Μικρό ἀφιέρωμα στὸν ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη

 

GREEK POET(Πέρασαν κιόλας τρία γεμάτα χρόνια ἀπὸ τὴν δημοσίευση αὐτῆς τῆς κριτικῆς παρουσίασης στὸ παλαιό ἱστολόγιο. Σήμερα, στὸ πλαίσιο τῆς «μετακόμισης» σὲ νέο δικτυακό χώρο, ἀναδημοσιεύουμε τὸ κείμενο – ὁπωσδήποτε με μικρές διορθώσεις και λίγες προσθήκες ποιημάτων καὶ σχολίων πρὸς τὸ τέλος τοῦ κειμένου. Ἐπιπλέον ἔχουν γίνει κάποιες περικοπές ἀπὸ τὸ ἀρχικό κείμενο, προκειμένου νὰ αποφύγουμε επαναλήψεις και ἐπικαλύψεις ἀπὸ ἄλλα ἄρθρα)

(Να σημειώσουμε επίσης ότι πρόσφατα κυκλοφόρησε η τελευταία συλλογή τού Ντέμη Κωνσταντινίδη με τίτλο «Σε κλειστά βιβλία», σε μία καλαίσθητη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο «24γράμματα».)

Ἡ ποίηση εἶναι σὰν τὸ νερὸ – ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ βρεῖ μιὰ χαραμάδα νὰ κυλήσει, ἕναν τρόπο νὰ φτάσει δίπλα σε αὐτιὰ ποὺ εἶναι πρόθυμα νὰ ἀκούσουν. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ οἱ «ἐκδότες» ἔγιναν τυπογράφοι τρίτης κατηγορίας, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸ κοινό τοῦ στίχου περιορίστηκε ἀκόμη περισσότερο, ἡ ποίηση ξεκίνησε νὰ κινεῖται μὲ τρόπο ἄναρχο, παλιὸ καὶ λησμονημένο. Ἕνα ἄρθρο ἐδῶ, μία στροφὴ σὲ ἕνα blog, δέκα ἄνθρωποι μαζεμένοι σὲ ἕνα καφὲ ποὺ σχολιάζουν μιὰ συλλογὴ ἀδημοσίευτη, μοιρασμένη χέρι τὸ χέρι σὲ παρέες καὶ φίλους, ἕνας ποιητὴς ποὺ χαρίζει χειρόγραφα ὅπου βρεῖ – στὸ δρόμο, στὰ βιβλιοπωλεῖα, στοὺς καφενέδες, ὅπου κρίνει πὼς τὰ κείμενά του μποροῦν νὰ διαβαστοῦν, νὰ ἀξιολογηθοῦν καὶ τελικὰ νὰ ἀφομοιωθοῦν ἀπὸ συνειδήσεις ἀνήσυχες ποὺ ἀναζητοῦν τὸ διαφορετικὸ καὶ τὶς ξεχωριστὲς ποιότητες στὴ λογοτεχνία.

Ἀπὸ τὴν μέρα ποὺ ξεκίνησε νὰ λειτουργεῖ αὐτὴ ἡ ἰστοσελίδα τὸ ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο της δὲν σταμάτησε νὰ δέχεται ποιητικὲς συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα, ἀκόμη καὶ δοκίμια γιὰ τὴν λογοτεχνία. Λυποῦμαι νὰ πῶ πὼς οἱ περισσότερες απόπειρες, εἶναι ἀκόμη ἄτεχνες ἢ διαβρωμένες ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα γιὰ τὴν ἀξία τῶν κειμένων. Τὰ περισσότερα, πληκτικὲς ἐρωτικὲς ἱστορίες κτισμένες πάνω στὸ τίποτα τῶν ἄρλεκιν, κάποια ἄλλα αὐτοβιογραφικά, μὰ χωρὶς κανένα σημάδι ἀνατροπῆς ἢ διαφορετικῆς ματιᾶς, ποιήματα συμβατικὰ μὲ τόσο ἠθικοπλαστικὲς ἢ πατριωτικὲς ἀναφορὲς, ποὺ εἶναι σὰν νὰ διαβάζεις ἀνακοίνωση τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπιτελείου ἢ νὰ ἀκοῦς πάστορα νὰ ἀναλύει τὸ ἰδανικό της ἀγάπης. Κλισέ, κλισέ, κλισέ, λὲς καὶ ἡ γραφὴ εἶναι ἀγγαρεία, σὰν τὸ κείμενο νὰ εἶναι ἕνα προχειροφτιαγμένο εἰσιτήριο γιὰ τὸν λαμπερὸ κόσμο τῶν ἐκδοτῶν τοῦ τίποτα καὶ τῆς ἁρπαχτῆς. Ὅμως πρέπει νὰ εἶμαι δίκαιος – ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι τόσο τῶν συγγραφέων παρόμοιων κειμένων, ὅσο μιᾶς παιδείας (καὶ Παιδείας..) ποὺ προωθεῖ χρόνια τώρα μιὰ ἐλεεινὴ «λογοτεχνικὴ» ποιότητα καὶ ἔχει κατορθώσει νὰ πείσει γιὰ τὴν ἀξία της. Εἶναι εὐτύχημα πὼς ὅταν ἀλληλογραφῶ μὲ ἀνθρώπους νέους ποὺ κάμουν τὰ πρῶτα τους βήματα στὴ γραφή, οἱ περισσότεροι δείχνουν νὰ ἀντιλαμβάνονται ἀκόμη καὶ τὴν ἔντονα ἀρνητικὴ κριτική, τὶς ἀδυναμίες τους, τὴν εὐκολία στὴν ὁποία καταφεύγουν. Ὅμως ἀς μὴν ξεφύγουμε σὲ μία συζήτηση γιὰ τὰ κριτήρια τῆς λογοτεχνίας, γιὰ ὅποιον ενδιαφέρεται νὰ ἀσχοληθεῖ περισσότερο ὑπάρχει ἡ «χίμαιρα«, ὑπάρχουν καὶ τὰ υπόλοιπα ἄρθρα μας πού άσχολοῦνται μὲ παρόμοια ζητήματα.

Τὸν Ντέμη Κωνσταντινίδη τὸν πρωτογνώρισα ποιητικὰ ὅταν ὁ  Ἀπόστολος Παρσαλῆς προχώρησε στὴν παρουσίασή του μέσα ἀπὸ μία μικρὴ συνέντευξη (μπορεῖτε νὰ τὴ βρεῖτε ἐδῶ). Ὁ Κωνσταντινίδης ἔχει ἐκδώσει ἤδη πέντε ποιητικὲς συλλογές, (Διαθέσεις τὸ 2009, Ἰχθύων λόγος τὸ 2011, Κι ὅμως, γελοῦν καλύτερα οἱ τζίτζικες τὸ 2013, ὅλα ἀπὸ τὸ university studio press, Ευλύγιστες μελαγχολίες από το Vakxikon.gr τὸ 2014 καὶ Εφημερόπτερα τὸ 2015 από τις εκδόσεις 24grammata.com σε ἡλεκτρονική μορφή για ελεύθερο κατέβασμα από τὸ διαδίκτυο), ἔχει βραβευθεῖ ἀπὸ τὸ σύλλογο φίλων του Βαφοπούλειου πνευματικοῦ κέντρου στὴ Θεσσαλονίκη, διατηρεῖ προσωπικὸ ἰστολόγιο, (ἐπίσης μπορεῖτε νὰ τὸ δεῖτε ἐδῶ). Τὸ πρῶτο πού μου κίνησε τὴν περιέργεια ἦταν ὁ τίτλος ἑνὸς βιβλίου του… «Κι ὅμως, γελοῦν καλύτερα οἱ τζίτζικες» – ἐπὶ τέλους σκέφτομαι, νὰ μιὰ ἀνατροπὴ τοῦ μύθου, νὰ μιὰ ἀλλαγὴ τῶν κανόνων, ἰδοὺ μιὰ πρώτη ἀναφορὰ γιὰ μιὰ κοινωνία ποὺ σὲ ἀντίθεση μὲ ὅσα πιστεύουν οἱ περισσότεροι ἐπιβραβεύει τὰ πνευματικὰ φλούδια καὶ ἀφήνει τοὺς χυμοὺς νὰ περνοῦν ἀπαρατήρητοι. Ὁ τίτλος ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἕνα πρῶτο τετράστιχο ποὺ προηγεῖται τῆς συλλογῆς, ἢ καλύτερα, ὁδηγεῖ σ’ αὐτήν…

 

Κι ὅμως, γελοῦν καλύτερα οἱ τζίτζικες

Ὅσο ὁ χειμῶνας πλησιάζει…

                                        Κι ὅμως, βαστοῦν καλύτερα οἱ τζίτζικες

                                            Τὸ νόημα τῆς αὐγῆς, ὅταν βραδιάζει…

(σ.σ: Ὁ Κωνσταντινίδης γράφει στὸ μονοτονικό, ὁ πολυτονισμός προκύπτει ἀπό τὸν δικό μας κειμενογράφο ποὺ αὐθαιρετεῖ. Ἐπίσης ὁ ποιητής προτιμᾶ τὴν Γαλλική ποιητική παράδοση, μὲ το πρῶτο γράμμα κάθε στίχου κεφαλαῖο, βλ. παρακάτω)

 

Πρὶν προχωρήσουμε στὴν οὐσία κάποια γενικά. Ἀπὸ τὴν πρώτη ἀνάγνωση τῆς συλλογῆς εἶναι φανερὸ πὼς τρία βασικὰ στοιχεῖα διαπερνοῦν τὴν ποιητική τοῦ Κωνσταντινίδη. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ πόλη του, ἡ Θεσσαλονίκη, ὄχι ἐκείνη ἡ περιλάλητη τοῦ χθές, μὰ ἡ σημερινή, ἡ μετέωρη ἀνάμεσα στὴν ποιότητα καὶ στὸν εὐτελισμὸ τῆς παρακμῆς. Τὸ δεύτερο στοιχεῖο εἶναι οἱ ἐπιρροὲς – μεσοπόλεμος καὶ Καρυωτάκης διαπερνοῦν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς στίχους, θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Καὶ τὸ τρίτο, εἶναι ἡ δεσπόζουσα θέση τῆς συγκυρίας, τῆς πολιτικῆς ποὺ ξεκινᾷ ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὸν ἐμφύλιο καὶ ἀποκρυσταλλώνεται στὸ σήμερα τῆς κρίσης. Τὰ δύο πρῶτα τὰ θεωρῶ πλεονεκτήματα, τὸ τρίτο πιστεύω πὼς ἀποδυναμώνει τὸν στίχο, τὸν «συστηματοποιεῖ». Ἃς δοῦμε ὅμως τὴν οὐσία…

Ὁ Κωνσταντινίδης, ὅπως καὶ κάθε γνήσιος γραφιάς, ἔχει μόνιμη τὴν ἀμφιβολία γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ κειμένου του. Δὲν ὑπάρχει ποιητὴς μὲ κάποιες ποιότητες ἀπὸ πολὺ παλιὰ, ποὺ νὰ μὴν ἔχει συμπεριλάβει στὶς συλλογὲς του ποιήματα τῆς ἀμφιβολίας, ἐρωτηματικὰ γιὰ τὴν ἀξία τῶν στίχων του, μιὰ μελαγχολία γιὰ τὸ μάταιο τῆς προσπάθειάς του. Γιὰ παράδειγμα…

 

Καλέμι (ἢ καλὲ μή…)

Ἡ ὡριμότητα τοῦ στίχου

Ἀκέρια στέκει ἢ στὸ περίπου;

Κατακτημένη πέρα ὡς πέρα

Μπασμένη ἢ μωρὰ παρθένα;

Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μᾶς τρώει

Μᾶς σιγοκαίει ξεροὺς στὴ χλόη

Φωλιάζει ἐντὸς μιὰ ἀμφιβολία

 

Τεχνούργημα ἢ φλυαρία;

 

Δεῖτε τώρα τὸ ποίημα «Σταθερά», κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη ἡ πρώτη στροφὴ θὰ μποροῦσε καὶ νὰ ἀπουσιάζει, καθὼς τὸ στακάτο τοῦ τελευταίου δίστιχου τὰ λέει ὅλα μὲ πολὺ καλὴ συμπύκνωση…

 

Αὐτὸ ποὺ εἶμαι ἐγὼ

Ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις

Ἐγὼ εἶμαι σύννεφο

Καὶ ἐραστὴς τῆς σελήνης

 

Ἐκεῖ ποὺ εἶμαι ἐγὼ

Ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ ἔρθεις.

Ἐκεῖ τελειώνει ἡ θάλασσα

Κι ἀρχίζει ὁ καθρέφτης

 

Ἀφιερωμένο στοὺς πολλοὺς ποὺ ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ διαβοῦν μιὰ θάλασσα (τῆς συνείδησής τους), φοβούμενοι τὸ εἴδωλο ποὺ θ’ ἀντικρύσουν…

Ὁ Κωνσταντινίδης δὲν ἀρνεῖται τὴν πολιτική, μὰ ὡς ποιητὴς ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀξία τῆς μονάδας, τῆς συνείδησης, τοῦ ὑποκειμένου. Κάπου μπορεῖ νὰ ὑποβόσκει καὶ κάποια ἀπογοήτευση ἀπὸ τὶς ἔννοιες τῆς μαζικότητας καὶ μιᾶς κατευθυνόμενης συλλογικότητας. Δεῖτε το…

 

Κατὰ μόνας

Ἀθέατος ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ κόσμου

Ἐπιχειρῶ τὴν ἐπανάσταση ἐντός μου

(Χωρὶς ὁδοφράγματα

Γκρεμίζω ἀνταλλάγματα)

Κι ὁ πρῶτος ἐχθρός μου

Ἐγώ, μοναχός μου

 

Θὰ μποροῦσε βέβαια κάποιος νὰ δώσει καὶ ἑρμηνεία ἀντίθετη, μὰ εἶναι ἀπὸ τὰ ποιήματα ἐκεῖνα ποὺ δέχονται πολλαπλὲς ἀναγνώσεις, ἴσως καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πρώτη ποιητικὴ πρόθεση…

Νὰ καὶ ἕνα ἄτιτλο ἀπὸ τὴ συλλογὴ «εὐλύγιστες μελαγχολίες», ἕνα ἄρωμα Καββαδία ἔρχεται θολὸ ἀπὸ μακριά, μὰ εἶναι ὡραῖο ποίημα, ἀπὸ τὰ πιὸ τεχνικά του, μὲ συμβολισμὸ προφανή…

 

Ἀκρόπρῳρο δαρμένο ἀπ’ τὸν ἀφρὸ

Σκάλισμα εἶναι τὸ μποῦστο μαγεμένο

Ξέμπαρκος σὲ λιμάνι μακρινὸ

Ἀπόμεινα γιὰ νὰ σὲ περιμένω

 

Ἔρημους γλάρους κάνω συντροφιὰ

Καπνὸς ἀπ’ τὸ τσιμπούκι μου τολύπες

Μιλῶ σὲ δύο γέρικα γατιὰ

Κι αὐτὰ γροικοῦνε μου τὶς λῦπες

 

Ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή, γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη – ὅσοι περπατοῦν τὴν πόλη μακριὰ ἀπὸ τὴν Τσιμισκή, θὰ ἀναγνωρίσουν τὴ μυρωδιὰ τῆς μούχλας, τὴν αἴσθηση τῆς ἀκινησίας, μιὰ εἰκόνα ἀπὸ δεκαετία τοῦ ’50 χρωματισμένη μὲ ἀδέξιες πινελιὲς ἐκσυγχρονισμοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, κατάθλιψη ἀπὸ μιὰ ἀκινησία ποὺ ἔχει περάσει ὕπουλα στὴν καθημερινότητα, στὶς συνειδήσεις, στὶς πράξεις. Ἡ μέρα τῆς μαρμότας…

 

Ἀνταλλακτήρια χρυσοῦ κατὰ μῆκος τῆς Ἐγνατίας

Ἡ ροὴ τῶν αὐτοκινήτων μὲ τὸ σταγονόμετρο

Σὲ κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, ἄδειες βιτρίνες, ἐνοικιαστήρια

Μέρος τῆς ἀσφάλτου, σ ἀδιάκοπα μονὰ ζυγὰ

Ἐναλλασσόμενα στοὺς χρόνους, χωρὶς ὑπόμνηση ὀνόματος

Γλιστρῶ ἀνάμεσα στὶς χαραμάδες.

Εἶμαι ἡ αἰώνια σκόνη τῶν καταθλιπτικῶν κτιρίων.

 

Τὸ ἑπόμενο τὸ πιστεύω ἀπὸ τὰ πιὸ ὥριμά της τελευταίας συλλογῆς, ἀπὸ τὰ πιὸ δύσκολα, ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἀπαιτοῦν ἀνάγνωση προσεκτική…

Σ αὐτὸν τὸν ἔρημο παιδότοπο

Παίζαν συχνὰ εὐλύγιστες μελαγχολίες

 

Καὶ ἡδονὲς μακριὰ γαϊδούρα

Παίζαν κρυφτὸ ἔφηβα πρέπει μὲ τὰ θέλω

Οἱ προσδοκίες μὲ τὶς παχιὲς ἀναβολὲς κάναν τραμπάλα

Κατρακυλώντας σ’ ἀνοιχτή τσουλήθρα τοῦ ἀνεκπλήρωτου.

Ξεχάστηκα ἐκεῖ μικρὸ παιδὶ καὶ βρέθηκα μὲ μιᾶς

Σχεδὸν σαράντα…

 

Ὅταν ὁ Κωνσταντινίδης καταφεύγει στὸν ἐλεύθερο στίχο, εἶναι φανερὸ πὼς γίνεται πιὸ ἐσώτερος, πιὸ χαμηλότονος καὶ τολμῶ νὰ πῶ πολλὲς φορὲς πιὸ ὥριμος ποιητικά…

 

Ὅταν περνάω δίπλα ἀπὸ μαγαζιὰ καὶ καφενεῖα

Ἐπιβραδύνω πάντοτε τὸ βῆμα γιὰ ν ἀκούω

Νὰ κλέβω σκόρπιες φράσεις στὸν ἀέρα

Νὰ μπαίνω λίγο στὶς ζωὲς τῶν ἄλλων

Γιὰ νὰ μετρῶ καλύτερα καὶ τὴ δικιά μου

 

Λίγο μὲ χάνει τότε ἡ σκιά μου…

Λίγο, κερδίζεται ἡ μέρα.

Πολλοὶ ποιητὲς ἀγαποῦν νὰ ξεκινοῦν ἕνα ἰδιότυπο ποιητικὸ διάλογο μὲ κείνους ποὺ τοὺς ἐπηρέασαν στὴ γραφή, νὰ ἕνα «Καρυωτακικὸ» ποὺ πατᾷ πάνω στὸ «Μικρὴ ἀσυμφωνία εἰς Ἃ Μεῖζον»…

 

Εἰς Ἄμ.

Ἅ! κύριε, κύριε Ἀμανατίδη

Ποιὸς ἄραγε εἶναι τὸ στολίδι;

Παντοῦ ἐσεῖς πρωτοπορίες

Κι ἐμένα, μήτε σ’ ἀγγελίες!

Ξέρω! Οἱ κύκλοι, οἱ γνωριμίες

(Νά, μήπως φταὶν οἱ συναστρίες…)

 

Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἀλαλάζω

 

Ξέρω, τὸν κόσμο δὲν ἀλλάζω!

Πλάστιγγα, ἐξάλλου, ποῦ νὰ βροῦμε

Καὶ ζύγια ἐμεῖς νὰ μετρηθοῦμε;

Ἀ! κύριε, κύριε Ἀμανατίδη

Ποιὸς θὰ ἀντέξει τὸ ταξίδι;

 

Νὰ καὶ ἕνα «κυτταρικό», ἐμένα πάλι μου ἔφερε στὴ μνήμη τὸ τελευταῖο ἀναψυκτικὸ ποὺ ἤπιε ὁ Καρυωτάκης σὲ καφενεδάκι τῆς Πρέβεζας, λίγο πρὶν πατήσει τὴ σκανδάλη…

 

Πράξη καὶ ἀπραξία

Ὁ τελευταῖος καφὲς

Πέντε δραχμές…

Κι ἕνα τσιγάρο χῦμα.

Στὸν ἐλαιῶνα

Εἰς τὸν αἰῶνα…

Μόνος μὲ τὸ κῦμα.

 

Καὶ ἕνα νόστιμο, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀνατροπή του, μὰ καὶ γιὰ τὸν ἐμφανῆ συμβολισμὸ του χωρὶς μεγαλοστομίες…

 

Κατὰ παραγγελία

 Δυὸ μέρες πρὶν

Μοῦ ζήτησε ἕνας φίλος

Νὰ τοῦ γράψω.

«Γιατί τὸ θές;» ρωτῶ

«Γιὰ ἐκείνη…» μοῦ ἀπαντάει.

«καὶ πῶς τὴ λέν;» ἀκολουθῶ.

«Δανάη, κι ὅταν τὴ σκέφτομαι ὅλο κλαίω.»

 

«θὰ σοῦ στοιχίσει κάτι παραπάνω!» λέω

 

Καὶ ἕνα ἀκόμη, ἐπίγραμμα σχεδόν…

Δια-πιστωτικὸ

Δυὸ ἐπαγγέλματα δὲν θὰ ξεμείνουν ποτέ:

Οἱ σαράφηδες καὶ οἱ πουτάνες!

 

Γιατί πραμάτεια τους ἔχουν τὸν χρόνο…

 

Ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο πεζὸ ποὺ παρατίθεται στὸ τέλος τῆς τελευταίας συλλογῆς, κάτι σὰν μικρὸ δῶρο στοὺς ἀναγνῶστες, σὲ ὕφος διαφορετικό…

 

«…ἡ πόλη εἶχε πιὰ ἀδειάσει –δυὸ τρεῖς μπαινόβγαιναν στὴν πολυκατοικία. Ἀπέναντι κάποια τὸ εὐχαριστιόταν… Στὸν τέταρτο ὁ γέρος πέθανε. Τὸ ἀπόγευμα ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸ γήπεδο πνιχτὰ κορναρίσματα καὶ ἰαχές. Ἡ φτερωτή του κλιματιστικοῦ ρετάριζε ἀπεγνωσμένα. Εἶχε κατσικωθεῖ γιὰ τὰ καλά το καλοκαῖρι».

 

 

Σὰν παρουσιάζω ἕναν ποιητή, συνηθίζω πολλὲς φορὲς νὰ πηγαίνω ἀνάποδα, νὰ ξεκινῶ δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πρόσφατα ἔργα του καὶ νὰ πισωγυρίζω στὸ χρόνο. Οἱ περισσότεροι πιστεύουν πὼς τὸ ποιητικὸ ἔργο ἔχει μιὰ ἐξέλιξη γραμμική, πὼς ὁ ποιητὴς ὡριμάζει σὲ αὐτόματη ἐξέλιξη, μὰ πολλὲς φορὲς αὐτὸ εἶναι μία πλάνη καὶ ἀδικεῖ τὰ ποιήματα τῆς νιότης. Φυσικὰ ἡ ἐμπειρία μετρᾷ, βεβαίως καὶ ἡ προσωπικὴ ἐξέλιξη. Ἀλλὰ τὰ πρώιμα ποιήματα πολλὲς φορὲς διαθέτουν μιὰ φλόγα ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη χαμηλώσει ἀπὸ ἀπογοητεύσεις καὶ συμβάσεις. Ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Ἰχθύων λόγος» ξεχωρίζω τὸ ποίημα «Σωρός», ἡ διάθεση γιὰ ἀνατροπὲς εἶναι ἐμφανής, ταυτόχρονα ὅμως καὶ ἕνας μετεωρισμός, ἕνας δισταγμὸς ἀκύρωσης τοῦ παλιοῦ, τοῦ φθαρμένου, τῆς ρουτίνας, τῶν ἄχρηστων ποὺ σωρεύονται μὲ μόνη χρησιμότητα τὴν σηματοδότηση ἑνὸς ἀσήμαντου (ἄρα ἄκυρου πιά…) παρελθόντος…

 

 Σκόρπια βιβλία καὶ βινύλια

χαρτιὰ τσαλακωμένα, πεταμένα

Παλιές, ἐξοφλημένες ἀποδείξεις

Στοῖβες δελτίων, εἰσιτηρίων καὶ περιοδικῶν

Κιτρινισμένες ἀγγελίες

Πτυχία σκονισμένα – θυσία στὶς μοῦσες καὶ τὶς χάριτες

πρὶν νὰ γεράσουν στὸ πεζοδρόμιο ξεχασμένες

Καὶ ξύλα, πολλὰ ξύλα

 

Κι ἄχυρα καὶ πευκοβελόνες

Ξεραμένα κουκουνάρια, πλαστικὰ μπουκάλια καὶ καπότες

Καὶ στὴν κορυφή: ἡ ἀφεντιά μου – τὸ ἐπιστέγασμα

Μ ἕνα στουπὶ στὰ χέρια ἀναμμένο

 

Ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογὴ τὸ ποίημα «Ἰχθύων λόγος ΙΙ», ἀσχολίαστο, ἄλλωστε εἶναι ξεκάθαρο σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται…

 

Ἀκόρεστες ὑπάρξεις…

Συμπορεύεστε γαντζωμένοι

Στὸ μεγάλο ψάρι

Στὰ φαρδιά του λέπια

Στὰ ὑπολείμματα τροφῆς.

Κι ἀλίμονό σας ἔτσι καὶ ψοφήσει.

Τὰ μεγάλα ψάρια σπανίζουν

Στὶς ρηχὲς θάλασσες.

 

Στὴν «Ἑτερόχρονη ἕλξη» (Ἰχθύων λόγος) τὸ σύμπαν, ἡ πραγματικότητα, οἱ ἄλλοι, χάνονται, ξεθωριάζουν, ὁ χρόνος συμπυκνώνεται σὲ μιὰ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἔντονα θυμίζει ὁ πέμπτος στίχος ἐκεῖνον τοῦ Καρυωτάκη «…στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις…».

 

Τί κι ἂν τὸ ἡφαίστειο κατέστη ἀνενεργό;

Τί κι ἂν ἡ λάβα του σταμάτησε νὰ ρέει;

Ἐμεῖς κρατήσαμε τὸν κυματοειδή συγχρονισμό μας.

Γίναμε δυὸ ἠλεκτρόνια σὲ συμφωνία.

Μοῖρα μας εἶναι ἡ ἀόρατη κλωστὴ ποὺ μᾶς συνδέει.

Καὶ ἡ ἕνωσή μας: ἔκρηξη τοῦ χρόνου!

 

 

Στοιχεῖα συναισθηματικοῦ ὑπερρεαλισμοῦ στὸ «Παράκτιο» ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή, τὸ πιστεύω ἀπὸ τὰ καλύτερα…

 

Ποῦ κρύφτηκε τὸ καλοκαίρι;

 

Ποιὸς μᾶς κουβάλησε τόσο μακριά του;

Καὶ ἡ μυρωδιά του

Γιατί ξεθώριασε;

Τώρα ποὺ δὲ θυμόμαστε

Τί ὀνειρευόμαστε παιδιά.

Μόνο τα πεῦκα, πάνω ἀπ τὴ θάλασσα

Νοιώθουν ἀκόμη καὶ δροσίζονται

Τὸ πρῶτο μακροβοῦτι!

 

Καὶ ἕνα ἀκόμη, τὸ «Ρομαντικοὶ νέοι», τελευταῖος στῖχος κρατᾷ ὅλο τὸ ποίημα, ἐάν μου ζητοῦσαν μία καὶ μόνη φράση γιὰ τούτη τὴ χώρα, ἕναν τίτλο ποὺ νὰ ἀποτυπώνει τὴν φιλοσοφία της, πραγματικὰ αὐτὸς ὁ στίχος θὰ μποροῦσε νὰ τὰ πεῖ ὅλα μονομιᾶς. Εἶναι ἡ ἀέναη ἔκπληξη τῆς ποίησης, ὅταν μὲ τὴν συνάρθρωση τεσσάρων κοινῶν, πολὺ κοινῶν λέξεων, γεννιέται ἕνα ἐπίγραμμα τόσο εὔστοχο ποὺ κάθε προσθήκη ἢ ἀφαίρεση εἶναι ἀσέβεια…

 

Περιπλανώμενοι ἀσκόπως

Καπνίζουν – ὅλο πόζα – ἡδονικὰ

Περιφρονοῦν τοὺς πάντες ἐπιδεικτικὰ

Βάφουν μαλλιὰ καὶ βάζουν σκουλαρίκια

Φορώντας μέικ-ἄπ, μαῦρα γυαλιὰ

Δυὸ-τρεῖς κασέτες κι ἕνα στέρεο ἀγκαλιὰ

– Τὰ περισσότερα εἶναι κόπος.

 

Πρόκειται γιὰ τὴν δεύτερη μόλις συλλογὴ τοῦ Κωνσταντινίδη, μὰ ἤδη τὸ σπέρμα τῆς συνολικῆς ἀπόρριψης, τῆς συναίσθησης πὼς τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει ἀπὸ τὰ «μέσα«, τῆς ἀνάγκης νὰ καταρριφθοῦν ματαιότητες καὶ πλάνες, εἶναι ἐμφανὲς καὶ μάλιστα στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, στὴν ὕστατη σελίδα, ὅπου ἀντὶ γιὰ τὰ καθιερωμένα ὑπάρχει (ἀς μοῦ ἐπιτραπεῖ τὸ ἀδόκιμο) ποιητικὸ ἐπίμετρο… τὰ ἄκρα ἔχουν καταπέσει, ἡ πίστη ἔχει ξεθωριάσει, μοιάζει μὲ ἐγκατάλειψη τῶν μύθων τῆς νιότης, τῶν στερεότυπων, ὅλων ἐκείνων πού τυφλά πιστέψαμε, γιὰ να βιώσουμε τραυματικά τὶς μελλοντικές ἀκραίες διαψεύσεις, τὶς μικρές καὶ μεγάλες προδοσίες..

 

Πιά…

Δὲν μοῦ λὲν τίποτα τὰ κινήματα

Οὔτε τὰ προσκυνήματα

Πιά…

 

Δὲν μοῦ λέει τίποτα ἡ ἀνάσταση

Οὔτε ἡ ἐπανάσταση.

 

Στὴν πραγματικότητα οἱ ἑπόμενες συλλογὲς πιάνουν τὸ νῆμα ἀπὸ τούτη τὴ διαπίστωση καὶ τὰ δεσμὰ κάποιων ποιητικῶν συμβάσεων σπᾶνε σιγὰ σιγά, ὁ σαρκασμὸς γίνεται πιὸ ἔντονος, οἱ τόνοι χαμηλώνουν, τὸ ἐσώτερο ἁπλώνεται σὲ περισσότερους στίχους.

Δὲν θὰ ἦταν ὁλοκληρωμένη τούτη ἡ παρουσίαση ἐὰν δὲν κλείναμε μὲ λίγους στίχους ἀπὸ τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ «Διαθέσεις» – οἱ πρῶτες ἀπόπειρες ἔχουν πάντα πολλαπλὴ ἀξία στὸ σύνολο ἑνὸς ποιητικοῦ ἔργου.

Ἀπὸ τὸ ποίημα «Ἀφίξεις» νὰ ἡ δεύτερη στροφή, τεχνικὰ καὶ σὲ περιεχόμενο ἐξαιρετικὰ ὥριμο ποίημα κι ἀς εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα…

 

[ ]

Τὸ ἔνστικτο πιὰ δὲν κάνει τὴν προσπάθεια

ἡ ὥρα πιὰ δὲν κουβαλᾷ τὸν χρόνο

μονότονα, σὰν τρένα, φτάνουνε τὰ δάκρυα

καὶ στὸ σταθμό, ἕνας σταθμὸς τὰ περιμένει μόνο

 

Ἕνα μόνο ἀκόμη θὰ παραθέσω ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή, τὸ «Ἐλάφι», μικρὲς τεχνικὲς ἀτέλειες ἴσως, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ στακάτο, ὁ ρυθμὸς τοῦ εἶναι ἀνυπόμονος, τελικός, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει δισταγμός, δεύτερες σκέψεις, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μιὰ συνομιλία τοῦ ποιητῆ μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, τὸν ἄλλον (τὸν πεζό, τὸν καθημερινό…), ἐκεῖνον ποὺ συνεχίζει μιὰ ζωὴ ποὺ σὰν ζωὴ δὲν μοιάζει…

 

Δὲ μοῦ ἀρέσει ἡ ζέστη καὶ τὸ καλοκαῖρι.

Δὲ μοῦ ἀρέσει ἡ φωτιὰ καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιὰ

ποὺ χάσκουν πεθαμένα.

Ὁ τόπος ἔγινε ἄτοπος

καὶ ὁ τρόμος ἔγινε ἄτρωτος

κι ἐγὼ σιχάθηκα αὐτὴ τὴ χώρα

Ὥρα νὰ φεύγουμε… θὰ ρθεῖς;»

 

Ὁ Κωνσταντινίδης γράφει, ὁλοένα γράφει, μὰ στὸ τέλος κάθε συλλογῆς σὰν νὰ συναισθάνεται τὴν ἔρημη χώρα, σὰν νὰ νοιώθει πάντα το μάταιο τῆς ποίησης στὸν τόπο τῆς φαιδρᾶς πορτοκαλέας, σὲ ἀμφιβολία ζεῖ ἡ ποίησή του, ἁπλὴ συνομιλία μὲ τὸν ἑαυτὸ του εἶναι, δὲν τρέφει ψευδαισθήσεις γιὰ τὴν ὑποδοχή της…

 Ἀφήνω τὴ φωνή μου σὲ ἀδειανὰ δωμάτια.

Χτυπάει σὲ τοίχους κι ὅλο ἐπιστρέφει….

Ὁ Κωνσταντινίδης εἶναι καλός καὶ σὲ ἐκεῖνα ποὺ ὀνομάζω «χαϊκού διηγήματα«, τὴν ἐλάχιστη δηλαδή φόρμα πεζοῦ λόγου ποὺ καταλήγει σὲ στῖχο, σὲ μιὰ ἀνατροπή – σχεδόν πάντοτε ἀπαισιόδοξη, μελαγχολική, ἀπέλπιδη..

 

Ο αγώνας ήταν απολαυστικός. Βάλαμε γκολ και η ιαχή του πλήθους πρέπει να ακούστηκε χιλιόμετρα μακριά. Πετάχτηκα επάνω σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Φώναζα και χοροπηδούσα. Κοίταξα γύρω μου τα πρόσωπα των φιλάθλων: Ήτανε όλοι τους ευτυχισμένοι! Σάμπως, νομίζεις, τι είναι η ευτυχία; Πόσο κρατάει παραπάνω απ’ ό,τι η φάση ενός γκολ; Τύλιξα το κασκόλ στο χέρι μου και ύψωσα τις γροθιές μου στον αέρα! 

Ο φίλος μου χαμογελούσε. «Είναι οφσάιντ«, είπε. «Το ακύρωσε ο διαιτητής«.
Καὶ ἕνα δίστιχο ποὺ ἀγαπῶ πολύ γιὰ τὸν συμβολισμό του..

Πόσο αργά κυλούν οι χείμαρροι

Τώρα που πάψαν οι βροχές.
..ὅπως καὶ τὸ παρακάτω..

Σήμανε έφοδος! Τα υψώματα

Να ξαναπάρουμε
Την απάτητη κορφή του ήλιου.
Θα έχουν αφήσει εκεί
Σκαλίσματα στα δέντρα
Οι παππούδες μας.
Θα έχουν αφήσει εκεί κουβέντες…
Σκοπούς για το αύριο 
Που δεν πρόφτασαν.

Εἶπα παραπάνω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἀρκετὰ ποιήματα κάπως συμβατικὰ – κατὰ σύμπτωση εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴ συγκυρία καὶ ἔχουν κατὰ περίπτωση ἢ καταγγελτικὸ λόγο ἢ καταπιάνονται μὲ ζητήματα πολὺ γενικὰ καὶ πολιτικὰ ἔντονα φορτισμένα, ὅπως ἡ εἰρήνη, ἡ ἀνεργία καὶ ἄλλα. Δὲν τὰ θεωρῶ ἀσήμαντα ζητήματα, κάθε ἄλλο, ἀλλὰ κατὰ ἕνα περίεργο τρόπο ὁ Κωνσταντινίδης ὅταν καταπιάνεται μ αὐτὰ χάνει ἀρκετὰ σὲ πρωτοτυπία, μοιάζει ν ἀφήνει στὴν ἄκρη τὴν ἀνατροπὴ ἢ τὴν ἔκπληξη στὸν στίχο, δείχνει νὰ ἀσφυκτιᾷ μέσα σὲ ποιητικὲς συμβάσεις, νὰ αὐτολογοκρίνεται σὲ τόλμη – τὴν ἴδια ὥρα ποὺ λίγο παρακάτω ἀποδεικνύει πὼς διαθέτει τὸ ταλέντο νὰ δώσει στίχο φρέσκο, ἄλλοτε ἐσωτερικό, ψιθυριστὸ καὶ ἄλλοτε εἰρωνικό, μὲ σαρκασμὸ καίριο. Μὲ ἄλλα λόγια, πιστεύω πὼς ὁ ποιητὴς στέκεται μπροστά σε ἕνα κρίσιμο σταυροδρόμι, εἶναι τὸ ἴδιο ποὺ ἀντιμετωπίσαμε ὅλοι κάποια στιγμή, ἰδιαίτερα ὅσοι βιώσαμε τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὰ πνευματικὰ κίβδηλα τῆς μεταπολίτευσης.

Πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τῶν  συλλογῶν ποὺ ἔχω στὰ χέρια μου εἶναι μικρὰ ξαφνιάσματα, δείχνουν ποιητικὴ συνείδηση ποὺ ἀγωνιᾷ, ποὺ πάσχει καὶ κυρίως ἀντίληψη ποὺ μπορεῖ καὶ ἀπομονώνει τὴν οὐσία, γιὰ νὰ τὴν κλείσει ἔπειτα μὲ ἐπιτυχία σὲ ἕνα δίστιχο, σὲ ἕνα τετράστιχο, σὲ δυὸ στροφὲς – τὸ λακωνικὸ καὶ τὸ στακάτο τῆς ποίησής του λειτουργοῦν καίρια καὶ λυτρωτικά. Πολλοὶ στίχοι ἀποτυπώνουν ἐξαιρετικὰ ἕνα τοπίο ἀστικῆς παρακμῆς, σὲ μερικὲς περιπτώσεις θυμίζουν ἐκείνη τὴ διαβρωτικὴ ὑγρασία ἑνὸς ἀποχαυνωμένου θέρους, εἰκόνες ἀπὸ τοὺς «Τεμπέληδες τῆς εὔφορης κοιλάδας» – ἡ ἴδια ρουτίνα, τὸ ἴδιο κενό, ἡ τελικὴ ἀνυπαρξία. Αὐτὴ ἡ ποίηση διαθέτει τάλαντο καὶ σὲ πολλοὺς στίχους μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίσει κανεὶς τὸν πρόδρομο ξεχωριστοῦ ὕφους, ἀκόμη καὶ τὸ ταλέντο μιᾶς γλωσσοπλαστικῆς γραφῆς. Γιὰ τὴν ὁριστικὴ ὅμως ἀπογείωση, εἶναι ἀνάγκη νὰ πέσουν οἱ ἄγκυρες τοῦ συμβατικοῦ καὶ κάποιων κλισὲ ποὺ ὅλοι μας τὰ μάθαμε σὰν θέσφατα, σὰν εἰκόνες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀποκαθηλωθοῦν. Ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ὁ Ντέμης Κωνσταντινίδης τὸ γνωρίζει, – ἁπλῶς τὸ νοιώθει καθῆκον του νὰ μιλήσει καὶ γιὰ κεῖνα ποὺ τρέχουν στὴν ἐπικαιρότητα, τὴν βάσανο τοῦ κόσμου. Ἃς τὸ κάμει, δὲν θάταν ἄλλωστε ποιητὴς ἐὰν δὲν μελαγχολοῦσε μὲ τὴν παρακμὴ τῆς ἐποχῆς του. Ἀλλὰ ἔχει τὸ ταλέντο νὰ τὸ κάμει καὶ διαφορετικά, σπάζοντας τὸ κέλυφος, δουλεύοντας τὶς λέξεις, ἀνατρέποντας τὴν καθιερωμένη ματιά. Τότε τὸ ταλέντο του θὰ προβάλλει γυμνὸ καὶ ἀνεπηρέαστο ἀπὸ τὴν πεπατημένη καὶ μπορεῖ νὰ δώσει μικρὰ καὶ μεγάλα διαμάντια. Ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς μέχρι σήμερα ποιητικῆς του πιστεύω πὼς ἡ «Κι ὅμως, γελοῦν καλύτερα οἱ τζίτζικες» εἶναι ἡ πιὸ ὥριμη, ἐκείνη ποὺ μέσα της βρίσκει κανεὶς τὸ σπέρμα μιᾶς διαφορετικῆς γραφῆς, τὶς προϋποθέσεις μιᾶς διαφορετικῆς ποίησης. Λίγο νὰ ἀποφύγει τὶς ποιητικὲς εὐκολίες, λίγο νὰ ἀφήσει πίσω του ἕναν διδακτικὸ τόνο σὲ κάποια κείμενα καὶ τότε θάχει περάσει ὁριστικὰ στὴ δική του ὄχθη, στὸ δικό του ὕφος καὶ θάχει μετουσιωθεῖ σὲ ποιητικὴ συνείδηση σημαντική. Ἄλλωστε ἡ φανερή του ἀγάπη γιὰ τοὺς ποιητὲς τοῦ μεσοπολέμου, (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ τελευταία γνήσια ποιητικὴ γενιὰ πρὶν μᾶς κατακλύσει ὁ κομφορμισμὸς τῆς λεγόμενης γενιᾶς τοῦ ’30 στὴν πεζογραφία…), ἀποδεικνύει πὼς ξέρει καλὰ νὰ διακρίνει τὴν ποίηση τὴν αἰχμηρή, τὴν ματωμένη, ἐκείνη ποὺ δὲν ἀστειεύεται καὶ δὲν ὑπολογίζει τὰ καθιερωμένα, ἐκείνη ποὺ συγκρούεται μὲ συστήματα καὶ ὁμάδες ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ κόστος. Ἡ καρυωτακικὴ του ἐπίσης «ἐκπαίδευση» (ἡ προσήλωση δηλαδὴ σὲ στίχο καίριο, πυρηνικό, πολλὲς φορὲς μὲ ἀδιαφορία γιὰ τεχνικὲς καὶ φιλολογικὲς συμβάσεις…), φαίνεται πὼς μπορεῖ νὰ δώσει πολὺ ὄμορφα πεζά, τὰ παραπάνω αποσπάσματα εἶναι νομίζω ενδεικτικά.

Λίγες ἀκόμη, ελάχιστες σκέψεις, ποὺ πιστεύω συμπληρώνουν τὸ παλαιό κείμενο..

Τὸ πρῶτο. Παρόλη τὴν έμφανή του ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸ σημερινό πνευματικό τοπίο, ὁ Ντέμης Κωνσταντινίδης παραμένει σχετικά πολυγράφος – ανεξάρτητα ἀπό ἐκεῖνα πού ἔχει ἤδη ἐκδώσει, ποιήματά του ἀναρτῶνται τακτικά στὸ διαδίκτυο. Προφανῶς γράφει γιατί δὲν ἡμπορεῖ νὰ κάμει ἀλλοιῶς, πρόκειται γιὰ βασική άνάγκη, γιὰ ἐκτόνωση, γιὰ τὴν τελευταία διαφυγή ἀπὸ τὸ ἄνυδρο τοπίο. Ἴσως ὅμως κάποια στιγμή στὸ μέλλον, χρειαστεί ἐκεῖνο ποὺ οἱ παλαιότεροι γραφιάδες ονόμαζαν «τιθάσευση τοῦ ὑλικοῦ». Πρὸς τὸ παρόν ἡ εἰκόνα μοιάζει μὲ τὴν ψυχή του – εἶναι ἄναρχη, θυελλώδης, σκορπισμένη σὲ πέντε ἀνέμους, ἀπειθάρχητη. Νομίζω ὅτι σύντομα θὰ νοιώσει καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἀνάγκη να διασώσει τὰ καλύτερα, νὰ ἐπεξεργαστεῖ σὲ τελική μορφή κάποια ἄλλα καὶ ἰσως κάποια λίγα,ἀκόμη καὶ νὰ τὰ ἀποκηρύξει ἤ ἁπλῶς νὰ τὰ ἐπιστρέψει στὸ συρτάρι του γιὰ μελλοντική ἐπεξεργασία..

Τὸ δεύτερο. Τὰ περισσότερα ποιήματα τοῦ Κωνσταντινίδη ἀγαποῦν τὸν ὁμοιοκατάληκτο στῖχο καὶ προσωπικά πιστεύω ὅτι ἡ ῥίμα σχεδόν πάντοτε εἶναι δυσκολότερη, πιὸ ἀπαιτητική. Ὅμως ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ βαθύτερος πειραματισμός του στὸν ἐλεύθερο στίχο μπορεῖ νὰ δώσει σημαντικά αποτελέσματα, τὰ ἕως τώρα δείγματα εἶναι πράγματι ἐλπιδοφόρα.

Τελευταῖο, ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα. Δὲν ἀναφέρομαι στὸ πολυτονικό, ὁ κάθε γραφιᾶς ἐπιλέγει ἐκείνη τὴν μορφή ποὺ τοῦ ταιριάζει περισσότερο καὶ ὁ Ντέμης Κωνσταντινίδης, ἀπὸ τὴν φύση του καὶ τὸν ποιητικό χαρακτήρα του, βρίσκεται πολύ εγγύτερα στον «λεκτικό ἀναρχισμό» τοῦ Καρυωτάκη, παρά στόν φορμαλισμό καὶ τὴν τυπολατρεία ἄλλων ποιητών. Ἔχω ὅμως τήν αίσθηση πώς κάπως περισσότερη δουλειά μὲ τὴν στίξη, τὸν τονισμό, τὸν λεκτικό πλοῦτο τὸν ἴδιο, θὰ τοῦ ξεκλείδωνε πολύτιμα ἐργαλεῖα γιὰ νὰ «γεμίσει» τὴν ποίησή του, νὰ τὴν φτάσει σε μεγαλύτερο βάθος, νὰ βελτιώσει σὲ σημαντικό βαθμό τήν νοηματική του ἀκρίβεια. Ξεύρω καλά πώς ὅλα τοῦτα εἶναι δεύτερα καὶ πολύ διανοητικά γιὰ ποιητές ποὺ σχεδόν γράφουν ὅπως αισθάνονται (βιωμένη ποίηση, αἱμάτινη..), ὅμως κάποτε ἡ πρόκληση κρύβεται καὶ σὲ τοπία παραμελημένα κι ἀκόμη ακαλλιέργητα. Ὅσο γιὰ τὴν γαλλική παράδοση πού ἀναφέραμε παραπάνω, (ξεκίνημα τοῦ κάθε στίχου μὲ κεφαλαῖο γράμμα), ἡ προσωπική μου πίστη εἶναι πώς στὴν ἑλληνική γλῶσσα ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν εὐκολία ἀνάγνωσης, ἀλλά αὐτό εἶναι μᾶλλον ζήτημα δεύτερο καὶ ὄχι ιδιαίτερα σημαντικό..

 

Ἡ τελευταῖα συλλογή

Κατεβᾶστε ἀπὸ ἐδῶ τὴν τελευταία συλλογή τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη

 

Η τελευταία συλλογή τού Κωνσταντινίδη, («Περίπολος γιὰ τοὺς ἐναπομείναντες», 2016), βρίσκεται ἤδη ἀναρτημένη στὸ διαδίκτυο καὶ προσωπικά τὴν θεωρῶ τὴν πιὸ ὥριμη συλλογή του, τὴν πλέον ενδοσκοπική, ἐκείνη ὅπου ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν ποιητή καὶ στὸ περιβάλλον, (ὅλο καὶ πιὸ δυστοπικό), αὐξάνεται, ἡ ἀπογοήτευση, (συνεπακόλουθο ἀλλοίμονο τῆς πείρας) μεγαλώνει, οἱ στίχοι άποτυπώνουν μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια τήν φθορά, τὸν σαρκασμό, μιὰ αἴσθηση ἀπελπισίας. Κάποιες βέβαια τεχνικές αδυναμίες παραμένουν, τὸ ὀλιγόστιχο τῶν ποιημάτων ἐπίσης, (ἀν καὶ σὲ ἕνα σονέτο τῆς συλλογής φανερώνονται δυνατότητες σημαντικές για νέους πειραματισμούς), ἡ γλῶσσα ἔχει ἀκόμη πολλά περιθώρια ἐξέλιξης. Ὄμως, ἕνας κάποιος διδακτισμός τῶν προηγούμενων συλλογών ἔχει σχεδόν εξαφανιστεῖ, κάποια θεματική συμβατικότητα ἐπίσης, ὁ στῖχος εἶναι βαθύτερος, πιο χαμηλότονος, καλύτερα δουλεμένος· ὁ συνεκτικός ἰστός μὲ τὴν καταραμένη ποίηση τοῦ μεσοπολέμου ἐνισχύεται, οἱ ἐλπίδες ἔχουν λιγοστέψει, τὸ ποιητικό σῶμα ἐγκαταλείπει τήν συγκυρία καὶ βυθίζεται σὲ ὑπαρξιακά καὶ ὀντολογικά προβλήματα, φανερώνονται πιὸ ἔντονα ἀναζητήσεις ζωῆς καὶ θανάτου. Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι μοναχά ἕνα νῆμα, (ἕνα πολύ λεπτό νῆμα πιὰ…), χωρίζει τὸν Κωνσταντινίδη ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τοῦ Καρυωτάκη ἤ τοῦ Ρεμπώ, πρόκειται γιὰ τἠν ἄρνηση νὰ ἐγκαταλείψει καὶ τὴν ὕστατη ἐλπίδα -ὑποψιάζομαι περισσότερο ἀπό τὴν κεκτημένη ταχύτητα ἑνός παλιοῦ καὶ λαμπεροῦ ὁράματος, παρά ἀπό βαθύτερη πίστη σὲ μιὰ ἀλλαγή, ἔστω σὲ μιὰ βελτίωση. Γι’ αυτό καὶ ὅταν ἀφιερώνει τὸ τελευταῖο του βιβλίο «Στοὺς κουρασμένους ἀπ’ τὴν ἀνισότητα τῆς προσπάθειας», νοιώθω ὅτι πολύ θὰ τὄθελε νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ἀνισότητα μὲ τὴν λέξη «ματαιότητα», μὰ ἕνα (και ἀπό χαρακτήρα) πεῖσμα, ἡ ἀνάγκη νὰ μὴν ἐγκαταλείψει ἀκόμη τὴν πίστη σὲ ἀνθρὠπους καὶ ἰδέες, τὸν κάμουν νὰ ἀφήνει ἕνα μικρό παράθυρο ἀνοικτό σ’ ἕνα καλύτερο μέλλον. Σὲ τούτη τὴν κατεύθυνση εἶναι δηλωτικός καὶ ὁ τίτλος τῆς συλλογῆς – ὑπάρχουν ἀκόμη ἐναπομείναντες, (ἐλάχιστοι, άποσυνάγωγοι, τσαλακωμένοι, άλλά ὑπάρχουν..), μὰ ἡ συνάντηση μαζί τους δὲν εἶναι πιὰ αὐτονόητη, θέλει κόπο, θέληση, τὴν διάθεση μιᾶς περιπόλου στὰ σκόρπια ἀπομεινάρια τοῦ πνεύματος – ὅλη σχεδόν ἡ συλλογή δίδει ἀνάγλυφα αὐτήν τήν ζοφερή εἰκόνα τοῦ πεδίου μιᾶς μάχης πού τέλειωσε, τὴν ὁμιχλώδη ἀτμόσφαιρα ποὺ μέσα της ξαπλώνουν νεκροί καὶ τραυματίες, βογγητά καὶ τραύματα, εἶναι ἐκείνη ἡ ἧττα ποὺ διαχέεται, για παράδειγμα, καὶ στήν ποίηση τοῦ Λεοντάρη, στήν οὐσία εἶναι τὸ σιωπηρό κλάμα μιᾶς διάψευσης, μιᾶς ἀπότομης προσγείωσης. Ὁ ποιητής βλέπει τὶς διαδηλώσεις νὰ περνοῦν, θὰ συνεχίσει να συμμετέχει σ’ αυτές, θὰ συνεχίζει οὐτοπικά νὰ ἐλπίζει, μὰ πιὰ εἶναι μονάδα τραυματισμένη μέσα στὸ πλῆθος, δὲν ὑπάρχει συγκίνηση, πάθος, τὰ πανώ δὲν εἶναι πιὰ ἀντανακλάσεις ἱδεῶν, ἀλλά ὕλη, «γράμματα κόκκινα σὲ ἄσπρο φόντο», ὁ συμβολισμός ἔχει ξεπέσει, ἡ Ἰδέα ἔχει χλωμιάσει..

Ἡ τελευταία συλλογή τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη ἀποτυπώνει μία διαφορά ποιοτική στὴν ἕως τώρα ποιητική του. Δὲν εἶναι ἀκόμη ἐκείνη ἡ ὁριστική ποὺ συνιστᾶ μετάβαση στὴν πλήρη ὡριμότητα, (ἔχω γράψει νομίζω γιὰ κεῖνο τὸ σημεῖο τῆς μεταλλαγῆς στὴν παρουσίαση τοῦ Τάσου Ζερβοῦ..), ἀλλά εἶναι ἕνα βῆμα ποὺ ἀφήνει πίσω πρωτόλειες αδυναμίες καὶ δείχνει ἀποφασισμένο νὰ κοπιάσει, να βυθιστεί, νὰ ματώσει περισσότερο στὴν ἀναμέτρηση μὲ τὰ θεριά τῆς ὕπαρξης, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.

Νὰ στηρίζετε τὴν ποίηση ὅσο μπορεῖτε, ὑπάρχουν φωνὲς ἐλπιδοφόρες ποὺ ἂν πάψουν νὰ μιλοῦν ἡ πνευματικὴ φτώχεια, ποὺ ἤδη ὑπάρχει, θὰ χειροτερέψει. Τὶς συλλογὲς τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη μπορεῖτε νὰ τὶς ψάξετε στὰ βιβλιοπωλεῖα, ἀλλὰ ἐὰν τὶς βρεῖτε ἐξαντλημένες μπορεῖτε νὰ ἐπικοινωνήσετε ἄμεσα μαζί του στὸ [email protected] Εἶμαι βέβαιος πὼς θὰ χαρεῖ ἰδιαίτερα, ὅπως ἄλλωστε καὶ κάθε γνήσιος δημιουργός, νὰ σᾶς ἐξυπηρετήσει..

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend