Πληγώσου κι ἄλλο γιατί αυτό δὲν φτάνει…

OLD BOOKS WITH POETS

(τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 2015 στὸ παλαιό ἱστολόγιο σὲ μονοτονική γραφή, ἐδῶ ἀναδημοσιεύεται μὲ λίγες διορθώσεις καὶ σὲ πολυτονική γραφή)

(Στὴν μνήμη τοῦ Λευτέρη, ποὺ ἡσύχασε νωρίς..)

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχὲς μας ταξιδεύοντας ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι;

 (Γ.Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

 

Μελαγχολία τοῦ Ἰάσονος Κλεάνδρου· ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.X.      

 

Τὸ γήρασμα τοῦ σώματος καὶ τῆς μορφῆς μου

εἶναι πληγὴ ἀπὸ φρικτὸ μαχαῖρι.

Δὲν ἔχω ἐγκαρτέρηση καμιά.

Εἰς σὲ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,

ποὺ κάπως ξέρεις ἀπὸ φάρμακα·

νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καὶ Λόγω.

 

Εἶναι πληγὴ ἀπὸ φρικτὸ μαχαῖρι.

Τὰ φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,

ποὺ κάμνουνε —γιὰ λίγο— νὰ μὴ νοιώθεται ἡ πληγή.

(Κωνσταντῖνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ἴκαρος 1984)

 

Ὑπάρχει μία πολυθρόνα δίπλα στὸ τζάκι τῆς βιβλιοθήκης μου, ἀφιερωμένη σὲ πρόσωπα φιλικὰ ποὺ ἔρχονται πάντα ἀπρόσκλητα, σχεδὸν πάντα μεταμεσονύκτια καὶ ἀναζητοῦν τὴν ἡδονὴ μίας συζήτησης λογοτεχνικῆς, συντροφιὰ μὲ ἀλκοόλ, καπνὸ καὶ χειρόγραφα ἀνέκδοτα. Κάποτε ἡ συζήτηση τελειώνει στὸ πρῶτο ποτῆρι, ἄλλοτε στὶς πρῶτες ἡλιαχτίδες. Ἕνα τέτοιο βράδυ, (πέρασαν νομίζω δύο μῆνες ἀπὸ τότε..), μία φίλη ἀπὸ χρόνια δύσκολα καὶ στερημένα, μοῦ διηγήθηκε μία μικρὴ ἱστορία, τὴν παραθέτω μόνο καὶ μόνο γιατί τὴν πιστεύω καλὴ εἰσαγωγὴ σὲ κεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν σὲ τοῦτο τὸ κείμενο..

«… τὸν συνάντησα ἕνα βροχερὸ πρωινό, μπροστὰ ἀπὸ τὸ κτίριο τῆς BnF (σ.σ. Bibliotheque nationale de France), γιὰ τὶς ἀνάγκες μιᾶς ἐργασίας ἔπρεπε νὰ περάσω δύο περίπου ὧρες μέσα στὴν σιωπηλὴ αἴθουσα. Εἶναι μία διαδικασία ποὺ πάντοτε μοῦ φαίνεται λίγο ψυχρή, κάπως στενόχωρη. Ἐκεῖνος μπροστὰ στὸ θεόρατο κτίσμα φαινόταν μικροσκοπικός, τὸ ψιλόβροχο ἔσταζε πάνω του, τὰ χέρια του κρατοῦσαν σφικτὰ κάτω ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸ μπουφὰν ἕνα μάτσο χειρόγραφα, δὲν ξέρω πῶς πληροφορήθηκε τὸ πρόγραμμά μου, ὅμως περίμενε ἐκεῖ γιὰ ὥρα γιὰ νὰ μοῦ παραδώσει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή. Ἀποφεύγω νὰ κρίνω ἔργα τρίτων, στὸ τέλος ἀπομένει σχεδὸν πάντοτε μία πικρία, ἕνα συναίσθημα ἡμιτελὲς κι ἀνολοκλήρωτο, ἀλλὰ τὸν λυπήθηκα, λυπήθηκα τὸν κόπο του, τὴν προσμονή του, ἔμοιαζε σὰν νάχε κλείσει κάθε του ἐλπίδα σ ἐκεῖνες τὶς σελίδες. Δὲν εἴπαμε πολλὰ ἐκείνη τὴν ὥρα. Θέλω νὰ σοὺ πῶ, ὅτι ὅποτε ξεκινῶ νὰ διαβάζω στίχους νέων ποιητῶν, μέσα μου ὑπάρχει πάντα μία κρυφὴ ἐλπίδα γιὰ τὴν ἔκπληξη, γιὰ τὸν ποιητὴ ποὺ ἀκόμη δὲν ἀνακαλύφθηκε, γιὰ τὸ μεγάλο ταλέντο ποὺ χάνεται στὴν ταχύτητα τῆς μάζας καὶ τῆς ἐπιπόλαιης ἀνάγνωσης. Διαψεύστηκα ἀκόμη μία φορά. Οἱ στίχοι του εἶχαν κάποιες ποιότητες, τὸ ὕφος κατόρθωνε κάποτε νὰ ἐντυπωσιάσει, λίγοι στίχοι πήγαιναν πράγματι σὲ βάθος, τὸ σύνολο ἀπέπνεε αὐτὸν τὸν ἐπιτηδευμένο καὶ στερεότυπο πεσιμισμὸ τῶν περισσότερων νέων ποιητῶν. Τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι στὸ προαύλιο, τὸν κάλεσα γιὰ ἕναν καφέ, διστακτικά τοῦ εἶπα κάποια πράγματα γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ ἀπεμπλακεῖ ἀπὸ αὐτὴν τὴν a priori μελαγχολία, μία κατήφεια γιὰ τὴν ὁποία ἐγὼ δὲν ἔβρισκα λόγο. Ὅμως, ὅσο προχωροῦσε ἡ συζήτηση, μὲ ἔκπληξη ἀνακάλυπτα ὅτι μέσα του ὑπῆρχε πράγματι μία δυστυχία, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ἀπελπισία, ἕνα διαρκὲς φλὲρτ μὲ τὴν ματαιότητα, τὸ πεισιθάνατο· τὸ θέμα δὲν ἦταν οἰκονομικό, τουλάχιστον ὄχι σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ δικαιολογεῖ παρόμοια συμπεριφορά. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος στὸ ξεκίνημα τῆς ζωῆς του εἶχε κάποιες προοπτικές.. ἐργαζόταν σὲ μία μεγάλη ἐταιρία πληροφορικῆς, εἶχε μία σύντροφο ποὺ τὸν ἀγαποῦσε, ζοῦσε σὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔντονες πόλεις τοῦ κόσμου.. κι ὅμως, ἡ δυστυχία του ἦταν βιωματικὴ καὶ τὸ πρόβλημά του ἦταν ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀποτυπώσει μὲ ἐπιτυχία στὴν ποίησή του. Σκέφτηκα ὅλους τους νέους λογοτέχνες ποὺ κουβέντιασα στὸ παρελθόν.. τὰ ἴδια προβλήματα, ἡ ἴδια προσπάθεια, τὸ ἴδιο ἐκφραστικὸ ἀδιέξοδο. Πολλὴ δυστυχία καὶ σχεδὸν ταυτόχρονα μέτρια ἢ κακὴ ποίηση. Ἀκόμη καὶ κάποιοι καλοὶ στίχοι, δὲν μεταφέρονται στὸν κόσμο, δὲν τὸν παρηγοροῦν στὴν δυστυχία του, δὲν ἐνσωματώνονται στὴν συνείδησή του, περνοῦν πάνω ἀπὸ ἕνα ἀδιάβροχο δέρμα καὶ χάνονται. Ἀπάντησέ μου λοιπὸν ἐσύ, ποὺ συνεχῶς ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἡ λογοτεχνία μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πρακτικὰ θεραπευτική: γιατί ἡ ἐπιρροὴ της ὁλοένα καὶ λιγοστεύει; Γιατί οἱ ποιότητές της ἀδυνατοῦν νὰ ἐμβαθύνουν ἢ καὶ νὰ ξεσηκώσουν; Γιατί πρέπει νὰ περιμένουμε ἕναν νέο Baudelaire ἢ ἕναν νέο Καβάφη γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε καὶ πάλι γιὰ πρακτικὸ Λόγο, γιὰ τομὴ ἀνάμεσα στὴν ποίηση καὶ τὸ ὑπαρξιακὸ πρόβλημα; Μήπως τελικά τὰ ἀδιέξοδα στὴν λογοτεχνία ἀντανακλοῦν ἕνα πρόβλημα βάθους σκέψης καὶ ἀπόλαυσης καὶ ὄχι ἁπλῶς μία γλωσσικὴ ἢ νοηματικὴ ἀδυναμία;..».

Ἡ συζήτηση ξεστράτισε γρήγορα σὲ λαβυρίνθους, ἔτσι ὅπως μόνο ὁ προφορικὸς λόγος μπορεῖ νὰ ξεγλιστρᾷ ἀπὸ τὸ ἀφετηριακό του σημεῖο, ὅμως τὸ πρόβλημα ποὺ καταθέτει ἡ φίλη δὲν μοῦ εἶναι ἄγνωστο, ἡ ποίηση ὡς «φάρμακο νηπενθὲς» εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ ὁλόκληρους αἰῶνες. Τὴν ἴδια στιγμή, τὸ ἐρώτημα φίλων, συνεργατῶν, νέων ποιητῶν, μὰ καὶ ἁπλῶν ἀνθρώπων ἐπαναλαμβάνεται σχεδὸν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ κάθε ἐπικοινωνία μου μαζί τους: «Γιατί ἡ ποίηση, (μὰ καὶ συνολικότερα ἡ λογοτεχνία..) τὶς τελευταῖες δεκαετίες δυσκολεύεται τόσο στὴν ὑπαρξιακὴ κατάδυση, στὴν ἀποτύπωση γνήσιων συναισθημάτων, γιατί ἔχει πάψει νὰ εἶναι πραγματικὴ λογοτεχνία καὶ ξεστρατίζει ὅλο καὶ περισσότερο πρὸς τὸ ἀσθματικό, περιγραφικὸ καὶ ρηχὸ κείμενο; Ἀκόμη ὅμως καὶ ἂν ἀποδεχθοῦμε ὅτι δύο καὶ τρεῖς δεκαετίες ἀνθρώπινου χρόνου δὲν σημαίνουν τίποτε μέσα στὸ ἄχρονό τῆς ποίησης, τότε γιατί ἀκόμη καὶ δυνατὰ παλιότερα κείμενα δὲν μποροῦν νὰ ἔβρουν σημεῖο ἐπαφῆς μὲ ἕνα κοινωνικὸ σῶμα ποὺ ἐναγωνίως ἀναζητᾷ τὸ «συγκλονιστικὸ κέντρισμα», νέες ἀξίες, μιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν δυστυχία ποῦ βιώνει καθημερινά;»

Μπορῶ εὔκολα νὰ γίνω «λαϊκιστής», εὔκολος ἢ αὐτονόητος· καὶ νὰ θυμηθῶ νομίζω τὸν Mallarme ποὺ τὸ εἶπε κάπως ἔτσι: «Εἴμαστε ὄντα πεπερασμένα καὶ ἐρευνοῦμε τὸ ἀξεπέραστο (ἄπειρο), αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος τῆς ἀποτυχίας μας». Θὰ μποροῦσα ἐπίσης νὰ χρησιμοποιήσω τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε σ’ αὐτὴν τὴν διαπίστωση ὁ Κρίτων ὁ Ἀθανασούλης, (πολὺ τρυφερὸς ποιητής, μίαν ἄλλη φορὰ γιὰ τὸ ἔργο του, ἀξίζει..): «Τὸ καλλιτεχνικὸ ἔργο εἶναι μιὰ ἀέναη κίνηση τοῦ πνεύματος πρὸς τὶς πηγές του, χωρὶς καμία ἐλπίδα νὰ δροσιστεῖ ἀπὸ αὐτές». Διάβολε, ὁπωσδήποτε θὰ μποροῦσα νὰ χρησιμοποιήσω παρόμοια (ἐξαιρετικὰ εἶναι ἀλήθεια..) τσιτάτα καὶ τὸ θέμα νὰ τελειώσει ἐκεῖ. Δυστυχῶς ὅμως ἀντιπαθῶ τὶς εὐκολίες. Καὶ ἄλλωστε, ὑπάρχει ἕνα ζήτημα πρακτικό, ποὺ ἔρχεται καὶ ἐπανέρχεται καὶ κάποτε πρέπει νὰ ἀναμετρηθῶ μαζί του, τὰ μηνύματα στὴν ἀλληλογραφία μου εἶναι ὅλο καὶ πιὸ πιεστικά: «Γίνε ἐπὶ τέλους πρακτικός, δεῖξε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ ἡ λογοτεχνία νὰ ἀποτελέσει τὸ ἐφαλτήριο μιᾶς ἄλλης ζωῆς, πιὸ ἀνθρώπινης, πιὸ ἀξιακῆς καὶ τελικὰ λιγότερο δυστυχισμένης..».

Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μονοδιάστατα λογοτεχνικό, ἡ ἀφετηρία του εἶναι σαφῶς ὑπαρξιακή, δὲν εἶναι κὰν ζήτημα συγκυρίας ἢ ἐποχῆς. Παρακάτω θὰ δοῦμε ἀρκετὴ λογοτεχνία καὶ κάμποσους ὄμορφους στίχους, ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ ἀκουμπήσουμε τὸ πρόβλημα «ἀπὸ τὰ μέσα», δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὰ ἀδιέξοδά τῆς λογοτεχνίας μόνο μὲ τὰ δικά της ἐργαλεῖα. Πρὶν ἀπὸ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ φτάσουμε στὴν πηγή, στὸ κοινωνικὸ αἴτιο, στὴν μορφὴ τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίᾳς σήμερα, σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο.

Ὑπάρχει ριζωμένη μία παρανόηση, ἔχω βαρεθεῖ νὰ τὴν ἀκούω νὰ ἐκπέμπεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ σοβαροὺς ἀνθρώπους καὶ ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸ περιβάλλον ὡς πηγὴ δυστυχίας καὶ θλίψης. Ἃς μὴν μαλώσουμε γιὰ τὰ αὐτονόητα. Ὅταν κάποιος δὲν μπορεῖ νὰ πληρώσει τοὺς λογαριασμούς του ἢ ἀδυνατεῖ νὰ ἀντεπεξέλθει ἀκόμη καὶ στὰ στοιχειώδη τῆς ἐπιβίωσης.. ἅ! μὰ μόνο ἕνας ἠλίθιος θὰ ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ φτώχεια καὶ τὰ συνεπακόλουθά της δὲν ἐπιτείνουν τὴν ἀπελπισία, τὴν μιζέρια, τὴν κατάθλιψη. Ἃς ἀναρωτηθοῦμε ὅμως: εἶναι πράγματι ὅλα αὐτὰ ἡ πηγὴ τῆς δυστυχίας; Ἢ γιὰ νὰ τὸ ἐκφράσω μὲ πιὸ εὐδόκιμο τρόπο: εἶστε βέβαιοι ὅτι τὸ πραγματικό σας πρόβλημα βρίσκεται στὴν τσέπη σας; Ἡ ποιότητα τῆς ἀπάντησης θὰ καθορίσει ἐν πολλοῖς καὶ τὴν εὐστοχία ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἀναπροσανατολισμοῦ.

Δὲν θὰ πῶ λοιπὸν κάτι καινοφανές, ἐὰν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἰσχυριστῶ, ὅτι ἡ βασικὴ πηγὴ τοῦ ὑπαρξιακοῦ ἀδιεξόδου, τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ μιᾶς ὑποκείμενης θλίψης, εἶναι ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στὴν βιωμένη πραγματικότητα καὶ στὴν γνήσια ὑπαρξιακὴ ἐπιθυμία. Γίνομαι πιὸ συγκεκριμένος. Τὸ ἄτομο ὑπογράφει νωρὶς μία σύμβαση (μὲ πολλαπλοὺς ὅρους..) μὲ τὴν κοινωνία. Μέσα ἀπὸ τὰ χιλιάδες ψιλὰ γράμματα αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου, παύει σταδιακὰ νὰ εἶναι πρόσωπο ἀναγνωρίσιμο, οἱ γνήσιες ἐπιθυμίες του ἀπωθοῦνται ἢ ἀκυρώνονται, ὡς τάχα παράγωγα παιδικῆς ἀφέλειας καὶ ἀθῳότητας. Τὰ πράγματα ξεκινοῦν συνήθως ἁπλά, ἀνώδυνα καὶ ἀνεπαίσθητα. Μιὰ γραβάτα ποὺ ἀντιπαθεῖς καὶ ἀναγκάζεσαι νὰ τὴν φορέσεις, μιὰ κοινωνικὴ συγκέντρωση ποὺ σιχαίνεσαι, μὰ στὸ τέλος συμμετέχεις ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ ἀποσυνάγωγου, μία ἐγκράτεια στὴν ἐπιθυμία καὶ μιὰ ἀντίστοιχη ἠθικὴ συμπεριφορά. Σύντομα τὸ πρᾶγμα σοβαρεύει. Μιὰ ζωὴ δίπλα σε πρόσωπο δίχως κοινὸ τόπο καὶ ἐπικοινωνία, ἐργασία ἀδιάφορή (το κακοπληρωμένη ἕπεται..), ἀπουσία ἐνδιαφέροντος καὶ κινήτρου γιὰ δημιουργία ἢ «στράτευση» σὲ κάποιον σκοπό, αὐτὴ εἶναι ἡ περιβόητη ἀλλοτρίωση τῶν μαρξιστῶν κυρίως κοινωνιολόγων (ὁ ὅρος ἀκούγεται ἀφύσικα τραχὺς καὶ ἴσως ἀδόκιμος..). Μὲ ἄλλα λόγια, μετάλλαξη πρὸς ἐκεῖνο ποὺ ἡ σύμβαση ἀπαιτεῖ καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἡ συνείδηση (ἢ ἀκόμη καὶ τὸ συναίσθημα) ἐπιτάσσει. Τὸ βλέμμα γίνεται ἄδειο, κοντόφθαλμο, ἡ διαδικασία μοιάζει πολὺ μὲ ἐκείνη τοῦ μυωπικοῦ ὀφθαλμοῦ: σταδιακὰ ἡ κοινωνικὴ ἐκπαίδευση ἀποδίδει, ὁ νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ μακριά, οἱ σκέψεις γιὰ μιὰ ἄλλη ζωὴ εἶναι θαμπὲς καὶ γι αὐτὸ δείχνουν οὐτοπικὲς καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις δυστοπικές.

Πρόκειται γιὰ μία σύγκρουση ἀνυπόφορη, καθημερινὴ καὶ συνεχῆ καὶ γι αὐτὸ ἰδιαίτερα βασανιστική. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, ὅτι ὡς ὀντολογικὸ πρόβλημα εἶναι σοβαρότερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Πρόκειται γιὰ ζωὴ ὅπου το παρὸν ἀπουσιάζει, τὸ ἄτομο δὲν ἀνήκει στὸν ἑαυτό του, οἱ πραγματικές του ἐπιθυμίες ἔχουν κηρυχθεῖ στὴν οὐσία παράνομες. Κι ὅμως, κανένα πρόσωπο ποὺ ἀκόμη διαθέτει συνείδηση, δὲν ἔχει κατὰ βάθος πειστεῖ γιὰ τὴν ἀξία αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Αὐτὴ ἡ ἀντίφαση λοιπόν, αὐτὴ ἡ ἄρνηση τῆς πιὸ πυρηνικῆς ἐπιθυμίας, αὐτὸ τὸ τέλος τοῦ προσώπου, εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ πηγὴ μιᾶς δυστυχίας ποὺ σταδιακὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ κάθε τί πνευματικὰ βαθύτερο.

Κρίτων Αθανασούλης

Κι ὅμως ἡ ποίηση γρήγορα, πολὺ γρήγορα, κατάλαβε τὸ πραγματικὸ πρόβλημα. Μία γρήγορη ἀνάγνωση μιᾶς ὁποιασδήποτε ποιητικῆς ἀνθολογίας, θὰ σᾶς πείσει ὅτι τὸ μέγα πρόβλημα τοῦ θανάτου ἔρχεται πολλὲς φορὲς δεύτερο, ἐκεῖνο ποὺ βγαίνει μπροστὰ εἶναι ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἡ σκοτεινὴ (καὶ καταπιεσμένη) ἐπιθυμία, ἡ θηριώδης μάχη τοῦ προσώπου μὲ τὸ περιβάλλον, ἡ ἀντίσταση στὸν συμβιβασμό, τὴν ἀνία, τὴν σύμβαση. Τὴν μετάβαση ἀπὸ τὴν γνήσια ἐπιθυμία στὴν πνιγηρὴ συμβατικότητα τὴν ἔχουν περιγράψει χιλιάδες ποιητές, πολὺ λίγοι μὲ ἐπιτυχία, ἀκόμη λιγότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ξέφυγαν ἀπὸ τὴν στερεοτυπικὴ παγίδα τοῦ ἀθῴου παιδιοῦ ποὺ ὀφείλει νὰ ἐνηλικιωθεῖ – οἱ περισσότεροι βλέπουν αὐτὴν τὴν μετάβαση σὰν κάτι τὸ φυσιολογικό, τὸ δεδομένο καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει στὴν ποίησή τους γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι μία κάποια νοσταλγία, ἕνας ρομαντικὸς τόνος καὶ ἕνας ἐπιτηδευμένος ἀναστεναγμός. Ἀνέφερα πιὸ πάνω τὸν Ἀθανασούλη ποὺ εἶναι ποιητὴς ἀξιόλογος, αὐτὸς δὲν πέφτει στὴν ἴδια παγίδα, ὁ στίχος του γίνεται προκλητικὸς γιατί βλέπει τὴν ἀν-αἰσθησία μέσα του καὶ τρομάζει, διαβάζει τὴν ἀπώλεια τῶν ἐπιθυμιῶν του καὶ ἀπεγνωσμένα ζητᾶ ἕνα χτύπημα, ἕνα κέντρισμα τόσο θηριῶδες πού, διάβολε, δὲν μπορεῖ, θὰ ἀφυπνίσει τὴν πετρωμένη του συνείδηση..

 

[ ]

Ὅλα τα γνώρισα καθὼς ἐρχόμουν.

Τὰ πάλεψα καὶ μὲ παλέψανε.

Τώρα εἶναι μιὰ πέτρα στὴν καρδιά μου,

Στεγνῶσαν τὰ νερὰ στὰ μάτια μου, τὰ ΄πιεν ὁ καιρός.

 

Γιὰ σφάξετε ἕνα μικρὸ παιδὶ

Νὰ δῶ ἂν μπορῶ νὰ κλάψω.

(Κάποτε ὅλα πήγαιναν ὡραῖα, Κρίτων Ἀθανασούλης)

 

Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος κλείνει σὲ ἕναν καταληκτικὸ στίχο, θυμᾶστε τὴν φράση τοῦ Mallarme παραπάνω; Ἰδοὺ ἡ ποιητική της ἀποτύπωση..

 

«Βαρκάρης τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, γυρεύω ὠκεανοὺς»

(Αὐταρέσκεια καὶ αὐτοσάτιρα, Κρίτων Ἀθανασούλης)

 

Προσέξτε τώρα, καθὼς φτάνουμε στὸ πρῶτο κρίσιμο σημεῖο, στὶς πρῶτες ἀπαντήσεις. Γιατί λοιπόν, ἐνῷ οἱ περισσότεροι ποιητὲς «κλαῖνε» καὶ ὀδύρονται, ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν καὶ κατορθώνουν νὰ σχηματίσουν «ρεῦμα», νὰ ἐκφράσουν γενιές, νὰ ἀναδειχθοῦν σὲ σύμβολα διαχρονικά; Ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ θέμα τεχνικῆς, καὶ θέμα ἱκανότητας, καὶ θέμα εὐφυΐας. Μὰ πάνω ἀπὸ ὅλα, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, εἶναι θέμα στάσης καὶ θέσης ἀπέναντι στὸ περιβάλλον τὸ κοινωνικό. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γράψεις καλή, δυνατὴ ποίηση, ἐὰν δὲν ἀποστασιοποιηθεῖς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ καταγγείλεις. Μὰ θυμηθεῖτε λοιπόν! Καρυωτάκης; Ἀπόλυτα περιχαρακωμένη μονάδα ἀπέναντι στὴν μᾶζα, ἀκόμη καὶ στὸ συνδικαλιστικὸ ἐπίπεδο οἱ μάχες του εἶναι μοναχικές. Καβάφης; Ἡ κοινωνικότητά του εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτη καὶ μόνο ὁ ναρκισσισμὸς τοῦ ἐπιβάλλει κάποιες συναντήσεις, (στὸ ἡμίφως κι αὐτές, στὰ σκοτεινά..) μὲ τοὺς ὁμοτέχνους του. Λαπαθιώτης, Παπανικολάου; Ποτὸ καὶ ναρκωτικὰ μέσα σὲ μισογκρεμισμένους πλίνθους καὶ κεράμους, ἀπουσιάζει καὶ ἡ παραμικρὴ τομὴ μὲ τὴν «ὁμαλὴ» ροὴ τῆς κοινωνίας. Καὶ γιὰ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν περιπτωσιολογία, νὰ πῶ μόνο τοῦτο: δὲν ὑπάρχει καλὸς ποιητὴς τῆς ὑπαρξιακῆς ποίησης ποὺ νὰ κατόρθωσε νὰ συγχρονίσει τὴν ζωή του μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς μάζας, τῶν ἐκδοτῶν του, ἀκόμη καὶ τοῦ κοινοῦ του. Ὅσοι καλοὶ ποιητὲς ἔδωσαν ποίηση γνήσια, χρειάστηκε ἀπὸ νωρὶς νὰ ἀπαρνηθοῦν τὸ κοινωνικὸ πρωτόκολλο. Βεβαίως ὑπῆρχαν καὶ ταλέντα σημαντικά, ποὺ προσπάθησαν νὰ συμβιβάσουν τὰ ἀσυμβίβαστα. Ἃς ποῦμε, ὁ Σεφέρης. Ὅμως ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ὁ συγκρατημένος του στίχος, (μὲ φοβερὲς ἐξαιρέσεις βεβαίως..), ἀποπνέει τὴν ἴδια δύναμη μὲ ἐκείνη τῶν καταραμένων ποιητῶν; Δεῖτε τὸν Ἐλύτη στὰ πρῶτα του, διαβάστε καὶ τὰ στερνά του. Ἀναρωτηθεῖτε γιατί ὁ Ἀναγνωστάκης σταμάτησε νωρίς, προτοῦ ἡ ἀποδοχή του ἀπὸ τὸ σύστημα γίνει διάβρωση, δροσερὴ χλόη πάνω στὴν δύναμη τῶν στίχων του. Καὶ ἃς τὸ μεταφέρω στὸ σήμερα. Πῶς μπορεῖς νὰ γράψεις καλὸ κείμενο, πῶς μπορεῖς νὰ ματώσεις ἐπάνω ἀπὸ μία λέξη γιὰ ὧρες, ὅταν ἀποδεχθεῖς τὶς δεκάδες ἐκδηλώσεις ποὺ πρέπει νὰ συμμετέχεις, τὰ ἀδιάφορα χέρια ποὺ πρέπει νὰ σφίξεις, τὶς ἀτέλειωτες ὧρες ποὺ πρέπει νὰ σπαταλήσεις σὲ δημόσιες σχέσεις καὶ γλυκερὲς κολακεῖες ἀπὸ ἕνα κοινὸ στὴν οὐσία ἀδιάφορο καὶ ἀμέτοχο; Πῶς θὰ ἔβρεις τὸν θεὸ τῆς λογοτεχνίας ὅταν φοβᾶσαι τὴν ζωὴ στὸ μοναστῆρι της, ὅταν καμώνεσαι πὼς καταγγέλλεις τὴν σύμβαση, (αὐτὸ δὲν κάμει ἡ καλὴ λογοτεχνία;  ) καὶ τὴν ἴδια ὥρα ξοδεύεσαι, ἀφομοιώνεσαι, ἀποδέχεσαι καὶ γίνεσαι ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ κίβδηλου ποὺ κατακεραυνώνεις; Γράφει ἕνας νέος ποιητής, δὲν χρειάζεται νὰ πῶ τὸ ὄνομά του..

 

«Κάποτε θὰ ἐξαφανιστῶ.

Τὸ πλῆθος θὰ περιμένει

Τὰ μικρόφωνα θὰ σφυρίζουν

Τὸ πλῆθος θὰ γεμίζει τὴν αἴθουσα

Μὰ ἡ μεγάλη σάλα θὰ μένει ἄδεια

Κάποτε θὰ ἐξαφανιστῶ..»

 

Μὰ ἐξαφανίσου λοιπόν! Μὴν ἀναρωτιέσαι ποιητά μου γιατί οἱ στίχοι σου μένουν γράμμα κενό, καθὼς ἐσὺ ὁ ἴδιος τοὺς ἀκυρώνεις μὲ τὴν συνεχῆ παρουσία σου μέσα στὴν πιὸ χλιαρὴ σύμβαση, μέσα στὶς πιὸ βαρετὲς καὶ ἀνούσιες παρουσιάσεις τῆς ποίησής σου, ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἠλίθιος, ἀντιλαμβάνεται πλήρως, ὅτι τὴν ἴδια ὥρα ποὺ καμώνεσαι πὼς ἀντιδρᾷς στὴν κοινωνία, ἐκείνη τὴν ἴδια ὥρα ἀποδέχεσαι πλήρως τὸ παιχνίδι της, γίνεσαι μᾶζα, δὲν ἔχεις πρόσωπο μοναδικό, ὁ στίχος σου ἀκούγεται ψεύτικος. Ἰδοὺ λοιπὸν γιὰ ὅσους ἀκόμη δὲν κατάλαβαν, ὁ λόγος ποὺ ὁ Καρυωτάκης συνεχίζει ἀκόμη καὶ σήμερα νὰ συγκινεῖ, παρόλο ποὺ οἱ στίχοι κρύβουν τὶς χίλιες δυὸ τεχνικὲς ἀτέλειες: ἁπλούστατα εἶναι στίχος ποὺ βγαίνει ἀπὸ πεποίθηση πραγματική, ἀπὸ στάση ζωῆς, ἀπὸ τὴν πιὸ συνεπῆ (βιωματικὴ) ὑπεράσπιση τῆς κάθε λέξης στὸ κείμενό του. Δὲν εἶναι ἡ αὐτοκτονία, δὲν εἶναι μόνο το αἷμα του, εἶναι κυρίως ὁ κοινωνικὸς ἀναχωρητισμός του, τὸ πτύελο στὴν μᾶζα καὶ στὶς ἰσοπεδωτικὲς συμπεριφορές της.

Αὐτὸς εἶναι καὶ ἕνας βασικὸς λόγος, (ἀνάμεσα σὲ ἄλλους πολλούς..), ποῦ ἡ ποιητικὴ γλῶσσα νέων κυρίως ὑπαρξιστῶν ποιητῶν βγαίνει στερεότυπη, ξύλινη, γενικόλογη, πομπώδης. Εἶναι γιατί ἀπουσιάζει ἐκείνη ἡ ἠθικὴ δύναμη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν οὐσιώδη ἄρνηση τοῦ συμβατικοῦ, ἀπουσιάζει ὁ βιωματικὸς πόνος τῆς ἥττας, τῆς σύγκρουσης, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα δὲν ἔχουν ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἐχθρότητα καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ περίγυρου. Καὶ πόνος ποὺ δὲν εἶναι βιωμένος, σπάνια ἠμπορεῖ νὰ γίνει πόνος γνήσια ποιητικός.

Μὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό, ἀλίμονο, εἶναι καὶ κάτι ἀκόμη, συναφὲς καὶ ἀδιαχώριστο. Οἱ λίγοι καλοὶ ποιητὲς ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸν τόπο, (ἀκόμη καὶ κάποιοι ἀπὸ τὴν γενιὰ τοῦ 30 ἢ προγενέστεροι), εἶχαν τὴν λογοτεχνία ὡς σκοπό, τὴν ποιότητα τῶν κειμένων τους, τὴν ἀγωνία τους τὴν ἔβλεπες διάχυτη στὴν καθημερινὴ συμπεριφορά τους. Μὲ ἄλλα λόγια: Πάθος ἀνόθευτο. Δὲν εἶναι ὅτι ἦταν οἱ ἅγιοι της καθημερινῆς ζωῆς, ἦταν πὼς τὴν ποίηση τὴν ἔνιωθες παροῦσα ἀκόμη καὶ στὸ ποτῆρι μὲ τὸ κρασί τους, ἀκόμη καὶ στὸ ἀνέκδοτο ποὺ ἔλεγαν στὴν παρέα τους. Καὶ τὸ κυριότερο, αὐτὸ γινόταν ἀνυπόκριτα, χωρὶς προσπάθεια, χωρὶς ἐπιτήδευση καμιά, ἀπὸ μὶα κατακτημένη διὰ τῆς μελέτης πνευματικότητα.

Νὰ λοιπὸν ποὺ φτάνουμε σὲ κάποιο πρῶτο συμπέρασμα. Ὁ νεαρὸς ποιητὴς στὴν ἱστορία τῆς φίλης, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, νοιώθει τὴν δυστυχία του πραγματική, προσπαθεῖ νὰ τὴν κάμει κείμενο ποὺ θὰ συνταράξει, ποὺ θὰ ξυπνήσει, ὅμως ἐκεῖνο ποὺ δὲν καταλαβαίνει εἶναι ὅτι γιὰ νὰ τὸ πετύχει αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς δυστυχίας του, θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀρνηθεῖ μὲ κάθε κόστος. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι εὔκολο καὶ δὲν εἶναι γιὰ τὸν καθένα. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι προαπαιτούμενο γιὰ νὰ μπορεῖ κάποιος νὰ προσδώσει στὸν στίχο του τὴν γνησιότητα ποὺ πρέπει. Τώρα ἴσως μποροῦμε εὔκολα νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί, ἐνῷ ὅλοι γράφουν ποίηση, ὁ στίχος κοιμᾶται, δὲν συγκινεῖ, δὲν ξαφνιάζει. Τὸ κοινὸ δὲν διακρίνει τίποτε τὸ διαφορετικό, γιατί δὲν διακρίνει βίωμα, δὲν ἀναγνωρίζει ταύτιση καὶ «πρότυπο». Ὁ ποιητὴς εἶναι μέρος τῆς παρέας, ἕνας καλὸς παραμυθὰς ποὺ δίνει πνευματικὸ ἄλλοθι πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό. Ἡ πνευματική του πρωτοπορία εἶναι ὑπονομευμένη a priori, ὁ στίχος του γράφεται σὲ ἕνα διάλειμμα, σὲ ἕνα γόνατο, γρήγορα, ἀσθματικά, μὲ τὸ βλέμμα στὰ likes τοῦ διαδικτύου, στὴν ἐμπορικὴ ἀποδοχή, στὸ χειροκρότημα. Τυπικὰ ναί, βεβαίως εἶναι ποίηση, στὴν οὐσία ὅμως εἶναι ἕνας ἐνσωματωμένος κανόνας τοῦ παιχνιδιοῦ καὶ ἔτσι φθαρμένος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καταναλώνεται στιγμιαία καὶ χάνεται στὸ πουθενά. Μὲ ρωτοῦν οἱ νέοι ποιητές: «Μὰ ὅλοι γράφουν ἐπαινετικὰ γιὰ τὴν ποίησή μου, τότε γιατί δὲν μπορῶ νὰ ξεχωρίσω ἀπὸ τὴν λογοτεχνικὴ μᾶζα;». Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις, γιατί ἡ σκέψη σου, τὰ συναισθήματά σου, ἡ ἴδια σου ἡ συμπεριφορὰ εἶναι στοιχεῖα κολλημένα στὴν μᾶζα, σκέφτεσαι μὲ τοὺς κανόνες ποὺ ἔμαθες στὸ σχολειό, ἡ ματιά σου δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατρέψει, νὰ σταθεῖ ἀπέναντι, νὰ καταδείξει κάποιον δρόμο πέρα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὅλοι γνωρίζουν καὶ ὅλοι περπατοῦν καθημερινά. Δὲν εἶσαι ὁδηγός, εἶσαι συνοδοιπόρος, ἕνας ἀνάμεσα στοὺς πολλούς τοὺς ἀπαράλλαχτους.

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά σε ἕνα πιὸ γενικὸ πλαίσιο; Δὲν πρόκειται ἁπλὰ γιὰ ἕνα πολιτιστικὸ ἔλλειμμα ἢ γιὰ ἕνα καπρίτσιο τῶν καιρῶν, μιὰ ὑποχώρηση τῆς ποιότητας κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Πρόκειται γιὰ μία οὐσιώδη μεταβολὴ στὸν τρόπο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν λογοτεχνία καὶ ποὺ τελικὰ ἀκυρώνει τὴν βασική της ἀποστολή, τὴν καθοριστική της συμβολὴ στὴν ἀνθρώπινη συνείδηση. Ἐὰν ἡ ποίηση δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ ἀλλάξει (ἢ νὰ μοῦ πλουτίσει..) τὸν τρόπο ποὺ βλέπω τὸν κόσμο, ἐὰν δὲν μὲ βοηθᾷ νὰ τὸν κατανοήσω, ἐὰν στὸ τέλος τέλος, δὲν στέκεται ὁδηγὸς στὴν προσπάθειά μου νὰ ἀποτινάξω ἀπὸ πάνω μου τὴν μίζερη ζωή μου, τότε ποιὸ τὸ νόημά της, ποιὰ ἡ χρήση της καὶ συνεπακόλουθα ἡ χρησιμότητά της; Μὰ τὸ αἰσθητικὸ κομμάτι! θὰ πεῖ κάποιος, εἶναι ὄμορφο νὰ διαβάζεις ὡραίους στίχους, ὡραία γλῶσσα, ὡραῖες εἰκόνες. Ναί, ἐντάξει, εἶναι κι αὐτὸ κάτι τὸ σημαντικό, ὅμως ἡ ἀληθινὴ ποίηση ἀπὸ τὴν φύση της προχωρᾷ πάντα πολὺ περισσότερο καὶ ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω μπορεῖ νὰ μεταβάλλει, νὰ καθορίσει, ἀκόμη καὶ νὰ καταστρέψει. Ἃς τὸ δοῦμε μὲ ἕνα παράδειγμα..

 Γράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ποιητές μας..

 

 Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ

Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο

Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἁλάτι

 

Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ρῖγος τῆς καρδιᾶς

Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς

Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο

Γεμάτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες

Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

 Πρόκειται βεβαίως γιὰ Ἐλύτη, ἐκεῖνον τὸν αἰσθητικὸ Ἐλύτη, ἐκεῖνον ποὺ ξέρει καλύτερα ἀπὸ ὅλους νὰ χειρίζεται τὴν γλῶσσα, νὰ μετατρέπει τὰ διανοήματα σὲ ἐξαιρετικὴ ποίηση, ὅμως, πολλὰ στὴ ποίησή του δὲν παύουν νὰ εἶναι διανοήματα, ὄμορφη ποίηση ποὺ προσφέρει καὶ ἐξαιρετικὴ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση. «Ἦρθες μὲ μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη..». Μάλιστα, ἀπίστευτος στίχος ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ σὲ βουλιάζουν βαθύτερα στὸν καναπέ σου, ποὺ σὲ κάμουν νὰ βλέπεις μὲ ἄλλα μάτια τὸν τόπο σου, τὴν σύντροφό σου, τὴν γλωσσική σου ποιότητα. Ὅμως, γιὰ δεῖτε τώρα καὶ ἕνα ποίημα ποὺ πετυχαίνει τὸ βαθύτερο, στίχοι ποὺ βάζουν ἀγκάθια καὶ ἀμφιβολίες, ποίηση ποὺ ἂν τὴν πάρεις στὰ σοβαρά, θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσεις νὰ ἀναρωτιέσαι γιὰ τὴν ζωή σου, νὰ ἀρχίσεις νὰ ψάχνεις γιὰ τὴν ριζικὴ ἀλλαγή της. Ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς ἐπίσης ποιητὲς τῆς χώρας καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς καταραμένους. Ἐδῶ σε μία ἀπὸ τὶς εὐτυχέστερες στιγμές του..

 

Θεατρίνοι, Μ. Α.

Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε

ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε

στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,

ὅμως ἡ μοῖρα μας πάντα νικᾷ.

 

 Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει

καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη

ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς

στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.

 

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,

ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,

μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς

κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς

 

ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ’  ἐμᾶς

(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)

Πάνω ἂπ  τὸ δέρμα μας γυμνά τα νεῦρα

σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα

 

γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα

(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)

Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς

μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς

 

 καὶ τὴν καρδιὰ μας ἕνα σφουγγάρι,

στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι

πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ

καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ λῃστῆ.

 

Εἶναι βέβαια Σεφέρης καὶ γιὰ ὅσους ἀποροῦν ἐκεῖνο τὸ Μ.Α στὸν τίτλο μεταφράζεται σὲ Μέση Ἀνατολή. Παραβλέπω τώρα τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάλυση, ἔτσι γιὰ νὰ ἀναφωνήσω: Μὰ τί ποίημα! Ὅπως καὶ νὰ τὸ δεῖ κανείς, (στὴν συγκυρία τῆς ἱστορίας, ὡς ἀλληγορία ἢ ὅπως ἀλλιῶς θέλετε..), τί ποίημα! Ὁ ρυθμός του, (Καρυωτάκειος, ἄγριος, θυμωμένος, ἐλεγειακός..), σὲ πιάνει ἀπὸ τὸν λαιμό, σὲ χτυπάει κάτω, κυματίζει στὶς πιὸ βλοσυρὲς περιοχὲς τῆς συνείδησής σου. Ὅλα βρίσκονται ἐδῶ, ὁ ἄνθρωπος ἕρμαιο τῆς μοίρας, ὁ θάνατος, ἡ φθορά, ἡ ἄνιση μάχη, τὸ βραδυφλεγές τῆς κοινωνίας, τὸ ἴδιο τὸ ὑπαρξιακὸ πρόβλημα στὸ πιὸ ἀδιάσπαστο κύτταρό του. Δοκιμάστε νὰ τὸ διαβάσετε, (οὔτε καν νὰ τὸ ἀπαγγείλετε..) καὶ θὰ διαπιστώσετε πὼς ἡ φωνή σας στὸ τέλος θὰ κοπεῖ, γιατί ὁ ρυθμὸς εἶναι ἀδιάλειπτος, καταιγιστικός, τὴν ὥρα ποὺ θὰ φτάσετε στὴν τελευταία τελεία θὰ διαπιστώσετε πὼς ὅλο το ποίημα στέκεται σὲ μιὰ ἀνάσα, χωρὶς παύσεις, χωρὶς ὑφέσεις. Εἶναι γιατί ἀκολουθεῖ ἀπόλυτα τὸ θυμικὸ καὶ τὴν νόηση, βρίσκεται σὲ πλήρη ταύτιση μαζί τους. Βάλτε ἕναν καλὸ δάσκαλο νὰ ἀναλύσει αὐτὸ τὸ ποίημα σὲ μιὰ τάξη καὶ μετὰ ἐλᾶτε νὰ μοῦ πεῖτε πόσο ἐπηρέασε συνειδήσεις, πόσο ἄλλαξε τὴν ματιὰ τῶν παιδιῶν γιὰ τὸν κόσμο, πόσο διαμόρφωσε τὶς ἀξίες τους καὶ τὴν προσωπική τους ἠθική… ἔξοχο ποίημα ἀπὸ κάθε ἄποψη..

Ἃς προχωρήσουμε λίγο. Ὅταν ἡ πλειονότητα σήμερα ἰσχυρίζεται πὼς ἡ ποίηση καὶ γενικότερα ἡ λογοτεχνία, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων, εἶναι γιατί συμβαίνουν ἐπαναληπτικὰ δύο λάθη ἀφετηριακὰ στὴν σκέψη τους. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνω παραπάνω, τὸ πρόβλημα δηλαδὴ ὅτι ἡ λογοτεχνία, (τὰ ὑποκείμενά της δηλαδή..), ἔγινε σταδιακὰ ἕνας χαμαιλέων ποὺ φόρεσε τὸ χρῶμα τῆς κοινωνίας, τὶς ἀπαιτήσεις της, τὶς καθημερινές της συμβάσεις. Ἡ ἀντίσταση εἶναι μόνο θεωρητική, δῆθεν, ὑποκρισία, θεατρικὴ παράσταση – ἄλλοτε καλοπαιγμένη, ἄλλοτε γιὰ κλάματα. Οἱ ποιητὲς δὲν νοιώθουν τὴν ποίησή τους, ἀλλὰ τὴν σκέφτονται. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς νὰ ἀλλάξει ἡ ποίηση τὴν κοινωνία ἢ καὶ τὴν συνείδηση τοῦ καθενὸς ὅταν φοβᾶται νὰ γίνει αἱρετική, συγκρουσιακή, ἀρνητική, ἀνήθικη καὶ ἠθικὴ συνάμα; Τὸ δεύτερο σχετίζεται μὲ τὸν φόβο ἀπέναντι στὴν ἀλλαγὴ καὶ τὴν ἀνυποχώρητη στάση ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ψευδές. Δὲν παίζει κανέναν ρόλο ἡ τεχνολογία σ΄αὐτὸν τὸν τομέα. Ἐχθὲς ἦταν τὰ ἀπογευματινὰ τέϊα καὶ οἱ βαρετὲς συναντήσεις στὰ σαλόνια κυριῶν, σήμερα εἶναι ἡ ἀνυπόφορη φλυαρία στὸ διαδίκτυο καὶ ἡ ἀποδοχὴ (καὶ ὑποδοχὴ) κάθε κοινοτοπίας σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ἀριστούργημα τοῦ αἰῶνα. Τὸ τοπίο στὴν οὐσία του εἶναι τὸ ἴδιο, μικρὲς καταπιεσμένες συνειδήσεις ποὺ κολυμποῦν μὲ τὸ ρεῦμα καὶ ἀρνοῦνται νὰ ἀντισταθοῦν, νὰ ἐμβαθύνουν, νὰ παρασυρθοῦν ἐν τοῖς πράγμασι (στὴν πραγματική τους ζωή..) ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἡ λογοτεχνία ἔχει καταδείξει ὡς πρώτιστα καὶ ἀδιαπραγμάτευτα.

Ὑπάρχει μία ποντιακὴ παροιμία, τόσο μὰ τόσο χαρακτηριστική. «Ἅμα δὲν θέλω νὰ σὲ φιλήσω, ρωτῶ ποῦ εἶναι τὸ μάγουλό σου». Ε, λοιπόν, θὰ γίνω κακός, ἴσως καὶ λίγο περιφρονητικός, ὅμως φτάνει πιὰ μὲ τὴν κοινοτοπία, τὴν γκρίνια τῆς ἀδράνειας, τὸ ξόδεμα τῆς ζωῆς σὲ κύκλο φαῦλο· δὲν θὰ βρεῖτε εὔκολα εὐτυχισμένους (ἰσορροπημένους δηλαδὴ ψυχικά..) ἀνθρώπους στὴν Ἑλλάδα, γιατί κάθε κοινωνικὸ κύτταρο εἶναι σταθερὰ ἐχθρικὸ στὸ πνεῦμα, στὴν ἀναρχικὴ συνείδηση, στὴν ἐλευθερία τῶν ἀτομικῶν ἐπιθυμιῶν. Ὅμως ἡ περιθωριοποίηση τῶν ποιητῶν, τὸ ψεύτισμά τους, ἡ σχολικὴ ἀπαγγελία τους – ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ νὰ καταπνιγεῖ κάθε ἀπόπειρα διάφορης σκέψης, κάθε παράδειγμα διάφορης στάσης. Στὴν θέση τῆς λογοτεχνίας ἔπρεπε νὰ ἐφευρεθεῖ ἕνας σῳσίας, μία μίμηση λογοτεχνίας, μιὰ ποίηση ποὺ θὰ ἀποκοιμίζει ἀκόμη περισσότερο καὶ θὰ ἐκτονώνει στιγμιαία τὴν ἔνταση ποὺ φωλιάζει φυσιολογικὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο. Ἐκεῖνος ποὺ πράγματι ἐπιθυμεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ μιὰ ζωὴ ἄχρωμη καὶ ἀνέμπνευστη, ὅποιος θέλει τὸν παραλυτικὸ φόβο τοῦ θανάτου νὰ τὸν μετουσιώσει σὲ ἐγρήγορση, νὰ ζήσει, νὰ ζήσει, νὰ ζήσει καὶ νὰ ἐξυψώσει τὸν ἑαυτὸ του πάνω ἀπὸ τὰ τετριμμένα, ἃς ἀποφασίσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν εὐκολία· ἃς ἀρνηθεῖ νὰ ἰδεῖ τὴν ζωὴ του ἴδια καὶ ἀπαράλλαχτη τὰ ἑπόμενα τριάντα καὶ σαράντα χρόνια. Καὶ ἃς ξεκινήσει νὰ βλέπει τὴν λογοτεχνία ὄχι ὡς εὐκαιρία προβολῆς, δημοσίων σχέσεων καὶ γρήγορης «δόξας», ἀλλὰ ὡς ὁδηγὸ πολύτιμο ποὺ μπορεῖ νὰ σμιλέψει πνεύματα ἐλεύθερα καὶ μοναδικά. Καὶ ἐπειδὴ ὅλοι ζητοῦν τὸ πρακτικό, τὴν περίπτωση, τὸ παράδειγμα, ἃς δοῦμε ἔτσι στὴν τύχη κάποιες φωνὲς ποιητῶν ποὺ μίλησαν γιὰ τοῦτα καὶ πού, ἀκόμη καὶ ξεχασμένοι σήμερα, συνεχίζουν νὰ ἀναβοσβήνουν πότε πότε, σὰν πυγολαμπίδες σὲ δρόμο σκοτεινό, σὰν ὁδοδεῖκτες γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν ἀφεθεῖ καὶ χαθεῖ στὰ καταθλιπτικὰ κατὰ συνθήκη ψεύδη τῆς καθημερινότητας. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ γνωστὰ (καὶ ἀριστουργηματικὰ) Καβαφικά, δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ Καρυωτάκη, Σολωμό, καὶ Κάλβο – οἱ τακτικοὶ ἀναγνῶστες μποροῦν ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ἔβρουν ἐν ἀφθονίᾳ σὲ ἄλλες ἀναρτήσεις. Χαμηλότονες φωνὲς θὰ δοῦμε, κοσμοκαλόγερους τῆς ποίησης, ποὺ ὅμως ἔχουν ποιότητες, πάθος, ἐργατικότητα μοναδικὴ καὶ ποὺ ποτὲ δὲν ξόδεψαν (εὐτέλισαν λέει ὁ Καβάφης), τὸ μικρὸ ἢ μεγάλο ταλέντο τους σὲ χλιαρὲς χειραψίες καὶ ψεύτικα λόγια..

 

Συμφωνίες

Τὰ βιαστικὰ χτυπήματα τῶν ρολογιῶν

μὴ σοῦ θυμίζουν ὅσα φέρνουν,

μὴ σοῦ θυμίζουν ὅσα παίρνουν.

Μὲ νευρικὲς κινήσεις τῶν χεριῶν

τ΄ἀφτιὰ μὴν κλείνεις

καὶ μὴν παιδεύεσαι τοῦ κάκου.

 

Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δωματίου τοῦ σκοτεινοῦ

τὸ φάντασμα λησμόνει τῆς ὀδύνης

κι ἄκου

τὰ βιαστικὰ χτυπήματα τῶν ρολογιῶν.

 

Μὰ νὰ τ΄ἀκοῦς ἀδιάφορα, ὧρες πολλές,

μὰ νὰ τ΄ἀκοῦς ἀδιάκοπα, κι ὅλο νὰ λὲς

πῶς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὑπάρχει μέσα ἐκεῖ

μιὰ μουσική,

καὶ νὰ ζητᾷς νὰ τηνε ξεδιαλύνεις.

 

Ἀπὸ τὴν Γιάννα Βέρα καὶ φυσικὰ ἅμα βρεῖτε πουθενά το ὄνομά της μὲ εἰδοποιεῖτε νὰ κρούσω τοὺς κώδωνες. Δεῖτε ὅμως γιὰ λίγο τὴν εἰκόνα, ἔτσι ὅπως λειτουργεῖ σὲ ἐπίπεδο τριπλό, πολυσήμαντο· ἡ σάλα ἡ παλιά, ἡ πολυκαιρισμένη, ἡ ζωὴ ποὺ βάρυνε ἀπὸ τὶς ὀδύνες καὶ τὶς συμφορές, ἡ ἀνία τῶν κτύπων τῶν ρολογιῶν, ἡ ἀνία τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, οἱ ἦχοι ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ ἀκοῦμε ἀξεχώριστα καὶ μονοτονικά. Κι ὅμως. Μιὰ μελῳδία κρύβεται ἐκεῖ, κάθε ζωή, ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ ταπεινὴ καὶ καταφρονεμένη κρύβει μιὰ διέξοδο, μιὰ μελῳδία, ἐκεῖ εἶναι λοιπόν, ἄσκηση θέλει (ἀδιάκοπα, ἀδιάκοπα..), φύγε ἀπὸ τὸ ἐπιφαινόμενο, φτιάξε μὲ ὅ,τι ἔχεις, μὲ ὅ,τι μπορεῖς ἕναν βίο διαφορετικό, κι ἀς ἀποτύχεις, κι ἀς ματώσεις, κι ἀς ἀποθάνεις ἐπάνω στὴν μάχη. Μήν κλαὶς γιὰ τὸν χαμένο χρόνο, (τ΄ ἀφτιὰ μὴ κλείνεις), μὴν νοσταλγεῖς, ἔχεις καιρὸ γιὰ ἀπολογισμοὺς μετά. Μὲ ἄλλα λόγια: διαφώνησε μὲ τὸν χρόνο, μὲ τὴν βιασύνη του νὰ σὲ τελειώσει μιὰ ὥρα ἀρχύτερα σὲ θάνατο ἀργό, φτιάξε τὴν δική σου μελῳδία, τὸ δικό σου μετρικὸ σύστημα. Πολὺ ὄμορφο ποίημα, ἀκόμη καὶ μόνο ὡς εἰκόνα ἢ καὶ συμβολισμὸς μιᾶς συνείδησης ποὺ ψιθυρίζει παραινετικὰ στὸ σαρκίο ποὺ τὴν μεταφέρει..

Ἀναλογιστεῖτε τὸν βίο σας καὶ εἰλικρινὰ ἀναρωτηθεῖτε: τί πραγματικὰ εἶναι δικό σας ἀπὸ κεῖνα ποῦ κατέχετε; Ποιὸ εἶναι τὸ στίγμα σας, ἡ μοναδικότητά σας, ἡ μικρὴ ἢ μεγάλη κορυφὴ ποῦ σᾶς ξεχωρίζει, σᾶς μετατρέπει σὲ πρόσωπο ἀναγνωρίσιμο; Ἐντάξει, ἔχετε πιθανὸν παιδιά, σπίτια, αὐτοκίνητα, μιὰ σύνταξη ποὺ περιμένει, τὰ ἴδια ἔχουν ἑκατομμύρια ἀκόμη. Τί κάμει λοιπὸν τὴν συνείδησή σας μοναδική, τί σᾶς ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ πλῆθος; Μὴν ἀμφιβάλλετε στιγμή, οἱ ἀπαντήσεις βρίσκονται στὴν πνευματικότητα, στὸ ἦθος ποὺ ἐκφέρετε, στὴν ἀναζήτηση ποὺ δὲν σταματᾷ ποτέ. Κάπως ἐπικά το διατυπώνει ὁ Τάκης Τσιάκος..

 

[ ]

Ἀνέβαινε ψηλά, καὶ πιὸ ψηλά, ὅσο φτάνεις

καὶ ὅσο μπορεῖς, καὶ ὅπως μπορεῖς. Μόνο νὰ παίρνεις

μιὰν ἀναπνιά, καὶ πάλι ἐμπρός! Ὅσο προφτάνεις

πολλοὺς καὶ τίμιους καὶ γεροὺς σπόρους νὰ σπέρνεις!

 [ ]

Πολὺ καλύτερος καὶ πιὸ πυκνὸς ὁ Τάσος Ζερβός, ἀπὸ τοὺς πιὸ ἰδιαίτερους, ποιοτικοὺς καὶ ἄγνωστους ποιητὲς ποὺ ἔβγαλε ἡ χώρα.. (ἀπίστευτο στὰ δικά μου μάτια τὸ ὅτι ὁ Ζερβὸς ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθολογιῶν τῆς νεοελληνικῆς ποίησης..)

 

[ ]

 Κι ὕστερα σύντομοι ἃς διώξουμε τὸν ἥλιο

Ἃς διώξουμε τὴν ψεύτικη ἀπόχρωση τῆς μέρας

Κι ἀπὸ νωρίς, ὅσο νωρὶς μποροῦμε

Ἃς δοῦμε τί ἐπιτέλους περισσεύει

Τί τὸ δικό μας βρίσκετ΄ἐπιτέλους

Σ΄αὐτὴ τὴν ὕστατη πορεία τῶν πραγμάτων.

(ὁμιλία εἰς ἴσκιους) 

Μά, νὰ διώξουμε τὸν ἥλιο; Ναί, γιατί ὁ ἥλιος τυφλώνει, παραπλανᾷ, εἶναι ἐξωστρεφής, ὑπνωτιστικὰ ἑλκυστικὸς γιὰ τὴν μᾶζα, τὴν ὁμοιόμορφη ἀτμόσφαιρα. Πρέπει νὰ τινάξεις ἀπὸ πάνω σου τούτη τὴν ψεύτικη αἰσιοδοξία, νὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὴν γοητεία τῆς λάμψης, τῆς ἐφήμερης δόξας, τὴν αὐταπάτη μιᾶς δῆθεν κοινωνίας. Μόνο ὅταν καταλάβεις πὼς ὅλα τοῦτα εἶναι ξένα, φυτεμένα στὸ μυαλό σου ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, μόνο τότε θὰ μπορέσεις νὰ ἀντιληφθεῖς τὰ συναποτελοῦντα τὴν ταυτότητά σου, τὴν μεγάλη ἀπόκλιση ἀνάμεσα στὸν δρόμο ποὺ ὀνειρευόσουν καὶ σὲ ἐκεῖνον πού σοῦ ἐπέβαλαν νὰ περπατήσεις. Καὶ τότε ἴσως κάποια εἰδησοῦλα θὰ κυκλοφορήσει στὰ ψιλά, γιατί ἡ ἀλλαγή σου θὰ εἶναι εἴδηση πράγματι, ὁ συμβατικός σου ἐαυτὸς θὰ ἔχει πιὰ πεθάνει. Καὶ πάλι ἐξαιρετικὰ διατυπωμένο ἀπὸ τὸν Ζερβό.. 

Δὲν εἶναι ἐδῶ. Διέφυγε. Τὰ μετακίνησε τὰ δόγματα.

Κι ἔχει πλέον ἀποσυρθεῖ

Καὶ ἑτοιμάζει ἀντάρτικο

Στὰ ἕλη καὶ στὰ ὀρεινά τοῦ πνεύματός του..

(Οὐκ ἔστιν ὧδε) 

Ἡ ποίηση βρίσκεται σὲ ἕναν συνεχῆ πόλεμο μὲ τὴν ὑποκρισία, τὰ κατὰ συνθήκην ψεύδη, τὴν πλαστὴ εὐτυχία καὶ τὰ ψεύτικα χαμόγελα – ὅλες δηλαδὴ τὶς πηγὲς δυστυχίας (καὶ δυσφορίας..) τοῦ κόσμου τούτου. Πλανῶνται ὅσοι νομίζουν ὅτι τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλάξει σὲ βάθος χρόνου, ἡ ρηχότητα καὶ τὸ ἀσήμαντο  εἶναι συστατικὰ μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄλλοθι γιὰ νὰ μὴν καταρρεύσει. Ἂν νομίζετε ὅτι οἱ παρουσιάσεις βιβλίων, ἡ ἀτελείωτη φλυαρία ἀπὸ ἡμιμαθεῖς γιὰ τὴν λογοτεχνία καὶ τὰ ἀσήμαντα κείμενα εἶναι χαρακτηριστικά των ἡμερῶν, δεῖτε τὸ σατιρικὸ «Φιλολογικὴ ἑσπερὶς» ἀπὸ τὸν Τίμο Μωραϊτίνη, σὲ μιὰ ἐποχὴ μάλιστα ποὺ τὸ βιβλίο ἀποτελοῦσε τὴν μοναδικὴ πηγὴ γνώσης.. οἱ ὅποιες ἀναλογίες μὲ τὸ σήμερα στὴν κρίση σας.. 

Στῆς Χρίσταινας τῆς καφετζοὺς προχθὲς νωρὶς νωρὶς

μιὰ φιλολογικὴ ἐδόθη ἐσπερίς.

Ὃ Φώτης ὁ μπαλωματὴς γιὰ ἕνα τσαγκάρη Τήνιον

ἔκανε μίαν κρίση.

Ἡ Κώσταινα ἐμίλησε γιὰ τὴν μπουγάδα καὶ τὴν πλύση

κι ἐπεκαλέσθη καὶ τὸν Πλίνιον.

Ἔπειτα ὁ Στραβάραπας μὲ στὺλ Μεταξουργείου

ὡμίλησε περὶ Θεοδοσίου…

Κατόπιν ὁ Κρεμανταλάς, ποὺ τὸν φωνάζουν καὶ Γρουσούζη,

πλανόδιος ἀπὸ ἐτῶν,

ποὺ μὲ τὴ ζέστη πάντοτε πουλᾷ τὸ κρύο – μπούζι,

ἔκανε μιὰ διάλεξη περὶ τῶν νέων ποιητῶν.

 

Ὁ Χρῆστος ὁ ἀμανετζῆς ὁμίλησε περὶ τοῦ Μπὰχ

ἐν σχέσει μὲ τὸ ἂχ καὶ βάχ.

Ὁ κανονιέρης ὁ Στρατῆς περὶ Δανίας καὶ Δανῶν

κι ὁ καρβουνιάρης ὁ Λουκᾶς περὶ λευκῶν μικρῶν κλινῶν.

 

Ἢ Διαμαντούλα ἔπειτα, μὲ μιὰ εἴσηγηση λαμπρά,

ἄνελυσε τὸν Ντεκομπρὰ

καὶ εἶπε καὶ περὶ φωτὸς καὶ οὔρανου ἐνάστρου.

Καὶ τέλος, ἢ κυρία Κάστρου,

κρατοῦσα ἐγχειρίδιον περὶ φιλοσοφίας,

μετὰ μεγάλης εὐφρὰδειας

καὶ μετὰ χάριτος ἀπείρου

ἀπήγγειλε τεμάχια ἐκ τοῦ Ὁμήρου.

 

Στ΄ἀλήθεια, πόσο πιὸ πρακτικὴ μπορεῖ νὰ γίνει ἡ λογοτεχνία; Πόσο πιὸ δυνατὰ θὰ πρέπει νὰ φωνάξει τὸ αὐτονόητο; Πόσο πιὸ ἀνελέητα θὰ πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ κτυπᾷ τὸ ἐπίπλαστο, τὸ ὑλιστικό, τὸ μάταιο; Πόσο πιὸ καθαρὰ μπορεῖ νὰ τὸ ἐκφράσει ὁ Κρίτων ὁ Ἀθανασούλης τὸ πεῖσμα τῆς μάχης; 

[ ]

Καὶ τότε μὲς στὴ νύχτα ψάχνω νὰ βρῶ

πληγὲς μὲς στὸ κορμί μου. Εἶδα αἷμα.

Δὲν ἀναστήθηκα λοιπόν; Τὸ δάχτυλό μου

βύθισα στὶς πληγές. Ώ, αὐτὲς ὑπάρχουν.

Ὅμως ὁ Ἅγιος ἔφυγε. Οὔτε κατεδέχθη

ν΄ἀγγίσει τὶς πληγές. Φώναξε μόνο:

 Πληγώσου κι ἄλλο, γιατί αὐτὸ δὲν φτάνει.

 (Ὁ Ἅγιος Θωμὰς) 

Πληγώσου κι ἄλλο, γιατί αὐτὸ δὲν φτάνει.. σὲ τούτη τὴν φράση μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐντοπίσει τὴν προσπάθεια ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ, τὴν ἀνάγκη γιὰ συνειδήσεις ποὺ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸ πλῆθος ὡς ὁδηγοί, καθὼς πάντα το βρίσκουν ἀναγκαῖο νὰ περπατήσουν ἕνα μέτρο παραπάνω τὴν σκέψη τους, τὴν κριτική τους, τὴν ὕπαρξή τους τὴν ἴδια.

Ἡ ὑπαρξιακὴ ποίηση ταλαντεύεται πάντοτε ἀνάμεσα στὴν φυγή, τὴν ἀλλαγή, τὸ κυνῆγι τοῦ ὀνείρου καὶ τὴν παραίτηση, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ μάταιου, τὸ φώλιασμα σὲ μιὰ συντροφικὴ ἀγκαλιά, τὴν ἕνωση μὲ μιὰ καρδιὰ – σύμβολο τῆς ἀθῳότητας. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἡ ποίηση εἶναι τόσο πραγματικὴ ὅσο καὶ ὁ κάθε καθημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ κάποια στιγμὴ σηκώνει τὰ χέρια, παραδίδεται στὴν μοῖρα του καὶ διαλέγει νὰ κλειστεῖ στὸν ἑαυτό του ἢ σὲ κάποιον ἰδεατὸ ἔρωτα.. ὁ Μανόλης Ἀλεξίου, (πέθανε νωρὶς τὸ 1963, σὲ ἡλικία 56 ἐτῶν..), ποιητὴς κὰτ ἐξοχὴν τῶν χαμένων ὀνείρων, ἐκφράζει μὲ ἕνα καλὸ ποίημα αὐτὴν τὴν σταδιακὴ συρρίκνωση, αὐτὸν τὸν σταδιακὸ συμβιβασμό, τὴν μείωση τῶν προσδοκιῶν. Ἐδῶ ἀκόμη καὶ ὁ ἔρωτας καταντᾷ ἄπιαστο ὄνειρο, ὁ ἄνθρωπος ὁ χτυπημένος ἀπὸ τὴν μᾶζα καὶ τὶς συμβάσεις της δὲν ἠμπορεῖ κάν νὰ διαχειριστεῖ τὸν μικρόκοσμό του.. 

Ὑπάρχουν

Ὑπάρχουν στὸν ἀπέραντο κόσμο, σ’ αὐτὴ τὴ γῆ,

βουνοκορφὲς ἀπάτητες, ἄγρια παρθένα δάση,

θάλασσες ποὺ ἔχουν σκεπαστὴ μὲ ὁμίχλη καὶ σιγή,

πού δὲ θὰ δῶ, πού τάχω χάσει.

 

Γιὰ ἐμὲ θὰ μείνουν ἄγνωστες, ὄνειρα μακρυνά,

οἱ πολιτεῖες ποὺ νοσταλγῶ, χαμένες Ἀτλαντίδες.

Γύρω πουλιὰ φασματικὰ πετοῦν στὰ σκοτεινὰ

κ’ οἱ τελευταῖες μου ἐλπίδες.

 

Μὰ τρέμω μήπως δίπλα μου, κοντά μου ἴσως πολύ,

κι ὰς μὴ τὴ βλέπω, βρίσκεται χρόνια καὶ τὴν ἀφήσω,

μιὰ ὕπαρξη ἁγνή, μιὰ ἁπλὴ καρδιά, ποὺ σβήνει σιωπηλή,

χωρὶς νὰ τὴ γνωρίσω… 

Κατὰ ἕναν περίεργο τρόπο ὁ ποιητὴς ἐκεῖνος ποὺ σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀνέδειξε τὴν ἀξία τῆς ἀτομικῆς προσπάθειας, τὶς καταστροφικὲς συνέπειες τῆς ἀβουλίας καὶ τῆς δειλίας, ἦταν ὁ Βάρναλης. Ἐκτὸς κομματικῆς γραμμῆς, (ἀναλογιστεῖτε τὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς..), γιὰ παράδειγμα στοὺς πόνους τῆς Παναγιᾶς, μὲ μιὰ λεπτὴ εἰρωνεία πρὸς τὸ βόλεμα, τὴν διαρκῆ ἀναβολὴ τῆς ἀλλαγῆς, τὸν ὠχαδερφισμό. Θυμηθεῖτε μόνο το καταληκτικὸ δίστιχο τῶν Μοιραίων.. 

«δειλοί, μοιραῖοι, κι ἄβουλοι ἀντάμα,

προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!»

Καὶ βέβαια το παροιμιῶδες..

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνια μπρός, χρόνια μετά…

Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.

Τάχα ἡ θέλησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;

Ἄχ, ποῦσαι, νιότη, πούδειχνες πὼς θὰ γινόμουν ἄλλος!..

(Ἀπὸ τοὺς «Σκλάβους πολιορκημένους»)

 

Παραθέτω Βάρναλη, (ποὺ δὲν εἶναι βέβαια ἕνας ξεχασμένος ποιητής..), μόνο καὶ μόνο γιατί σὲ τοῦτο τὸ τελευταῖο τετράστιχο κρύβεται ὅλη ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ (δυστυχίας), ἡ προδιαγραμμένη πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ φοβᾶται νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τὰ πλαίσια τῆς ὁμάδας καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ χαράξει δρόμο δικό του…

Θὰ πεῖ κάποιος μίαν ἀντίρρηση ποὺ τὴν ἀκούω συνέχεια: Καλὰ ὅλα τοῦτα, ἀλλὰ ποὺ τέμνονται μὲ τὴν σκληρὴ καὶ βάναυση πραγματικότητα, πότε μεταβάλλονται λοιπὸν σὲ φάρμακο θεραπευτικό;

GREEK POET ZERVOS
Τάσος Ζερβός

Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πρόβλημα, ὅτι ἡ κατ ἐξοχὴν μήτρα ποὺ γεννᾷ συνειδήσεις, τὸ σχολειό, δὲν ἔχει καμία οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ αὐτὴν τὴν ποίηση ποὺ βλέπουμε παραπάνω, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὸ συμβαίνει, ἀπουσιάζουν ἐκεῖνοι οἱ δάσκαλοι ποὺ μὲ σταθερὸ καὶ συγκροτημένο τρόπο θὰ μπολιάσουν τὴν παιδικὴ σκέψη μὲ τὴν ἀμφισβήτηση, τὴν κρίση, τὴν ἄρνηση, τὸ ἦθος καὶ τὴν μάχη. Ἀντίθετα, ἡ ποίηση παρουσιάζεται σχεδὸν πάντα ὡς «ἡ ὥρα τοῦ παιδιοῦ», τὸ χαλαρωτικὸ διάλειμμα στὸ κυνῆγι τῶν ἀριθμῶν καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀποκατάστασης, τὰ ὄμορφα λόγια κάποιων ρομαντικῶν ἢ καὶ εὐφυῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν τὴν πολυτέλεια νὰ σκαρώνουν στίχους. Ἀποκρύπτεται τὸ γεγονός, (καὶ ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται ἡ παραδοχή του) ὅτι ὁ στίχος μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ ἐπαναστατικὸς ἀπὸ τὸ μαχαῖρι καὶ τὴν μολότοφ, πιότερο ἀναρχικὸς ἀπὸ ἑκατὸ κουκουλοφόρους μαζί, ποὺ καμώνονται πὼς κάμουν ἀντίσταση. Μὲ κίνδυνο νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὰ λογοτεχνικά, τοῦτο θὰ ἐπαναλάβω μόνο: Καμία ἀλλαγή, κανένας ἐπὶ γῆς παράδεισος, δὲν πρόκειται νὰ ἔλθει ἀπὸ τὴν πολιτικὴ διαχείριση, ὅποιο ὄνομα, ὅποιες καλὲς προθέσεις καὶ ἐὰν ἔχουν οἱ διαχειριστές, ἡ πραγματικὴ ἐπανάσταση μπορεῖ νὰ προκύψει μόνο μέσα ἀπὸ τὴν κάθε συνείδηση ξεχωριστά, ἀπὸ τὴν ἀλλαγὴ στὸν τρόπο ποὺ βλέπουμε τὸν κόσμο, ἀπὸ ἕνα καινούριο παράθυρο ποὺ θὰ ἀνοίξει στὴν σκέψη. Καὶ αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες, αὐτὴν τὴν ἀνύψωση, μοναχὰ ἡ λογοτεχνία μπορεῖ νὰ τὴν πετύχει καὶ μάλιστα ἡ πιὸ ἀπαιτητική της μορφή, τὰ πιὸ ποιοτικά της κείμενα. Τὸ ποίημα «Ὕστερα» του Ζερβοῦ εἶναι χαρακτηριστικό.. 

Νὰ ἔγραφες, Θέ μου, στὴν τρίτη του Δημοτικοῦ Σου,

νὰ μοῦ ΄δειχνες μιὰ ἐκκλησιὰ ποὺ μνημονεύουν μόνο δάση,

μιὰ βρύση ποὺ νὰ λέει «καλῶς ᾖλθες»…

Ὕστερα μόνος μου θὰ προσανατολιζόμουν.. 

Νάτη λοιπὸν παροῦσα ἡ τεράστια σημασία τῆς ποίησης, τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν, τῆς λογοτεχνίας στὴν ἐκπαίδευση. Ὕστερα μόνος μου θὰ προσανατολιζόμουν.. Μεταδῶστε στὰ παιδιὰ ὅλη τὴ δύναμη, ὅλον τὸν πλοῦτο, ὅλη τὴν ἀναρχικὴ ποιότητα τοῦ κειμένου καὶ σταματῆστε ἐκεῖ, τίποτε ἄλλο δὲν χρειάζεται, ὁ προσανατολισμὸς ὕστερα εἶναι αὐτόματος, ἡ σκέψη ἔχει μάθει νὰ ἀντιμετωπίζει καὶ νὰ διαχειρίζεται κάθε εἴδους πρόβλημα, κάθε ἀντιξοότητα, κάθε ἀνθρώπινη συμφορὰ καὶ «μοῖρα»..

Βέβαια, κι ἂν φωνάζω χρόνια τώρα, κι ἂν κάποιοι λίγοι συμφωνοῦν μὲ τὰ αὐτονόητα, λίγες ἐλπίδες χωροῦν γιὰ κάποια ἀλλαγή, σπέρματα αἰσιοδοξίας κείτονται ἐδῶ κι ἐκεῖ, εἶμαι σχεδὸν πεπεισμένος ὅτι ἡ λογοτεχνία στὴν Ἑλλάδα δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὶς συνειδήσεις, ἡ εὐ-τυχία ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρει θὰ παραμένει πάντοτε ζητούμενο καὶ ἐπιδίωξη οὐτοπική. Μά, μὴν νομίζετε πὼς μόνο δική μου εἶναι αὐτὴ ἡ στάση, αὐτὴ ἡ ἀποστασιοποίηση ἀπὸ μία πραγματικότητα ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξυψώσει τὸν ἑαυτό της. Ὅλα τοῦτα τάχουν δεῖ πολλοὶ ποιητὲς πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ τὰ δοῦν ἄλλοι τόσοι μετά. Γιὰ κεῖνον ποὺ φωνάζει ἀλλὰ δὲν πείθει, γιὰ ὅποιον προσπαθεῖ μὰ συναντᾷ τὰ τείχη, ὑπάρχει πάντοτε ἡ διέξοδος τοῦ προσωπικοῦ του χώρου, ἡ ὕστατη ὑπεράσπιση τῆς σκέψης του καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς του. Νὰ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα πολὺ ὄμορφο ποίημα τοῦ Στέλιου Γεράνη, (ψευδώνυμό του Στέλιου Παναγιωτόπουλου, ἔζησε ὡς τὰ 1993), ἔχει τὸν πολὺ ἰδιαίτερο τίτλο Ταξίδι γιὰ νέες σπουδές. Εἶναι κάπως μεγάλο γὶ αὐτὸ καὶ παραθέτω τὶς  τελευταῖες στροφές.. 

[ ]

Ὅταν κάθε μέρα πληθαίνουν τριγύρω σου

οἱ ξένοι κ΄οἱ μοναχικοί,

κι ὅταν κι αὐτὸ ἀκόμα τῆς μητέρας τὸ χάδι

χάνει τὸ στιλπνό του καθρέφτισμα στὶς καρδιές μας,

καὶ τὸ δέχεται δίχως ρῖγος

 

τὸ ροδαλὸ χνοῦδι τοῦ παιδιοῦ,

πρὸς τί νὰ ἐπιμένουμε γιὰ μιὰ ἀνανέωση

ἀνάμεσα σ΄αὐτὴ τὴν πολιτεία

μὲ τὰ θαμπὰ ἐμβλήματα τῆς ἀδιαφορίας

καὶ τὶς φτηνὲς ρεκλάμες τῶν ὑπολογισμῶν;

 

Γὶ αὐτὸ κ΄ἐμεῖς,

ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ σπουδάσουμε τοὺς ἀνθρώπους,

κι ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι κλειδώνουνε τὸ σπλάχνο τους

γιὰ νὰ μὴ μπεῖ τὸ φύσημα τ΄ἀνέμου,

πήραμε τὴν ἀπόφαση

νὰ ζέψουμε τ΄ἀφηνιασμένα ἄλογα τῶν πόθων μας

καὶ νὰ κινήσουμε γιὰ τὶς καινούργιες μας σπουδὲς

πάνω ἀπὸ τὴν γαλαζοπράσινη ὑγρασία τοῦ ὁρίζοντα.

Κάπως ἀλλιῶς τὸ βλέπει ἡ Ζωὴ Καρέλλη..

«ὅμως, πολὺ χωριστοί, συλλογιζόμασταν

τὴν κοινὴ δυστυχία μας·

ἡ καρτερία ἦταν κιόλας μιὰ ἧττα

ποὺ εἴχαμε δοκιμάσει.» 

Ἡ καρτερία, ἡ ἀπαντοχή, τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου μὲ τὴν ἀχνὴ ἐλπίδα πὼς κάτι θ΄ἀλλάξει μὲ μαγικὸ τρόπο, κάποιος ἄλλος θὰ πάρει στὰ χέρια τοῦ τὴν ζωή μας, ἕνας τρίτος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτὸ μας περισσότερο ἀπὸ ἐμᾶς, θὰ φροντίσει νὰ σπάσει τὴν βαρετὴ ἁλυσίδα. Ά!, πόσο κοινὴ αὐταπάτη, γιὰ τὴν ὀκνηρὴ συνείδηση κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ δουλέψει..

Πλησιάζοντας στὸ τέλος, παραθέτω ἕνα ἀκόμη ποίημα τῆς Ζωῆς Καρέλλη, ἀπὸ τὰ παλιότερα, τὰ δύσκολα καὶ λιγότερα γνωστά της. Προσέξτε λίγο παραπάνω αὐτὸ τὸ ποίημα, ἡ Καρέλλη δὲν εἶναι εὔκολη, ἀλλὰ ἐδῶ εἶναι νομίζω ἐξαιρετικὸς καὶ ἀρκετὰ καθαρὸς ὁ συμβολισμὸς τοῦ ἐνδύματος ποὺ ἐπιβάλλεται ἐπάνω στὸ κορμί, τὸ κορμὶ ποὺ ἀσφυκτιᾶ καὶ θέλει νὰ ξεφύγει γυμνό, νὰ ξεφύγει ἀκόμη καὶ ἐὰν τὸ κατορθώσει γεμάτο ἀπὸ πληγὲς αἱμορραγοῦσες… τὸ κορμὶ εἶναι βεβαίως ἡ συνείδηση καὶ τὸ μεταξένιο μαγνάδι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ γοητευτικὰ ναρκώνουν τὴν σκέψη μὲ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν λάμψη τους.. (ὡς μαγνάδι ἀναφέρεται τὸ πολὺ λεπτό, τὸ ἀραχνοΰφαντο κάλυμμα κεφαλῆς, ἀλλὰ κὰτ΄ἐπέκταση τὸ λεπτὸ πανί, κάθε λεπτὸ ὕφασμα ποὺ καλύπτει τὸ σῶμα).. 

Ὄνειρο

 Ἕνα μεταξένιο μαγνάδι, ἀκαθόριστο

ἔπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ὕστερα.

Γύρευα τὴν ἀρχή του μὲ τὸ χέρι,

τὴν κάθετη οὔγια· καὶ τὸ χέρι μου

χώθηκε στὸ βαρὺ ἀδιέξοδο ὕφασμα.

Τόσο σὲ τοῦτο τὸ ἐμπόδιο

ὕλη πηχτή! Οἱ πτυχὲς πυκνώνουν.

Κάποιο μαχαῖρι ζητοῦσα, γιὰ ν΄ἀνοίξω

τὴ δίοδο.

Γιατί τοῦτο τὸ ὕφασμα

κολλάει πολὺ πάνω στὸ σῶμα,

τυλίγει τὴ ζωή μου,

δὲν φεύγει ἀπὸ πάνω μου.

 

 Κάποιο μαχαῖρι, γιὰ νὰ κοποῦν

οἱ συνήθειες, τὰ ὕπουλα μάγια,

ποὺ φαίνονται τόσο πολύτιμα,

ἴσως ὡραῖα, κ΄εἶναι ἀδυσώπητα.

Ὅμως ἡ λεπίδα, καθὼς ἐλπίδα

πῆγε νὰ σκίσει τὸ τύλιγμα

 

τὸ πλεγμένο ἀπάνω μου πλέγμα,

ἐμπόδιο βρῆκε τοῦ σώματός μου

τὴν ψυχὴ καὶ πόνεσ΄ἐπώδυνα

ἡ τομὴ ποὺ ἔκανα, πολύ!

Γιὰ νὰ φύγω, ἔσκισα τὸ ντυμένο

 

κορμί μου – γιὰ νὰ φύγω ἀπὸ ἐκεῖ.

Πὲρ΄ἀπ΄τῆς συνήθειας τὸ ἔνδυμα,

καθὼς καίρια εἶχε χτυπηθεῖ,

νόμισα πὼς θὰ πέθαινα. 

Ἐξαιρετικὸ πολυεπίπεδο ποίημα, καθὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν προφανῆ συμβολισμό, πηγαίνει βαθύτερα, μὰ ἡ ἀνάλυσή του δὲν εἶναι τῆς παρούσης..

Προσέξτε ἐκεῖνο τὸ πόνεσε ἐπώδυνα τῆς Καρέλλη, τὴν σκληρὴ μάχη γιὰ νὰ ξεφύγει, ὅπου ἀκόμη καὶ ἡ ψυχὴ ἡ ἴδια ἀντιστέκεται στὸ ξεβόλεμα, στὴν ἀναστάτωση, στὸν ἀποχωρισμὸ τῆς εὐκολίας καὶ τῆς συνήθειας. Γιατί φυσικά, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὑπάρχουν ἰδανικοὶ αὐτόχειρες, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἰδανικοὶ ταξιδιῶτες, ἐκεῖνοι ποὺ ὅλο γκρινιάζουν γιὰ τὴν μιζέρια τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἡ φυγὴ βρίσκεται μόνο στὰ ὄνειρά τους, ζεῖ μόνο ὡς φαντασίωση, ποὺ οὐδέποτε θὰ πραγματοποιηθεῖ, οὐδέποτε ἡ μικροαστικὴ δειλία θὰ δεχθεῖ νὰ πληρώσει τὸ κόστος τοῦ πολέμου. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ ὄνειρο δὲν βγάζει δάκρυ, μήτε νοσταλγία, περισσότερο στὸ κωμικὸ γέρνει ἡ φιγούρα ἐκείνη ποὺ ὅλο ὀνειρεύεται, μὰ τίποτε δὲν κάμει γιὰ νὰ κυνηγήσει τὸ ὄνειρό της. Δεῖτε πὼς ἀποτυπώνει αὐτὸν τὸν ἰδανικὸ ταξιδιώτη ὁ Κ. Καρθαῖος (βαφτιστικό: Κλέανδρος Λάκων) καὶ πῶς περιγελᾷ ἐκείνους, ποὺ μήτε Δὸν Κιχῶτες δὲν τολμοῦν νὰ γίνουν.. 

Ἡ κάθε μέρα

ἡ κάθε μέρα ποὺ περνᾷ

καὶ μίαν ἀλήθεια ἀφήνει·

Καὶ κάθε ἀλήθεια μιὰ σπρωξιὰ

γερή τοῦ ὀνείρου δίνει.

Ἡ κάθε ἡμέρα – τραλαλά! –

κι ἀπόναν πύργο μοῦ χαλᾷ.

 

Κι οὔτε μπορῶ νὰ θυμηθῶ

τοὺς πύργους πούχω χτίσει·

Σὲ κάθε ἱσπανικὸ βουνὸ

κι ἀπόναν ἔχω στήσει.

 

Καὶ δόστου χτίζω – τραλαλό! –

κι εἶναι τὸ κρύσταλλο φτηνό.

 

Μὰ κάθε μέρα ποὺ περνᾷ

καὶ μίαν ἀλήθεια φέρνει·

Μὰ πάλι ὁ πόθος μὲ πλανᾷ

καὶ τ ὄνειρο μὲ σέρνει.

Κι΄ἡ κάθε ἡμέρα – τραλαλά! –

κι ἀπόναν πύργο μοῦ χαλᾷ. 

Ὁπωσδήποτε δείχνει νὰ ὑπάρχει μιὰ ἀντίφαση σὲ ὅλες τὶς παραπάνω σκέψεις, ποὺ ὁ προσεκτικὸς ἀναγνώστης θὰ μποροῦσε βιαστικὰ νὰ ἐπισημάνει: «Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποῦ δηλώνεις ἀπαισιόδοξος, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κατὰ βάθος δὲν πιστεύεις πὼς κάτι θ’ ἀλλάξει, πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος, γιατί νὰ μποῦμε σὲ τόσο κόπο νὰ ξεπεράσωμε τοὺς ἑαυτούς μας, νὰ κοπιάσουμε, νὰ ματωθοῦμε; Ἴσως, ἡ ἀπὸ νωρὶς παραίτηση, νὰ εἶναι ἡ λύση..»

Δὲν θὰ ἀπαντήσω μὲ Καβάφη, θὰ ἦταν πολὺ κοινότοπο. Θὰ παραθέσω ἕνα ὄμορφο ποίημα τοῦ Νάσου Δετζώρτζη, (γνωστὸς στοὺς τακτικούς ἀναγνῶστες καὶ ὡς ἀπτυχίωτος, ἔχωμε δεῖ ποίησή του σὲ ἄλλη ἀνάρτηση..).

Ὅ,τι πολὺ ἐπιθύμησες, θὰ ΄ρθεῖ μιὰ μέρα

               ποὺ θὰ τὸ χάσεις.

Τόσο ἀναπάντεχα, τόσο ἄδικα, τόσο νωρίς.

Μὰ αὐτὸ θὰ σὲ πληρώνει τόσο ὡς μέσα σου,

θὰ σ’ ἔχει κάνει τόσο πλούσιο, τόσον ὥριμο,

θὰ σ’ ἔχει φέρει τόσο μέσα στὸ ὅλο νόημα

τῆς ζωῆς σου, τῆς ζωῆς ὅλου τοῦ κόσμου,

ποὺ μιὰ καὶ κάποτε τὸ ἀπόχτησες, τὸ ἀξιώθηκες,

σοῦ μένει δῶρο σου ἀκριβό, βαθιὰ ἀναφαίρετο,

ποὺ τὸ κατέχεις ἐσαεί, σάρκα τῆς σάρκας σου,

νωρὶς ν’ ἀφήνει οὔτε μιὰ πτυχὴ κενὴ

γιὰ τὴν ἐνέδρα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς πικρίας. 

Ἡ ἧττα, ἡ κοινωνικὴ ἧττα, εἶναι πάντα μέσα στὸ παιχνίδι, θάλεγα μάλιστα ὅτι οἱ πιθανότητες εἶναι συντριπτικὲς καὶ ἐνάντιες σὲ κάθε ποιητή, σὲ κάθε ἐλεύθερη συνείδηση. Κανένας γνήσιος γραφιὰς δὲν ξεκινᾷ τὸν δρόμο τοῦ ἐλπίζοντας σὲ νίκη τῶν ἰδεῶν του, σὲ σιωπηρὴ ἔστω ἀποδοχή. Κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς, τοὺς ὅποιους ἐμᾶς, δὲν θὰ ζήσει γιὰ νὰ ἰδεῖ τὴν ἀγωνία του δικαιωμένη, τὸ ὄνειρό του ἐκπληρωμένο. Ὅμως τί σημασία ἔχει..

Γιὰ κεῖνον τὸν ἕναν ποὺ θέλει νὰ ἰδεῖ τὴν ζωή του μὲ ἄλλα μάτια, γιὰ κεῖνον τὸν μοναδικὸ ποὺ βλέπει στὴν φιλολογία τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του, γιὰ κεῖνον τὸν ταπεινὸ ποὺ βαρέθηκε νὰ εὐτελίζει τὴν ζωή του στὶς ὑποκρισίες, μόνο γι αὐτὸν τὸν ἄγνωστο (καὶ πιθανὰ ἀνύπαρκτο) γράφονται τοῦτες οἱ γραμμὲς κι ἀπ αὐτὸν ἀναμένουν τὴν ὅποια δικαίωσή τους…

Ἄλλωστε ὁ καταναγκασμὸς εἶναι γνώρισμα βασικό τοῦ γνήσιου ποιητῆ, ἐκείνου ποὺ ἐπιμένει νὰ μιλᾷ σὲ ἄδειες καρέκλες. Ἡ ἀνάγκη τὸν ὠθεῖ, οἱ λέξεις τὸν πιέζουν, τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ εἶδε στὸ φῶς μιᾶς ἀστραπῆς προσπαθεῖ νὰ μεταδώσει. Ἡ μόνιμη δίψα εἶναι ἡ ἀρρώστια του, ἡ ἰσόβια καταδίκη του. Τὰ βραβεῖα, οἱ καλὲς κριτικές, ἡ ἐχθρότητα, οἱ δημόσιες ἐκδηλώσεις, τὰ ἀσήμαντα καὶ τὰ ἀνούσια τὸν ἀφήνουν ἀδιάφορο γιατί δὲν τὸν ξεδιψοῦν. Κι αὐτὸς γεννήθηκε ἰχθύς, δίχως νερὸ πεθαίνει. Εἶναι ἡ πεῖνα τοῦ Hamsund; Μπορεῖ. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἡ «Δίψα» τοῦ Τάσου Ζερβοῦ, ἕνα ἐξαιρετικὸ συμβολικὸ ποίημα, ποὺ ὅταν τὸ τελειώσεις τὸ στόμα σου μένει στεγνὸ καὶ κάπως ἔχεις ἀντιληφθεῖ τὰ κίνητρα τῆς δημιουργίας.. 

Δίψα

 Ἀπὸ παιδὶ ἡ μάνα μου μ’ ἔκανε βρύση

καὶ μὲ ὅρκισε βρύση ἄλλη νὰ μὴν συναντῶ

νὰ διψάω ἀκόμα κι ὅταν ξεδιψάω

νὰ σκέπτομαι τόπους ποὺ δὲν ἔχουν νερό.

 

Γὶ αὐτὸ

καὶ στ΄ὁλόγιομο φεγγάρι διψάω

καὶ διψῶ ὅταν τὸ βλέπω λειψὸ

Διψῶ ὅταν ἔρχεσαι, κι ὅσο μένεις διψάω

κι ὅταν φεύγεις

διψάω, διψῶ. 

Γιὰ νάμαστε δίκαιοι προηγήθηκε ὁ Ναζωραῖος. «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, διότι αὐτοὶ θέλουσι χορτασθῆ.» Δικαιοσύνη, δηλαδὴ ἁγιότητα, δηλαδὴ θεός, δηλαδὴ πνεῦμα. Μακάριοι οἱ διψῶντες γιὰ πνεῦμα λοιπόν, κάποια ἐλπίδα ἔχουν πὼς κάποτε θὰ ξεδιψάσουν..

Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους, ἀπομένει ὁ στίχος τοῦ Θεόδωρου Ντόρρου. Γιὰ κάποιους μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ἀρκετό..

 Τὸ Σάββατο, ἡ μόνη μέρα

ποὺ μὲ γλύκα ξεμακραίνει τὴ ζωή μας

POUND EZRAΘάθελα νὰ κλείσω μὲ ἕνα ἐξαιρετικὸ ποίημα τοῦ Ezra Pound, πολὺ γνωστὸ βεβαίως, ἐνδεικτικό τῆς βασάνου, τῆς τρέλας, τῆς κούρασης ἀπὸ τὸν διαρκῆ στοχασμό, τὴν μάχη δίχως παύσεις καὶ ἀναπαμό… ἐπιλέγω τὴν μετάφραση τοῦ Γιάννη Λειβαδᾶ καὶ ὄχι τοῦ Σεφέρη, πολὺ καλὲς καὶ οἱ δύο, ἀλλὰ προσωπική μου γνώμη εἶναι πὼς ἡ πρώτη διαθέτει καλύτερο ρυθμὸ καὶ ἀποφεύγει κάποιες γλωσσικὲς ἐπιτηδεύσεις..

 

Τὸ νησὶ μέσα στὴ λίμνη

Ὢ Θεέ, ὢ Ἀφροδίτη, ὤ Ἑρμῆ, τῶν κλεφτῶν προστάτη,

δῶστε μου μετὰ ἀπὸ χρόνια σὰν θελήσω, σὰν ἱκετεύσω,

ἕνα μικρὸ καπνοπωλεῖο,

μὲ τὰ μικρὰ γυαλιστερὰ κουτιά του

            πάνω στὰ ράφια μὲ τάξη στοιβαγμένα

καὶ τὸν χύμα ἀρωματικὸ καπνὸ

            καὶ τὸν ψιλοκομμένο,

καὶ τὸν ξανθὸ καπνὸ ἀπ’ τὴ Βιρτζίνια

            χύμα μέσα στὶς φωτεινὲς τὶς γυάλες,

καὶ μία πλάστιγγα

            ὄχι καὶ τόσο λιγδιασμένη,

καὶ τὶς πουτάνες νὰ περνοῦν γιὰ κουβεντοῦλα,

ἔτσι γιὰ λίγη πάρλα, καὶ νὰ σουλουπώσουν

    λίγο τα μαλλιά τους.

 

Ὢ Θεέ, Ὢ Ἀφροδίτη, Ὢ Ἑρμῆ, τῶν κλεφτῶν προστάτη,

χαρίστε μου ἕνα μικρὸ καπνοπωλεῖο,

             ἢ βάλτε μὲ σὲ ὅποιο ἐπάγγελμα καὶ νὰ ’ναι

πέρα ἀπὸ τοῦτο τὸ καταραμένο ἐπάγγελμα

    τοῦ ποιητῆ

            ὅπου τὸ μυαλὸ χρειάζεται νὰ δουλεύει ἀσταμάτητα.

Ἀς δικαιώσουμε τὴν ὕπαρξή μας, ἀς διεκδικήσουμε μιὰ πνευματικότητα ποὺ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς γαληνέψει, νὰ θεραπεύσει τὴν ἀνικανοποίητη ψυχή μας. Κι ὅσο γιὰ τὰ ὑπόλοιπα μὴν στενοχωριέστε. Οἱ θεοὶ καὶ ἡ μοῖρα πάντα φροντίζουν ἡ ζωή μας νὰ καταλήγει σὲ κάποιο μικρὸ καπνοπωλεῖο στὴν μέση του πουθενά, γυμνοὶ λίγο πρὶν τὸ τέλος, γιατί ὅ,τι εἴχαμε νὰ δώσουμε τὸ δώσαμε. Καὶ οἱ μοῖρες εἶναι ἀνελέητες, δύο μόνο ρόλους ἐπιτρέπουν στὰ στερνά. Ἐκεῖνον τῆς πουτάνας καὶ τὸν ἄλλον τοῦ καπνοπώλη, ἐκεῖνον τοῦ τετράρχη καὶ τὸν ἄλλον τοῦ λῃστῆ..

Καὶ ὁ καθεὶς θὰ παίξει τὸν δικό του ρόλο,  μὲ ὅσα γράμματα πρόλαβε νὰ μάθει..

(Γι ἀκόμη μία φορά, πολύτιμη ἡ βοήθεια τῆς Ἀντιγόνης Ἠλιάδη καὶ τῆς Ἕλλης Παναγιώτου. Στὸ κείμενο ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητὲς Στέλιος Γεράνης, Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Γιῶργος Σεφέρης, Κρίτων Ἀθανασούλης, Ζωὴ Καρέλλη, Νάσος Δετζώρτζης, Τάσος Ζερβός, Τίμος Μωραϊτίνης,  Ezra Pound, Κ.Καρθαῖος, Κώστας Βάρναλης, Γιάννα Βέρα, Τάκης Τσιάκος, Θεόδωρος Ντόρρος, Κωνσταντῖνος Καβάφης. Γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ἄρθρου ξεφυλλίσαμε τὰ ἑξῆς βιβλία: Τάσος Ζερβός, Τὰ ποιήματα, ἐκδόσεις Τὸ Ροδακιό, Ἀνθολογία (ποίησης) Ρένου, Ἡρακλῆ καὶ Στάντη Ἀποστολίδη, Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς ποίησης Σπύρου Κοκκίνη, ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας, Κρίτων Ἀθανασούλης μιὰ παρουσίαση ἀπὸ τὸν Γιάννη Βαρβέρη ἐκδόσεις Γαβριηλίδης. Ἑπτὰ δοκίμια γιὰ τὴν ποίηση Τ.Σ Ἐλιοτ ἐκδόσεις Γράμματα.)

Καὶ ἡ μουσική ποὺ συνοδεύει τὸ σημερινό κείμενο, μὲ τὸν τίτλο ποὺ πρέπει.. ἡ μελαγχολία τῆς εὐτυχίας..


 

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend