Νέα Ἑστία, ἀφιέρωμα στόν Ρένο Άποστολίδη

Εἰσαγωγικά

Μεσοκαλόκαιρο καί τό γνωστό περιοδικό «Νέα Ἑστία» πρόλαβε τήν πρόθεσή μας γιά ἕνα ἐκτενές ἀφιέρωμα στόν Ρένο Ἀποστολίδη. Συμβαίνουν βεβαίως αὐτά καί καμμία σημασία δέν ἔχουν τά πρωτεῖα, ἀρκεῖ τό κείμενο, (τό κάθε κείμενο…), νά ἀρτιώνεται γύρω ἀπό τόν σκοπό του καί νά μεταφέρει στόν ἀναγνώστη τό κύριο, τό πυρηνικό, τήν οὐσία δηλαδή τοῦ θέματος πού προσπαθεῖ νά ἀναλύσει.

Ἐάν αὐτά τά συμφωνήσουμε ὡς δεδομένα, τό ἐρώτημα τοῦ καλοπροαίρετου ἀναγνώστη μετά ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ ἀφιερώματος στόν Ρένο Ἀποστολίδη («Νέα Ἑστία», τεῦχος 1877, Ἰούνιος 2018), εἶναι ἀκριβῶς αὐτό – πόσο εὔστοχα τά κείμενα; Σέ ποιό βαθμό ἀποδίδουν τήν προσωπικότητα, (λογοτεχνική, κριτική, φιλολογική καί τά λοιπά) τοῦ Ρένου; Πόσο χρήσιμα, τόσο γιά τόν ἀμύητο, ὅσο καί γιά τόν ἐμπειρότερο στήν λογοτεχνία; Καί ἐν τέλει, τό ἐξαρχῆς ζητούμενο σέ κάθε εἴδους ἀφιέρωμα – πόσο ὠθοῦν σέ περαιτέρω ἔρευνα καί ἀναζήτηση κειμένων τοῦ Ρένου; Κατά πόσο ὁδηγοῦν στήν ἐκ νέου ἀνάγνωσή του ἤ ἔστω στήν ἀποσαφήνιση τῆς προσωπικότητάς του πού ἐπί σειρά ἐτῶν ὑφίσταται ἀλλοιώσεις, παρανοήσεις, ἐπιθέσεις κάθε λογῆς καί κριτικές, ξένες πρός τήν λογοτεχνία καί ἰδιαιτέρως πρός τήν ποίηση;

Αὐτά βεβαίως γιά τόν ἐπονομαζόμενο «μέσο ἀναγνώστη». Γιατί φυσικά ἐκεῖνος πού βαθύτερα ἀσχολεῖται μέ κριτική καί λογοτεχνία, (καί κυρίως τήν νεοελληνική…), προσδοκᾶ περισσότερα, οἱ ἀπαιτήσεις του εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων μεγεθυμένες.

Μιά διαμάχη πού ἔρχεται ἀπό παλαιά…

«Νέα Ἑστία», τεῦχος 1877, Ἰούνιος 2018

Νά πῶ ἀπό τήν ἀρχή ὅτι τό σημερινό κείμενο δέν εἶναι παρά ἕνα πρόχειρο σημείωμα, μία πρώτη προσέγγιση. Παρά τό ὅτι ἀναφέρονται κάποια πράγματα γιά τόν Ρένο, τό θέμα του εἶναι τό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ καί ὄχι τό τιμώμενο πρόσωπο γιά τό ὁποῖο ἔτσι κι ἀλλιῶς κάποια στιγμή θά δημοσιεύσουμε ἕνα ἀφιέρωμα, μέ βάση τά δικά μας κριτήρια καί τις δικές μας ἱεραρχήσεις.

Ἅς ξεκινήσω μέ μία ἐντύπωση, πού πάει νά πεῖ ἕναν στοχασμό ἀκατέργαστο καί δίχως ἀπαιτήσεις φιλολογίας ἤ ἐπιστημοσύνης. Περίμενα περισσότερα, ὄχι σέ ἔκταση βεβαίως, μήτε ἀκόμη σέ ἀριθμό συμμετοχῶν. Περίμενα περισσότερα ἐπί τῆς οὐσίας, ἐπί τοῦ στοχαστικοῦ Ρένου καί κυρίως ἐπί τοῦ κριτικοῦ καί τοῦ ἀνθολόγου. Προσδοκοῦσα τήν ἀνάδειξη τῶν ἀξιώτερων στοχασμῶν, τῶν κριτηρίων τοῦ κριτικοῦ του λόγου, ἀκόμη καί τήν κατάθεση ὅσων διαφώνησαν ἤ καί ἀκόμη διαφωνοῦν, (μά γιατί ὄχι;..) μέ τόν λόγο του, τίς ἐπιλογές του, τίς κρίσεις του, τούς ἀφορισμούς του, τήν κάποιες φορές ἀπολυτότητά του.

Γιά νά δοῦμε, τό θέμα εἶναι κάπως χαῶδες καί ἅς καταθέσω ἀπό τήν ἀρχή τήν διασάφηση· ὅσα ἀκολουθοῦν ἀναφέρονται κυρίως σέ ἐλλείψεις καί ὄχι τόσο σέ κρίση ἐπί τῶν κειμένων. Αὐτό προϋποθέτει ἐνδελεχῆ μελέτη, (ἀνά παράγραφο, ἀνά στίχο, ἀνά λέξη…), κάτι πού ἀκόμη δέν ἔχει γίνει, ἴσως στό ἄμεσο μέλλον. Προσπαθῶ ἐπίσης νά σταθῶ στήν ἀναγνωστική πλευρά, προσπαθῶ νά ὑποκριθῶ ὅτι δέν ἔχω μελετήσει τόν στοχασμό τοῦ Ρένου, μήτε τά κείμενά του, μήτε τήν ἀνθολογία του. Ὅσο πιό ἀπροκατάληπτος, ὅσο πιό παρθενικός πρός τήν σκέψη του μπορῶ νά σταθῶ, καθώς ἕνα λογοτεχνικό περιοδικό δέν σκοπεύει πρός τόν φιλόλογο, (βεβαίως καί πρός αὐτόν, ἀλλά ὄχι κυρίως…), σκοπεύει στήν μετάδοση τοῦ περίπλοκου μέ τόν καλύτερο δυνατό τρόπο, στήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀγνώστου, στό συνταίριασμα ἐρριμμένων πλίνθων. Δυστυχῶς στήν Ἑλληνική πραγματικότητα τά φιλολογικά περιοδικά ἀλλοῦ ἀποσκοποῦν – κυρίως στίς ἐπιβεβαιώσεις συγγραφικοῦ ναρκισσισμοῦ καί ἐκ παραλλήλου στόν ἐντυπωσιασμό τῶν ἐκτός λογοτεχνικῆς κοινότητας, μέσα ἀπό ἀφόρητο βερμπαλισμό, ἀκαδημαϊκή ὁρολογία καί ἀφόρητη ἐπαναληπτική παράθεση δεδομένων γνωστῶν, κοινότοπων, στερεότυπων. Ἅς εἶναι, πρόκειται γιά μία πολύ κουραστική παθογένεια τῆς αὐθεντίας πού ταλαιπωρεῖ γιά δεκαετίες τούς ὀλίγους ἄξιους κριτικούς, ἀναγνῶστες καί συγγραφεῖς. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὅλα τοῦτα θά τά εὕρετε σποραδικά ἁπλωμένα σέ πληθώρα κειμένων μας.

«Νέα Ἑστία» λοιπόν ἀποφασίζει ἕνα τεῦχος ἀφιερωμένο στόν Ρένο Ἀποστολίδη. Σέ μία πρώτη σκέψη ἀκούγεται τό λιγότερο περίεργο. Ὁ Ρένος δέν ἔχανε εὐκαιρία γιά νά «καταχερίσει»  τό περιοδικό, τούς λόγους θά τούς δοῦμε παρακάτω. Εἶναι ἀρκετοί λοιπόν πού παραξενεύθηκαν ἀπό τήν ἐπιλογή – γιά νά πῶ τήν ἀλήθεια εἶναι ἀρκετοί καί ἐκεῖνοι πού παραξενεύθηκαν παλαιότερα καί ἀπό τήν ἔκδοση βιβλίων τοῦ Ρένου ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο τῆς Ἑστίας. Τί συμβαίνει λοιπόν; Μέ δεδομένο ὅτι οἱ διαφωνίες δέν ἤσαν βεβαίως προσωπικές, ἀλλά βαθύτατα κειμενικές, (πάει νά πεῖ λογοτεχνικές…), τί μεσολάβησε; Ἡ «Νέα Ἑστία» βάλθηκε νά ἀποδείξει τό ἀμερόληπτο τῆς κρίσης της; Ἀναγνώρισε, ἔστω καί ἀργά, τήν συμβολή τοῦ Ρένου, μιά συμβολή πού κινήθηκε σέ ὅλα τά συγγραφικά πεδία;

Αὐτή εἶναι ἡ ἐπίσημη ἐκδοχή γιά τήν ὁποία προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει στόν πρόλογό του ὁ Σωτήρης Μετεβελής, (προλογίζει καί ἐπιμελεῖται τό ἀφιέρωμα):

«Ἡ Νέα Ἑστία ἔρχεται ἀκριβῶς λοιπόν νά καλύψει αὐτό ἀκριβῶς τό κενό, ἐπιστημονικά, ἀντικειμενικά καί νηφάλια, καί περισσότερη τιμή τῆς πρέπει, διότι ἔχει ἐπικριθεῖ ἰδιαίτερα σκληρά, τόσο ἡ ἴδια ὅσο καί οἱ φορεῖς της – καταξιωμένοι λόγιοι τῆς γενιᾶς τοῦ ’30 –  ἀπό τόν Ρένο, λόγω καί ἔργω – φεῦ! Χρέος ὡστόσο νά στεκόμαστε πάνω ἀπό τά πρόσωπα καί νά ἀποτιμοῦμε τά ἔργα, κι ὅσο γρηγορότερα, πιό νωπά πάνω στά ζέοντα ζητήματα, τόσο περισσότερο ἀποδεικνύεται τό ἦθος ἑνός ἐρευνητικοῦ ὀργάνου. Καί τό περιοδικό εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἐρευνητικό ὄργανο. Ὀφείλει νά καταγράφει καί νά ἀναλύει τίς ἀξίες, προτοῦ «παλιώσουν», προτοῦ βγοῦν ὅλοι καί τίς ἀναγνωρίσουν καί καταστεῖ ἀνενεργή ἡ γόμωσή τους. Τό περιοδικό ὀφείλει νά εἶναι πρωτοποριακό, «νά τέμνει νέας ὁδούς»…»

(σελ. 304, ὁ πολυτονισμός και οι τονισμοί δικοί μας)

Καί συνεχίζει ἔτσι γιά λίγο ἀκόμη, προτοῦ περάσει σέ ἄλλα ζητήματα.

Λυποῦμαι νά τό πῶ, ἀλλά ἐτούτη ἡ ἀπόπειρα δικαίωσης τῆς Νέας Ἑστίας, καταντᾶ λίγο ἀστεία, καί ἰδιαίτερα μέσα ἀπό μία παράγραφο γεμάτη ἀπό ἀντιφάσεις καί στερεότυπες ἀναφορές.

Καί νά γιατί…

Ὁ Ρένος, ἄν δέν κάμω λάθος, γεννήθηκε τό 1924. Εἴτε τόν κατατάξουμε στήν πρώτη μεταπολεμική γενεά, εἴτε ἀδιαφορήσουμε γιά τήν λογοτεχνική του κατάταξη, γεγονός εἶναι πώς ἡ παρουσία του στά γράμματα ξεκινᾶ σχεδόν ταυτόχρονα μέ τό τέλος τῆς κατοχῆς καί συνεχίζεται ἀδιάλειπτη ἕως καί τόν θάνατό του τό 2004. Ἔχωμε δηλαδή 60 ὁλόκληρα χρόνια συγγραφικῆς, (καί ὄχι μόνο…), πορείας. Ἐάν προσθέσουμε σ’ αὐτά τά 60 χρόνια καί τά 14 ἀκόμη πού μεσολαβοῦν ἀπό τόν θάνατό του ἕως καί σήμερα, πού ἡ Νέα Ἐ:στία ἀποφασίζει τό ἀφιέρωμα, ἔχωμε 74 (!) συναπτά ἔτη πού ἔπρεπε νά μεσολαβήσουν προτοῦ τό περιοδικό «ἀποφασίσει νά καταγράψει τίς ἀξίες προτοῦ παλιώσουν (!)…».

Πράγματι, ἄμεσα ἀντανακλαστικά!.. Θά ρωτήσει κανείς – καλά ὅλα τοῦτα τά κοντά 80 χρόνια δέν ὑπάρχουν ἀναφορές στήν Νέα Ἑστία, (νά θυμίσουμε, πρόκειται γιά τό μακροβιότερο λογοτεχνικό περιοδικό τῆς χώρας…), στόν Ρένο, ἔστω ἕνα μικρό ἀφιέρωμα, ἕνα κείμενο ὁλοκληρωμένο;

Ἀπάντηση. Ὄχι, δέν ὑπάρχουν. Μέ μία πρόχειρη ματιά στό ἀρχεῖο τῆς Νέας Ἑστίας, δέν βρῆκα παρά καμιά τριανταριά ἀναφορές καί εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού γράφω – ἀναφορές ἔμμεσες τῆς μιᾶς γραμμῆς, μέ ἀφορμή κείμενο γιά κάποιον συγγραφέα ἤ ἀναγγελία κάποιας ἔκδοσης. Μία κριτική, (ἐλάχιστη σέ ἔκταση, ἐλλιπής, σχεδόν ἀπαξιωτική…) τοῦ Χατζίνη, τοποθετεῖ τόν Ρένο στούς νέους συγγραφεῖς πού ἔχουν ἀκόμη πολύ δρόμο νά διανύσουν γιά νά ὡριμάσουν λογοτεχνικά, εἶναι τό ἴδιο αὐτό περιοδικό πού ὑποδέχθηκε μέ διθυράμβους τό «Ἐλεύθερο Πνεῦμα» τοῦ Θεοτοκά, κείμενο κατά πολύ ὑποδεέστερο τῶν «Τριῶν σταθμῶν μιᾶς πορείας» τοῦ Ρένου καί ὁπωσδήποτε πολύ πιό πρωτόλειο, (θά τό ἀναλύσουμε σέ εἰδικό ἀφιέρωμα σέ ἑπόμενο κείμενο).

Ἡ όργή τοῦ Ρένου κρίνεται ὡς δεῖγμα ἀνωριμότητας, ἐνῶ ἡ όργή τοῦ Θεοτοκᾶ στό «Ἐλεύθερο Πνεῦμα” ὡς μανιφέστο καί δεῖγμα ξεχωριστοῦ συγγραφικοῦ ταλέντου…

Εἶναι τό λοιπόν τό λιγότερο ἀνεπιτυχής ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Μετεβελή καί μᾶλλον ἀπευθύνεται σέ ἀμνήμονες, γιά τήν προοδευτικότητα τοῦ περιοδικοῦ καί τήν ἀνωτερότητά του ἀπέναντι ἀκόμη καί στούς ἐπικριτές του. Θά περίμενε κανείς στόν πρόλογο ἑνός τόσο σημαντικοῦ ἀφιερώματος, (καί μέ τόση καθυστέρηση!…), μία ἐκτενέστερη ἀνάλυση αὐτῆς τῆς διαμάχης ἐπί τῆς οὐσίας. Γιατί ἀκριβῶς ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ μεγαλύτερη εἰρωνεία στόν πρόλογο τοῦ ἀφιερώματος. Ἐκεῖνα δηλαδή πού ὁ Σωτήρης Μετεβελής προασπίζει ὡς πλεονεκτήματα, (ἑτεροχρονισμένα) τῆς Νέας Ἑστίας, εἶναι ἐκεῖνα ἀκριβῶς πού ὁ Ρένος Ἀποστολίδης στηλίτευε ὡς ἐλλείψεις, ὡς συντηρητισμό, ὡς μειωμένα ἀντανακλαστικά ἀπέναντι στίς νέες τάσεις καί τούς νέους συγγραφεῖς. Καλοδεχούμενα λοιπόν τά ἀφιερώματα, ἔστω καί μετά θάνατον, ἀλλά ὄχι καί νά ἀντιστρέφουμε τήν ἱστορία καί νά ἀποφορτίζουμε μία κριτική πού, θά τό ἐπαναλάβουμε, δέν ἦταν προσωπική, ἀλλά ἀμιγῶς λογοτεχνική.

Ἡ δεύτερη, (καί τελευταία…) ἀπόπειρα τοῦ περιοδικοῦ νά ξεπεράσει τόν σκόπελο  μιᾶς πολύχρονης διαμάχης μέ τόν Ρένο, ἐντοπίζεται στό κείμενο τοῦ κ. Παντελῆ Ζεμπίλη μέ τίτλο «Ὁ Ρένος Ἀποστολίδης καί τό προπύργιο τῶν Νέων Ἑλληνικῶν». Ἀπό ὅσο μπορῶ νά  καταλάβω καί ὅπως ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ὑποσημειώνει, πρόκειται γιά ἄρθρο βασισμένο στήν διπλωματική του ἐργασία τό 2016 στήν Φιλοσοφική Σχολή τοῦ ΑΠΘ. Τό κείμενο ξεκινᾶ μέ ἕνα ἐπεισόδιο ἀνάμεσα στόν Ρένο Ἀποστολίδη καί τόν Πέτρο Χάρη τό 1951, πού κατέληξε σέ χειροδικία τοῦ δεύτερου ἀπό τόν πρῶτο. Ἀφορμή, (ἤ μήπως αἰτία;..), ἕνα ὑβριστικό ἄρθρο τοῦ Πέτρου Χάρη γιά τόν Ρένο, τέλος πάντων δέν ἔχει σημασία, προσωπικά στέκουμαι κατά τῆς χειροδικίας, ἀκόμη καί ὅταν ἡ πυροδότησή της δείχνει ἀπολύτως δικαιολογημένη. Ὅμως ἅς τό ξεπεράσουμε αὐτό, ὁ κ. Ζεμπίλης ἀναφέρει τό ἐπεισόδιο, περισσότερο γιά νά καταδείξει τήν ἔνταση τῆς διαμάχης τοῦ Ρένου μέ τόν ἐπί χρόνια διευθυντή τοῦ περιοδικοῦ καί γιά νά ἀποδείξει κι αὐτός μέ τήν σειρά του ὅτι ἡ Νέα Ἑστία στέκεται πάνω ἀπό μικρότητες – γράφει λοιπόν…

«Ὁ καχύποπτος θά ἔβλεπε πίσω ἀπό τό διάβημα αὐτοῦ του τεύχους τήν παλιά τακτική τῆς οἰκειοποίησης τῶν νεκρῶν μέ σκοπό νά τούς ἐγκολπώσουμε στούς σκοπούς ἤ στό προφίλ μας. Ὁ πεσιμιστής θά σκεφτόταν ὅτι ἡ κριτική τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη ἔχει ξεθυμάνει καί ὅτι – ἀφοῦ τοῦ ἀφιερώνει ὁλόκληρο τεῦχος ἕνα περιοδικό πού οὐκ ὀλίγα ὑπέστη ἀπό τό κριτικό του μένος – ἔχει καταστεῖ ἀκίνδυνη ἤ ἀνεπίκαιρη. Ὁ καλοπροαίρετος ἄπ΄τή μεριά του, θά χαιρόταν πού οἱ ὅποιες ἐμπάθειες ἔχουν σύν τῷ χρόνῳ παρέλθει, καί ἔχει φτάσει πλέον ἡ ὥρα τῆς ψύχραιμης ἀποτίμησης μιᾶς ἰδιάζουσας καί ἀξιόλογης πνευματικῆς παρουσίας…».

Θά τόν στενοχωρήσω τόν κ. Ζεμπίλη, ἀλλά ὅσο τό ἴδιο το περιοδικό δέν ἐπιχειρεῖ μιά ὄντως νηφάλια προσέγγιση στά παλαιότερα προβλήματα, (τό νηφάλια δέν ἀποκλείει τήν γενναιότητα καί μιᾶς αὐτοκριτικῆς ὅπου δεῖ…), τότε καί καχύποπτοι θά γενοῦμε καί πεσιμιστές, (ἄν καί τό συγκεκριμένο ἐπίθετο εἶναι μᾶλλον ἀδόκιμο στήν συγκεκριμένη παράγραφο τοῦ ἄρθρου). Κατά τά λοιπά ὁ ἀρθρογράφος μᾶλλον δέν ἔχει ἀποφασίσει ἀκόμη ὁριστική γνώμη γιά τόν Ρένο Ἀποστολίδη.

Κατ’ ἀρχάς θεωρεῖ ὅτι ἡ Νέα Ἑστία «…ὑπέστη οὐκ ὀλίγα ἀπό τό κριτικό μένος τοῦ Ρένου…». Καί μόνον ἡ λέξη μένος ὑποδηλώνει μία ἀρνητική ἀξιολόγηση, τουλάχιστον μέ βάση τά σημερινά γλωσσικά καί νοηματικά δεδομένα. Κατά δεύτερον, δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ἡ Νέα Ἑστία ὑπέστη…, ἀλλά μήπως θά εἴμασταν πιό δίκαιοι καί ἀντικειμενικοί, ἐάν ἰσχυριζόμασταν καί τό ἀντίθετο; Ὁ ἐπικριτικά ἐπιτιθέμενος δέν εἶναι πάντοτε θύτης, τίς περισσότερες φορές ἡ ἔνταση τῆς κριτικῆς του μπορεῖ νά συνιστᾶ καί ἄμυνα σέ ἀποκλεισμούς, ἐπιθέσεις, ἀπαξιώσεις, ἐσκεμμένη ἀδιαφορία. Κι ἔπειτα ἐκεῖνο τό ἐπίθετο – «ἰδιάζουσας» – στ’ ἀλήθεια τί ὑποδηλώνει μέ τήν σειρά του; Τόν ἀσυμβίβαστο καί τόν ἀντικομφορμιστή; Τόν κάπως ἰδιόρρυθμο στά ὅρια μιᾶς ἰδιότυπης παράνοιας; Τόν ἐχθρικό πρός τήν πλειονότητα, ἄρα τόν παράξενο καί ἀποσυνάγωγο; Οἱ ἐπιθετικοί προσδιορισμοί σέ ἕνα ἀφιέρωμα, μᾶλλον ἀπαιτοῦν ἐκτενέστερη ἀνάλυση καί κάποιο θετικό ἤ ἀρνητικό πρόσημο.

Συμπέρασμα γιά τό συγκεκριμένο σημεῖο. Τό ἀφιέρωμα στόν Ρένο ἀπό ἕνα περιοδικό ὅπως ἡ Νέα Ἑστία, ἀπαιτοῦσε κατ’ἀρχάς πολύ περισσότερα προλογικά καί πολύ μεγαλύτερη χρήση ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ γιά νά καταφανεῖ σέ ὅλη τήν ἔκταση ἡ ποιότητα καί κυρίως ἡ οὐσία τῆς ἀντιπαράθεσης. Ὁ λογοτεχνικός διάλογος δέν γίνεται μέ ἠθικούς ὅρους ἤ εὐχολόγια, οἱ ἀξιολογήσεις του θά πρέπει νά τεκμαίρονται ἔστω καί μέσα ἀπό μία ἀλληλογραφία, ἔστω καί μέσα ἀπό δηλώσεις off the record τῶν πρωταγωνιστῶν του.

Οἱ προσδοκίες

Ὅμως, ἅς παραβλέψουμε ἐτούτη τήν ἀστοχία, ἡ ὁποία, θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά πῶ, πώς οὔτε τυχαία εἶναι, οὔτε ἀσήμαντη γιά τήν ὁλοκληρωμένη εἰκόνα μιᾶς προσωπικότητας. Ἀλλά πρός τό παρόν ἅς προχωρήσουμε.

Τί προσδοκᾶ ἄραγε κανείς ἀπό ἕνα ἀφιέρωμα σέ ἕναν συγγραφέα καί στοχαστῆ, μέ συνεχῆ παρουσία στά γράμματα τῆς μεταπολεμικῆς Ἑλλάδας;

Θάλεγε κανείς πρωτίστως κάποιες αὐθεντικές κατά τεκμήριο ἑρμηνεῖες καί μαρτυρίες. Δέν γνωρίζω ἐάν οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἀφιερώματος ἤσαν κοντά στόν Ρένο γιά σημαντικό χρονικό διάστημα, μπορῶ μόνο νά θυμηθῶ τόν Βαγγέλη Δουβαλέρη, οἱ ὑπόλοιποι ἅς μοῦ συγχωρέσουν τήν ἄγνοια. Ὅμως σήμερα ὑπάρχουν καί ἐργάζονται φιλολογικά, λογοτεχνικά καί ἀκαδημαϊκά οἱ δύο γιοί τοῦ Ρένου, Ἦρκος καί Στάντης, νομίζω ὁ κ. Κώστας Μάστρακας ἐπί χρόνια συνεργάτης του καί ἐπιμελητής τῶν «Διορθώσεων» καί ὁπωσδήποτε δεκάδες ἄλλοι, (τοῦ σιναφιοῦ ἤ ὄχι…), πού συνεργάστηκαν μαζί του, συμφώνησαν ἤ διαφώνησαν, δέχθηκαν τήν κριτική του, συνομίλησαν μαζί του μέ κάθε τρόπο καί μέ κάθε ἀφορμή.

Ἐρώτημα λοιπόν… Ποῦ βρίσκονται ὅλοι αὐτοί μέσα στό ἀφιέρωμα; Ποῦ βρίσκονται ὅλοι ὅσοι, ἐκ φύσεως, θέσεως καί ἱστορίας, θά μποροῦσαν νά ἑρμηνεύουν ἀρκετά αὐθεντικά ἤ καί νά μαρτυρήσουν γιά ἐπεισόδια, στιγμιότυπα, στοχασμούς καί κείμενα; Δέν μπορῶ φυσικά νά γνωρίζω ἐάν τό περιοδικό πρότεινε σέ Στάντη καί Ἦρκο κάποια συνέντευξη ἤ κάποιο κείμενο γιά τόν Ρένο, ἀλλά ἅς ὑποθέσουμε ὅτι αὐτό ἔγινε καί ἐκεῖνοι γιά κάποιους λόγους προτίμησαν ἁπλῶς νά βοηθήσουν μέ τήν παραχώρηση μέρους τῶν ἀρχείων Ἀποστολίδη. Ε, καί; Οἱ ὑπόλοιποι πού γιά δεκαετίες ὁλόκληρες ἔζησαν μαζί του; οἱ συγγραφεῖς; Οὔτε ἕνας συνάδελφος δέν βρέθηκε νά ἀφηγηθεῖ ἕνα περιστατικό, νά διαφωνήσει γιά μία κριτική, νά ὑπερασπίσει μία στάση; Ἡ λαλίστατη ΕΣΗΕΑ ποῦ μάλιστα κάποτε τόν δέχθηκε ὡς ὁμιλητή σέ σεμινάριά της; Τά ἑκατοντάδες νέα παιδιά τότε καί μεσήλικες σήμερα, πού μαθήτευσαν κοντά του στό πάντοτε ἀνοικτό σπίτι του, μετανάστευσαν ὅλα στό Πουκέ; Μά καί οἱ αὐτόκλητοι φανατικοί ὑπερασπιστές, (ἔναντι ποιᾶς κατηγορίας ἄραγε;..) τῆς γενεᾶς τοῦ 30, (καί ἀφθονοῦμε ἀπό δαύτους…), ξαφνικά ἐσιώπησαν καί ἔκρυψαν τήν διαφωνία τους μέ τά Κριτικά του Ρένου, μά γιατί; Ἁγιογραφία ἐπιζητοῦμε ἤ ἀφιέρωμα;

Ἐντάξει, ὅλοι τοῦτοι ἐξαφανίστηκαν ὡς διά μαγείας καί καμία μαρτυρία τῆς μεταπολεμικῆς γενεᾶς δέν εἶναι πλέον διαθέσιμη. Οἱ ἀναγνῶστες; Ἐπί 80 κοντά χρόνια δέν ὑπάρχει ἕνας ἀναγνώστης πού νά ἐπηρεάστηκε ἀπό τά κείμενα καί τόν λόγο τοῦ Ρένου; Μά ἄν πιστέψουμε τό ἀφιέρωμα καί δοῦμε τούς συγγραφεῖς του, ἐκεῖνο πού θά πρέπει νά πιστέψουμε εἶναι ὅτι στήν πραγματικότητα ἡ παρουσία τοῦ Ρένου, (ἐν τῷ συνόλῳ…) δέν ἄφησε κανένα ἀποτύπωμα στήν κοινωνία, ἔστω στήν λογοτεχνική κοινότητα. Κανένας «γνωστός» συγγραφέας παλαιότερος ἤ νεότερος νά μιλήσει γιά τόν Ρένο. Κανένας σύγχρονος κριτικός, κατά τά λοιπά λαλίστατος. Κανένας εὐεργετηθείς, κανένας «ἐχθρός». Τί στό διάτανο, μήπως ὁ Ρένος ἦταν μέλος κάποιας κοιμώμενης Ἀκαδημίας ἤ ἐργαζόταν ἄγνωστος μεταξύ ἀγνώστων στό ἐξωτερικό; Αὐτό πιά δέν εἶναι ἀφιέρωμα, ἀλλά ἡ παρθενογέννεση τοῦ ἀγνώστου λογοτέχνη καί κριτικοῦ.

Ὁ Ρένος τῆς κριτικής

Προχωροῦμε καί ἅς μου συγχωρεθοῦν οἱ ἐπικαλύψεις, τά ζητήματα τέμνονται καί ὑπάρχουν συνάφειες. Ἅς ἐπιμείνουμε λοιπόν σέ ἕνα σημεῖο πού τό θεωρῶ κομβικό καί δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν κριτικό Ρένο καί ἰδιαίτερα τόν κριτικό πρός τήν ποίηση Ρένο Ἀποστολίδη.

Ἔχω ἐπαναληπτικά γράψει πώς κατά τήν γνώμη μου, μία ἀπό τίς σημαντικότερες πλευρές τοῦ Ρένου, ἄν ὄχι ἡ σημαντικότερη, εἶναι ἐκείνη τοῦ ἀνθολόγου καί κριτικοῦ – ἀκριβῶς διότι πτώχεια ἔχωμε κριτικῶν καί ἔλλειψη ἔχωμε κριτηρίων. Ὁ λόγος πού ἐπίσης ἐπαναληπτικά προτείνω τήν ποιητική ἀνθολογία Ἀποστολίδη δέν εἶναι γιατί ἁπλῶς εἶναι ἀρτιωμένη φιλολογικά, (δηλαδή ἐπιστημονικά), ἀλλά τό μᾶλλον ἀντίθετο, γιατί διαθέτει κριτήριο σαφές, αὐθεντικό καί αἰτιολογημένο. Γιά ὅποιον μελετᾶ ποίηση καί μάλιστα ἐκείνη τοῦ ἐλεύθερου στίχου, εἶναι γνωστά τά προβλήματα κριτικῆς πού βρίσκει μπροστά του, ὅπως γνωστή εἶναι καί ἡ ἀδυναμία του πολλές φορές νά ἐκτιμήσει μέ ἀσφάλεια τήν ἀξία μιᾶς στροφῆς ἤ τήν γνησιότητα ἑνός στίχου. Κριτικούς πού νά μποροῦν νά κρίνουν σχεδόν ἀστραπιαία βασισμένοι σέ ἕνα τεράστιο ἐμπειρικό, φιλολογικό καί στοχαστικό φορτίο δέν διαθέτουμε καί ἡ ἀξία τοῦ Ρένου προκύπτει ἀκριβῶς ἀπό αὐτό – εἶχε αὐτήν τήν ἱκανότητα, τήν διαίσθηση, τήν γνώση, τήν διαρκῆ ἀμφιβολία, (ὅσο καί ἐάν φανέρωνε πολλές φορές μιά ἀντίθετη βεβαιότητα).

Ὅταν μιλοῦμε γιά ἕναν κριτικό λογοτεχνίας καί μάλιστα μετά ἀπό χρόνια πορείας, τό πρῶτο πού ἐκτιμοῦμε καί ἀποτιμοῦμε εἶναι συνήθως ἡ εὐστοχία τῆς κρίσης καί ἡ ἀντοχή της στόν χρόνο. Λέμε, ἐπί παραδείγματι, γιά τόν Θεοτοκά, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς πεζογραφικῆς του ἀξίας, ἡ ποιητική του κρίση ἀποδείχθηκε ἐμπαθής, ἄστοχη καί ἐν πολλοῖς ἀνόητη – καί μόνο τίς κρίσεις του γιά Καβάφη καί Καρυωτάκη νά πάρει κανείς ἀντιλαμβάνεται τήν ἀσχετοσύνη του στά ποιητικά.

Ὁ τρίτος τόμος ἀπό τήν Ποιητική Ἀνθολογία Ἀποστολίδη. Κορυφαία ἀκόμη καί σήμερα. Τό ἐνδιαφέρον ἑστιάζεται στήν ἑπόμενη ἀναθεώρηση καί στήν ἀνθολόγηση νέων ποιητῶν…

Ποῦ εἶναι λοιπόν στό ἀφιέρωμα ἡ κριτική εὐστοχία τοῦ Ρένου; Ἡ ἀνάδειξη νέων ποιητῶν; Τό κριτήριο ἀνθολόγησης; Διορθῶστε με, ἀλλά δέν εἶναι ὁ Ρένος πού ἔχει γράψει τό ἐξαίρετο βιβλίο γιά τόν Καβάφη; (μαζί μέ Στάντη καί Ἦρκο..). Δέν εἶναι αὐτός πού, σέ πεῖσμα ὅλων τὼν κριτικῶν, ἐπέμενε γιά τήν ἀξία τοῦ Παπατζώνη, ἀξία ὑπέρτερη κατά τήν γνώμη του ἀκόμη καί ἐκείνης τοῦ Σεφέρη ἤ τοῦ Ἐλύτη; Μήν δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἀνθολόγησε, σχεδόν καθ’ ὑπερβολήν, Καρυωτάκη, ὅταν ἀκόμη καί σήμερα πολλοί συνεχίζουν νά τόν πιστεύουν ἐλάσσονα ποιητή; Γιά νά μήν ἀναφέρω ἐδῶ, (καθώς εἶναι πάρα πολλοί…), ποιητές πού οἱ περισσότεροι ἀγνοοῦν, ἀλλά ἔστω καί ἕνα ποίημά τους, ἔστω καί ἕνας στῖχος τους, ἐβρῆκε φιλόξενη στέγη στήν Ἀνθολογία, ὅταν εἶχαν ἀποδιωχθεῖ ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ; Γιά πεῖτε μου, οἱ περισσότεροι ἀπό ἐσάς ποῦ μάθατε τόν Μπαρλά, τόν Ζερβό ἤ τόν Μόντη; Γιά νά μήν ἀναφέρουμε ὅτι πλάι-πλάι στήν ἐξαιρετική ἐργασία ἀνθολόγησης, περπατᾶ καί μία ἐξαίρετη ἱκανότητα ἑρμηνευτικῆς ἀπαγγελίας, ἴσως ἡ ἀρτιότερη, ἡ πιό φιλολογικά προσεγμένη στήν νεοελληνική ἱστορία.

Τέλος πάντων ποῦ βρίσκονται ὅλα τοῦτα στό ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας; Φτιάσατε ἕνα ἀφιέρωμα ἁπλῶς γιά νά μᾶς ἐνημερώσετε ὅτι ὑπάρχει ἡ ποιητική ἀνθολογία; Εὐχαριστοῦμε, ἀλλά τό γνωρίζαμε ἤδη. Δέν θά ἀσχοληθεῖτε καθόλου μέ τά κριτήρια ἀποκλεισμοῦ ἤ ἀποδοχῆς; Δέν θά μᾶς πεῖτε μιά γνώμη γιατί συμπεριέλαβε ἐκεῖνα τοῦ Παλαμᾶ καί ὄχι τά ἄλλα τοῦ Σικελιανοῦ; Δέν θά ἀναφέρετε ἔστω κάποια στατιστικά στοιχεῖα γιά τόν ἀριθμό ποιημάτων καί ποιητῶν ποῦ συμπεριλαμβάνονται στούς τρεῖς τόμους; Δέν θά ἀναφέρετε τήν κρίση του γιά τόν «Διάλογο» τοῦ Σολωμοῦ ἤ γιά τήν ποιητική του; γιά τόν Ρίτσο, τόν Βάρναλη, τόν Σκαρίμπα; Δηλαδή, ἐάν ἑτοιμάζατε ἀφιέρωμα στόν Τέλλο Ἄγρα, (γιά νά πάρω ὡς παράδειγμα ἕναν πολύ καλό κριτικό), δέν θά λέγατε κουβέντα γιά τά κριτικά του πού σήμερα ἁπλώνονται σέ πέντε τόμους; Ἔχετε ἀφιέρωμα σέ ἕναν κατ’ ἐξοχήν κριτικό λογοτεχνίας, (ἄμεσα διά κειμένων καί ἔμμεσα διά τῆς ἀνθολογίας) καί δέν ὑπάρχει ἕνα ξέχωρο κείμενο πού νά ἀναδεικνύει τά κριτήρια αὐτῆς τῆς κριτικῆς;

Καί ἐπιπλέον, ποῦ εἶναι ἡ κριτική τοῦ Ρένου στήν περιβόητη γενεά τοῦ 30;.. – καί στέκουμαι σ’ αὐτήν γιατί καθ’ ὑπερβολήν μᾶς ἔχετε πείσει ὅτι πρίν καί μετά ἀπό τήν γενεά αὐτή ποίηση ἀξιόλογη στήν Ἑλλάδα δέν ὑπῆρξε. Καί ὁ τελευταῖος πού παρακολουθεῖ τά λογοτεχνικά δρώμενα γνωρίζει τήν ἐπιμονή τοῦ Ρένου γιά τήν ἀξία τῶν προγενέστερων καί τήν ἐπιδίωξή του γιά τήν ἀνάδειξη τῶν μεταγενέστερων. Καμία ἀναφορά σέ ὅλα τοῦτα.

Καί ἡ περιβόητη διαμάχη του μέ τόν Καζαντζάκη;.. ἤ μᾶλλον μέ τό ἔργο τοῦ Καζαντζάκη; Κι αὐτή ἀσήμαντη, κι αὐτή ἀνάξια λόγου σέ μία χώρα πού σέ ποσοστό 99,9% πιστεύει τόν Καζαντζάκη ἄξιο γιά Νόμπελ; Καί μόνο γιά τήν αἱρετική του γνώμη θ’ ἄξιζε μιά ἀναφορά. Πολύ εὔκολα θά μπορούσατε νά ἀπομαγνητοφωνήσετε ἀκόμη καί ἐκπομπές, (ἡ εὔκολη λύση…), ὅπου ὑπάρχουν συγκεκριμένες ἀναφορές. Τίποτα. Μά τέλος πάντων, ἐάν ἀφαιρέσετε ἀπό τόν Ρένο ὅλες τίς αἰχμές του, ὅλες τίς αἱρέσεις του, ὅλες του τίς διαφωνίες, τί ἀπομένει, ἀπό ποιούς χυμούς θά συγκινηθεῖ ὁ νέος ἀναγνώστης γιά νά τόν προσεγγίσει;

Ὁ Ρένος τῆς Παιδείας καί τῆς γλῶσσας

Η αρτιότερη κατά την γνώμη μου κριτική παρουσίαση τού Καβαφικού έργου…

Πᾶμε παρακάτω, τελειωμό δέν ἔχουν τά μή ἀναφερόμενα.

Ὁ Ρένος πολλάκις ἔστησε ἐκπομπές, (μά καί ἔγραψε βεβαίως…), γιά τήν Παιδεία καί τήν γλῶσσα, σέ κάποιες ἀπό τίς ἐκπομπές αὐτές μάλιστα συνομιλεῖ μέ τόν Γιῶργο Μπαμπινιώτη ὁ ὁποῖος συμμετέχει στό ἀφιέρωμα μέ ἕνα σχετικά μικρό σέ ἔκταση κείμενο. Καί τί μᾶς λέει στό κείμενο αὐτό;

Ἀναλύει γλωσσικά το συγγραφικό ἔργο τοῦ Ρένου, ἤ μᾶλλον γλωσσολογικά. Πῶς χρησιμοποιεῖ τά σημεῖα στίξης, πῶς ὁ γραπτός του λόγος ἀπέχει ἐλάχιστα ἀπό τήν δύναμη τοῦ προφορικοῦ, πόσο εὔστοχα καί, πολλές φορές καθ’ ὑπερβολή, χρησιμοποιεῖ ὅλα τα ἐργαλεῖα τῆς γλώσσας γιά νά ἀποδώσει καλύτερα τόν στοχασμό του…

Σύμφωνοι ἕως ἐδῶ, δέν θά διαφωνήσω. Ὅμως, ποῦ εἶναι οἱ ἀπόψεις τοῦ Ρένου γιά τήν Παιδεία, γιά τήν βελτίωση τῆς ὁποίας ὁ κ. Μπαμπινιώτης μάχεται ὁλόκληρη ζωή ὅπως καί ὁ ἴδιος ὑποστηρίζει; Ποῦ εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ Ρένου, (καθοριστική κατά τήν γνώμη μου καί ἀπολύτως ἐπίκαιρη…) γιά τό ὅλον της γλώσσας, τήν ἑνιαία της μορφή, τό ἀνώφελο καί τό ἀνόητο τοῦ γλωσσικοῦ ἐμφυλίου; Ποῦ εἶναι οἱ ἀπόψεις του γιά τίς ἐπιδιορθώσεις ἔστω τοῦ μονοτονικοῦ; Δέν θά εἶχε ἕνα νόημα νά μάθουμε γιατί ὁ Ρένος ἐπέμενε νά συγγράφει μέ τήν βοήθεια τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας; Ἀπό γεροντική ἐμμονή; Ἀπό ἐγωισμό καί πεῖσμα; Ἀπό συνήθεια; Ἀπό κάτι ἄλλο πού δέν θά μάθουμε ποτέ; Τά γνωρίζει ὅλα τοῦτα ὁ κ. Μπαμπινιώτης μά δέν τά ἀναφέρει, φτιάχνοντας τελικά ἕνα κείμενο στεγνό καί ἄνευρο πού πετυχαίνει μᾶλλον τό ἀντίθετο ἀπό ἐκεῖνο πού ὑποθετικά ἐπιδιώκει, τήν ἀνάδειξη δηλαδή τῆς ποιότητας τῶν κειμένων τοῦ Ρένου καί τῆς πρωτοτυπίας τους.

Ὁ Νίτσε ὅπως καί ὁ Στίρνερ, ἐπηρέασε καταλυτικά τόν στοχασμό τοῦ Ρένου…

Καί ὁ Νίτσε; Ποῦ εἶναι βρέ παιδιά ὁ Νίτσε πού ὁ Ρένος τόσο ἀγαποῦσε καί πού ὁπωσδήποτε βαθιά τόν ἐπηρέασε; Ποῦ εἶναι ὁ Στίρνερ; Δέν θυμᾶμαι ἐάν ὁ Βαγγέλης Δουβαλέρης, (μεταφραστής καί σχολιαστής μάλιστα τοῦ Νίτσε…) στό ἄρθρο του στό ἀφιέρωμα κάμει κάποια ἀναφορά, ἀλλά γενικότερα ἡ διερεύνηση τῶν ἐπιρροῶν τοῦ Ρένου, (πλήν τοῦ Ἠράκλειτου καί βεβαίως τοῦ πατέρα του Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη), εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτη. Ἀναφέρεται ἀρκετές φορές ἡ ἀναρχική σκέψη τοῦ Ρένου, ἀλλά πουθενά μία ἔστω ὁλοκληρωμένη παράγραφος γιά τήν ἀναρχία, ἀκόμη κι ἐγώ μέ τά λιγοστά μέσα πού διαθέτω σέ τούτη τήν ἰστοσελίδα, βρῆκα ἀρκετές φορές χῶρο νά χωρέσω παρόμοια ἐδάφια. Φυσικά καί κανένα ξεχωριστό κείμενο, (ἔστω ἀναδημοσίευση τῆς κριτικῆς Γεωργουσόπουλου ἤ Μπαμπινιώτη…) γιά τήν Ἱστορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, πού ἔχει χαρακτηριστεῖ ἔργο ζωῆς γιά τόν ἴδιο καί τούς δύο γιούς του.

Θά μποροῦσα νά συνεχίσω γιά τουλάχιστον δέκα σελίδες ἀκόμη μέ σωρεία σημαντικῶν πού στό ἀφιέρωμα οὔτε πού ἀναφέρονται ἐπιγραμματικά. Θά πεῖ κάποιος, ἕνα ἀφιέρωμα εἶναι, πῶς περιμένεις νά ἀναφέρει τά πάντα καί νά καλύψει ἀκόμη καί τά ἀσήμαντα;

Οἱ ἀπαιτήσεις ἑνός ἀφιερώματος

Ἐπιτρέψτε μου ἐδῶ μία σημείωση.

Κατά τήν γνώμη μου ἕνα ἀφιέρωμα γιά ὁποιονδήποτε, δέν ἀπέχει δραματικά ἀπό τήν ἐργασία γιά μία ἀνθολογία. Χρειάζεται κι ἐδῶ συγκέντρωση ἑνός θηριώδους σέ ὄγκο ὑλικοῦ, ἀπομόνωση τῶν ἀσήμαντων, περαιτέρω ἔρευνα τῶν σημαντικῶν, εὕρεση τῶν καλύτερων συγγραφέων γιά τήν ἐπεξεργασία καί γιά τά κείμενα γνώμης, ἐξάντληση πηγῶν, ἐπιτυχημένη παράθεση ἰδιοχείρων, κάλυψη ἰσομερής ὅλων των πεδίων δραστηριότητας τοῦ τιμώμενου, προτεραιότητα σέ ὅσα εἶναι πρωτότυπα καί διάφορα ἀπό τήν κοινή περί λογοτεχνίας ἀντίληψη, συνεντεύξεις αὐτήκοων καί αὐτοπτῶν μαρτύρων, γνῶμες ὁμοτέχνων καί ἀντιπάλων καί ἄλλα πολλά πού δέν ἔχει νόημα νά ἀναφέρουμε ἐδῶ.

Πῶς ἀλλιῶς θά μορφώσει κανείς εἰκόνα ὁλοκληρωμένη; Πῶς ἀλλιῶς θά ἀντιληφθεῖ τό γιατί μιᾶς αἱρετικῆς ἄποψης, οὐ μήν ἀλλά, (γιά νά χρησιμοποιήσω μία ἀγαπημένη ἔκφραση τοῦ Ρένου), καί ἑνός στοχασμοῦ πού ὑπερβαίνει τά συνήθη καί ἀγγίζει τά ὅρια τῆς φιλοσοφίας;

Ἡ μεγάλη ἐκτίμηση τοῦ Ρένου γιά τόν Καρυωτάκη προερχόταν βεβαίως καί ἀπό τήν ποίησή του, αλλά κυρίως ἀπό τήν γνησιότητά της, τήν άπουσία κάθε πόζας καί ἐπιτήδευσης…

Στά δικά μου μάτια τό ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας ἔχει δύο βασικά καί πολύ ἀπογοητευτικά χαρακτηριστικά καί ἀναφέρω μόνο αὐτά γιά τήν οἰκονομία κειμένου. Τό ἕνα εἶναι ἡ ἐλλιπέστατη συναρμολόγησή του, τό ἐλλιπές ὑλικό του, τό ἀφιέρωμα δείχνει περισσότερο σάν μιά ἀγγαρεία, σάν μία ὑποχρέωση πού πρέπει νά τελειώνει, παρά σάν μία ἐργασία φτιαγμένη ἀπό μεράκι καί συμπάθεια γιά τήν σκέψη τοῦ Ρένου.

Τό δεύτερο ἀφορᾶ τήν οὐσία καί ἐδῶ ἐπιτρέψτε μου νά μείνω λίγο παραπάνω πρίν τελειώσουμε αὐτήν τήν πρόχειρη ἀναφορά στό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ.

Δέν μπορεῖς νά μιλήσεις γιά τόν Ρένο χωρίς τόν Ρένο καί ἐξηγῶ ἀμέσως τί θέλω νά πῶ.

Ἐκεῖνο πού συγκινεῖ στά κείμενα καί στά προφορικά τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη, δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ μαχητική ἐναντίωσή του σέ ἕνα κατεστημένο, στό κομφόρμ, στήν σύμβαση καί στήν κοινοτοπία. Ὁπωσδήποτε, ὅπως ἔλεγε καί ὁ Ἀποστολάκης, ἡ λογοτεχνία καί οἱ ποιότητές της εἶναι πρῶτα ἀπό ὅλα στάση ζωῆς. Ἐκεῖνο πού γοητεύει δέν εἶναι καν ἡ φιλολογική, ἐπιστημονική ἐπάρκεια, ἡ ἐμμονή στήν λεπτομέρεια, ἡ σχολαστική ἔρευνα – ὅλα αὐτά καί ἄλλα τόσα ὑπάρχουν σέ ὑπερθετικό βαθμό.

Ἐκεῖνο ὅμως πού κυρίαρχα συνεγείρει καί μαγεύει στόν λόγο καί στά γραπτά του Ρένου, εἶναι ἡ μοναδική του ἱκανότητα νά μετατρέπει τόν ποιητικό λόγο σέ καθημερινό στοχασμό, τόν στίχο σέ συμπεριφορά συνείδησης, ἡ ἱκανότητα νά μήν διαχωρίζει τήν ποίηση ἀπό τήν καθημερινότητα καί ἐξ αὐτοῦ νά τῆς προσδίδει μία «χρησιμότητα» μοναδική καί ἀνεπανάληπτη. Ὅποιος ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν ζωή, δέν ἔχει παρά νά ἀκούσει ἔστω καί ἐλάχιστα μία ποιητική ἀπαγγελία τοῦ Ρένου ἑνός ὁποιουδήποτε ποιητῆ. Ἴσως καί ἐκ φύσεως, (ὁ Ρένος δέν ἦταν ὁ κλασικός διανοούμενος, ὁ εὔθραυστος, ὁ ὀνειροπαρμένος…), δέν μποροῦσε νά διανοηθεῖ τήν ποίηση ὡς μή ἐκπεφρασμένο συναίσθημα ἤ στοχασμό καί γι’ αὐτό τό πιό σημαντικό του κριτήριο, (καί ἐξ αὐτοῦ καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν Καρυωτάκη…), ἦταν ἐκεῖνο τῆς γνησιότητας, τῆς αὐθεντικότητας σέ ἔκφραση καί περιεχόμενο. Γιά τόν Ρένο ὁ στῖχος πρέπει πάντοτε νά ἀναβλύζει γνησιότητα, ἐμπειρία, μιά διαφορετική ματιά. Ἀκούγοντας τον δέν μπορεῖς νά μήν παρασυρθεῖς καί νά μήν πιστέψεις ὅτι ἡ λογοτεχνία, (τά ἀξιοτέρα τῶν κειμένων ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος) μπορεῖ νά ἀποδειχθεῖ σωτήρια στήν ἐκπαίδευση, στήν παιδεία εὐρύτερα, στήν καθημερινή ζωή κατά συνέπεια. Ἐάν παρατηρήσετε προσεκτικότερα τά ποιήματα στήν τρίτομη ἀνθολογία, θά διαπιστώσετε πώς ὅλα, μά ὅλα, διαθέτουν αὐτήν τήν γνησιότητα, ἔστω καί ὅταν ἀναφέρονται σέ στιγμές ἀσήμαντες τοῦ βίου, ὅπως τό καθημερινό φαγητό καί ποτό, μιά βόλτα στήν παραλία καί ἄλλα παρόμοια.

Αὐτή ἡ ἐπιμονή στό ἄριστο καί ἄξιο κείμενο, (θά ἔλεγα: ὁ ἔρωτας γιά τό ἄξιο κείμενο καί τίς ποιότητές του), εἶναι κατά τήν ταπεινή μου γνώμη τό κόκκινο νῆμα πού καθόρισε τήν στάση του ἀπέναντι στό σύνολο ἀκόμη καί ἑτερόκλητων στοιχείων τῆς πραγματικότητας. Τίποτε λιγότερο ἀπό τό ἄριστο, τίποτε λιγότερο ἀπό τό γνήσιο καί τό αὐθεντικό. Στό κείμενο, στό σχολειό, στό Πανεπιστήμιο, στήν πολιτική, στήν οἰκογένεια, παντοῦ. Δέν ἔχει καμία σημασία ἐάν ὁ ἴδιος εἶχε ἀδυναμίες, ὑπερβολικές συμπεριφορές, ἀστοχίες. Τό σημαντικό εἶναι πώς ἀποτελεῖ μοναδική περίπτωση στά ἑλληνικά χρονικά, ὁποῦ ἀσυμβίβαστα προχωρεῖ μέ ὁδηγό ἕναν κανόνα ἀπαραβίαστο καί ἀλύγιστο ἀκόμη καί ὅταν πρόκειται νά κρίνει βραβεῖα Νόμπελ, μέλη τῆς Ἀκαδημίας, πρωθυπουργούς καί βασιλεῖς, Ἀριστερές καί δεξιές παρατάξεις. Δέν ἔχουμε παρόμοιο προηγούμενο, πού κάποιος δέν ὑποχωρεῖ κατ’ ἐλάχιστον, (ἔστω καί προσωρινά) μπροστά στό κατ’ αὐτόν ἀνάξιο, κίβδηλο, φαῦλο. Δέν γνωρίζω προσωπικά ἄλλον κριτικό καί συγγραφέα μέ τόση ἐπιμονή στήν καλή λογοτεχνία καί τόσες ἀπαιτήσεις ποιότητας ἀπό τό κείμενο.

Τά περιεχόμενα τοῦ ἀφιερώματος τῆς Νέας Ἑστίας

Συμπερασματικά

Ἀναδεικνύεται λοιπόν αὐτή ἡ στάση, αὐτή ἡ ποιότητα, στό ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας; Οὔτε κατ’ ἐλάχιστο. Ἀρκεῖ νά ρίξετε μιά ματιά στά περιεχόμενα γιά νά διαπιστώσετε πόσο στεγνά καί ἀκαδημαϊκά, πόσο ἀποχυμωμένα καί συμβατικά, ἀντιμετωπίζεται ἕνας ἄνθρωπος τόσο ζωικός ὅσο κανείς, τόσο διψασμένος γιά ποιότητες ὅσο κανείς, τόσο οὐτοπικός γιά μία ἄλλη κοινωνία ὅσο κανείς. Καμία ἀπό αὐτές τίς πλευρές του δέν σημειώνεται, δέν ὑψώνεται, δέν ξεχωρίζει. Ὅποιος τελειώσει τήν ἀνάγνωση τοῦ ἀφιερώματος τό πολύ-πολύ νά σκεφθεῖ καί νά ἀναφωνήσει…

«Ἕνας πολύ καλός φιλόλογος, ἕνας μέτριος συγγραφέας, ἕνας μαχητικός ἄνθρωπος…».

Νά μέ συγχωρεῖτε, ἀλλά τά ἴδια ἀκριβῶς θά μποροῦσα νά πῶ καί γιά τόν θεῖο μου τόν Πελοπίδα κι ἅς μήν ἀξιώθηκε ἀφιερώματος σέ λογοτεχνικό περιοδικό.

Νά σᾶς τό πῶ μέ ἄλλα λόγια πού μπορεῖ νά γενοῦν καλύτερα κατανοητά..

Κανένα ἀπό τά κείμενα τοῦ ἀφιερώματος δέν ἀναβλύζει ἀγάπη γιά τόν Ρένο, ἐνθουσιασμό γιά τήν σκέψη του, πίστη στίς ἀξίες του. Θά πεῖ κάποιος – «μά πρόκειται γιά σοβαρή κριτική παρουσίαση, ὄχι γιά τήν στήλη τῆς νοικοκυρᾶς σέ περιοδικό, ὁ λυρισμός εἶναι περιττός καί ἐπιζήμιος ὅταν μελετᾶμε τήν λογοτεχνία…».

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κύριο ἐλάττωμα τοῦ ἀφιερώματος, ἐκεῖνο πού τό μετατρέπει σέ ἄνευρη καί ἀδιάφορη ἀκαδημαϊκή ἐργασία. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς ἔρχεται νά δικαιωθεῖ καί ἡ κριτική τοῦ Ρένου πρός τήν Νέα Ἑστία, γιά συντηρητισμό, κοινοτοπία καί ἀραχνιασμένη νοοτροπία ἀπέναντι στά λογοτεχνικά πράγματα.

Καλά καί ἅγια ὅσα ἔγραψαν γι’ αὐτόν οἱ συμμετέχοντες, ἀλλά ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι μέ πραγματική πίστη στίς ἀρχές του; ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού συνεχίζουν ἔστω καί κατ’ ἐλάχιστο τό ἔργο του στήν λογοτεχνία, στήν κριτική, στήν ἀνάδειξη μιᾶς νέας ποιότητας; Καί τό πλέον βασικό: πού εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀδιαφορώντας γιά τήν ἐπίδειξη, τόν ναρκισσισμό, τήν δόξα καί τό χρῆμα, θά μιλήσουν γι’ αὐτόν καί θά ἀκολουθήσουν τό παράδειγμά του – ἐνάντιοι σέ κάθε ἐξουσία, αὐταρχισμό, αὐθεντία, συμβατικότητα; Ποῦ εἶναι ἀκόμη καί οἱ ὁρκισμένοι ἐχθροί του γιά νά δώσουν τήν ἄλλη ἰσχυρή ἄποψη, τήν ἐνάντια, μά καί ταυτόχρονα δημιουργική γιά τά γράμματά μας;

GREEK POET MONTIS
Κώστας Μόντης, ἕνας ἀπό τούς πολλούς ποιητές γιά τήν ἀξία τῶν ὁποίων ὁ Ρένος ἐπέμενε ἕως τό τέλος…

Φοβᾶμαι ὅτι κοντά ἕναν αἰῶνα ἀπό τήν γέννηση τοῦ Ρένου, (ὅπως καί στήν περίπτωση Καρυωτάκη), ἡ ἀντιμετώπισή του παραμένει ἀκριβῶς ἡ ἴδια ὅπως καί τότε πού πρωτοεμφανίστηκε – ἀμήχανη, μετέωρη ἀνάμεσα στήν συμπάθεια καί τήν ἀπέχθεια, ἀπό τούς πολλούς ἀδιάφορη. Γιατί ἀκριβῶς τόσα χρόνια μετά, ἡ μαζοποίηση, πολιτική καί κοινωνική, συνεχίζει νά κυριαρχεῖ καί νά ἐχθρεύεται τά πρόσωπα μέ ἰδιαίτερη δική τους φωνή καί κρίση. Γιατί πέρασε σχεδόν ἕνας αἱῶνας καί ἀκόμη δέν μποροῦμε νά διανοηθοῦμε ἀλλαγή ἐκτός καί ἐντός μας, δίχως κάποιους σωτῆρες, ἡγέτες καί μεσσίες. Γιατί ἕναν αἰῶνα μετά, τά ἀξιοτέρα κείμενα τῆς γραμματείας μας, (ἔστω τῆς νεοελληνικῆς), ἀκόμη παραμένουν ἀπόμερα ἀπό τήν παιδεία καί τήν εὐρύτερη ἀποδοχή.

Ἐπιτρέψτε μου μία συμβουλή. Ἐάν θέλετε πράγματι νά ἀντιληφθεῖτε τήν σκέψη, τόν στοχασμό καί τήν κρίση τοῦ Ρένου, (μέ ὅλα τα ὑπέρ καί τά κατά), ἀνατρέξτε στίς πηγές, δηλαδή στά βιβλία του, στίς ἐκπομπές του, στίς ἀνθολογίες του. Τό ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας τό μόνο πού θά σᾶς προσφέρει εἶναι ἕνα καλά ἐνημερωμένο χρονολόγιο, κάποια παραλογοτεχνικά πού πιθανότατα δέν γνωρίζατε καί κάποιες ἐπιστολές του, πού δυστυχῶς δέν γνωρίζω ἐάν εἶναι καί οἱ σημαντικότερες ἤ οἱ πλέον δηλωτικές τοῦ βαθύτερου στοχασμοῦ του.

Βεβαίως γιά τό ἀρχεῖο σας μπορεῖτε νά προμηθευθεῖτε τό τεῦχος.

Ἀλλά μήν περιμένετε οὔτε κατά διάνοια νά βρεῖτε σ’ αὐτό αντιστοιχίσεις μέ τήν ζωντάνια, τήν πρωτότυπη κρίση καί τήν αἱρετική ματιά τοῦ Ρένου…

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend