Πλίνθοι καὶ κέραμοι μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς

OLD GREEK CAFE

(Άναδημοσίευση ἀπὸ τὸ παλαιό ἱστολόγιο. Ἐπειδή μὲ βάση τὸ κείμενο ξεκίνησε ἕνας διάλογος τὶς μέρες πού δημοσιεύθηκε, μὶα μόνο παρατήρηση: Δὲν ὑπερτιμῶ τὴν βαρύτητα τῶν ἄψυχων στὴν λογοτεχνική δημιουργία καὶ συμφωνώ ὅτι ἡ ποιότητα τῆς τελευταίας εἶναι πού προσθέτει ἤ ἀφαιρεῖ «ζωὴ» ἀπὸ τὰ κτίρια. Ἐκεῖνο πού τὸ ἄρθρο προσπαθεί νὰ ἀναδείξει εἶναι τὸ ἀποτὐπωμα τῆς πνευματικότητας στὸ ἀστικό περιβάλλον καὶ ἡ ἀπουσία τῆς συλλογικής μνήμης σὲ ἕναν λαὸ ποὺ αρέσκεται νὰ δηλώνει τῶν «τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων»..)

Λέγεται ὅτι κάποιο ἀπομεσήμερο στὴν πολύβουη ἀτμόσφαιρα τοῦ καφενείου τοῦ Ζαχαράτου, νεοσσὸς τῆς ποιητικῆς, περήφανος γιὰ τὸ πρῶτο του ποίημα ποὺ εἶχε δημοσιευθεῖ σὲ περιοδικὸ τῆς ἐποχῆς, προχώρησε θαρρετὰ καὶ μὲ κάποιαν ἀλαζονεία, πρὸς τὸν πιὸ γνωστὸ θαμῶνα καὶ τὸν ρώτησε: « Maitre, πιστεύετε πραγματικά ὅτι τὰ κτίρια ἔχουν ποιητικὸ παλμό.  Ὁ γενειοφόρος στὴν κορυφὴ τοῦ τραπεζιοῦ τὸν κοίταξε μιὰ στιγμὴ στοχαστικὰ καὶ τοῦ ἀπάντησε σὲ λόγο πεζό: « Mon cher, γνωρίζω κτίρια ποὺ ἀναπνέουν ποιητικὸ παλμὸν  ἐντονότερον ἐκείνου πολλῶν φιλολόγων…». (Ὁ ὅρος λογοτεχνία δὲν ἔχει ἐπικρατήσει ἀκόμη ἐντελῶς, θὰ καλύψει τὰ πάντα λίγα χρόνια ἀργότερα στὰ ὄψιμα τοῦ 20ου αἰῶνα, στὴν θέση τοῦ χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος φιλολογία). Ὁ νεαρὸς ζάρωσε σὲ μιὰ γωνιὰ μουτρωμένος – ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ κρίση τῶν καθιερωμένων λογίων ἔπαιζε ἀνάμεσα στὴν Κόλαση καὶ στὸν Παράδεισο, ἕνας εὐνοϊκὸς λόγος ἄνοιγε τὴν πόρτα στὸ σαλόνι τοῦ Παλαμᾶ καὶ μιὰ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ σὲ ἐξόριζε γιὰ καιρὸ ἀπὸ τὶς φιλολογικὲς παρέες τῶν καφενέδων.

Ἀγαπῶ πολὺ τὴν Ἀθήνα, τὴν ἀγαποῦσα  ἀκόμη καὶ σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ ἀσχήμια της ἦταν πολὺ πιὸ ἔντονη ἀπὸ σήμερα. Εἶναι νωπὲς οἱ μνῆμες ἀκόμη ἀπὸ τὸ πατρικό τῆς (τότε) ἀριστοκρατικῆς Μιχαὴλ Βόδα, σήμερα γεμάτης μπουρδέλα καὶ ἐνοχὲς ἀντιπαροχῆς. Θυμᾶμαι ἀκόμη ὅλους τοὺς μεροκαματιάρηδες ποὺ περνοῦσαν τὰ πρωινὰ νὰ ξυπνήσουν τὴν μεγαλοαστικὴ τάξη μὲ τὴν πραμάτειά τους καὶ τὰ στέκια καὶ τὰ καφενεῖα στὶς γωνιὲς τῶν δρόμων, γεμάτα ἀπὸ διενέξεις καὶ μαγκοῦρες πολιτικῶν καὶ ποιητάδων. Μαζὶ καὶ κάποια ἀρχοντικὰ ποὺ τὰ μάρμαρά τους ἀντέχουν ἀκόμη, φτιαγμένα καθὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς καλύτερους μαστόρους τῆς ἐποχῆς.

Ἀγαπῶ τὴν Ἀθήνα καὶ γι’ αὐτὸ θλίβομαι περισσότερο ποὺ λείπει ἀπὸ τὸν ἱστὸ της ἐκεῖνο ποὺ στὴν Εὐρώπη ὀνομάζουν πολιτιστικὸ (λογοτεχνικὸ) μονοπάτι. Ὁ περίπατος ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ ὡς τὴν Καπνικαρέα μετράει περίπου τὴν μισὴ ὥρα, μὰ εἶναι μιὰ διαδρομὴ ποὺ ὅποιος θέλει νὰ ταξιδέψει στὴν πόλη ὡς τὰ ὕστερα τῆς δεκαετίας τοῦ 50, μπορεῖ νὰ χρειαστεῖ ὧρες, ἴσως καὶ μέρες.

Νάτο λοιπὸν τὸ καφενεῖο τοῦ Ζαχαράτου ποὺ ἔλεγα πιὸ πάνω, ἡ καρδιὰ τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τὸ 1880 καὶ μετά, (δίπλα σχεδὸν στὴ Μεγάλη Βρετανία, σήμερα θαρρῶ ἐκεῖ εἶναι τὸ AthensPlaza), Βουλὴ δεύτερη, (καὶ ἴσως πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ τὴν πρώτη) καὶ στέκι διάσημων λογοτεχνῶν τῆς ἐποχῆς. Δεκαετίες φιλολογικῶν διενέξεων, ποιημάτων καὶ πεζῶν ποὺ πρωτακούστηκαν στὰ τραπέζια του, ἀγώνων γιὰ τὴν δημοτική, κουτσομπολιῶν τοῦ φιλολογικοῦ σιναφιοῦ. Καὶ ὅταν ἀκούστηκε ὅτι θὰ κλείσει, σκηνὲς μελαγχολίας ἐκτυλίχθηκαν ἔξω ἀπὸ τὶς πόρτες του καὶ ὁ τακτικὸς γενειοφόρος θαμῶνας του (πρόκειται φυσικὰ γιὰ τὸν Σουρῆ), ἔγραψε ὁλόκληρο κατεβατό, μπᾶς καὶ ἐμποδίσει ἐκεῖνο ποὺ πολλοὶ θεωροῦσαν πραγματικὸ ἔγκλημα… νὰ οἱ πρῶτοι στίχοι…

 

Κλείνει μέγα καφενεῖον

ἀναμνήσεων σπανίων

μὴ ρωτᾷς ἐρατεινέ,

γιὰ τὸ κράτος – συμφορά του!…

Κλᾶψε γιὰ τὸν καφενὲ

μοναχά τοῦ Ζαχαράτου

[ ]

 

Ὅποιος ἔχει περπατήσει στὸ Παρίσι ἢ στὴ Ρώμη, ξεύρει καλὰ πὼς ἀκόμη καὶ τὸ σημεῖο ποὺ ἀναπαύτηκε ὁ Καίσαρας, (κάθε Καίσαρας, τὸ κάθε ἱστορικό πρόσωπο..), ἔχει πάνω του μιὰ ἀναμνηστικὴ πλάκα, ἕνα μουσεῖο, μιὰ γραμμένη ἱστορία – καὶ ὄχι μόνο γιὰ τοὺς τουρίστες. «Ά, μὰ ἐδῶ ἔζησε ὁ Baudelaire, ἐκεῖ ἔτρωγε ὁ Hugo.., ἅ! γιὰ δεῖτε, νὰ τὸ τραπεζάκι ποὺ ἔγραφε ὁ Sartre…” ἀναφωνοῦν οἱ Γάλλοι καὶ νοιώθεις ὅτι, πέρα ἀπὸ τὸν Γαλατικὸ σωβινισμό, τὸ πολιτιστικό τους μονοπάτι ὑπάρχει, εἶναι ἀποτυπωμένο στὴν σημερινὴ πόλη, περνάει μέσα ἀπὸ τὰ μπιστρό, περπατάει σὲ μιὰ ταπεινὴ αὐλὴ μὲ ἁπλωμένη μπουγάδα καὶ καταλήγει στὸν ἰσόγειο καφενὲ σὲ ἕνα τραπεζικὸ συγκρότημα.  Μιὰ πόλη μέσα στὴν πόλη, μιὰ ἐναλλακτικὴ διαδρομή, μὰ κυρίως μιὰ διαδρομὴ ζωντανῆς μνήμης. Μὰ τὸ κυριότερο εἶναι πὼς ἁπλοί, καθημερινοὶ ἄνθρωποι, ἔχουν ἐνσωματώσει τὶς λογοτεχνικὲς σκιὲς στὴν καθημερινή τους διαδρομὴ καὶ ἔχουν μάθει νὰ διακρίνουν τὴν ποιητική τους ἱστορία ἀκόμη καὶ σὲ ἁπλὰ ὑλικὰ ἀποτυπώματα.

Ψάχνω μιὰ πλάκα γιὰ τὸν παλιὸ καφενὲ στὸ Σύνταγμα ποὺ καθόρισε τὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου καὶ στὰ τραπέζια του γράφτηκαν μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ λογοτεχνικὰ κείμενα, ἀλλὰ εἰς μάτην. Μὰ σάμπως καὶ στὴν Ἀσκληπιοῦ  ὑπάρχει κάτι σημαντικὸ νὰ θυμίσει ὅτι ἐδῶ γιὰ χρόνια, στὸ σαλόνι τοῦ Παλαμᾶ, χτυποῦσε ἡ καρδιὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὅλου του τόπου; Ἀπὸ τὴν γοητεία αὐτοῦ τοῦ σαλονιοῦ λέγεται ὅτι ἐμπνεύστηκε καὶ ὁ Καραγάτσης τὴν μορφὴ τοῦ Δάσκαλου στὸν Κίτρινο φάκελο, τὸν Κωστῆ Ρούσση. Πάλι καλὰ ποὺ χάρη σὲ ἰδιῶτες, ὑπάρχει τὸ ἐπίσης πανέμορφο κτίριο ἵδρυμα «Κωστὴς Παλαμᾶς», κατασκευὴ τοῦ 1857. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ σπίτι τοῦ Σουρῆ στὸ Φάληρο βρίσκεται σὲ καλύτερη μοῖρα; Μιλάω γιὰ τὸ Φάληρο ποὺ ἦταν ἰδιόκτητο –  γιὰ νὰ μὴν μιλήσω γιὰ τὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι του στὴν ὁδὸ Πινακωτῶν, (σημερινὴ Χαριλάου Τρικούπη), ἀπὸ ὅπου περνοῦσε ὅλο το λογοτεχνικὸ ἀσκέρι, ἀκόμη καὶ τὴν μέρα ποὺ ὁ Σουρῆς ψυχορραγοῦσε.. Ἀφῆστε τὸ σπίτι τῆς Κάλας, τὸ ὑπέροχο σπίτι τῆς Κάλας στὰ Πατήσια καὶ χιλιάδες, (κυριολεκτικὰ χιλιάδες), ἄλλα..

Τὸ καφενεῖο, τὰ βιβλιοπωλεῖα, (ἰδιαίτερα τῆς Ἑστίας καὶ τοῦ Ἐλευθερουδάκη),  τὰ σπίτια τῶν λογοτεχνῶν καὶ τὰ γραφεῖα ἀπὸ δεκάδες περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ἦσαν κέντρα σπουδαῖα λογοτεχνικῆς παραγωγῆς, μελέτης, συγκρούσεων καὶ ἐκπαίδευσης στὴν Ἀθήνα στὸ τέλος τοῦ 19ου καὶ στὲς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα. Ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς γράφει κάπου στὰ 1916.. «Ἔλυσα τὸ πρόβλημα τῆς μελέτης… νὰ μελετᾶτε μέσα εἰς τὸ καφενεῖον. Τὸ σπίτι μὲ πλήττει. Αἰσθάνομαι ἐκεῖ μεγάλην δύναμιν ἀντιδράσεως ἐναντίον τοῦ βιβλίου.. (τὸ καφενεῖον) σᾶς παρέχει τοῦ ὡραιοτέρου εἴδους τὴν ἀπομόνωσιν. Τὴν μοναξιὰν μέσα εἰς τὸν κόσμον, τὴν γαλήνη μέσα εἰς τὴν ταραχήν, τὴν μελέτη μέσα εἰς τὴν τύρβην».

Ψάχνω γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Σουρῆ, γιὰ τὸ ὁποῖο κάποιος ἔγραψε, ἴσως καὶ λίγο ὑπερβολικά, πὼς «ἂν δὲν ὑπῆρχε, οἱ γράφοντες θὰ εἶχαν ἐλαττωθεῖ τουλάχιστον στὸ μισό». Τόσες ἤσαν οἱ ζυμώσεις του καὶ ἡ ἐπιρροή του. Ψάχνω, ἐκεῖ Αἰόλου καὶ Ἑρμοῦ, πάνω στὰ στενὰ βρώμικα σημερινὰ πεζοδρόμια, μιὰ σημείωση γιὰ τὸ καφενεῖο «Ἡ Ὡραία Ἑλλάς», ἄλλο μεγάλο πολιτικὸ καὶ πνευματικὸ στέκι τοῦ χθές. Γράφει πένα τῆς ἐποχῆς καὶ τὸ ἀποδίδω ἐλεύθερα: « ..ἡ Ὡραία Ἑλλὰς ἦταν τὸ πολιτικὸ καὶ φιλολογικὸ βαρόμετρο τῆς ἐποχῆς. Ὅταν οἱ βασιλεῖς περνοῦσαν ἀπὸ μπροστά του ἡ παγωμάρα καὶ τὰ βλέμματα τῶν θαμώνων ποὺ κοιτοῦσαν ἀλλοῦ, ἦταν ἀπόδειξις χαμηλῆς δημοφιλίας καὶ δυσαρέσκειας. Καὶ ὅταν ἕνα ποιητὴς πρωτοδιάβαζε τὰ νέα του ποιήματα στὸ ἀπαιτητικὸ φιλολογικὸ κοινό, ἡ χλιαρὴ ἀντίδρασις πιθανότατα ἔκλεινε προσωρινῶς τὸν δρόμο γιὰ τὸ τυπογραφεῖον..».

Ηνωμένα Βουστάσια

 

Ἦταν τόση ἡ δύναμη καὶ ἡ αἴγλη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ποὺ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπίσης γνωστὰ στέκια τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνα, τὰ «Ἡνωμένα Βουστάσια» (!!!), ἀρχίζει τὴν διαφήμισή του, κάπου στὰ 1911: «Τὸ περίφημον ἐν Ἀθήναις φιλολογικόν, δημοσιογραφικὸν καὶ καλλιτεχνικὸν κέντρον. Ὅλοι οἱ πνευματικαὶ Ἀθῆναι, αἳ Ἀθῆναι τῆς ἀριστοκρατίας τοῦ πνεύματος συχνάζουν στὰ Ἡνωμένα Βουστάσια»! Στὴν Πανεπιστημίου κι αὐτό, σχεδὸν πάνω του εἶναι σήμερα τὸ ξενοδοχεῖο Τιτάνια… (προσέξτε τὴν θέση ποὺ κατεῖχε το «πνεῦμα» στὸ ἀξιακό σύστημα τῆς ἐποχῆς).

Ἂν συνεχίσω θὰ γίνω ἄδικος, γιατί τὸ ὑλικὸ τεράστιο. Θὰ μείνει ἀπέξω ἡ Δεξαμενὴ στὸ Κολωνάκι, ἡ περίφημη χαμηλοβλεποῦσα φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ, (τραβηγμένη νομίζω ἀπὸ τὸν Νιρβάνα), χῶρος διακριτὸς γιὰ τὶς προοδευτικὲς ἰδέες του καὶ τὴν ἐμβληματικὴ φυσιογνωμία τοῦ Βάρναλη, μόνιμου θαμῶνα στὰ τραπέζια του, ποὺ ἄρχισε νὰ συχνάζει ἐκεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα. Ἡ μελέτη γιὰ τὸ πτυχίο τῆς φιλοσοφικῆς στὰ ἴδια αὐτὰ τραπεζάκια ἔγινε. Πρὸς τὰ ἐκεῖ ἀνηφόριζαν γιὰ δεκαετίες ὁ Καζαντζάκης, ὁ Σικελιανός, ἡ Ἀλεξίου καὶ δεκάδες ἄλλοι γνωστοὶ ἢ ἄγνωστοι πιὰ σήμερα. Οἱ ζυμώσεις, οἱ διαμάχες καὶ ἡ λογοτεχνικὴ παραγωγὴ εἶναι τόση, ποὺ ἡ Γαλάτεια Καζαντζάκη σὲ συνέντευξή της θὰ φτάσει νὰ μιλήσει γιὰ «Σχολὴ τῆς Δεξαμενῆς».

Τὸ πατάρι τοῦ Λουμίδη τοῦ μεσοπολέμου, θέλει μόνο του ἕνα βιβλίο, ἀκόμη καὶ οἱ Λουμίδηδες ποὺ τὸ ἄνοιξαν ἀρχικὰ γιὰ τὴν προώθηση τοῦ ἐμπορικοῦ τους, ἀπὸ ὅσο ξέρω δὲν ἔχουν βγάλει ὡς τὰ σήμερα οὔτε ἕνα λεύκωμα γιὰ τὰ φιλολογικά του τραπέζια, ὅπου ὁ Ἐλύτης καὶ ὁ Γκάτσος πρωτοεμφανίστηκαν, γιὰ νὰ τὸ ἐγκαταλείψουν χρόνια ἀργότερα ὅταν τῆς μόδας ἔγινε τὸ Μπραζίλιαν, τοῦ Ἀπότσου ἢ ἀκόμη καὶ τὸ Βυζάντιον στὴν πλατεῖα Κολωνακίου.

Μαῦρος Γάτος, Τὸ Νέον Κέντρον, τὸ πράσινο Δεντρί, τὸ Πανελλήνιον, ἡ Εὐρώπη, ὁ Σοφὸς Κοραής, ἡ Εὔβοια, τὰ σπίτια ἢ οἱ παράγκες (κατὰ περίπτωση) τῶν ποιητῶν, τὰ δεκάδες περιοδικὰ ποὺ τὰ διάβαζαν στὴν πλατεῖα Συντάγματος καὶ ἀπὸ κάτω ἁπλοὶ ἄνθρωποι σχολίαζαν, ἔκριναν, ἀπέρριπταν… ὅλα ἢ τὰ περισσότερα στὸ ἱστορικὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας..

Ἂν σταθεῖτε στὴ γωνιὰ Ἀθηνᾶς μὲ τὴν Ὁμόνοια, θὰ θαυμάσετε ἀκόμη καὶ σήμερα τὸ περίφημο Μπάγκειον,  ἔργο τοῦ Ziller (πάνω ἀπὸ 800 ἔφτιαξε ὁ ἔρμος, μὰ ἐλάχιστα σῴζονται πιά), παλιὰ κατοικία τοῦ Τρικούπη, μετέπειτα ξενοδοχεῖο, μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ λογοτεχνικὰ ὑπόγεια καὶ τοὺς περισσότερους καταραμένους ποιητὲς νὰ τὸ προτιμοῦν, ἴσως γιὰ τὸν ὑπόγειο συμβολισμό του, ἴσως γιὰ τοὺς καλύτερους λουκουμάδες σὲ ὅλη τὴν Ἀθῆνα, μπορεῖ καὶ γιὰ τὰ ναρκωτικὰ ποὺ ντουμάνιαζαν τὸ χῶρο. Ἴσως οἱ πιὸ γνωστοὶ θαμῶνες του νὰ κυκλοφοροῦν ἀκόμη σὰν σκιὲς  γύρω του. Νὰ ὁ Τέλλος Ἄγρας, πολλὰ ἀπὸ τὰ κριτικά του σημειώματα γραφτῆκαν ἐδῶ. Νὰ καὶ ὁ Ρίτσος, ἀκόμη ἄσημος, ἀκόμη στὰ πρῶτα του βήματα. Ἅ! ἰδού ὁ Ζῶτος, κάθε μέρα ἐδῶ καὶ ἕνα ποίημα γιὰ τὴν Πολυδούρη, τὸν μεγάλο του ἔρωτα, ὁ ἀστικὸς (ποιητικὸς) μῦθος λέγει πὼς πρὶν πεθάνει, τὸ τελευταῖο γράμμα τὸ ἄφησε στὸ περβάζι στὸ Μπάγκειο (τὸ πιστοποιητικὸ θανάτου του ἔγραφε γιὰ φυματίωση, μὰ τί νὰ καταλάβουν οἱ γιατροὶ ἀπὸ ἐρωτικὰ ἀνεκπλήρωτα; ) Ἀχνοφαίνεται ἡ Μυρτιώτισσα, κι ὁ Βάρναλης… Α! καὶ ὁ Λαπαθιώτης πάντα τελευταῖος, ἐστέτ, ντροπαλὸς καὶ εἴρων ταυτόχρονα. Οἱ τοῖχοι τοῦ ξενοδοχείου θὰ βαρεθοῦν νὰ ἀκοῦν γιὰ γαλλικὴ ποίηση καὶ Καβάφη, τὰ πιὸ ἀγαπημένα θέματα τῆς λογοτεχνικῆς  συντροφιᾶς…

Νὰ καὶ ἕνα μικρὸ στιχούργημα ἀπὸ τὸν Μπολέτση, μέρος τῆς συντροφιᾶς καὶ τακτικὸ θαμῶνα, ποὺ δίνει ἕνα κλίμα καὶ ἀποτυπώνει καὶ τὴν πεῖνα, ἴδιον πολλῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς καὶ ὄχι μόνον…

 

ΠΑΓΚΕΙΟΝ

(Τὸ χάνι τῶν ποιητῶν)

Ἀπὸ κρότους σερβίτσων βοίζει

ἡ ἀτμόσφαιρα κι ἔχει καπνιὰ

λουκουμάδων γλυκειὰ εὐωδιὰ

καὶ τσικνίλα μυρίζει

Μὲ φωνὲς δυνατὲς συζητοῦνε

γιὰ τὴν τέχνη, δυὸ τρεῖς νεογνοὶ

μὰ τὴν πίστη μου, εἶναι ἁγνοὶ

καὶ τὴν τέχνη πονοῦνε

Βλέποντάς τους μονάχα φοβοῦμαι

μὲ τοῦ λόγου τὴν ἔξαψη, ἐκεῖ

καθὼς εἶναι κι οἱ τρεῖς νηστικοὶ

 μὴν τυχὸν φαγωθοῦνε.

 

Το πατάρι τού Λουμίδη

 

Ἃς βάλω μιὰ τελεία, πίστεψα πὼς θὰ προλάβαινα κάτι ἀπὸ τὸ ἄρωμα, κάτι ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρα νὰ δώσω, μὰ εἶναι τόσος ὁ ὄγκος ποὺ ματαιοπονῶ. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι πὼς γιὰ περίπου 70 χρόνια καὶ πάνω, τὸ ἀστικὸ περιβάλλον τῆς Ἀθήνας βοήθησε νὰ γεννηθεῖ ἡ σημαντικότερη ντόπια λογοτεχνικὴ παραγωγὴ καὶ τὸ σινάφι  νὰ κινεῖται μέσα ἀπὸ ὁμαδικὲς προσπάθειες, σχολὲς καὶ πολλὲς προσπάθειες πνευματικὲς μέσα στὴ ζωντανὴ ἀνάσα τῆς πόλης, στὴν καθημερινή της κίνηση. Ὁ χῶρος τῶν σπιτιῶν καὶ τῶν κτιρίων, ἡ πολεοδομία τοῦ κέντρου, οἱ καθημερινοὶ ρυθμοὶ καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ ἐκτίμηση ποὺ εἶχε ἀκόμη καὶ ὁ ἀναλφάβητος κόσμος στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, βοήθησε ἐκεῖνα τὰ χρόνια νὰ ὑπάρξει λογοτεχνικὴ πυκνότητα ἐξαιρετική. Μπορεῖ ὅλο αὐτὸ νὰ ξεκίνησε ἀπὸ ἕναν μιμητισμὸ τῶν γαλλικῶν μπιστρό, μὰ ἔδεσε πολὺ καλὰ στὸν ἑλληνικὸ χαρακτῆρα καὶ προπάντων ἔδωσε διέξοδο σὲ νεαροὺς λογοτέχνες καὶ πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ πολλὲς φορὲς τοὺς ἔλειπε ἡ στέγη ἢ ἕνα πιάτο φαγητό.

Γίνονται προσπάθειες καὶ σήμερα, ὅσο μπορῶ νὰ ξέρω, γιὰ ἀναβίωση σὲ κάποια στέκια. Παλιότερα προσπάθησα νὰ μπῶ στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Φίλιον, τοῦ νέου Brazilian, τοῦ νέου Ζώναρς καὶ ἀρκετῶν ἄλλων ποὺ ὀνοματοδοτήθηκαν μὲ βάση τὴν παλιὰ αἴγλη τῶν προγόνων τους. Μὰ φυσικὰ δὲν εἶναι καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ ἴδιο. Ὁ ἴδιος ὁ ρυθμὸς τῆς πόλης, τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ περίγυρου, ἡ ποιότητα τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, λειτουργοῦν πιὰ ἀπαγορευτικὰ γιὰ τὴν ἴδια ζωντάνια, τὸ ἴδιο πάθος, τὸ ἴδιο πεῖσμα καὶ προπαντὸς τὶς ἴδιες ἀγωνίες…

Ἔχουν τὰ κτίρια ποιητικὸ παλμό; Μπορεῖ ναί, μπορεῖ ὄχι, θὰ ἀφήσω παρακάτω τὴν ποίηση νὰ ἀπαντήσει. Μὰ κεῖνο ποὺ σίγουρα μποροῦν νὰ κάμουν εἶναι νὰ λειτουργήσουν σὰν σύμβολα λογοτεχνικῆς μνήμης, ὄχι σὰν ἀπολιθωμένα μνημεῖα καὶ ἐντοιχισμένες πλάκες, μὰ σὰν ζωντανοὶ χῶροι ποὺ θὰ μεταφέρουν σὲ νέους ποιητάδες τὴν συνέχεια τῶν παλιῶν ὁμοτέχνων τους καὶ θὰ εἶναι ὁδοδεῖκτες γιὰ ὅποιον θέλει νὰ γνωρίσει καὶ μιὰ ἄλλη πλευρὰ τῆς Ἀθήνας, μιὰ ἱστορικὴ διαδρομὴ ἐλάχιστα γνωστὴ στοὺς περισσότερους ποὺ καθόρισε τὴν ἱστορία της, τὸν πολιτισμό της, τὸ πνεῦμα της..

Κάπου πρὶν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 60, ᾖρθε ἡ ἀντιπαροχὴ καὶ τὸ ἀστικὸ τοπίο ἄλλαξε. Κι ἂν, γιὰ τὶς παράγκες τῶν ἐξαθλιωμένων στὶς χωμάτινες αὐλές, ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ κακομούτσουνη πολυκατοικία ἦταν μιὰ λύτρωση ἀπὸ τὴν φυματίωση, τὴν βρωμιὰ καὶ τὴν λάσπη, ἡ μανία παρέσυρε καὶ κατοικίες, καφενεῖα καὶ λογοτεχνικὰ στέκια, ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν ἐξαίρετη ἱστορία τους, στάθηκαν καὶ ἐκπληκτικὰ δείγματα ἀρχιτεκτονικῆς κι ἔδιναν στὴν Ἀθῆνα ταυτότητα, κῦρος, χῶρο, ἀνάσα.

Πολὺ ἐνδεικτικὰ λίγοι στίχοι, σὰν ἐπιτύμβιο σὲ μιὰ Ἀθήνα ποὺ ἔφυγε καὶ δυστυχῶς τὰ τοῦβλα καὶ τὰ μάρμαρα δὲν ἦταν τὰ μόνα ποὺ ἀποχώρησαν μαζί της…

Ἐπειδὴ πολλοὶ μπορεῖ νὰ σκεφτοῦν ὅτι παραδίνω σημασία σὲ πράγματα νεκρὰ καὶ ἄψυχα, νὰ καὶ ἕνας ποιητής, ὁ Σπύρος Τζουβέλης, ποὺ τὸ βλέπει ἀπὸ πιὸ πραγματικὴ σκοπιά, μὰ ὁ στίχος καὶ πάλι θὰ καταλήξει στὸν «πόνο τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀνθρώπων»..

 

Τὸ ἄδειο σπίτι

Αὐτὸς ποὺ τοὺς χτύπησε τὴν πόρτα

δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἐπισκέπτης

ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀδειάζει τὰ σπίτια

ἀπὸ τὴ σκιὰ τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν βάλαν μέσα καὶ τὸν κέρασαν γλυκὸ

ὕστερα τοὺς πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι κι ἔφυγαν.

Κι ὅλα τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ, ὅλα τὰ ἔπιπλα

στὴ θέση τους ἔμειναν ὅπως ἦταν.

Δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀναπολοῦν ἢ λυποῦνται,

δὲν ἔχουν αἰσθήματα ὅπως φαντάζονται μερικοί,

τὰ πράγματα εἶναι πράγματα, τίποτε ἄλλο.

Ἁπλά, οἱ πολυθρόνες δείχνουν μάταιες

χωρὶς νὰ τὶς βουλιάζει ἀνθρώπινο σῶμα

τὸ τραπέζι ἄχρηστο χωρὶς φαγητὰ

ὁ ὑπολογιστὴς δὲν ἀνοίγει μοναχός του

κοιτάζουν στὸ κενὸ οἱ φωτογραφίες

καὶ τὸ ψυγεῖο χάσκει μὲ τὴν πόρτα τοῦ ἀνοιχτή.

Τὰ πράγματα δέχονται τὴ σκόνη στὸ ἡμίφως

δὲν κάνουν τίποτε νὰ τὴ διώξουν

δὲν ξέρουν νὰ κάνουν τίποτε ἄλλο

χωρὶς τὴν πνοὴ τῶν ἀνθρώπων τους

ποὺ ἔφυγαν ξαφνικὰ κι ἀπροσδόκητα

δίχως ν’ ἀφήσουνε σημείωμα ὅτι ἐπιστρέφουν.

 

Νὰ κι ἕνα πολύ καλό τοῦ Σεφέρη, γνωστὸ φυσικὰ στοὺς περισσότερους, μὰ ἀξίζει ἡ ἐπανάληψη νομίζω, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν τελευταῖο στίχο…

 

Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν.

Ἔτυχε νὰ ‘ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ

κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ

κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι

εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλούς τὰ σκάγια

οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾷς γιὰ τ’ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ

μήτε γιὰ τὴ μικροῦλα σουσουράδα

ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της

δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια

ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.

Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ

ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,

κεντοῦν παραθυρόφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες

γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα

ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,

ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν

μ’ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ’ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν

μ’ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν

ἢ ποὺ χαθῆκαν, τώρα ποὺ ἔγινε

ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,

θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους

καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω ἀκόμη

καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς

μ’ ἕνα κρεββάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου

κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι

πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ’ ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν

μ’ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα

καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες

γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,

πὼς ἑτοιμάζεται νὰ’ ρθεῖ νὰ μ’ ἀποχαιρετήσει

ἢ μιὰ γυναῖκα ἐλικοβλέφαρη βαθυζώνη

γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,

ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παραθυρόφυλλα,

μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,

πῶς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει

ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ’ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

 

Ἃς κλείσω μὲ Βρεττάκο, ὄμορφο καὶ πιὸ συμβολικὸ ἀπὸ ὅτι φαίνεται μὲ τὴν πρώτη ἀνάγνωση…

 

Ἐπιστροφὴ

Μὲ σπαραγμὸ  κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου

βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,

μὲς ἀπ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.

-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.

Γοργά το τζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν’  ἀνάψει.

κι ἐνῷ ἀπ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκὲς του λάμψεις,

μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου

δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…

 

Τὸ ξενοδοχεῖο Ἀκταῖον στὰ 1930. Ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ αριστουργήματα ποὺ τὸ πολιτισμένο αὐτό κράτος, (μαζί μὲ τὸν πολιτισμένο λαό του), παρέδωσε λάφυρο στους πεινασμένους εργολάβους καὶ τὴν ἐκλεκτἠ ἐκλογική του πελατεία..

 

Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀκολουθήσετε τὸ (ἀόρατο) πολιτιστικὸ μονοπάτι στὴν Ἀθήνα σήμερα, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ σᾶς κοιτοῦν περίεργα τὴν ὥρα ποὺ στέκεστε μπροστά σε τράπεζες, ἐφορίες καὶ θηριώδη κτίσματα μὲ νοσταλγικὸ βλέμμα – γιατί τὰ περισσότερα παλιὰ κτίρια τέτοια μορφὴ ἔχουν σήμερα. Ἐὰν μάλιστα ψιθυρίσετε στὸ γκαρσόνι τὴν φράση «παρακαλῶ τὸν ἐρατεινόν μου…», καφὲ δὲν πρόκειται νὰ πιεῖτε στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Στὰ ράφια τῶν βιβλιοπωλείων, ἐκτὸς ἀπὸ κουτσομπολιὰ καὶ κάποια εἰδικὰ ἀφιερώματα δύσκολα θὰ βρεῖτε αὐτὰ τὰ πολιτιστικὰ ὀδοσήμαντρα, ἐκτὸς ἀπὸ δύο ἐξαιρέσεις ποὺ συνιστῶ ἀνεπιφύλακτα:

Α. Φιλολογικὰ σαλόνια καὶ καφενεῖα τῆς Ἀθήνας (τοῦ Γιάννη Παπακώστα) – ἔξοχη μελέτη αὐτοῦ ποὺ λέει ὁ τίτλος, τὸ εἶχα ἀγοράσει κάποτε ἀπὸ Ἑστία, τώρα νομίζω κυκλοφορεῖ ἀπὸ Πατάκη. Τσουχτερὸ στὴν τιμὴ ἂν θυμᾶμαι καλά, μὰ ἄξιο. Ὄχι μόνο γιὰ τὸ περιεχόμενό του (ποὺ νὰ χωρέσει τόσα καὶ τόσα πράγματα), ἀλλά καὶ γιὰ τὶς πολὺ καλὲς παραπομπές του. Σ αὐτὲς ἔχουν στηριχτεῖ πάνω ἀπὸ 50 ἐργασίες ποὺ ἔκαμα παλιότερα…

Β. «Ἀθήνα, ἰχνηλατώντας τὴν πόλη μὲ ὁδηγὸ τὴν ἱστορία καὶ τὴν λογοτεχνία», ἀπὸ Ἑστία, τῶν Γιοχάλα καὶ Καφετζάκη. Αὐτό μου τὸ ἔστειλαν πρόσφατα κι ἀκόμη δὲν ἀξιώθηκα νὰ τὸ μελετήσω μὰ ἀπὸ τὸ ξεφύλλισμα δείχνει ἐξαιρετικό… Τσουχτερὸ ἐπίσης, στὰ ἴδια περίπου ἐπίπεδα μὲ τὸ προηγούμενο…

Πιστεύω πὼς τὰ δυὸ εἶναι ἀρκετὰ καὶ δίνουν εἰκόνα ὁλοκληρωμένη. Ὅποιος θέλει νὰ προχωρήσει παραπέρα σε μελέτες καὶ γνώσεις εἰδικές, τοῦ δίνουν ὅλο το περιθώριο νὰ τὸ κάνει. Πολὺ ὑλικὸ καὶ στὰ παλιὰ τεύχη τῆς Ἑστίας (τὸ περισσότερο θάλεγα, θὰ τὰ βρεῖτε ψηφιοποιημένα στον ἱστότοπο τοῦ ΕΚΕΒΙ) καὶ στὸν Σουρῆ, ἰδίως στὸν Σουρῆ, στὰ ἅπαντά του πρωτοδιάβασα γιὰ ὅλα τοῦτα τὰ στέκια, μὰ τότε ἀγνοοῦσα σὲ μεγάλο βαθμό τῆν σημασία τους…

 

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend