Στράτος Κοντόπουλος, Τά Νεανικά, Μέρος Δεύτερο

 

Για να επιστρέψετε στο πρώτο μέρος πατήστε εδώ

Ὀργασμός

 

Νά ἔχεις τό φαγί λιγοστό/τά ροῦχα μπαλωμένα/ νά κρύβεσαι γιατί χρωστᾶς τό νοῖκι σου/ γυναῖκα νά μή σέ κοιτᾶ/ οἱ φίλοι νά βαριοῦνται τήν παρέα σου/οἱ γείτονες νά σέ κοιτοῦν μέ μάτι κακό/ οἱ συγγενεῖς νά σ’ ἔχουνε ξεχάσει/ ἀπ’ ὅλες τίς ἡδονές τοῦ κόσμου παραιτημένος/ καί νά γράφεις σέ χαρτιά, πακέτα, αὐτοκόλλητα/νά γράφεις ὅπου βρεῖς κι ὅπου σταθεῖς/ νά σβένεις, νά πετᾶς καί νά ξεσκίζεις/ ἀμέτρητες φορές ἀπ’ τήν ἀρχή νά ξεκινᾶς, / χαρτί νά τό μαζεύεις ἀπ’ τούς κάδους/ φαγί νά περιμένεις στό συσσίτιο, ροῦχα νά φορεῖς τῆς ἐκκλησιᾶς/ /μά ὅταν κάποτε τό ἔργο σου τελειώσει, ὅταν κάποια φορά γράψεις ἐκείνη τήν τελεία,/ βγαίνεις λαμπερός σέ πάρκα καί πλατεῖες,/ξεχνᾶς καί τό φαγί, καί τίς γυναῖκες καί τήν φτώχεια,/ βγαίνεις λαμπερός στό μέσο τοῦ κόσμου κι ἀπαγγέλεις/καί εἶναι αὐτό γιά σένα ἡ μεγάλη, ἡ ἀνεπανάληπτη, /ἡ ἀπαστράπτουσα καί λαμπυρίζουσα,/ ἡ ἐσχάτη καί ὑπερτάτη,/ἡ μεγίστη ἡδονή. Ὁ ἕνας καί μοναδικός αὐτούσιος ὀργασμός σου.

(1963)

Ἡ παλιά Ἀθῆνα ἦταν γεμάτη ἀπό γραφικούς τύπους – ἄλλοτε θλιβερά ἀπομεινάρια τοῦ ἐμφυλίου μέ μυαλό σαλεμένο ἀπό τίς κακουχίες καί τά βασανιστήρια καί ἄλλοτε γόνοι εὔπορων οἰκογενειῶν μέ μυαλό γεμάτο ἀπό παραισθήσεις μεγαλείου. Ὁ Κοντόπουλος στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 60 ἔμενε γιά ἕνα διάστημα στήν Ἀχαρνῶν, νομίζω μάλιστα πώς ἦταν τό πρῶτο του σπίτι μετά τό φευγιό ἀπό τό πατρικό του. Στό ὑπόγειο τῆς πολυκατοικίας του ζοῦσε ὁ Παντελῆς, ἕνας ἄθλιος τῶν Ἀθηνῶν, ἕνας ρακοσυλλέκτης πού ἔβγαινε κάθε πρωί μέ ἕνα στραβοχυμένο καροτσάκι καί μάζευε ὅ,τι ἔβρισκε σέ δρόμους πλατεῖες καί σκουπιδότοπους. Τά ροῦχα του μπαλωμένα καί βρώμικα, παπούτσια τρύπια, δόντια λειψά, βλέμμα σκυφτό καί φοβισμένο, μέ ἄλλα λόγια ἡ πλέον στερεότυπη μορφή ἐξαθλιωμένου ἐκείνη τήν ἐποχή. Κάποιοι γείτονες, (ἀνάμεσά τους καί ὁ Κοντόπουλος) τοῦ ἄφηναν ἕνα πιάτο φαΐ, κάποιοι ἄλλοι ἔφερναν τακτικά τήν ἀστυνομία γιά τά σκουπίδια πού μάζευε ἐκεῖ, ἀλλά τό ὑπόγειο ἦταν ἡ μόνη δική του κληρονομιά καί δέν μποροῦσαν νά τόν διώξουν. Ἀπό ἡλικία θά πρέπει νά εἶχε πατημένα τά ἑξῆντα.

Κάποιο πρωϊνό Κοντόπουλος καί Παντελῆς συναντιοῦνται στήν εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας καί ὁ Παντελής, (μᾶλλον γιά νά εὐχαριστήσει τόν Κοντόπουλο γιά τό φαΐ πού ἔτρωγε, ὅσο καί γιά τήν ἀνεκτικότητά του), τόν κάλεσε νά κατεβεῖ στό ὑπόγειο νά τόν κεράσει καφέ. Διηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ Κοντόπουλος…

«…Μπῆκα σέ μιά χαμηλοτάβανη κάμαρα καί ἀπό ἔνστικτο ἔβαλα τό μαντήλι μου στήν μύτη. Χιλιάδες ἀντικείμενα ἤσαν στοιβαγμένα στό πάτωμα, στό τραπέζι, στούς τοίχους, ἀκόμη καί στό ντιβάνι πού κοιμόταν ὁ Παντελῆς. Καί ἡ πιό δυνατή φαντασία δέν θά μποροῦσε νά συνθέσει ἕνα τέτοιο βουνό ἀπό ἑτερόκλιτα ἀντικείμενα. Σπασμένα παιδικά παιχνίδια, ποδάρια ἀπό ξύλινα ἔπιπλα, πιάτα καί φλυτζάνες κάθε λογής, μπιμπελό ἀπό ξεφλουδισμένες πορσελάνες, χιλιάδες μικρές, μεσαῖες καί μεγάλες σακοῦλες, τσάντες καί γδαρμένοι ἀπό τήν πολυχρησία χαρτοφύλακες, σπασμένες σφραγῖδες, ποτήρια καί μαχαιροπήρουνα, βρωμερές κουβέρτες καί σεντόνια, τρύπιοι θερμοσίφωνες καί ὅ,τι ἄλλο βρίσκεται σέ χρήση, παλαιοκαιρίζει καί πετιέται μετά ἀπό χρόνια στά σκουπίδια. Μά ξέχωρα ἀπό τήν κάμαρη καί τό βουνό πού τήν γιόμιζε ὁλότελα, τό πιό ἐντυπωσιακό ἦταν παραδίπλα, σέ ἕνα μικρό παράγωνο καμαράκι, ἀπό ἐκεῖνα πού κατ’ εὐφημισμό τότε τά ὀνόμαζαν «δωμάτια ὑπηρεσίας». Ἐκεῖ ἦταν στημένη μιά ὁλάκερη βιβλιοθήκη, τό πάτωμα γεμάτο καί στούς τοίχους ράφια πού ἀπό τό βάρος εἶχαν γείρει καί ἦταν ἕτοιμα νά σκορπίσουν παντοῦ τά ροκανίδια τους. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν ἀποπνικτική, ὁ ἀέρας γεμάτος μοῦχλα καί ἐκείνη τήν βαριά μυρωδιά τοῦ ἀνήλιαγου καί σκοτεινοῦ.

Πῆρα τόν καφέ πού μοῦ πρόσφερε ὁ Παντελῆς καί ἔκαμα πώς πίνω, δέν ἦταν ὅ,τι πιό εὐγενικό ἔχω κάνει ποτέ, μά δυστυχῶς δέν μποροῦσα νά ἐμπιστευθῶ τίποτα μέσα σ΄ ἐκείνη τή χωματερή. Ἐκεῖνος ξετρύπωσε ἀπό κάπου ἕνα μάτσο χαρτιά καί σχεδόν ψιθυριστά μου εἶπε: «Θέλετε νά σᾶς διαβάσω τά τελευταῖα μου ποιήματα;..». Κρατήθηκα νά μήν γελάσω, μά ἔνιωσα πώς τό θεωροῦσε μεγάλη τιμή καί συγκατάνευσα. «Πολύ εὐχαρίστως…» εἶπα καί ἡ μισή μου πλευρά βολεύτηκε στόν ἐλάχιστο χῶρο μιᾶς ψάθινης καρέκλας γεμάτης ἀπό ροῦχα καί βρώμικα πανιά.

Τά ποιήματα δέν ἦταν κάτι τό σπουδαῖο, παρά τό ὅτι ἔκπληκτος ἄκουγα καί ρίμα καί ρυθμό καί τονισμό καί ἐπιτονισμό τῶν σημείων στίξης καί ἄλλα πολλά τῆς ἐπίσημης ποιητικῆς. Μά ὅλα τοῦτα γρήγορα τά ξέχασα τά ἑπόμενα χρόνια. Ἐκεῖνο πού δέν θά ξεχάσω ποτέ ὅσο ζῶ, ἦταν ἡ τρομακτική μεταμόρφωση αὐτοῦ τοῦ ἐξαθλιωμένου ἀνθρώπου, ἡ ἀνύψωσή του ἀπό τό ὑπόγειο, ἀπό ὅλα τα ἐγκόσμια. Τά σβηστά μάτια ἤσαν τώρα ὀρθάνοιχτα  καί λαμπερά, τά χέρια κρατοῦσαν τά χαρτιά σταθερά καί μέ δύναμη, τό ἕνα ποδάρι πατοῦσε στό ἐλάχιστο πάτωμα πού εἶχε ἀπομείνει ἐνῷ τό ἄλλο στέκουνταν ἐπάνω στόν λόφο μέ τά ἀντικείμενα σκαρφαλωτό. Ὅλο το σῶμα εἶχε ἀνασηκωθεῖ, εἶχε ψηλώσει τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους. Μά ἡ φοβερή μεταμόρφωση ἦταν στό πρόσωπο καί στήν φωνή. Κάθε μῦς τοῦ προσώπου δούλευε μέ τρομερή ὑπερένταση καί συμμετεῖχε θεατρικά στόν στῖχο καί ἡ φωνή… α!, ἡ φωνή!.. σάμπως καί δίπλα μου ξεφύτρωσε ὁ Σικελιανός καί ἡ βροντερή ἀπαγγελία του. Ἄρθρωση καθαρή, λέξεις τονισμένες σωστά, τά ματζόρε καί τά μινόρε ἐκεῖ πού ἔπρεπε, στό τελευταῖο ποίημα μέχρι καί ἕνα δάκρυ φάνηκε στά ὀρθάνοιχτα μάτια γιά νά τονίσει τήν τραγική του κατάληξη…

Κι ἔπειτα ὅλη αὐτή ἡ λάμψη, ἔσβησε ἀπότομα. Ὁ Παντελής ξανάγινε ὁ ρακοσυλλέκτης ὁ καμπουριασμένος μέ τά νυσταγμένα μάτια, τά πόδια πού τρέμουν, τήν φωνή πού σκοντάφτει. Ἦταν ἡ πρώτη καί ἴσως ἡ τελευταία φορά πού κατάλαβα τόσο ἔντονα τήν δύναμη τῆς τέχνης. Ὄχι γιά τό κοινό, τόν ἀναγνώστη ἤ τόν θεατή, μά γιά τόν ἴδιο τόν δημιουργό, τόν ἴδιο τόν ποιητή. Μέσα στήν τόση μιζέρια καί ταλαιπωρία πολλοί αὐτοκτόνησαν, γέρασαν καί πέθαναν πρόωρα. Μά ὁ Παντελής βρῆκε τό φάρμακο, τόν δρόμο, τήν ἐκτόνωση. Κι ἔτσι σῴζει τόν ἑαυτό του ὡς τά σήμερα…».

Δέν νομίζω πώς χρειάζεται κάτι ἄλλο νά προστεθεῖ στά ὅσα γράφει ὁ Κοντόπουλος. Γιά τήν ἱστορία, ὁ Παντελῆς Ἀνανιάδης πέθανε πέντε χρόνια ἀργότερα ἀπό καρδιά καί καθώς φίλοι ἤ συγγενεῖς δέν ὑπῆρχαν, ὁ Κοντόπουλος φρόντισε γιά τήν κηδεία του καί ἔσωσε ὅσα ἀπό τά ποιήματά του μπόρεσε νά εὕρει μέσα στό χάος τοῦ ὑπογείου. Ἐμπιστεύομαι τήν κρίση του Κοντόπουλου ὅταν γράφει πώς οἱ στίχοι του δέν λένε καί σπουδαία πράγματα, ἀλλά κάποια στιγμή θά τά σκαλίσω καί μοναχός μου, εἶναι πάρα πολλά.

Ποτέ δέν ξεύρεις…

Γιόχαν

 

Ὁ Γιόχαν ἦταν ἕνα σκληρό παιδί.

Ἔλαβε ὅμως μόρφωση λαμπρή.

Ποιητές κοιμοῦνταν στό κρεβάτι του,

θεία μουσική ἐχάϊδευε τ’ αὐτιά του,

ὡς κι αὐτά τά μισητά γαλατικά τά ἔμαθε.

Παρέες αὐστηρές, ἀναλόγου παιδείας,

δάσκαλοι ἐκ τῶν ἀρίστων διαλεγμένοι.

 

Ὁ Γιόχαν ἦταν ἕνα ἔξυπνο παιδί.

Ἀκόμα δέν κατάλαβε ποιά μοῖρα,

ποιό γύρισμα τῆς ἱστορίας

τόν μόρφωσε μέ μῖσος,

τόν γιόμισε χολή καί

τόν ἔστειλε ἀνάπηρο στά σπίτια τοῦ Μονάχου

νά κρούει τίς πόρτες, νά ζητιανεύει

γιά μία σοῦπα ζεστή τίς παγωμένες νύχτες…

 

Αὐτός, ὁ μορφωμένος.

Αὐτός, ἕνα σπέρμα τοῦ μεσοπολέμου.

(1961)

Ὅταν προδημοσίευσα αὐτό τό ποίημα στήν ἰστοσελίδα μας τό συνόδευσα τότε μέ τό παρακάτω σχόλιο…

«…Μοναχά ἕνας ἀνιστόρητος ἤ ρηχός μελετητής ἠμπορεῖ νά πιστεύει στόν αὐτόματο πιλότο τῆς ἱστορίας, δηλαδή σέ μία σπειροειδῆ ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητας πάντοτε μέ θετικό πρόσημο. Κατά ἕναν εἰρωνικό τρόπο, τό ἐρώτημα πού ἐπανέρχεται διαρκῶς: «πῶς ἔγινε καί οἱ γερά μορφωμένοι γερμανοί τοῦ μεσοπολέμου μεταλλάχθηκαν σέ τέρατα», ἀντανακλᾶ τήν ἀνεπάρκεια μιᾶς ἐγκυκλοπαιδικῆς ἐκπαίδευσης δίχως εὐρύτερη παιδεία καί τόν διαρκῆ κίνδυνο ἐπικράτησης πρωτόγονων ἀντανακλαστικῶν, ὅταν ἀπό τό σχολειό ἀπουσιάζει ὁ οὐμανιστικός προσανατολισμός μέ τρόπο κυρίαρχο καί θεμελιακό. Στό τελευταῖο δίστιχο ὁ μεσοπόλεμος πολύ εὔστοχα χρησιμοποιεῖται ὡς ἐκτεταμένο στό χρόνο σύμβολο τῆς ἐπανάπαυσης, τῆς ἄνευ λόγου αἰσιοδοξίας, τῆς ἀνόητης ἄποψης γιά τήν ἱστορία πού τάχα  βλέπει πάντα μπροστά καί ποτέ δέν πισωγυρίζει…»

Ὁ Κοντόπουλος σαρκάζει τήν ἀνεμελιά καί τήν ὑπέρμετρη αἰσιοδοξία τοῦ μεσοπολέμου, ἀλλά δέν μποροῦσε τότε νά φανταστεῖ πώς ἡ θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ στήν ἱστορία θά ἔπαιρνε τόσο μεγάλες διαστάσεις στήν σημερινή ἐποχή. Ἄλλοι ἀπό ἄγνοια, (ταυτίζουν τήν τεχνολογία μέ τήν πνευματική ἐξέλιξη…) καί ἄλλοι σκόπιμα, ἀρνοῦνται κάθε κριτική στήν συγκυρία, τήν μεταφράζουν ὡς τήν συνήθη γκρίνια τῆς κάθε προηγούμενης γενεᾶς πρός τήν ἑπόμενη. Ὅμως τεχνολογία καί πνεῦμα δέν εἶναι πεδία μέ ἀνάλογη πάντοτε πορεία. Καί ἐνῷ ἡ τεχνολογία πηγαίνει πάντοτε μπροστά, τό πνεῦμα μπορεῖ καί νά ὀπισθοδρομήσει καί νά φτωχύνει καί νά γενεῖ ρηχό, ἀκόμη καί νά χαθεῖ κατά περιόδους.

Τό θέμα εἶναι πολύ μεγάλο καί θά τό δοῦμε νά ἐπανέρχεται καί σέ ἄλλα ποιήματα.

Ἡ Μοῖρα δέν πρόλαβε τήν πτήση*

 

Ζωή νά ἔχεις ὄμορφη, γιομάτη ἀπολαύσεις,

χαρές μονάχα νά γελᾶς, ποτέ σου νά μή κλαύσεις.

Μπαοῦλα νἄναι ξέχειλα μέ λίρες, μέ διαμάντια,

τοῦ ἥλιου νά σέ λούζουνε φανταχτερά μπριγιάντια.

Ζωή νά ἔχεις περισσή, τῶν φίλων τήν συμπόνια

κι ἀπ’ τό παιδί σου νά ἰδεῖς τά πιό πολλά ἐγγόνια.

 

(εἶπε ἡ Μοῖρα, σώπασε· ἀπάντηση προσμένει,

μά κείνη ἀποκρίνεται στά  μάτια δακρυσμένη)

 

Κι ἄν τά χρυσάφια πού μοῦ λές γεμίσουν τή ζωή μου

καί ἄν οἱ φίλοι οἱ πιστοί θά ζήσουνε μαζί μου,

ὅλα του κόσμου τά καλά κι ἄν ἔχω στό τραπέζι

καί τό παιδί μου δίπλα μου θά χαίρεται νά παίζει,

τί νά μπορέσει μοῖρα μου τόν πόνο μου νά σβήση

τώρα πού κεῖνος ἔφυγε, ποτέ δέ θά γυρίσει;

σάν ἔκλεισες τά μάτια του, σβήνει γιά μέ ἡ πλάση

τό χρόνο μόνο καρτερῶ νά φύγει, νά περάσει.

Ἄγγελος νάρθει νά μέ βρεῖ, μαζί του νά μέ πάρει

γλυκά νά γείρω δίπλα του στά σκοτεινά τοῦ Ἄδη.

Ἄργησες μοῖρα, ἄργησες, ναρθῆς νά μ’  ἀσημώσεις,

τώρα μαχαῖρι μοίρανε κι ἐμένα νά σκοτώσεις…

(1960)

* Τό ποίημα προοριζόταν γιά τό βιβλίο τοῦ Μάνου Τασάκου «Ὁ ἱδρώς πού ἄνθισε στόν κῆπο», τό ὁποῖο ὅμως δέν ἐκδόθηκε ποτέ σέ ἔντυπη μορφή.

Στά πρῶτα νεανικά του χρόνια ὁ Κοντόπουλος ξεκίνησε μέ πειραματισμούς στόν πασίγνωστο πλέον δεκαπεντασύλλαβο, καθώς διάφορες παραλογές ἤσαν ἀπό τά πρῶτα του ἀναγνώσματα. Τήν ἴδια στιγμή, (ὅπως καί οἱ περισσότεροι νέοι ποιητές), ἔγραφε σατιρικούς στίχους ἀνώνυμα γιά περιοδικά καί ἐφημερίδες. Παρά τό ὅτι τό ποίημα εἶναι ἕνα σπαρακτικό μοιρολόι γιά τήν ἀπώλεια ἀγαπημένου προσώπου, ὁ τίτλος στέκει ἐντελῶς ξένος καί ἀσύμβατος μέ τό σκηνικό τοῦ ποιήματος. Εἶναι ἐμφανές ὅτι ἐδῶ, πρόθεση τοῦ Κοντόπουλου δέν εἶναι τόσο ἡ ἀποτύπωση ἑνός χιλιοειπωμένου θέματος, ὅσο ὁ σαρκασμός γιά τό λεγόμενο πεπρωμένο πού συνήθως ἀστοχεῖ ἤ ἀπουσιάζει, ἀλλά παρά ταῦτα λατρεύεται ὡς κάτι τό θεϊκό και ἀναπόφευκτο.

Ἔτσι διασκεδάζουν τά χερουβείμ

[ ]

Ὅλα τελειῶσαν· μά γιά δές, ἀμέσως ξαναρχίζουν,

ἀνθάκια νέα νά γεννοῦν, τό χῶμα νά γεμίζουν.

Ἐκεῖ πού μέ τό κλάμα σου μουσκεύεις τό σανίδι

φωτάκι ἡλιογέννητο σέ μπάζει στό παιχνίδι.

(Σκωτσέζος θάναι ὁ θεός καί ὅλοι οἱ ἀγγέλοι,

Δευτέρα σπέρνουν θάνατο καί τήν Τετάρτη μέλι).

 

Μά εἶναι κάτι δυνατές ψυχές μέσα στήν πλάση

πού λένε: τό σκωτσέζικο τό ντούς δέ θά περάσει·

καί ἄν ἐπάνω τους ξεσποῦν φωτιές καί καταιγίδες

πάντα σοκάκι βρίσκουνε γιά νά γεννοῦν ἐλπίδες.

Εἶναι αὐτοί π’ ἀντέχουνε καί ὁδηγοῦν τό τραῖνο,

ὅταν οἱ ἄλλοι σκύβουνε στῆς μοίρας τό γραμμένο…

(1960)

Ἀκόμη ἕνα ἔμμετρο ποίημα, περιπαικτικό, σατιρικό καί μέ τίτλο πού ἔρχεται ἀπό τίς ἐπιρροές τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ. Ὁ σατιρικός στῖχος ἦταν γιά τόν Κοντόπουλου διαφυγή, ξεκούραση, ἀνάπαυλα ἀπό τά χιλιάδες προβλήματα καί ἀντιξοότητες τῆς καθημερινότητας. Ὑπάρχουν δεκάδες ἀκόμη παρόμοιας μορφή, μά ἐδῶ ἀνθολογοῦμε τά ἀρτιότερα καί κυρίως ὅσα ἔχουν ὁλοκληρωμένη μορφή, καθώς ἡ σάτιρα ἔχει πολλές ἰδιαιτερότητες καί εἶναι πολύ δύσκολο νά λειτουργήσει μέ μεταγενέστερες προσθῆκες ἀπό ἄλλη πένα.

Στό πανηγύρι

 

«Ἔλα τσιγγάνα νά μοῦ πεῖς, τή μοῖρα μου νά μάθω

ἄν εἶναι κάτι νά γενεῖ, νά ξέρω τί θά πάθω»

 

«Μή τό σκαλίζεις τό κακό, μιά μέρα θά πεθάνεις

τί ὠφελεῖ νά σοῦ τό πῶ, θά λειώσεις, θά μαράνεις…»

 

«Κι αὐτό πού λέν γιά τήν ψυχή, πώς ζεῖ καί βασιλεύει;

πώς ἔρχεται ἀθάνατη σάν τό κορμί κιοτεύει;»

 

«Τί νά σοῦ πῶ, δέν ἠμπορῶ, σ αὐτό νά σ’ ἀπαντήσω

εἶναι πού μέχρι σήμερα ψυχή δέν ᾖρθε πίσω…»

 

«Αὐτή λοιπόν ἡ μοῖρα μας, ἐδῶ νά καρτεροῦμε

μέχρι τήν ἄναστρη νυχτιά τό χάρο πού θά δοῦμε.

Κι ἐγώ πού τόσα ἔκαμα παλάτια ἐδῶ πέρα

σκόνη θά γίνουνε κι αὐτά, ἀγέρας στόν ἀγέρα…»

 

«Ἔτσι τό θέλει γιόκα μου, ζωή σκληρή καί μαύρη,

μά μέχρι τότε ζῆσε την καί ξέχασε τόν Ἅδη

μία ζωή τήν ἔχουμε καί ὅλα της τά δῶρα

ποτέ δέν εἶναι αὔριο, τά πάντα εἶναι Τώρα…»

(1960)

Τό 1960 ἦταν προφανῶς ἡ χρονιά πού ὁ Κοντόπουλος ἔγραψε τά περισσότερα ἔμμετρα καί σατιρικά ποιήματά του – σάτιρα καί ὁμοιοκαταληξία ἀτονοῦν ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ἐνῷ πρός τό τέλος τοῦ βίου του ἀπουσιάζουν ἐντελῶς. Στά χρόνια τοῦ Κοντόπουλου τά πανηγύρια ἀποτελοῦσαν βασική διασκέδαση, ἀκόμη καί στά προάστεια τῆς Ἀθήνας καί βέβαια μαζί τους ὑπῆρχαν καί ὅλα τα συμπαρομαρτούντα – μάγισσες, γιατροσόφια, εὐτελῆ θεάματα καί μουσικοί κάθε εἴδους καί ἐπιπέδου. Στήν γενιά τοῦ μεταπολέμου ὑπῆρχε ἔντονη ἡ διάθεση γιά ζωή, λαχτάρα νά ζήσει κανείς τό συντομότερο ὅ,τι μποροῦσε νά τοῦ προσφέρει ἡ ἐποχή του. Αὐτό ἀποτυπώνεται εὔστοχα στό τελευταῖο δίστιχο – ὅπως καί τά περισσότερα ὁμοιοκατάληκτα τοῦ Κοντόπουλου γραμμένο σέ δεκαπεντασύλλαβο, δημοτικοφανές, ἄν καί ἀπουσιάζουν ἰδιωματισμοί καί ντοπιολαλιές πού θά πρόσθεταν ἀληθοφάνεια καί μεγαλύτερο βάθος.

Μῦθος τοῦ Αἰσώπου, ἀνέκδοτος*

 

Ἀηδονάκι ὄμορφο ἄπ’ τή φωλιά ξεφεύγει,

θέλει τήν τύχη του νά βρῆ, νά ζήση ἄλλα μέρη.

Στόν ξένο ἥλιο πού πετᾶ, σφαῖρα βαριά τό βρίσκει

μιά τύχη μαύρη συναντᾶ καί τ’ ἀηδόνι θνήσκει.

 

Χάμω το βλέπει ὁ λαγός καί στέκει λυπημένος

πτυχίο ἔχει Φυσικῆς καί εἶναι μορφωμένος.

Ποιός θά μποροῦσε νά μᾶς πεῖ γιά τοῦτο τό καημένο

μές στή φωλιά ἄν ἔμενε; Θά ἦταν πεθαμένο;

τοῦ ἁπαντά μιά ἀλεποῦ πού ἀπ’ ἐκεῖ περνάει

καί εἶναι τοῦ δημοτικοῦ, μά ξέρει νά μιλάει.

Ἄκου λαγέ καί μάθε το καί μήν ἀναρωτιέσαι,

ἡ μοῖρα σου σφραγίζεται τή μέρα πού γεννιέσαι.

Μιά σφαῖρα σ’ ὅλους κάποτε, τήν ζήση μας θά σβήσει

καί τοῦ φινάλε ὁ κώδωνας τό αἷμα μας θά χύσει.

Μά μέχρι τότε διάλεξε πῶς τόν καιρό θά ζήσεις –

ἄν τά καρότα θά μασᾶς, λαγός νά συνεχίσεις

ἤ σάν πουλάκι θά πετᾶς, ψηλά νά εὐτυχήσης…

(1960)

* Προσωρινός τίτλος γιά τόν ὁποῖο δέν ἔγινε ποτέ ἀναφορά ἀπό τόν ἴδιο τόν Κοντόπουλου καί γι’ αὐτό τόν ἀφήσαμε ἀμετάβλητο.

Ἐδῶ πλέον ἔχουμε καθαρό παιχνίδισμα μέ τόν στίχο, σατιρικό ποίημα ἐντελῶς ἔξω ἀπό συμβατικότητες καί στερεότυπα. Ἡ ἐπῳδός του ἀποτυπώνει τόν μόνιμο πόθο τοῦ Κοντόπουλου, (μοτίβο μόνιμο σχεδόν σέ ὅλους τους νέους ποιητές), γιά ταξίδια καί μιά ζωή ἀπαλλαγμένη ἀπό ἔννοιες καί στενοχώριες. Εἶναι ἴσως τό πρῶτο του ποίημα μέ καθαρά σατιρικό περιεχόμενο.

Ἀμυγδαλιά καί πλάτανος

 

Ἕνα τοῦ Μάρτη δειλινό κουβέντα ἀρχινοῦνε

πλατάνι καί ἀμυγδαλιά καί τά πουλιά ἀκοῦνε.

 

Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀθάνατος, ὁ ἄρχοντας τῆς φύσης,

περήφανος, ἀλύγιστος, ὁ βασιλιάς τῆς κτίσης.

Βοριάδες κι ἀστραπόβροντα ἐπάνω μου χτυποῦνε

τοῦ κόσμου ὅλα τα στοιχειά τά φύλλα μου τρυγοῦνε.

Ἐγώ εἶμαι τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ἡ παρηγόρια,

βαθιά μέσα στόν ἴσκιο μου ξεχνοῦν τήν ἀνημπόρια.

Σέ μέ δέν εἶναι θάνατος, μηδέ δοκιμασία

αἰῶνες στέκω στήν πλαγιά, ζωῆς ἀθανασία…

 

Γελᾶ πικρά ἡ μυγδαλιά ἀμέσως ν’  ἀπαντήσει,

πρίν νά φανεῖ ἡ παγωνιά καί τή ζωή της σβήσει.

 

Κι ἄν εἶσαι ὁ χιλιόχρονος τοῦ χάρου ἡ ἀσπίδα

κι ἄν δίπλα ἀπ’ τόν ἴσκιο σου ἀναζητοῦν πυξίδα,

ἐμένα ὅλοι τραγουδοῦν τήν ὥρα πού ἀνθίζω

καί τοῦ Ἀπρίλη μυρωδιές τριγύρω μου σκορπίζω.

Γιατί ἐγώ εἶμαι ἡ ἄνοιξη καί τῆς ζωῆς ἐλπίδα

τοῦ ἔρωτα ὁ μοσχανθός, τῆς ὀμορφιᾶς ἀχτίδα.

Κι ἄν οἱ διαβάτες κρύβονται στά σκιερά σου κλώνια,

μέ τό δικό μου θάνατο θά ζήσουνε αἰώνια.

Γιατί καλά το ξέρουνε πώς οἱ ψυχές πετοῦνε

μόνο σάν εἶναι ἄφοβες, τόν Ἅδη ἀψηφοῦνε…

 

Ἐσώπασεν ὁ πλάτανος, σωπαίνουν καί τ’  ἀηδόνια

καί λέει τότε ἡ μυγδαλιά τά τελευταῖα λόγια.

 

Ζωή κι ἄν ἔχω σύντομη, ποτέ μή φοβηθεῖτε

γιά ἕνα ἄστρο μακρινό ἀπ’ τή σκιά νά βγεῖτε.

Δεῖτε καί μένα τή μικρή πού τώρα ξεψυχάω

καί κάθε βράδυ χάνομαι καί κάθε αὐγή ξυπνάω.

Κάθε πού μία ὀμορφιά πεθαίνει μές τα βάθη

μίαν ἄλλη θάρθει ἄνοιξη γιά νά γεννήσει πάθη…

(1960)

Προφανῶς καί δέν χρειάζεται ἰδιαίτερος σχολιασμός σέ τοῦτο τό δημοτικοφανές ποίημα μέ τόν διάλογο ἀμυγδαλιᾶς καί πλάτανου. Νοηματικά καί τεχνικά κινεῖται στό ἴδιο μοτίβο μέ τά προηγούμενα παρόμοια.

 

Στά πέλαγα

 

Καί τό καράβι ἔφυγε καί μέ ὁρμή σαλπάρει

καί ὅλοι το ξεγράψανε, τό κλάψανε κι οἱ σπάροι.

Μονάχα ἕνα γέρικο, σκαρί μές στό καρνάγιο

χαιρέτησε, τοῦ φώναξε, κᾶνε μικρέ κουράγιο!..

 

Ποτέ του δέν ἐγύρισε σ’ ἐκεῖνο τό λιμάνι,

μέχρι πού κάτι ναυτικοί ἐφέρανε φιρμάνι.

Τό εἴδαμε, τό εἴδαμε ἐμεῖς τό καραβάκι,

σάν τό τρελό νά κολυμπᾶ, δέν εἶναι πιά μικράκι…

Ἐκεῖνα του τά ἄλμπουρα μεγάλωσαν, τρανέψαν,

ἡ πρύμνη καί τ ἀκρόπλωρο ἀγρίεψαν, θεριέψαν…

 

Τ΄ ἀκούει κι ἕνας γέροντας σοφός ἀπό τά χρόνια,

ἀργά κουνεῖ τήν κεφαλή, μιλάει στά γλαρόνια.

Ποτέ σας μήν ἀφήσετε πολύ μικρό καράβι,

νά βγῆ μονάχο στ’ ἀνοικτά, τοῦ κεφαλιοῦ νά κάμει.

Γιατί ὅταν μέ τά κύματα παλέψει καί νικήσει,

ἔχει χαθεῖ παντοτινά, ποτέ δέ θά γυρίσει…

(1960)

Τό τελευταῖο ἀπό τά σατιρικά πού δημοσιεύουμε σήμερα, (μέ μικρά λάθη στίς τομές τοῦ δεκαπεντασύλλαβου), κινεῖται σέ διαφορετικό νοηματικό μοτίβο, καθώς πραγματεύεται τήν δύναμη τῆς συνείδησης πού πολλές φορές εἶναι δυσανάλογη μέ τό σωματικό βάρος. Ἀφορμή γιά τό ποίημα στάθηκε ἕνα πραγματικό περιστατικό στήν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου, ὅπου ἕνας γνωστός τῆς οἰκογένειας Κοντόπουλου, (λιανός, καχεκτικός, δειλός στήν καθημερινή του ζωή), συνελήφθη ἀπό τόν ἐθνικό στρατό, βασανίστηκε γιά δύο μῆνες, μά ἀρνήθηκε νά πεῖ τό παραμικρό ἀπό ἐκεῖνα πού τοῦ ζητοῦσαν. Ἡ μάχη ἐξωτερικεύει δύναμη, ἤ ἀλλιῶς, κατά τήν βίβλο ἡ πίστη κινεῖ βουνά. Ὁ ἴδιος ὁ Κοντόπουλος πίστευε πώς ὁ καθείς κρύβει μέσα του ἕναν μαχητή πού μπορεῖ νά ἐμφανιστεῖ μέ τίς κατάλληλες πυροδοτήσεις.

Ἀποθανέτω μετά τῶν φύλλων

 

Βλέπω γύρω μου κάτι φίλους τῶν βιβλίων

μέ τρόπους λεπτούς, γεμάτους συμπόνια.

Θέλουν τίς σελίδες καθαρές, ἄκοπες,

τά ἐξώφυλλα ἀλέρωτα, τά περιθώρια ἄγραφα,

τ’  ἀρχικά τους σκαλισμένα πάνω σέ γνήσιο δέρμα.

 

Τήν σέβομαι τή ματαιοδοξία, τίς ἐμμονές, τούς τύπους –

μά ἐγώ θέλω τά κείμενα βασανισμένα,

τίς σελίδες τσακισμένες ἀπό τή δύναμή τους,

τά περιθώρια γεμάτα ἀπό στυλό πού χαράζει.

[ ]

θέλω τά βιβλία γεμάτα ρυτίδες,

νά γερνοῦν,

νά λειώνουνε μαζί μου…

(1965)

Σήμερα τά πάντα εἶναι πιό χαλαρά ἀπό παλιά, ἀλλά στήν δεκαετία τοῦ 60, τά συνήθως δερματόδετα βιβλία ἀντιμετωπίζονταν σύμφωνα μέ τήν ἐποχή – μέ σεβασμό, μέ συντήρηση καί ὁπωσδήποτε ἀπουσία κάθε βανδαλισμοῦ καί ὡς βανδαλισμό ἐννοῶ τίς σημειώσεις στό περιθώριο τοῦ κειμένου.

Παρά τό ὅτι τά χρόνια πέρασαν, αὐτή ἡ στάση ἀπέναντι στά βιβλία δέν ἄλλαξε ἰδιαίτερα. Ἐάν παρατηρήσει κανείς τίς ἀναρτήσεις σέ «βιβλιοφιλικές» ὁμάδες στό διαδίκτυο, θά ἰδεῖ πώς πολλές φορές ὁμιλοῦν γιά βιβλίο ὡσάν νά ἦταν ἱερό ἀντικείμενο. Πρόκειται γιά ἕναν ἰδιαίτερο ψυχαναγκασμό, (πέρασα κι ἐγώ ἀπό αὐτό τό στάδιο) – στόν ἀντίποδα βρίσκεται αὐτό τό ποίημα τοῦ Κοντόπουλου.

Ὅμως στούς παραπάνω στίχους τό ἐνδιαφέρον ἐντοπίζεται κυρίως στήν δεύτερη στροφή καί στούς τρεῖς τελευταίους στίχους της. Τά ρήματα καί τά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται ὑπονοοῦν ὅτι ὅλο το ποίημα γράφτηκε γιά νά κατακρίνει τήν ρηχότητα, τήν ἐπιφάνεια καί τούς τύπους, ἐνῷ κάποιος θάλεγε πώς ἡ ὑπερβολική φροντίδα τῆς ὑπόστασης τοῦ βιβλίου ὑποκρύπτει μία μετατόπιση ἀπό τήν οὐσία στήν τυπολατρία. Δέν εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Κοντόπουλος ἤθελε νά τό φτάσει σέ μία παρόμοια γενίκευση, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἡ δεύτερη στροφή θά μποροῦσε νά ἔχει καί μία τέτοια ἀνάγνωση.

Προσέξτε τόν τίτλο, ἡ παράφραση καί τό λογοπαίγνιο εἶναι ἐξαιρετικά.

Ρόζ

[ ]

Τίς μάτωσες τίς λέξεις, φτάνει!..

Ἀφοῦ μέ τόσο αἷμα δέν συγκινήθηκε κανείς,

ψάξε γιά τό ρόζ –

ἐκεῖνο τό ἀεί  χαρούμενο,

τό ἀναίμακτο ρόζ…

(1964)

Ἕνα πεντάστιχο – προτροπή πρός ἐκεῖνον πού ἀρνεῖται τόν συμβιβασμό καί κυρίως τό ρεῦμα, τήν μόδα τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι χρήσιμο νά θυμόμαστε ὅτι γιά τήν γενεά τοῦ μεταπολέμου οἱ ἀξίες καί τά ἰδανικά κινοῦνται στήν ἀντίθεση τοῦ ἄσπρου καί τοῦ μαύρου, ὁτιδήποτε ἐνδιάμεσο ἀντιμετωπίζεται ὡς σύμβολο τοῦ νόθου, τοῦ μή γνήσιου, τοῦ ἄνοστου καί ἀνάλατου, τοῦ ὀπορτουνισμοῦ. Ἄλλωστε οἱ θάνατοι χιλιάδων ἀντιστασιακῶν δέν εἶναι μακριά, ἀκόμη καί ἡ αὐτοκτονία Καρυωτάκη καί ὁ ἀποδεκατισμός τῆς γενεᾶς του ἀπέχουν ἐλάχιστες δεκαετίες ἀπό τήν ἐποχή πού γράφεται τό ποίημα. Ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας κάποιος σεβασμός στήν ποίηση πού σφραγίζεται μέ αἷμα. Ἀπό πολύ νωρίς ἀπογοητευμένος ὁ Κοντόπουλος, προτρέπει ὄχι φυσικά στήν αὐτοκτονία, ἀλλά στόν συμβιβασμό, τήν ἀφομοίωση, τήν ἐγκατάλειψη τοῦ βάθους. Εἶναι σάν νά θέτει τό ἐρώτημα διαφορετικά – ἀφοῦ κανείς δέν ἐνδιαφέρεται νά καταδυθεῖ σέ κείμενα ἀπαιτητικά, ποῖος ὁ σκοπός τῆς συγγραφῆς τους; Καταναγκαστική ἐργασία γιά τόν συγγραφέα τους ὁπωσδήποτε, μά ποῖα ἡ ἀντανάκλαση στήν κοινωνία;

Τό ἀεί χαρούμενο μεταφρασμένο σέ διάλεκτο σημερινή, σημαίνει χαζοχαρούμενο, χαρούμενο ἀναιτίως καί ἀδιαλείπτως. Προσέξτε ἐπίσης τούς συμβολισμούς καί τόν χειρισμό τῆς γλώσσας – τό ἐπίθετο ρόζ εἶναι μονοσύλλαβο, ἄκλιτο, ξύλινο, μονοκόμματο, σέ ἀντίθεση μέ τήν λέξη αἷμα καί τά παράγωγά της. Δέν ὑπάρχει ποικιλία, διαφυγή ἀπό τά καθιερωμένα, ἐκρήξεις. Μόνο μᾶζα, ὁμοιομορφία, ὑποταγή στήν πλειονότητα.

Ἰούδας Ἰσκαριώτης τοῦ Σίμωνος

 

Προδοσία;. Ποιά προδοσία; /Ποτέ δέν βγῆκες  γιά νά πῆς ὅτι Ἐκεῖνος σ’ ἔβαλε, Ἐκεῖνος σ΄ ἔσπρωξε, μ΄ Ἐκεῖνον συνεννοήθηκες./ Γιά νά μήν προδώσεις ἐκείνη τήν συμφωνία/ πέθανες κάτω ἀπό ἕνα δέντρο,/ μή καί σέ βασανίσουν καί φανερωθεῖ ἡ ἀλήθεια./ Κι ἔπειτα εἶχαν τό θράσος οἱ ἄλλοι, οἱ ἱδρυτές, οἱ διαχειριστές τοῦ μέλλοντος, νά μιλήσουν γιά τά τριάκοντα τά ἐπιστραφέντα…/ Προδότης ἐσύ, {μέ τήν ὑπέρτατη θυσία},/προδότης ἐσύ πού παρέδωσες καί τά τριάκοντα, καί τό ταμεῖο,/ καί τό πνεῦμα σου στήν ἰσόβια καταδίκη./ Ἐσύ τόν φίλησες, τόν ἀποχαιρέτησες, οὐδέποτε ἀρνήθηκες τήν μαθητεία σου κοντά του./Ὄχι σάν τόν ἄλλον μέ τίς μάχαιρες νά κόβει αὐτιά καί νά μετράει πετεινούς τήν ὥρα τῆς βασάνου./Ἐκεῖνος ἠρνήθη τρίς κι ἀπό Πέτρος ἔγινε λίθος θεμέλιος./Ἐσύ ὑπάκουσες στό σχέδιο κι ἀπό Ἰούδας ἔμεινες Ἰσκαριώτης…

(1965)

Μία συνηγορία(;) τοῦ Ἰούδα, ἀρκετά χρόνια πρίν ἀπό τήν ἀνακάλυψη τοῦ εὐαγγελίου του καί τίς διαφορετικές ἐκδοχές γιά τήν ζωή του πού προέκυψαν ἀπό αὐτό. Ὁ Κοντόπουλος δέν εἶναι θρῆσκος, γνωρίζει ὅμως τίς διαφορετικές ἐκδοχές γιά τόν θάνατο τοῦ Ἰούδα, ὅπως καί τήν ἀναγκαιότητα τῶν συμβολισμῶν στήν Βίβλο. Σέ πρώτη ἀνάγνωση τό ποίημα εἶναι χαριτωμένο μέ τήν ἀντιστροφή πού ἐπιχειρεῖ, τήν εἰρωνεία καί τόν γλωσσικό ἀναρχισμό του. Στό τέλος ὅμως καί νοηματικά κεκαλυμμένα θέτει ἕνα ἐρώτημα – Ποιός ἐπιβιώνει; Ποιός δοξάζεται; Ποιός μνημονεύεται μέ θετικό πρόσημο; Ἐκεῖνος πού τυφλά ὑπακούει στίς ἐντολές, ἀκόμη καί ὅταν διαφωνεῖ  μαζί τους ἤ ἐκεῖνος πού καταλήγει στήν ἀποδοχή μέσα ἀπό τήν ἀρχική ἄρνηση, τήν ἀποστασιοποίηση, τήν ἔρευνα, τήν ἀμφιβολία, ἀκόμη καί τόν φόβο;

Ἅς σημειωθεῖ ὅτι γιά τό πατρώνυμο τοῦ Ἰούδα ὑπάρχουν διαφωνίες καί ἀμφισβητήσεις, ὅπως βεβαίως καί γιά τό ὄνομα Ἰσκαριώτης.

Ἀπιστίες

 

Μέ κουράζει πολύ ἐκείνη ἡ λέξη

πού στέκεται μπροστά μου,

τρώγει ἀπ’ τό πιάτο μου,

πίνει ἄπ΄ τό ποτῆρι μου,

κοιμᾶται στό κρεββάτι μου

καί μόλις φύγω διακοπές,

τραβιέται μέ τόν γείτονα,

φλερτάρει  καί ξεδιάντροπα

γκαστρώνεται μαζί του.

(1960)

Ὁ Κοντόπουλος δέν εἶχε ποτέ ὅσα χρήματα θά ἤθελε γιά νά ἀγοράζει ποιητικές συλλογές καί γι’ αὐτό οἱ ἐπισκέψεις του σέ δανειστικές βιβλιοθῆκες ἤσαν συχνότατες. Παρακολουθοῦσε κάθε ἔκδοση, (ἔστω καί μέ καθυστέρηση), ξεψάχνιζε κείμενα ἀγνώστων ποιητῶν, περνοῦσε ἀπό ἐφημερίδες γιά νά διαβάσει παλαιότερες κριτικές καί βεβαίως συχνά – πυκνά δανειζόταν βιβλία ἀπό φίλους, τά ὁποῖα, (μοναδική, φωτεινή ἐξαίρεση!..) ἐπέστρεφε πάντοτε σέ ἄριστη κατάσταση. Καί ἔτσι ὅπως τό μυαλό του δούλευε πάντοτε πυρετικά γύρω ἀπό τόν στῖχο, ἦσαν πολλές οἱ φορές πού ἐπέστρεφε ἀπό κάποια ἀνάγνωση ἀγανακτισμένος – «Μάνο», συνήθιζε νά λέγει, «ἔχεις ἀκούσει γιά τόν Ἀποστόλου; (τυχαῖο ὄνομα).. Νέος ποιητής, ἀλλά τί δύναμη, τί σπαραγμός!.. Ἕνα χρόνο παλεύω νά φτιάσω στίχους γιά τήν ἀπώλεια κι ἐτοῦτος τάπε ὅλα μέ πέντε στιχάκια… Καταραμένο μυαλό… Ἀνήμπορο μυαλό…». Σέ ἕναν μῆνα τά ἴδια γιά κάποιον ἄλλον ποιητή, τόν μεθεπόμενο πάλι ἀπό τήν ἀρχή. Πάντοτε κατηγοροῦσε τόν ἑαυτό του  γιά τά ἐκφραστικά ἀδιέξοδα, τήν ἀδυναμία ἀκριβείας στόν στῖχο. Καί πάντοτε ἀκολουθοῦσαν λίγες ἡμέρες ἀπογοήτευσης γιά τό πεπερασμένο τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων.

Δέν ἔλεγε ψέματα, ὅπως γιά παράδειγμα δέν ἔλεγε ψέματα καί ὁ Μόντης στό σατιρικό του ποίημα «Περί ποιήσεως», ἄν θυμᾶμαι σωστά τόν τίτλο. Τά θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολοῦνται οἱ ποιητές εἶναι εὐάριθμα καί πολλές φορές ὁ φανός τῆς γραφῆς τους τυχαίνει νά φωτίζει γωνιές μέ παρόμοια ὁπτική. Πρόκειται γιά μία ἐξαιρετικά ψυχοφθόρο διαδικασία γιά ἕναν δημιουργό, πού μπορεῖ νά παλεύει ἐπί μακρόν γιά ἕνα ἀποτέλεσμα καί τήν ἑπόμενη στιγμή μπορεῖ νά ἰδεῖ παρόμοιο προβληματισμό ἐκφρασμένο καλύτερα, βαθύτερα, ἀκριβέστερα.

Ἀναστάτωση

 

Πέθανε ὁ Ἄλκης.

-τήν ὥρα τοῦ καφέ τό μάθαμε,

τήν ὥρα ποῦ μᾶς ἔκαιγε ὁ ἥλιος.

‘Ολα τά σχέδια πήγανε στράφι,

ὅλες οἱ ἀλλαγές ἀναβλήθηκαν.

 

Ὁ Νίκος πρέπει νά φύγει ἀπό μακριά μέ τό ἁμάξι,

ἴσως ὁ Γιῶργος πρέπει νά κλείσει νωρίς τό μαγαζί,

ὁπωσδήποτε ἡ Γιώτα δέν θά προλάβει τό χτένισμα…

Καί ἡ Ἄννα;.. Πότε θά κοιμηθεῖ ἡ Ἄννα; {Αλλά πάλι,

ποιός θά κουβαλήσει τά ποτά στό πάρτυ;}

Ἀναστάτωση, ὁπωσδήποτε μεγάλη ἀναστάτωση…

 

Σκεφθήκαμε μήπως καί νά λείψουμε,

τουλάχιστον κάποιοι ἀπό μᾶς,

ἀλλά μᾶς ἔβαλε στήν θέση μας ὁ Γιάννης.

Ντροπή, μᾶς εἶπε ἁπαλά, ντροπή,

Τόν εἴχαμε φίλο γιά χρόνια…

 

Θά πᾶμε, θά βροῦμε τρόπο

νά πᾶμε στήν κηδεία.

Ἔχωμε ὅμως μιά στενοχώρια μέ τόν Ἄλκη,

τήν κηδεία, τά ποτά, τόν ὕπνο, τήν κούραση…

 

Ἀναστάτωση.

Ὁπωσδήποτε μεγάλη ἀναστάτωση…

(1965)

Παρόμοιο θεματικά μέ τό «Νέοι της Σιδῶνος» τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη, (κι αὐτό μέ τήν σειρά τοῦ Καβαφικό δάνειο, τύποις καί οὐσία), τό «Ἀναστάτωση», (προσωρινός τίτλος ἀπό τόν Κοντόπουλο), εἶναι βεβαίως ἕνα σατιρικό ποίημα, ἀλλά προσωπικά θά τολμοῦσα νά τό ὀνομάσω ποίημα στήν βάση του ἱστορικό. Ἤ, γιά νά τό ἐκφράσω ἀκριβέστερα, μετά-ἱστορικό, καθώς ἐδῶ ὁ Κοντόπουλος σχεδόν διαγράφει τό μέλλον μέ βάση σπερματικές καταστάσεις στήν δεκαετία τοῦ 60. Ἕνα μέρος τῆς νεολαίας πού στέκει ἀσυγκίνητο μπροστά σε ριζικές ἀλλαγές καί ἀναστατώσεις τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ἐξομοίωση ἐντάσεων στά γεγονότα, σύγχυση συναισθηματική καί ἐγωκεντρισμός, κατάργηση κάθε διάκρισης σέ οὐσία καί ποιότητες.

Τό ἔχω γράψει νομίζω ἀρκετές φορές πώς πίσω ἀπό τήν ποιητική εἰρωνεία συνήθως ὑποκρύπτεται, (ἤ μήπως καλύπτεται συνολικά;..) μία μελαγχολία, μία κατάθλιψη καί σέ ἀκραῖες περιπτώσεις μία παραίτηση.

Οἱ καλοί ποιητές προηγοῦνται τῆς ἐποχῆς τους, διαβάζουν νωρίς τά σημάδια καί τούς ἄσκημους οἰωνούς, μποροῦν νά ἀναγνωρίσουν σφαλερές ἐπιλογές προτοῦ τά ἀποτελέσματα καταστήσουν ἀναπότρεπτα τά παγιωμένα. Οἱ καλοί ποιητές, (κι αὐτό φαίνεται σέ ὅποιον ἔχει τήν ὑπομονή τοῦ ἑκάστοτε ποιητικοῦ περιβάλλοντος, τῆς συγχρονίας), καταστρέφει πάντα το πάρτυ, τήν ἀφέλεια τῆς ἀνεμελιᾶς, τόν ὠχαδερφισμό. Εἶναι ἐκεῖνος πού κτυπᾶ τίς καμπάνες, πού προειδοποιεῖ, πού δείχνει κατευθύνσεις, ἑρμηνεύει γεγονότα. Διά τοῦτο καί ἀντιποιητική δέν χαρακτηρίζεται ἡ ἐποχή πού δέν πληρώνει τούς ποιητές της, (ποτέ δέν τούς πλήρωνε ἄλλωστε!..), ἀλλά ἐκείνη πού τούς ἀγνοεῖ, τούς θέλει διακοσμητικούς, τούς ἐνσωματώνει.

Ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τήν ποιητική γλῶσσα, τόσο περισσότερο ἀκυρώνονται οἱ ποιητές, οἱ πρωτοπόροι, οἱ πνευματικοί, οἱ στοχαστές. Καί σέ τοῦτο δικαιώθηκαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γραφιάδες πού πρίν ἀπό δεκαετίες προφήτευαν τήν ὁλική ἧττα – ἀρκεῖ νά δεῖτε τί ἔχει ἀπομείνει σήμερα ἀπό τήν ποίηση. Τίποτε ἄλλο ἀπό ἕνα διακοσμητικό, κείμενο ἀνερμήνευτο, στίχος βαρετός, ἄοσμος, ἄζῳος. Δέν εἶναι τῆς ὥρας τό χρονολόγιο αὐτῆς τῆς ἀφαίμαξης. Κάποτε ἴσως κριτικοί, ἱστορικοί καί λογοτέχνες συμπράξουν στήν ἐξιστόρηση καί ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς ἀποχύμωσης.

Ἧττα

 

Δέν εἶναι ὁ φόβος τοῦ θανάτου πού βγάζει τήν κραυγή μας.

Εἶναι ἡ μοναξιά τοῦ στρατοπέδου, ὁ φόβος τῶν ὀλίγων.

Κι οὔτε ἕνας νεοσύλλεκτος,

οὔτε μιά νέα φωνή νά μᾶς μιλήσει.

 

Καί μήτε πού θυμᾶμαι πιά,

σέ ποιόν θεό, σέ ποιάν θητεία

δώσαμε τή ζωή μας.

(1963)

Καί ἰδού πού τά ἐν σπέρματι σπαράγματα προηγούμενων ποιημάτων πού ὑπονοοῦν τήν ἧττα, ἐδῶ ἐκφράζονται ὁλοκάθαρα, λιτά καί θά τολμοῦσα νά πῶ προφητικά. Συνήθως ὁ λυρισμός στόν στίχο τῶν νέων ποιητῶν εἶναι κραυγαλέος, πομπώδης, διανοητικός – ὄχι ὅμως γιά τήν γενεά τοῦ ἐμφυλίου πού βίωσε ἀπό πολύ νωρίς τά πιό ἔντονα συναισθήματα καί τίς πλέον ἀκραῖες καταστάσεις.

Ἐκεῖνο πού ἐντυπωσιάζει στήν «Ἧττα» εἶναι πώς πρόκειται γιά ἕνα ποίημα στήν οὐσία του ἀπολογιστικό, (μέ ἔντονο τόν μηδενισμό), ποίημα πού κάποιος συνήθως γράφει στά ὕστερα τῆς ζωῆς του καί ὄχι στό ξεκίνημά της. Καί αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο ἀκόμη πού ἀποδεικνύει ὅτι στήν νεοελληνική ποίηση, (ὁπωσδήποτε πρίν ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 20 μέσῳ σατιρικῶν στίχων, κυρίως στήν δεκαετία τοῦ 20, ἀλλά καί κατόπιν…), ὑπῆρξαν ἀντισυστημικές φωνές – ὄχι ἀριθμητικά ἐπαρκεῖς γιά νά συγκροτήσουν ρεῦμα, ὄχι προβεβλημένες γιά νά γίνουν εὐρύτερα γνωστές, ἀλλά βεβαίως μέ σημαντικές ποιότητας καί διαχρονικό ἀποτύπωμα.

Τό τελευταῖο τρίστιχο εἶναι ἕνα ἀπό τά πλέον ἀνέλπιδα στήν νεοελληνική ποίηση, καθώς τεντώνει στό ἔσχατο ἄκρο τήν ἀπόσταση ἀνάμεσα στήν παρθενική ἀθῳότητα μιᾶς στράτευσης καί τήν παταγώδη διάψευσή της. Ἄγνωστος θά παραμείνει ὁ λόγος πού τόσο νωρίς ὁ Κοντόπουλος υἱοθέτησε ἕναν τόσο χαοτικό πεσιμισμό, γι’ αὐτό καί ἀδυνατῶ νά ἑρμηνεύσω εὔστοχα ἀμφιλεγόμενες λέξεις μέσα στό ποίημα. Τό βέβαιο εἶναι πώς μέ τήν «Ἧττα» ὁ Κοντόπουλος προσχωρεῖ καί ἐπίσημα στό εὐάριθμο της ἀπέναντι ὄχθης ἀπό τό ὁποῖο δέν θά ἀναχωρήσει ποτέ πιά…

Οἱ ἄγνωστοι ποιητές

 

Τούς πιάνει τό παράπονο κι ἡ λύπη τούς τσακίζει,

μά  σφίγγουν τά σαγόνια τους κι ἡ μάχη ξαναρχίζει·

νά βγάλουν ἀπό μέσα τους ὅ,τι τά στήθια πνίγει,

τόν ἕναν στῖχο μοναχά, πού θά τούς φέρει ρίγη.

 

Μά πάντα κάθε τήν φορά, ἐκεῖνος ὁ χαμένος,

ἀλλοῦ καί ὡραιότερα ἁπλώνεται γραμμένος·

μιά θλίψη ἔχουν στήν ματιά γιατί καλά το ξεύρουν,

ἄλλος θά φτάσει στήν κορφή μέ κεῖνο πού γυρεύουν.

 

Ἀθόρυβοι, ἀπέλπιδοι, μονάχοι, ὀνειροπόλοι,

ἐξόδεψαν τόν βίο τους καί τήν χαρά τους ὅλη·

ἀκάματοι, ἀλλόφρονες, Κιχῶτες ἐκλιπόντες,

τῆς ρίμας οἱ  κακόμοιροι καί ἄγνωστοι πεσόντες.

(1964)

Μπορεῖ ἡ μπαλάντα τοῦ Καρυωτάκη νά εἶναι τό πλέον γνωστό ποίημα στήν κατηγορία, ἀλλά ἡ ᾠδή στόν ἄγνωστο ποιητή ἀποτελεῖ ἕνα φετίχ τῶν περισσότερων ποιητῶν, ἄλλοτε μέ εὐθέως αὐτοαναφορικό στίχο, (ὅπως γιά παράδειγμα ὁ Οὐράνης…), ἄλλοτε μέ στίχο ἀποστασιοποιημένο ἀπό αὐτοβιογραφικές ἀναφορές. Σέ κάθε περίπτωση οἱ μέτριοι ποιητές πού ἀπομένουν ἄσημοι προκαλοῦν πάντοτε τήν συμπάθεια, οὐ μήν ἀλλά καί τόν οἶκτο τῶν διασημοτέρων ὁμοτέχνων τους. Στό βάθος ὅλα τα παρόμοια ποιήματα τίποτε ἄλλο δέν ἐκφράζουν παρά τήν ματαιοδοξία τῶν συγγραφέων τους, τήν ἀμφιβολία γιά τήν διαχρονικότητα τῆς ποίησής τους, τήν ἀνασφάλεια γιά τήν ποιότητα τῶν στίχων τους.

Ὁ Κοντόπουλος δέν θά μποροῦσε νά ξεφύγει ἀπό αὐτό τό σαράκι τῆς ἀμφιβολίας. «Οἱ ἄγνωστοι ποιητές» εἶναι ἕνα ἀπό τά λίγα ἔμμετρα ποιήματά του. Θῦμα καί ὁ ἴδιος μιᾶς τελειομανίας, νιώθει ἀπόλυτα τήν ἀγωνία ἑνός ποιητῆ γιά τήν εὔστοχη λέξη, τήν ἁρμονική ρίμα, τήν πετυχημένη ἀποτύπωση καταστάσεων καί συναισθημάτων. Γραμμένο σέ ἰαμβικό δεκαπεντασύλλαβο το ποίημα θά μποροῦσε κάλλιστα νά στολίζει ἕνα μνημεῖο γιά τόν ἄγνωστο ποιητή, πού ὅπως γράφω καί σέ ἕνα βιβλίο, ποτέ δέν εἶδε ἀκροατήριο ἤ ἔστω καί ἁπλή ἐπιδοκιμασία στίς προσπάθειές του.

Θάνατος

[ ]

Ἡ ἀπό θανάτου ἐπιβίωση ἀπαιτεῖ συγκατάβαση/ἕνα ἐλαφρύ σκύψιμο τῆς κεφαλῆς,/μία κάποια ἀμηχανία, ἕνα ἀόριστο νεῦμα, /ἕνα παρηγορητικό χάδι στόν ὦμο…/κουράγιο, γίνονται καί θαύματα, μά πολλές φορές εἶναι καί θέμα ψυχολογίας…/ὥσπου ἡ διάγνωση ἀφορᾶ τό σαρκίον σου/καί ζαλίζεσαι ἀπό τό ἐπερχόμενο σκότος, τό τόσο ἀπόλυτο καί ἀνεπίστρεπτο/καί ἀναζητεῖς παρηγορία/καί βλέπεις ἕνα ἐλαφρύ σκύψιμο τῆς κεφαλῆς/μίαν ἀμηχανία/ἕνα νεῦμα/ ἕνα παρηγορητικό χάδι στούς ὤμους…/καί σέ πιάνει τό κλάμα γιατί οὔτε ζωή ἔζησες βέβαια/μά καί στόν θάνατο ἀπέναντι μιά συγκατάβαση ἤσουν / ἕνας τυπικός, ἕνα γράφημα / στίς στατιστικές τῆς ἱστορίας…/στοῦ ληξιαρχείου τόν φάκελο / μιά ἐγγραφή ἀριθμημένη.

Εἰς ἐκ τῶν πολλῶν κι ἐν τοῖς πολλοῖς ἰσομεγέθης.

(1965)

Τό ποίημα, (ἀρχικά μέρος κειμένου πεζοῦ, ἡ μετατροπή βαρύνει ἐμένα), βασίζεται σέ πραγματικό περιστατικό. Ὁ Κοντόπουλος πῆγε κάποτε μέ ἕναν συνάδελφο, (σέ κάποια ἀπό τίς πολλές ἐργασίες πού ὑπηρέτησε), σέ ἕναν πνευμονολόγο γιά μία διάγνωση ἀκτινογραφίας. Ὅταν ὁ φίλος του ἔμαθε πώς πάσχει ἀπό προχωρημένο καρκίνο, κατέρρευσε μέσα στό ἰατρεῖο. Φαίνεται πώς αὐτή ἡ τραγική στιγμή ἄφησε βαθύ ἀποτύπωμα στόν νεαρό τότε Κοντόπουλο, κυρίως γιατί ὁ συνάδελφός του ἦταν περίπου στήν ἴδια μοῖρα μέ ἐκεῖνον κι ἐρχόταν ἀντιμέτωπος μέ τόν θάνατο σέ νεότατη ἡλικία – ἄσημος, φτωχός καί σχεδόν μόνος.

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιά τήν ποίηση ἕνα ἅγιο δισκοπότηρο, τό μεγάλο ἐρώτημα, ἐσαεί ἀναπάντητο, ἐσαεί ἀπλησίαστο, ἐσαεί σκοτεινό καί ἀνεξερεύνητο. Οἱ ποιητές ἑρμηνεύουν τήν στάση ἀπέναντι στόν θάνατο, ποτέ τόν ἴδιο πού παραμένει φυσικά terra incognita, τό μέγα μυστήριο. Ἐλάχιστοι καί οἱ ποιητές πού ἀσχολήθηκαν «φιλοσοφικά» μαζί του, ἔστω καί κάτω ἀπό τό «φῶς» μιᾶς πίστης ἤ ἑνός δόγματος – Παπατζώνης, Σικελιανός, Καβάφης καί λιγοστοί ἀκόμη. Ὁ Καρυωτάκης εἶναι μιά ἄλλη ἱστορία, ἐκεῖ ὁ θάνατος βιωματικά δέν διαχωρίζεται ἀπό τήν ζωή, ἔχει ἤδη καταβάλλει, ἔχει ἤδη ἐπιτελέσει τόν σκοπό του.

Θά ἔλεγα ὅτι παρά τό ὅτι τό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι ἕνα καλό ποίημα, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καί μία  ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου συμβατική, ὀλίγον πομπώδη, ἀρκετά διανοητική καί κάπως «δασκαλίστικη». Παρά ταῦτα ὁ τελευταῖος στίχος, (κατά τά Καβαφικά διδακτικά πρότυπα), μπορεῖ ἄνετα νά γενεῖ παροιμιώδης καί διαχρονικά ἡ συμπύκνωση κάθε πληκτικῆς καί μονότονης ζωῆς, ζωῆς πού εἶναι σάν νά μήν πέρασε ποτέ ἀπό μέσα μας.

 

 

Ἐπικήδειος Ἀριστείδη Κάλφα, (ἀπόσπασμα)

Αὐτός πού μέ κοιτᾶ τώρα μέ μάτια κλειστά ἦταν ἄτακτο παιδί κι ἀνορμήνευτο, ὁ  Ἄρης ἄτακτο παιδί πού μέ κατέβαζε ἀξημέρωτα καί μούδειχνε τόν κάμπο καί τούς γινωμένους γιουρμάδες πού σκάγανε στό χῶμα, μά φώναζα ἐγώ, θά μᾶς πιάσει ὁ δραγάτης!.., μή σέ νοιάζει, ἀπαντοῦσε, κι ὅλο ξέφευγε τοῦ φράκτη μέ τά ζουμιά στά χέρια καί πέταγε σβώλους στίς φιδοφωλιές… ἄτακτο παιδί ὁ Ἄρης καί περίεργο ἀπό μικρό, ὅλο πού σκάλιζε τόν ξύλινο μπουφέ τῆς θειᾶς του νά εὔρη μιά δεκάρα, νά δώσει γιά λίγο ψωμί, ἕνα κομμάτι χαλβά, οἱ τσέπες του γιομάτες ρῶγες ἀπ’ τά δροσοσταλιασμένα ἀμπέλια, τό βρακί του γιομάτο καρύδια καί καπνό, τό μάτι του γυαλάδα στήν ἀνηφόρα πού βγάζει στά προσήλια… ἄτακτο παιδί ὁ Ἄρις μοῦ τράβαγε τό χέρι, μά ἐγώ εἶχα φόβο γιά τήν βίτσα καί τό ξύλο, κι ἔμενε μόνος, ὅλο μοναχός μέ κόκκινα τά χέρια, δάκρυ δέν εἶδα στό πρόσωπο, κλάμα δέν ἄκουσα ποτέ μου… καί τόν σιχάθηκα τόν Ἄρη τόν ἄμυαλο, καμάρι στούς ἀλῆτες τοῦ κάμπου, ξιπασμένο παιδί κι ἀκατάδεχτο, πού μέ παράτησε… τόν παράτησα;.. δέν ξεύρω, δέν ἤθελα νά τόν βλέπω πιά σάν κόρδωνε τήν παλικαριά του… τόν ἔχασα τόν Ἄρη κι ἔφυγα ἀπό τά μέρη μας, καί μπάρκαρα, καί ξόδεψα καί σάλεψα καί γύρισα κορμί μονάχο, ἀλλά ἐκεῖνος δέν εἶχε μεγαλώσει, ἕνα σίχαμα ἔμεινε, ἀκόμη μέσα στά ζουμιά καί στά χωράφια… στήν ἀνηφόρα τόν πέτυχα, τοῦ τράβηξα τό χέρι, τόν κούνησα μέ δύναμη, τόν ἀγρίεψα Ἄρη ἐγώ εἶμαι ρέ.. μέ θυμᾶσαι;.. ἐγώ εἶμαι Ἄρη!.. κι ὅταν γύρισε νά μέ κοιτάξει στό μάτι ἡ ἴδια γυαλάδα κι ἀπό τίς τσέπες νά τρέχουνε τά ἴδια ζουμιά στά δυνατά ποδάρια…

Πῆρε ἱδρωμένος τήν ἀνηφόρα… πόσες φορές τήν εἶχε προσπαθήσει;.. πῆρε νά σπρώχνει τό τσέρκι στόν ἀνήφορο, σκούπισε τό ἱδρωμένο μέτωπο μέ δάκτυλα λερά καί κόκκινα, ἔφτυσε τόν σβολιασμένο καπνό στό χῶμα κι ἔσκουξε: Φοβᾶται τόν δραγάτη!.. Φοβᾶται τόν δραγάτη τό κουφάρι!..

Τό ἀγέρι ἔστειλε φωνή στόν κάμπο, Φοβᾶται τόν δραγάτη, τό κουφάρι!..

Στό οὐρλιαχτό ὅλο το ξωκκλῆσι ἔστριψε τρομαγμένο τήν κεφαλή στήν ἀνοιχτή τήν ξώθυρα…

Μά, πέρα ἀπό τόν ἄνεμο, κανείς δέν έστεκε κει πέρα…

(1962)

Πεζό βεβαίως, ἀπόσπασμα ἀπό ἕνα διήγημα τοῦ Κοντόπουλου γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο ἑνός μισότρελου παιδιοῦ σέ κάποιο χωριό. Παρά τό ὅτι δέν ἔχει θέση ἀνάμεσά σέ στίχους, τό παραθέτω καθώς, ἐκτός ἀπό δεῖγμα γραφῆς, καταδεικνύει ὅσα γοήτευαν τόν Κοντόπουλο, ὅσα κατά βάθος θαύμαζε. Ὁ ἴδιος ζοῦσε μία δειλή ζωή, (δικός του ὁ χαρακτηρισμός) καί στούς ἀστόχαστους ἔβρισκε πάντοτε τόν ἄλλο του ἑαυτό, τό θάρρος πού θά ἤθελε νά ἔχει, τήν ἀποκοτιά πού ὀνειρευόταν μιά ζωή.

Στό κείμενο ὑπάρχουν καί κάποιοι τόνοι μεταφυσικοί, κατά τήν γνώμη μου ἀχρείαστοι, ἀλλά παρόμοια ἀτμόσφαιρα θά βροῦμε σέ πολλούς νέους διηγηματογράφους τῆς ἐποχῆς – περισσότερο σάν στοιχεῖο ἐπιτατικό τοῦ δράματος, παρά ὡς οὐσιώδη ἀναφορά καί συνεισφορά στό κείμενο. Ἄλλωστε μεταφυσική καί προλήψεις ἦσαν βαθιά ριζωμένες στήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς.

Γιά τήν ἱστορία καί μόνο, Ἀριστείδης Κάλφας ἦταν τό ὄνομα ἑνός συμμαθητῆ τοῦ Κοντόπουλου πού ἄφησε τό σχολειό νωρίς κι ἔφτασε νά γυρνᾶ κουρελής, μέ σαλεμένο μυαλό, στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας. «Καί νά φανταστεῖς», ἔλεγε ὁ Κοντόπουλος «πώς ἦταν ἕνα ἀπό τά πιό ἔξυπνα παιδιά μέσα στήν τάξη. Καί τό πιό ἄτακτο…». Τό ἴδιο ὄνομα χρησιμοποιεῖται καί στό ποίημα «Κουμπαρᾶς».

Τά μικρά καθημερινά δράματα συγκινοῦσαν πάντοτε τόν Κοντόπουλου καί ἰδιαίτερα ἐκεῖνα πού ἀποτύπωναν τήν ἄνιση μάχη ἀνάμεσα στό πρόσωπο καί τό σύστημα.

Τόν πονοῦσε πολύ ἡ συγκεκριμένη ἱστορία καί ἀπέφευγε νά μιλᾶ γιά τόν Κάλφα μέχρι τό τέλος. Ἀπό ἄλλη πηγή ἔμαθα ὅτι ὁ Ἀριστείδης σχεδόν τρελάθηκε ἀπό τίς κακουχίες καί τά βασανιστήρια στήν Ἀσφάλεια, ὅταν τόν ἔπιασαν γιά μία μικροκλοπή σέ ἕνα παντοπωλεῖο. Εἶναι μία ἐκδοσχή πού δέν μπόρεσα να τήν διασταυρώσω.

Γιά τέτοια περιστατικά ὁ Κοντόπουλος ἦταν ἱκανός νά πέσει σέ μόνιμη μελαγχολία, τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἀντιπάθειά του γιά συστήματα, κακοποιήσεις, ἐξουσίες καί ἄλλα παρόμοια. Καί κυρίως γιά τήν ἀγριότητα μέ τήν ὁποία μπορεῖ νά συμπεριφερθεῖ μία ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Ὄφις

 

Στήν σάλα τό κιβοῦρι καί τά κεριά ἀναμμένα.

Σιωπηλοί οἱ ἐρχόμενοι, ἐναποθέτουν ἄνθη καί ὀβολό,

σταυροκοποῦνται βουβοί, σφίγγουν ἀπαλῶς τούς κλαίοντας.

Μυρίζει λίβανος, μοῦχλα καί φαγί τηγανισμένο.

 

Τό σπίτι ἔχει αὐλή μέ φράκτη πέτρινο.

Τά ἐγγόνια ποδοβολοῦν στόν φράκτη,

παίζουν κρυφτό σιωπηλά.

Κρυφογελᾶνε ἱδρωμένα

δίπλα στήν κούνια τῆς συκιᾶς.

 

Κάθε τόσο τό μάτι τους πέφτει στήν σάλα,

κι ἔπειτα κοιτοῦν τόν φράκτη.

Δέν τόν περνοῦν,

δέν σκαρφαλώνουν στήν ἀνοιχτωσιά.

Ἔξω παραμονεύει ὄφις.

 

Δέν δραπετεῦον τοῦ θανάτου καί τοῦ λιβάνου,

δέν ἀντιμάχονται τόν ὄφι τόν φαρμακερό.

Ξανακοιτοῦν τήν σάλα {πού ἤταν} ἐκεῖ,

εἶναι ἐκεῖ,

καί θά εἶναι ἀκόμη ἐκεῖ σάν ἔρθει ἡ σειρά τους.

(1961)

Πρόκειται γιά ἕνα ποίημα πολλαπλῶν ἀναγνώσεων, ὅπου δύσκολα θά εὕρει κάποιος συγκεκριμένο κέντρο βάρους, μιά ἰσορροπία ἀφηγηματική. Ἅς μή θεωρήσουμε ὅτι τό ζήτημα ἐδῶ εἶναι τό ἀμετάκλητο τοῦ θανάτου, θά ἦταν κοινότοπο καί κάπως εὐτελές, ἄδικο γιά τό ποίημα. Νομίζω πώς εὐδιάκριτα εἶναι δύο πεδία – τό πρῶτο σχετίζεται μέ τήν ἐκπαιδευτική μυθολογία, τά στερεότυπα στήν ἀνατροφή τῶν παίδων, τά κληρονομημένα ἀπό τήν ἐκπαίδευση παλαιοῦ τύπου. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ὁ παράδεισος πού κρατᾶ τόν ὄφι καί τό ἄγνωστο μακριά, (βεβαίως!.. ἀλλά ὁ θάνατος ἐντός της οἰκίας παρά ταῦτα!..), ἡ οἰκογένεια προστατεύει, ἀλλά μοναχά ὅταν ὑποταχθεῖς στήν μοῖρα, στίς ἀπαγορεύσεις, στά διατεταγμένα. Καί τό δεύτερο πεδίο, (συνέπεια ἐν πολλοῖς ἑνός μονόδρομου…), ἀφορᾶ τό φρόνημα, (τό ἐλεύθερο, τό ἀτρόμητο!..), τόν φόβο, τό αὐτόβουλο τῆς συνείδησης, τήν πρόκληση τῆς νέας ἐμπειρίας. Τά παιδιά στό ποίημα ὁμοιάζουν ὑποταγμένα στό ζοφερό κλίμα μιᾶς κηδείας, μά καί ταυτόχρονα ἀδιάφορα, καθώς ξέρουν ἀπό ἔνστικτο πώς κάποτε θά βρεθοῦν στήν θέση τοῦ ἀποθανόντος. Καί παρόλα αὐτά ἕνας φράκτης χτισμένος ἀπό τά γεννοφάσκια τους, τά ἐμποδίζει νά τρέξουν στήν ἀνοιχτωσιά, ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἁπό τόν ζόφο, νά προσπαθήσουν νά ξεγελάσουν τόν θάνατο.

Πιστεύω πώς ὁ «Ὄφις», (προσωρινός τίτλος, δέν ἐπιχείρησα ἀλλαγή), εἶναι ἕνα ἀπό τά σοβαρότερα καί τά πλέον φιλοσοφημένα ποιήματα τοῦ Κοντόπουλου, ὄχι τόσο γιά τίς μελαγχολικές διαπιστώσεις του, ὅσο γιά τήν ἀμφισβήτηση τῶν καθιερωμένων καί ὅλων ἐκείνων πού φτιάχνουν πειθήνιους στρατιῶτες γιά ἕναν πόλεμο χαμένο ἐκ τῶν προτέρων. Ταυτόχρονα φυσικά το ποίημα ἀποτυπώνει γι’ ἀκόμη μία φορά ὅλη τήν ἀντιπάθεια τοῦ Κοντόπουλου γιά τήν προκαθορισμένη πορεία τοῦ βίου, τήν ἐπιβολή καί τήν κάθε λογής ἐξουσία.

Κρουᾶν

 

Κύριε τῶν πάντων, ὁρατῶν τέ καί ἀοράτων,

ἐχθές πέθανε ἐμπρός μου ἕνα παιδάκι,

στούς λόφους τοῦ Κρουᾶν. Ἀπό τό κρύο; Τήν πεῖνα;

Τίς σφαῖρες πού ἔρχονται ἀπό τά ἐρείπια τοῦ Χαροῦν;

Δέν ξέρω τήν αἰτία καί τί σημασία νάχει τώρα πιά;

 

Καί τά παιδάκια καί οἱ σφαῖρες καί τά ἐρείπια

καί οἱ σφαῖρες τοῦ Χαροῦν στούς λόφους τοῦ Κρουᾶν –

ὅλα δική σου περιουσία Κύριε, δικά σου ἔργα.

Ἐμεῖς ἔχωμε βεβαίως τήν ἐλεύθερη βούληση.

Ἀλλά ποιά βούληση ἀπομένει ἐλεύθερη Κύριε

μπροστά στίς σφαῖρες τοῦ Χαροῦν;

Δίπλα σ’  ἕνα παιδί

πού σπαρταρᾶ ψυχορραγῶντας;..

(1966)

 

Ἔψαξα νομίζω ἀρκετά, μά δέν βρῆκα πουθενά τα τοπωνύμια πού ἀναφέρονται στό ποίημα, κάτι πού μέ κάνει νά πιστεύω πώς εἶναι πλασμένα ἀπό τόν Κοντόπουλο, φωνητικά παρόμοια μέ ἄπειρα  στό Βιετνάμ ἤ στήν εἰδησεογραφία τῆς ἐποχῆς.

Ὁπωσδήποτε τό ποίημα δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό σχολιασμό ἤ ἐπεξηγήσεις – τίποτε παραπάνω ἀπό ἀντιπολεμική κραυγή, μία ἀπό τίς πάμπολλες πού ἀκούγονταν τότε. Φυσικά ὁ Κοντόπουλος δέν εἶναι στρατευμένος πουθενά, δέν ὑπάρχουν γι’ αὐτόν καλές καί κακές σφαῖρες, δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐάν τό Κρουᾶν εἶναι στό Βόρειο ἤ στό Νότιο Βιετνάμ.

Τό ποίημα εἶναι βεβαίως βλάσφημο, ὅπως καί ὅλα τα παρόμοια πού ἀπευθύνονται τάχα στόν θεό, μά στήν οὐσία τούς κατακρημνίζουν κάθε δικαιολογία θεολογικοῦ περιεχομένου γιά ὅσα παράλογα συμβαίνουν γύρω μας.

Ὁ Κοντόπουλος δέν ἦταν ποτέ φανατικά ταγμένος στήν ἀθεΐα ἤ ἀντίθετα κάποια θρησκευτική πίστη, ἀλλά ἔχοντας βιώσει, (ἔστω καί σέ πολύ μικρή ἡλικία) τήν φρίκη ἑνός πολέμου, ποτέ δέν μπόρεσε νά τήν κατανοήσει ἤ νά τήν ἐντάξει μέσα σέ μία λογική κατασκευή. Αὐτός ἀκριβῶς ὁ παραλογισμός καί ἡ ἀδυναμία ἑρμηνείας ἐγγράφονται στό ποίημα, πού γιά τήν ἱστορία ἅς σημειωθεῖ, ἀντιμετωπίστηκε ἐχθρικά τότε, τόσο ἀπό διάφορους τῆς ἐκκλησίας, ὅσο καί ἀπό τήν Ἀριστερά τῆς ἐποχῆς.

Memento mori*

 

Ἔπρεπε νά εἴχαμε πεθάνει τότε

μπροστά στόν τελάλη τοῦ πανηγυριοῦ

ποῦ διαλαλοῦσε τήν φτήνια τῆς πραμάτειάς του.

Ἔπρεπε νά εἴχαμε πεθάνει τότε

στό κέντρο τοῦ νυφοπάζαρου.

Τότε πού δέν εἴχαμε ἀκόμη διαβρωθεῖ

ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου.

(1964)

*Memento mori: Θυμήσου τόν θάνατο, νά θυμᾶσαι πώς εἶσαι θνητός

Ὅσοι δέν ἔζησαν παιδικά χρόνια στήν ἐπαρχία τῆς δεκαετίας τοῦ 60 καί τοῦ 70, δύσκολα θά κατανοήσουν τούς παραπάνω στίχους. Στήν ἐπαρχία τοῦ τότε λοιπόν, (μά μήπως καί τώρα;.. δέν τό ξεύρω…), ὑπῆρχε στήν πόλη ἕνας κεντρικός δρόμος πού τήν διέσχιζε σχεδόν ἀπό ἄκρη σ’ ἄκρη καί ἐκεῖ κάθε Σαββατοκύριακο γινόταν τό λεγόμενο νυφοπάζαρο. Ζευγάρια κάθε ἡλικίας, ἀλλά κυρίως ἔφηβοι μαθητές καί μαθήτριες, ξεχύνονταν στόν δρόμο σέ ἕνα ἀτελείωτο πήγαινε – ἔλα, πέντε, δέκα, ἑκατό φορές. Τά Σαββατοκύριακα στά πλαϊνά τοῦ δρόμου ἅπλωναν συνήθως πλανόδιοι τήν πραμάτειά τους, καροτσάκια μέ ξηρούς καρπούς, φορτηγάκια μέ εἴδη προικός, καστανάδες τόν χειμῶνα. Καθώς τά λεγόμενα ἤθη ἤσαν τότε πολύ αὐστηρά καί τό περιβάλλον ἀσφυκτικό, ὁ σκοπός τῶν πιτσιρικάδων ἦταν νά ἐντοπίσουν τήν ἐκλεκτή τους καί νά φλερτάρουν διά τοῦ βλέμματος, κάθε φορά πού ἀνταμώνανε σ’ αὐτήν τήν ἀτελείωτη βόλτα. Χιλιάδες οἱ ἔρωτες πού γεννήθηκαν καί πέθαναν στά πολυπερπατημένα αὐτά νυφοπάζαρα. Οἱ πιό τολμηροί κατέφευγαν σέ ἀπόμερες γωνιές γιά ἕνα φιλί ἤ γιά ἕνα τσιγάρο – ἀπαγορευμένα καί τά δυό καί ἀλίμονο ἐάν σ’ ἔπιανε τό μάτι γονιοῦ, παπᾶ ἤ δάσκαλου.

Παρά τό ὅτι ὅλα τοῦτα σήμερα δείχνουν ἀστεία ἤ κωμικοτραγικά, γιά τούς ἐφήβους τῆς ἐποχῆς διέθεταν μαγεία, ἐκείνη πού δημιουργεῖται ἀπό τήν παράβαση, τήν παραβίαση τοῦ ἀπαγορευμένου, τόν παρθενικό ἔρωτα, τήν πιό ἐπίμονη φαντασίωση. Αὐτήν τήν παρθενικότητα ἀναπολεῖ ὁ Κοντόπουλος, αὐτήν τήν πρώτη καί γιά πάντα χαμένη ματιά πού μήτε τήν ἀναθυμοῦνται οἱ περισσότεροι κάτω ἀπό τό βάρος τοῦ θανάτου – καί ὡς θάνατος ἐδῶ νοεῖται κάθε βάρος πού ἐκ τῶν ὑστέρων προστιθέμενο, ἐνηλικιώνει τό ὄνειρο καί τό προσγειώνει ἀπότομα σέ εὐθύνες καί ἀγῶνες γιά τήν ἐπιβίωση.

Ἡ ἀπώλεια αὐτῆς τῆς τρυφεράδας μέσα στούς σκληρούς δρόμους τῆς ζωῆς, ἔρχεται καί ἐπανέρχεται στά ποιήματα τοῦ Κοντόπουλου – ὄχι τόσο πολύ στά νεανικά του πού ἐξετάζουμε σήμερα, ὅσο στά μεταγενέστερα πού, ὅπως εἶναι φυσικό, προσχωροῦν ὁλοκληρωτικά στήν ὑπαρξιακή ποίηση καί πλέον γίνονται ἐσωστρεφῆ, οἰονεῖ μικρά φιλοσοφικά δοκίμια.

Τό στοιχειωμένο σπίτι

 

Ὑπάρχουν ἀκόμη κάτι σπίτια μέ στέρια πατώματα, / ὑπάρχουν ἀκόμη κάτι σπίτια πού δέν τάπιασε σαράκι, / θά τά βρεῖτε σάν πάρετε ἐκεῖνον τόν ἀνήφορο γιά τό ὑδραγωγεῖο,/ στέκουνται ἐκεῖ καί καταρρέουν μέρα μέ τήν ἡμέρα,/ τό χόρτο τους μεγάλωσε/ καί δέν ὑπάρχει κηπουρός νά τό κουρέψει,/ οἱ σοβάδες τους ἔπεσαν/ καί δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος νά σοβατίσει, /ἡ σκεπή τους μούλιασε/ καί δέν ὑπάρχει μάστορας νά τήν μπαλώσει,// ὅμως ἔχουνε πάτωμα γερό μέ ξύλο γυαλισμένο/, ἔχουν τό μάρμαρο λευκό ν’  ἀστράφτει στό λιοπύρι,/ μπήγουν θεμέλιο ἀκούνητο βαθιά μέσα στό χῶμα, /εἶναι σπίτια γερά πού γέρασαν /καί ψάχνουν ἕναν ἐργολάβο νά τ’ ἀγαπήσει, /ἰδίως τά βράδια πού φτάνουν τά τσογλάνια στήν αὐλή τους, /τά βρίζουνε πού στοίχειωσαν καί τά πετροβολοῦνε… /καί δείχνει ὁ κῆπος τό βράδυ /σάν τοπίο βομβαρδισμένο μέ λιθάρια…

Τό χάραμα ὅμως οἱ πέτρες εἶναι μέ προσοχή καί πάλι στοιβαγμένες./Καί ἡ πάχνη στήν πρώτη ἀχτίδα/ σούρνει ἀπ’ τά λιθάρια τούς λεκέδες/ σέ ἕνα ρυάκι κόκκινο, σάν αἷμα…

(1966)

Ἕνα κάπως περίεργο, (καί θάλεγα ἀρκετά πικρό) ποίημα, φυσικά ἀλληγορικό, προσέξτε τίς λέξεις κλειδιά καί κάμετε τήν μεταφορά στήν ἀνθρώπινη συνείδηση – σπίτι γερό, δίπλα στό ὑδραγωγεῖο (νερό, πηγή ζωῆς), θεμέλιο ἀκούνητο, αἷμα… προσέξτε καί τήν Σισύφειο ὑπομονή στό τελευταῖο τρίστιχο. Ἐκεῖνο πού γνωρίζω εἶναι πώς ὁ Κοντόπουλος ἔγραψε τό κείμενο γιά συγκεκριμένο πρόσωπο, ὅμως γιά ἕναν περίεργο λόγο ἀρνήθηκε πεισματικά ἐπί χρόνια νά μοῦ ἀποκαλύψει τό ὄνομά του. Ὅπως καί νάχει, αὐτή εἶναι μιά λεπτομέρεια δίχως ἰδιαίτερη σημασία, καθώς τό ποίημα στέκει διαχρονικό, καθολικό, σύμβολο γιά ὅλες ἐκεῖνες τίς ὀρθές συνειδήσεις πού ἀντιστέκονται καί πληρώνουν τίμημα ἀκριβό. Ὁ ἀρχικός τίτλος ἦταν «Προμηθέας Δεσμώτης», θεώρησα ὅμως ὅτι ξέφευγε ἐντελῶς ἀπό τήν ἀλληγορική διάσταση τοῦ ποιήματος καί ὁ Στράτος συμφώνησε. Γιά νά εἶμαι εἰλικρινής μήτε ὁ τελικός τίτλος μ’ ἐνθουσίασε, ἀλλά ἐκεῖνος ἐπέμενε, καθώς ἤθελε νά δείξει ὅτι τό στοιχειό δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν θηριώδη δύναμη ἑνός ἀνθρώπου, ὅταν προσπαθήσει νά ὑπερβεῖ τόν ἑαυτό του καί τήν βολή του. Ἀμφιβάλλω ὅτι ἕνας τόσο πολύπλοκος συνειρμός θά γενεῖ κατανοητός ἀπό τόν ἀναγνώστη, ἀλλά τέλος πάντων, πρόκειται γιά λεπτομέρεια ἀσήμαντη μπροστά στό ἴδιο το ποίημα. Πρόκειται γιά τό τελευταῖο χρονικά κείμενο τοῦ 1966, χρονιά πού κάπως αὐθαίρετα ὁρίσαμε ὡς ὅριο γιά τά νεανικά ποιήματα τοῦ Στράτου Κοντόπουλου. Αυθαίρετα εν μέρει, καθώς από αυτήν την χρονιά και μετά η ποίηση του Κοντόπουλου σταδιακά μεταβάλλεται για να καταλήξει σε στίχο καθαρά υπαρξιακό.

Μικρό ἐπίμετρο

Τά νεανικά ποιήματα τοῦ Στράτου Κοντόπουλου, (ἀλλά καί τα μεταγενέστερα), ἐάν ποτέ ἐκδοθοῦν, θά δημιουργήσουν ἕνα ἐξαιρετικά ὀγκῶδες βιβλίο – ἕναν ὄγκος πού φυσικά εἶναι ἀδύνατον νά παρουσιαστεῖ ἐδῶ. Στήν σημερινή δημοσίευση ἔγινε μία πρώτη ἐπιλογή γιά μία πρώτη γνωριμία, μέ τά πλέον κατανοητά, ὁλοκληρωμένα καί ἀφηγηματικά ἰσορροπημένα ποιήματα. Δέν θέλω νά πῶ μέ τοῦτο πώς ὑπάρχει κάποιο κριτήριο ἀλάνθαστο καί πώς ὅσα δέν δημοσιεύουμε εἶναι ὑποδεέστερα ἤ κακότεχνα, κάθε ἄλλο. Ἡ ἐργασία ὅμως ἐπάνω στό ἔργο τοῦ Κοντόπουλου, ὅπως τό ἐξηγοῦμε καί στήν εἰσαγωγή, γίνεται πολύ σχολαστικά καί μέ πλῆθος προβλημάτων.

Ἀπό τήν σημερινή παρουσίαση ἀπουσιάζουν, (καθώς ἀφαιρέθηκαν), καθαρά φιλολογικοί σχολιασμοί σχετικοί μέ τό μέτρο, τό λεξιλόγιο, τήν χρήση συγκεκριμένων ἐπιθέτων ἤ ρημάτων καί ἄλλα παρόμοια, δέν τό ἔκρινα σκόπιμο νά παρεκκλίνει ἡ παρουσίαση ἀπό τά σημαντικά καί νά μποῦμε σέ ζητήματα γιά τά ὁποῖα ὑπάρχει χρόνος, ἐάν ὑπάρξει ποτέ ἡ διάθεση καί ἡ ζήτηση. Ἐκεῖνο πού μ’ ἐνδιέφερε περισσότερο ἦταν νά ἐπαναφέρουμε στό προσκήνιο τήν καλή ποίηση, ἐκείνη πού μακριά ἀπό προχειρότητες καί κοινοτοπίες, ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα ταλέντου, σκληρῆς δουλειᾶς, ἐπανεγγραφῆς καί διορθώσεων, μόρφωσης πλατειᾶς καί ἐμπειρίας βιωμένης.

Πολλοί θ’ ἀναρωτηθοῦν γιά τόν λόγο τῆς διαδικτυακῆς δημοσίευσης καί ὄχι κάποιας ἔντυπης ἔκδοσης. Εἶναι μᾶλλον ἁπλό. Μέσα στόν σημερινό ὀρυμαγδό τῆς ἔκδοσης ποιητῶν καί πολύ περισσότερων «ποιητῶν», δέν θέλω τό ἔργο τοῦ Κοντόπουλου νά συναθροιστεῖ, δέν τό ἤθελε καί ὁ ἴδιος. Ἐάν βρεθεῖ ἐκεῖνος ὁ ἀκάματος ἐκδότης πού μέ σχολαστικότητα θά θελήσει νά ἐκδώσει καί νά προβάλλει τό σύνολο τοῦ ἔργου, καλῶς. Ἐάν πάλι ὄχι, (πού εἶναι καί τό πιθανότερο), μικρό το κακό. Ἡ ποίηση τοῦ Κοντόπουλου θά ἔχει γλυτώσει τήν κακοποίηση, ἐνῷ ἐλάχιστοι θά νιώσουν τήν ἔλλειψή της.

Ἄμποτε κάποτε νά βροῦμε τόν τρόπο καί τά μέσα νά ἐκδώσουμε τό ἔργο μόνοι μας καί νά πάρει τήν θέση πού τοῦ ἀξίζει στίς βιβλιοθῆκες τῶν ὀλίγων πού θά τό ἀναγνώσουν καί θά τό κατανοήσουν σέ ὅλη του τήν ἔκταση.

Ἕως τότε, ἔστω καί μέ ἀργούς ρυθμούς, μπορεῖτε νά παρακολουθεῖτε τήν δημοσίευσή του ἐδῶ, προσπαθώντας νά συγχωρέσετε ἀτέλειες, λάθη καί ἀβλεψίες πού ἀναπόφευκτα το συνοδεύουν, καθώς δημιουργεῖται σιγά-σιγά μέσα σέ ἀντίξοες καί πολύ πιεστικές συνθῆκες.

Ἀθῆνα, 2019

Για να επιστρέψετε στο πρώτο μέρος πατήστε εδώ

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend