρασε,

καί, μὲ τὸ δίκιο της, τέτοιο ἀσήμαντο

πρᾶγμα δὲν καταδέχθηκε νὰ τὸ σημειώσει…

Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω

μιὰ χάρη ἀφῆκε ἀπ’ τὰ ὡραῖα του νειάτα,

ἀπ’ τὴν ποιητικὴ ἐμορφιὰ του ἕνα φῶς,

μιὰ μνήμη αἰσθητικὴ ἀγοριοῦ τῆς Ἰωνίας,

αὐτὸς εἲν’ ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου.

(ἀπὸ τὸ kavafis.gr)

 

 

Οροφέρνης ο Αριαράθου στο περίφημο νόμισμα…

Οἱ διαμάχες, τὰ φονικὰ καὶ οἱ ρᾳδιουργίες περίσσευαν στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους καὶ μία λεπτομερὴς ἱστορικὴ ἀφήγηση θὰ ἀγανακτήσει ἀρκετοὺς ἀπὸ ἐσάς, μὰ θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω μόνο τα ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιὰ τὴν κατανόηση τῶν στίχων.

«Παιδὶ τὸν ἔδιωξαν ἀπ’ τὴν Καππαδοκία», γράφει ὁ Καβάφης γιὰ τὸν Ὀροφέρνη. Λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, ἡ Ἀντιοχίς, κόρη τοῦ Ἀντιόχου τοῦ Μεγάλου παντρεύεται τὸν Ἀριαράθη Δ΄ τὸν Εὐσεβῆ, βασιλιὰ τῆς Καππαδοκίας, ἀλλὰ τὰ πρῶτα χρόνια κάθε προσπάθεια γιὰ τεκνοποίηση ἄκαρπη. Φαίνεται πὼς ἡ Ἀντιοχὶς δὲν ἦταν καὶ ἡ πλέον  ἀναμάρτητος κορασὶς στὰ νιάτα της, γιατί παρουσίασε στὸν βασιλιὰ δύο (μᾶλλον νόθα) παιδιά, τὸν Ἀριαράθη καὶ τὸν Ὀροφέρνη. Νὰ ὅμως ποὺ ἀγαπάει ὁ θεὸς τὸν κλέφτη κ.ἄ.παρόμοια, καὶ ξάφνου ἡ βασίλισσα ἀρχίζει νὰ γεννοβολᾷ χωρὶς σταματημὸ καὶ ἔτσι ἀναγκάζεται νὰ πεῖ τὴν πᾶσαν ἀλήθεια στὸν βασιλέα, ποὺ τοῦ ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι, ἔπιασε τοὺς ψεύτικους διαδόχους ἀπὸ τὸ σβέρκο καὶ τὸν μὲν Ἀριαράθη τὸν ἔστειλε στὴν Ρώμη καὶ τὸν Ὀροφέρνη στὴν Ἰωνία, μπᾶς καὶ ἀποφύγει τὸ σκάνδαλο

«Αὐτὸς ποὺ στὸ τετράδαχμον ἐπάνω.. αὐτὸς εἶναι ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου», ἔτσι ξεκινᾷ, ἀλλὰ καὶ ἔτσι καταλήγει τὸ ποίημα. Ὁ Καβάφης ἀναφέρεται στὰ ἀσημένια τετράδραχμα τοῦ Ὀροφέρνη, ποὺ μᾶλλον δίκαια θεωροῦνται ἀπὸ τὰ ὡραιότερα νομίσματα καὶ πορτραίτα τῆς ἐποχῆς.

«Κατόπιν οἱ Σῦροι.. τὸν ἐκάμαν βασιλέα», ἢ ἀλλιῶς ἡ ἐκδίκηση τῆς ἱστορίας. Καὶ ἐκεῖ ποὺ ὁ Ὀροφέρνης βουτηγμένος στὰ ἀρώματα πρωτοστατοῦσε στὶς κραιπάλες τῆς Ἰωνίας, ἔρχεται o Σελευκίδης Δημήτριος Σωτὴρ καὶ μέσα ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα ποὺ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ, μπαίνει στὴν Καππαδοκία καὶ ἀνεβάζει στὸν θρόνο της τὸν Ὀροφέρνη, ὁ ὁποῖος σὲ σχέση μὲ τὸ δημόσιο ταμεῖο στάθηκε ὁ ὁρισμὸς τῆς κατάχρησης καὶ τῆς ὑπεξαίρεσης.

«Οἱ Καππαδόκες γρήγορα τὸν βγάλαν», ἐλάχιστα κράτησε ἡ βασιλεία τοῦ Ὀροφέρνη ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν θρόνο κυνηγημένος ἀπὸ τὸν Ἄτταλο τῆς Περγάμου (χάνει ἡ μάνα τὸ παιδὶ αὐτὴν τὴν περίοδο τῆς παρακμῆς..) καὶ νὰ καταφύγει στὸν προστάτη του Δημήτριο στὴν Ἀντιόχεια ὅπου καὶ ζήτησε βοήθεια, κάτι σὰν τὸ σημερινοὶ πολιτικὸ ἄσυλο ποὺ ὁ Δημήτριος ἀποδέχθηκε, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἔχει στὴν αὐλή του καὶ νὰ ἀνεμίζει πάνω στὰ τείχη ἕναν ἐπίδοξο διάδοχο – πιόνι γιὰ τὴν Καππαδοκία.

«θυμήθηκε πού..Σελευκίδης ἤτανε σχεδόν..», βαθύτατα εἰρωνικὸ ἐκεῖνο τὸ σχεδόν. Σὲ ἱστορικὸ ἐπίπεδο, φαίνεται πὼς κάποια στιγμὴ ὁ Ὀροφέρνης βαρέθηκε νὰ παίζει μὲ τὰ ἄλλα παιδάκια, κάποιοι θὰ τοῦ βάλαν στὸ μυαλὸ πὼς μπορεῖ νὰ βασιλέψει καὶ μᾶλλον ἀνακατώθηκε σὲ ἀνατρεπτικές τοῦ Δημήτριου κινήσεις στὴν Ἀντιόχεια, (οὐδεὶς χειρότερος ἐχθρός τοῦ εὐεργετηθέντος..). Ἐπειδὴ ὅμως καὶ οἱ τοῖχοι ἔχουν αὐτιά, ψυχανεμίζεται τὴν προδοσία ὁ Δημήτριος καὶ στέλνει τὸν Ὀροφέρνη σὲ ἕνα κελὶ στὴν Σελεύκεια νὰ κόβει βόλτες στὴν αὐλὴ δὶς ἡμερησίως καὶ νὰ θυμᾶται τὰ παλιά..

«τὸ τέλος τοῦ ἐχάθη..»: πραγματικὰ ἡ ἱστορία ἀγνοεῖ τί ἀπέγινε ὁ Ὀροφέρνης, μιὰ ἀκόμη τραγικὴ εἰρωνεία καὶ ὑπογράμμιση τῆς ἀσημαντότητάς του. Εἰκάζεται πὼς πέθανε στὴν φυλακή..

Τέλος, οἱ περουζέδες εἶναι τὸ ὀρυκτὸ τουρκουὰζ (ἢ τυρκουάζ), πολύτιμο καὶ διακοσμητικὸ ἀπὸ παλιά..

Λοιπόν, γιὰ νὰ δοῦμε τώρα τὴν οὐσία.

«Ὀροφέρνης» διαθέτει πολλαπλὲς ἀναγνώσεις, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὰ περισσότερα ποιήματα τοῦ Καβάφη. Ἐντυπωσιάζει ἀρχικὰ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Καβάφη νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ἕνα ἀσήμαντο πρόσωπο τῆς ἱστορίας, μὲ κάποιον ποὺ πρόλαβε νὰ ἀφήσει τὸ ἴχνος του ἐπάνω σὲ ἕνα νόμισμα, ἀλλὰ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ἀναδείχθηκε σὲ σύμβολο ἀνικανότητας καὶ ἐπιπόλαιου βίου. Ὅμως..

Ἀρχικά, τὸ ἴδιο το ποίημα. Θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ μία γοητευτικὴ ποιητικὴ βιογραφία. Τὰ ρήματα καὶ γενικότερα οἱ λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Καβάφης εἶναι χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν πρόθεσή του νὰ τονίσει τὸ μηδαμινὸ μιᾶς ὕπαρξης ποὺ «χύθηκεν ἐπάνω» στὴν βασιλεία μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ λεηλατήσει τὸ δημόσιο ταμεῖο, γιὰ τὸ μόνο ποὺ ἐνδιαφερόταν ἦταν οἱ «ἐξαίσιές τῆς Ἰωνίας νύχτες» καὶ στὸ τέλος, σὲ μία ἀποκορύφωση τῆς ἀνοησίας του, στρέφεται καὶ ἐνάντια στὸν μοναδικὸ ἄνθρωπο ποὺ στάθηκε δίπλα του προστάτης. Ὁ Καβάφης ὑπερτονίζει ἴσως τὰ μειονεκτήματα καὶ τὴν κενότητα τοῦ προσώπου γιὰ νὰ φανεῖ καθαρότερα, ἐντονότερα ἡ ἀντίστιξη: Ἀπὸ τὴν μία ἡ ἔξοχη ποιητικὴ ὀμορφιά, τὸ ἔμορφο καὶ λεπτὸ πρόσωπο, τὸ ἰδανικό τοῦ κάλλους ποὺ προδιαθέτει γιὰ μέλλον λαμπρὸ κι ἐλπιδοφόρο· καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ παρακμὴ τοῦ πνεύματος σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σώματος, ἡ διάψευση, ἡ πλήρης ἀπογοήτευση ποὺ δηλώνεται μὲ τὸν κοφτὸ καὶ εἰρωνικὸ στίχο: «..οὔτε ἤξερε τί γένονταν τριγύρω του..». Ὅπως συμβαίνει συνήθως στὴν Καβαφικὴ ποίηση, ἕνα ἀσήμαντο πρόσωπο, μιὰ ὑποσημείωση τῆς ἱστορίας, στὰ χέρια ἑνὸς μεγάλου τεχνίτη μετατρέπεται σὲ μία ἐξαιρετικὴ ἀλληγορία καὶ στὴν προκείμενη περίπτωση ὁ Ὀροφέρνης συμβολοποιεῖ τὴν, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, πλήρη διάσταση ὕλης καὶ πνεύματος, αἰσθητικῆς καὶ οὐσίας, ἐπιφάνειας καὶ βάθους.

Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ οἱ ἀποχρώσεις, ἐκεῖνες ποὺ προκύπτουν ὅταν διαβάσει κανεὶς τὸ ποίημα προσεκτικά. Σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, εἶναι φανερὸς ἕνας αἰσθητικὸς προβληματισμός, ἀπὸ ἕναν Καβάφη ποὺ λατρεύει τὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴν προσωπική του ζωὴ εἶναι πολλὲς οἱ φορὲς ποὺ συγχρωτίζονταν μὲ ἀνθρώπους κενούς, ἄψυχους, πρότυπα ὅμως ὡραιότητας καὶ σύμβολα ἡδονισμοῦ. Προσέξτε τὴν τελευταία στροφὴ

 

Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω

μιὰ χάρη ἀφῆκε ἀπ’ τὰ ὡραῖα του νειάτα,

ἀπ’ τὴν ποιητικὴ ἐμορφιὰ του ἕνα φῶς,

μιὰ μνήμη αἰσθητικὴ ἀγοριοῦ τῆς Ἰωνίας,

αὐτὸς εἲν’ ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου.

 

Ἕνας μικρὸς θαυμασμὸς ὑποκρύπτεται ἐδῶ, μία αἰσθητικὴ ὑπογράμμιση, ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ μεγαλεῖο ψυχῆς. Σὰν νὰ μονολογεῖ ὁ Καβάφης: «εἶναι βεβαίως κρῖμα τέτοια ὀμορφιὰ νὰ μὴν ὁλοκληροῦται, νὰ μὴν δένει ἁρμονικὰ μὲ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δεῖτε τὸ νόμισμα, ἔχει κι αὐτὴ ἡ ποιητικὴ ὀμορφιὰ τὴν ἀξία καὶ γοητεία της, ὑπάρχει ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς, ἀνακαλεῖ μία «μνήμη αἰσθητική..». Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ τὸ ποίημα ξεκινᾷ μὲ τὴν ἀναφορὰ στὸ νόμισμα καὶ κλείνει μὲ αὐτό, εἶναι σὰν νὰ λέει ὁ Καβάφης: τὰ ἐνδιάμεσα τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἁπλὴ παρένθεση, ἕνα πυροτέχνημα, ξεχάστε τα,  μήτε ἡ ἱστορία δὲν καταδέχθηκε νὰ τὰ σημειώσει, ἐπικεντρωθεῖτε στὴν μορφὴ καὶ ἀφεθεῖτε στὴν γοητεία της. Στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας προβληματισμὸς τοῦ Καβάφη γιὰ τὴν γοητεία τοῦ ἀσήμαντου, τὴν ἐπιβολὴ τοῦ πρωτόγονου ἐνστίκτου ἐπάνω στὸ πνεῦμα καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ἐπαναληπτικὸ – εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἐπανειλημμένα ἔπαιρνε τὴν ἀπόφαση νὰ διακόψει τὶς ἐξουθενωτικὲς ἡδονιστικὲς περιπέτειες, μὰ κάθε φορά ἀφήνεται καὶ ἐνδίδει, κυριευμένος ἀπὸ τὴν ποιητικὴ ὀμορφιὰ καὶ τὴν πρωτόγονη ἐπιθυμία.

Καὶ μιὰ τελευταία ἀνάγνωση καθολικότατου χαρακτῆρα, ἃς ἀφήσουμε ὅλα τα παραπάνω στὴν ἄκρη. Ἐκεῖνο ποὺ ὡς ἀπόσταγμα ἀπομένει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ὀροφέρνη, εἶναι στὴν οὐσία μία αἴσθηση ματαιότητας, ἕνα πελώριο ἐρωτηματικό τοῦ Καβάφη πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό. Πόσο ἀξίζει ὁ κόπος, ὁ πόνος, ἡ προσπάθεια καὶ οἱ ἀπαντήσεις σὲ βαθύτατα ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα; Μήπως ἡ ματαιότητα τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου δικαιώνει τὸν κάθε λογὴς Ὀροφέρνη καὶ ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ζωὴ ἀπὸ ἕνα πυροτέχνημα, μία ἀσήμαντη κουκίδα ὄχι μεγαλύτερη, ὄχι βαρύτερη ἀπὸ ἕνα νόμισμα; Σὲ ἕναν κύκλο αἰώνων τί ἐπηρεάζει περισσότερο, τί ἐπιβιώνει καὶ τελικά; τί εἶναι αὐτὸ ποὺ δικαιώνει τὴν ὕπαρξη;

Προσωπικὰ ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τα παραπάνω, τὸ ποίημά μοῦ ἀφήνει μία αἴσθηση ἔντονη γιὰ τὴν μελαγχολία, τὴν κούραση καὶ τὴν ἀπογοήτευση τοῦ ἴδιου του ποιητῆ, γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν μαγεία τῆς στιγμῆς καὶ ἀρνεῖται νὰ προχωρήσει στὰ βαθύτερα, τὰ εὐγενέστερα. Στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ κρυφὸς θαυμασμὸς τοῦ διανοούμενου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἔχει θυσιάσει πολλὰ γιὰ τὴν τέχνη του, γιὰ κείνους ποὺ ζοῦνε κάθε στιγμὴ καὶ ἀδιαφοροῦν ἐπιδεικτικὰ γιὰ τὰ μεγάλα καὶ τὰ σημαντικά, γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὴν δικαίωση τῆς ὕπαρξής τους σὲ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν νοιάζεται, δὲν ἀσχολεῖται, δὲν ἐνδιαφέρεται… πῶς τόλεγε ὁ Σαρδανάπαλος; Ἔσθιε, πῖνε, ἀφροδίαζε, τ’ ἄλλα δὲ οὐδέν.., σὲ ἐκχυδαϊσμένη μετάφραση ὅ,τι φᾶμε, ὅ,τι πιοῦμε καὶ τὰ λοιπὰ ἐννοούμενα..

Ὅπως συνήθως συμβαίνει τὰ Καβαφικὰ ποιήματα λειτουργοῦν σὰν βεντάλιες, ξεκινοῦν ἀπὸ μικρὲς καὶ χαριτωμένες εἰκόνες γιὰ νὰ ἀνοίξουν σταδιακὰ σὲ ἕναν βασανιστικὸ προβληματισμὸ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο, τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὶς ἀγωνίες του, τὶς ματαιότητες ἀλλὰ καὶ τὴν προσπάθεια ὑπέρβασης ἑνὸς πεπρωμένου. Αὐτὸς εἶναι καὶ ἕνας λόγος ποὺ δὲν ὑπάρχει ποιητὴς τόσο πρόσφορος γιὰ οὐσιαστικὴ διδασκαλία στὴν ἐκπαίδευση, ὅσο ὁ Καβάφης.

Κωνσταντῖνος Καβάφης, στοχασμοί σ’ ἐπιλεγμένα, δεύτερο μέρος

 


Advertisement

Κράτα το

“…πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἀπέναντι σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…»

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

Γράψε πρῶτος ἕνα σχόλιο..

Notify of
avatar
wpDiscuz