Κωνσταντῖνος Καβάφης, στοχασμοί σ’ ἐπιλεγμένα, δεύτερο μέρος

(τὸ σχέδιο τοῦ Καβάφη εἶναι τοῦ Γιάννη Κεφαλληνοῦ)

τοῦ Μ.Τασάκου, μὲ τὴν συνεργασία τῶν: Simone Brousseau, Ἀντιγόνης Ἠλιάδη, Γιώργου Καρύπη, Ἕλλης Παναγιώτου

Στὸ δεύτερο μέρος ἀνθολογοῦνται τὰ ποιήματα: «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», «Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα», «Περιμένοντας τοὺς βαρβάρους», «Che fece… il gran rifiuto», «Νέοι της Σιδῶνος 400 μ.Χ».

Ξεκινᾶμε τὸ δεύτερο, (ἀπὸ τρία συνολικά), μέρος μὲ τοὺς χαλαροὺς στοχασμοὺς γιὰ τὸ Καβαφικὸ ἔργο, μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερά του ποιήματα, τὸ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον» – κατὰ πολλούς το ἀρτιότερο καὶ ὁπωσδήποτε παγκόσμιο σύμβολο – γιὰ ποιὸ πρᾶγμα ἄραγε; θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω, ἀφοῦ κάμωμε κ’ ἐδῶ κάποιες ἀπαραίτητες ἱστορικὲς διευκρινήσεις γιὰ τὴν καλύτερη κατανόησή του..

 

Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον

Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’  ἀκουσθῇ

ἀόρατος θίασος νὰ περνᾷ,

μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνὲς –

τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου

ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου

ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνωφέλετα θρηνήσης.

Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,

ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει…

Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθῆς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν

ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·

μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς.

Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,

σὰν ποὺ ταιριάζει σὲ ποὺ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλη,

πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,

κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν – ἂλλ’  ὄχι

μὲ τῶν δειλῶν τα παρακάλια καὶ παράπονα-

ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,

τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,

κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις…

(1911)

Εἶναι βέβαια στενόχωρο ποὺ πρέπει νὰ ἀφιερώσουμε κάμποσο χῶρο στὶς ὑποκείμενες ἱστορικὲς ἀναφορὲς καὶ γεγονότα, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι χωρὶς αὐτά, ἡ πλήρης κατανόηση ἐκείνου τοῦ «ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις…», εἶναι ἀδύνατη ἢ ἀτελής.

Εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄτυχοι τῆς ζωῆς – ἀκόμη καὶ ἕνα μικρὸ λάθος σὲ μιὰ ἀπόφαση, μία ἄτυχη ἐπιλογὴ τὴν κρίσιμη στιγμή, μπορεῖ νὰ τοὺς στείλει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα στὸ περιθώριο καὶ νὰ σφραγίσει τὸν βίο τους διὰ παντός. Μὰ εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι, λιγότεροι βεβαίως, ποὺ ὅταν στραβοπατοῦν, οἱ μοῖρες χαμογελοῦν μὲ συγκατάβαση καὶ ἁπλώνουν στὰ πόδια τοὺς γενναιόδωρα καὶ δεύτερη καὶ τρίτη καὶ δέκατη εὐκαιρία γιὰ νὰ ἐπανορθώσουν, νὰ ἀναγεννηθοῦν, νὰ κτίσουν ζωὴ καινούρια ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὁ (Μᾶρκος) Ἀντώνιος ἔζησε συνολικὰ 53 χρόνια, μὰ ἤσαν ἀρκετὰ γιὰ τὴν πιὸ ἔντονη ζωή, ἀνάμεσά σε μάχες, ἔρωτες καὶ πάθη ἀβυσσαλέα. Σχετικὰ αὐτοδημιούργητος, ἄνθρωπος σκληρός, μὰ καὶ γενναιόδωρος μὲ τοὺς φίλους του, αὐτὸς ὁ προστατευόμενος τοῦ Ἰούλιου Καίσαρα καὶ τιμωρὸς τῶν δολοφόνων του, ἔφτασε νὰ ἀκουμπήσει τὸν θρόνο μιᾶς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ τὸν χάσει τὴν πιὸ κρίσιμη στιγμὴ ἀπὸ ἕναν ἔρωτα, μία τρέλα, ἕνα πάθος..

Νὰ τὰ θυμηθοῦμε στὰ γρήγορα. Τριανδρία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰούλιου Καίσαρα, μαζὶ μὲ τὸν Ὀκτάβιο καὶ τὸν Λέπιδο, πογκρὸμ ἀμέσως μετὰ κατὰ τῶν πολιτικῶν τοὺς ἀντιπάλων, (κάπου ἐκεῖ χάθηκε καὶ ὁ Κικέρων), νίκη λαμπρὴ κατὰ τῶν συνωμοτῶν Βρούτου καὶ Κάσσιου, ἔπειτα διαμοιρασμὸς τῶν ἐδαφῶν – στὸν Ἀντώνιο θὰ τύχει ἡ Ἀνατολή. Ἐδάφη πλούσια, σαγηνευτικὰ καὶ μυστηριώδη. Ὁ Ἀντώνιος θὰ ξεκινήσει γιὰ τὴν Αἴγυπτο μὲ σκοπὸ μιὰ τιμωρία, (ἡ Κλεοπάτρα εἶχε βοηθήσει τὸν Κάσσιο), μὰ θάβρει ἕνα πάθος ποὺ δὲν θὰ ἐγκαταλείψει ποτέ. Δέκα χρόνια (41 – 30 π.Χ) θὰ ζήσουν, (μὲ κάποιο διάλειμμα..), μὲ τὴν Κλεοπάτρα κοινὴ ζωὴ μέσα σὲ ἀπίστευτες διονυσιακὲς κραιπάλες, ὁ ἴδιος ἄλλωστε ἀρεσκόταν νὰ ὀνομάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ Νέο Διόνυσο. Στὸ ἐνδιάμεσο ὁ Ἀντώνιος θὰ δώσει μάχες, θὰ ὀργανώσει ἐκστρατεῖες, θὰ κάμει παιδιὰ μὲ τὸν μεγάλο του ἔρωτα, θὰ ζητήσει διαζύγιο ἀπὸ τὴν νόμιμη Ὀκταβία, ἀδελφή του Ὀκταβιανοῦ. Θὰ γράψει στὰ παλαιότερα τῶν σανδαλίων του τὸ πρωτόκολλο τῆς Ρώμης, θὰ γιορτάσει τὶς νῖκες του μακριὰ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα (μεγίστη προσβολὴ αὐτὴ γιὰ τὴν  ἱερὰ ὁδὸ τῶν θριάμβων στὴν Ρώμη!), θὰ ζήσει στὴν Ἀλεξάνδρεια ζωὴ προκλητικὴ μπλεγμένη μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὰ λατρευτικά τῆς Ἀνατολῆς. Στὰ δέκα χρόνια εἶχε τὸν καιρὸ ἂν ἤθελε νὰ φανεῖ διπλωματικός, νὰ κατευνάσει τὴν συντηρητικὴ σύγκλητο, νὰ τηρήσει τοὺς τύπους, νὰ διεκδικήσει ἀκόμη καὶ τὴν αὐτοκρατορία. Δὲν τόκαμε ἢ ἴσως τόκαμε λάθος, ἃς ἀφήσουμε αὐτὲς τὶς λεπτομέρειες γιὰ τοὺς ἱστορικούς. Ὅπως καὶ νάχει, κάποια στιγμὴ τὸ ποτῆρι ξεχειλίζει, ὁ παλιός του σύντροφος Ὀκταβιανὸς στρέφεται ἐναντίον του, εἶναι ἡ ὥρα ποὺ πρέπει νὰ ξεκαθαρισθοῦν οἱ λογαριασμοί, τριανδρίες καὶ συγκυριακὲς συμμαχίες ἡ Ρώμη δὲν συμπαθεῖ, τὸ κράτος εἶναι τεράστιο καὶ χρειάζεται τὴν πυγμὴ τοῦ ἑνὸς ἡγέτη. Ἡ σύγκλητος πρέπει νὰ διαλέξει καὶ διαλέγει τὸν Ὀκταβιανό. Ἐκεῖνος ὁ προκλητικὸς Ἀντώνιος, ὁ πότης, ὁ γυναικάς, ὁ μὴ σεβόμενος τὰ ἤθη τῶν Λατίνων, ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ δώσει λογαριασμὸ – ἀρκετὰ γλέντησε στοὺς δρόμους καὶ στὰ κρεβάτια τῆς Ἀλεξάνδρειας. Στὰ 32 π.Χ. ρίπτεται ὁ κύβος, κηρύσσεται ὁ πόλεμος καὶ ἐπισήμως –  οἱ μοῖρες κάποτε γυρνοῦν τὴν πλάτη σὲ ὅσους ἐπιμένουν νὰ κάμουν τοῦ κεφαλιοῦ τους…

Ἡ ναυμαχία στὸ Ἄκτιο τὸ 31 π.Χ. καὶ ἡ ἧττα τοῦ Ἀντωνίου, (καὶ πάλι ἀπὸ ἀπερισκεψία καὶ ἐπιπολαιότητα..), σηματοδοτεῖ τὴν ἀντίστροφη μέτρηση. Ἡ ἀρχὴ τοῦ πτώσης, ὁ Ἀντώνιος καταφεύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀντιλαμβάνεται ἐπιτέλους πὼς τὸ τέλος ἔχει φτάσει, οἱ μέρες περνοῦν ἀργά, μέχρι ποὺ οἱ σημαῖες τοῦ Ὀκταβιανοῦ ἐμφανίζονται γύρω ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια..

Ὁ Ἀντώνιος, (μποροῦμε ἴσως νὰ φαντασθοῦμε ἕνα πικρὸ χαμόγελο τὴν ὥρα ποὺ ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἔσχατη ὥρα..), Διόνυσος βέβαια, ἀλλὰ καὶ λεοντόκαρδος, προσπαθεί νὰ ἀποφύγει τὴν σφαγὴ ἀθῴων, προτείνει στὸν Ὀκταβιανὸ μιὰ μονομαχία ποὺ θὰ κρίνει τὴν μάχη καὶ τὸν πόλεμο, ξέρει πὼς θὰ πεθάνει, μὰ ἐλπίζει νὰ πεθάνει γιὰ ἕναν κάποιο σκοπό, ἃς γλυτώσουν τουλάχιστον οἱ ἀγαπημένοι γύρω του..

Μὰ γιὰ δεῖτε τώρα τὴν ζοφερὴ ἀτμόσφαιρα, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἀργὰ καὶ σκοτεινὰ στὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ ποίημα τοῦ Καβάφη καὶ ἑρμηνεύει τὸν τίτλο του..

Ὁ Ὀκταβιανὸς γελᾷ περιφρονητικά, ἀγνοεῖ τὴν πρόταση τοῦ Ἀντωνίου, σιγὰ τώρα μὴν κάθεται νὰ κονταροχτυπιέται μαζί του, ποιὸς ὁ σκοπὸς ἄλλωστε; Ἡ νίκη εἶναι βεβαία.. ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικό τοῦ Ἀντωνίου τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει, οἱ παλιοί του φίλοι στὴν Ρώμη ἔχουν ἐγκαίρως ἀλλάξει στρατόπεδο, ἄνθρωπος δὲν ἔχει μείνει δίπλα του τὴν ὕστατη ὥρα, ἀκόμη καὶ ἡ Κλεοπάτρα εἶναι ἀπασχολημένη νὰ ψάχνει τὸ πιὸ κατάλληλο δηλητήριο, ποὺ θὰ δώσει ἕναν ἀνώδυνο θάνατο τὴν ὥρα ποὺ οἱ λεγεῶνες θὰ περάσουν τὰ τείχη..

Ὅλοι τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει, ὁ κλοιὸς ἔχει στενέψει, ὅσοι ἔχουν ἀπομείνει στὴν πόλη εἶναι σιωπηλοί, βλέπουν τὴν μοῖρα τους νὰ πλησιάζει αἱματοβαμμένη. Ἐλάχιστες ὧρες λοιπὸν πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο, τὰ βλέμματα ὑψώνονται πρὸς τοὺς θεούς, δὲν μπορεῖ, ἐκεῖνος ὁ Διόνυσος ποὺ τόσο ἀγάπησε ὁ Ἀντώνιος, τόσο λάτρεψε καὶ τόσο θέλησε νὰ μοιάσει, ἐ! δὲν μπορεῖ ,τὴν δωδεκάτη ὥρα κάτι θὰ σκαρφιστεῖ γιὰ νὰ σώσει τὸν ἀγαπημένο του θνητό. Ἀλλοίμονο! ἐκεῖ γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι σκιὲς πλησιάζουν στὴν πύλη ποὺ ὁδηγεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, μήτε οἱ θεοὶ πιὰ δὲν στέκουν στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀντωνίου.. ἰδοὺ πῶς περιγράφει τὴν τελευταία αὐτὴ ἐγκατάλειψη ὁ Πλούταρχος, ἰδοὺ τὸ ἀτμοσφαιρικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τοὺς Βίους του ποὺ ἐνέπνευσε τὸν Καβάφη. Τὸ παραθέτω στὴν νεοελληνική..

«..καὶ τότε, σχεδὸν μεσάνυχτα, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία καὶ κατήφεια τῆς πόλης ποὺ ἀγωνιοῦσε γιὰ τὰ μελλούμενα, ἦχοι ἀκούστηκαν ξαφνικὰ μελῳδικοὶ ἀπὸ διαφορετικὰ ὄργανα καὶ μαζὶ φασαρία ἀπὸ κόσμο, ποὺ χόρευαν πηδώντας σὰν σάτυροι, σὰν νὰ περνοῦσε ἕνας θίασος μὲ θόρυβο μεγάλο. Καὶ προχωροῦσαν ὅλοι τους διασχίζοντας τὴν πόλη πρὸς τὴν πύλη ποὺ ὁδηγοῦσε στοὺς ἐχθροὺς καὶ ἐκεῖ ἔσβησε ἡ βοή, ἀφοῦ πρὶν εἶχε δυναμώσει πολύ. Καὶ ὅσοι τὸ ξανασκέφτονταν, βρῆκαν πὼς αὐτὸ ἦταν ἕνα σημάδι πὼς ἐγκαταλείπει πιὰ ὁ θεὸς τὸν Ἀντώνιο, (ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον), μὲ τὸν ὁποῖο μάλιστα ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νὰ ταιριάζει καὶ νὰ ἐξομοιώνεται..».

Ἔτσι τὰ περιγράφει ὁ Πλούταρχος, σχεδὸν θεατρικά, μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴν σκηνὴ – ἡ νεκρικὴ σιγή, ἕνας ἀχὸς μακρινὸς γιὰ λίγα δευτερόλεπτα ἀπὸ διονυσιακὸ θίασο, ποὺ ὅμως χάνεται, σβήνει κατὰ τὴν μεριὰ τῶν ἐχθρῶν, ἀκόμη καὶ ὁ θεός, (ἡ ὕστατη ἐλπίδα), ἔχει ἐγκαταλείψει πιὰ τὸν Ἀντώνιο. Κι ἐκεῖνος τὸ ξέρει πιά, ἄλλη ζωὴ δὲν ἔχει, αὔριο ξημερώνει ἡ τελευταία του μέρα

Αὐτὰ μὲ τὶς μεγάλες στιγμὲς τῆς ἱστορίες, γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως τώρα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς αὐτῆς τῆς γνώσης αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὸ ποίημα..

Τί ποιητικὴ σύλληψη μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία!.. κυρίως ὅμως μὲ πόση τέχνη, ἕνα ἀπὸ τὰ χιλιάδες περιστατικὰ μετατρέπεται σὲ πανανθρώπινη παρότρυνση, «διδασκαλία», συμβουλὴ πρὸς κάθε συνείδηση τὴν ὥρα ποὺ πρέπει νὰ παραμείνει ὀρθή· ἀκόμη καὶ ὅταν ὅλα γύρω καταρρέουν – γιατί σημασία δὲν ἔχει μόνο τὸ πῶς ζεῖς, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς πεθαίνεις, πῶς δέχεσαι τὶς συμφορές, πόσο γενναῖος καὶ ψύχραιμος θὰ παραμείνεις στὴν πιὸ δραματικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς σου. Ποίημα καλύτερο ἀπὸ τὶς «Θερμοπύλες», ποὺ πραγματεύεται τὸ ἴδιο περίπου θέμα, προσφέρει στήριγμα καὶ παρηγοριὰ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπέμεναν μέχρι τέλους μὲ ἐχθρικοὺς στρατοὺς ὑπεράριθμους ἀπέναντί τους καὶ παρέμειναν ἐκεῖ στὰ τείχη, χωρὶς γκρίνιες, παρακάλια, προδοσίες καὶ διπλωματικοὺς συμβιβασμοὺς – νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ τέλος, (καὶ ἀλίμονο, ὄχι τὸ ὁποιοδήποτε τέλος, μὰ τὸ στερνό, τὸ ἀπόλυτο..) μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ ἀνόθευτη συνείδηση..

Ὁ Καβάφης πολὺ ἔξυπνα παίρνει σχεδὸν αὐτούσια τὴν ἐξιστόρηση τοῦ Πλούταρχου, ἀλλὰ ἐπίσης ἰδιοφυῶς ἀφαιρεῖ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ περιορίσουν τὸ ποίημα στὸ ἱστορικὸ πεδίο καὶ νὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τὸ καθολικὸ μήνυμά του. Ναί, ἀφαιρεῖ ὅλα τα στενὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα, τὸν ἴδιο τὸν τίτλο. Διατηρεῖ ἀκόμη καὶ τὸ ἀρχικὸ ἀπαρέμφατο τοῦ κειμένου, ἐνῷ θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ τὸ ἁπαλύνει μὲ ἕνα «ἀπολείπει» ἢ ἀκόμη καὶ «ἐγκαταλείπει». Δὲν τὸ κάμει, ἴσως ἔτσι νὰ τὸ παραθέτει σὰν μικρὸ γρῖφο, ξέρει ὁ Καβάφης πὼς ἐλάχιστοι θὰ συνδυάσουν τὸν τίτλο μὲ τὸ περιστατικό, ἐλάχιστοι θὰ κατανοήσουν ποῦ παραπέμπει. Καὶ πράγματι. Ὅσο καὶ νὰ μιλήσετε μὲ ἀναγνῶστες, ἀκόμη καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ λατρεύουν τὸν Καβάφη, σπάνια θὰ συναντήσετε κάποιους μὲ αὐτὴν τὴν γνώση. Θὰ ρωτήσετε καλοπροαίρετα: καὶ λοιπόν; Ποῦ κάμει τὴν διαφορὰ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀνάλυση, ὅταν ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης προσπαθεῖ νὰ ἀποσυνδέσει τὸ ποίημα ἀπὸ τὴν ἱστορική του καταβολή; Ἃς ἀπαντήσει ὁ καθεὶς μὲ βάση τὴν δική του ἀναγνωστικὴ πρόσληψη. Κατανοεῖτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸ ποίημα τώρα ποὺ ἁπλώνεται μπροστὰ σας ἡ ἱστορία;  Συνδυάζετε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸν μυστικό, (τὸν ἀποτελούμενο δηλαδὴ ἀπὸ μυημένους), θίασο ποὺ περνᾷ, μὲ κεῖνο τὸν στίχο: «..ὡς τελευταία ἀπόλαυση τοῦ ἤχους, τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου..»; Μήπως τὸ μήνυμα γίνεται ἐντονότερο, βαθύτερο καὶ ἀπόλυτο στὴν ἔκφρασή του, τώρα ποὺ γνωρίζετε πὼς ἀφορᾷ τὴν πιὸ τραγική, τὴν πιὸ ἀπέλπιδα ὥρα μιᾶς ἀνθρώπινης συνείδησης; Καὶ σάμπως δὲν μποροῦμε τώρα πιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε πολὺ περισσότερο τὴν ποιητική του Καβάφη ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία κατορθώνει νὰ ἀναδείξει ποιότητες καὶ στίχους μοναδικούς; Ἅ! ὄχι, τώρα πιὰ αὐτὴ ἡ συνείδηση ποὺ στέκει μπροστὰ στὸ παραθύρι κι ἀκούει γιὰ τελευταία φορὰ τοὺς ἤχους, (τὴν ἴδια τὴν ζωή..), δὲν εἶναι μόνη, πίσω της στέκονται σὰν σκιὲς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πήδηξαν στὴν θάλασσα τὴν ὥρα ποὺ τὸ καράβι πῆρε νὰ γέρνει. Τώρα ἔχει στὸ πλάι της τὴν ἀπόλυτη δικαίωση τῆς ὕπαρξής της καὶ ἥσυχη μπορεῖ νὰ πορευθεῖ ἀξιοπρεπὼς τὸν τελευταῖο δρόμο…

Κι ὅμως. Ὅπως πάντα συμβαίνει μὲ τὴν ἐξαιρετικὴ ποίηση, ἔτσι κ’ ἐδῶ, παρὰ τὸ ὅτι τὸ ποίημα κρύβει γρίφους καὶ ζητᾷ γνώση γιὰ τὴν πλήρη ἀποκωδικοποίησή του, κατόρθωσε καὶ πέρασε στὸν κόσμο σχεδὸν μὲ τὸ ἀρχικό του νόημα, τὸν βασικὸ ποιητικὸ σκοπό. Γιὰ νὰ φτάσει νὰ γίνει ὁ τελευταῖος στίχος παροιμιώδης καὶ συμβολικός του τέλους, περήφανου καὶ σχεδὸν δονκιχωτικού..

Δὲν πρέπει τέλος νὰ ξεχνᾶμε πὼς ὁ Καβάφης, (τὸ γράψαμε καὶ στὸ πρῶτο μέρος), ἀρέσει νὰ γίνεται κάπως θεατρικός, τὸ σκηνικὸ στὴν ποίησή του εἶναι ἀπαραίτητο καὶ θάλεγα πὼς ἐκεῖ ὀφείλεται καὶ ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν δύναμή της, τὴν συγκίνηση ποὺ προκαλεῖ, τὴν ἔξοχη δραματικὴ ἀποκορύφωσή της. Ἔχει ὅμως μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ σωστά το σημειώνει ὁ Ἀποστολίδης στὸ πολὺ καλὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Καβάφη (βλ. βιβλιογραφία), πὼς ἐπάνω στὸ ἴδιο θέμα ὑπάρχει καὶ ἡ Καρυωτάκειος ἐκδοχή, («ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο»), ἐξαίρετος καὶ αὐτή, μὰ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε σκηνικό, στὸ γνωστὸ λιτὸ ὕφος ὅπου δὲν περισσεύει λέξη, ποίηση ἀπόλυτα γυμνὴ καὶ δωρική. Δανείζομαι τὴν παράθεση τῶν δύο ποιημάτων ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, οἱ ὁμοιότητες εἶναι πράγματι ἐκπληκτικές..

 

Καβάφης                                                           Καρυωτάκης

Πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο..     θ’ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο γιὰ τελευταία φορὰ

Τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου ποὺ βγῆκαν           κι ἀφοῦ πιὰ τότε θἆναι ἀργὰ νέες χίμαιρες

ὅλα πλάνες..                                                      νὰ πλάσεις..

Ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια..            τὴ ζωὴ κοιτάζοντας ἤρεμα θὰ γελάσης..

 

Ὄχι, δὲν πρόκειται γιὰ λογοκλοπή. Εἶναι ἡ κοινὴ στάση τοῦ «θαρραλέου» Καρυωτάκη καὶ τοῦ «δειλοῦ» Καβάφη μπροστὰ στὸν θάνατο, τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν κοινὴ στάση τῆς συνείδησής τους ἀπέναντι στὰ μεγάλα καὶ τὰ σημαντικά της ἀνθρώπινης ὕπαρξης..

Τὸ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον» ἀποτελεῖ ἕνα ποιητικὸ κομψοτέχνημα σὲ μορφὴ καὶ περιεχόμενο, ποὺ θὰ συντροφεύει πάντα μὲ τρόπο μοναδικὰ παρηγορητικὸ ὅσους ἀποφάσισαν νὰ πορευτοῦν ἕναν σκληρὸ καὶ μοναχικὸ δρόμο μέχρι τὸ τέλος..

Ἃς ἀλλάξουμε γιὰ λίγο ἐντελῶς ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα..

 

Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα…

Ἀπ’ τὸ γραφεῖον ὅπου εἶχε προσληφθῆ

σὲ θέση ἀσήμαντη καὶ φθηνοπληρωμένη –

ὡς ὀκτὼ λίρες τὸ μηνιάτικό του (μὲ τὰ τυχερὰ) –

βγῆκε σὰν τέλεψεν ἡ ἔρημη δουλειά,

ποὺ ὅλο το ἀπόγευμα ἦταν σκυμένος,

βγῆκεν ἡ ὥρα ἑπτά, καὶ περπατοῦσε ἀργὰ

καὶ χάζευε στὸν δρόμο… Ἔμορφος·

κ’ ἐνδιαφέρων – ἔτσι ποὺ ἔδειχνε φθασμένος

στὴν πλήρη του αἰσθησιακὴν ἀπόδοση…

(Τὰ εἰκοσιεννιὰ τὸν περασμένο μῆνα τὰ εἶχε κλείσει.)

Ἐχάζευε στὸν δρόμο, καὶ στὲς πτωχικὲς

παρόδους ποὺ ὠδηγοῦσαν πρὸς τὴν κατοικία του.

Περνώντας ἐμπρὸς σ’ ἕνα μαγαζὶ μικρό,

ὅπου πουλιοῦνταν κάτι πράγματα,

ψεύτικα καὶ φθηνὰ γιὰ ἐργατικούς,

εἲδ’ ἐκεῖ μέσα ἕνα πρόσωπο, εἶδε μιὰ μορφὴ

ὅπου τὸν ἔσπρωξαν καὶ εἰσῆλθε – καὶ ζητοῦσε

τάχα νὰ δεῖ χρωματιστὰ μαντήλια…

Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα τῶν μαντηλιῶν,

καὶ τί κοστίζουν – μὲ φωνὴ πνιγμένη,

σχεδὸν σβησμένη ἀπ’ τὴν ἐπιθυμία…

Κι ἀνάλογα ᾖλθαν ἡ ἀπαντήσεις,

ἀφηρημένες, μὲ φωνὴ χαμηλωμένη,

μὲ ὑπολανθάνουσα συναίνεση…

Ὅλο καὶ κάτι ἔλεγαν γιὰ τὴν πραγμάτεια — ἀλλὰ

μόνος σκοπός: τὰ χέρια των ν’ ἀγγίζουν

ἐπάνω ἀπ’ τὰ μαντήλια· νὰ πλησιάζουν

τὰ πρόσωπα, τὰ χείλη σὰν τυχαίως·

μιὰ στιγμιαία στὰ μέλη ἐπαφή…

(Γρήγορα καὶ κρυφά, γιὰ νὰ μὴ νοιώση

ὁ καταστηματάρχης ποὺ στὸ βάθος κάθονταν…)

(1930)

 

Ἴσως τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἐρωτικά του, ὁπωσδήποτε ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρτιότερα συνολικά του Καβάφη.

Μὲ ἀφορμὴ τὸ συγκεκριμένο ποίημα, ἃς πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὰ ἐρωτικά, ὁμοφυλοφιλικά, ἡδονιστικά, πεῖτε τὰ ὅπως θέλετε, ποιήματα, γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἀρκετὲς παρανοήσεις καὶ ἐπιπλέον εἶναι πολλὲς οἱ φορὲς ποὺ εἰσπράττονται κυριολεκτικὰ καὶ μόνον, δίχως νὰ ἀναλύονται καὶ κάποιοι συμβολισμοί – πάντα ἀπαραίτητοι στὸν Καβάφη ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐξυψώνει τὴν συγκυρία σὲ συναισθήματα καὶ συμπεράσματα καθολικὰ καὶ διαχρονικά..

Το διαβατήριο τού Καβάφη με λανθασμένο το έτος γέννησης

Κάντε μία προσπάθεια, (εἶναι δύσκολο βέβαια..) νὰ ἀναγνώσετε τὸ ποίημα λησμονώντας πρὸς στιγμὴν τὶς ἐρωτικὲς προτιμήσεις τοῦ ποιητῆ. Δεῖτε τοὺς στίχους ποὺ περιγράφουν τὴν ἕλξη, τὸν ἐρωτισμό, τὴν γοητεία: «..εἲδ’ ἐκεῖ μέσα ἕνα πρόσωπο, εἶδε μιὰ μορφή..», «μιὰ στιγμιαία στὰ μέλη ἐπαφή..». Καμία λέξη προσδιοριστική τοῦ φύλλου, καμία συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὸ ἀρσενικὸ ἢ θηλυκό τοῦ πόθου. Φυσικὰ μᾶλλον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πῶς ὁ Καβάφης ἐκκινεῖ ἀπὸ ἐμπειρία προσωπική, ἀλλὰ τί σημασία ἔχει; Ἐδῶ ὁ ἔρωτας καὶ ὁ πόθος ξεφεύγουν ἀπὸ ἐτικέτες καὶ κατατάξεις, πουριτανισμοὺς καὶ κοινωνικὲς προκαταλήψεις. Ὅλο το ποίημα ἀπευθύνεται στὶς αἰσθήσεις, στὴν φαντασίωση, στὴν ἡδονὴ τῆς στιγμῆς καὶ μάλιστα ἐκείνης τῆς στιγμῆς ποὺ εἶναι ὑπαινικτική, φορτισμένη στὸν ὕψιστο βαθμὸ – σχεδὸν νοιώθουμε τὴν βαθύτατη συγκίνηση τῆς χαμηλωμένης φωνῆς ποὺ δηλώνει «ὑπολανθάνουσα συγκίνηση..». Σχεδὸν ἀκολουθοῦμε τὸν Καβάφη μέσα στὸ μαγαζί, ζοῦμε τὴν ἀτμόσφαιρα σὲ ἕνα περιβάλλον περίπου  κατανυκτικὸ – πόσοι καὶ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ἔζησαν παρόμοιο περιστατικὸ μὲ μία μορφὴ ποὺ τοὺς γοήτευσε στιγμιαία, πόσοι καὶ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ὑποκρίθηκαν ἐνδιαφέρον γιὰ κάτι, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ θαυμάσουν, (ἔστω καὶ γιὰ λίγα λεπτά), ἕνα ὄμορφο πρόσωπο, ἕνα χαμόγελο, ἕναν ὑπαινιγμὸ ἀποδοχῆς;

Πιθανὸν σὲ ἄλλες, σημερινές, ἐποχὲς ὁ Καβάφης νὰ ἦταν πιὸ τολμηρός, ἀλλὰ ἕνα ποίημα κρίνεται πάντα καθ’ ἑαυτὸ στὴν μορφὴ ποὺ παραδόθηκε καὶ ὄχι ἀλλοιωμένο ἀπὸ εἰκασίες καὶ τὰ «ἂν» τῆς ἱστορίας. Ὅσο καὶ ἂν κάποιοι ἐπιμένουν νὰ ἀσχολοῦνται μονότονα μὲ τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ ποιητῆ, εἶναι παραπάνω ἀπὸ φανερὸ πὼς ἐδῶ ὁ Καβάφης κανέναν ἐνδιαφέρον δὲν ἔχει νὰ φωτίσει «τὸ φύλλον τοῦ ἔρωτος» – ἐκεῖνο ποὺ τὸν γοητεύει εἶναι ἡ μαγευτικὴ ἐπιθυμία, ἡ παρόρμηση καὶ ἡ τόλμη ποὺ μποροῦν νὰ γεννηθοῦν σχεδὸν καταναγκαστικά, («τὸν ἔσπρωξαν καὶ εἰσῆλθε», γράφει..) καὶ κυρίως: ἐκείνη ἡ συγκίνηση ποὺ κάμει τὰ σώματα καὶ τὸ μυαλὸ νὰ τρέμουν ὅταν ὁ πόθος εἶναι ἀπαγορευμένος, ὅταν λειτουργεῖ περισσότερο ἡ φαντασίωση καὶ ὁ ὑπαινιγμός, παρὰ ἡ πράξη.

Εἶναι βέβαια ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὰ χιλιάδες παρόμοια ποὺ συμβαίνουν κάθε μέρα, ἴσως ὅμως γιὰ τοὺς πολὺ νεότερους εἶναι δύσκολη ἡ συναίσθηση, ἡ μετάδοση τῆς συγκίνησης σ’ αὐτὸ τὸ  θεατρικὸ ποίημα. Σήμερα ὅλα εἶναι πιὸ ἐλεύθερα, πιὸ τολμηρά, πιὸ ἀπροκάλυπτα καὶ γρήγορα. Ὅμως κάποτε, σὲ ἕνα παρελθὸν ὄχι πολὺ μακρινό, ὅλα κεῖνα ποὺ σήμερα μπορεῖ νὰ ἀκούγονται καὶ ἀστεία, (ἡ στιγμιαία ἐπαφή, οἱ ψίθυροι, τὸ δῆθεν τυχαῖο ἄγγιγμα τῶν χεριῶν, ὁ χρωματισμὸς τῆς φωνῆς..) ἤσαν ἀπαραίτητα σὲ ἕνα φλὲρτ χρονοβόρο, ἀλλὰ καὶ πάλι πολὺ γοητευτικό. Δὲν ἦταν μόνο ἡ ἀπαγόρευση καὶ ὁ ἀκραῖος συντηρητισμός,  ἦταν περισσότερο μία μαζοχιστικὴ ἐπιθυμία νὰ διαρκέσει ἡ στιγμὴ ὅσο γίνεται περισσότερο, νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀναμονὴ ὡς ἐκεῖ ποὺ δὲν πάει ἄλλο, νὰ φυλακίσουμε ἐκεῖνα τὰ δευτερόλεπτα ποὺ γινόμαστε ἐπιθυμητοὶ καὶ ἡ φαντασία ἐλεύθερη πιὰ μπορεῖ νὰ καλπάσει σὲ πιὸ τολμηρὰ καὶ ἀπαγορευμένα μονοπάτια..

Ὅσοι ζήσαμε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἐπαρχία ἐκεῖ κάπου στὴν μεταπολίτευση, μποροῦμε ἀπόλυτα νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ «Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα..» ὡς ἕναν ὕμνο σὲ ἐκείνη τὴν (ἀπαγορευμένη) ἕλξη τῆς στιγμῆς ποὺ ἀνατρέπει τὴν ρουτίνα, φωτίζει μιὰ σκοτεινὴ διάθεση, γεννάει τὴν ἐλπίδα γιὰ μιὰ διαφυγή, γιὰ μιὰ περιπέτεια. Ἕνα ὕμνος στὸν ἔρωτα καὶ στὴν ἐπιθυμία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ λοιπὰ χαρακτηριστικά..

Ὅπως συνήθως συμβαίνει στὴν Καβαφικὴ ποίηση, μέσα στὸ ποίημα ὑπάρχουν ἐπιπλέον ἐρωτήματα, ἀγωνίες καὶ προβληματισμοί, προσωπικὰ αὐτὲς οἱ «παράπλευρες» ἀναγνώσεις μὲ γοητεύουν κάποιες φορὲς περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν πρωτεύοντα σκοπὸ τοῦ κειμένου. Γιὰ παράδειγμα: στὸ «Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα…» ἔχουμε μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἀντίστιξη, ἃς ποῦμε καλύτερα μία ἀντίθεση ποὺ γεννᾷ ἕνα ἐρωτηματικό, μιὰ ἀναζήτηση παρόμοια μὲ τοῦ τίτλου, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ εἶναι νὰ ἀναρωτιέται κανεὶς ἐὰν ὁ Καβάφης δὲν τὸν τοποθέτησε ἐπίτηδες ἐκεῖ. Ἐὰν παρατηρήσετε τοὺς πρώτους δεκαπέντε στίχους θὰ διαπιστώσετε πὼς περισσεύει ἡ περιγραφὴ μιᾶς πτωχῆς καὶ μίζερης πραγματικότητας: «θέση ἀσήμαντη καὶ φθηνοπληρωμένη..», «πτωχικὲς παρόδους..», «πράγματα ψεύτικα καὶ φθηνὰ γιὰ ἐργατικούς..». Περιβάλλον στερημένο, κατοικίες καὶ μαγαζιά ποὺ μποροῦμε νὰ τὰ φανταστοῦμε ὡς ἀνήλιαγα ὑπόγεια, μισθὸς ποὺ δὲν ἐπαρκεῖ οὔτε γιὰ τὰ χρειώδη, καταστήματα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πιὸ χαμηλοῦ, τοῦ πιὸ ἐξευτελιστικοῦ μεροκάματου. Μέσα σ αὐτὴν τὴν εἰκόνα, πόσο περίεργο δείχνει πράγματι ἕνας νέος πάμπτωχος νὰ ρωτᾷ γιὰ τὴν ποιότητα σὲ ἕνα μέρος ποὺ ἡ ποιότητα ἐξ ὁρισμοῦ ἀπουσιάζει; Καὶ γενικότερα πόσο εἰρωνικὸ εἶναι νὰ ἀναφέρεσαι σὲ ποιότητες ὅταν αὐτὲς φαντάζουν τόσο ἀπόμακρες καὶ ἀπρόσιτες γιὰ σένα; Μήπως τελικὰ διαμαντάκια μποροῦν νὰ βρεθοῦν μέσα στὴν λάσπη, μήπως τελικὰ ἡ γνήσια ἐπιθυμία, ὁ ἔρωτας, τὸ πάθος, εἶναι αὐτὰ ποὺ σφραγίζουν ἕνα περιβάλλον καὶ ὄχι τὰ ὑλικά του μέρη, ἡ νομισματικὴ ἀποτίμηση; Θέλετε νὰ τὸ τραβήξωμε παραπέρα; Μήπως ἡ ποιότητα ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν συνείδηση καὶ τὸ πνεῦμα καὶ μὲ τὶς δικές της ποιότητες μπολιάζει χώρους καὶ πρόσωπα ποὺ ὑστεροῦν, ποῦ μειονεκτοῦν; Οἱ προβληματισμοὶ αὐτοὶ γρήγορα κυλοῦν σὲ ὀντολογικὲς ἀναζητήσεις καὶ ὅλα αὐτὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ παρουσίαση ἑνὸς κατὰ τὰ ἄλλα ἀσήμαντου περιστατικοῦ τοῦ δρόμου, μιᾶς φωτογραφίας..

Θάλεγα πὼς ἐδῶ καταφάσκει ὁ Καβάφης καὶ μέσα ἀπὸ τὴν προσωπική του ἀπογοήτευση, μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἀπαγορεύει τὴν ἐπιθυμία, (δὲν ἔχει σημασία ποιὰ ἐπιθυμία..), προσπαθεῖ νὰ ἔβρει καὶ νὰ καταδείξει ἕναν δρόμο. Τὴν ποιότητα μπορεῖτε νὰ τὴν ἔβρετε παντοῦ, ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ σύμπαν συνωμοτεῖ γιὰ νὰ τὴν κρύψει, νὰ τὴν πολεμήσει, νὰ τὴν ἀκυρώσει. Βλέπετε πὼς ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ διαφορετικὰ σὲ περιεχόμενο ποιήματα τοῦ Καβάφη, ὅλα καταλήγουν ἐκεῖ, στὴν ἀνυποχώρητη δηλαδὴ στάση τοῦ προσώπου, (μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο του..) μπροστά σε δυνάμεις ὑπέρτερες καὶ δυσκολίες ἀνυπέρβλητες. Ἃς μὴν ξεχνᾶμε ἄλλωστε πὼς ὁ Καβάφης κακίζει πολλὲς φορὲς τὸν ἑαυτό του γιὰ δειλία καὶ αὐτὸ τὸν ὁδηγεῖ νὰ ἀσχολεῖται βαθύτερα μὲ τὴν στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντί σε μιὰ κοινωνία ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸν μειώσει καὶ νὰ τὸν προσαρμόσει στὶς ἠθικὲς καὶ ἄλλες ἐπιταγές της..

Τὸ ἑπόμενο ποίημα εἶναι βεβαίως ἀπὸ τὰ πλέον γνωστά του καὶ ἴσως ἐκεῖνο ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο χρησιμοποιεῖται στὸν καθημερινὸ λόγο παροιμιωδῶς, πολλὲς φορὲς βέβαια ἄστοχα καὶ μὲ ἀλλοιωμένο νόημα. Ἂν ἔπρεπε κάπως νὰ τὸ χαρακτηρίσω, θὰ ἔλεγα ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ λίγα του Καβάφη, ποὺ μὲ ἄνεση θὰ μποροῦσαν νὰ ὀνομασθοῦν πολιτικά, μὲ τὴν εὐρύτατη ὁπωσδήποτε ἔννοια, ἐκείνη δηλαδὴ τῆς σχέσης τοῦ προσώπου μὲ τὴν πόλη, τὴν κοινωνία, τὸ σύνολο. Περιμένοντας λοιπὸν τοὺς βαρβάρους..

 

Περιμένοντας τοὺς βαρβάρους

— Τί περιμένουμε στὴν ἀγορὰ συναθροισμένοι;

   …Εἶναι οἱ βάρβαροι νὰ φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στὴν Σύγκλητο μιὰ τέτοια ἀπραξία;

Τί κάθοντ’  οἱ Συγκλητικοὶ καὶ δὲν νομοθετοῦνε;

    …Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα…

   Τί νόμους πιὰ θὰ κάμουν οἱ Συγκλητικοί;

   Οἱ βάρβαροι σὰν ἔλθουν θὰ νομοθετήσουν.

 — Γιατί ὁ αὐτοκράτωρ μας τόσο πρωὶ σηκώθη,

καὶ κάθεται στῆς πόλεως τὴν πιὸ μεγάλη πύλη,

στὸν θρόνο ἐπάνω, ἐπίσημος, φορώντας τὴν κορῶνα;

    …Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα.

   Κι ὁ αὐτοκράτωρ περιμένει νὰ δεχθεῖ

   τὸν ἀρχηγό τους… Μάλιστα ἑτοίμασε

   γιὰ νὰ τὸν δώσει μιὰ περγαμηνή… Ἐκεῖ

   τὸν ἔγραψε τίτλους πολλοὺς κι ὀνόματα…

 — Γιατί οἱ δυό μας ὕπατοι κ  οἱ πραίτορες ἐβγῆκαν

σήμερα μὲ τὲς κόκκινες, τὲς κεντημένες τόγες;

Γιατί βραχιόλια φόρεσαν μὲ τόσους ἀμεθύστους,

καὶ δαχτυλίδια μὲ λαμπρὰ γυαλιστερὰ σμαράγδια;

Γιατί νὰ πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ’  ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλιγμένα;

    …Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·

   καὶ τέτοια πράγματα θαμπώνουν τοὺς βαρβάρους…

 — Γιατί κ’  οἱ ἄξιοι ρήτορες δὲν ἔρχονται σὰν πάντα

νὰ βγάλουνε τοὺς λόγους τους, νὰ ποῦνε τὰ δικά τους;

    …Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·

   κι αὐτοὶ βαριοῦντ’  εὐφράδειες καὶ δημηγορίες…

 — …Γιατί ν’  ἀρχίσει μονομιᾶς αὐτὴ ἡ ἀνησυχία

κ  ἡ σύγχυσις;.. (Τὰ πρόσωπα τί σοβαρὰ ποὺ ἐγίναν!).

Γιατί ἀδειάζουν γρήγορα οἱ δρόμοι κ  οἱ πλατέες,

κι ὅλοι γυρνοῦν στὰ σπίτια τοὺς πολὺ συλλογισμένοι;

    …Γιατί ἐνύχτωσε κ’  οἱ βάρβαροι δὲν ᾖλθαν.

   Καὶ μερικοὶ ἔφθασαν ἂπ’  τὰ σύνορα,

   καὶ εἴπανε πὼς βάρβαροι πιὰ δὲν ὑπάρχουν…

 …Καὶ τώρα τί θὰ γένουμε χωρὶς βαρβάρους;

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν μιὰ κάποια λύσις.

( 1904)

 

Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται περίεργο, αὐτὸ τὸ πιὸ γνωστὸ ἴσως καὶ πιὸ δημοφιλὲς ποίημα τοῦ Καβάφη, ἔχει προκαλέσει μεγάλες συγχύσεις στὴν ἑρμηνεία του καὶ συνήθως διδάσκεται μὲ ἕναν στεῖρο ἀκαδημαϊσμό, (νὰ ποῦμε καλύτερα: διδακτισμό..). Εἶναι ἀλήθεια ὅτι σ’ αὐτὸ συνέβαλλε σὲ μεγάλο βαθμὸ μία προσπάθεια ἐπεξήγησης ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι τόσο ἐπιφανειακή, ποὺ γεννᾷ μεγάλα ἐρωτηματικὰ ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν γνησιότητά της (ἂν καὶ βέβαια ἕνα κείμενο γραμμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητὴ δὲν ἀφήνει ἀμφιβολίες παρόμοιου χαρακτήρα..).

Περιμένοντας τούς βαρβάρους, χειρόγραφο, από την επίσημη ιστοσελίδα kavafis.gr

 

Νὰ σταθῶ λίγο ἐδῶ, γιατί τὸ ζήτημα εἶναι σημαντικό, ἃς μιλήσω μὲ ἕνα παράδειγμα προσωπικό. Εἶναι κάποιες φορὲς πού μοῦ ἔχουν ζητήσει νὰ «ἑρμηνεύσω», νὰ ἀναλύσω ἕνα γραπτό μου, νὰ ἁπλώσω δηλαδὴ τὶς ἑρμηνεῖες του καὶ νὰ περιγράψω τὶς αἰτίες ποὺ τὸ γέννησαν καὶ πρὸς τοῦτο θὰ εἶμαι εἰλικρινής. Σπάνια μπορῶ μὲ ἐπιτυχία νὰ προχωρήσω σ’ αὐτὴν τὴν ἀνατομία καὶ ἀκόμη σπανιότερα νὰ ἀποδώσω τὰ συναισθήματα, τὴν ἀρχικὴ ἰδέα, τὴν φόρτιση τῆς σκέψης, τὴν ποιότητα ἐκείνου τοῦ πρώτου στοχασμοῦ. Γιατί ὁ συγγραφέας τὴν ὥρα ποὺ ἀποτυπώνει σκέψη καὶ συναίσθημα, λειτουργεῖ κάτω ἀπὸ μία ἰδιότυπη ἔκσταση, χιλιάδες συλλογισμοὶ περνοῦν ἀπὸ μπροστά του, οἱ περισσότεροι χάνονται χωρὶς νὰ μπορέσουν νὰ μεταφερθοῦν στὸ χαρτί, πολλὲς φορὲς τοῦτος ὁ ὀργασμὸς τελειώνει χωρὶς ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ τὸ κείμενο λάμπει μὲ τὶς ποιότητές του, ὁ συγγραφέας τοy γέρνει ἀποκαμωμένος καὶ ἐντελῶς ξένος πρὸς ἐκεῖνο ποὺ μόλις δημιούργησε – ὅσα εἶχε νὰ δώσει τὰ ἔδωσε μὲ περισσὴ προσπάθεια, εἶναι πιθανὸν νὰ μὴν θυμᾶται κἄν αὐτὴν τὴν πνευματικὴ θύελλα ποὺ τὸν ὁδήγησε σὲ ποιότητες μοναδικές. Ὅμως, τί μικρὸ θαῦμα, τί μετάλλαξη, τί μεταμόρφωση! Μόλις τὸ κείμενο τυπωθεῖ ἀποκτᾷ τὴν δική του ζωή, (τὸ ἀναφέρει καὶ ὁ Καραγάτσης στὸν «κίτρινο φάκελο, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι…), οἱ λέξεις εἶναι σὰν νὰ ἀποκτοῦν ἄλλο νόημα, εὐρύτερο, καθολικό, σχεδὸν ξένο στὰ μάτια τοῦ δημιουργοῦ τους. Καὶ τότε χιλιάδες μάτια, χιλιάδες συνειδήσεις θὰ πάρουν τὴν πρώτη σκέψη καὶ τὴν λαμπρὴ ἀποτύπωσή της καὶ θὰ τὴν διευρύνουν, θὰ τὴν μπολιάσουν μὲ νοήματα ἄγνωστα καὶ προβληματισμοὺς μοναδικούς. Ὁ τοκετὸς ἔχει τελειώσει καὶ ἕνα πνευματικὸ παιδὶ θὰ συνεχίσει νὰ μεγαλώνει σὲ χρόνο ἀπεριόριστο, ὅποια καὶ ἂν ἦταν ἡ ἀρχικὴ πρόθεση τοῦ ποιητῆ ἔχει ἀπομείνει πίσω νὰ κοιτᾷ μὲ ἀπορία τὸ ἴδιο της τὸ μέλλον καὶ τὴν μοναδική της μεταμόρφωση. Σὰν ἐκεῖνο τὸ πρῶτο τηλεσκόπιο τοῦ Γαλιλαίου. Πρωτόγονο καὶ ἄχρηστο μπροστὰ στὰ σημερινὰ προηγμένα, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ χωρὶς αὐτὴν τὴν πρώτη, τὴν πρωτεϊκὴ ἰδέα, τίποτε δὲν θὰ εἶχε προχωρήσει…

Τώρα, γιατί τὰ γράφω ὅλα αὐτά; Γιὰ νὰ πῶ μὲ ἁπλὰ λόγια, πὼς ὅταν προσεγγίζουμε ἕνα ποίημα ἑνὸς σημαντικοῦ δημιουργοῦ, στὴν πραγματικότητα δὲν ἀναλύουμε τὶς προθέσεις καὶ τὶς σκέψεις ποὺ τὸ γέννησαν, ἢ ἂν θέλετε, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτές, ἀναλύουμε κυρίως τὶς διαστάσεις ποὺ ἔχει πάρει καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἔχει προσληφθεῖ ἀπὸ τὸν συνολικὸ ἀναγνώστη. Ἄλλωστε σπάνια ἕνας τεχνίτης τοῦ λόγου μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ πόρτα ποὺ ἀνοίγει, πόσο οἱ λέξεις του, οἱ φράσεις, τὰ κείμενά του μποροῦν νὰ ἐπιφορτιστοῦν σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ στὴν οὐσία τὸ ἔργο του ἐπαναδημιουργεῖται καὶ πολλὲς φορὲς ἐπαναπροσδιορίζεται…

Γράφει λοιπὸν ὁ Καβάφης γιὰ τὸ ποίημα αὐτό, (παραθέτω μόνο μία μικρὴ παράγραφο): «..Ἡ κοινωνία φθάνει σ’ ἕνα βαθμὸ ἀπελπισίας, πολιτισμοῦ κ’ ἐκνευρισμοῦ, ὅπου ἀπελπισμένη ἀπὸ τὴν θέση εἰς τὴν ὁποίαν δὲν βρίσκει διόρθωση συμβιβαστικὴ μὲ τὸν συνηθισμένο της βίο, ἀποφασίζει νὰ φέρῃ μιὰ ριζικὴ ἀλλαγή, νὰ θυσιάσει, ν’ ἀλλάξη, νὰ γυρίση πίσω, ν’ ἁπλοποιήσει. Αὐτὰ εἶναι οἱ βάρβαροι.. [ ] ..νὰ οἱ βάρβαροι καὶ στὸν ἰδιαίτερο βίο. Ὅταν κανεὶς συχνὰ ἐπιθυμῇ νὰ μὴν ἔχῃ γνώσεις, νὰ ἔχῃ ἁπλὴ πίστη, χωρὶς ἀνάγκες, καὶ νὰ ζῇ τὴν ζωὴν κανενὸς ἁπλοῦ καὶ ἀμαθοῦς ἀνθρώπου γιὰ τὸν ὁποῖον τὰ πράγματα ἔχουν μιὰ δροσερότητα καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνεξιχνίαστου..»

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἀπόσπασμα χρησιμοποιοῦν οἱ κάθε λογῆς ἀναλυτὲς γιὰ νὰ παρουσιάσουν ὡς κεντρικὸ νόημα τοῦ «Περιμένοντας τοὺς βαρβάρους» ἀκριβῶς αὐτό, δηλαδὴ πὼς ὁ Καβάφης θέλει νὰ ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμία κάποιων πολὺ ἀνεπτυγμένων κοινωνιῶν γιὰ ἐπιστροφὴ σὲ ζωὴ πιὸ ἁπλή, πιὸ πρωτόγονη, πιὸ ἀρχετυπική..

Ἀπογοητευτικὴ ἑρμηνεία, ἔτσι δὲν εἶναι; Ἀδυνατῶ νὰ πιστέψω, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, πὼς ὁ Καβάφης ξεκίνησε ἀπὸ μία τόσο κοινότοπη ἰδέα γιὰ νὰ φθάσει νὰ δώσει αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὸ ποίημα. Ὅμως, ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι ἔτσι, θυμηθεῖτε ἐκεῖνα ποὺ γράφουμε παραπάνω, ὁ δημιουργὸς μερικὲς φορὲς εἶναι ὁ τελευταῖος ποὺ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει μὲ ἐπάρκεια μιὰ πνευματικὴ καταιγίδα. Θυμηθεῖτε ἐπίσης καὶ τὸν Σοπενχάουερ ποὺ οὔτε λίγο οὔτε πολὺ συνιστᾷ νὰ κρίνουμε ἕναν συγγραφέα μόνο ἀπὸ τὸ παραδομένο του ἔργο, καθὼς μόνο ἐκεῖ ζωντανεύει ἡ πεμπτουσία τῆς σκέψης του – αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ πολλὲς φορὲς ἡ γνωριμία καὶ ὁ προφορικὸς διάλογος μὲ ἕναν σημαντικὸ ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων καταντᾷ ἀπογοητευτικός..

(Ἐγὼ πάλι, κάπως ἀλλιῶς ἑρμηνεύω τὸ παραπάνω σχόλιο τοῦ Καβάφη: Εἶναι γνωστὸ πὼς οἱ βαθύτατα πνευματικοὶ ἄνθρωποι «ζηλεύουν» πολλὲς φορὲς ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν, δηλαδὴ τὴν εὐτυχία τῆς ἄγνοιας, τὴν πρωτόγονη ἐπαφὴ μὲ τὴν φύση, τὴν ἁπλότητα ζωῆς χωρὶς δεύτερες βασανιστικὲς σκέψεις, μὲ ἄλλα λόγια τὴν χαρὰ τοῦ βίου  μακριὰ ἀπὸ «βαριὲς» σκέψεις καὶ ὑπαρξιακὲς ἀνησυχίες. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν φθόνο τὸν διαπιστώνουμε σὲ σημαντικοὺς συγγραφεῖς, γιὰ παράδειγμα, ἀλληγορικὰ στὸ «Ὁ γέρος καὶ ἡ θάλασσα» καὶ καθ’ ὑπερβολὴ στὸ «Ἀλέξης Ζορμπὰς» στὴν (κάπως ἁπλοϊκὴ) ἀντίστιξη τοῦ Ζορμπὰ μὲ τὸν χλωμό(!) διανοούμενο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ὀμορφιὰ τῆς στιγμῆς. Εἶναι ἕνα συνηθισμένο παράπονο τῶν σημαντικῶν λογοτεχνῶν, ποὺ ἡ σκέψη τους πάντα πρέπει νὰ εἶναι παροῦσα καὶ ἐρωτηματική, ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ ἁπλὲς στιγμὲς τοῦ βίου τους. Δὲν ἀποκλείω καθόλου ὁ Καβάφης νὰ ἔγραψε τὸ παραπάνω σχόλιο ὁρμώμενος καὶ ἀπὸ παρόμοιους συλλογισμούς, ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ μία γοητεία ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ἡ πρωτόγονη ὀμορφιά, πολλὲς φορὲς κενὴ ἀπὸ κάθε πνευματικὸ περιεχόμενο, (βλ. ἀνάλυση γιὰ τὸν Ὀλοφέρνῃ στὸ πρῶτο μέρος αὐτοῦ του ἄρθρου..)

Ὁπωσδήποτε δὲν μποροῦμε αὐθεντικὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὶς σκέψεις τοῦ Καβάφη, γὶ αὐτὸ ἃς δοῦμε γιὰ λίγο το ποίημα στὴν αὐτονομία του, φυσικὰ κάθε προσωπικὴ σκέψη ἐπάνω σ’ αὐτὸ χαρακτηρίζεται καὶ ἀπὸ κάποιες ἑρμηνευτικὲς αὐθαιρεσίες. Θὰ προσπαθήσω ὅμως, ὅσο μπορῶ ἀντικειμενικά, νὰ καταγράψω κάποια νοήματα μέσα ἀπὸ στοιχεῖα ποὺ παραδίδει τὸ ἴδιο το ποίημα..

Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἀμφιβολία πὼς ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία εἶναι ἐκείνη ποὺ παρουσιάζεται ὡς τόπος στὸ ποίημα, κάτι ποὺ προκύπτει ἀβίαστα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ σὲ Σύγκλητο, πραίτορες, ὑπάτους καὶ ὁπωσδήποτε τὶς «τόγες», τὶς τηβέννους δηλαδὴ – ἡ χρήση τοῦ λατινικοῦ ὄρου ἀποκαλύπτει τὴν ἐπιθυμία τοῦ Καβάφη νὰ κρατήσει ρωμαϊκὸ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο. Βεβαίως θὰ συνιστοῦσα νὰ μὴν πάρετε καὶ τόσο τοῖς μετρητοῖς αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά, καθὼς τὸ ποίημα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συμβολικά τοῦ Καβάφη καὶ μικρὴ σημασία ἔχουν οἱ πραγματολογικὲς λεπτομέρειες. Στὴν θέση τῆς Ρώμης θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁποιαδήποτε αὐτοκρατορία ποὺ ἔχει «κατακτήσει» τὴν παρακμή της, μήπως τὸ κοντινὸ χρονικὰ Βυζάντιο δὲν ἔζησε παρόμοια καὶ μακρὰ περίοδο;

Ὅλο το ποίημα εἶναι ἕνας διάλογος, μοναδικὸ ἴσως μέσα στὸ Καβαφικὸ ποιητικὸ σῶμα ὅπου ἡ θεατρικότητα εἶναι παροῦσα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος μὲ τόση ἔνταση. Δύσκολο ἐπίσης νὰ πεῖ κανεὶς ἐὰν ὁ ποιητὴς «βρίσκεται» σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο συνομιλητὲς ἢ ἐὰν ἁπλὰ χρησιμοποιεῖ τὸν διάλογο γιὰ νὰ στήσει τὸ σκηνικό του καὶ νὰ βοηθήσει τὸν ποιητικὸ ρυθμό.

Ἃς τὸ πῶ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Φυσικὰ ἡ πρώτη ἀνάγνωση, (καὶ ἔτσι κατανοεῖται τὸ ποίημα ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους), καταλήγει στὴν καταγραφὴ ἑνὸς περιβάλλοντος παρακμιακοῦ, μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἀποτελματωμένη μέσα στὴν πλήξη καὶ τὸ πνευματικὸ κενὸ ἀναμένει κάτι, λίγη σημασία ἔχει ἡ ποιότητα τοῦ ἐπερχόμενου. Μάλιστα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐπίθετο «βάρβαροι» στὸ ποίημα, τίποτε ἄλλο δὲν ὑποδηλώνει, δὲν χαρακτηρίζει τὴν ποιότητα τῶν ἀλλαγῶν ποὺ ὅλοι προσδοκοῦν καὶ μόνο ὑπαινικτικὰ μποροῦμε νὰ κάμουμε ὑποθέσεις (ἃς ποῦμε ἀπὸ κεῖνο το: «τέτοια πράγματα θαμπώνουν τοὺς βαρβάρους», ποὺ θυμίζει λίγο τους ἰθαγενεῖς καὶ τὰ λαμπερὰ καθρεπτάκια..). Γιὰ νὰ δοῦμε…

Μία πρώτη ἑρμηνεία, ἀρκετὰ πειστική, εἶναι ἐκείνη μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἀδυνατεῖ πλέον νὰ κινητοποιήσει ἐσωτερικὲς δυνάμεις καὶ ἐφεδρεῖες καὶ ἔχει ἐναποθέσει ὅλες της τὶς ἐλπίδες σὲ μιὰ ἀκαθόριστη ἀλλαγὴ – δὲν ἔχει καμία σημασία τὸ περιεχόμενό της, ὁ σκοπός της, ἀκόμη καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ σημάνει τὴν ἀντικατάσταση μιᾶς τυραννίας μὲ μίαν ἄλλη, ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ σπάσιμο τῆς μονοτονίας καὶ τῆς πλήξης, οἱ τρομπέτες καὶ οἱ παρελάσεις ποὺ θὰ βγάλουν προσωρινὰ ἀπὸ τὸν λήθαργο, ἡ ἐπισημοποίηση ἑνὸς τέλους ἐποχῆς – ἐποχῆς ποὺ ἔχει καταντήσει πιὰ βασανιστικὴ ἀφοῦ τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει νὰ προσφέρει πέρα ἀπὸ παρακμή. Ἡ κατάπτωση δηλώνεται στὸ ποίημα καὶ γραμματικά, μπορεῖτε νὰ παρατηρήσετε ὅτι γιὰ τὴν ἐπέλαση τῶν βαρβάρων χρησιμοποιεῖται χρόνος μελλοντικός, ἐνῷ οἱ ἀναφορὲς στοὺς Ρωμαίους δὲν ξεφεύγουν ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα ἢ τὸν ἀόριστο. Μιὰ κοινωνία σὲ ἀδιέξοδο γιατί ἔχει ἤδη πεθάνει, ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη νὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ὁδηγεῖ στὴν ἀναζήτηση πρόχειρης καὶ γρήγορης λύσης, ὁποιασδήποτε λύσης..

Γιὰ μένα ὅλο το ποίημα εἶναι μία ἐξαιρετικὴ μελέτη ἐπάνω στὸ ἀσήμαντο, τὸ κούφιο καὶ τὸ ἐπιφανειακό, ἀλλὰ κυρίως: ἕνα σχόλιο γιὰ τὴν ἀκμὴ καὶ τὴν παρακμή, τὴν ἄνοδο καὶ τὴν πτώση καὶ ἐν τέλει γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Ταυτόχρονα καὶ μία γερὴ ὑπενθύμιση, πὼς οἱ λύσεις δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι «ἐξωτερικές», δηλαδὴ ἄσχετες μὲ τὰ γνωρίσματα καὶ τὰ χαρακτηριστικά του ἴδιου του προβλήματος, οἱ λύσεις καὶ οἱ ἀλλαγὲς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀναζητηθοῦν ἐντός των τειχῶν, ἀπὸ δυνάμεις ἐσώτερες, ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἀποθέματα τῆς κοινωνίας. Μοιάζουν λίγοι αὐτοὶ οἱ βάρβαροι σὰν τὸν ἀπὸ μηχανῆς θεὸ, ποὺ ἕνας μοιρολάτρης καὶ ἀποχαυνωμένος λαὸς ἀναμένει νὰ δώσει λύση μαγικὴ (θαῦμα: δηλαδὴ ἀπίθανο..) καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ἀλλαγὴ φρουρᾶς νὰ γεννηθεῖ νέα ἐλπίδα πὼς κάτι θ ἀλλάξει. Ψευδαίσθηση λοιπόν, αὐταπάτη, ἁπλὴ παράταση στὸν ἐπερχόμενο θάνατο. Ἐπιπλέον ὁ ὑπερτονισμὸς τοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ πρωτοκόλλου σὲ ὅλο το ποίημα, (τόγες, πολύτιμα μπαστούνια, περγαμηνές, κορῶνες κ.ἄ.π) ὑπογραμμίζει τὸ ἀντιστρόφως ἀνάλογο ἐπιφάνειας καὶ οὐσίας, σημαντικοῦ καὶ ἀσήμαντου, πνεύματος καὶ (ἄχρηστης) ὕλης, προορισμένης μόνο γιὰ τὸ ἐφήμερο καὶ τὸ προσωρινό.

Μὲ ἑρμηνεῖες ἐντελῶς διαφορετικὲς μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ ὧρες ἐπάνω στὸ ποίημα. Γιὰ παράδειγμα: Δεῖτε ἐκεῖνο το «..βάρβαροι πιὰ δὲν ὑπάρχουν..». Αὐτὴ ἡ ἀσήμαντη λεξοῦλα δημιουργεῖ ὑποψίες. Ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχουν πλέον βάρβαροι; – λίγο περίεργο, τὰ σύνορα δὲν καταργοῦνται μὲ τρόπο μαγικό. Μήπως λοιπὸν οἱ βάρβαροι ἔχουν ἤδη περάσει; (ἅ! ἀρχίζει καὶ ἀχνοφέγγει ἡ σύνδεση μὲ ἄλλο ποίημα τοῦ Καβάφη, ἴσως κάτι νὰ λέει αὐτό..), μήπως ὅλο το ποίημα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ μία ματιὰ στὸν καθρέπτη καὶ στὴν οὐσία ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στοὺς βαρβάρους δὲν εἶναι παρὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἤδη ἔχουν ἀφομοιωθεῖ ἀπὸ τὴν παρηκμασμένη κοινωνία; Θὰ μοῦ πεῖτε λίγο τραβηγμένη σκέψη, κάπως ὑπερβολική.. κι ὅμως ὅσο τὴν μελετῶ, (καὶ βεβαίως ἀκόμη πολὺ πρόχειρη εἶναι στὴν διατύπωσή της..), τόσο ἀνακαλύπτω πεδία ποὺ μποροῦν νὰ ἐπεκτείνουν τὴν ἑρμηνευτική μας προσέγγιση.

Κ’ ἔπειτα τὸ τελευταῖο δίστιχο, αὐτὸ τὸ τόσο παροιμιῶδες καὶ ἀφομοιωμένο πλέον στὴν καθημερινὴ γλῶσσα μὲ ἄπειρες παραλλαγές:  «… Καὶ τώρα, τί θὰ γένουμε χωρὶς βαρβάρους; Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἤσαν μιὰ κάποια λύσις.». Μὲ ἄλλα λόγια: καὶ τώρα τί θὰ κάνουμε χωρὶς ψευδαισθήσεις, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν συνειδητοποίηση τῆς ἴδιας μας τῆς ἀσημαντότητας, τῆς ἀνυπαρξίας; Γιατί βεβαίως ἡ παρουσία τῶν βαρβάρων ἀκόμη καὶ ὡς ἀπειλή δίνει ἀξία στὸν ἀπειλούμενο, τὸν διατηρεῖ ζωντανό, τὸν ὑποχρεώνει σὲ μία κάποια ἀντίδραση. Μὰ εἴμαστε τόσο ἀσήμαντοι πιά, ποὺ οὔτε καὶ οἱ βάρβαροι (ποὺ θαμπώνονται ἀπὸ τὰ μπιχλιμπίδια), δὲν μᾶς καταδέχονται; Ἡ παρακμὴ δίχως σωτηρία – μία κατάσταση παροῦσα σὲ πολλὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη, μόνο ποὺ συνήθως ὁ στίχος πλέκεται ἐπάνω στὸ πρόσωπο ἢ τὸ πολὺ πολὺ σὲ ἕνα τὲτ ὰ τέτ, ἐδῶ ἡ περιγραφὴ ἀκουμπᾷ τὴν συλλογικὴ συνείδηση, τὴν μαζικὴ ἐπίγνωση, τὴν πορεία μιᾶς κοινωνίας ἐν συνόλῳ..

Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα ποιήματα τοῦ Καβάφη, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δέχεται πολλαπλὲς ἑρμηνεῖες καὶ μάλιστα σὲ ἐξέλιξη ἁλυσιδωτὴ – σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ποὺ ἐπάνω του θὰ μποροῦσε νὰ γραφεῖ ὁλοκληρωμένος πλατωνικὸς διάλογος..

Ἦρθε ἡ ὥρα γιὰ τὸ μεγάλο Ναὶ καὶ τὸ μεγάλο Ὄχι..

 

Che fece… il gran rifiuto

Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται μιὰ μέρα

ποὺ πρέπει τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο το Ὄχι

νὰ ποῦνε… Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τόχει

ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναί, καὶ λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του…

Ὁ ἀρνηθεῖς δὲν μετανοιώνει. Ἂν ρωτιοῦνταν πάλι,

Ὄχι θὰ ξαναέλεγε. Κι ὅμως τὸν καταβάλλει

ἐκεῖνο τ’  Ὄχι –τὸ σωστὸ– εἰς ὅλην τὴν ζωή του.

( 1901)

 

Γιὰ τὴν πλήρη κατανόηση τοῦ ποιήματος εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητο νὰ σταθοῦμε στὸν τίτλο του. Ἡ φράση λοιπὸν προέρχεται ἀπὸ τὸν Δάντη ποὺ γράφει: colui che fece per vilta il gran rifiuto, (ἐκεῖνος ποὺ εἶπε τὸ μεγάλο ὄχι ἀπὸ δειλία). Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη ἑρμηνεία ὁ Δάντης ἀναφέρεται στὸν πάπα Σελεστίνο τὸν Ἐ΄ ποὺ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του σὲ ἐλάχιστο χρόνο, κάτι ποὺ θεωρήθηκε δειλία καὶ ἀδυναμία νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς εὐθύνες. Ὁ Καβάφης κρατᾷ τὴν φράση, ἀφαιρεῖ ὅμως τὴν πιὸ κρίσιμη ἀναφορά της (ἀπὸ δειλία) καὶ ἔτσι τὴν προσαρμόζει ἀπόλυτα στὸ ποιητικὸ νόημα, στὴν οὐσία τὴν νοηματοδοτεῖ ἐκ νέου, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος ἀγνοεῖ τὴν προέλευσή της, ἐλάχιστα δυσκολεύεται νὰ κατανοήσει τοὺς Καβαφικοὺς στίχους. Θὰ σκεφθεῖτε καὶ μὲ τὸ δίκιο σας, ποιὸς ὁ λόγος τῆς Δαντικῆς ἀναφορᾶς καὶ ὄχι ἕνας ἁπλούστερος τίτλος; Κάποτε καὶ οἱ ποιητὲς θέλουν νὰ συνομιλοῦν διὰ τῶν κειμένων τους, πιθανότατα ὁ Καβάφης, (βαθὺς μελετητὴς τῆς ἱστορίας), νὰ ἤθελε μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαναδιατύπωση νὰ δηλώσει τὴν ἄποψή του γιὰ τὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ καὶ τὴν διαφωνία του μὲ τὴν κριτικὴ τοῦ Δάντη. Ἀβέβαιο καὶ αὐθαίρετο, ὅμως ἁπλὰ ὑποθέτουμε.. ἀλλά, ἃς δοῦμε τὴν οὐσία..

Λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμη μου μὲ τὸ πέρασμα τῶν ἐτῶν, ἔχει ἀνακύψει ἕνα πρόβλημα μὲ ἐκεῖνα τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη ποὺ διαθέτουν ἕναν ἰσχυρὸ συμβολισμό, (Ἰθάκη, Θερμοπύλες, ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον κ.α), καὶ κάποιοι στίχοι τοὺς ἔχουν γίνει παροιμιώδεις. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Ἡ ὑπερβολικὴ χρήση τοὺς ἀκόμη καὶ σὲ ἐντελῶς ἄσχετες περιστάσεις, ἡ ἀπομόνωση στίχων ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ποιήματος καὶ ἰδιαίτερα ὁ συμβολισμός τους στὸν ὕψιστο βαθμό, ἔχουν ἀφαιρέσει δύναμη ἀπὸ τὴν ἐν πράγμασι ἐφαρμογή τους. Δεῖτε ἕνα παράδειγμα: Ὅλοι μιλοῦν μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία γιὰ τὰ μεγάλα ναὶ καὶ τὰ μεγάλα ὄχι, (παραφθορὰ βεβαίως ὁ πληθυντικός, ἡ ἀναφορὰ δήλ, τοῦ στίχου ἀκόμη καὶ γιὰ ἀσήμαντες μικροαποφάσεις τοῦ βίου..), ἐλάχιστοι ὅμως ἀντιλαμβάνονται τὸν συμβολισμὸ ἐφαρμόσιμο στὴν δική τους ζωή, στὸ δικό τους μεγάλο δίλημμα, ἀκόμη χειρότερα: ἐλάχιστοι κατανοοῦν ὅτι τὸ νόημα τοῦ στίχου, (ἐὰν θέλουμε νὰ τὸ δοῦμε σὲ κάθε διάσταση), ἐπιβάλλει νὰ ἀντιμετωπίσεις τὸ δίλημμα καὶ νὰ πάψεις νὰ τὸ μεταθέτεις, νὰ τὸ ἀποφεύγεις ἢ νὰ τὸ ἀλλάζεις κατὰ τὰς περιστάσεις. Μὲ ἄλλα λόγια, ἕνα ποίημα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ στέκει ὁδηγὸς γιὰ τὴν διαμόρφωση συνειδήσεων, ἀνάγεται πλέον σὲ φθηνὸ πολιτικὸ ἐπιχείρημα ἢ κριτικὴ πρὸς τρίτους καὶ ποτὲ πρὸς ἐκεῖνο ποὺ κατὰ βάση ἀπευθύνεται, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο, τὴν συνείδηση, τὴν ἀτομικὴ στάση μπροστά σε μεγάλες καὶ ἐπίπονες ἀποφάσεις..

Τὸ συγκεκριμένο ποίημα πρέπει νὰ ποῦμε πὼς δὲν ἔτυχε καὶ τῆς καλύτερης ὑποδοχῆς καὶ πὼς ἀκόμη καὶ ἄνθρωποι θετικοὶ πρὸς τὴν Καβαφικὴ ποίηση τὸ ὑποδέχθηκαν χλιαρὰ (ὁ Σεφέρης σὲ ἐκτενῆ κριτική του γιὰ τὸν ποιητή, γράφει γιὰ τὸ συγκεκριμένο: «Ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη ποὺ μ’ ἐνοχλοῦν πραγματικά· πρῶτα γιατί δὲ μοῦ μεταδίνει κανένα αἴσθημα· ἔπειτα, γιατί ἄκουσα τόσους καὶ τόσους νὰ τὸ ἀπαγγέλνουν μὲ τὸ στόμφο ἐκεῖνον ποὺ δὲν ξέρουνε τί λένε· θαρρεῖς πὼς ὁ καθένας μπορεῖ νὰ τὸ γεμίσει μὲ ὅλα τα ναὶ καὶ τὰ ὄχι ποὺ τοῦ ἔλαχαν στὸ μεροκάματό του..»… Ἄδικο βεβαίως, ὄχι μόνο γιατί πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἰσορροπημένα καὶ «πυκνά» του Καβάφη, ἀλλὰ γιατί μὲ τὸν πιὸ λακωνικὸ τρόπο θέτει μεγάλα καὶ σημαντικὰ προβλήματα καὶ κυρίως: τὴν σχέση τοῦ προσώπου μὲ τὴν κοινωνία, τὴν σχέση τῆς μειονότητας μὲ τὴν κρατοῦσα ἄποψη, τὴν συμπόρευση τῆς συνείδησης μὲ κεῖνα ποὺ θέλουν οἱ πολλοὶ ἢ τὴν ἐπιμονή, (τὴν ἄρνηση δηλαδή..) σὲ προσωπικὲς ἀρχὲς καὶ ἀξίες δυσάρεστες γιὰ τὴν πλειονότητα, μὴ δημοφιλεῖς, ἐνάντιες στὸ ρεῦμα…

Ἃς σταθοῦμε λίγο στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ποιήματος, τοὺς πρώτους δύο στίχους, καθὼς ὑποκρύπτουν κάτι σημαντικὸ γιὰ τὴν συνέχεια – «..σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους, γράφει, ἔρχεται μιὰ μέρα..». Οἱ περισσότεροι δὲν πολυδίδουν σημασία σ΄ αὐτὸ τὸ «μερικοὺς» θεωρώντας πὼς χρησιμοποιεῖται τυχαία ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀποδίδει κάποια ἰδιαίτερη ποιητικὴ πρόθεση. Δὲν διαθέτω βεβαίως ἐπαρκῇ στοιχεῖα ποὺ νὰ ἐπιβεβαιώνουν κάτι διαφορετικό, ὅμως στὸν πάντα τελειομανῆ Καβάφη, θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τῆς λέξης δὲν εἶναι διόλου τυχαία. Μερικοὶ μόνο θὰ ἔρθουν ἀντιμέτωποι μὲ τὸ μεγάλο δίλημμα – κι αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καταδεικνύει, πὼς ὁ Καβάφης μᾶλλον ἀδιαφορεῖ γιὰ ἀποφάσεις ἀσήμαντες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐὰν συνδυάσουμε ἐκεῖνο τὸ «μερικοὶ» μὲ τὸν προσδιορισμὸ «μεγάλο» μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ναὶ καὶ τὸ Ὄχι. Γίνεται φανερὸ πὼς ἡ μεγάλη ἀπόφαση ἐνδιαφέρει τὸν Καβάφη, ἐκείνη ποὺ καθορίζει τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου, ἐκείνη ποὺ θὰ στρέψει τὴν συνείδηση πρὸς ἕνα δρόμο σαφῶς χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴν μετέπειτα πορεία της..

Αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς ἑρμηνεύει ἂν θέλετε καὶ τὴν στάση τοῦ Καβάφη ἀπέναντι σὲ ἐκείνους ποὺ θὰ ποῦν τὸ μεγάλο Ναί, θὰ περίμενε κανεὶς πὼς θὰ ἦταν στάση ἀρνητική, δύστροπη, κριτική. Κι ὅμως στοὺς στίχους «Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τόχει ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναί, καὶ λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του…», ὑπάρχει μία κατανόηση, μία συγκατάβαση μὲ θετικὴ χροιά. Ὑποθέτω γιατί στὰ μάτια τοῦ Καβάφη, εἶναι ἀρκετὸ καὶ μόνο το γεγονὸς πὼς μερικοὶ δέχθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ δίλημμα, δὲν τὸ ὡραιοποίησαν, δὲν τὸ ἀπέφυγαν, ἡ ἀπόφασή τους νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς ἀπαιτήσεις καὶ τοὺς κανόνες τῶν πολλῶν δὲν εἶναι κατακριτέα ἐφόσον συμπορεύεται μὲ τὴν τιμὴ καὶ τὴν πεποίθησή τους, ἐφόσον δὲν ἀντιστρατεύεται τὴν συνείδησή τους. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἄσπρο-μαῦρο τῶν πρώτων στίχων ἡ Καβαφικὴ θέση θυμίζει ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ «Εἶναι κι αὐτὴ μία στάσις. Νοιώθεται..», θάλεγα μάλιστα πὼς τὸ πρόσημό της εἶναι περισσότερο θετικό, περισσότερο τῆς συμπαθείας. Δὲν ὑπάρχει εἰρωνεία ἐδῶ γιὰ κεῖνον ποὺ καταφάσκει καὶ ζεῖ μὲ βάση τὰ κοινωνικὰ προτάγματα, ἀδιόρατα ἀχνοφαίνεται ὅμως ἀπὸ τοὺς ἑπόμενους καὶ καταληκτικοὺς στίχους, πὼς ὁ Καβάφης κρίνει τὴν στάση τοῦ «Ναὶ» εὐκολότερη, ἀνετότερη, τὸ κόστος ἀπουσιάζει συνήθως, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ἀποδοχὴ δὲν δημιουργεῖ τριβές, δὲν χαρακτηρίζει, δὲν ἀπομονώνει.

Ἡ θέση ὅμως τοῦ Καβάφη, ὅλο το νόημα τῆς ζωῆς του, μαζὶ καὶ κάποια πικρία, μαζὶ καὶ κάποια θλίψη, ἕνας ἃς ποῦμε ἀπολογισμὸς – ὅλα αὐτὰ ἐνυπάρχουν μέσα στοὺς τρεῖς τελευταίους στίχους, φόρος τιμῆς σὲ κείνους ποὺ φώναξαν, (ἢ ψιθύρισαν, δὲν ἔχει σημασία..), τὸ μεγάλο Ὄχι. Ἔχει γραφεῖ κατὰ κόρον πὼς ὁ Καβάφης στὸ «Ὄχι» συμπυκνώνει τὸ κόστος γιὰ τὶς ἐρωτικές του προτιμήσεις, ὅπως βεβαίως καὶ τὴν μοναχική του πορεία στὴν ποίηση, ποὺ ἡ τεχνική της καὶ τὸ περιεχόμενό της ἀντιμετώπισαν ἐντονότατη κριτικὴ καὶ μάλιστα μὲ βαρεῖς χαρακτηρισμούς. Πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ ἔτσι, ἀλλοίμονο ἐὰν μία πλούσια ἐμπειρία σὲ ὄχι καὶ συμβιβασμοὺς δὲν καθόριζε ἐν πολλοῖς καὶ τὸ ποιητικὸ ἀποτέλεσμα. Ὅμως, τί σημασία πράγματι ἔχει αὐτὸς ὁ περιορισμός, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης ἐπεκτείνει τὸ νόημα τοῦ ποιήματος σὲ μία πολλὴ γενικὴ ἀναφορὰ πρὸς κάθε μεγάλη καὶ καθοριστικὴ ἀπόφαση γιὰ τὴν συνείδηση τοῦ καθενός; Γιὰ τὸν Καβάφη μπορεῖ νὰ ἡ ἄρνηση νὰ ἀφοροῦσε τὴν ποίηση ἢ τὴν προσωπική του ζωή, γιὰ κάποιον ἄλλον τὸν ἐπαγγελματικό του βίο, γιὰ ἕναν τρίτο τὴν ἐπιμονή του νὰ μὴν κάνει βῆμα πίσω σε ἀπόψεις καὶ κοσμοθεωρίες, δὲν ἔχει καμία ἰδιαίτερη σημασία..

Προσέξτε ἐκεῖνο τὸ «ὁ ἀρνηθείς δὲν μετανιώνει» κάτι ποὺ δηλώνει συνειδητὴ στάση, ἀπόφαση ποὺ πάρθηκε μετὰ ἀπὸ περίσκεψη καὶ δύσκολο στοχασμὸ καὶ κυρίως ἀνάστημα ποὺ ὀρθώθηκε μὲ πλήρη γνώση τοῦ κόστους, τῆς ἐχθρότητας, τῆς ἀντίδρασης ἀπὸ ἕνα κατεστημένο..

Ὅλη ὅμως ἡ ποιότητα, ὅλο το βάθος στοχασμοῦ, βρίσκεται κατ’ ἐμὲ στοὺς τελευταίους στίχους: «..Κι ὅμως τὸν καταβάλλει ἐκεῖνο τ’ Ὄχι – τὸ σωστὸ – εἰς ὅλην τὴν ζωή του.». Δύο παρατηρήσεις μόνο ἐδῶ..

Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὸν «ἀρνηθέντα» ὑπάρχει πάντα μία ἐλπίδα, ἐνδόμυχη, ἐντελῶς ἀνθρώπινη. Ὁ ἰδεολόγος ποὺ ἀντιστέκεται μοναχικὰ στὸ ρεῦμα ἐλπίζει πὼς κάποτε ἡ κοινωνία θὰ καταλάβει καὶ θὰ μεταστραφεῖ, ὁ ποιητὴς ποὺ βιώνει λογοτεχνικὴ ἀπομόνωση ἐλπίζει πὼς μιὰ μέρα ἡ ποίησή του θὰ γίνει κατανοητὴ καὶ ἐν τέλει ἀποδεκτή, ἐκεῖνος ποὺ διώκεται γιὰ προσωπικές του προτιμήσεις ἐλπίζει πὼς κάποτε ὅλα ἐλεύθερα καὶ ὅλα ἀνεκτὰ θὰ εἶναι σὲ τούτη τὴ ζωή. Λυποῦμαι πολύ, λέει ὁ Καβάφης, βεβαίως νὰ ἐλπίζετε, ἀλλὰ ἡ πεῖρα, ἡ ἱστορία, ἔχουν δείξει ὅτι τὸ μεγάλο Ὄχι μεταφράζεται συνήθως σὲ βάρος ἰσόβιο, τὶς περισσότερες φορὲς ὁ ἀρνηθείς τὸ κουβαλᾷ σὲ ὅλη του τὴν ζωή. Καὶ πράγματι, ἴσως λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φαντάζονται μία τέτοια διαχρονία στὶς συνέπειες τῆς ἀπόφασής τους, ἀλλὰ λίγο νὰ παρατηρήσετε γύρω σας θὰ τὸ ἀντιληφθεῖτε εὔκολα.. (κατὰ τὴν γνώμη μου καὶ γιὰ ἕναν ἐπιπλέον λόγο: τὸ μεγάλο Ὄχι δὲν εἶναι μία στιγμιαία ἡρωικὴ στάση, κάθε ἄλλο, στὴν πραγματικότητα τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἐκστομίζει κάποιος «ὑπογράφει» μία δέσμευση πρὸς τὸν ἑαυτό του, κτίζει γύρω του τὸ δικό του ὀχυρό, πρόκειται γιὰ ἕνα εἶδος ἐπίσημου ὅρκου. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ρίπτεται ὁ κύβος καὶ δημοσιοποιεῖς τὴν θέση σου, αὐτοδεσμεύεσαι καὶ γιὰ τὴν πιὸ συνεπῆ ὑπεράσπισή της..).

Καὶ ἡ τελευταία παρατήρηση. Θυμηθεῖτε τὸν στίχο «..τὸν καταβάλλει ἐκεῖνο τ’ Ὄχι – τὸ σωστὸ – εἰς ὅλην τὴν ζωή του.». Ἀλήθεια, τὸν καταβάλλει; Αὐτὸν ποὺ μὲ τόση συνέπεια ἀποφάσισε νὰ πληρώσει κάθε κόστος καὶ νὰ πάει ἀντίθετα στὸ ρεῦμα; Προσπαθῆστε νὰ νοιώσετε τὸ βαθύτερο χρῶμα τῆς λέξης «καταβάλλει». Στὰ μάτια μου μεταφράζεται σὰν μία ἀνοικτὴ πληγὴ συνεχῶς αἱμορραγοῦσα, σὰν ἕνας διαρκῇς πειρασμός.  Ναὶ βέβαια, δὲν μετανιώνω γιὰ τὸ ὄχι, δὲν ἀπολογοῦμαι καὶ τὸ κυριότερο δὲν μεμψιμοιρῶ, δὲν παραπονιέμαι, καὶ σὲ ἕναν ἄλλο χρόνο, καὶ σὲ ἕναν ἄλλο πλανήτη πάλι ὄχι θὰ ἔλεγα, ὅμως αὐτὴ ἡ ἄρνηση πληγώνει γιατί ξεύρω καλά, καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα, τί εὔκολη ζωὴ θὰ εἶχα ἐὰν ἀποδεχόμουν, τί δόξες καὶ τιμὲς θὰ ἀπολάμβανα ἐὰν ἤμουν πιὸ εὐπροσάρμοστος σ ἐκεῖνα πού μου ζητοῦν.. αὐτὸ τὸ διαρκὲς κόστος ποὺ πληρώνω, εἶναι σὰν τὸ φαγητὸ ποὺ βάζουν οἱ βασανιστὲς μπροστὰ στὸν κατάδικο ποὺ ἔχει στερηθεῖ  τὸ φαγητὸ γιὰ μέρες· ἡ γνώση ἐκείνου ποὺ χάνω κάμει ἀκόμη πιὸ βασανιστική, ἀκόμη πιὸ δύσκολη τὴν πορεία στὸν δρόμο τοῦ ὄχι..

Τὸ «Che fece… il gran rifiuto» δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα ποίημα ποὺ «συνομιλεῖ» μὲ τὸν Δάντη καὶ τὴν κρατοῦσα ἄποψη μέσα ἀπὸ ἐξαιρετικὴ ποιότητα ποιητικῆς τέχνης – εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα ὅ,τι πιὸ ἐμβληματικὸ ἔχει γραφεῖ γιὰ τὴν ἀνεξάρτητη συνείδηση, τὸ μαχητικὸ πνεῦμα, τὴν μοναχικὴ πορεία τῶν πρωτοπόρων καὶ τῶν ἀπόλυτα πιστῶν στὸ ὅραμά τους. Προσωπικά το νοιώθω καὶ σὰν ἕναν πολὺ μελαγχολικὸ φόρο τιμῆς σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ βαδίζουν πρὸς τὸ τέλος μιᾶς ζωῆς, ὁλότελα ἀφιερωμένης στὰ μεγάλα καὶ ἄξια ποὺ κάποτε ὀνειρεύτηκαν..

Τελευταῖο ποίημα γιὰ τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα, ἀλλὰ καὶ ταυτόχρονα ἐντελῶς δυσνόητα γιὰ τὸν ἀναγνώστη ποὺ δὲν ἔτυχε νὰ ἐντρυφήσει σὲ ἱστορικὲς λεπτομέρειες καὶ στὴν Καβαφικὴ ποιητική. Γὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους οἱ «Νέοι της Σιδῶνος (400 μ.Χ.)» εἶναι ἀπὸ τὰ λιγότερο ἀναφερόμενα ποιήματά του καὶ οἱ περισσότεροι ἀποφεύγουν ἀκόμη καὶ νὰ τὸ ἀπαγγείλουν ἢ νὰ τὸ διδάξουν – αὐτὸ τὸ τόσο προσφερόμενο γιὰ ἑρμηνευτικὴ ἢ ἀκόμη καὶ θεατρικὴ ἀπαγγελία..

 

Νέοι της Σιδῶνος (400 μ.Χ.)

Ὁ ἠθοποιὸς ποῦ ἔφεραν γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάση

ἀπήγγειλε καὶ μερικὰ ἐπιγράμματα ἐκλεκτά…

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στὸν κῆπο ἐπάνω·

κ’ εἶχεν μιὰν ἐλαφρὰ εὐωδία ἀνθέων

ποὺ ἑνώνονταν μὲ τὰ μυρωδικὰ

τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων…

Διαβάσθηκαν: Μελέαγρος, καὶ Κριναγόρας, καὶ Ριανός.

Μὰ σὰν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει

τονίζοντας ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον

τὸ ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον, τὸ Μαραθώνιον ἄλσος,

πετάχθηκεν εὐθὺς ἕνα παιδὶ ζωηρό,

φανατικὸ γιὰ γράμματα, καὶ φώναξε:

 -Ἃ δὲν μ’ ἀρέσει τὸ τετράστιχον αὐτό!

Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σὰν λιποψυχίες!

Δῶσε -κηρύττω- στὸ ἔργον σου ὅλην τὴν δύναμή σου,

ὅλην τὴν μέριμνα, καὶ πάλι τὸ ἔργον σου θυμήσου

μὲς στὴν δοκιμασίαν, ἢ ὅταν ἡ ὥρα σου πιὰ γέρνεη…

Ἔτσι ἀπὸ σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ!

Κι ὄχι ἀπ’ τὸν νοῦ σου ὁλότελα νὰ βγάλεις

τῆς Τραγῳδίας τὸν Λόγον τὸν λαμπρὸ –

τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,

τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,

τί Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας! – καὶ γιὰ μνήμη σου νὰ βάλῃς

μ ὸ ν ο, ποὺ μὲς στῶν στρατιωτῶν τὲς τάξεις, τὸν σωρό,

πολέμησες καὶ σὺ τὸν Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη!..»

(1920)

 

Πρῶτα οἱ ἱστορικὲς διευκρινήσεις, καθὼς ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ἀδύνατον νὰ φωτισθεῖ  χωρὶς τὴν ἀναφορά τους. Ἃς δημιουργήσουμε λοιπὸν τὸ θεατρικὸ σκηνικὸ ἔτσι ὅπως τὸ προτείνει ὁ Καβάφης καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸ νὰ δώσουμε κάποιες διευκρινήσεις σ ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὸ ποίημα..

Στὰ 400 μ.Χ. τοποθετεῖ τὴν σκηνὴ ὁ Καβάφης, δύσκολο νὰ ποῦμε μὲ σιγουριὰ τὸ γιατί ἐπιλέχθηκε αὐτὴ ἡ χρονολογία. Τὸ πιθανότερο πάντως εἶναι ὅτι ἤθελε νὰ δηλώσει τὴν μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν μάχη τοῦ Μαραθῶνα, πλησιάζει πιὰ ἕνας αἰῶνας ἀπὸ τότε, ὁ χριστιανισμὸς ἔχει ὁριστικὰ ἐπικρατήσει καὶ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἱστορία, μάχες καὶ τὰ τοιαῦτα ἔχει πιὰ θολώσει ἢ ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ τὶς συνειδήσεις – ἰδιαίτερα τῶν νέων ἀνθρώπων..

Οὔτε βέβαια καὶ ἡ Σιδὼν ἐπιλέγεται τυχαία ἀπὸ τὸν Καβάφη, αὐτὴ ἡ πόλη μὲ τοὺς Πτολεμαίους καὶ τοὺς Σελευκίδες γνώρισε ἀκμὴ στὰ γράμματα, (μέχρι καὶ φιλοσοφικὴ σχολὴ ἱδρύθηκε..), παρὰ ταῦτα στὰ 400 μ.Χ. ἡ ἑλληνικὴ παιδεία εἶναι πιὰ ἀπόηχος, ἀφορμὴ γιὰ ἀπαγγελίες καὶ ψευτοφιλοσοφικὲς ἀναλύσεις, σὲ συνάξεις παρόμοιες μὲ αὐτὴν ποὺ περιγράφει ὁ Καβάφης στὸ ποίημα. Ἡ ἑλληνικὴ παιδεία εἶναι πλέον μίμηση, καρικατούρα, ἀφορμὴ γιὰ ἐπίδειξη  – εἶναι πιὰ μιὰ παιδεία καθόλου ἀφομοιωμένη στὴν οὐσία καὶ στὸ βάθος της, ἔχει ἀπομείνει ἡ ἐπιφάνεια, ἡ ἀτάκα, ἡ κούφια παπαγαλία χωρὶς ἐπιπλέον προβληματισμοὺς καὶ ἀνησυχίες..

Αὐτὸ τὸ κλίμα τῆς ἐλαφρότητας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς γνώσης ὁ Καβάφης τὸ ἀναπαριστᾷ λιτά, λακωνικὰ στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ποιήματος. Προσέξτε: «ὁ ἠθοποιὸς ποὺ ἔφεραν γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάση..» – ὄχι γιὰ νὰ παρουσιάσει κάποιο θεατρικό, μὰ νὰ τοὺς διασκεδάσει, νὰ γεμίσει τὴν πλήξη τους καὶ νὰ δώσει μιὰ ἐπίφαση παιδείας, μιὰ ψεύτικη λάμψη δανεισμένη ἀπὸ παλιά. Καὶ γιὰ νὰ μὴν μείνει καμία ἀμφιβολία γιὰ τὸ κλῖμα ποὺ ἐπικρατεῖ, ἔρχεται ἡ τόσο λεπταίσθητη Καβαφικὴ εἰρωνεία ποὺ ἐντελῶς ἀπρόσμενα περιγράφει τὴν αἴθουσα, τὸ σκηνικὸ αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ καὶ τόσο θεατρικοῦ ποιήματος:

 

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στὸν κῆπο ἐπάνω·

κ’ εἶχεν μιὰν ἐλαφρὰ εὐωδία ἀνθέων

ποὺ ἑνώνονταν μὲ τὰ μυρωδικὰ

τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων…

 

Εἰρωνεία βεβαίως, ἀλλὰ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ μιὰ ἕλξη, ἡ γοητεία τῆς παρακμῆς ποὺ τόσο ἐλκύει τὸν Καβάφη..

Διαβάσθηκαν, λέει Μελέαγρος, Κριναγόρας καὶ Ριανός. Ποιητὲς ὅλοι τους τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, μέτριοι κατὰ τὰ ἄλλα, ἀσχολούμενοι κυρίως μὲ ποίηση ἐρωτικὴ καὶ ἡδονιστικὴ καὶ πρὸς τοῦτο ἡ ἐπιλογή τους ἀπὸ τὸν Καβάφη – ἀντίστιξη δηλαδὴ μὲ τὸ πνευματικὸ βάρος τοῦ Αἰσχύλου.

Κλειδὶ στὴν κατανόηση τοῦ «Νέοι της Σιδῶνος», εἶναι βέβαια το ἐπιτύμβιο ποὺ διαβάζει ὁ ἠθοποιὸς – ἀποδίδεται στὸν ἴδιο τὸν Αἰσχύλο (ὅτι τὸ ἔγραψε ὁ ἴδιος γιὰ τὸ μνῆμα του), ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἐκδοχὴ ἀμφισβητεῖται ἀπὸ πολλούς. Γιὰ νὰ δοῦμε τί ἀκριβῶς ἔγραφε αὐτὸ τὸ ἐπιτύμβιο καὶ γιατί προκάλεσε τόση ἀγανάκτηση στὸ ζωηρὸ παιδὶ ποὺ διαμαρτύρεται πιὸ κάτω. Τὸ παραθέτω σὲ ἀρχαιοελληνικὴ καὶ μετὰ ἐλεύθερα ἑρμηνευμένο..

 

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει

μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλᾳς·

ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι

καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

 

Αὐτὸ τὸ μνῆμα σκεπάζει τὸν Αἰσχύλο, γιὸ τοῦ Εὐφορίωνα

ποὺ πέθανε στὴν σιτοφόρο Γέλα (τῆς Σικελίας)

γιὰ τὴν πολυθρύλητη ἀνδρεία του ἀς μιλήσει τὸ δάσος τοῦ Μαραθῶνα

καὶ ὁ ἀκούρευτος Πέρσης ποὺ τὴν γνώρισε γιὰ τὰ καλὰ (τήν ἀνδρεία στὴν μάχη)

(μπορεῖ ἐκεῖνο τὸ ἀκούρευτος νὰ μὴν εἶναι καὶ τόσο εὔηχο, ἀλλὰ κάπου συνάντησα αὐτὴν τὴν ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ «βαθυχαιτήεις» καὶ μοῦ φάνηκε ἐκτὸς ἀπὸ χαριτωμένη καὶ πετυχημένη νοηματικά..)

 

Εἶναι κάτι ποὺ σᾶς φαίνεται περίεργο σ αὐτὸ τὸ ἐπιτύμβιο; Ώ, βέβαια, ὑπάρχει κάτι τὸ πολὺ περίεργο καὶ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω, ἀλλὰ ἃς κάνουμε μία μικρὴ ἀνακεφαλαίωση πρὶν ἀπὸ αὐτό..

Τὸ σκηνικὸ εἶναι λοιπὸν ἕτοιμο, ἡ ἱστορία ξετυλίγεται. Οἱ νέοι της Σιδῶνος εἶναι νωχελικὰ ἁπλωμένοι καὶ διασκορπισμένοι στὴν αἴθουσα, ὁ ἠθοποιὸς διαβάζει διάφορα ἐπιγράμματα, ὥσπου ἀποφασίζει νὰ διαβάσει καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι γραμμένο ἐπάνω στὸν τάφο τοῦ Αἰσχύλου…

Καὶ τότε ἄξαφνα, «..πετάχθηκεν εὐθὺς ἕνα παιδὶ ζωηρό, φανατικὸ γιὰ γράμματα, καὶ φώναξε: -Ἃ δὲν μ’ ἀρέσει τὸ τετράστιχον αὐτό!..» – μὰ, πρὸς τί τὸ μῖσος καὶ ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀλησμόνητος Τσαγανέας; Τί προκάλεσε τὴν ὀργὴ μιᾶς φωνῆς ποὺ φαίνεται νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸ πουθενά; (ἡ σκηνοθεσία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ εἰκάσουμε ὅτι δὲν ἀνῆκε στὴν παρέα τῶν πέντε νέων στὴν αἴθουσα..).

Μὰ, γιὰ διαβάστε πάλι τὸ ἐπιτύμβιο τοῦ Αἰσχύλου. Ἀναφορὰ στὴν μάχη τοῦ Μαραθῶνα, στὴν ἀνδρεία του, (τονισμένο μάλιστα ἐκεῖνο τὸ ἀλκὴν ἀπὸ τὸν ἀπαγγέλοντα..), στὴν προσφορά του στὴν πόλη, στὸν τρόμο ποὺ προκάλεσε στοὺς εἰσβολεῖς Πέρσες. Τίποτε ἄλλο! Μήτε λέξη γιὰ τὸ πνευματικὸ ἔργο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους τραγικούς της ἀρχαιότητας, οὔτε κουβέντα γιὰ τὸν Ἀγαμέμνονα, τὸν Προμηθέα, τοὺς ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, κυριολεκτικὰ ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή! Τί προσβολὴ στὸ πνεῦμα! Τί ἀσέβεια στὸν Λόγο! Νὰ μνημονεύονται μάχες, πτώματα καὶ αἷμα, ἀντὶ γιὰ τὴν μεγάλη προσφορὰ τοῦ Αἰσχύλου στὰ γράμματα!..

Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι…

 

Ἰδοὺ ὁ λόγος ποὺ ἀγανακτεῖ ὁ νεαρὸς καὶ μὲ περισσὴ θρασύτητα ἀπευθύνεται ἀναιδῶς στὸν ἴδιο τὸν Αἰσχύλο γιὰ νὰ τὸν ἐπιτιμήσει, νὰ τὸν μαλώσει ποὺ μήτε καν ἀναφέρει τὸ ἔργο του, παρὰ μοναχὰ «..γιὰ μνήμη σου νὰ βάλῃς μ ό ν ο, ποὺ μὲς στῶν στρατιωτῶν τὲς τάξεις, τὸν σωρό, πολέμησες καὶ σὺ τὸν Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη!..». Τὸ «μόνο» ἀραιωμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη, σὰν νὰ λέει τὸ παιδάριον τοῦτο: «Ἐντάξει, ἂν θὲς νὰ ἀναφέρεις τὰ κατορθώματά σου στὴν μάχη, πάει καλά.. ἀλλὰ στὸ θεό σου, μόνον αὐτά; Ἃς ἔγραφες τουλάχιστον ἀπὸ κάτω μὲ τὴν ἴδια βαρύτητα καὶ γιὰ τὸ ἄλλο σου τὸ ἔργο τὸ διαχρονικό, τὸ μοναδικό..» (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν μάχη, ὁπού ἁπλὰ συναθροίστηκες μαζὶ μὲ τὸν σωρὸ ἐκείνων ποὺ πολέμησαν τὸν Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη!..).

Ὡραία, τώρα ἔχουμε μπροστὰ μας ἁπλωμένο ὅλη τὴν σκηνὴ καὶ κάπως ἔχουμε κατανοήσει τὴν ὑποκείμενη ἱστορία. Κατὰ τὴν γνώμη μου πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ μελετημένα, τὰ πιὸ ἄρτια Καβαφικά, ὄχι μόνο βεβαίως γιὰ τὴν σκηνοθεσία του, ἀλλὰ πρωτίστως γιατί φέρνει μπροστὰ στὸν ἀναγνώστη, ἔξοχα ζυγιασμένες, δύο διαφορετικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὴν σχέση τοῦ προσώπου μὲ τὸ σύνολο. Προσέξτε, ὅταν γράφω ζυγιασμένες δὲν εἶναι σχῆμα λόγου κενὸ περιεχομένου, ἡ ἰσορροπία εἶναι ἐξαιρετικὴ σὲ τούτη τὴν διαφωνία, ὁ Καβάφης μὲ περισσὴ τέχνη δὲν παίρνει θέση, δὲν διατυπώνει ἄποψη, ἀφήνει ἐντελῶς μετέωρη τὴν πλάστιγγα προκειμένου ὁ ἀναγνώστης προβληματισμένος νὰ ἀναζητήσει τὴν δική του θέση..

Προτοῦ βιαστεῖτε νὰ πάρετε θέση ὑπὲρ τῆς Αἰσχύλειας στάσης, (ἀναφορὰ δήλ, μόνο στὰ τῆς προσφορᾶς στὴν πόλη) ἢ ὑπὲρ τοῦ θρασυτάτου νέου, (ὁ Καβάφης ὑπερτονίζει τὴν ἀφέλεια καὶ τὴν ἀναίδειά του, θὰ δοῦμε γιατί..), θὰ πρέπει νὰ συλλογιστεῖτε ἐπάνω στὰ γιατί καὶ πῶς ποὺ ὁδηγοῦν καὶ τὶς δύο πλευρές.

Σὲ μιὰ πρώτη ματιὰ καὶ σκέψη, μᾶλλον θὰ δώσουμε ἕνα δίκαιο στὸ παιδὶ τὸ ζωηρό. Ποιὸς θυμᾶται σήμερα ἂν ὁ Αἰσχύλος πολέμησε ἢ ὄχι στὴν μάχη τοῦ Μαραθῶνα, ἕνας ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς γενναίους, συναθροιζόμενος; Ἀντίθετα, ὅλη ἡ σκεπτόμενη ἀνθρωπότητα διαβάζει καὶ ξαναδιαβάζει τὰ ἔργα του, οἱ τραγῳδίες του ἀνεβαίνουν ξανὰ καὶ ξανὰ σὲ ἄπειρες ἐκδοχές, ἡ θέση του στὸ παγκόσμιο πνεῦμα ἀναμφισβήτητη…

Ὅμως!.. γιὰ ἕνα λεπτό, θὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ὁ Αἰσχύλος ἀποφασίζει νὰ προκρίνει τὰ πολεμικά του κατορθώματα καὶ νὰ ὑποτιμήσει τὰ ἄλλα τὰ πνευματικά. Γιὰ σκεφθεῖτε, προσπαθῆστε νὰ συναισθανθεῖτε.. εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς, ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ νὰ εἶναι κανεὶς μέλος τῆς δημοκρατίας τῶν Ἀθηνῶν ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη τιμή, ἡ πόλη ὁρίζει τὸ πρόσωπο, τὶς ἀξίες καὶ τὰ ἰδανικά του, διαμορφώνει συνειδήσεις, ἡ συμμετοχὴ καὶ προσφορὰ στὰ κοινὰ θεωρεῖται αὐτονόητη, ἡ κοινὴ προσπάθεια ὑπερβαίνει πάντοτε ἀτομικὲς ἐπιδιώξεις καὶ συμφέροντα..

Τί δηλώνει λοιπὸν ἡ ἀγανάκτηση τοῦ νέου της Σιδῶνος, ἀκόμη καὶ ἐὰν λογικὰ στέκει; Πολὺ ἁπλὰ ὅτι ἡ Ἱστορία ὡς συλλογικὴ συνείδηση ἔχει πλέον ἐξαφανιστεῖ, ὁ συνεκτικὸς ἱστὸς τῆς πόλης, (τῆς κάθε πόλης), ἔχει κατακερματισθεῖ, ὁ νεαρὸς εἶναι φυσικὸ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ καταλάβει στὸ ἐλάχιστο τὴν σημασία τῆς συμμετοχῆς τοῦ Αἰσχύλου στὴν μάχη, γὶ αὐτὸν ἡ Ἱστορία εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἀπὸ χρονολογίες, συνθῆκες εἰρήνης καὶ μπερδεμένα ὀνόματα (μήπως τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση ἕως καὶ σήμερα;..).

Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ζυγαριά, ἰδοὺ ὁ εὐφυὴς τρόπος ποὺ ἐπιλέγει ὁ Καβάφης νὰ μᾶς βάλει νὰ σκεφθοῦμε: στὴν ἴδια στροφή, ἀπὸ τὴν μία μεριὰ οἱ τραγῳδίες τοῦ Αἰσχύλου, (τὶς ἀπαριθμεῖ ἐνδεικτικὰ) καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ πόλη καὶ ἡ κοινὴ περὶ πόλης συνείδηση ὡς ὕψιστο ἀγαθό, ἀπὸ μόνο του ἀρκετὸ γιὰ νὰ δώσει ἀθανασία, δόξα καὶ σεβασμό. Θὰ πεῖ κάποιος: ε!, καλά, γιατί δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρχουν καὶ οἱ δύο ἀπόψεις; Βεβαίως, εἶναι μία ἄποψη, μόνο ποὺ εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολότερο ἀπὸ ὅσο μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ κανείς. Μήπως τελικὰ ἡ ἀντιστροφὴ τῆς σχέσης (τὸ ἐγὼ ὑπεράνω της πόλης, τῆς κοινότητας..) ἐδῶ καὶ αἰῶνες πιά, ὡς κατάσταση ἀπὸ μόνη της ὑπονομεύει καὶ τὴν πνευματικὴ δημιουργία; Πόσα καὶ πόσα σοβαρὰ ἐρωτήματα δὲν ξετυλίγονται ὅταν ἀρχίζει κανεὶς νὰ βυθίζεται στὸν Καβαφικὸ στίχο..

Δεκάδες ἀναλυτές του Καβάφη προσπάθησαν νὰ ἀνιχνεύσουν τὴν θέση τοῦ ποιητῆ μέσα στὸ ποίημα, γράφτηκαν ἀπὸ ἀνόητες ὑπερβολὲς μέχρι καὶ σοβαρὲς ἀναλύσεις, ὅμως ἀκόμη καὶ ἀνάποδα ἂν διαβάσετε τὸ ποίημα, ἀκόμη καὶ ἂν διυλίσετε τὸν κάθε του στίχο, δὲν θὰ βρεῖτε τὴν τραμπάλα νὰ γέρνει πρὸς τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη μεριά. Δύο διαφορετικὲς κοσμοαντιλήψεις ξετυλίγονται μπροστὰ σας ἰσοβαρῶς, τὰ ὑπόλοιπα εἶναι δουλειὰ τοῦ στοχασμοῦ σας..

Ἀρκετὰ χρόνια μετὰ ὁ Μανόλης Ἀναγνωστάκης θὰ γράψει ἕνα ποίημα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο. Δὲν φθάνει τὴν μαστοριὰ καὶ τὴν τεχνική του Ἀλεξανδρινοῦ, ὅμως εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα. Δεῖτε πὼς ὁ Ἀναγνωστάκης δεκαετίες μετά, λέει ἀκριβῶς τὸ ἴδιο πρᾶγμα καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν εἰρωνεία του (κάτι σχετικὰ σπάνιο γι αὐτόν..) μπορεῖς νὰ καταλάβεις πὼς μέμφεται τοὺς ἐπαναστάτες στὰ λόγια, ἐκείνους ποὺ τὸ νομίζουν ἀρκετὸ νὰ φέρονται σὰν ἐπαναστάτες, ἀλλὰ στὴν πράξη οὐδὲν –ἀκριβῶς γιατί καὶ ἐδῶ ἡ συναίσθηση τῆς Ἱστορίας εἶναι (πιὰ) ἀποῦσα..

 

Νέοι της Σιδῶνος, 1970

Κανονικὰ δὲν πρέπει νάχουμε παράπονο

καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,

κορίτσια δροσερὰ- ἀρτιμελῆ ἀγόρια

γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.

Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας

τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,

γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ  ἄλλην Ἤπειρο

γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ’  ἄλλα χρόνια,

γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,

γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.

Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ

στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας

δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικὸ- κατόπιν τούτου

νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω

δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,

καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.

(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)

(1970)

 

Τὸ Καβαφικὸ ὕφος καὶ ὁ τίτλος δὲν εἶναι φυσικὰ τυχαία, τὴν ἴδια ἀνατομία μὲ τὸν Καβάφη ἐπιχειρεῖ καὶ ὁ Ἀναγνωστάκης –μέλος μίας γενιᾶς, (ἴσως καὶ τῆς τελευταίας), ποὺ κουβαλοῦσε ἀκόμη τὴν ἀντίληψη τῆς συμμετοχῆς στὴν ἱστορία καὶ δὶ’ αὐτῆς (βιωματικὰ δηλαδὴ πρωτίστως) παρήγαγε ἀξιόλογο πνευματικὸ ἔργο..

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend