Κωνσταντῖνος Καβάφης, στοχασμοί σ’ ἐπιλεγμένα, τρίτο μέρος

(τὸ σχέδιο τοῦ Καβάφη εἶναι τοῦ Γιάννη Κεφαλληνοῦ)

τοῦ Μ.Τασάκου, μὲ τὴν συνεργασία τῶν: Simone Brousseau, Ἀντιγόνης Ἠλιάδη, Γιώργου Καρύπη, Ἕλλης Παναγιώτου

Στὸ δεύτερο μέρος ἀνθολογοῦνται τὰ ποιήματα: «Μύρης· Ἀλεξάνδρεια τοῦ 340 μ.Χ.», «Ὀμνύει», «Νόησις», «Ἡ δυσαρέσκεια τοῦ Σελευκίδου», «Ἃς φρόντιζαν», «Πολὺ σπανίως», «Πρόσθεσις», «Ὅσο μπορεῖς»

 

Ξεκινᾶμε τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο μέρος τοῦ μικροῦ ἀφιερώματος στὸ Καβαφικὸ ἔργο, μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ μακροσκελῆ, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πιὸ σημαντικά, πιὸ ἄρτια ποιήματα τοῦ Καβάφη. Πρόκειται γιὰ τὸ «Μύρης· Ἀλεξάνδρεια τοῦ 340 μ.Χ.», μία ἐξαιρετικὴ ποιητική, (μὰ καὶ θεατρικὴ συνάμα..) σύνθεση, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βασικό της νόημα, ἀποκαλύπτει πολλὰ γιὰ τὴν περιβόητη «πίστη» τοῦ Καβάφη καὶ τὴν κριτικὴ του στάση ἀπέναντι σὲ θρησκεῖες καὶ φανατισμούς. Θὰ χρειαστεῖ νὰ διαβάσετε πολὺ προσεκτικά το ποίημα, δὲν ὑπάρχουν σχεδὸν καθόλου ἱστορικὰ στοιχεῖα νὰ σᾶς προβληματίσουν ἢ νὰ σᾶς κουράσουν, εἶναι πολλὰ ὅμως ἐκεῖνα τὰ σημεῖα ποὺ ὑπονοοῦν, ποὺ ὑπαινίσσονται, ποὺ ἀσκοῦν κριτικὴ μὲ ἐκείνη τὴν ἀδιόρατη καὶ πολλὲς φορὲς ἀμφίσημη Καβαφικὴ εἰρωνεία. Ἃς δοῦμε αὐτὸ τὸ ἔξοχο κείμενο, πρὶν σχολιάσουμε κάπως πιὸ ἀναλυτικά τα κρίσιμα σημεῖα του..

 

Μύρης· Ἀλεξάνδρεια τοῦ 340 μ.Χ.

Τὴν συμφορὰ ὅταν ἔμαθα, ποὺ ὁ Μύρης πέθανε,

πῆγα στὸ σπίτι του – μ’ ὅλο ποὺ τὸ ἀποφεύγω

νὰ εἰσέρχωμαι στῶν χριστιανῶν τὰ σπίτια,

πρὸ πάντων ὅταν ἔχουν θλίψεις ἢ γιορτές…

Στάθηκα σὲ διάδρομο… Δὲν θέλησα

νὰ προχωρήσω πιὸ ἐντός, γιατί ἀντελήφθην

ποὺ οἱ συγγενεῖς τοῦ πεθαμένου μ’ ἔβλεπαν

μὲ προφανῆ ἀπορίαν καὶ μὲ δυσαρέσκεια…

 Τὸν εἴχανε σὲ μιὰ μεγάλη κάμαρη

ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρην ὅπου στάθηκα

εἶδα κομμάτι: ὅλο τάπητες πολύτιμοι,

καὶ σκεύη ἐξ ἀργύρου καὶ χρυσοῦ…

Στέκομουν κ’ ἔκλαια σὲ μιὰ ἄκρη τοῦ διαδρόμου.

Καὶ σκέπτομουν ποὺ ἡ συγκεντρώσεις μας κ’ ἡ ἐκδρομὲς

χωρὶς τὸν Μύρη δὲν θ’ ἀξίζουν πιά·

καὶ σκέπτομουν ποὺ πιὰ δὲν θὰ τὸν δῶ

στὰ ὡραῖα κι ἄσεμνα ξενύχτια μας

νὰ χαίρεται, καὶ νὰ γελᾷ, καὶ ν’ ἀπαγγέλλει στίχους

μὲ τὴν τελεία του αἴσθησι τοῦ ἑλληνικοῦ ρυθμοῦ·

καὶ σκέπτομουν ποὺ ἔχασα γιὰ πάντα

τὴν ἐμορφιά του, ποὺ ἔχασα γιὰ πάντα

τὸν νέον ποὺ λάτρευα παράφορα…

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλὰ μιλοῦσαν γιὰ

τὴν τελευταία μέρα ποὺ ἔζησε –

στὰ χείλη του διαρκῶς τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ,

στὰ χέρια του βαστούσ’ ἕναν σταυρό…

Μπῆκαν κατόπι μὲς στὴν κάμαρη

τέσσαρες χριστιανοὶ ἱερεῖς, κ’ ἔλεγαν προσευχὲς

ἐνθέρμως καὶ δεήσεις στὸν Ἰησοῦν –

ἢ στὴν Μαρίαν (δὲν ξέρω τὴν θρησκεία τοὺς καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, ποὺ ὁ Μύρης ἦταν Χριστιανός.

Ἀπὸ τὴν πρώτην ὥρα τὸ γνωρίζαμε, ὅταν

πρόπερσι στὴν παρέα μας εἶχε μπεῖ.

Μὰ ζοῦσεν ἀπολύτως σὰν κ’ ἐμᾶς.

Ἀπ’ ὅλους μας πιὸ ἔκδοτος στὲς ἡδονές,

σκορπώντας ἀφειδῶς τὸ χρῆμα του στὲς διασκεδάσεις·

γιὰ τὴν ὑπόληψι τοῦ κόσμου ξένοιαστος,

ρίχνονταν πρόθυμα σὲ νύχτιες ρήξεις στὲς ὁδοὺς

ὅταν ἐτύχαινε ἡ παρέα μας

νὰ συναντήσει ἀντίθετη παρέα…

Ποτὲ γιὰ τὴν θρησκεία του δὲν μιλοῦσε…

Μάλιστα, μιὰ φορὰ τὸν εἴπαμε

πὼς θὰ τὸν πάρουμε μαζί μας στὸ Σεράπιον·

ὅμως, σὰν νὰ δυσαρεστήθηκε

μ’ αὐτὸν μας τὸν ἀστεϊσμὸ – θυμοῦμαι τώρα…

A, κι ἄλλες δυὸ φορὲς τώρα στὸν νοῦ μου ἔρχονται:

Ὅταν στὸν Ποσειδῶνα κάμναμε σπονδές,

τραβήχθηκε ἀπ’ τὸν κύκλο μας, κ’ ἔστρεψε ἀλλοῦ το βλέμμα.

Ὅταν ἐνθουσιασμένος ἕνας μας

εἶπεν: «Ἡ συντροφιὰ μας νἄναι ὑπὸ

τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν προστασίαν τοῦ μεγάλου,

τοῦ πανωραίου Ἀπόλλωνος…»,  ψιθύρισεν ὁ Μύρης

(οἱ ἄλλοι δὲν ἄκουσαν): τῆ ἑξαιρέσει ἐμοῦ…

 …Οἱ Χριστιανοὶ ἱερεῖς μεγαλοφώνως

γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ νέου δέονταν…

Παρατηροῦσα μὲ πόση ἐπιμέλεια,

καὶ μὲ τί προσοχὴν ἐντατικὴ

στοὺς τύπους τῆς θρησκείας τους ἑτοιμάζονταν

ὅλα γιὰ τὴν χριστιανικὴ κηδεία…

Κ’ ἐξαίφνης μὲ κυρίευσε μιὰ ἀλλόκοτη

ἐντύπωσις· ἀόριστα αἰσθάνομουν

σὰν νάφευγεν ἀπὸ κοντά μου ὁ Μύρης·

αἰσθάνομουν ποὺ ἑνώθη, χριστιανός,

μὲ τοὺς δικούς του, καὶ ποὺ γένομουν

ξ έ ν ο ς ἐγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ !.. Ἔνοιωθα κιόλα

μιὰ ἀμφιβολία νὰ μὲ σιμώνει: μήπως κι εἶχα γελασθεῖ

ἀπὸ τὸ πάθος μου, καὶ  π ά ν τα τοῦ ἤμουν ξένος…

Πετάχθηκα ἔξω ἀπ’ τὸ φρικτό τους σπίτι –

ἔφυγα γρήγορα πρὶν ἁρπαχθεῖ, πρὶν ἀλλοιωθεῖ

ἀπ’ τὴν χριστιανοσύνη τους ἡ θύμηση τοῦ Μύρη!..

(1929, τέσσερα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Καβάφη..)

 

Ὅπως συμβαίνει συνήθως, δύσκολα θὰ κατανοήσουμε τοὺς στίχους, ἐὰν προηγουμένως δὲν σταθοῦμε γιὰ λίγο στὰ σημαινόμενα τοῦ τίτλου..

Καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα ὁ Μύρης, ἴσως τὸ πιὸ εὔηχο καὶ πιὸ αἰσθησιακό, (φανταστικὸ βεβαίως..) ὄνομα – πρόσωπο ποὺ δημιούργησε ὁ Καβάφης. Ἡ συνήθης ἑρμηνεία μπορεῖ νὰ ταυτίσει τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁμόηχο Μοίρις, ἀλλὰ μήπως εἶναι πιὸ ταιριαστὴ ἡ προέλευση ἀπὸ τὸ «μύρον» ποὺ τόσο ἀγαποῦσε ὁ Καβάφης νὰ χρησιμοποιεῖ; Ἢ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ μυρόεις (μυρωμένος); Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ ὄνομα ποὺ εὐθέως παραπέμπει σὲ νέο ὄμορφο, περιποιημένο καὶ ταιριαστὸν μὲ μία αἰσθησιακὴ καὶ ἡδονιστικὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς. Προφανῶς καὶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἕνα ποιητικὸ καπρίτσιο, μία γλωσσοπλαστικὴ ἱκανότητα κενὴ περιεχομένου, ἀλλὰ γιὰ ἕναν συμβολισμὸ ποὺ, ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω, βοηθᾷ μὲ τρόπο ἰσχυρό το βασικὸ νόημα.

Τώρα βέβαια, γιατί στὴν Ἀλεξάνδρεια τοῦ 340 μ.Χ.; Ἐντάξει, ἡ Ἀλεξάνδρεια εἶναι γνωστὸ πὼς χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Καβάφη ὡς σύμβολο τοῦ πιὸ ἐλεύθερου καὶ ἀπροκατάληπτου βίου, τῶν ἡδονῶν καὶ τοῦ πιὸ ἐκλεπτυσμένου γούστου – αὐτὰ τὰ ἔχουμε δεῖ καὶ σὲ ἄλλα ποιήματά του. Τὸ σημεῖο κλειδὶ ὅμως ἐδῶ εἶναι ἡ χρονολογία, ἀπὸ μόνη της νὰ σηματοδοτεῖ ἕνα μεταίχμιο ἀνάμεσα στὴν παλιὰ θρησκεία ποὺ πιὰ ἔχει νικηθεῖ κατὰ κράτος καὶ στὸν χριστιανισμὸ ποὺ σαρώνει τὰ πάντα ὁρμητικὰ στὸ πέρασμά του καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς μὲ ἕναν τρόπο ἄγριο καὶ ἐκδικητικό. Εἶναι γνωστὲς οἱ διαμάχες στοὺς κόλπους τῆς νεοσύστατης σχετικὰ ἐκκλησίας καὶ οἱ ἄγριες συγκρούσεις (καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια..), ἀρειανῶν καὶ ὀρθόδοξων γιὰ δογματικὲς διαφωνίες, ποὺ μήτε οἱ ἴδιοι οἱ αὐτοκράτορες δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν. Στὸν θρόνο ἔχει ἀνέβει ἤδη ὁ Κωνστάντιος ποὺ θὰ καταδιώξει τὴν παλιὰ θρησκεία καὶ τοὺς ἐναπομείναντες ὀπαδοὺς της ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου. Προσέξτε λοιπὸν τώρα τὸν συμβολισμὸ τῆς χρονολογίας: ἡ Ἀλεξάνδρεια (τοῦ Καβάφη) ἀργοπεθαίνει, ἡ ἀνεξιθρησκία καὶ ἡ ἀνοχὴ γίνονται σιγὰ σιγὰ παρελθόν, ἡ καλοπέραση, ὁ ἡδονισμός, ἡ ἴδια ἡ κοσμοπολίτικη ἀτμόσφαιρα σχεδὸν «ποινικοποιοῦνται», κάτω ἀπὸ τὸ βάρος μιᾶς νέας θρησκείας ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπαγορεύει καὶ σαφῶς τὰ καταδιώκει. Εἶναι προφανὲς πὼς ὁ Καβάφης θεωρεῖ τὴν χρονολογία αὐτὴ σύμβολο μιᾶς μετάβασης πρὸς καιροὺς σκοτεινοὺς καὶ δυσοίωνους… μά, θὰ μοῦ πεῖτε, μήπως καὶ τὸ Σεράπιον ἀναφέρει τυχαία ὁ ποιητής; Μήπως ὁ ἴδιος ὁ θεὸς Σέραπις δὲν ἦταν ἕνα δημιούργημα τοῦ Πτολεμαίου τοῦ πρώτου (μὲ χαρακτηριστικὰ ἀπὸ Δία, Διόνυσο, Πλούτωνα, Ὄσιρι κ.ἄ), προκειμένου νὰ συμβιώσουν ἁρμονικὰ διαφορετικοὶ πολιτισμοὶ καὶ θρησκεῖες; (τὸ 391 τὸ Σεράπιον, ὁ πιὸ ὀνομαστὸς ναὸς τοῦ θεοῦ στὴν Ἀλεξάνδρεια, καταστράφηκε ἀπὸ φανατισμένους χριστιανοὺς – κήρυκες κατὰ τὰ ἄλλα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδελφοσύνης!..).

Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ κλῖμα πού, ἀπὸ τὸν τίτλο ἀκόμη, θέλει νὰ μᾶς μεταφέρει ὁ Καβάφης, καθὼς ἡ γνώση τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς θρησκευτικῆς της ἱστορίας, μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἐξαιρετικὰ ὡς εἰσαγωγὴ στὸ ἴδιο το ποίημα, ποὺ φυσικὰ προχωρᾷ πολὺ περισσότερο καὶ ἀκουμπᾷ πλέον βαθύτατα ὑπαρξιακὰ ζητήματα.. μόνο τυχαία δὲν εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῆς κάθε λέξης στὴν καλὴ ποίηση..

Ὑπομονή, ἔχουμε ἕνα δυὸ ζητηματάκια ἀκόμη νὰ σκεφθοῦμε, πρὶν ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα.

Ἡ ἀφήγηση σὲ πρῶτο  πρόσωπο δὲν εἶναι συχνὴ στὸν Καβάφη καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι στὰ ἱστορικὰ ἢ ἱστορικοφανῆ ποιήματά του. Βεβαίως, μορφὴ καὶ περιεχόμενο στὸν «Μύρη» ὑποβοηθοῦνται πολὺ ἀπὸ τὴν πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση καὶ τὸ δραματικὸ στοιχεῖο ἀποδίδεται στὸν μέγιστο βαθμό. Ταυτόχρονα ὅμως αὐτὴ ἡ ἔνταση καὶ ἀμεσότητα ὑποψιάζουν πὼς ὁ Καβάφης δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ κρύψει, (ἡ ἂν θέλετε ἐπιθυμοῦσε νὰ τονιστεῖ..), ἡ ταύτισή του μὲ τὸν ἀφηγητή..

Ἀπὸ τὰ γραμματολογικὰ ἐπίσης τοῦ «Μύρη» ἀξίζει νὰ προσέξετε τὰ παροξύτονα: «Στέκομουν κι’ ἔκλαια.., σκέπτομουν ποὺ ἔχασα γιὰ πάντα.., γένομουν ξένος..», σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον ποιητὴ αὐτὸς ὁ τονισμὸς θὰ γεννοῦσε προβλήματα, ὅμως ἐδῶ ὁ ρυθμὸς ἐπιτείνει τὴν προσωπικὴ χροιά, προσδίδει ἕνα βάθος στὸ πένθος καὶ ὑπογραμμίζει ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀντίθεση μὲ τὸ τυπικὸ καὶ ἄκαμπτο τελετουργικό της κηδείας, ἀπὸ ὅπου ἀπουσιάζει (ἐντέχνως..) τὸ συναίσθημα καὶ ὁ πηγαῖος θρῆνος..

Ἂν θέλαμε νὰ συμπυκνώσουμε τὸν νοηματικὸ πυρῆνα στὸν Μύρη σὲ μία φράση, θὰ λέγαμε πὼς ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν σύγκρουση τῶν δύο κόσμων, τῶν δύο ἀντιλήψεων ποὺ ἀναφέρουμε παραπάνω, μὲ ἀναφορὲς ἔμμεσες, ὑπόγειες, ἀπόλυτα διακριτικές. Ἃς τὰ δοῦμε μὲ τὴν σειρά, ἃς δοῦμε τὴν πρώτη στροφή..

Ὁ Μύρης πεθαίνει καὶ ὁ φίλος του (καὶ ἐραστὴς του) ἀποφασίζει νὰ πάει σπίτι του, μόλο ποὺ ὅπως λέει «ἀποφεύγω νὰ εἰσέρχομαι στῶν χριστιανῶν τὰ σπίτια..». Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κιόλας ὁ Καβάφης θέλει νὰ δηλώσει τὴν ἀνεξιθρησκία τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κόσμου. Ὑπάρχει βεβαίως μιὰ δυσφορία τοῦ ἀφηγητῆ, καθὼς ὁ χριστιανισμὸς μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ νέα τελετουργικὰ μοιάζει κάπως ἀπωθητικός, ὅμως ὁ πόνος, τὸ πραγματικὸ πένθος, ἡ ὀδύνη γιὰ τὸν ἀγαπημένο ποὺ ἔφυγε, ὑπερβαίνουν μικρότητες καὶ διαφορές, τὸ πρωτεῦον εἶναι νὰ βρεθεῖ δίπλα του τὴν ὕστατη ὥρα τοῦ θανάτου καὶ μέσῳ τῆς μνήμης νὰ τὸν ζωντανέψει καὶ πάλι, νὰ θρηνήσει τὴν μεγάλη ἀπώλεια τοῦ προσώπου.

Αὐτὴ ἡ ἐντελῶς ἀνθρώπινη (αὐθόρμητη καὶ ἀπροκατάληπτη..) συμπεριφορὰ συγκρούεται ἀπὸ τὴν δεύτερη κιόλας στροφὴ μὲ ἕναν ἀόρατο τοῖχο, μὲ μία μισαλλοδοξία ποὺ ὁ χριστιανικὸς κόσμος ἔχει ἤδη ἀποκτήσει ἔναντι τῶν ἄλλων δογμάτων. «Οἱ συγγενεῖς τοῦ πεθαμένου μ’ ἔβλεπαν μὲ προφανῆ ἀπορίαν καὶ μὲ δυσαρέσκεια..». Δηλαδή, ὄχι μόνο δὲν ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν πῶς ἕνας ἀλλόδοξος περνᾷ τὰ τείχη, ἀλλὰ δυσφοροῦν, ἐπιδεικνύουν δυσαρέσκεια, δὲν κρατοῦν κἄν τὰ προσχήματα, σὲ μιὰ ὥρα ποὺ ὅλα αὐτὰ μόνο μικροψυχία ἀποδεικνύουν. Παρόλο ποὺ ἡ ποιητικὴ ἔνταση δυναμώνει παρακάτω καὶ τὸ δρᾶμα κορυφώνεται, κατὰ τὴν γνώμη μου αὐτὲς οἱ δύο πρῶτες στροφὲς ἀπὸ μόνες τους εἶναι ἀρκετὲς γιὰ νὰ καταδείξουν (ἔστω καὶ ὑπαινικτικὰ καὶ χαμηλόφωνα..) τὴν νέα πραγματικότητα ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ καὶ τὴν ὁριστικὴ ὑποχώρηση πιὰ θεμελιακῶν ἀντιλήψεων τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου.. καὶ ἰδοὺ αὐτὴν τὴν ἔσχατη ὥρα, ποὺ ἀκόμη καὶ οἱ ἐχθροὶ ἐκείνου ποὺ ἔφυγε δίνουν τὸ παρὼν καὶ βρίσκονται κοντά του, ἰδοὺ ποὺ ὁ πιὸ κοντινός, ὁ πιὸ ἀγαπημένος του φίλος ἀναγκάζεται νὰ σταθεῖ, σχεδὸν παράνομος, σ΄ ἕνα διάδρομο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, (ἀπὸ μακριά..) νὰ θρηνήσει. Καὶ μόνο ὡς θεατρικὸ σκηνικὸ ἡ ποιότητα τοῦ στίχου ἐδῶ μὲ τὴν τόσο διακριτικὴ ἀντίστιξη εἶναι ἐξαιρετική..

Ἡ δεύτερη, (ἐμφανέστατη πιά..) κριτικὴ τοῦ Καβάφη στὶς ἀντιφάσεις τῆς νέας θρησκείας ξεδιπλώνεται καὶ στὴν τρίτη στροφή. Κρυφοκοιτάζει ὁ ἀφηγητὴς, μισοκρυμμένος μέσα τὴν αἴθουσα καὶ εὔκολα μπορεῖ νὰ διακρίνει (δὲν κρύβονται τὰ πολύτιμα ὑλικά, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πνεῦμα..): «ὅλο τάπητες πολύτιμοι, καὶ σκεύη ἐξ ἀργύρου καὶ χρυσοῦ..». Πολυτέλεια λοιπόν, ὄχι ἁπλῶς οἰκονομικὴ ἄνεση, ἀλλὰ πλοῦτος ποὺ ἐπιδεικνύεται μέσα σὲ ἕνα χριστιανικὸ σπίτι, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὁλημερὶς καταγγέλλουν τὰ μάταια τῆς ὕλης καὶ ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Χριστὸ, θὰ πρέπει μὲ ἄλλα νὰ ἀσχολοῦνται (αὐτόματα ἔρχονται στὸν νοῦ τὰ λόγια τοῦ ἐσταυρωμένου: «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τῷ θεῷ..», δηλαδὴ μὲ ἄλλα λόγια: ἀφῆστε πιὰ τὸ κυνῆγι τοῦ χρήματος, τοῦ πλούτου, τῆς ἀποθησαύρισης καὶ ἀσχοληθεῖτε μὲ τὸν θεό, δηλαδὴ τὸ πνεῦμα, τὴν ὕπαρξη τὴν ἴδια.. βεβαίως καὶ αὐτὰ τὰ παραβολικὰ λόγια, καταλλήλως  «προσαρμόστηκαν» ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία καὶ ἀναλόγως διδάσκονται στὰ σχολεῖα, ὡς δῆθεν προτροπὴ γιὰ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ πολιτικά..).

Παρόλο ποὺ τὸ ποίημα εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο, ἰδιαίτερα γιὰ τὰ συνήθη Καβαφικὰ μέτρα, ἡ συμμετρία του εἶναι ἐξαιρετική. Μόλις τὸ σκηνικὸ ὁλοκληρώνεται καὶ ἤπια δηλώνεται ἡ ἀντίθεση τῶν δύο κόσμων, ὁ ἀφηγητὴς ξεκινᾷ νὰ σκιαγραφεῖ τὴν προσωπικότητα τοῦ Μύρη, ἀνακαλώντας μνῆμες καὶ τὸ κυριότερο: θρηνώντας μὲ πραγματικὸ πόνο, χωρὶς νὰ παραλείπει νὰ θυμηθεῖ ὄχι μόνο τὴν σωματικὴ ὀμορφιά του (.. «ἔχασα γιὰ πάντα τὴν ἐμορφιά του..»), ἀλλὰ ἰδίως καὶ τὴν πνευματική του καλλιέργεια στὴν καθημερινή τους ζωὴ (τελεία αἴσθηση τοῦ ἑλληνικοῦ ρυθμοῦ..). Ὁλόκληρη ἡ τέταρτη στροφὴ εἶναι ἕνα μοιρολόι ἔξοχα ἰσορροπημένο ἀνάμεσα στὸ πνεῦμα καὶ στὴν ὕλη, ἕνα πένθος γιὰ μία παρουσία ποὺ κάλυπτε μὲ τὸν πιὸ ὁλοκληρωμένο τρόπο τὶς ἀνθρώπινες ἀνάγκες στὸν ὕψιστο βαθμό. Πὰν μέτρον ἄριστον, θρῆνος ποὺ ἀναφέρεται στὰ οὐσιώδη καὶ ἀφήνει ἔξω ἀπὸ τὴν μνήμη τὰ ἀσήμαντα..

Προτομή τού Καβάφη, βέβαια περισσότερο στον Λογοθετίδη μοιάζει παρά στον Καβάφη, αλλά τι σημασία έχει…

 

Ἡ Καβαφικὴ εἰρωνεία πρωτοπαρουσιάζεται στὴν ἑπόμενη στροφὴ καὶ κατὰ τὴν γνώμη μου ὑποδηλώνει ἔμμεσα τὴν ἀπόσταση ποὺ ἤθελε νὰ κρατᾷ ὁ Καβάφης ἀπὸ κάθε εἴδους δόγμα (…δὲν ξέρω τὴν θρησκεία τους καλά…) καὶ βέβαια τὴν μοναδικὴ ἱκανότητα τοῦ ποιητῆ νὰ καταπιάνεται μὲ ζητήματα σημαντικά, ἀλλὰ μὲ τρόπο τόσο λεπταίσθητο, ποὺ καταντᾷ ἀμφίσημος. Δεῖτε καὶ τὴν ἐπιμονή του νὰ καταγγέλλει τὴν ὑπερβολή: «μπῆκαν μὲς στὴν κάμαρη τέσσαρες χριστιανοὶ ἱερεῖς..». Τέσσερις ἱερεῖς; Τόση ὑπερβολὴ στὴν τελετουργία, ὡσὰν ἡ ψυχὴ θὰ σωθεῖ εὐκολότερα ἀπὸ τὶς ποσοτικὲς αὐξήσεις καὶ τὶς μεγαλοπρεπεῖς ἐπιδείξεις; Λέξη τὴν λέξη πρέπει νὰ διαβάζεται πολλὲς φορὲς ὁ Καβάφης γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὴ ἡ ὑποδόρια κριτική του..

Ἐὰν ἀπομένει σὲ κάποιον καὶ ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία γιὰ τὰ νοηματικά τοῦ ποιήματος, αὐτὰ ξεδιπλώνονται πιὰ στὸ, ἃς ποῦμε, δεύτερο μέρος του. Ἐδῶ πιὰ ὁ ἀφηγητής, ὅσο ὥρα διαρκοῦν οἱ δεήσεις, παραδίδεται στὶς ἀναμνήσεις καὶ μᾶς δίνει μία πλήρη εἰκόνα τοῦ Μύρη καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν ὁλοκληρωμένη πιὰ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τὰ κηρύγματα ἐκεῖνα ποὺ καταγγέλλουν ὡς ἁμαρτία τὴν ἀπόλαυσή της.

Μὰ βεβαίως, παραδέχεται ὁ ἀφηγητής, «γνωρίζαμε ποὺ ὁ Μύρης ἦταν χριστιανός..», ὅμως αὐτό σε τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τὴν ἀφομοίωσή του στὴν παρέα μας, καθὼς μάλιστα ἦταν ἀπολύτως σὰν κι ἐμᾶς. Καὶ ὄχι μόνο, ἀφοῦ μᾶς ξεπερνοῦσε σὲ ἡδονὲς καὶ διασκεδάσεις. Μὰ τί λέει ἐδῶ ὁ Καβάφης; Πρωτίστως ὅτι μία παρέα καλλιεργημένων νεαρῶν, ποὺ ζοῦσαν τὴν ζωὴ τους κάθε στιγμὴ μὲ ὕλη καὶ μὲ πνεῦμα, δεκάρα δὲν ἔδιναν γιὰ τὸ τί πίστευε ὁ Μύρης, ἀπὸ τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ συμφωνοῦσαν σὲ ὅλα τα ὑπόλοιπα καὶ ἀπολάμβαναν τὴν φιλία του. Ὄχι ἁπλῶ ἀνοχὴ λοιπόν, μὰ καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὰ (ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα) προσωπικὰ δεδομένα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὸ συγκεκριμένο σημεῖα διαφαίνεται καὶ μία, (πολὺ ἀχνὰ εἶναι ἀλήθεια..) ἀπορία τοῦ ἀφηγητῆ: χριστιανὸς βέβαια ὁ Μύρης, πιστὸς σὲ μιὰ θρησκεία ποὺ περιόριζε τὸν «ἔκλυτον βίον», ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη πρῶτος στὰ γλέντια, στὶς «νύχτιες ρήξεις», ἀδιάφορος γιὰ τὸ χρῆμα.. μιὰ ἀντίφαση ὑποβόσκει ἐδῶ, σύμφωνη βέβαια μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θέλει νὰ καταγράψει ἢ μᾶλλον νὰ ὑπογραμμίσει ὁ Καβάφης.

Οἱ ἀναμνήσεις προχωροῦν, ἡ ἀπορία τοῦ ἀφηγητῆ μεγαλώνει καὶ γὶ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ θυμηθεῖ ἔστω καὶ μία φορὰ ποὺ τὰ πιστεύω τοῦ Μύρη ἐμπόδισαν στὸ ἐλάχιστο τὴν συμμετοχή του στὴν παρέα. Ἀσήμαντα πράγματα θὰ θυμηθεῖ, μία διακριτικὴ ἀποχὴ μόνο τοῦ Μύρη κάποιες φορὲς ποὺ οἱ ὑπόλοιποι σπονδὲς κάνουν στοὺς θεούς τους. (Προσέξτε ἐδῶ πόσο ἀνάλαφρα παρουσιάζονται τὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα τῶν ὑπολοίπων, ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ χαρὰ τοῦ βίου δὲν μειώνονται στὸ ἐλάχιστο, καμία ὑποκρισία μὲ κατηφῆ καὶ σοβαροφανῆ πρόσωπα). Ἐπιπλέον, ἐκεῖνο τὸ ἑξαιρέσει ἐμοῦ, μὲ ἀλλοιωμένο εἶναι ἀλήθεια νόημα ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ ποιήματος, ἔχει γίνει πλέον παροιμιῶδες καὶ ὅταν προφέρεται δηλώνει τὴν ἀνεξαρτησία, τὴν ἀπόσταση ποὺ κρατᾷ κάθε ἀνεξάρτητο πνεῦμα ἀπὸ ἀφιονισμοὺς τῆς μάζας..).

Ὅμως ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτο στοιχεῖο σ αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις, ἕνα τρίτο «στρῶμα» ποιητικῆς ἀνάγνωσης: τὴν ἴδια ὥρα ποὺ ὁ ἀφηγητὴς θυμᾶται καὶ ἐπικεντρώνει στὰ τῶν θρησκειῶν, τὴν ἴδια αὐτὴ ὥρα ξεκινᾷ νὰ ἀναρωτιέται στὴν πραγματικότητα, ξεκινᾷ ἕνας φόβος.. καὶ ὅσο θυμᾶται κάποια σημάδια ποὺ τότε σημασία δὲν εἶχαν, τώρα ποὺ βλέπει μπροστά του ὅλο αὐτὸ τὸ τελετουργικὸ ἀρχίζει ἕνα μούδιασμα – πραγματικὰ ἡ σκηνὴ θυμίζει Πουαρό, ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ οἱ ψηφῖδες μπαίνουν στὴν θέση τους καὶ ἡ λύση ἀνακύπτει ὡς διὰ μαγείας. Αὐτὴ ἡ ταυτόχρονη λειτουργία τοῦ ποιήματος στὸ σημεῖο αὐτό, αὐτὸ τὸ πολυμερὲς ἄρωμα ποὺ ἀναδίδει, εἶναι ἐξαιρετικὸ δεῖγμα τῆς μαστοριᾶς τοῦ Καβάφη, τῆς ἱκανότητάς του νὰ συνδηλώνει, χωρὶς καθόλου νὰ ἐπιβαρύνει τὸν στῖχο μὲ ὑπερβολές, ἐπαναλήψεις ἢ πομπώδεις τονισμούς.

Ἡ ὥρα προχωρᾷ καὶ οἱ ἀναμνήσεις διακόπτονται καθὼς «..οἱ χριστιανοὶ ἱερεῖς μεγαλοφώνως γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ νέου δέονταν..». Τὸ τελετουργικὸ ἀποκορυφώνεται, ὁ φίλος του Μύρη ἔχει θυμηθεῖ κάποιες στιγμὲς ὅπου ὁ Μύρης προσπαθοῦσε νὰ ἀποστασιοποιηθεῖ, καὶ τότε μία μικρὴ κρίση πανικοῦ, ἕνας ἐσώτερος τρόμος τὸν κυριεύει: ἡ ἀμφιβολία δηλητηριάζει τὴν σκέψη του, (ἀλληγορία βεβαίως γιὰ τὶς ἀποστάσεις ποὺ δημιουργοῦν οἱ φανατισμοὶ καὶ οἱ ξένες πρὸς τὴν ζωὴ ἀντιλήψεις..), ὁ θαυμασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Μύρη νοθεύονται, ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη ταύτιση περνᾷ στὴν ἀποξένωση, ξένος ἐγώ, ξένος πολύ!.. μιὰ ἰδιότυπη μοναξιὰ κατακλύζει τὴν ψυχή του, ἕνα πελώριο ἐρωτηματικό: μὰ μήπως καὶ ἦταν πάντα ξένος καὶ ἐκεῖνος πίστευε σὲ κάτι ἀνύπαρκτο, σὲ ἕνα ψέμα, μήπως ὅλα ἤσαν φαντασιώσεις καὶ ἁπλὲς ἐξιδανικεύσεις; Τὸ πνεῦμα τοῦ Μύρη ξεκινᾷ πιὰ νὰ μὴν τὸ νοιώθει δικό του, ἱερεῖς καὶ γραῖες προσπαθοῦν νὰ τὸ τραβήξουν μακριά, πρὸς ἕναν κόσμο ἄγνωστο καὶ ἔξω ἀπὸ ἕνα παρελθὸν ποὺ ἑνώνει..

«Πετάχθηκα ἔξω ἂπ΄ τὸ φρικτό τους σπίτι..», οἱ ὡραῖες εἰκόνες μιᾶς γεμάτης ἀπὸ ἀγάπη καὶ χαρὰ ζωῆς ἔχουν πιὰ ἀλλοιωθεῖ, ἀόρατα τείχη ἔχουν ὑψωθεῖ καὶ ἔχουν καταστρέψει τὸ μόνο ζωντανὸ στοιχεῖο ποὺ εἶχε ὁ Μύρης. Ἀπότομα καὶ βιαστικὰ κλείνει τὸ ποίημα, ἀπόλυτα συνεπὲς στὸν ξαφνικὸ τρόμο τοῦ ἀφηγητῆ, ὅμως ὁ ἀναγνώστης συμπάσχει ὁπωσδήποτε, ἀντιλαμβάνεται πώς, ἀκόμη καὶ ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ φρικτό το σπίτι, ἡ ζημιὰ ἔχει ἐπέλθει: ἐκεῖνο ποὺ ἦταν δὲν εἶναι πιά, ὁ Μύρης εἶναι ἕνας ἄλλος, ἕνας διαφορετικός, ἕνας ξένος..

Ὁ Μύρης εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυσήμαντα ποιήματα τοῦ Καβάφη, ἐξαιρετικὸ σὲ μορφὴ καὶ περιεχόμενο καὶ ἀπὸ μόνο του θὰ μποροῦσε νὰ στηρίξει ἐτήσια ἐκπαιδευτικὴ διδασκαλία, ἐπάνω σε ζητήματα ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν θέση τοῦ ἀπέναντι στὶς κοινωνικὲς δομές, ἕως τὶς προσωπικὲς σχέσεις καὶ βιώματα, τὴν ἐρωτικὴ φαντασίωση καὶ ἐξιδανίκευση, τὸν ὑποκειμενισμὸ καὶ τὴν διάβρωσή του ἀπὸ τάχα ἀντικειμενικὲς ἀλήθειες καὶ ἑκατοντάδες ἄλλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς Καβάφης, ἀλλὰ τέτοιες προσεγγίσεις ἀπαιτοῦν ἄλλες κοινωνίες, ἄλλες συνειδήσεις καὶ φυσικὰ μίαν ἄλλη ἐκπαίδευση..

Ἐπάνω στὸ ἑπόμενο ποίημα, («Ὀμνύει»), βασίστηκαν πλεῖστες ὅσες ἀναφορὲς στὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ Καβάφη, σὲ τέτοιον μάλιστα βαθμὸ πού, ἀκόμη καὶ σοβαροὶ μελετητές, ἀναγκάστηκαν νὰ συρθοῦν σὲ κείμενα κίτρινα, γεμάτα ἀπὸ γαργαλιστικὲς λεπτομέρειες, χωρὶς καμία τεκμηρίωση. Εἶναι μόνο ἕξι στίχοι, ἃς τοὺς δοῦμε..

Ὀμνύει

Ὀμνύει κάθε τόσο ν’ ἀρχίσει πιὸ καλὴ ζωή.

Ἀλλ’ ὅταν ἒλθ’ ἡ νύχτα,  μὲ τὲς δικές της συμβουλές,

μὲ τοὺς συμβιβασμούς της,  καὶ μὲ τὲς ὑποσχέσεις της·

ἀλλ’ ὅταν ἒλθ’ ἡ νύχτα μὲ τὴν δική της δύναμι

τοῦ σώματος ποὺ θέλει καὶ ζητεῖ,  στὴν ἴδια

μοιραία χαρὰ χαμένος ξαναπηαίνει.

(1915)

Δὲν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία πὼς τὸ ποίημα καὶ ἐρωτικὸ εἶναι καὶ ἀντανακλᾷ «προσωπικὸ μαρτύριο», ἐσωτερικὴ βάσανο τοῦ Καβάφη, μία συνεχῆ πάλη μὲ τὴν θεωρούμενη στὴν ἐποχὴ του ἁμαρτία. Ἀκαθόριστο καὶ ἀσαφὲς παραμένει τὸ εἶδος τῆς ἁμαρτίας – πολλοὶ ἐπιχείρησαν νὰ τὴν προσδιορίσουν, μὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης ἀναφέρεται σχετικὰ σὲ πολλὰ ἰδιόχειρα σημειώματα. Τυχαία παραθέτουμε μερικὲς φράσεις, πρωτίστως γιὰ νὰ καταδείξουμε τὴν ἔνταση τοῦ μαρτυρίου..

 

«Ἁμάρτησα ἐκ νέου, καμμιὰ ἐλπίδα δὲν ὑπάρχει παρεκτὸς ἂν σταματήσω. Θεέ μου, βοήθα με..» (1897)

«Ὑφίσταμαι μαρτύριο. Σηκώθηκα καὶ γράφω τώρα. Τί νὰ κάμω καὶ τί θὰ γίνει; Τί νὰ κάμω; Βοήθεια. Εἶμαι χαμένος..» (1905)

«Καὶ τώρα στὸ πόδι, στᾶς μία καὶ μισὴ.. ἄραγε θ’ ἀντισταθῶ, θὰ θυμοῦμαι ἢ καὶ αὐτὰ εἰς μάτην;..»

 

Ἀτελείωτες εἰκασίες ἀπὸ κριτικοὺς καὶ λογοτέχνες, ἄλλοι ὑποθέτουν τὸ ποτό, ἄλλοι τὶς ὁμοφυλοφιλικὲς συνευρέσεις, ἄλλοι τὴν αὐτοϊκανοποίηση.. ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια, ἔχει κάποια σημασία αὐτὸς ὁ καθορισμὸς ἢ μήπως τὸ ὀρθότερο καὶ τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ δοῦμε τὸ ποίημα αὐτὸ (καὶ ἀνάλογα βεβαίως σὲ περιεχόμενο..), στὴν καθολική του διάσταση; Ἄλλωστε γιὰ ποιὸν ἄλλον λόγο ὁ Καβάφης θὰ «κοινοποιοῦσε» αὐτὴν τὴν ἀγωνία, ἐὰν δὲν σκόπευε σὲ ἕναν καθολικότερο συμβολισμό;

Ἡ μάχη μὲ τὴν «ἁμαρτία», μὲ ὅ,τι ὁ καθένας τέλος πάντων πιστεύει ὡς ἁμαρτία. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ὁ Καβάφης εἶναι ἕνας ἄνθρωπος διχασμένος, ὅπως ἄλλωστε οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Εἶναι ἕνας σκεπτικιστής, ἄνθρωπος ποὺ κρίνει καὶ κατακρίνει τὸν πουριτανισμό, τὸ ἀσφυκτικὸ κοινωνικὸ περιβάλλον μὲ τὶς συμβάσεις του, διανοούμενος ποὺ διατηρεῖ σαφεῖς ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς θρησκεῖες καὶ τὶς ὑπερβολές τους. Ὅμως, ὅπως ὁ καθείς, κουβαλᾷ παιδιόθεν παγιωμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁμαρτία, τὸν προσωπικὸ παράδεισο καὶ τὴν κόλαση. Εἶναι ἀκόμη σχετικὰ νέος, ὅλα αὐτὰ προκαλοῦν μέσα του μία αὐτόματη ἀντίδραση, ὅμως.. σὰν περάσει λίγο ὁ καιρός, σὰν συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ἀντίσταση στὴν ἁμαρτία εἶναι ἕνα μαρτύριο χωρὶς νόημα, θὰ περάσει σὲ μίαν ἄλλη ἀντίληψη, περισσότερη φιλοσοφημένη καὶ κατὰ τὴν γνώμη μου πολὺ πιὸ κοντινὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ συμβάσεις καὶ δόγματα προσπαθοῦν νὰ περιορίσουν. Δεῖτε τὸ ποίημα «Νόησις» καὶ πῶς ἄξαφνα στὰ μάτια του ὅλος αὐτὸς ὁ ἀγῶνας νὰ ἀντισταθεῖ στὰ ἔνστικτα, ὄχι μόνο φανερώνεται μάταιος, μὰ καὶ ἀπαραίτητος γιὰ τὴν δημιουργία..

Νόησις

Τὰ χρόνια τῆς νεότητός μου, ὁ ἡδονικός μου βίος –

πῶς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των!

Τί μεταμέλειες περιττές, τί μάταιες!…

Ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα τὸ νόημα τότε…

Μέσα στὸν ἔκλυτο τῆς νεότητός μου βίο

μορφώνονταν βουλὲς τῆς ποιήσεώς μου,

σχεδιάζονταν τῆς τέχνης μου ἡ περιοχή…

Γὶ  αὐτὸ κ  ἡ μεταμέλειες σταθερὲς ποτὲ δὲν ἤσαν.

Κ  ἡ ἀποφάσεις μου νὰ κρατηθῶ, ν  ἀλλάξω,

διαρκοῦσαν δυὸ ἑβδομάδες – τὸ πολύ.

(1918)

Μπορεῖτε νὰ δεῖτε καθαρὰ τὸν «διάλογο» ἀνάμεσα στὰ δύο ποιήματα. Προσωπικὰ καὶ ποιητικὰ ὥριμος πιὰ ὁ Καβάφης, παρουσιάζει ἔξοχα τὴν σχέση προσωπικῆς ταυτότητας καὶ δημιουργίας, τὴν ἀλληλεξάρτησή τους, τὸν πολὺ σημαντικὸ ρόλο ποὺ ἔχει ἡ συμφιλίωση τοῦ καθενὸς μὲ τοὺς προσωπικούς του δαίμονες καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἁπλά, καθημερινὰ βιώματα μποροῦν νὰ καθορίσουν  τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη (τὸ νόησις τοῦ τίτλου φυσικὰ θὰ πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ ὡς κατανόηση, «τώρα πιὰ καταλαβαίνω ποῖο τὸ νόημα..»).

Θὰ πρέπει νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸ ἐντελῶς προσωπικὸ δρᾶμα τοῦ Καβάφη γιὰ νὰ κατανοήσουμε κι ἐμεῖς μὲ τὴν σειρά μας σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται τὸ «Ὀμνύει». Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ μία μελέτη τῆς ἐνοχῆς, γιὰ πράξεις ποὺ ἔχουν κοινωνικὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἀνήθικες, ἀκόμη καὶ γιὰ σκέψεις ποὺ ἔχουν καταχωρηθεῖ ὡς ἁμαρτωλὲς καὶ κολάσιμες. Ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο ποιημάτων («Ὀμνύει» καὶ «Νόησις»), ὁδηγεῖ σὲ μία προτροπή, σὲ μιὰ καθολικὴ ἀλήθεια ποὺ πολὺ πειστικὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη (βιωματικά): Ἡ προσωπικὴ ταυτότητα τοῦ καθενὸς στὴν πιὸ γνήσια ἔκφρασή της, εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ πηγὴ κάθε γνήσιας δημιουργίας – ἀσφαλῶς γνήσιας, καθὼς προκύπτει ἀπὸ τὸν πιὸ ἀδιάσπαστο πυρῆνα τῆς ὕπαρξης.

Διαβάζοντας κάποιος τὴν στροφή..

Μέσα στὸν ἔκλυτο τῆς νεότητός μου βίο

μορφώνονταν βουλὲς τῆς ποιήσεώς μου,

σχεδιάζονταν τῆς τέχνης μου ἡ περιοχή…

μπορεῖ νὰ ρωτήσει καλοπροαίρετα: δίχως τὸν ἔκλυτο βίο ὁ ποιητὴς Καβάφης θὰ ἦταν διαφορετικός; Ἡ ποίησή του ἄλλη; Χιλιάδες κείμενα ἔχουν γραφεῖ ἐπάνω σ’ αὐτὰ τὰ «ἂν» καὶ «ἴσως», ὅμως ὅπως ὁ καθεὶς ἀντιλαμβάνεται εὔκολα πρόκειται γιὰ μελέτες καὶ ἐρωτήματα χωρὶς κανένα νόημα – ὄχι μόνο γιατί τὸ ὑποτιθέμενο δὲν μπορεῖ νὰ τεκμηριώσει ἀπολύτως καμία βεβαιότητα, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ «εἶναι» δὲν τεμαχίζεται, δὲν διασπᾶται, δὲν ἀναλύεται σὲ μέρη ποὺ ἀπὸ μόνα τους ἐπιφέρουν αὐτοδύναμα ἀποτελέσματα. Ὁπωσδήποτε δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔκλυτος βίος ποὺ σχεδίασε τὴν τέχνη τοῦ Καβάφη, παρὰ ἡ συνάντηση καὶ συνάθροισή της μὲ χιλιάδες ἄλλα «ἰδιόλεκτα». Εἶναι μία συζήτηση ἐντελῶς περιττὴ καὶ γὶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προσθέσουμε καὶ δικές μας εἰκασίες στὴν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία, εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ἐπιδροῦν σὲ μία συνείδηση οἱ ἀναστολές, οἱ ἐνοχές, τὸ περίκλειστο κοινωνικὸ περιβάλλον: κάποιοι κατακρημνίζονται κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τους, ἄλλοι μεταμορφώνουν αὐτὸ τὸ σκοτάδι καὶ βρίσκουν ἕνα φῶς μοναδικὸ καὶ μὲ καθολικὲς ἀποτυπώσεις..

«Ἡ δυσαρέσκεια τοῦ Σελευκίδου», πολλοὶ δὲν τὸ πιστεύουν ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ Καβαφικὰ (μᾶλλον ἄδικα), τὸ παραθέτουμε ὅμως καθὼς διαθέτει ἐνδιαφέρον ἱστορικὸ φόντο καὶ βαθύτατη πολιτικὴ κρίση, ταυτόχρονη μὲ κοινωνικοὺς προβληματισμούς..

 

Ἡ δυσαρέσκεια τοῦ Σελευκίδου

Δυσαρεστήθηκεν ὁ Σελευκίδης

Δημήτριος νὰ μάθει ποὺ στὴν Ἰταλία

ἔφθασεν ἕνας Πτολεμαῖος σὲ τέτοιο χάλι.

Μὲ τρεῖς ἢ τέσσαρες δούλους μονάχα·

πτωχοντυμένος καὶ πεζός. Ἔτσι μιὰ εἰρωνία

θὰ καταντήσουν πιά, καὶ παίγνιο μὲς στὴν Ρώμη

τὰ γένη των. Ποὺ κατὰ βάθος ἔγιναν

σὰν ἕνα εἶδος ὑπηρέται τῶν Ρωμαίων

τὸ ξέρει ὁ Σελευκίδης, ποὺ αὐτοὶ τοὺς δίδουν

κι αὐτοὶ τοὺς παίρνουνε τοὺς θρόνους των

αὐθαίρετα, ὡς ἐπιθυμοῦν· τὸ ξέρει.

Ἀλλὰ τουλάχιστον στὸ παρουσιαστικό των

ἃς διατηροῦν κάποια μεγαλοπρέπεια·

νὰ μὴ ξεχνοῦν ποὺ εἶναι βασιλεῖς ἀκόμη,

ποὺ λέγονται (ἀλίμονον!) ἀκόμη βασιλεῖς.

 Γι’ αὐτὸ συγχίσθηκεν ὁ Σελευκίδης

Δημήτριος· κι ἀμέσως πρόσφερε στὸν Πτολεμαῖο

ἐνδύματα ὁλοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,

βαρύτιμα διαμαντικά, πολλοὺς

θεράποντας καὶ συνοδούς, τὰ πιὸ ἀκριβά του ἄλογα,

γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Ρώμη καθὼς πρέπει,

σὰν Ἀλεξανδρινὸς Γραικὸς μονάρχης.

 Ἀλλ’ ὁ Λαγίδης, ποὺ ᾖλθε γιὰ τὴν ἐπαιτεία,

ἤξερε τὴν δουλειά του καὶ τ’ ἀρνήθηκε ὅλα·

διόλου δὲν τοῦ χρειάζονταν αὐτὲς ἡ πολυτέλειες.

Παληοντυμένος, ταπεινὸς μπῆκε στὴν Ρώμη,

καὶ κόνεψε σ’ ἑνὸς μικροῦ τεχνίτου σπίτι.

Κ’ ἔπειτα παρουσιάσθηκε σὰν κακομοίρης

καὶ σὰν πτωχάνθρωπος στὴν Σύγκλητο,

ἔτσι μὲ πιὸ ἀποτέλεσμα νὰ ζητιανέψει.

(1916, κυοφορούμενο ἐπὶ ἑξαετία..)

 

Ἰδοὺ οἱ ἀπαραίτητες ἱστορικὲς διευκρινήσεις..

Τὸ περιστατικὸ εἶναι πραγματικό, ἐντοπίζεται γύρω στὸ 164 π.Χ., μία ἐποχὴ ὅπου ἡ «παγκόσμια» πολιτικὴ ἐκπορεύεται (καὶ ἐπιβάλλεται..) πλέον ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες (Πτολεμαίων, Σελευκιδῶν, Μακεδόνων καὶ ἄλλων πολλῶν..) δὲν κάθεται στὸν θρόνο χωρὶς τὴν συγκατάθεση τῆς Συγκλήτου. Ὅλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν στὴν Ρώμη λοιπὸν καὶ ἤδη ἐκεῖ βρίσκεται ἐξόριστος ὁ Σελευκίδης Δημήτριος (ὁ Σωτήρ). Τώρα, ἐξόριστος; μιὰ κουβέντα εἶναι, καθὼς ὁ πολυτελὴς βίος, οἱ μεγάλες συνοδεῖες καὶ οἱ παρέες μὲ τοὺς πιὸ ἐπιφανεῖς Ρωμαίους μόνο σὲ ἐξορία ἢ ὀμηρεία δὲν παραπέμπουν. Περνᾷ καλὰ ὁ Δημήτριος, ὠφελεῖται βέβαια προσωπικά, ἀλλὰ παράλληλα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πὼς μέσα ἀπὸ τοὺς τύπους καὶ τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ πρωτοκόλλου, κρατᾷ τὰ τελευταῖα προσχήματα ἀπὸ μία δυναστεία ἄλλοτε ἀκμάζουσα, αὐτόφωτη καὶ ἐδαφικὰ κυρίαρχη..

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Πτολεμαῖος Στ΄ Φιλομήτωρ, μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ποὺ δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, ἐκθρονίζεται ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, ἐγκαταλείπει τὴν Αἴγυπτο καὶ παίρνει κι αὐτὸς τὸν δρόμο γιὰ τὴν Ρώμη, ταπεινὰ νὰ ἱκετέψει γιὰ ὑποστήριξη καὶ στρατιωτικὴ βοήθεια. Ὁ Δημήτριος βλέπει τὸν Πτολεμαῖο νὰ φτάνει στὸ λιμάνι καὶ φρίττει.

Μὲ τρεῖς ἢ τέσσαρες δούλους μονάχα·

πτωχοντυμένος καὶ πεζὸς

δηλαδή, μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς βασιλικῆς του καταγωγῆς, σχεδὸν ζητιάνος ὁ Λαγίδης (ὁ προσδιορισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο τὸν Λαγίδη, ἱδρυτὴ τῆς δυναστείας καὶ στρατηγὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου).

Ἐγκεφαλικὸ λοιπὸν κοντεύει νὰ πάθει ὁ Δημήτριος σὰν βλέπει τὸν Πτολεμαῖο κακομοιριασμένο νὰ τραβὰ γιὰ τὴν Σύγκλητο καὶ παρόλο ποὺ οἱ δυό τους ἀντιμάχονται γιὰ χρόνια, προσφέρει ἁπλόχερα τὴν βοήθειά του καὶ τὰ πλούτη του…

κι ἀμέσως πρόσφερε στὸν Πτολεμαῖο

ἐνδύματα ὁλοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,

βαρύτιμα διαμαντικά, πολλοὺς

θεράποντας καὶ συνοδούς, τὰ πιὸ ἀκριβά του ἄλογα,

γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Ρώμη καθὼς πρέπει,

σὰν Ἀλεξανδρινὸς Γραικὸς μονάρχης.

Ξεύρει ὁ Δημήτριος ὅτι ὑποχείρια των Ρωμαίων εἶναι οἱ ἄλλοτε κραταιὲς ἡγεμονίες τῶν Γραικῶν (ὁ Καβάφης χρησιμοποιεῖ τὸ Γραικὸς ἀδιακρίτως στὸ σύνολο τῆς ἱστορίας), ἀλλὰ ὄχι κι ἔτσι! Νὰ μὴν τηροῦνται οὔτε τὰ προσχήματα! Νὰ ἐξευτελίζεται ἔτσι ἕνα εὐγενής, ἕνας ἀπόγονος τοῦ Ἀλεξάνδρου! Καὶ ἀγνοεῖ ὁ δύσμοιρος ὁ Σελευκίδης ὅτι ὁ πονηρὸς καὶ μικροπρεπὴς Πτολεμαῖος ἔχει καταστρώσει σχέδιο δόλιο, ἔχει «ντυθεῖ» ἐπαίτης, μήπως καὶ τὸν δοῦν οἱ Συγκλητικοὶ καὶ πονέσει ἡ καρδιά τους, μήπως..

σὰν πτωχάνθρωπος στὴν Σύγκλητο,

ἔτσι μὲ πιὸ ἀποτέλεσμα νὰ ζητιανέψει

Καὶ πράγματι· μὲ τὰ πόδια μπαίνει στὴν Ρώμη ὁ Λαγίδης καὶ ἔτσι πτωχάνθρωπος, (ἔξοχος ὁ Καβαφικὸς προσδιορισμός..), παρουσιάζεται νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ δὲν ἀποτυγχάνει· μετὰ ἀπὸ κάποιες παλινῳδίες ἡ Ρώμη θὰ τὸν στηρίξει καὶ θὰ βασιλέψει ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του…

Ὡς συνήθως, πρόκειται γιὰ ἕνα ποίημα πολυσήμαντο, μὲ ἐπιμέρους ἀναγνώσεις καὶ «ὑποδείξεις» ἀπὸ τὸν Καβάφη γιὰ εὐρύτερους προβληματισμούς..

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, τὸ ποίημα ἀντανακλᾷ μία λύπη, μία στενοχώρια τοῦ ἴδιου τοῦ Καβάφη γιὰ τὴν κατάντια, τὴν παρακμὴ ποὺ βιώνουν οἱ ἑλληνίζουσες δυναστεῖες. Ἡγέτες χωρὶς ἀνάστημα καὶ ἐσωτερικὴ δύναμη, ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ τὶς θελήσεις τῆς Ρώμης καὶ παραχωροῦν τὸ ὅλον της ἀξιοπρέπειάς τους ἐκλιπαρώντας γιὰ δικαιώματα ποὺ ἄλλοτε ἤσαν αὐτονόητα καὶ μὲ πυγμὴ κατακτημένα. Ὅμως, ἀκόμη καὶ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν παράλυση, μέσα σ’ αὐτὴν τὴν θλιβερὴ εἰκόνα, ναί, ἀκόμη καὶ τότε, ὑπάρχουν ἀποχρώσεις καὶ διαφοροποιήσεις..

Πτολεμαῖος καὶ Δημήτριος βρίσκονται οὐσιαστικὰ στὴν ἴδια θέση, ἐξόριστοι κι οἱ δυό, περιμένουν τὶς Συγκλητικὲς ἀποφάσεις γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν θρόνο τους. Ὅμως, πόσο διαφορετικὰ ἀντιμετωπίζουν οἱ δυό τους τὴν ἐξορία! Ὁ Δημήτριος ξέρει βέβαια πῶς..

αὐτοὶ τοὺς δίδουν

κι αὐτοὶ τοὺς παίρνουνε τοὺς θρόνους των

αὐθαίρετα, ὡς ἐπιθυμοῦν

..ὅμως δὲν νοθεύει τὴν καταγωγή του, δὲν θὰ δώσει τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ξεπεσμοῦ στοὺς παγκόσμιους ἀφέντες, θὰ κρατήσει μέχρι τέλους τὸ τυπικὸ – ἕνα τυπικὸ ποὺ πολλὲς φορὲς διαθέτει τὸ ἴδιο (συμβολικὸ) βάρος μὲ τὴν οὐσία. Εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἀντίληψη τοῦ Καβάφη γιὰ τὴν ἀξιοπρέπεια αὐτὴ καὶ φυσικὰ ὄχι μόνο του Καβάφη.. χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ ξέπεσαν γιὰ κάποιον λόγο, ἀριστοκράτες ποὺ ἔγιναν πληβεῖοι ἀπὸ τὶς μεταβολὲς τῆς ἱστορίας, προτίμησαν τὴν στέρηση ἀκόμη καὶ τοῦ φαγητοῦ, κάποιοι καὶ τὸν θάνατο – ὑπερασπιζόμενοι ἴσως ἕνα ἀδειανὸ πουκάμισο μὲ ἰσχυροὺς ὅμως συμβολισμοὺς καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές. «..Νὰ μὴν ξεχνοῦν πὼς εἶναι βασιλεῖς ἀκόμη..», δηλαδὴ ἀναλλοίωτη ἡ ἐπίγνωση, ἀναλλοίωτη ἡ συνείδηση μέχρι τέλους, χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ ἐκπτώσεις.. ὁ καπετάνιος βυθίζεται τελευταῖος ὡς καπετάνιος, δὲν κοιτάζει νὰ μεταμφιεστεῖ σὲ ἁπλὸ ἐπιβάτη γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν συνάντηση μὲ τὸ ριζικό του..

Στὸν ἀντίποδα ὁ Πτολεμαῖος, εὐλύγιστος, εὐπροσάρμοστος στὶς ἀλλαγὲς τῆς ἱστορίας, πολὺ ἐγγύτερα στὰ πρότυπα τῆς πολιτικῆς ἔτσι ὅπως καὶ μέχρι σήμερα ἐπιβιώνουν. Θὰ σκύψει, θὰ ἐκλιπαρήσει,  θὰ παραστήσει τὸν ζητιάνο καὶ τὸν πτωχάνθρωπο, ἀρκεῖ νὰ πάρει ἐκεῖνο ποὺ θέλει – τί σημασία ἔχει ἂν οἱ ἀφέντες του πιὰ τὸν κοιτοῦν μὲ περιφρόνηση, τὴν δουλειὰ του θέλει νὰ κάμει καὶ κατὰ πὼς φαίνεται ἡ ἱστορία τὸν δικαιώνει..

Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς στήνει δίπλα δίπλα ὁ Καβάφης τὶς δύο συμπεριφορὲς καὶ ἔμμεσα ἀποτυπώνει ἕναν πρῶτο σχολιασμὸ γιὰ τὴν πολιτικὴ ἡγεμονία, ἀλλὰ πρὸ πάντων: ἕνα σχόλιο γιὰ τὸ πῶς μία συνείδηση ἀντιμετωπίζει τὴν δυστυχία, τὴν παρακμή, τὸν θάνατο τὸν ἴδιο! Μὰ ἔχει νόημα ἡ ἀξιοπρέπεια μπροστὰ στὸν θάνατο; Ἴσως ἀναρωτηθοῦν οἱ πιὸ ρεαλιστές.. καταφατικὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Καβάφη, (ἐδῶ, μὰ καὶ σὲ ἄλλα ποιήματά του..), ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει πάντα τα μέσα, τὶς νὰ τὲς κάμεις τὶς βασιλεῖες καὶ τοὺς θρόνους ὅταν ἔχεις παραχωρήσει καὶ τὸ τελευταῖο ἴχνος ἀξιοπρέπειας (ἀτομικῆς; συλλογικῆς; ἐθνικῆς; Δὲν ἔχει σημασία, κάθε ἀξιοπρέπειας!..) καὶ κυβερνᾷς σὰν ἀνδρείκελο ἔξωθεν κινούμενο..

Ἴσως φανεῖ περίεργο, ἀλλὰ γιὰ μένα τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ ποιήματος δὲν βρίσκεται στὰ παραπάνω – εἶναι βέβαια κι αὐτά, ἀλλὰ τὶς ἀπόψεις αὐτὲς τοῦ Καβάφη τὶς βρίσκουμε καὶ σὲ ἄλλους στίχους, ἴσως καὶ καλύτερα πλεγμένους. Τὸ καλύτερο σχόλιο στὸ «Ἡ δυσαρέσκεια τοῦ Σελευκίδου» εἶναι κρυμμένο βαθύτερα καὶ ἀφορᾷ τὴν Τύχη, τὴν Μοῖρα, τὸ πεπρωμένο..

Ποιὸς καθορίζει τελικὰ τὴν Ἱστορία; Ὁ Πτολεμαῖος, ὁ Δημήτριος καὶ οἱ λοιποὶ ἡγεμόνες εἶναι στ’ ἀλήθεια γιὰ λύπηση; Εἶναι πράγματι θύματα μιᾶς ἀναπόφευκτης παρακμῆς, ἑνὸς ἱστορικοῦ κύκλου ἢ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὴν συμπεριφορά τους, (τὴν στάση τους καὶ τὶς ἀποφάσεις τους..), καθορίζουν τὴν ἱστορία καὶ διαμορφώνουν τὴν μοῖρα τους καὶ τὴν μοῖρα τῶν λαῶν τους; Φταίει γενικὰ κάτι ἀόριστο καὶ ἀσαφὲς ποὺ παρασέρνει στὸ διάβα του βασιλεῖς καὶ ζητιάνους ἢ μήπως ἄνθρωποι – νᾶνοι, ἄνθρωποι κατώτεροι τῶν περιστάσεων εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ «κονταίνουν» τὴν ἱστορία καὶ τὴν προσαρμόζουν στὰ δικά τους σπιθαμιαία μέτρα;

Μὴν τὰ νομίζετε ὅλα αὐτὰ εὔκολα ἐρωτήματα ἢ ἁπλῶς θεωρητικὲς φλυαρίες χωρὶς περιεχόμενο. Ἐὰν σήμερα μᾶς ταλαιπωροῦν τὰ μύρια ὅσα καὶ ἂν ἐπικράτειες ὁλόκληρες δείχνουν νὰ ἄγονται καὶ νὰ φέρονται τυχαία, εἶναι καὶ γιατί ποτὲ δὲν ἐντάξαμε παρόμοιες ἀναζητήσεις στὸν συλλογικό μας προβληματισμό, ποτὲ δὲν φροντίσαμε νὰ ἀπαντήσουμε (ἔστω καὶ λανθασμένα..) σὲ τέτοια ζητήματα, ποὺ ἀνακύπτουν ἀπὸ τὸν καλὸ καὶ ποιοτικὸ στίχο. Ἡ ἱστορία πρέπει νὰ διδάσκει, ἐπαναλαμβάνουν διάφοροι, μονότονα καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ ἐξηγοῦν πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ θὰ προκύψει αὐτὴ ἡ διδασκαλία. Κι ὅμως, ἡ Καβαφικὴ ποίηση εἶναι ἕνα ἐξαίρετο παράδειγμα γιὰ τὸ πῶς ἡ ποίηση μπορεῖ νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν στιγμὴ καὶ νὰ κάμει τὴν Ἱστορία τὸ πιὸ γόνιμο ὑλικὸ γιὰ σημερινοὺς προβληματισμοὺς καὶ ἀποφάσεις..

Προτελευταῖο ποίημα σ’ αὐτὸ τὸ ἀφιέρωμα. «Ἃς φρόντιζαν»..

 

Ἃς φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδὸν ἀνέστιος καὶ πένης.

Αὐτὴ ἡ μοιραία πόλις, ἡ Ἀντιόχεια,

ὅλα τα χρήματά μου τάφαγε –

αὐτή, ἡ μοιραία, μὲ τὸν δαπανηρό της βίο!

Ἀλλὰ εἶμαι νέος καὶ μὲ ὑγείαν ἀρίστην.

Κάτοχος τῆς ἑλληνικῆς θαυμάσιος

(ξέρω καὶ παραξέρω Ἀριστοτέλη, Πλάτωνα-

τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ὅ,τι κι ἂν πεῖς!)

Ἀπὸ στρατιωτικὰ ἔχω μίαν ἰδέα –

κ’ ἔχω φιλίες μὲ ἀρχηγοὺς τῶν μισθοφόρων.

Εἶμαι μπασμένος κάμποσο καὶ στὰ διοικητικά·

Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔμεινα ἕξι μῆνες, πέρσι·

κάπως γνωρίζω (κ’ εἶναι τοῦτο χρήσιμον) τὰ ἐκεῖ –

τοῦ Κακεργέτη βλέψεις, καὶ παληανθρωπιές, καὶ τὰ λοιπά.

Ὅθεν φρονῶ πὼς εἶμαι στὰ γεμάτα

ἐνδεδειγμένος γιὰ νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν τὴν χώρα,

τὴν προσφιλῆ πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ὅ,τι δουλειὰ μὲ βάλουν θὰ πασχίσω

νὰ εἶμαι στὴν χώρα ὠφέλιμος – αὐτὴ εἲν’ ἡ πρόθεσίς μου.

Ἂν πάλι μ’ ἐμποδίσουνε μὲ τὰ συστήματά τους –

τοὺς ξέρουμε τοὺς προκομένους! (νὰ τὰ λέμε τώρα;) –

ἂν μ’ ἐμποδίσουνε, τί φταίω ἐγώ;

Θ’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ζαβίνα πρῶτα·

κι ἂν ὁ μωρὸς αὐτὸς δὲν μ’ ἐκτιμήσει,

θὰ πάγω στὸν ἀντίπαλό του, τὸν Γρυπό·

Κι ἂν ὁ ἠλίθιος κι αὐτὸς δὲν μὲ προσλάβει,

πηγαίνω παρευθὺς στὸν Ὑρκανό!

Θὰ μὲ θελήσει, πάντως, ἕνας ἀπ’ τοὺς τρεῖς.

Κ’ εἶν’ ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη

γιὰ τὸ ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς:

Βλάπτουν κ’ οἱ τρεῖς τους τὴν Συρία τὸ ἴδιο!

Ἀλλά, κατεστραμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ;

Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος νὰ μπαλωθῶ.

Ἃς φρόντιζαν οἱ κραταιοὶ θεοὶ

νὰ δημιουργήσουν ἕναν τέταρτο καλό.

Μετὰ χαρᾶς θὰ πήγαινα μ’ αὐτόν!

(1930)

 

Σάτιρα, κυνισμός, ἀλλὰ καὶ ὀξύτατη κριτικὴ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα Καβαφικά. Θὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὰ ἱστορικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ ἐπιγραμματικά, καθὼς οἱ ἀτελείωτες μάχες τῶν ἐπιγόνων καὶ οἱ ἀπίστευτες δολοπλοκίες καὶ συμμαχίες γιὰ τὴν ἐπικράτηση, μποροῦν εὔκολα νὰ φέρουν πονοκέφαλο ἐὰν παρουσιαστοὺν διεξοδικά.

τοῦ Κακεργέτη βλέψεις, καὶ παληανθρωπιές, καὶ τὰ λοιπὰ

Πτολεμαῖος Ἡ΄Εὐεργέτης Β΄τὸ ἐπίσημο ὄνομά του, ἀλλὰ τὸ παρατσοῦκλι Κακεργέτης, (κακοποιὸ στοιχεῖο στὴν οὐσία δηλαδή), ποὺ τοῦ κόλλησαν, χαρακτηρίζει ἀρκετὰ ἕναν ἡγεμόνα ποὺ ἔβαψε τὰ χέρια του μὲ αἷμα, ἀκόμη καὶ μικρῶν παιδιῶν. Πιὸ γνωστὸ ἐπίσης τὸ παρατσοῦκλι Φύσκων, κοιλαρὰς δηλαδή, καὶ πράγματι τὸ πάχος τοῦ ἦταν μᾶλλον ἀφύσικο (στὸ νόμισμα φαίνεται μόνο ἡ κεφαλή του, ἀλλὰ δὲν χρειάζεται τὸ ὑπόλοιπο, δύσκολα τὸν λὲς πρότυπο ὀμορφιᾶς κι εὐλυγισίας..). Αἱμομιξίες, ἐγκλήματα, βασανιστήρια καὶ ἀνελέητοι διωγμοὶ τῶν ἀντιπάλων του, ἤσαν οἱ συνήθεις τακτικές του, οἱ παληανθρωπίες ποὺ ἀναφέρει ὁ Καβάφης. Ὅσο γιὰ τὶς βλέψεις ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἴδιο στίχο, μᾶλλον ὑπονοοῦν τὶς βλέψεις του γιὰ τὴν Συρία – μεγάλη ἱστορία, ἃς τὴν ἀποφύγουμε χάριν συντομίας.

Θ’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ζαβίνα πρῶτα..

Ἀλέξανδρος Ζαβινᾶς, (γιὰ πολλοὺς ἱστορικοὺς καὶ φιλολόγους αὐτὸς εἶναι ὁ σωστὸς τονισμός..), γιὸς ἐμπόρου ποὺ ἐπιλέχθηκε ἀπὸ τὸν Κακεργέτη, (τὸν καλὸ αὐτὸ ἄνθρωπο ποὺ εἴδαμε παραπάνω), γιὰ νὰ τοποθετηθεῖ ὡς ἀνδρείκελο στὸν θρόνο τῆς Συρίας. Τὸ ζαβινᾶς εἶναι συριακὴ λέξη ποὺ σημαίνει ἐκεῖνον ποὺ ἀγοράστηκε καὶ κατ’ ἐπέκταση τὸν δοτὸ – παρατσοῦκλι ποὺ εὔλογα πῆρε, ἀφοῦ ὁλοφάνερα «φυτεύθηκε» στὸν θρόνο ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο. Ἔδωσε κάτι μάχες, κυβέρνησε τὴν μισὴ Συρία ἕνα διάστημα, μὰ στὸ τέλος νικήθηκε ἀπὸ τὸν Γρυπὸ καὶ ἐκτελέστηκε.

θὰ πάγω στὸν ἀντίπαλό του, τὸν Γρυπὸ

Γρυπός, δεν την λές και Γαλλική αυτήν την μύτη…

 

Ὄνομα στὴν ταυτότητα Ἀντιοχος Ἡ΄Ἐπιφανής, Φιλομήτωρ, Καλλίνικος· τόσα ὀνόματα εἶχε ὁ ἔρημος καὶ ἡ ἱστορία συγκράτησε τὸ παρατσοῦκλι του: Γρυπός, γαμψομύτης δηλαδὴ (ὅταν δεῖτε τὸν μορφή του στὸ νόμισμα θὰ ἀντιληφθεῖτε τὸν λόγο..). Τέλος πάντων, μέσα σὲ δολοπλοκίες χωμένος κι αὐτός, ἐξοντώνει ὅπως εἴδαμε τὸν διεκδικητὴ τῆς Συρίας Ζαβινᾶ, ἀλλὰ δὲν προλαβαίνει νὰ χαρεῖ τὴν νίκη καὶ νὰ ἕτερος διεκδικητὴς (Κυζικηνός), κι ἔπειτα ἄλλος, κι ἄλλος.. δὲν ἔχει τέλος ὁ σπαραγμὸς καὶ ἡ παρακμὴ τῶν ἐπιγόνων – ὁ Γρυπὸς πεθαίνει στὰ 45 του χρόνια χωρὶς βεβαίως αὐτὸ νὰ σταματήσει τὶς λυσσαλέες μάχες γιὰ τὸν θρόνο..

πηγαίνω παρευθὺς στὸν Ὑρκανὸ

Ἰωάννης Ὑρκανὸς ὁ πρῶτος, αὐτὸς ἔρχεται ἀπὸ ἄλλον δρόμο, ἀρχιερέας καὶ πολιτικὸς καθοδηγητὴς τῶν Ἰουδαίων, θὰ κατορθώσει στὸ τέλος μὲ τὰ πολλὰ νὰ δημιουργήσει μία αὐτόνομη ἰουδαϊκὴ ἐπικράτεια. Ἄλλος ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς φιλόδοξούς της ἐποχῆς…

Πλίνθοι καὶ κέραμοι λοιπὸν καὶ μία τεράστια ἐπικράτεια ποὺ βυθίζεται στὸν σπαραγμὸ καὶ στὴν σταδιακὴ ἐξαφάνισή της. Βεβαίως τὸ ποίημα σὲ μία πρώτη ἀνάγνωση δείχνει κατανοητό, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοήσουμε τὶς βαθύτερες ἀναφορές του, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἔχουμε πανοραμικὴ εἰκόνα τῶν μεταβολῶν ποὺ συντελοῦνται ἐκεῖ γύρω στὸ 125 μὲ 120 π.Χ. (εἶναι ἡ μόνη περίοδος ποὺ Ζαβινᾶς, Γρυπὸς καὶ Ὑρκανὸς συνυπάρχουν).

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΑΒΙΝΑΣ

 

Τὸ βασικὸ ζήτημα ποὺ ἀναδεικνύει ὁ μονόλογος τοῦ ἀνέστιου καὶ πένητος νέου, εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ συνειδητοποιημένο καὶ συμμετέχον πρόσωπο τῆς κλασικῆς ἐποχῆς, στὸ ἐγωιστικὸ καὶ ἀδιάφορο γιὰ τὰ κοινὰ ἄτομο, τῆς τεράστιας Ἀλεξανδρινῆς ἐπικράτειας. Φυσικὰ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὁπωσδήποτε ἡ σύμμειξη πολιτισμῶν, ἠθῶν καὶ θρησκειῶν ἐπέκτεινε ἀντιλήψεις καὶ γέννησε ἐνδιαφέρουσες προοπτικές, ὅμως τὸ κόστος γιὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν βαρὺ καὶ ἰδιαίτερα σημαντικό: ἡ ἀχανὴς ἔκταση καὶ ἡ κατάλυση θεσμῶν συμμετοχῆς καὶ συνοχῆς τῆς μικρῆς κοινωνίας, ἐπιφέρουν καίριο πλῆγμα στὴν σχέση τοῦ προσώπου μὲ τὴν πόλη, ἐξαφανίζουν τὴν αἴσθηση τοῦ καθήκοντος πρὸς αὐτήν, διαμορφώνουν μία ἐγωιστικὴ τάση σὲ ἄτομα ποὺ νοιώθουν νὰ ἐξαφανίζονται καὶ νὰ «μικραίνουν» ἀπὸ τὴν ἀπρόσιτη διοίκηση. Ἡ προσωπικότητα ὑποχωρεῖ, ὁ καθεὶς κοιτᾷ νὰ ἐξασφαλίσει τὰ τοῦ οἴκου του, ἡ διεφθαρμένη συμπεριφορὰ τῶν ἡγεμόνων ἀντανακλᾷ στὸ ἄτομο καὶ τὸ ὁδηγεῖ στὴν συναλλαγή, στὴν φθορὰ καὶ στὴν ἔκπτωση κάθε ἠθικῆς ἀξίας. Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ παρακμὴ τῆς κεφαλῆς μεταδίδεται σὰν ἰὸς καὶ στὸ ὑπόλοιπο σῶμα, οἱ θεσμοὶ ἀπαξιώνονται καὶ γίνονται ἄλλοθι γιὰ συμφεροντολογικὲς ἐπιλογές..

 

Κ’ εἶν’ ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη

γιὰ τὸ ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς:

Βλάπτουν κ’ οἱ τρεῖς τους τὴν Συρία τὸ ἴδιο!

 

Ἀποτυπωμένο ἐδῶ τὸ νέο πρόσωπο τῆς ἐποχῆς ποὺ φτάνει ἕως τὶς μέρες μας, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ καθησυχάζει τὴν συνείδησή του καὶ αὐτοκαθάρεται μὲ δικαιολογίες καὶ προσχήματα. Ὅσο προχωρᾷ ὁ μονόλογος στὸ ποίημα, τόσο ἀποκαλύπτεται ἡ φθορὰ μέσα ἀπὸ μία πεζοδρομιακὴ γλῶσσα, (ἠλίθιος, τοὺς προκομμένους κ.ἄ.π) καὶ ὁ ἀμοραλισμὸς γίνεται μοχλὸς ἐπιβίωσης: «κ ἔχω φιλίες μὲ ἀρχηγοὺς μισθοφόρων..» λέει ὁ φέρελπις νέος, δηλαδὴ συναλλαγὲς μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ κατακάθια ποὺ προσέφεραν «ὑπηρεσίες» στὸν πιὸ καλοπληρωτὴ καὶ λυμαίνονταν τὶς ἐπαρχίες καὶ τὰ χωριὰ τῆς ἐπικράτειας. Ὁ Πλάτωνας καὶ ὁ Ἀριστοτέλης συναθροίζονται μὲ τὶς πιὸ διεφθαρμένες συμπεριφορές, ἡ ποίηση μπαίνει στὴν ὑπηρεσία παλιανθρώπων καὶ κακούργων δίχως κανέναν φραγμό. Εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς πολιτιστικῆς κυρίως παρακμῆς, ποὺ θὰ ἐξελιχθεῖ ποικιλοτρόπως τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες..

Ἡ κυριότερη ὅμως κατὰ τὴν γνώμη μου ἐπισήμανση στὴν ἀποκορύφωση τοῦ ποιήματος εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀναφέρεται πιὰ στὴν προσωπικὴ εὐθύνη, στὰ ὅρια καὶ στὶς ἀντοχές της. Πάντα μὲ τὴν ἐξαίρετη Καβαφικὴ εἰρωνεία…

 

Ἃς φρόντιζαν οἱ κραταιοὶ θεοὶ

νὰ δημιουργήσουν ἕναν τέταρτο καλό

 

Ὅλα πιὰ εἶναι τυχαῖα, μοῖρα, πεπρωμένο, δηλαδὴ ἀνύπαρκτα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν συνείδηση. Ὁ ρόλος τοῦ προσώπου στὴν ἱστορία γίνεται παθητικός, ἀμελητέος, δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις ἐκχωροῦνται σὲ ἕνα ἀπρόσωπο πολιτικὸ σύστημα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ παλιότερα ἐκχωροῦνταν σὲ μία θεότητα, στὸ ἀμάχητο ριζικό. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀνθρωπάκι, ποὺ ἀκουμπᾷ σὲ ὅλα τα ὑποκοριστικά: δουλίτσα, μεροκάματο, θεσοῦλα, βολεματάκι, σπιτάκι, ζωοῦλα γενικῶς. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια χρησιμοποιεῖται καὶ ἐκεῖνο τὸ «μπαλωθῶ», μπαλώματα πρόχειρα, λύσεις προσωρινές, πασαλείμματα δηλαδὴ στὴν ἐπιφάνεια..

Ἡ κριτικὴ τοῦ Καβάφη εἶναι στοχευμένη, πυρηνική, χωρὶς ὑπερβολὲς καὶ μεγαλοστομίες καὶ ὅπως πάντα ξεδιπλώνει πολλὰ ἐρωτηματικά, καυτηριάζει τὴν στάση τῶν συγχρόνων του, τὴν ἀπαξίωση κάθε ποιότητας σὲ τέχνη καὶ πολιτικὴ καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παροιμιώδη φράση ποὺ κατὰ κόρον πιὰ χρησιμοποιεῖται, (βλάπτουν καὶ οἱ τρεῖς τους τὴν Συρία τὸ ἴδιο), ἀναδεικνύει τὴν πράξη κλειδὶ ποὺ ἐξηγεῖ ἐν τέλει σχεδὸν τὰ πάντα: Τὸ ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς.. σὲ ὅλα, στὰ μικρὰ καὶ στὰ μεγάλα, στὰ ἀσήμαντα καὶ στὰ σημαντικά..

Ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος ἀγνοεῖ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα τοῦ ποιήματος μπορεῖ ἐὰν τὸ θελήσει νὰ στοχαστεῖ ἐπάνω στὴν οὐσία του καὶ τὰ ἐπὶ μέρους νοήματά του, ὅμως ὁπωσδήποτε ἡ ἱστορικὴ γνώση ἁπλώνει κατὰ πολύ το πεδίο προβληματισμοῦ καὶ ἑρμηνεύει εὐκολότερα ἕνα, ἀπὸ τὰ ὄχι καὶ ἰδιαίτερα εὔκολα, Καβαφικὰ ποιήματα..

Πλησιάζοντας σιγὰ σιγὰ πρὸς τὸ τέλος καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ τελευταῖο ποίημα – ὑποθήκη τοῦ Καβάφη, ἃς δοῦμε δύο ποιήματα μαζὶ ποὺ θὰ τὰ λέγαμε ἀπολογιστικά, καθὼς ἀποτυπώνουν τὴν πορεία μιᾶς δύσκολης ζωῆς καὶ ταυτόχρονα ταυτοποιοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ποιητὲς μέσα ἀπὸ στίχους ἀπόλυτα προσωπικούς, μία κάποια πίκρα εἶναι πάντα παροῦσα, ἀλλὰ καὶ μία γενναιότητα συνείδησης ποὺ δὲν συμβιβάστηκε, δὲν ὑποχώρησε σὲ σειρῆνες καὶ γὶ αὐτὸ πλήρωσε τίμημα βαρὺ καὶ ἐπώδυνο, μέχρι τὸ τέλος..

Τὸ πρῶτο, ὄχι ἀπὸ τὰ ἰδιαιτέρως γνωστά, εἶναι τὸ «πολὺ σπανίως»..

 

Πολὺ σπανίως

Εἶν’ ἕνας γέροντας… Ἐξηντλημένος καὶ κυρτός,

σακατεμένος ἀπ’ τὰ χρόνια, κι ἀπὸ καταχρήσεις,

σιγὰ βαδίζοντας διαβαίνει τὸ σοκάκι…

Κι ὅμως σὰν μπεῖ στὸ σπίτι του νὰ κρύψει

τὰ χάλια καὶ τὰ γηρατειά του, μελετᾷ

τὸ μερτικὸ ποὺ ἔχει ἀκόμη αὐτὸς στὰ νειάτα:

 Ἔφηβοι, τώρα, τοὺς δικούς του στίχους λένε…

Στὰ μάτια των τὰ ζωηρὰ περνοῦν ἡ ὀπτασίες του…

Τὸ ὑγιές, ἡδονικὸ μυαλό των,

ἡ εὔγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,

μὲ τὴν δική του ἔκφανσι τοῦ ὡραίου συγκινοῦνται.

(1913)

 

Περίεργος ὁ τίτλος, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ περισσότερο τοῦ Καβάφη, προφανῶς ὑποδηλώνει τὶς ἐλάχιστες φορὲς ποὺ ἕνα ἔργο κατορθώνει νὰ ἐπιβληθεῖ εὐρύτατα καὶ διαχρονικά..

Στὴν πρώτη στροφὴ ἡ παρακμή, ἡ φθορά, τὸ ἐπερχόμενο τέλος, στὴν δεύτερη τὸ διαχρονικό, οἱ ποιότητες καὶ τὸ ἀπόσταγμα ζωῆς ποὺ μένουν πίσω – ὄχι ὡς ψυχρὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ παρακαταθήκη, ἀλλὰ ἐνσωματωμένα στὸν καθημερινὸ βίο τῶν ἑπόμενων γενεῶν, ποίηση ποὺ ἐπηρεάζει, βελτιώνει, ἐξελίσσει συνειδήσεις.

Κατὰ τὴν γνώμη μου ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ποιήματα, ποὺ παρόλη τὴν προσωπική του διάσταση καὶ τὶς «ἐγωιστικὲς» ἀναφορές του, (καθὼς βεβαίως ὁ γέροντας δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη), οὔτε στιγμὴ δὲν ξεπέφτει σὲ ναρκισσισμό, ἐγωπάθεια ἢ στόμφο. Ἐξαιρετικὸ ζύγιασμα τῶν στίχων καὶ ἡ πιὸ ἰσορροπημένη ἀντίστιξη ἀνάμεσα στὴν ὕλη ποὺ φθείρεται καὶ πεθαίνει καὶ στὸ πνεῦμα ποὺ κατακτᾷ τὴν ἀθανασία μέσα ἀπὸ τὴν μεταφορά του σὲ τρίτες συνειδήσεις. Τὸ ποίημα εἶναι τόσο ὁλοκληρωμένο καὶ ἄρτιο τεχνικά, ποὺ κατορθώνει νὰ χωρέσει καὶ τὸν Καβαφικὸ ἐρωτισμό, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει ἀπὸ τὸ βασικό του νόημα. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόλυτη δικαίωση τοῦ ποιητῆ, (τὸ ὄνειρο κάθε δημιουργοῦ..), ποὺ ἀποχωρώντας βλέπει τὸ ἔργο του, (ἄρα τὴν ὕπαρξή του τὴν ἴδια..) ἀπόλυτα δικαιωμένο καὶ εἶναι σὰν νὰ ἀναφωνεῖ: Χαλάλι οἱ στερήσεις, ἡ ἀπομόνωση, ἡ μοναξιά! Χαλάλι οἱ μάχες τῆς νυκτός, οἱ ἐπιθέσεις, ἡ περιφρόνηση! Ζωὴ δεύτερη τώρα ζῶ χωρὶς φθορὰ καὶ τέλος!..

Στίχος κλειδὶ βέβαια στὸ ποίημα ἐκεῖνο τὸ ..μὲ τὴν δική του ἔκφανσι τοῦ ὡραίου συγκινοῦνται. Ἴσως ἡ τελεία δικαίωση γιὰ τὸν λάτρη τῆς ὀμορφιᾶς Καβάφη..

Καὶ τὸ δεύτερο ἀπολογιστικό, ἀπόλυτα προσωπικὸ κι αὐτό, ἡ «Πρόσθεσις»..

Πρόσθεσις

Ἂν εὐτυχὴς ἢ δυστυχὴς εἶμαι δὲν ἐξετάζω,

πλὴν ἕνα πρᾶγμα μὲ χαρὰν στὸν νοῦ μου πάντα βάζω:

ποὺ στὴν μεγάλη πρόσθεσι (τὴν πρόσθεσί των, ποὺ μισῶ)

πὺῦ ἔχει τόσους ἀριθμούς, δὲν εἲμ’ ἐγὼ ἐκεῖ

ἀπ’ τὲς πολλὲς μονάδες μιά!.. Μὲς στ’ ὁλικὸ ποσὸ

δὲν ἀριθμήθηκα!.. Κι αὐτὴ ἡ χαρὰ μ’ ἀρκεῖ.

 

ὕστατος ἀπολογισμὸς τοῦ Καβάφη σὲ ἕνα ποίημα ποὺ δὲν ἀνήκει στὰ ἐπιλεγμένα του καὶ δὲν τὸ πρόκρινε ἄξιο γιὰ δημοσίευση – ἴσως καὶ γιατί ἀκριβῶς ὁ προσωπικὸς τόνος περισσεύει (ἡ λέξη μισῶ γιὰ παράδειγμα εἶναι μοναδικὴ στὸ Καβαφικὸ ἔργο, τέτοιες ἐντάσεις καὶ ἀπολυτότητας πάντα τὶς ἀπέφευγε ὁ Καβάφης).

Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐπίγραμμα γιὰ τὸ μνῆμα κάθε ἀσυμβίβαστης συνείδησης, ρητὸ παρηγορητικό, μὰ καὶ ἐμψυχωτικὸ κάθε ἀνθρώπου ποὺ κάποτε πῆρε μιὰ δύσκολη ἀπόφαση καὶ τὴν ὑπερασπίστηκε μὲ συνέπεια ἕως τὸ τέλος. Δὲν ἔχει σημασία ἡ ὑποκειμενικὴ αἴσθηση, ἂν εὐτυχὴς ἢ δυστυχὴς εἶμαι δὲν ἐξετάζω, θὰ τὸ πληρώσω τὸ κόστος, δὲν μ ἐνδιαφέρει. Σημασία ἔχει σὲ ποιὰ πλευρὰ θὰ γραφεῖ τὸ ὄνομά σου, σημασία ἔχει ἐὰν σχηματίζεις πρόσωπο μὲ ταυτότητα ἢ ἐὰν ἀριθμεῖσαι στὰ ἑκατομμύρια ποὺ περνοῦν ἀνώνυμα καὶ ἄσκοπα. Εἶναι τόσο ἀπόλυτη αὐτὴ ἡ δικαίωση, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν Καβάφη στὴν πιὸ ὀλιγαρκῆ στάση ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνας ἄνθρωπος: Κι αὐτὴ ἡ χαρὰ μ’ ἀρκεῖ.. Ἀναρωτιέμαι πόσοι, ἐλάχιστοι, θὰ μποροῦσαν μὲ ἐλαφρὰ τὴν συνείδηση νὰ τὸ ἐκστομίσουν αὐτό..

Ἄμεση ἀπόρροια ὅσων ἐκφέρονται στὰ παραπάνω ἀπολογιστικὰ ποιήματα, εἶναι καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερά του, ἐκεῖνο ποὺ ἀπὸ μόνο του θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει τὴν πνευματική του παρακαταθήκη ἀνεξάρτητα ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο – «Ὅσο μπορεῖς»..

Ὅσο μπορεῖς

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,

τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον

ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις

μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,

μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντας την,

γυρίζοντας συχνὰ κ  ἐκθέτοντας την

στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν

τὴν καθημερινὴν ἀνοησία –

ὥσπου νὰ γίνει σὰ μιὰ ξένη, φορτική.

(1913)

 

Η αρτιότερη κατά την γνώμη μου κριτική παρουσίαση τού Καβαφικού έργου…

 

Θεωρεῖται –καὶ δικαίως – κορυφαῖο, δὲν γνωρίζω ἄλλο ποίημα ποὺ νὰ ἔχει ἐκφράσει μὲ τόσο ἄρτιο τρόπο τὴν ἀνάγκη τῆς ποιότητας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας στὸν καθημερινὸ βίο τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ποιήματα μὲ παρόμοια θεματικὴ ἔγραψαν πολλοί, μὰ τὰ περισσότερα εἶναι φορτισμένα μὲ καλλιτεχνικὸ ἐλιτισμό, μεγαλοστομίες καὶ κοινοτοπίες. Ὁ Καβάφης ξεύρει ἀπὸ πρῶτο χέρι τί συμβιβασμοὺς πρέπει νὰ κάνει κάποιος προκειμένου νὰ ὑπηρετήσει τὴν ποιότητα, ὁ ἴδιος ἔκανε ἐπὶ χρόνια μιὰ ἐργασία ποὺ μισοῦσε. Γιὰ τοῦτο τὸ ποίημα αὐτὸ εἶναι ἡ τελευταία, ἡ ἔσχατη ἄμυνα, ἐκείνου ἀκριβῶς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει συμβιβαστεῖ, ποὺ δὲν πέτυχε ἐκεῖνα ποὺ ἤθελε, τοῦ κατὰ τὰ ἄλλα ἀνώνυμου, ὅμως: ἀκόμη καὶ τότε, ἀκόμη καὶ ὅταν βλέπεις τὴν ζωὴ νὰ φεύγει μέσα ἀπὸ τὰ χέρια σου.. ἐ! λοιπόν, ἀκόμη καὶ τότε ἔχεις τὸν τρόπο νὰ σταθεῖς ὀρθός, ἀξιοπρεπής, ποιοτικὸς καὶ συνειδησιακὰ ἄφθαρτος..

Ἴσως τελικὰ ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ Καβαφικοῦ ἔργου, (ἐκτὸς βεβαίως ἀπὸ ὅλα τα ἄλλα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἴδια τὴν ποιητική του τέχνη..), νὰ εἶναι ἡ δυνατότητα ποὺ δίδει, νὰ συζητοῦμε ξανὰ καὶ ξανὰ ἐπάνω στὶς σημασίες καὶ τὰ νοήματά της, χωρὶς ποτὲ νὰ ἐξαντλεῖται ἢ νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Καὶ μάλιστα συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξο: ὅσο περισσότερο σκύβει κανεὶς ἐπάνω στοὺς Καβαφικοὺς στίχους, ὅσο περισσότερο ἀναζητᾷ τὶς πηγές τους, τόσο αὐξάνει ἐμπρός του τὸ βάθος καὶ ἡ ποιότητα τῆς ποιητικῆς του· σὰν ἕνα πηγάδι χωρὶς πυθμένα, μπορεῖς πάντοτε νὰ ξεδιψᾷς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι στὴν ἑπόμενη ἄντληση νέο ὕδωρ, πιὸ καθαρό, πιὸ δροσερὸ σὲ περιμένει..

Ἐλπίζω πὼς τὸ μικρὸ τοῦτο ἀφιέρωμα ἔδωσε ἀφορμὲς γιὰ ν’ ἀντικρίσετε μὲ μιὰ νέα, καθαρότερη ματιὰ τὴν Καβαφικὴ ποίηση. Ἔμειναν ἐκτὸς πολλὰ ποιήματα καὶ ἀσχολίαστοι πολλοὶ στίχοι ἄξιοι. Ἦταν μία πρώτη, (καὶ ἐλπίζω διαφορετική..), προσέγγιση.

Θερμὰ εὐχαριστῶ ὅσους κοπίασαν γιὰ τοῦτο τὸ ἄρθρο. Ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ὑπομονὴ νὰ ἀντέξουν τὴν ἐνδεχόμενη φλυαρία του. Καὶ πρὸ πάντων, τοὺς Καβαφικοὺς στίχους, γιὰ τὴν μόνιμη παρηγοριὰ σὲ ὧρες ἀμφιβολίας καὶ λιποψυχίας..

 

 

Βιβλιογραφία (ἐνδεικτικὴ)

(παραλείπεται ἡ πλέον γνωστὴ δίτομη ἔκδοση ἀπὸ ΙΚΑΡΟ. Στὶς περισσότερες ἐκδόσεις δὲν σημειώνονται χρονολογίες, καθὼς ἐνδέχεται νὰ ἔχουν γίνει ἐπανεκδόσεις. Ἡ διαθεσιμότητα ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο εἶναι πάντα πρὸς διερεύνηση. Ὅπου ὑπάρχει ἡ δυνατότητα σημειώνουμε καὶ τὴν κρίση μας γιὰ τὸ περιεχόμενο. Τὰ περισσότερα πάντως ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι σημαντικὰ γιὰ ὅποιον θέλει νὰ «κτίσει» μία πρώτη βιβλιοθήκη γιὰ τὸν Καβάφη καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ πολυπρισματικό τῆς ποίησής του)

Κ.Π.Καβάφης, Ἅπαντά τα δημοσιευμένα ποιήματα, Ρένος, Ἦρκος καὶ Στάντης Ἀποστολίδης, Τὰ νέα Ἑλληνικά, Ἀθῆνα 2012, περίπου 20 εὐρὼ

(Ὁ καλύτερος κατὰ τὴν γνώμη μᾶς ἕως σήμερα φιλολογικὸς καὶ ὄχι μόνο σχολιασμός, ἁπάντων των ἐπιλεγμένων τοῦ Καβάφη. Ἀξιολογικὲς κρίσεις, ἀπόψεις καὶ αἰσθητικοὶ σχολιασμοὶ μὲ τοὺς περισσότερους τῶν ὁποίων συμφωνοῦμε, κάτι ποὺ ἔχει ἀποτυπωθεῖ καὶ σὲ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ παρόντος ἀφιερώματος. Ἀπαραίτητο ἐργαλεῖο γιὰ ὅποιον θέλει νὰ προσεγγίσει τὴν Καβαφικὴ ποίηση.)

Liddel Robert, Cavafy. A critical biography Ἐξαντλημένες οἱ περισσότερες ἐλληνικὲς μεταφράσεις τῆς πιὸ σημαντικῆς ξενόγλωσσης βιογραφίας τοῦ Καβάφη. Δὲν διστάζετε στιγμὴ ἐὰν τὸ βρεῖτε σὲ κάποιο παλαιοβιβλιοπωλεῖο. Διαθέσιμη ἡ ἀγγλικὴ ἔκδοση στὸ Amazon καὶ σὲ ἄλλες ἰστοσελίδες.

Πιερὴς Μιχάλης (ἐπιμέλεια), Κ.Π.Καβάφης. Τὰ πεζά. (1882;-1931) ΙΚΑΡΟΣ, περίπου στὰ 15 εὐρὼ

Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Βιβλιογραφία Κ.Π.Καβάφη 1886-2000, κέντρο Ἑλληνικῆς Γλώσσας

Ἰλίνσκαγια Σόνια, Κ.Π.Καβάφης, Οἱ δρόμοι πρὸς τὸν ρεαλισμὸ στὴν ποίηση τοῦ 20ου αἰῶνα, ΚΕΔΡΟΣ, περίπου στὰ 12 εὐρὼ

Haas Diana – Πιερὴς Μιχάλης, Βιβλιογραφικὸς ὁδηγὸς στὰ 154 ποιήματα τοῦ Καβάφη, ΕΡΜΗΣ, περίπου στὰ 8 εὐρὼ

Παναγιωτόπουλος Ι.Μ. Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ κείμενα (Δ΄) Κ.Π.Καβάφης, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, περίπου στὰ 7 εὐρὼ

Ἄγρας Τέλλος, Κριτικὰ Ἃ΄ Καβάφης – Παλαμᾶς, ΕΡΜΗΣ, περίπου στὰ 12 εὐρὼ

Keeley Edmund Ἡ Καβαφικὴ Ἀλεξάνδρεια. Ἡ ἐξέλιξη ἑνὸς μύθου, ΙΚΑΡΟΣ, περίπου στὰ 10 εὐρὼ

Λεύκωμα Καβάφη μὲ ἐπιμέλεια τῆς Λένας Σαββίδη, ΕΡΜΗΣ, περίπου στὰ 21 εὐρὼ

Σεφέρης Γιῶργος, Δοκιμὲς Α΄, ΙΚΑΡΟΣ, περίπου στὰ 21 εὐρώ. (Ἀνάμεσα σὲ ἄλλους ποιητὲς σκέψεις καὶ γιὰ τὸν Καβάφη, «στεγνὲς» κάπως καὶ φιλολογικὲς καὶ πάντων μακράν τῶν βαθύτερων ἀναγνώσεων ποὺ ἄλλοι μελετητὲς ἔχουν καταγράψει σὲ πολὺ μεγαλύτερο βάθος. Κρίσεις ἐνδεικτικές τῆς ἐπιφύλαξης μὲ τὴν ὁποία ἔγινε δεκτό το Καβαφικὸ ἔργο.)

Θεοτοκᾶς Γεώργιος, Ἐλεύθερο Πνεῦμα, ΕΣΤΙΑ, περίπου στὰ 6 εὐρώ. (Τὸ προτείνουμε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὴ ἡ ἐχθρότητα ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ Καβάφης ἀπὸ τὴν δῆθεν φιλελεύθερη καὶ ἀνεκτική, μετέπειτα γενιὰ τοῦ 30. Κείμενο φοβερὰ ὑπερεκτιμημένο – στὰ σημεῖα δὲ ποὺ «κρίνει» τὸν Καβάφη περισσεύει ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀνεπάρκεια γιὰ τὰ ποιητικὰ (κατὰ παραδοχὴ ἄλλωστε καὶ τοῦ ἴδιου του Θεοτοκὰ σὲ ἄλλο κείμενό του), καὶ ἡ μέχρι προσβολῆς, γιὰ τὸν ποιητή, ὑπερβολὴ τῶν κρίσεων)

 

Κράτα το

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend