ΠαραλογοτεχνικάΣκέψεις γιά τήν λογοτεχνία

Το μεγάλο μας (λογοτεχνικό) τσίρκο…

GREEK WRITER

 

Οἱ ποιητικὲς γενεὲς καὶ ἄλλοι λογοτεχνικοὶ μῦθοι στὴν σύγχρονη Ἑλλάδα

(Ἀφιερωμένο στὸν Ἰάκωβο Καμπανέλλη καὶ στὴν μεταπολεμικὴ γενιὰ)

Ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητές μὲ σειρά ἐμφάνισης στὸ κείμενο – Ἰάκωβος Καμπανέλλης {4 ποιήματα + 1 ἀπόσπασμα θεατρικοῦ διαλόγου}, Νῖκος Ἐγγονόπουλος, Πᾶνος Πρωτοπαππᾶς, Γιάννης Ρίτσος, Τάσος Κόρφης, Νῖκος Χάγερ – Μπουφίδης, Κώστας Μόντης, Θανάσης Κωσταβάρας, Τάκης Παπατζώνης, Γιῶργος Σεφέρης, Κρίτων Ἀθανασούλης, Δημοτικό, Ἄθως Δημουλᾶς, Στράτος Κοντόπουλος {2 ποιήματα}, Ὄλγα Βότση

Οἱ φωτογραφίες, (πλήν ἐλαχίστων), προέρχονται ἀπὸ τὸ φωτογραφικό ἀρχεῖο τοῦ Ε.Λ.Ι.Α)

Πηγές: Ἐπίσημος δικτυακός τόπος Ἱάκωβου Καμπανέλλη www.kambanellis.gr, Τρίτομη ποιητική ἀνθολογία Ἀποστολίδη (2012), Ἰάκωβος Καμπανέλλης, θέατρο, τόμος Α’, ἐκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Λίνος Πολίτης «Μετρικά», ΜΙΕΤ, 2014, Τάσος Κόρφης, Ματιές στὴν λογοτεχνία τοῦ μεσοπολέμου, ἐκδόσεις Πρόσπερος, 1991, Γιάννη Ἀποστολάκη, «Ἡ ποίηση στὴ ζωή μας», Ἐκδόσεις Βάνιας 1991, Λογοτεχνικό ἀρχεῖο Μάνου Τασάκου

 

 

Παίζουν οἱ μῦθοι (κατά σειράν ἐμφανίσεως)

  • Λογοτεχνικές γενεές
  • Διαγωνισμοί
  • Ἀνθολογίες
  • Εὐπώλητα
  • Ρὸζ λογοτεχνία
  • Χρόνος-κριτής
  • Ἐλεύθερος στῖχος
  • Ἡ (μὴ) κριτική
  • Ἀνθηρή λογοτεχνική παραγωγή
  • Δημιουργική γραφή

 

Τὸ μεγάλο μας τσίρκο, ἀπὸ τὸν Μάνο Τασάκο Click to Tweet

 

Ἰάκωβος Καμπανέλλης, 1921-2011 (φωτό: ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλλη, kambanellis.gr)
Προλεγόμενα

(Κάπου ἐκεῖ στὴν δεκαετία τοῦ 90, μιὰ παρέα νέων παιδιῶν ἔστησε ἕνα μικρὸ θεατράκι σ΄ ἕνα ὑπόγειο τῆς Πατησίων. Ὀνόμασαν τὴν ὁμάδα τους «Θέητρον», ἀπὸ τὸν ἰωνικὸ γλωσσικό τύπο τοῦ θεάτρου, ζητῶντας προφανῶς νὰ ὑπογραμμίσουν καὶ λεκτικὰ τὴν ἐναλλακτική τους ἄποψη. Κάτι τελλάρα κολλημένα στὸν τοῖχο χώριζαν τὴν σκηνὴ ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους θεατὲς κάθε Σαββατοκύριακο, καὶ κάθε Πέμπτη εἶχαν καὶ ἕναν καλεσμένο ἀπὸ διάφορους χώρους, ὡς ἀφορμὴ γιὰ μία συζήτηση γύρω ἀπὸ θέματα τέχνης. Μοῦ ἔκαναν τὴν τιμὴ καὶ μὲ φώναξαν νὰ μιλήσουμε γιὰ λογοτεχνία, λίγο μετὰ ποὺ ἀποφάσισαν νὰ ἀνεβάσουν τὸ ἔργο «Ἕβδομη μέρα τῆς δημιουργίας» τοῦ Καμπανέλλη. Σὲ ὅλη μου τὴν ζωὴ, δύο ἐξαιρέσεις ἔχω κάμει – νὰ μιλήσω δηλαδὴ ἐγὼ ἀντὶ γιὰ τὰ γραπτά μου – καὶ ἡ μία ἦταν τότε, γιὰ λόγους πού, τώρα πιά, δὲν ἔχουν κανένα ἐνδιαφέρον.

Φυσικὰ ἡ προσπάθεια ἦταν βραχύχρονη, τὰ παιδιά  σκόρπισαν καὶ χάθηκαν, δυσκολεύομαι σήμερα νὰ θυμηθῶ τὰ πρόσωπά τους, πόσο μᾶλλον τὰ ὀνόματά τους. Θυμοῦμαι ὅμως τὸ πάθος τους γιὰ τὸ θέατρο, τὴν ποίηση, τὴν τέχνη. Ἡ συζήτηση ἐκείνη τὴν Πέμπτη ἦταν ἔντονη, αὐθόρμητη, παθιασμένη καὶ ὅπως ἦταν φυσικό κράτησε ὡς τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴν κουβέντα δημοσιεύουμε σήμερα κάποια σημεῖα ποὺ παραμένουν ἐπίκαιρα – προσαρμοσμένα βέβαια στὰ ἐρωτήματα τῆς ἐποχῆς. Μὲ ἀφορμὴ καὶ τὴν συμπλήρωση πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἕξι χρόνων ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλλη, προσπαθοῦμε σήμερα μία ἐλάχιστη τιμὴ κυρίως στὴν πρώτη μεταπολεμικὴ γενιά, τὴν βιωματική του τελευταίου μεγάλου πολέμου.

Οἱ περισσότερες φωτογραφίες σήμερα ἀφοροῦν τὸ θέατρο, ὅσες τέλος πάντων μᾶς ἐπιτρέπονται ἀπὸ τὸν ξεπερασμένο νόμο γιὰ τὰ πνευματικὰ δικαιώματα. Στὰ περισσότερα σημεῖα ὑπάρχουν ἀγκύλες, δεῖγμα ὅτι μόνο ἀποσπάσματα ἔχουν διασωθῆ ἢ πρόχειρες σημειώσεις ἀρχείου. Ὅπου ὑπάρχουν ἐπικαλύψεις μὲ ἄλλα κείμενα τῆς ἱστοσελίδας, παραπέμπουμε ἐκεῖ μὲ ἀντίστοιχους συνδέσμους. Ἀπὸ τὰ ποιήματα ποὺ διαβάστηκαν τότε στὴν κάθε ἑνότητα, ἐπιλέγουμε ἕνα ἢ προσθέτουμε ἀνέκδοτο ποίημα ἀπὸ τὴν ὑπό ἔκδοση ἀνθολογία τοῦ Στράτου Κοντόπουλου.

Ἡ «ἕβδομη μέρα τῆς δημιουργίας» ἦταν καὶ τὸ κύκνειο ᾆσμα τῆς ὁμάδας «θέητρον», δὲν νομίζω νὰ τοὺς ἔφερα καὶ πολλή τύχη. Γιὰ ὅσους τὸ ἀναρωτιοῦνται, ἦταν μιὰ καλὴ παράσταση, τουλάχιστον πολὺ καλύτερη ἀπὸ ἄλλες μὲ ὀνόματα τρανταχτὰ καὶ διάσημα. Τὸ ἔργο ἀπὸ τοὺς κριτικοὺς κατατάσσεται στὰ πρωτόλεια τοῦ Καμπανέλλη. Ἔχω τὴν γνώμη μου γι’ αὐτὴν τὴν κρίση, μὰ δὲν εἶναι τῆς ὥρας, μήτε τοῦ γνωστικοῦ μου πεδίου..)

 

Τὸ ψωμὶ εἶναι στὸ τραπέζι

τὸ νερὸ εἶναι στὸ σταμνὶ

τὸ σταμνὶ στὸ σκαλοπάτι

δῶσε τοῦ ληστῆ νὰ πιεῖ

 

Τὸ ψωμί εἶναι στὸ τραπέζι

τὸ νερό εἶναι στὸ σταμνί

τὸ σταμνί στὸ σκαλοπάτι

δῶσε τοῦ Χριστοῦ νὰ πιεῖ

 

Δῶσε μάνα τοῦ διαβάτη

τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ληστῆ

δῶσε μάνα νὰ χορτάση

δὼσ’ του ἀγάπη μου νὰ πιεῖ

(Ἰάκωβος Καμπανέλλης, μελοποίηση Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη ἐκτέλεση Γιάννης Πουλόπουλος)

 

 

Στρατηγέ, / τί ζητοῦσες στὴ Λάρισα / σὺ / ἕνας / ὑδραῖος;

(Νίκος Ἐγγονόπουλος, Μπολιβάρ, 1944)

 

Τί ζητῶ λοιπὸν ἐγώ, ἕνας ὑπηρέτης τῆς ποιητικῆς ἀνάγνωσης καὶ κριτικῆς,  στὰ θεατρικὰ χωράφια; Καὶ γιατί οἱ στῖχοι τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλλη προλογίζουν τὸ σημερινὸ κείμενο – στὴν οὐσία ἕνα μικρὸ «δοκίμιο» γιὰ τὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ ποίηση καὶ τοὺς μύθους ποὺ τὴν συνοδεύουν, μὰ καὶ τὴν σφραγίζουν ὡς αὐτοεκπληρούμενες προφητεῖες;

Δὲν τὸν ἤξευρα τὸν Ἰάκωβο Καμπανέλλη, ἐννοῶ δὲν τὸν ἤξευρα προσωπικά, ἄλλωστε μᾶς χώριζαν καὶ πολλὰ χρόνια βιολογικοῦ βίου. Μόνο, κάποια φορά μετὰ τὴν μεταπολίτευση, σὲ κάποιο ὑπόγειο θεατράκι βρέθηκα νὰ παρακολουθῶ τὴν «Αὐλὴ τῶν θαυμάτων» – δὲν θυμᾶμαι σχεδὸν τίποτε ἀπὸ τὴν παράσταση, ἀπὸ τοὺς ἠθοποιούς, τὸ ὄνομα τοῦ θεάτρου, οὔτε τὸν λόγο ποὺ ὁδήγησε τὸν Καμπανέλλη νὰ βρεθεῖ στὸ ἀνέβασμα ἔργου του ἀπὸ ἠθοποιοὺς ἐλάχιστα γνωστοὺς καὶ – πολὺ φοβοῦμαι – ὄχι ἰδιαίτερα ταλαντούχους. Ἐκεῖνο ποὺ θυμοῦμαι εἶναι μία συζήτηση μαζί του, περίπου μισῆς ὥρας, ἀνάμεσα σὲ φοιτητές, ἠθοποιοὺς καὶ θεατές, μετὰ τὸ τέλος τῆς παράστασης. Τὸ τί εἴπαμε δὲν ἔχει σημασία. Ἐκεῖνο ποὺ μετρᾶ εἶναι τὸ ἀποτύπωμα – καὶ τὸ ἀποτύπωμα, (τώρα ποὺ τὸ σκέπτομαι..), ἁπλῶς ἐπιβεβαίωσε τὴν αἴσθηση ποὺ εἶχα ἀπὸ πρὶν γιὰ τὴν γενεά του – δηλαδή, βιωματικὴ σχέση μὲ τὴν δημιουργία, (σὲ ὅποιο χῶρο τῆς τέχνης) καὶ μιὰ βαθιὰ πνευματικότητα, ἄσχετη καὶ ἀπολύτως ἐναντία μὲ τὴν ἐπίσημη σχολικὴ ἐκδοχή της. Στὸν Καμπανέλλη, (ἀπόφοιτο μοναχὰ νυκτερινοῦ γυμνασίου ἄλλωστε..), τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα τεντώθηκαν στὰ ἄκρα τους, ὑπῆρχαν ὅμως πολλοὶ ἀκόμη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔβλεπαν τὴν ζωὴ ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν τέχνη, τὸ πνεῦμα, τὸν πολιτισμὸ καὶ ἐννοῶ τὸν καθημερινὸ πολιτισμὸ – τῆς εὐγένειας, τοῦ ἤθους καὶ μιᾶς πυρετικῆς δραστηριότητας, ποὺ ἔφτανε ὡς τὸ μεδούλι τῆς σκέψης καὶ τῆς συνείδησης.

 

Φίλοι κι ἀδέλφια, μανᾶδες, γέροι καὶ παιδιὰ

στὰ παραθύρια βγεῖτε καὶ θωρεῖτε

ποιοὶ περπατοῦν στὰ σκοτεινὰ καὶ σεργιανοῦνε στὰ στενὰ

φίλοι κι ἀδέλφια, μανάδες, γέροι καὶ παιδιά.

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στὸ βασιλιὰ

σὰ δὲ φωνάξεις ἔβγα νὰ τὸ γράψεις

νὰ μὴ σ’ ἀκούσουν τὰ σκυλιὰ βγάλε φωνὴ χωρὶς μιλιὰ

σημάδια καὶ μηνύματα στὸ βασιλιά.

(Ἰάκωβος Καμπανέλλης, «Τὸ μεγάλο μας τσίρκο», «Φίλοι κι ἀδέρφια», ἀπόσπασμα)

 

Κάρολος Κούν, 1908 -1987

Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια, (συμπεριφορᾶς δηλαδὴ ποὺ χαρακτηρίζει συνολικὰ τὸν βίο καὶ ὄχι μόνο το ἐνδεχόμενο καλλιτεχνικό του ἀποτύπωμα..), ὁ Καμπανέλλης παρέμεινε στὰ μάτια μου τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν ὡς ἕνα μεσοδιάστημα, ἕνα ὁδόσημο, ἕνας κρῖκος ἀνάμεσα στὴν γενιὰ τοῦ πολέμου καὶ στὶς ἀκόλουθες γενιὲς, ποὺ ἔπρεπε νὰ διαχειριστοῦν αὐτὴν τὴν ἀποτρόπαια μνήμη. Βοήθησε πολὺ σὲ τοῦτο τὸν συμβολισμὸ, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Καμπανέλλη συγκέντρωνε πολλὲς ἰδιότητες καὶ συλλογικὰ χαρακτηριστικὰ – ἀντὶ-σύμβολο τῆς ναζιστικῆς θηριωδίας, χαρακτῆρας ποὺ παρέμεινε εὐγενὴς παρ’ ὅλη τὴν περιρρέουσα ἀγριότητα, ὀξυδερκὴς διανοούμενος παρὰ τὴν ἐλλιπέστατη τυπική του μόρφωση, συνείδηση ποὺ ποτὲ δὲν πέρασε μέσα σὲ κομματικὲς γραμμές, θεατράνθρωπος ποὺ ἀποκάλυψε τὶς παθογένειες τοῦ μικροαστισμοῦ μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του, δημιουργὸς ὁρισμένων ἐξαίρετων μελοποιημένων στίχων, ἐργατικὸς ὡς τὸ τέλος τῆς πολυκύμαντης ζωῆς του. Μὲ δυὸ λόγια – ἕνας ἄνθρωπος ποὺ οἱ πυροδοτήσεις τῆς ἐποχῆς του, (πόλεμος, ἐμφύλιος, φτώχεια, καταπίεση…), ὡρίμασαν τὴν συνείδησή του καὶ ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτὴν τὰ μέγιστα τῆς δημιουργίας, τὸ μέγιστο τῶν ἀντοχῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγιστο ἑνὸς πολιτισμοῦ μέσα σὲ συνθῆκες ἀντίξοες, ἀπάνθρωπες, κτηνώδεις.

Ναί, ὁ Καμπανέλλης συμβόλιζε ἕνα μεσοδιάστημα, τὸν μετεωρισμὸ μιᾶς ἀπόφασης. Πίσω του, τὸ κάδρο ἦταν σχεδὸν μαῦρο καὶ γεμᾶτο ἀπὸ καταστροφές, πολέμους, θηριωδίες, προδοσίες, ἀντιστάσεις καὶ μαζικὲς δολοφονίες, ἀγριότητες κάθε λογῆς –  μιὰ χώρα ποὺ ἔζησε ὅσα περίπου μακάβρια καὶ μίζερα μπορεῖ νὰ ζήσει μιὰ κοινωνία. Δίπλα του στέκονταν ὅσοι τεχνῖτες μπόρεσαν νὰ ἐπιβιώσουν καὶ νὰ μετατρέψουν ἐτοῦτο τὸ σκοτεινό, τὸ ἐρεβῶδες καὶ δύσοσμο ὑλικό, σὲ τέχνη, ποίηση, μουσική, θέατρο, δημιουργία. Ἀπέναντι στὸ τόσο σκοτάδι ἡ ἀνάγκη γιὰ φῶς μεγαλώνει καὶ αὐτὴ εἶναι μία βασικὴ αἰτία ποὺ κάπου ἐκεῖ στὸν μεταπόλεμο ἐμφανίστηκαν σωρευμένες, (σχεδὸν σὲ συνωστισμὸ…) οἱ περισσότερες δημιουργικὲς φωνὲς. Δὲν εἴχαμε μόνο πυκνότητα στὴν τέχνη – οἱ καλύτεροι βεβαίως ἠθοποιοί, λογοτέχνες, ζωγράφοι, μουσικοὶ βγῆκαν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν μπαρουτοκαπνισμένο πίνακα καὶ μαζί τους δὲν κουβαλοῦσαν μόνο τὶς ἄγριες εἰκόνες ὡς πρώτη ὕλη, μὰ καὶ τὰ ἀπότοκα ὅλης τῆς ἀπόγνωσης τοῦ Καρυωτάκη, τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Κάλβου, τοῦ Καβάφη. Καὶ ἄλλων πολλῶν. Ἡ συνέχεια ἦταν λοιπὸν ἀκόμη ἀδιάσπαστη καὶ κάτι παραπάνω – ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὰ συντρίμμια μιὰ ἄλλη ποιότητα, μιὰ διαφορετικὴ ματιὰ στὰ πράγματα, μιὰ ἐξέγερση ἀπέναντι στὴν μιζέρια τοῦ μικροαστισμοῦ καὶ τὴν κτηνωδία τῆς ὠμῆς βίας. Ποιότητα ὅμως ὑπῆρξε καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς – στὴν ἐπιστήμη, στὴν φιλολογία, στὴν ἐκπαίδευση, στὴν δημοσιογραφία, ἀκόμη καὶ σὲ «πεζοὺς» τομεῖς τῆς καθημερινότητας τὰ μάτια στράφηκαν μὲ ἐλπίδα σὲ νέες προτάσεις, νέες ἀναγνώσεις, διαφορετικὲς συμπεριφορές. Ἡ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἀκριβέστερα – ὑπῆρχε ἀνάγλυφη μία ὑπόσχεση ποιότητας, μία προαναγγελία μὲ χρώματα ζωηρά, σχεδὸν χαμογελαστά.

Φάνηκε γιὰ λίγο πὼς ἀχνόφεγγε μιὰ Ἄνοιξη. Ὄχι ἁπλῶς ἐλπίδα ἢ πίστη σὲ ἕναν καλύτερο κόσμο, αὐτὸ γρήγορα νοθεύτηκε μέσα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ στὶς εὐτελέστερες μορφές της, ὄχι, μιὰ ἄνοιξη ὀντολογική, στὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ στέκεται ἡ ὕπαρξη μέσα στὸ σύνολο, στὸν τρόπο ποὺ δρᾶ, ποὺ ἀντιστέκεται, ποὺ ὀνειρεύεται. Μιὰ ματιὰ, ποὺ φάνηκε πρὸς στιγμὴ πὼς ὑπερβαίνει τὸ καθημερινὸ ἢ ἀκόμη καλύτερα τὸ μπολιάζει μὲ ὅ,τι εὐγενέστερο μπορεῖ νὰ δώσει ὁ στοχασμὸς καὶ τὸ πεῖσμα γιὰ τὸ καλύτερο.

 

ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ: Τὸ κακὸ εἶναι ποὺ ματώνουμε μόνο ἅμα γίνει ἡ ζημιὰ κι ὕστερα τὸ ξεχνᾶμε… Ξέρεις γιατί εἴμαστε λαὸς ποὺ σπαταλιέται;.. Γιατί ξέρουμε νὰ κλαῖμε καὶ νὰ ξεθυμαίνουμε… Ἀλλὰ δὲν ξέρουμε νὰ θυμώνουμε… Κι ἃ δὲ μάθουμε νὰ θυμώνουμε δὲ θὰ ξυπνήσουμε… ΕΛΕΝΗ: Σωπᾶτε πιά, σᾶς παρακαλῶ… Τί σχέση ἔχουν ὅλ’ αὐτὰ μὲ τὸν Ἀλέξη; ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ: Ἄμ καημένο κορίτσι, ἔχουνε καὶ παράχουνε… Γιατί θὰ βρεθοῦνε ἄνθρωποι ποὺ θὰ ποῦνε πὼς φυσικὸ ἤτανε νὰ πάει ἔτσι, τέτοιος ὀνειροπαρμένος ποὺ ἤτανε… Μὰ θὰ ‘ναι ἄδικο…γιατί δὲν ἦταν ὀνειροπαρμένος… δρόμο δὲν εἶχε…ἃς εἶχε δρόμο καὶ θὰ βλέπαμε… (Ἰάκωβος Καμπανέλλης, «Ἕβδομη μέρα τῆς δημιουργίας», Μέρος δεύτερο, εἰκόνα ἕβδομη, Θέατρο τόμος Ἅ’, Κέδρος 1978)

 

Πέρασαν σχεδὸν ἑξῆντα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ τὰ πρῶτα ἔργα τοῦ Καμπανέλλη πρωτοανέβηκαν στὸ θέατρο τέχνης. Καὶ ἑξῆντα χρόνια εἶναι πολλά, ὁπωσδήποτε ἀρκετὰ γιὰ νὰ προσπαθήσουμε ἐπὶ τέλους μιὰ ἀποτίμηση. Ὄχι ὡς μνημόσυνο, δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ φιλολογικὰ μνημόσυνα γιατί ἔχουν μιὰ στατικότητα ἀχρείαστη, χρήσιμη ἴσως μόνο γιὰ τὴν στεγνὴ καταγραφὴ τῆς ἱστορίας. Εἶναι φανερὸ πιὰ ὅτι ἔχωμε ἀνάγκη ἀπὸ νέα μέταλλα, ἡ προπολεμικὴ καὶ ἡ μεταπολεμικὴ ποιότητα ἔδωσαν ὅ,τι μποροῦσαν, ἀκόμη ζοῦμε μὲ τὶς δημιουργίες τους καὶ τὶς προτάσεις τους, ὅμως ἐτούτη ἡ ἀφύσικη καὶ συνεχὴς ἐπιστροφὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσει γιὰ πολὺ ἀκόμη, ὁ αὐτόματος πιλότος ἔφτασε τὰ ὅριά του. Οἱ ποιητικὲς γενεὲς τοῦ 20, τοῦ 30, ἀκόμη καὶ τοῦ μεταπολέμου, εἶχαν τὴν γνησιότητα τοῦ αἵματός τους καὶ αὐτὸ σφράγισε τὴν ποιότητά τους, σήκωσε τὸν πῆχυ ψηλά, μετέθεσε τὴν ἀφετηρία σὲ μονοπάτια δύσκολα καὶ ἀπαιτητικά. Κι ἂν σήμερα μποροῦμε καὶ κάνουμε αὐτὴν τὴν κουβέντα, (ἔστω μὲ τοὺς λιγοστούς, τοὺς ἐλάχιστους ἀναγνῶστες καὶ ὑποψιασμένους..), εἶναι γιατί ἀκόμη ἀναπνέουμε τὴν ποιότητα δημιουργίας ποὺ γεννήθηκε μέσα σὲ ἄλλες συνθῆκες, ἄλλες ἀπαιτήσεις, ἄλλες θηριωδίες. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς δὲν θὰ ἐπανερχόμαστε διαρκῶς καὶ ἐξακολουθητικῶς, σὲ ἕναν Καρυωτάκη, ἕναν Καβάφη ἢ ἕναν Σεφέρη, τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Σημαίνει ἁπλῶς, ὅτι κάποτε πρέπει νὰ πάψωμε μόνο νὰ ἀπομυζοῦμε καὶ νὰ ἀρχίσουμε νὰ δημιουργοῦμε. Σημαίνει πὼς, κάποτε θὰ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίσει ἡ ὑποκρισία, τὰ παραδομένα φιλολογικά, οἱ πεπατημένοι δρόμοι. Σημαίνει πὼς, κάποτε θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα ποὺ τάχα πιστεύουμε καὶ χειροκροτοῦμε. Ἐὰν παλαμοκροτᾶτε τὸν χριστιανισμό, ζῆστε σύμφωνα μὲ τὴν  οὐσία του καὶ ὄχι μὲ τὰ λατρευτικά του. Ἐὰν πίνετε νερὸ στὸ ὄνομα τῆς ποίησης, ἀκοῦστε ἐπὶ τέλους τί ἀκριβῶς σᾶς προτείνει καὶ ποῦ σᾶς ὁδηγεῖ. Ἐὰν ἀγαπᾶτε τὸ θέατρο τοῦ Καμπανέλλη, δεῖτε κάποτε καὶ τὸν ἑαυτὸ σας ἐπάνω στὴν σκηνὴ καὶ ὄχι μόνο τὸν διπλανό σας. Καὶ ἐὰν ὁ Καρυωτάκης εἶναι ἡ νεανική σας ἀδυναμία, ἀναρωτηθῆτε γιατί σήμερα, μήτε ποὺ μπορεῖτε νὰ θυμηθῆτε τὸ πρῶτο ρῖγος, τὴν πρώτη αἴσθηση, τὴν πρώτη σας ἐξέγερση.

 

Τοῦ Αἰγαίου

Ἂν φαίνεται ἡ Ὕδρα

ἀπ’ τ’ ἀκρωτήρι τοῦ Σουνίου

δὲν τὸ ξέρω.

 

Ὅμως, ἂν ἤθελες,

θὰ τὸ μποροῦσες νὰ τὴ δῇς.

 

Κι άς μὴ φαινόταν…

(Πᾶνος Πρωτοπαππᾶς, «Φύλλα καὶ φτερά», Σάμος 1922)

 

Τὰ γράφω ὅλα αὐτά, γιατί ἔτσι τὸ νομίζω εὐκολότερο νὰ γεννοῦν κατανοητά τὰ ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν, ἡ ἀναφορὰ σὲ πρόσωπα γνωστὰ βοηθᾶ πάντοτε νὰ συνεννοηθοῦμε καλύτερα. Θὰ δοῦμε καὶ σήμερα διάφορα ποιήματα, θὰ δοῦμε ἀποσπάσματα ἀπὸ θεατρικά, θὰ καταφύγωμε σὲ γραπτὰ στοχαστῶν. Μὰ ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ὁ καμβᾶς, ἡ ἱστορία, τὸ πεδίο τῆς μάχης. Στὴν πραγματικότητα ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει πολὺ περισσότερο, εἶναι ἡ κριτικὴ τῶν παραδοχῶν, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν μύθων, ἡ κατάρριψη τῆς ὑποκρισίας. Αὐτὴ ἡ χώρα ζεῖ καὶ ἀναπνέει ἐπάνω σε μύθους βολικοὺς γιὰ τὴν μακαριότητά της, τὸν κομφορμισμό της, τὴν ρηχότητά της. Καὶ ὅσο αὐτοὶ οἱ μῦθοι ἀναπαράγονται, ὅσο περνοῦν ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ ἴδιοι καὶ ἀπαράλλαχτοι, τόσο ἀφυδατώνουν τὴν οὐσία, τόσο ἐπαναπαύουν, τόσο μεταθέτουν ὅλο καὶ μακρύτερα το ζητούμενο τῆς σύγχρονης δημιουργίας, τῆς ἀλλαγῆς, τῆς ἐξέγερσης, ἀπέναντί σε μιὰ ζωὴ περίκλειστη, προσχεδιασμένη καὶ διαρκῶς ὑποκύπτουσα στὶς βιοτικὲς ἀνάγκες.

Ὁ μῦθος τῶν λογοτεχνικῶν γενεῶν

Ἔχω πολλὲς φορὲς ἀναφερθεῖ σχεδὸν ἀρνητικὰ γιὰ τὴν κατάταξη τῆς λογοτεχνίας σὲ γενεὲς καὶ ρεύματα καὶ ταυτόχρονα ἔχω ἀποδεχθεῖ ἐτούτη τὴν μεθοδολογία, ὡς χρήσιμη μοναχὰ γιὰ τὶς φιλολογικὲς σχολὲς καὶ τὶς ἱστορικὲς ἀποτιμήσεις. Ὅμως πρόκειται γιὰ ἕναν μῦθο ποὺ πλέον δὲν περιορίζεται στὴν ἐνδοπανεπιστημιακὴ ὁρολογία – οἱ συνεχεῖς ἀναφορὲς σὲ δοκίμια, μελέτες καὶ κριτικὲς ἔχουν μετατρέψει τὸ μέσον σὲ σκοπὸ καὶ τὸ ζητούμενο σὲ σχῆμα πρωθύστερο. Ὁ ποιητὴς δὲν κατατάσσεται ἁπλῶς γιὰ νὰ μελετηθῆ ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση γιὰ νὰ ἐρευνηθῆ ἡ ἐπιρροὴ τῆς ἱστορίας στὴν ποιητική του, ἀλλὰ ὁρίζεται πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κατάταξή του. Δεῖτε τὰ σχολικὰ βιβλία, τὶς μελέτες τῶν περισπούδαστων κριτικῶν μας, τὶς δημοσιογραφικὲς ἀναφορές. Ὅποιος ἀνήκει στὴν γενεὰ τοῦ 30 αὐτομάτως εἶναι μοντερνιστὴς ἢ ὑπερρεαλιστής, ἡ γενεὰ τοῦ 20 παρακμιακὴ καὶ αὐτοκαταστροφική, ἡ δεύτερη μεταπολεμικὴ γενεὰ ἀδιάφορη (!) γιὰ τὰ κοινωνικὰ συμβαίνοντα, ἡ γενιὰ τοῦ 70 εἶναι ἡ γενιὰ τῆς ἀμφισβήτησης (αὐτὸ κι ἂν εἶναι αὐθαίρετο, σχεδὸν ἀνόητο..). Ἡ ἐτικέττα δὲν ἐπικολλᾶται ὡς ἀφορμὴ γιὰ διάλογο ἐπὶ τῆς ἱστορίας καὶ τῶν συνθηκῶν ποὺ διαμόρφωσαν τὴν προσωπικότητα ἑνὸς ποιητή, ἀλλὰ ὡς a priori καθορισμὸς τοῦ περιεχομένου, τοῦ μηνύματος, τοῦ σημαίνοντος. Μέσα ἀπὸ μία τέτοια συστηματικὴ σχολαστικότητα, ἀπὸ τὸν κάθε ποιητὴ παίρνωμε ὅ,τι ὑπηρετεῖ τὴν ἐτικέτα – θέλωμε ἐρωτικὸ Καβάφη; Ε, τότε θὰ ἀγνοήσουμε τὸν Μύρη καὶ τὸ ἀντιχριστιανικό του περιεχόμενο. Θέλουμε τὸν λυρικὸ Παλαμά; Ε, τότε ὅλο καὶ σπανιότερα θὰ ἀκοῦμε τὸν δωδεκάλογο τοῦ γύφτου ἢ τὰ ἀναρχικά τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ. Καὶ ἀφοῦ βαφτίσαμε τὴν γενιὰ τοῦ 30 μέσα στὸν μοντερνισμὸ καὶ στὴν ποιητική του Ἔλιοτ – ἔ, τότε δὲν ὑπάρχει οὔτε κἄν λόγος ἀναφορᾶς στοὺς θεατρίνους τοῦ Σεφέρη, καθὼς αὐτοὶ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὴν παρακμιακὴ γενεὰ τοῦ 20 καὶ δὲν βολεύουν τὴν κατάταξή μας.

 

Τί περιμένουμε;..

[  ]

Πολλά μᾶς λείπουν. Ὅλα μᾶς λείπουν. Ἀκόμη κ’ οἱ θύμησες/ φέγγουν θαμπά, μὲ κάτι μακρυνὲς μικρὲς φωτιές, σὰν τὰ κοσμήματα τῆς μητέρας/ πίσω ἀπὸ τὰ τζάμια τοῦ ἐνεχυροδανειστήριου, ποὺ τὰ χνωτίζει τὸ Φθινόπωρο/ ἀκουμπῶντας τὴ μύτη του στὸ παράθυρο καὶ κοιτάζοντας μέσα ὅλο τ’ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου… Τί περιμένουμε;..

(Γιάννης Ρίτσος, «Ἀγρύπνια 1954»)

 

Κατ’ ἀρχάς, ἃς ἐπισημάνουμε κάτι τὸ σημαντικό. Ἡ ἔννοια τῆς γενεᾶς, (ὁμάδας ἀνθρώπων δηλαδὴ μὲ παρόμοια ἢ ἀκόμη καὶ ἑνιαία δημιουργικὰ ἀποτυπώματα), βρίσκεται ἐξ ὁρισμοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ποίησης ποὺ διαθέτει πάντοτε, (ὅταν εἶναι ἄξια…), μοναδικὰ καὶ ἀνεπανάληπτα χαρακτηριστικά. Θὰ τὸ καταλάβετε αὐτὸ ποὺ γράφω, ἐὰν σκεφθῆτε κάποια πολὺ σημαντικὰ μεγέθη στὴν Ἑλληνικὴ ποίηση. Ἃς ποῦμε ὁ Καβάφης. Γιατί ποτὲ δὲν ἔγινε καμμία ἀπόπειρα κατάταξής του; Γιατί εἶναι ἐμφανέστατα μοναδικὸς καὶ ἡ συνάθροισή του, (ἔστω καὶ γιὰ τυπικοὺς λόγους) θὰ προκαλοῦσε γέλωτες. Ὁ Καρυωτάκης; Τὸ ἴδιο. Ὁ Παπατζώνης; Κάτι ἐπῆγαν νὰ ψελλίσουν γιὰ θρησκευτικὸ ποιητή, ἀλλὰ μήτε ποὺ πέρασε ἐτοῦτος ὁ χαρακτηρισμὸς στὰ πανεπιστημιακὰ ἐγχειρίδια, σὲ κάτι σχολικὰ ἔμεινε ὅπου ἔτσι κι ἀλλιῶς κανεὶς δὲν δίδει σημασία. Ὁ Σολωμός; Ὁ Κάλβος; Ὁ Χιόνης; Ἡ Γώγου;..

Οἱ ὁμαδοποιήσεις, (κάθε λογῆς), λειτουργοῦν πάντοτε καὶ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ προθέσεις, ἀκυρωτικὰ γιὰ τὴν οὐσία τῆς δημιουργίας. Δημιουργοῦν προκαταλήψεις καὶ προϊδεασμούς, ἀνάγουν τὴν διακειμενικότητα σὲ πρωταρχικὸ κριτήριο, φτωχαίνουν τὴν ἴδια τὴν πρόθεση τοῦ ποιητῆ καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ἐξερευνήσει εὐρύτερα ἐκφραστικὰ καὶ νοηματικὰ πεδία.

Ἀφῆστε τὴν γενιὰ τοῦ 20, ξεχᾶστε γιὰ λίγο τὴν περιβόητη γενεὰ τοῦ 30, δεῖτε τὴν λεγόμενη γενιὰ τοῦ 70. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἡλικιακὸ κριτήριο, τί ἄλλο ἑνώνει τὸν Γιάννη Καρατζόγλου μὲ τὸν Μανόλη Ξεξάκη; Τὸν Βαρβέρη μὲ τὸν Χιόνη; (γιὰ νὰ πάρω ἐντελῶς τυχαία ὀνόματα ἀπὸ τὸν αὐθαίρετο κατάλογο τῶν φιλολόγων..). Ἀπὸ ποῦ προκύπτει αὐτό το «ἡ γενιὰ τῆς ἀμφισβήτησης»; Ποῖον ἀμφισβήτησε (καὶ μάλιστα ὁμαδικά, αὐτὸ ὑποδηλώνει ὁ ὅρος γενεά..) καὶ πότε; Ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ἑπταετία τῆς χούντας ἡ παρουσία αὐτῆς τῆς «γενεᾶς» εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὑποτονική, εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτη (ἐννοῶ παρουσία ἐπὶ τῆς συγκυρίας). Κι ὅμως. Μέσα σὲ τοῦτο τὸν ὀρυμαγδὸ, ὑπάρχουν ἀρκετά ἄξια ποιήματα ποὺ πατᾶνε ἄμεσα στὴν ὑπαρξιακὴ ποίηση, ὑπάρχουν ἄλλα ποὺ μιμοῦνται (μιμοῦνται, δὲν εἶναι..) τὸν ὑπερρεαλισμό, ὑπάρχουν καὶ κάποιες ἐλάχιστες γνήσιες φωνὲς ποὺ ἐνδοσκοποῦν μὲ γνησιότητα. Ἃς ποῦμε Τραϊανός, Χιόνης, Βαρβέρης. Ἀλλά, ποιὸ τὸ συνεκτικὸ ὑλικό; Ποιὲς οἱ συνθῆκες τῆς μεταπολίτευσης ἢ τῆς χούντας ποὺ καθόρισαν τὴν ποιητική τους; Εἶμαι ἀνέκαθεν ἐναντίος σ’ αὐτὴν τὴν προχειρότητα καὶ τῆν βιασύνη, τῆς πραγματικῆς μανίας ἐν τέλει νὰ χαρακτηρίσουμε μία γενεά, μπᾶς καὶ μείνει ἀβάπτιστη καὶ δὲν ξέρουμε πῶς νὰ τὴν καλοῦμε στὸ τηλέφωνο. Ἃς ἀντιληφθοῦμε κάτι – τὰ σημαντικὰ πνευματικὰ ἀναστήματα ὀφείλουν ἐν πολλοῖς τὴν ἀντοχή τους στὴν διαχρονία τους καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια δὲν συναθροίζονται, δὲν συγκρίνονται, δὲν λαμβάνουν μπόι ἀπὸ τοὺς ἡλικιακὰ συνομηλίκους τους.

Ὅμως γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ἃς δοῦμε τὸ βασικὸ ἐπιχείρημα ἐκείνων ποὺ δίδουν ἰδιαίτερη βαρύτητα στὸ χρονολόγιο, ἐκείνων ποὺ προωθοῦν τὴν γενεαλογία ὡς βασικὸ ἐργαλεῖο στὴν ποιητικὴ ἀνάλυση. Τὸ ἐπιχείρημά τους εἶναι ἁπλὸ καὶ γι’ αὐτὸ ἰδιαίτερα πειστικό. Λένε – «σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχουν πυροδοτήσεις τῆς δημιουργίας. Τὸ 40 ἦταν ὁ πόλεμος, τὸ 70 ἡ χούντα, τὸ 1821 τὸ Μεσολόγγι. Κάθε γενεὰ ἐπηρεάζεται καθοριστικὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή της καὶ τὰ συλλογικά της ἰδιαίτερα βιώματα. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἐν πολλοῖς ἡ ποιητική της ἀπορρέει, εἶναι ἀπότοκο, αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν..».

Ἃς ξεκαθαρίσωμε κάτι ἀπέναντι σ’ αὐτὴν τὴν αὐτονόητη διαπίστωση. Ὁ κάθε ποιητὴς ξεχωριστὰ ἀποτελεῖ ἕνα μεταποιητικὸ ἐργαστῆρι, ἕνα πρῖσμα ποὺ ρουφᾷ καὶ προσλαμβάνει τὴν πραγματικότητα μὲ χιλιάδες διαφορετικοὺς τρόπους. Βάλτε δύο ποιητὲς τῆς ἴδιας ἀκριβῶς ἡλικίας ποὺ μεγάλωσαν σὲ οἰκογένειες μὲ παρόμοια ἀστικὰ χαρακτηριστικὰ – ἡ ποιητική τους ἠμπορεῖ νὰ διαφέρη ὅσο τὸ λάλημα ἑνὸς ἀηδονιοῦ μὲ τὸν ἦχο ἑνὸς κομπρεσέρ. Τὰ ἴδια τους τὰ ποιήματα δὲν ἔχουν πολλὲς φορὲς διεπαφή, δὲν ἠμποροῦν κἄν νὰ συναρθρωθοῦν σὲ ἑνιαία συλλογή. Ὑπάρχουν ποιητὲς ποὺ γράφοντας ἐπάνω στὴν ἴδια ἀφορμὴ δίνουν δύο ἐκδοχὲς ἐντελῶς ἀντίθετες, ἀντιφατικὲς καὶ ἀντικρουόμενες. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ποιητὴς δὲν περνᾷ τὴν πραγματικότητα εὐθύγραμμα στὴν ποίησή του, πολλὲς φορὲς δὲν τὴν ἀφήνει κἂν νὰ χρωματίσει τοὺς στίχους του. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ κάθε ποίημα εἶναι αὐθύπαρκτο, ἀσύνδετο, εἶναι τὸ ἴδιο μιὰ μοναδική πραγματικότητα, μιὰ ἀντιπρόταση.

Αὐτὸ περίπου ἐννοῶ ὅταν γράφω ἐπανειλημμένα ὅτι ἡ ποίηση εἶναι ἄχρονος καὶ ἄτοπος, αὐτὸ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν διαχρονία ἢ τὴν ἀντοχὴ στὸν χρόνο, μὰ μὲ τὴν ἀξία ἑνὸς καλοῦ στίχου ποὺ ἀκριβῶς ἀψηφᾶ τὸν χρόνο ἢ τὸν τόπο καὶ κατορθώνει νὰ ἀφήση ἀποτύπωμα στὸν ἀναγνώστη – εἴτε αὐτὸς ζῆ στὶς ὄχθες τοῦ Σηκουάνα, εἴτε πολεμᾷ τὸν Ἀννίβα στὶς Ρωμαϊκὲς πύλες. Ὅλα τα ὑπόλοιπα, (τόπος, χρονολογίες, πολιτικὰ γεγονότα, περιβάλλον γενικὰ ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται ὁ ποιητής..), δὲν εἶναι παρὰ πολύτιμα μικρὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε καλύτερα προθέσεις, ἐπιρροές, πνευματικὰ ἀδιέξοδα καὶ φόβους, τίποτα παραπάνω καὶ τίποτα τόσο τὸ καθοριστικὸ ὅταν ξεκινήσωμε νὰ βλέπουμε τὴν ποιότητα τοῦ στίχου. Θὰ τολμοῦσα μάλιστα νὰ πῶ μὲ κάποια ὑπερβολή, ὅτι τόσο καλύτερο ἕνα ποίημα, ὅσο λιγότερο ἡ συγκυρία φέγγει στοὺς στίχους του.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει σὲ καμμία περίπτωση ὅτι ὁ ποιητὴς λειτουργεῖ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου ἢ ὅτι δὲν κινεῖται (πολλὲς φορὲς καταπιεζόμενος..) μέσα σὲ ἕνα συγκεκριμένο περιβάλλον, μέσα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἄλλοτε ἀδιαφορεῖ γι αὐτὸν καὶ ἄλλοτε τὸν περιγελᾶ ἢ καὶ τὸν προπηλακίζει. Θὰ ἀποδεχθῶ μάλιστα καὶ τὸ ἑξῆς – ὑπάρχει ὁπωσδήποτε ἕνας παράγοντας τῆς συγκυρίας ποὺ ἐν τέλει (καὶ σὲ βάθος χρόνου) ἐπηρεάζει τὴν πνευματικὴ παραγωγὴ καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἐκπαίδευση, τὰ πρωτογενῆ  δηλαδὴ ἐργαστήρια πνευματικότητας σὲ μιὰ κοινωνία. Κάπου ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ ἑρμηνεία γιὰ τὰ σημερινὰ χαρακτηριστικά της λογοτεχνικῆς δημιουργίας, ἀλλὰ γι’ αὐτὸ θὰ μιλήσουμε λίγο παρακάτω.

 

Ὁ μῦθος τῶν διαγωνισμῶν

 

Προετοιμασία γιὰ τὴν ἐξόρμηση

Μᾶς εἶπαν, μέρες τώρα, νὰ ἑτοιμαστοῦμε γιὰ τὴν ἐξόρμηση·/ μὲ προκηρύξεις στὴν τσέπη, μὲ τηλεβόες, μὲ χειροβομβίδες… / Πρέπει, ἐπιτέλους, μᾶς εἶπαν, νὰ ραγίση ὁ τοῖχος τῆς σιωπῆς, / νὰ χαραχθοῦν δρόμοι γιὰ τὴν ἀλήθεια, διαβάσεις γιὰ τοὺς ἐνθουσιασμούς, / νὰ καθελκυσθοῦν καράβια γιὰ τὴν εἰρήνη, / νὰ γίνουν τσιμεντένιες γέφυρες τὰ ὄνειρα, / νὰ μὴν πάῃ χαράμι τόσο καὶ τόσο αἷμα. / Ἦταν, στ’ ἀλήθεια, ὄμορφη ἡ προετοιμασία – κι ὁ μῆνας / ζεστός, ἐαρινός: μὲ πράσινο κι ἀνθισμένους κόρφους κοριτσιῶν, / στὰ κιγκλιδώματα τῶν κήπων…/ Παρ’ ὅλες ὅμως τὶς διαβεβαιώσεις, / ἀποφασίσαμε νὰ μείνουμε στὸ παράθυρο, κοιτάζοντας μόνο…/ Δὲν τὶς ἀντέχουμε πιὰ τὶς κακουχίες.

(Τάσος Κόρφης, «Ἡμερολόγιο 2», Θεσσαλονίκη 1964)

 

«Ἡ αὐλή τῶν θαυμάτων», 1957, ἀρχεῖο ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα www.kambanellis.gr – Κ.Μπάκας, Λ.Παπαγιάννη, Γ.Λαζάνης, Τ.Πανταζοπούλου, Δ.Χατζημάρκος, Μ.Χρηστίδης, Σπ.Κωνσταντόπουλος, Μ.Κωνσταντάρου, Ε.Σώκου, Ν.Μπιρμπίλης. Θέατρο Τέχνης σε σκηνικά Τσαρούχη και μουσική Χατζιδάκι…

 

Οἱ διαγωνισμοὶ στὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι καινούρια ἱστορία, στὴν πραγματικότητα ἐμφανίζονται σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὶς πρῶτες σοβαρὲς λογοτεχνικὲς παρουσίες. Ὑπάρχουν ὅμως δύο οὐσιώδεις διαφορὲς σήμερα, ποὺ ἔχουν στὴν οὐσία μετατρέψει τοὺς λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς σὲ ἀστειότητα, σὲ ἕνα θεατράκι (οὔτε κἄν θέατρο…) τοῦ παραλόγου.

Ἡ πρώτη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν θεσμική τους ὑπόσταση, μὲ τὴν ποιότητα τῆς κρίσης, τὰ ὑποκείμενά της. Σήμερα ἡ διοργάνωση διαγωνισμῶν ἀντανακλᾶ ὅλη τὴν κουτοπονηριά, τὴν προχειρότητα καὶ τὴν ρηχότητα τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας. Σὲ κάθε χωριό, σὲ κάθε σύλλογο, σὲ κάθε ραχοῦλα καὶ ἀπὸ κάθε ἄσχετο μὲ τὴν λογοτεχνία φορέα, στήνονται διαγωνισμοὶ ὀπερέτες – εἴτε γιὰ νὰ μαζευτῆ ζεστὸ χρῆμα ἐπάνω στὴν ἀφέλεια τῶν συμμετεχόντων, εἴτε γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν ἐπιδοτήσεις κάθε εἴδους, εἴτε ἁπλῶς γιὰ νὰ δοθῆ ἕνα ποιοτικὸ ἐπίχρισμα σὲ δραστηριότητες κατὰ τὰ ἄλλα ἐντελῶς ἀλλότριες μὲ τὴν λογοτεχνία. Γιὰ νὰ πληρώση εὐκολότερα ὁ «διαγωνιζόμενος» ὑπάρχει συχνά το δέλεαρ τῆς ἔκδοσης μιᾶς ἀνθολογίας τῶν βραβευθέντων – μέτρησα τὸν προηγούμενο χρόνο εἴκοσι παρόμοιους διαγωνισμοὺς καὶ στοὺς 19 ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη περιμένω νὰ ἰδῶ αὐτὴν τὴν (προπληρωμένη στὴν οὐσία της..) ἔκδοση. Ἡ ἱστορία θυμίζει σὲ πολλὰ ἐκείνη τὴν ἀλήστου μνήμης ἐποχὴ τῆς βιντεοκασέτας, ὅπου ὁ κάθε ἐπιχειρηματίας γινόταν κινηματογραφικὸς καὶ θεατρικὸς παραγωγός. Ἡ ποιότητα εἶναι περίπου ἡ ἴδια, ἡ προχειρότητα ἐπίσης…

Τὸ δεύτερο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἀπουσία φυσικὰ κάθε κρίσης, μὲ τὴν κοροϊδία καὶ τὴν ἐξαπάτηση. Ὅλοι βραβεύονται μὲ κάποιο τρόπο – τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἡ μωροφιλοδοξία τῶν ἀτάλαντων καὶ τῶν μετρίων, νὰ πάρουν ἕνα χαρτὶ τυπωμένο ἀπὸ φθηνὸ ἐκτυπωτὴ ποὺ θὰ γράφει τὸ ὄνομά τους καὶ θὰ γεμίσει τὸ «βιογραφικό» τους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὸ διαδίκτυο ποὺ ἐπιδεικνύουν ὑπερηφάνως τέτοια βραβεῖα, κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς ξεπερνοῦν τὰ εἴκοσι καὶ τὰ τριάντα. Οἱ κριτὲς παντελῶς ἄγνωστοι, ὁ φορέας ὀργάνωσης τὸ ἴδιο, ἡ αἰτιολόγηση τῶν βραβείων σκέτο γλωσσικὸ καὶ συντακτικὸ μαργαριτάρι. Βρῆκα κριτὴ – χορηγό, ἰδιοκτήτη ἐμπορικοῦ καταστήματος, κριτὴ πρωτοετῆ φοιτητὴ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, κριτὲς ποὺ ἔχουν μόνοι τους ἀναγορευθεῖ σὲ ποιητὲς μεγάλου βεληνεκοῦς γιατί δημοσίευσαν δέκα ἀνόητα καὶ ἄθλια ποιήματα στὸ διαδίκτυο. Στὸ ὄνομα τῆς ἐπίσης ἄθλιας ὀρθότητας, δὲν δυσαρεστεῖται κανείς, στὴν οὐσία δὲν ὑπάρχει κρίση ἢ ἔστω σύγκριση.

Ἡ εἰκόνα ἀποπνέει θλίψη, ἔχει κάτι ἀπὸ παρηκμασμένη ἐπαρχία τοῦ 50. Ἄτομα ἀτάλαντα στὴν πλειονότητά τους διψασμένα γιὰ διάκριση, βραβεύονται ἀπὸ ἄλλους ἐξίσου ἀτάλαντους καὶ ἐπιτήδειους ποὺ διψοῦν γιὰ χρῆμα ἢ λίγη χρυσόσκονη πολιτισμοῦ. Ἡ ἀποθέωση τοῦ φαίνεσθαι, τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ ἀπόλυτου τίποτα, σκέτη κακουργία τῆς λογοτεχνίας.

Θυμηθεῖτε ἁπλῶς τὴν παλιὰ φράση – ὁ νικημένος δίνει ἀξία στὸν νικητή. Εἶναι εὔκολο νὰ γίνεις πρωταθλητὴς στὰ ἑκατὸ μέτρα ἐὰν τὸ ρεκὸρ εἶναι στὰ δέκα λεπτά..

 

Ὁ μῦθος τῶν ἀνθολογιῶν

 

Παράκληση στὸ θεὸ γιὰ ἕναν μικρὸ καμπούρη

Δὲ φάνηκεν, ἀλήθεια, καὶ νυχτώνει,

σὰν κάθε βράδι τέτοιαν ὥρα, στὸ μπαλκόνι,

δὲ φάνηκε ὁ ἀντικρυνὸς μικρός,

ποὖναι καμπούρης καὶ καχεκτικός…

 

Εἲν’ τὰ παράθυρά του, ὡστόσο, φωτισμένα,

καὶ πίσω ἀπὸ τὰ τζάμια τὰ κλεισμένα

περνοῦν ἀνήσυχες σκιές, μισοσβησμένες,

-ἂχ κάμε, θεέ μου, νὰ μὴ εἶναι δακρυσμένες!..

 

Εἲν’ τόσο ἤρεμος, θεέ μου, τόσο ἁπλός,

κ’ εἶν’ ἡ ψυχὴ του τόσο πονεμένη

σὰ βγαίνει στὸ μπαλκόνι μοναχὸς

μόλις ἡ νύχτα ἐρθῆ, σκοτεινιασμένη…

 

Τὸ μεσημέρι μένει ὥρα πολλὴ

πίσω ἀπ’ τὶς γρίλιες τῶν κλειστῶν παραθυριῶν,

καὶ μὲ τί προσοχὴ παρατηρεῖ,

στὸ δρόμο τὰ παιχνίδια τῶν παιδιῶν…

 

Αὐτὸς δὲν παίζει, κι οὔτε ποὺ τολμᾶ

νὰ κατεβῇ, νὰ τρέξει στὸ στενό·

κάποτε, πούτρεξε κι αὐτός, τ’ ἄλλα παιδιὰ

φύγαν καὶ τὸν ἀφῆσαν μοναχό…

 

Κι ὅταν ἡ μάνα του τοῦ λέει: « –Γιατί καὶ σὺ

δὲν πᾶς νὰ παίξης, ὅπως τ’ ἄλλα τὰ παιδιά;»

«-Βαριέμαι…», ἀπαντάει αὐτὸς σιγά,

καὶ τὸν περνοῦνε γιὰ ἰδιότροπο πολύ.

 

Ὕστερα μελετάει τὸ μάθημά του,

δίχως βοήθεια, μόνος, δυνατά…

Κ’ εἶν’ ἡ φωνή του σὰν προμήνυμα θανάτου

ὡς ἀντηχεῖ βραχνὴ στὴ σκοτεινιά…

 

Μόλις βραδιάση, βγαίνει στὸ μπαλκόνι.

Οὔτε διακρίνεται στὸ σκότος τὸ πυκνό.

Μιὰ ὀκαρίνα εἲν’ ἡ συντροφιά του ἡ μόνη,

κι ὅλο σφυράει τὸν ἴδιονε σκοπό…

 

Ἀπόψε ὅμως δὲ φάνηκε..- καὶ τρέμουν

οἱ σκιὲς στὸ δωμάτιό του τὸ κλειστό…

Ώ, πῶς φοβᾶμαι, πῶς φοβᾶμαι, θεέ μου,

μὴν τοῦ συνέβη τίποτα κακό!..

 

Εἲν’ ἡ ψυχὴ του πάντοτε θλιμμένη,

εἶναι καμπούρης καὶ καχεκτικός…

Κάμε τουλάχιστον, θεέ μου, ἡ πονεμένη

ψυχὴ του νάναι ἤρεμη διαρκῶς…

 

Κι ἂν εἶναι νὰ πεθάνη, ἃς μὴν τὸ ξέρει·

σὲ μιὰ γλυκειὰ ὀπτασία ἃς βλέπει πὼς

στὴ γειτονιὰ του κάποιο μεσημέρι,

μὲ τ’ ἄλλα τὰ παιδιὰ παίζει κι αὐτός…

(Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης, «Δέκα ποιήματα», 1930)

 

Ἡ ἀνθολόγηση στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι παρὰ ὁ εὐφημισμὸς γιὰ τὴν συγκέντρωση κάποιων ποιητικῶν συλλογῶν σὲ ἕναν τόμο. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀπαιτητικές, ἀχάριστες καὶ δύσκολες ἐργασίες, μὲ ἀπαιτήσεις ποὺ μήτε ἠμποροῦν νὰ φανταστοῦν οἱ δῆθεν καὶ κατὰ φαντασία ἀνθολόγοι. Γιατί δὲν συγκροτεῖς βεβαίως ἀνθολογία ὅταν ἐκδίδεις ἑκατὸ ποιήματα ποὺ «βραβεύθηκαν» στὸν διαγωνισμὸ μιᾶς αὐτοκινητοβιομηχανίας, οὔτε ὅταν κατὰ παραγγελία «ἀνθολογεῖς» ποιητὲς τῶν δύο καὶ τριῶν ἐκδοτικῶν οἴκων ποὺ συνεργάζεσαι.

Κατὰ πρῶτον ἡ ἀνθολόγηση προαπαιτεῖ βαθιὰ πνευματικότητα καὶ ἕνα θηριῶδες λογοτεχνικὸ κριτήριο ποιότητας – δὲν ἔχει καὶ τόση σημασία ὁ χρωματισμός του, ὅσο ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του, εἶναι γελοῖο νὰ προσπαθεῖς νὰ ἀνθολογήσεις ποίηση, ὅταν δὲν ἠμπορεῖς νὰ διακρίνεις διαφορὲς ἀνάμεσα σὲ ἕνα ποίημα τοῦ Καβάφη καὶ στὸν ἐρωτικὸ ἀναστεναγμὸ τοῦ ποιητῆ Ταδόπουλου στὸ διαδίκτυο. Ποιητικὴ ἀνθολογία χωρὶς σαφὲς καὶ εὐδιάκριτο κριτήριο ποιότητας δὲν εἶναι ἀνθολογία, μὰ συρραφὴ κειμένων μὲ τὴν λογικὴ μαγειρικῆς συνταγῆς. Οἱ σύγχρονοι «ἀνθολόγοι» ὄχι μόνο δὲν ἔχουν κριτήριο, ἀλλὰ ὑποκύπτουν δίχως καμμία ἀμφισβήτηση στὰ κριτήρια τῆς ἐποχῆς τους, δὲν θέλουν νὰ δυσαρεστήσουν, νὰ ἀπορρίψουν, νὰ πάρουν τὴν εὐθύνη τῆς ἐπιλογῆς τους. Τὰ κριτήρια εἶναι ποσοτικὰ – πόσο Καρυωτάκη νὰ βάλουμε; Ἅ!, βέβαια κάπως  λιγότερο ἀπὸ Καβάφη γιὰ νὰ φανοῦν τὰ μεγέθη, τί γίνεται ὅμως μὲ Σεφέρη ποὺ εἶναι ὀλιγογράφος καὶ πρέπει νὰ κάμωμε ἐπιλογή; Καὶ τί θὰ κάμωμε μὲ τὸν Ρίτσο ποὺ ἔχει γεμίσει δώδεκα τόμους μὲ ποιήματα; Μὲ τί κριτήριο θὰ ἀπορρίψουμε, πῶς θὰ ξεχωρίσουμε τὰ καλύτερα, τὰ ἄξια, τὰ ἄριστα; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι μία ἄνοστη σοῦπα, μία ἀντιγραφὴ παλαιότερων ἀνθολογιῶν, ἀκόμη καὶ ἐκείνων τῶν ποιητῶν ποὺ ἡ καταγραφὴ τοὺς ἀποδείχθηκε ἀποτυχημένη. Ξεύρω ποιητὲς ποὺ πλήρωσαν γιὰ νὰ μπεῖ τὸ ὄνομά τους σὲ μία ἀπὸ τὶς σημερινὲς ἀνθολογίες, ποὺ παρακάλεσαν, ποὺ κυνήγησαν τὴν ὑποτιθέμενη δόξα μὲ κάθε θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο τρόπο. Γνωρίζω ἄσχετους μὲ τὴν λογοτεχνία ποὺ ἐκδίδουν μία ἀνθολογία τὸν  χρόνο, ἁπλῶς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὶς ἐπιδοτήσεις τοῦ πολιτιστικοῦ τους συλλόγου, γνωρίζω ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐπιδοτοῦν ἀνθολογήσεις γιὰ νὰ προωθοῦν τὶς ἄθλιες ἀπὸ κάθε ἄποψη ἐκδόσεις τους.

Ἔπειτα, ὁ ἀνθολόγος ὀφείλει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος, ἀνεπηρέαστος, ἄτεγκτος ἀπέναντι σὲ φίλους, συγγενεῖς, γνωστούς, ἐκδοτικοὺς οἴκους, ἀναγνῶστες. Ἀνθολογεῖ μὲ βάση τὸ κριτήριο ποιότητας ποὺ διαθέτει καὶ ὄχι τὶς χάρες ποὺ ὀφείλει στὸν περίγυρο. Ἀνθολογεῖ ὄχι μὲ βάση τὸ ἔνδοξο παρελθόν, ἀλλὰ μὲ βάση τὴν ποιότητα τοῦ κειμένου ποὺ ἔχει μπροστά του. Δὲν ἔχει σημασία ἐὰν τὸ ποίημα ἔρχεται ἀπὸ τὸν Καρυωτάκη, τὸν Βάρναλη ἢ τὸν Byron – στὴν ἀνθολογία θὰ περάσει ἐὰν τὸ ἀξίζει, ἐὰν διαθέτει ποιότητα, ἐὰν ὄντως πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἐπιλεγμένο ἀνάμεσα σὲ χιλιάδες ἄλλα, ἐὰν εἶναι τὸ ἕνα, τὸ ἄριστο, τὸ καλύτερο καὶ ὄχι μόνο συγκριτικά.

Τέλος εἶναι καὶ ἡ ἔρευνα. Διαρκής, βασανιστική, ἀτελείωτη καὶ ἀπὸ τὴν φύση της (ἰδιαίτερα σήμερα..) σισύφειος. Κάποτε στὸ γραφεῖο τοῦ ἀνθολόγου ἔφταναν ὅλες οἱ ἐκδόσεις καὶ ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε τὸ πεδίο ἦταν πιὸ περιορισμένο, τὰ ὅρια σαφέστερα, ἡ προσπάθεια κάπως εὐκολότερη. Στὸ σημερινὸ χάος ἡ πραγματικὴ ἀνθολόγηση τείνει νὰ ἐξαφανιστεῖ. Διαβάζω κάθε ἡμέρα πενήντα καὶ ἑκατὸ ποιήματα στὸ διαδίκτυο καὶ τὴν ἴδια ὥρα ἔχουν ἀπὸ πίσω ξεφυτρώσει χιλιάδες, ἡ παρακολούθησή τους εἶναι ἀδύνατη, τὰ περιθώρια ἔχουν ἐντελῶς ξεχειλώσει. Οἱ ποιητικὲς ἐκδόσεις ποὺ ἔρχονται στὸ γραφεῖο μου, εἶναι στὴν πλειονότητά τους πληρωμένες ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ἄρα δὲν μπορῶ καν νὰ ἐμπιστευθῶ τὸ ὅποιο κριτήριο τοῦ ἐκδότη, ὅ,τι διαβάζω δὲν ἔχει περάσει ἀπὸ κάποιο φίλτρο, δὲν ἔχει δοκιμαστεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα, στὰ καφενεῖα, στὶς παρέες. Οἱ ἴδιοι οἱ ποιητὲς ποὺ στέλνουν σωρηδὸν τὰ ποιήματά τους, (ἑκατοντάδες λαμβάνουμε κάθε μῆνα..), δὲν ἔχουν κάποιο κριτήριο νὰ ξεχωρίσουν τὰ καλύτερά τους, τὰ πιὸ ἄρτια, τὰ πιὸ ὁλοκληρωμένα. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χάος πρέπει νὰ ξεχωρίσωμε, ἔπειτα νὰ περιμένουμε κάποια δεύτερη ἐμφάνιση γιὰ νὰ ἀποκλείσουμε τὴν τυχαιότητα, νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ἑκατοντάδες ἐπιστολές. Τὸ κάθε ποίημα ποὺ τελικὰ ἐπιλέχθηκε, θὰ πρέπει νὰ ξαναδιαβαστεῖ (σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα..) γιὰ νὰ ἀποκλείσουμε ὅσο γίνεται τὸ ὑποκειμενικὸ κριτήριο, τὴν συγκυρία, ἀκόμη καὶ τὴν διάθεση τῆς στιγμῆς. Καὶ ὅταν τὸ ποίημα ἀνθέξει στὸν χρόνο, θὰ πρέπει νὰ καθαρογραφῆ, ἐνδεχόμενα νὰ διορθωθῆ μὲ τὴν ἄδεια τοῦ συγγραφέα του, νὰ προστεθοῦν τὰ παρακειμενικὰ στοιχεῖα τῆς συγγραφῆς του, ὅπως οἱ ἡμερομηνίες, οἱ πιθανὲς δημοσιεύσεις του, τὰ φιλολογικά του σύμφωνα ἢ ἀσύμφωνα, νὰ ἀρχειοθετηθῆ καὶ νὰ πάρει τὴν θέση του στὸν προθάλαμο γιὰ ἔκδοση – ἀλλὰ ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν τελικὴ ἔκδοση θὰ πρέπει νὰ τὸ ἰδοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ τινάξουμε τὴν σκόνη τοῦ χρόνου καὶ νὰ ἀνακαλύψουμε ἐκ νέου το πόσο λάμπει, τὸ πόσο ἀντέχει, τὸ πόσο μᾶς  συγκινεῖ τὸ ἴδιο.. ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα τόσα γιὰ τὴν ἀνθολόγηση ἑνὸς καὶ μόνου ποιήματος. Κλείνουν κοντὰ τρία χρόνια ποὺ προετοιμάζουμε τὴν ἀνθολογία νέων ποιητῶν καὶ ἀκόμη τελειωμένοι δὲν εἴμαστε οὔτε στὰ βασικά..

Ὁ πραγματικὸς ἀνθολόγος εἶναι στὴν οὐσία ἕνας ἐξερευνητής, ἕνας προπομπὸς τοῦ νέου, ἕνας πεισματάρης ποὺ βλέπει ξεχωριστὲς ποιότητες ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν βλέπουν τίποτα ἢ ἐσκεμμένα ἀγνοοῦν τὸ νέο καὶ τὸ διαφορετικό. Ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη – θὰ κάμει λάθη, θὰ ἔχει ἀστοχίες, θὰ πέσει σὲ ὑπερβολές, θὰ ὐπερτιμήσει καὶ θὰ ὑποτιμήσει, ὅμως στὸ τέλος μέσα ἀπὸ τὰ τόσα φίλτρα, μέσα ἀπὸ τὴν τόση προσπάθεια, κάτι θὰ μείνει, κάνα δυὸ ποιότητες θὰ διασωθοῦν, ἕνας νέος ποιητὴς θὰ ξεχωρίσει. Γι’ αὐτὸν τὸν ἕναν στὰ εἴκοσι χρόνια ἐπιμένει ὁ ἀνθολόγος, γι’ αὐτὸν κοπιάζει. Ἐὰν εἶναι τυχερὸς καὶ συναντηθεῖ καὶ μ’ αὐτὸν τὸν ἕναν. Γιατί πίσω ἀπὸ αὐτόν, ἄλλοι δέκα μπορεῖ νὰ τοῦ ἔχουν διαφύγει.

Εὐτυχῶς οἱ δῆθεν ἀνθολογίες δὲν εἶναι πολλές, εὐτυχῶς σήμερα οἱ περισσότεροι θέλουν νὰ εἶναι οἱ ἀνθολογούμενοι καὶ ὄχι οἱ ἀνθολόγοι. Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως ἡ πλειονότητα τῶν σημερινῶν (ἀλλὰ καὶ ἀρκετῶν χθεσινῶν..) ἀνθολογιῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεκδικήση τὸν τίτλο τῆς «Ἀνθολογίας» οὔτε κὰν στὰ τυπικὰ ἢ φιλολογικὰ κριτήρια. Γιὰ τὸ ποιὲς ἀνθολογίες θεωρῶ σοβαρὲς ἔχω ἀναφέρει καὶ γράψει ἀλλοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη σήμερα νὰ μποῦμε στὸ κεφάλαιο αὐτό…

 

Ὁ μῦθος τῶν εὐπώλητων

Κυπριακὴ ἐπανάσταση

Εὐτυχῶς ποὺ τὸ αἷμα δὲν παίρνει ὁδηγίες ἀπ’ τὸ μυαλό· / εὐτυχῶς ποὺ μονάχα μὲ τὴν καρδιὰ ἔχει νὰ κάνῃ / καὶ ἡ καρδιὰ τὸ κινεῖ, / γιατί ποιὸς ξέρει τί τσιγγουνιὲς ἐκεῖνο θὰ μᾶς ἔκανε, / τί ὑπολογισμοὺς στὶς πιὸ κρίσιμες στιγμές, / ὅταν θάπρεπε – ὁπωσδήποτε – νὰ βάψουμε τὴν ἄσφαλτο κόκκινη, / ὅταν θάπρεπε – ὁπωσδήποτε – νὰ πιτσιλίσουμε τοὺς τοίχους κόκκινους!..

(Κώστας Μόντης, «Συμπληρώματα ἰμερτῆς Κύπρου», Λευκωσία 1969)

Δὲν θὰ πῶ τὰ τετριμμένα ποὺ συνοδεύουν τὴν λέξη «εὐπώλητα» καὶ ποὺ οἱ περισσότεροι πλέον τὰ ἔχουν ἀντιληφθεῖ, θὰ πῶ μοναχὰ τοῦτο. Ἡ ποίηση δὲν εἶναι ποτὲ εὐπώλητη, δὲν ἀποτιμᾶται ποτὲ μὲ βάση πλειοψηφίες καὶ μειοψηφίες, δὲν κρίνεται ποτὲ ἀπὸ τὸ ταμεῖο στὸ τέλος τῆς ἡμέρας, τοῦ χρόνου, τῆς δεκαετίας, τοῦ αἰῶνα. Ὑπάρχουν ποιητὲς στὰ συρτάρια μου ποὺ δὲν πρόκειται νὰ γενοῦν ἀποδεκτοὶ ἢ διάσημοι σὲ τοῦτο τὸν αἰῶνα, ὅμως ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι σὲ μιὰ ἄλλη κοινωνία, σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχὴ, ἡ ἀντιμετώπισή τους θὰ εἶναι πολὺ διαφορετική. Ὅπως ὑπάρχουν ποιητὲς τῆς μόδας, τῆς ἐποχῆς, τῶν συσχετισμῶν, ποὺ ἔχουν σταθερὴ θέση στὰ εὐπώλητα τῆς κάθε ἑβδομάδας καὶ σὲ πέντε ἢ δέκα χρόνια θὰ ἔχουν σβηστεῖ ἀπὸ τὴν μνήμη ἀκόμη καὶ τῶν πιὸ φανατικῶν ἀναγνωστῶν τους.

Στὸν μῦθο τῶν εὐπώλητων καθρεπτίζεται ὅλος ὁ μεταπολιτευτικὸς μικροαστισμός, ἡ διαπλοκή, ἡ ἔλλειψη κριτηρίων καὶ ἐκπαίδευσης, ἡ μακαριότητα τῶν ἀναγνωστῶν, ἡ ὑποκρισία μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας. Μαγειρεμένα στοιχεῖα ἀπὸ βιβλιοπωλεῖα γιὰ νὰ μποῦν στὶς κυριακάτικες (πάλαι ποτὲ..) ἐφημερίδες καὶ νὰ προωθήσουν τὸν ἄλφα ἢ τὸν βήτα ἐκδοτικὸ οἶκο. Ποιήματα ποὺ δὲν ἀξίζουν οὔτε τὸ χαρτὶ ποὺ τυπώθηκαν ἀνεβαίνουν στὴν πρώτη θέση, καθὼς ὁ συγγραφέας τοὺς εἶναι πολιτικὸς φίλος τοῦ δεῖνα ἢ γιατί τοῦ χρωστᾷ πολιτικὴ χάρη ὁ τάδε. Δὲν θὰ μιλήσω γιὰ χρηματισμὸ γιατί δὲν μπορῶ νὰ ἀποδείξω τίποτα, ἀλλὰ εἶναι κάποιες φορὲς ποὺ οἱ παροικοῦντες μποροῦν καὶ γνωρίζουν μὲ βεβαιότητα τὰ ὅσα συμβαίνουν κι ἃς μὴν ἔχουν τὰ παραστατικὰ γιὰ νὰ τὰ ἀποδείξουν. Ὑπῆρξαν βιβλία ποὺ δὲν εἶχαν κἄν κυκλοφορία μιᾶς ἑβδομάδας καὶ συμπεριλαμβάνονταν στὶς λίστες τῶν εὐπώλητων – ἐπαρχιωτισμὸς καὶ ἠλίθια ἀντιγραφὴ τοῦ ἀμερικάνικου προτύπου των προπαραγγελιῶν στὴν ἑλληνικὴ ἀγορὰ (κάπως ἔτσι, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, χρεωκόπησε καὶ γνωστὴ ἁλυσίδα βιβλιοπωλείων..). Τὴν εὐθύνη τῶν ἐκδοτῶν θὰ τὴν δοῦμε παρακάτω, ὅμως ἐδῶ ἡ εὐθύνη τῶν δημοσιογράφων στὴν διαμόρφωση κριτηρίων ποιότητας εἶναι τεράστια. Λίγοι ἔχουν κατανοήσει ὅτι σὲ μιὰ ἀνοικτὴ καὶ τύποις ἐλεύθερη κοινωνία, παιδευτικὸ ρόλο (καὶ μάλιστα σοβαρότατο..) ἔχουν ὅλοι ὅσοι δημοσίως κινοῦνται – ἀπὸ τὸν ἠθοποιὸ ἕως τὸν δημοσιογράφο, ἀπὸ τὸν πολιτικὸ ἕως τὸν συγγραφέα λογοτεχνίας, ἀπὸ τὸν κριτικὸ ἕως τὸν μικρότερο τηλεοπτικὸ ἀστέρα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ δαύτους ἐπῆραν μία μακρὰ λογοτεχνικὴ παράδοση καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἄγνοιά τους, τὴν ὑπεροψία τους καὶ τὸν φιλοχρηματισμό τους, τὴν ἔκαμαν γαϊτανάκι καὶ ἐκπαίδευσαν ὁλάκερες γενεὲς ἀναγνωστῶν στὸ εὐτελές, στὸ ἀσήμαντο, στὸ τίποτα. Εἰσπράττουμε καὶ θὰ εἰσπράττουμε γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς κακουργίας.

Σὲ μιὰ κοινωνία ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ ποὺ εἶναι ἐξόχως μικροαστικὴ καὶ ἀνέκαθεν μιμητική, δηλαδὴ συμπλεγματική, σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ πρωτίστως ἐκτιμᾶ τὸ χρῆμα καὶ τὴν ὕλη, ὁ μῦθος τῶν εὐπώλητων ἦταν ἀπολύτως φυσικὸ νὰ διαδοθεῖ, νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπό του, νὰ ἀποτελέση ἀπὸ μόνος του κριτήριο ποιότητας καὶ ἀπόδειξη διαχρονίας.

 

Ὁ μῦθος τῆς ρὸζ λογοτεχνίας

Τὰ πηγάδια

Τί περιμένουμε ἀκόμα μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ χαλάσματα; / Παράφοροι κάποτε ὡραιοθῆρες, τί ἐλπίζουμε πιά;.. // Πολὺ ἀργὰ ζητήσαμε, ἴσως, τὸν κόσμο // Περάσαμε πόνους καὶ θανάτρους, χτυπώντας τὴν πέτρα, / ἀνοίγοντας πηγάδια στὸ σῶμα μας, / ἀναζητῶντας πετράδια μέχρι σήμερα ἄγνωστα, / σπαταλώντας τὰ μάτια μας / σὲ λαγούμια βαθιά. // Δὲ μένει ἄλλος χῶρος νὰ σκάψουμε. / Ἴσως κιόλα τὸ σῶμα μας νὰ τόχαν σκάψει ἄλλοι προτήτερα, / πρὶν γεννηθοῦμε ἀκόμα· / γι’ αὐτὸ καὶ ὅ,τι λέμε, ὅ,τι φτιάχνουμε, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀνάμνηση / ἀπ’ τὰ σχέδια ποὺ ἄγγιξαν τὰ χέρια μᾶς / καθὼς ψηλαφούσαμε γυρεύοντας μιᾶς διέξοδο / ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά…

Πολὺ ἀργὰ ζητήσαμε, ἴσως, τὸν κόσμο.

(Θανάσης Κωσταβάρας, «Ὁ γυρισμός», 1963)

 

Γιὰ τοῦτο τὸν μῦθο ἔχουμε γράψει ξεχωριστὸ κείμενο, ὅμως ἐδῶ ἃς ἐπαναλάβουμε μόνο τοῦτο. Ἡ καλὴ λογοτεχνία δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ρὸζ ἢ μπλὲ ἢ σομόν, στὴν καλὴ λογοτεχνία δὲν ὑπάρχουν κανόνες θεματικοί, σελίδων, happy end – ἡ λογοτεχνία βρίσκεται ἀκριβῶς στὸν ἀντίποδα τοῦ στερεότυπου, τῆς κοινοτοπίας, τῆς εὐκολίας. Δὲν δημιουργεῖ ἐπάνω στὸ τίποτα, δὲν πολλαπλασιάζει τὸ ἀσήμαντο γιὰ νὰ τὸ κάνει νὰ φαίνεται, λόγω ποσοτικοῦ μεγέθους, σημαντικό. Δὲν ὁμαδοποιεῖται, δὲν ἀντιγράφει, δὲν ψευτίζει τὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ τὴν κάμει ἑλκυστική, εὐχάριστη, φάρμακο γιὰ τὶς καταθλιπτικὲς κυρίες καὶ κυρίους τῶν ἐπαρχιῶν καὶ πρωτευούσης. Διαθέτει βάθος – ὄχι μοναχά το βάθος στοχασμοῦ τοῦ συγγραφέα της, ἀλλὰ τὸ βάθος χαρακτήρων, ἐξερευνᾶ τὰ μύχια της σκέψης τους, ἀντιμετωπίζει τοὺς φόβους τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ θανάτου τους. Ἐχθρός της ἡ ξύλινη γλῶσσα, ἡ συμβατική, ἡ ψεύτικη, ἡ μικροαστική, ἐκείνη ποὺ ὑποκρίνεται τὴν εὐτυχία καὶ διακατέχεται ἀπὸ μία μόνιμη καὶ ἀνόητη αἰσιοδοξία – ἁπλὴ ὑπεκφυγὴ γιὰ νὰ μὴν ἀντιμετωπίσει τὴν ἀμείλικτη πραγματικότητα. Μὲ αὐτὲς τὶς ἔννοιες, μὲ αὐτὲς τὶς παραδοχές, ἡ λεγόμενη ρὸζ λογοτεχνία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ πλήρης  ἐπικράτηση τοῦ ἄρλεκιν στὶς ἀναγνωστικὲς συνειδήσεις, ἀλλὰ ἡ μεταστροφὴ τῆς κοινῆς περὶ λογοτεχνίας ἀντίληψης, σὲ κάτι ποὺ δὲν εἶναι λογοτεχνία, ἀλλὰ ἀσπιρίνη καὶ δεκανίκι, ἕνα καταφύγιο γιὰ νὰ ἀποφύγουμε ἐκεῖνο ποὺ μᾶς βασανίζει, μᾶς κατατρώγει, μᾶς τρομάζει, μᾶς κυριαρχεῖ. Ἐν τέλει, ἡ ρὸζ λογοτεχνία εἶναι ἕνας βασικὸς σύμμαχος μιᾶς δειλίας, κάτι σὰν τὸν ἐραστὴ ἢ τὴν ἐρωμένη ποὺ βρίσκουν κάποιοι, γιὰ νὰ ρίξουν λίγο ἁλάτι στὴν ἄνοστη ζωή τους, ὥσπου νὰ ἀνακαλύψουν πὼς μήτε αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀλλάξει στὴν οὐσία της, νὰ τῆς δώσει σκοπό, ὄνειρα, πεῖσμα γιὰ διαφορετικὸ βηματισμὸ καὶ ἐξέλιξη.

Γιὰ τὸν μῦθο ὅτι ἡ ρὸζ λογοτεχνία ἀφορᾶ μοναχὰ τὶς γυναῖκες, θὰ σᾶς παραπέμψω σὲ ἄλλο κείμενο, δυστυχῶς δὲν ἔχωμε τὸν χρόνο νὰ ἀναφερθοῦμε σήμερα διεξοδικά..

 

Ὁ μῦθος τῆς ρόζ λογοτεχνίας

 

 

Ὁ μῦθος τοῦ χρόνου κριτῆ

 

Κανένας δὲν ἔμεινε ἀμέτοχος…

…Κανένας δὲν ἔμεινε ἀμέτοχος – κανένας

ἀπόκληρός τῆς εὐλογίας!.. Οὔτε ἐσύ, οὔτε βέβαια κ’ ἐγώ,

ποὺ εἴχαμε τὸ πιὸ πλούσιο μερίδιο… Ἀλλὰ εἶναι ἀχάριστος

ἀπὸ τὴ φύση του ὁ ἄνθρωπος, κ’ ἔχει στιγμὲς ποὺ ἀπ’ ὅ,τι

τοῦ ‘λαχε δὲν ἐπωφελεῖται, δὲν ἐχτιμάει τὴν παντοδυναμία

ποὺ τοῦ δόθηκε – στιγμὲς αὐτὲς χαμένες γιὰ πάντα!.. Παραπονιέται

γιατί γυρεύει πράγματα ἀλλότρια· μὲ τὸ νὰ φοβᾶται

καθὼς λέει, τὴ φθορά, δὲν χαίρεται τὴ ζωντάνια·

μὲ τὸ νὰ τρέμῃ μὴν χάση τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἄθλιο κατάλοιπο,

δὲν τὰ χαίρεται: τὸν καταρράχτη καὶ τὸ συντάραχο τῆς ἀγάπης·

μὲ τὸ νὰ τρέμῃ θάνατο, χάνει ἀπ’ ἐμπρός του τὸ ἀέναο κῦμα τῆς ζωῆς!..

(Τάκης Παπατζώνης, «Ἐκλογὴ Β’», 1962)

 

Ἔχω πάντοτε ἕνα πρόβλημα μὲ αὐτὲς τὶς γενικόλογες ἐκφράσεις, ὅπως «ὁ χρόνος θὰ δείξει..», «ἡ ἀντοχὴ στὸν χρόνο εἶναι κριτήριο ποιότητας..», «ὁ χρόνος κριτὴς πάντων».

Ὁπωσδήποτε δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἡ ἀντοχὴ στὸν χρόνο μιᾶς ποιητικῆς, κάτι ὑπογραμμίζει, κάτι δείχνει, σὲ κάποια ἀσφαλέστερα συμπεράσματα ὁδηγεῖ. Δύο παρατηρήσεις μόνο ἐδῶ γιὰ νὰ μὴν ξεπέσουμε κι ἐμεῖς στὰ αὐτονόητα.

Τὸ πρῶτο ἀφορᾶ τὴν οὐσία αὐτῆς τῆς ἀντοχῆς, τὸ βάθος τῆς ἀφομοίωσής της. Ἃς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸν Σολωμό. Ἀντέχει στὸν χρόνο; Ναί, φυσικὰ καὶ ἀντέχει, ἐὰν χρησιμοποιήσουμε ὡς κριτήριο τὰ σχολικὰ βιβλία, τὶς φιλολογικὲς πραγματεῖες, τὰ ποιητικὰ δοκίμια, τὶς ἐπανεκδόσεις τοῦ ἔργου του, τὴν θέση του στὶς δανειστικὲς καὶ ἄλλες βιβλιοθῆκες. Ὅμως, πόσο πραγματικὰ ἀντέχει στὸν χρόνο, ἐὰν ὡς κριτήριο χρησιμοποιήσουμε τὸν βαθμὸ ἀφομοίωσής του στὸ εὐρύτερο κοινό, ἀκόμη καὶ στὸ πολὺ ἐξειδικευμένο κοινό των συγγραφέων καὶ ποιητῶν; Ὑποκρίνεστε ὅλοι πὼς ὁ Σολωμὸς εἶναι μεγάλη ποιητικὰ ἀξία – μὰ τὸ κάμετε ὄχι γιατί τὸν ἔχετε μελετήσει, (οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐσὰς δὲν ἀντέχουν μήτε ἕνα στίχο του νὰ διαβάσουν..), ἀλλὰ γιατί ἔτσι σᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὰ ἄλλα κοινωνικὰ θεσμοθετημένα. Δὲν διανοεῖσθε τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ Σολωμοῦ, πρώτον, γιατί δὲν ἔχετε τὶς ἱκανότητες νὰ τὸ κάμετε καὶ δεύτερον γιατί δὲν συνηθίζετε νὰ πηγαίνετε ἐνάντιοι στὸ ρεῦμα, τὴν παράδοση, τὴν συνήθεια, τὴν γνώμη τῶν πολλῶν. Τὰ ἴδια καὶ μὲ τὸν Ντοστογιέφσκι. Στὴν καλύτερη περίπτωση πιέζεστε γιὰ νὰ τὸν διαβάσετε καὶ ὅταν τελειώνετε ἕνα βιβλίο του σκέφτεστε «μὰ γιατί εἶναι τέλος πάντων σημαντικὸς ὁ Ντοστογιέφσκι; Γιὰ μένα ἦταν ἀφόρητα κουραστικός..», μὰ δὲν τολμᾶτε νὰ ξεστομίσετε αὐτὴν τὴν κρίση, τὸ πρῶτο γιατί ξεύρετε ὅτι βασίζεται σὲ ἐλλιπῆ λογοτεχνικὴ γνώση καὶ δεύτερον, γιατί τὸ θεωρεῖτε ἀδύνατον νὰ κάμει λάθος ἡ διαχρονία του, ἡ ἀντοχή του στὸν χρόνο..

Τυχαίνει καὶ ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Ντοστογιέφσκι νὰ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικοὶ καὶ ἐξαιρετικοὶ συγγραφεῖς, ὅμως ἐδῶ το ζητούμενο δὲν εἶναι ἡ ἀξία τους, εἶναι ἡ ὑποκρισία καὶ ἡ σχετικότητα τῆς ἀντοχῆς, ἡ μυθολογία τοῦ χρόνου ὡς κριτῆ. Καταδεικνύεται ὅμως καὶ κάτι ἀκόμη – ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκ νέου ἀνάγνωσης καὶ κρίσης, ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπαναφέρουμε τοὺς σημαντικοὺς στὸ προσκήνιο, ὄχι γιὰ νὰ τοὺς ἐπιβάλλουμε μὲ τὴν βία στὴν συγκυρία, ἀλλὰ ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀναδείξουμε τὰ καθολικὰ στοιχεῖα τους, τοὺς λόγους ποὺ τοὺς διατηροῦμε στὴν μνήμη καὶ στὴν συνέχεια τῆς λογοτεχνίας. Τὰ σημειώνω ὅλα αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δοῦμε πόσο μετέωρες μένουν κάποιες στερεότυπες φράσεις ὅταν σκύψουμε ἀπὸ πάνω τους καὶ ἀμφισβητήσουμε τὴν ἀξιωματικὴ παραδοχή τους.

Κι ἔπειτα, σκεφθεῖτε καὶ τὸ ἄλλο. Ἀπέναντί σε ἕναν Σολωμὸ ἢ σὲ ἕναν Τολστόι, πόσοι ἄλλοι καλοὶ συγγραφεῖς ἔμειναν στὴν σκιά, στὸ ἡμίφως στὴν καλύτερη περίπτωση; Ὁπωσδήποτε μὲ τὰ ἂν δὲν γράφεται ἱστορία, τὸ σημειώνω μόνο γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι, ἐκεῖνο ποὺ ἀφηρημένα ὀνομάζουμε χρόνο εἶναι στὴν πραγματικότητα ὁ συγκερασμὸς ἀντίρροπων δυνάμεων καὶ πλειοψηφιῶν, τὸ ἀποτέλεσμα συσχετισμῶν καὶ συγκεκριμένων αἰσθητικῶν καὶ ἠθικῶν κριτηρίων μιᾶς ἐποχῆς. Εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία θὰ εἶχε ἀνακαλύψει τὸν τόσο μακρινὸ ἀπὸ αὐτὴν Καρυωτάκη, ἐὰν δὲν εἶχε πετάξει τὸ σῶμα του μπροστά της, ἐὰν δὲν εἶχε ποτίσει τὴν ποίησή του μὲ τὸ αἷμα του; Κατὰ τὴν δική μου γνώμη ὁ Παπατσώνης ἀνήκει στοὺς κορυφαίους της ποίησης, ὅμως στὴν κοινωνία παραμένει σχετικὰ ἄγνωστος καὶ ὁπωσδήποτε ἀκατανόητος ἢ παρερμηνευμένος.

Εἶναι κακὸ νὰ ἀφήνωμε τὴν κρίση μιᾶς ποιότητας σὲ ἐξωσυνειδησιακοὺς παράγοντες, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτοὶ σχετίζονται μὲ τὴν ἀσφάλεια τῆς διάρκειας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε στὴν ζωὴ αὐτὴ ποὺ νὰ εἶναι ἀλάνθαστο ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα ὁλοκληρωμένο καὶ ὁπωσδήποτε ὁ χρόνος ὡς γενικὴ ἀναφορὰ ἐμπερικλείει ἀντιφάσεις καὶ κενὰ ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίσουν καὶ νὰ μᾶς κάμουν  νὰ σκύψουμε μὲ μεγαλύτερη προσοχὴ ἐπάνω ἀπὸ τὶς σημερινὲς ποιητικὲς ἀξίες, νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιὰ τὴν ποιότητά τους καὶ νὰ μὴν μεταθέσουμε τὴν κρίση μᾶς (τὴν ἔστω καὶ λαθεμένη…) σὲ κάποιο μακρινὸ μέλλον..

 

Ὁ μῦθος τοῦ ἐλεύθερου στίχου

 

Θεατρίνοι, Μ.Α.

Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε

ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε

στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,

ὅμως ἡ μοῖρα μᾶς πάντα νικᾷ

 

καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει

καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη

ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς

στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς!

 

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,

ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,

μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς

κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς

 

 ριγμένα ἀνάκατα μαζἰ μ’  ἐμᾶς

(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)

πάνω ἂπ  τὸ δέρμα μας γυμνά τὰ νεῦρα

σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα

 

γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα

(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)

Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς

μιᾶς λύρας που ὁλοένα βουίζει – δὲς

 

καὶ τὴν καρδιὰ μας: ἕνα σφουγγάρι

στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι

πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ

καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ!

(Γιῶργος Σεφέρης, «Ἡμερολόγιο καταστρώματος β’», Ἀλεξάνδρεια 1944)

 

Ἃς τὸ ποῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁμοιοκαταληξία εἶναι ἕνα στολίδι τοῦ στίχου ποὺ δὲν λειτουργεῖ καθοριστικὰ γιὰ τὴν ποιότητά του καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀπαραίτητη γιὰ τὸν ρυθμό του, τὴν ἀνάσα του, τὴν ἀπαγγελία του. Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ρίμας ὡς θέσφατου στὴν ποίηση ὁδηγεῖ σὲ ὑποταγὴ τοῦ περιεχομένου στὴν φόρμα, σὲ ἕναν φορμαλισμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ στραγγαλίσει τὸν στίχο καὶ νὰ σπαταλήσει ὅλη τὴν ἐνέργεια τοῦ ποιητῆ σὲ κάτι τὸ ἐπουσιῶδες.

Καμμία ἀντίρρηση ἕως ἐδῶ. Ἔχω ὅμως τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ πλήρης ἀπόρριψη τοῦ ὁμοιοκατάληκτου στίχου δὲν εἶναι πάντοτε ἀθῶα καὶ δὲν εἶναι πάντοτε ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐπανάστασης, μιᾶς ἀντιφορμαλιστικῆς ἐξέγερσης. Φοβᾶμαι δηλαδή, ὅτι πολλοὶ ποιητὲς τὴν ἀνάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι, ἐγκατέλειψαν τὴν ὁμοιοκαταληξία ἀπὸ ἁπλὴ ἀδυναμία, ὀκνηρία ἢ λαθεμένη ἀντίληψη γιὰ τὴν χρησιμότητά της. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ξέρετε ὅτι ἡ μετρική τοῦ στίχου, ἡ μετρική τῆς ποίησης, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἰδιαίτερα καὶ στρυφνὰ μαθήματα ποὺ ἠμπορεῖ νὰ πάρει κανεὶς στὴν λογοτεχνία.

Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως, τὸ πιστεύω ὅτι ἡ κατάργηση ἀκόμη καὶ τῆς ἀπόπειρας νὰ γράψει κανεὶς ὁμοιοκατάληκτο στίχο, εἶναι μία παραίτηση μὴ ἀναγκαία καὶ στερεῖ τὴν ποίησή μας ἀπὸ ἕνα χρήσιμο ρυθμικὸ ἐργαλεῖο. Βεβαίως εἶναι πολὺ εὔκολο, ὅταν κανεὶς ἀγνοεῖ τοὺς κανόνες τῆς μετρικῆς ἢ ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ἀγνοεῖ τοὺς κανόνες τῆς καλῆς ρίμας, νὰ ξεπέση ὁ στίχος του σὲ παρῳδία κατάλληλη μοναχὰ γιὰ τὴν πίσω πλευρὰ τῶν πάλαι ποτὲ ἡμερολογίων τοίχου. Μάλιστα εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁλόκληρες γενιὲς ἔχουν ἐγκαταλείψει ἐδῶ καὶ καιρὸ τὴν ρίμα, θὰ χρειαστεῖ πολὺς καιρὸς γιὰ νὰ ἐπανακαθορίσωμε τοὺς ὁρισμούς της καὶ νὰ δοῦμε κάτι ἀξιόλογο στὴν χρήση της. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραγνωρίζουμε ὅτι ἡ ὁμοιοκαταληξία ἠμπορεῖ νὰ δώσει ἔξοχο ρυθμὸ σὲ ἕνα ποίημα, νὰ ἐνισχύσει τὴν νοηματική του ἀκρίβεια, νὰ ἐπιταχύνει ἢ νὰ ἐπιβραδύνει μὲ ἐξαιρετικὴ εὐκολία τὸν βηματισμό του, νὰ διευκολύνει τὴν ἀναγνωστικὴ ἀφομοίωση, νὰ χρωματίσει συναισθήματα, νὰ ἐπιτείνει καὶ νὰ ὑπογραμμίσει τὸ δρᾶμα, νὰ μεταβάλλει ἢ νὰ γεννήσει νέες γλωσσικὲς συμπεριφορές.

Σὲ ἄλλα μᾶς κείμενα ἔχουμε ἀναλύσει τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὸν ρυθμὸ τῆς ὁμοιοκαταληξίας καὶ στὸν ἐσωτερικὸ ρυθμὸ τοῦ ποιήματος, καθὼς καὶ τὶς ἀνατρεπτικές του μέτρου ποιητικές, ὅπως ἐκείνη τοῦ Καρυωτάκη ποὺ διατηρεῖ τὴν ρίμα τὴν ἴδια ὥρα ποὺ παραβιάζει κατάφωρα ὅλους τους κανόνες της. Τὸ παιχνίδι μὲ τὴν ὁμοιοκαταληξία ἠμπορεῖ νὰ γενεῖ πολὺ γοητευτικὸ καὶ παραγωγικὸ γιὰ τὴν ποίησή μας, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι γιὰ καιρὸ ἀκόμη ἡ ὁμοιοκαταληξία θὰ παραμείνει ἐξόριστη καὶ μοναχὰ μέσα στὸ πλαίσιο ἑνὸς συνολικοῦ ποιητικοῦ ἐπανακαθορισμοῦ ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ἰδοῦμε τὴν ἀναγέννηση καὶ ἀνανέωσή της. Θυμᾶμαι κάποιον παλαιότερο ποὺ συνήθιζε νὰ λέγει, «τίποτε δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἀπόλαυση ἑνὸς καλοῦ σονέτου..» καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι σὲ πολλὰ εἶχε ἕνα δίκαιο. Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι τὸ σονέτο, (ἀναφέρομαι κυρίως στὸ ἰταλικό ποὺ πέρασε εὐρύτερα στὴν ποίησή μας),  θεωρεῖται (καὶ πράγματι εἶναι..) ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπαιτητικὰ καὶ πιὸ δύσκολα εἴδη στὴν ποιητικὴ γραφή..

 

Ὁ μῦθος τῆς (μὴ) κριτικῆς, ὁ μῦθος τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας

Ἡ Νάξος

Σάββατο ἀπόγευμα πήραμε

τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς.

Στὸ χῶρο: προορισμὸς ἡ Νάξος.

Στὸ χρόνο: δεκαεννιά τοῦ Ἀπρίλη…

 

Ὑπάλληλοι, ἰδιωτικοὶ καὶ δημόσιοι,

θὰ ἐπιστρέφαμε στοὺς ἑαυτούς μας!..

Μά, ψυχικά, ποιὸς θάταν

ὁ προορισμός μας

δὲν τὸ ξέραμε…

 

Γι’ αὐτό, Σάββατο ἀπόγευμα πήραμε

τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς –

πληρώνοντας καὶ τοῦ κόσμου

τὰ λεφτὰ ἀποπάνω!..

Διασχίσαμε 200 μίλλια στὸ χῶρο

καὶ κάπου 12 ὧρες στὸ χρόνο…

Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ μέσα μας διανύσαμε

ἦταν ἀμέτρητο.

 

Ὥσπου φτάσαμε…

Φτάσαμε γεωγραφικά, ἀκτοπλοϊκά·

στραγγίσαμε τὸ εἰσιτήριο

ὡς τὴν τελευταία πεντάρα

τῆς ἐνέργειάς του –

μὰ πουθενὰ ἡ Νάξος!..

Κι ὅμως ὁ χάρτης ἔδειχνε ὅτι

τόντι τὸ λιμάνι αὐτὸ ἦταν ἡ Νάξος!..

 

Κ’ οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ

κάνανε ὅρκους:

Νὰ θάψουμε τὰ παιδιά μας, λέγανε,

ἄν δὲν εἶναι τούτη ἡ Νάξος,

κι ἂν δὲν εἴμαστε Ναξιῶτες ἐμεῖς!..

 

Φύγαμε ἀπογοητευμένοι ἀπ’ τὴ Νάξο

κι ἀπ’ τοὺς Ναξιῶτες…

Ἂν ὅλοι αὐτοὶ οἱ διαβόλοι

ποὺ μᾶς περίμεναν στὴν προκυμαία

εἶχαν τὴν εὐφυΐα ν’ ἀρνηθοῦνε

ποιοὶ εἶναι

καὶ ποῦ βρίσκονται,

ἴσως νάταν τόντι ἐκεῖ ἡ Νάξος

ποὺ νοσταλγήσαμε!

(Ἰάκωβος Καμπανέλλης, «Τὰ νέα ἑλληνικὰ», 1952)

 

Ἡ κατάργηση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς προκύπτει ἄμεσα ἀπὸ τὶς διαστρεβλώσεις τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας καὶ μιᾶς ἀνόητης ἀντίληψης περὶ ἴσων εὐκαιριῶν – ὅπως καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν δῆθεν ἐκδοτῶν νὰ χωρέσουν ὅσο γίνεται περισσότερους (ἐπὶ πληρωμῆ..) στὶς τυπογραφικές τους δραστηριότητες. Εἶναι ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ κυρίως, ἀποτέλεσμα μιᾶς παιδείας ποὺ κατέβασε τὸν πῆχυ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ περνοῦν ὅλοι ἀπὸ κάτω, θεωρῶντας ἀντιπαιδαγωγικό το νὰ ὑπάρχουν κριτήρια, κόπος, ἀριστεῖα, ἀξιολόγηση, κρίση, σύγκριση καὶ ἐπίκριση.

Ξάφνου οἱ γωνίες ἐξαφανίστηκαν, στρογγύλεψαν, λειάνθηκαν. Ἡ πιὸ δυσμενὴς κριτικὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ δὲν πλειοδοτεῖ σὲ ἐπίθετα, ἀλλὰ ἀκόμη κι αὐτὴ καταλήγει μὲ κεῖνο τὸ στερεότυπο καὶ ἄνοστο, «ἐλπίζουμε ὅτι στὸ μέλλον θὰ ὡριμάσει ἡ ποίηση τοῦ κ.Τάδε…», ἐνῷ ἡ φράση ποὺ ὁπωσδήποτε θὰ ἔπρεπε νὰ γραφῆ ἦταν – «ἃς ἀπομακρυνθεῖ ἄμεσα ὁ κ. Τάδε ἀπὸ τὴν ποίηση, καθὼς βλάπτει τὸν ἑαυτό του, ἐκείνη κι ἐμᾶς τὸ ἴδιο…». Ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀγράμματοι, ἄσχετοι μὲ κάθε ἔννοια σύνταξης, γραμματικῆς, ὀρθογραφίας, γλώσσας, ἐκδίδουν μία ποιητικὴ συλλογή κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη ἑνὸς ἐκδότη ποὺ πουλᾷ ψυχρῶς τὴν ἐπωνυμία του γιὰ προώθηση καὶ δημόσιες σχέσεις. Καὶ οἱ κριτικοί, ἀντὶ νὰ στείλουν τὸν δῆθεν ποιητὴ στὸ σπίτι του, ἕως ὅτου μάθει στοιχειωδῶς νὰ ἐκφράζεται καὶ νὰ συντάσσει μιὰ πρόταση, ὑποδέχονται τὸ φοβερὸ πόνημα μὲ τόνους ἀπὸ μελάνι, ἀκατάληπτες φράσεις γιὰ νὰ θολώσουν τὰ νερά, στερεότυπες ἐκφράσεις καὶ κοινοτοπίες. Καὶ εἶναι βεβαίως κριτικοί ποὺ ἔχουν κάμει ὄνομα μέσα ἀπὸ τὸ πατρονάρισμα τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων (γι’ αὐτὸ καὶ δὲν γράφουν ποτὲ ἀρνητικὴ κριτική, μπᾶς καὶ στενοχωρήσουν τὸν πάτρωνά τους..), δὲν λείπουν ἀπὸ καμμία παρουσίαση ἀτάλαντων καὶ ταλαντούχων, στὴν οὐσία λειτουργοῦν ὡς προκεχωρημένο φυλάκιο τῶν ἐκδοτῶν καὶ τῶν εὐαγῶν πολιτιστικῶν ἱδρυμάτων. Συνήθως ὑπάρχει ἀπὸ δίπλα καὶ κάποιο περιοδικὸ ὅπου ἀναπτύσσουν τὴν περισπούδαστη κριτική τους – μὰ εἶναι μιὰ κριτικὴ ποὺ ποτὲ στὸ τέλος της δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβεις ἐὰν ἔχωμε καλὴ ποίηση, ἐὰν ὁ τάδε ποιητὴς μπορεῖ νὰ γενεῖ ποιητὴς τοῦ ὁτιδήποτε, ὑπάρχει ἐπίτηδες μία ἀσάφεια καλυμμένη κάτω ἀπὸ φιλολογικοὺς ὅρους, μιὰ ἀοριστία, μιὰ γενικότητα, προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ καθαρὴ κρίση, ἡ σαφὴς τοποθέτηση, ἡ ἐπίκριση ποὺ θὰ στεναχωρήσει τὸν συγγραφέα καὶ τὸν ἐκδότη του.

Ἡ κριτικὴ τὶς τελευταῖες δεκαετίες, (ἃς μὴν γεννοῦμε κουραστικοὶ ἐπαναλαμβάνοντας σὲ κάθε κεφάλαιο πὼς παντοῦ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις..), ἡ κριτικὴ σήμερα λοιπὸν εἶναι ἕνας ἀκόμη μῦθος, ἕνας ἀκόμη εὐφημισμὸς γιὰ τὴν ἁπλὴ παρουσίαση καὶ προώθηση ἑνὸς βιβλίου, τὸ βαρύγδουπο ὄνομα γιὰ νὰ καλύψει τὴν διαπλοκὴ τῶν κριτικῶν μὲ τοὺς ἐκδότες – τυπογράφους καὶ τὰ πολιτιστικὰ πολυκαταστήματα. Ταυτόχρονα ὑπογραμμίζει καὶ τὰ σπιθαμιαῖα ἀναστήματα τῆς ἐποχῆς, ποὺ δὲν τολμοῦν νὰ συγκρουστοῦν, δὲν ἔχουν δική τους σαφῆ ἄποψη καὶ κριτήρια, τρέμουν τὴν ἀντιπαράθεση καὶ τὴν σύγκρουση. Πρόκειται γιὰ ἀκόμη ἕνα σύμπτωμα (καὶ ταυτόχρονα γενεσιουργὸ αἴτιο μέσα σὲ ἕναν πλέον φαῦλο κύκλο..) μιᾶς μικροαστικῆς δειλίας, μιὰ ἐπανάληψη τοῦ μύθου τῆς κολοβῆς ἀλεπούς. Γιατί πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἄρνηση σαφοῦς τοποθέτησης ἀπέναντι στὰ πράγματα δὲν ὑποκρύπτει μοναχὰ ἀδιαφορία, φόβο ἢ ἀνικανότητα, ἀλλὰ πρωτίστως ἀπουσία κριτηρίου καὶ πνευματικότητας, παιδεία χαμηλοῦ ἐπιπέδου καὶ ἐλαχίστου εὕρους καὶ μία πνευματικὴ ὀκνηρία – ἀπότοκο κι αὐτὴ τοῦ καταναλωτικοῦ προτύπου ποὺ ἔχει πιὰ πλήρως ἐπικρατήσει.

Τελευταία ὅμως, ἀνακάλυψα, (καὶ τρόμαξα εἶναι ἀλήθεια..) ὅτι ἕνας βασικὸς λόγος γιὰ τὴν ἀπουσία κριτικῆς, ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τα παραπάνω, εἶναι καὶ ἡ ἄγνοια γιὰ τὴν θεωρία τῆς λογοτεχνίας καὶ ἰδιαίτερα τὴν ποίηση. Ὅταν διαβάσετε μία κριτικὴ καὶ δεῖτε φράσεις τοῦ τύπου «ἐγὼ δὲν εἶμαι στὴν οὐσία κριτικός, ὡς ἀναγνώστης λειτουργῶ καὶ κρίνω, ἄλλωστε τί ἄλλο εἶναι ἕνας κριτικὸς ἀπὸ ἀναγνώστης σὲ ἐπιφυλακή..», μπορεῖτε μὲ βεβαιότητα νὰ σκεφθῆτε ὅτι πρόκειται γιὰ κάποιον ποὺ θέλει νὰ παραστήσει μὲν τὸν κριτικό, ἀλλὰ ἐπιδιώκει ταυτόχρονα νὰ καλύψει καὶ τὴν ἄγνοιά του μέσα ἀπὸ μία ὑποκριτικὴ μετριοφροσύνη. Καὶ ταυτόχρονα νὰ χαμηλώσει τὸ μέτρο, προκειμένου νὰ μὴν κριθῆ ὁ ἴδιος μὲ αὐστηρότητα. Ἔχει τόσο πολὺ γραφτεῖ αὐτὴ ἡ φράση ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, ὅπου στὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει κερδίσει ἔδαφος ἢ ἄποψη (καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι στὸ τέλος θὰ κυριαρχήσει, ἐὰν δὲν τὸ ἔχει κάμει ἤδη..) ὅτι κριτικὸς ἠμπορεῖ νὰ γενεῖ ὁ ὁποιοσδήποτε, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἀναγνώστης καὶ μάλιστα βιβλιοφάγος (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μία ἐντελῶς ἀντιαισθητικὴ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον..).

Ἐὰν βέβαια σὲ τούτη τὴν χώρα ἐπιθυμούσαμε τὴν νοηματικὴ ἀκρίβεια ἢ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἀλλιῶς, ἐὰν σὲ τούτη τὴν χώρα νοιαζόταν κανεὶς γιὰ τὴν νοηματικὴ ἀκρίβεια, θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε πλῆθος ἄλλων λέξεων ἀντὶ νὰ καταφεύγουμε σὲ εὐφημισμούς, ὅμως ἐπιμένουμε νὰ βαπτίζουμε τὸν ἀναγνώστη σὲ κριτικό, τὸν στιχοπλόκο σὲ ποιητή, τὸν κειμενογράφο σὲ λογοτέχνη, τὸν ἀφηγητὴ σὲ μυθιστοριογράφο – μὲ ἄλλα λόγια, ἐπιμένουμε νὰ καταργοῦμε λέξεις ποὺ ὑποδηλώνουν διαχωρισμό, ἀξιολόγηση καὶ κρίση, γιατί μᾶς συμφέρει νὰ εἴμαστε ὅλοι το ἴδιο, στὸ ἴδιο τσουβάλι, στὸ ἴδιο ζύγι.

Ἀπό κριτική θεατῆ σὲ παράσταση θεατρικοῦ τοῦ Καμπανέλλη ἤ ὅταν ὡς ἱστορία νοεῖται ἡ οἰκονομική ἐξέλιξη καὶ μόνο…

Λείπουν οἱ καλοὶ κριτικοὶ ἀπὸ τὴν χώρα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ λείπει ἡ αὐστηρὴ κρίση, ἀκριβῶς ἐπειδὴ οὐδεὶς τολμᾶ νὰ κρίνει μὲ κριτήρια σαφῆ καὶ ὑπαγορευόμενα ἀπὸ τὴν συνείδησή του, ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ καθεὶς αὐτὸ-ὁρίζεται σὰν ποιητὴς (δὲν χρησιμοποιῶ τυχαία το σὰν ἀντὶ γιὰ τὸ ὡς), χωρὶς αἰδῶ, χωρὶς αὐτοσυγκράτηση, χωρὶς ἀναστολές.

Οὐδεὶς ἐνδιαφέρεται πλέον γιὰ τὰ δύσκολα καὶ ἀνεκτίμητα εὖγε, καθὼς ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ προσφέρουν ἔχουν ἀπὸ καιρὸ ὑπονομεύσει τὴν ἀξιοπιστία τους καὶ τὴν ἐγκυρότητά τους ὑπηρετῶντας σὲ αὐλὲς ποικίλες. Κάπως ἔτσι πλημμυρίσαμε ἀπὸ ποιητᾶδες. Καὶ πάψαμε νὰ ἔχουμε ποιητὲς διάφορους, ξέχωρους, βαπτισμένους μέσα στὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς δύσκολου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ καὶ μιᾶς ἀπαιτητικῆς, αὐστηρῆς, μὰ καὶ δίκαιης κριτικῆς…

 

Ὁ μῦθος τῆς ἀνθηρῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς

 

Ἐπὶ εὐρέος μετώπου

[  ]

Ὅμως τώρα οἱ ἐχθροὶ πληθύνανε

καὶ σ’ ὅλη τὴ γῆς ἀκούγονται οἱ χτύποι

τῆς καρδιᾶς μας μέσα στὴν ἠρεμία τῆς ἀναμονῆς

κι ὅλους μας στίβει ἡ ἀγωνία στὴ φοῦχτα της

σὰ γινομένο γιὰ σπατάλημα καρπό.

 

Γιὰ μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ περσότερο

μένουμε νηστικοὶ ἀπὸ πνεῦμα·

γιὰ λίγο πιὸ γλυκόπιοτο νερὸ

πυροβολοῦμε τὴν καλωσύνη.

Τὰ χαρακώματα σκέπασαν τὸν οὐρανὸ

κι ἀπ’ τὰ δέντρα πέταξαν τὰ πουλιά μας.

 

Ὅ,τι μᾶς ἔφερνε κοντὰ στὴν καρδιά μας

τὸ κάψαμε στὶς πεδιάδες τῶν μαχῶν.

Ὁ θεὸς μας έγινε πολεμιστὴς

κι ὁ πόνος μας ξεθύμανε σὰν τὸ ἰώδιο τῆς θάλασσας.

[  ]

(Κρίτων Ἀθανασούλης, «Τὰ νέα Ἑλληνικά», 1952)

 

Χρεωκοπημένοι στὴν πλειονότητά τους ἐκδοτικοὶ οἶκοι (ἀξιοσημείωτο τὸ ποιοὶ εἶναι οἱ ἐλάχιστοι ποὺ ἐπιβιώνουν), κλειστά τα περισσότερα μικρὰ βιβλιοπωλεῖα, πληθώρα βιβλίων ποὺ πωλοῦνται σχεδὸν στὸ τίποτα, ἐκδόσεις ποὺ ξεκινοῦν πλέον μὲ τιρὰζ ἑκατὸ ἀντιτύπων, κλειστό το ΕΚΕΒΙ, ἀνύπαρκτες ἢ ἐλλιπῶς ἐνημερωμένες δανειστικὲς βιβλιοθῆκες στὶς γειτονιές, παρουσιάσεις ποὺ μὲ τὸ ζόρι μαζεύουν τὸ πολυπληθὲς σόι τοῦ συγγραφέα, ὑπερχείλιση παλαιῶν βιβλίων στὸ Μοναστηράκι, κλειστά τα περισσότερα καὶ τὰ πιὸ ἀξιόλογα λογοτεχνικὰ περιοδικά, τὰ λογοτεχνικὰ μουσεῖα ἀνύπαρκτα, ἡ διδασκαλία τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς γλώσσας στὰ σχολειὰ στεγνή, στενὴ καὶ ἀνέμπνευστη, πλήρης ἄγνοια τῆς παγκόσμιας καλῆς πεζογραφίας καὶ ποίησης, Ὑπουργεῖο πολιτισμοῦ γιὰ γέλια ἢ γιὰ κλάματα, τεχνοκράτης πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς μακαρίως καθεύδει μακρὰν ἀπὸ τὸν παλμὸ τῆς καθημερινότητας, διαχειριστὲς ἀρχείων ποιητῶν ποὺ κρεμοῦν τοὺς στίχους σὲ λεωφορεῖα καὶ ὀργανώνουν συζητήσεις δευτέρας διαλογῆς. Παιδικὸ βιβλίο ποὺ ἀντιστέκεται, ἀλλὰ μία σοβαρὴ μελέτη καὶ ἔρευνα θὰ ἀποκάλυπτε πολλὰ καὶ σοβαρὰ γιὰ τὸ περιεχόμενο, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν εἰκονογράφησή του.

Δὲν τὸ λὲς ὅλο τοῦτο καὶ ἄνθηση καὶ τὸ φαινόμενο δὲν εἶναι τωρινό της κρίσης, ἔχει διαχρονία, μὴν σᾶς ξεγελᾶ ἡ περίοδος τῆς εὐημερίας μὲ τοὺς 700 ἐκδοτικοὺς οἴκους καὶ τὸ «κάθε χωριὸ καὶ συγγραφέας, κάθε γειτονιὰ καὶ ἐκδότης». Ἐπειδὴ τὸ θέμα τὸ ἔχουμε καθ’ ὑπερβολὴν θίξει σὲ σχεδὸν ὅλα τα κείμενά μας, ἃς ποῦμε μοναχὰ τοῦτο – ἡ πνευματικότητα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἀνάγνωση λογοτεχνίας (καὶ ἰδιαιτέρως ποίησης), ἐξαντλεῖται σὲ κάποιες ἐλάχιστες χιλιάδες ἀνθρώπων καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν ἀφορᾷ καὶ ἐνδιαφέρει πάνω ἀπὸ εἴκοσι μὲ τριάντα χιλιάδες ψυχές. Ἐὰν τὸ φαινόμενο ἦταν συγκυριακὸ θὰ εἴχαμε κάποια ἐλπίδα, ὅμως τὸ πρόβλημα ἔχει ρίζες καὶ πηγαίνει πολὺ μακριά. Ὅσοι ἔχετε τὴν ὑπομονὴ διαβάστε τὴν τριλογία τῆς παιδείας ποὺ βλέπετε παρακάτω..

 

Γιατί, στ’ ἀλήθεια, κλείνουν τὰ βιβλιοπωλεῖα;

 

 

Ὁ μῦθος τοῦ ποιοτικοῦ ἐκδότη

 

Ἐγὼ ραγιὰς δὲν γένουμαι!

Οἱ κλέφτες ἐπροσκύνησαν καὶ γένηκαν ραγιάδες,

κι ἄλλοι φυλάγουν πρόβατα κι ἄλλοι βοσκοῦνε γίδια,

κ΄ἕνα μικρὸ κλεφτόπουλο δὲ θὲ νὰ προσκυνήση!

Τὸ πλάγι-πλάγι πήγαινε, τὸν ταμπουρὰ βαροῦσε:

Ἐγὼ ραγιὰς δὲν γένουμαι, τούρκους δὲν προσκυνάω,

δὲν προσκυνάω τοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς κοτζαμπασῆδες!..

(Πολίτου, Ν.Γ., «Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ», ἔκδ. ἐ’ 1966)

 

Ἡ μυθολογία τῆς μεταπολίτευσης στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο καὶ ἡ ἐπιτομὴ τῆς στυγνῆς ἐκμετάλλευσης τοῦ μικροαστικοῦ ἀπωθημένου γιὰ δόξα καὶ χρῆμα. Ἔχω καταγγείλει ἄπειρες φορὲς τοὺς ἐκδότες τῶν τελευταίων δεκαετιῶν – φυσικὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἱδρώσει τὸ αὐτὶ κανενός, γιατί κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ματαιοδοξία, τὴν κολακεία καὶ τὸ εὔκολο χρῆμα. Τὸ τραγικότερο ὅλων εἶναι πὼς αὐτὲς τὶς μεθόδους τῶν πληρωμένων ἐκδόσεων δὲν τὶς μετέρχονται τόσο οἱ λεγόμενοι ἐμπορικοὶ ἐκδότες, ὅσο οἱ λεγόμενοι ποιοτικοί, ἐκεῖνοι ποὺ καθοδήγησαν τὰ ἀναγνωστικὰ κριτήρια περὶ ποιότητας ἀπὸ τὴν μεταπολίτευση κι ἔπειτα.

Μπορεῖτε εὔκολα νὰ ἀντιληφθεῖτε ὅτι ἡ διαφθορὰ ἔχει διαπεράσει ὁριζόντια ὅλους ἐκείνους τοὺς θεσμοὺς ποὺ διαχειρίζονται τὴν λογοτεχνία καὶ ἰδιαίτερα τὴν ποίηση. Καὶ τὰ καημένα τα παιδιά, ἄ!, τὰ καημένα τὰ παιδιὰ, ποὺ μὲ τίποτε δὲν μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν πὼς τὸ νὰ ἰδοῦν τὸ ὄνομά τους τυπωμένο ἐπάνω σε μιὰ πληρωμένη ἔκδοση εἶναι ἀσήμαντο καὶ καθόλου δὲν βοηθᾶ τὴν ἐξέλιξή τους, τὴν πνευματικότητά τους, τὴν ποιότητα τῶν κειμένων τους. Κανεὶς δὲν βρέθηκε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι μεράκι τῆς στιγμῆς, ταλέντο ἐκ γενετῆς, σκέψεις καὶ ἀγάπες ριγμένες στὸ χαρτὶ κάποιο μελαγχολικὸ βράδυ. Πηγαίνουν καὶ παραδίδονται στὸν πρῶτο τυχάρπαστο ἐκδότη, δὲν ὁμιλοῦν κἄν μαζί του, παρὰ μὲ κάτι παιδάκια ποὺ γνωρίζουν ἀπὸ λογοτεχνία, ὅσο ἐγὼ γνωρίζω ἀπὸ ἀεροναυπηγική, καὶ πληρώνουν, καὶ ματώνουν, καὶ περιμένουν τὴν προώθηση ποὺ δὲν ἔρχεται ποτὲ, καὶ παρακαλοῦν φίλους καὶ συγγενεῖς, καὶ στὸ τέλος ἀπομένουν νὰ κοιτοῦν τὰ λιγοστὰ ἀπούλητα ἀντίτυπα στὸ ράφι καὶ νὰ ἀναρωτιοῦνται γιατί δὲν κατέπληξαν τὰ πλήθη, γιατί ἡ ποίησή τους δὲν ἀκούμπησε τὶς εὐαισθησίες τοῦ κοινοῦ.

Γνωρίζω πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ ἐκδότες καὶ οἱ ὑπάλληλοί τους τὰ χειρόγραφα ποὺ φτάνουν  στὰ γραφεῖα τους, γνωρίζω ποιοὶ τὰ ἀξιολογοῦν, ποιοὶ εἶναι στὶς ἐπιτροπὲς ἀνάγνωσης, γνωρίζω τὴν ἄποψη ποὺ ἔχουν γιὰ τὴν ποίηση, γι’ αὐτὸ καὶ ὅποτε βλέπω νέο ποιητὴ νὰ περνᾶ τὸ κατῶφλι τους μὲ τὸ πορτοφόλι ὑπὸ μάλης, μὲ πιάνει μιὰ λύπη, μιὰ μελαγχολία. Θέλετε σώνει καὶ καλὰ νὰ πληρώσετε γιὰ μιὰ ἔκδοση, ἐντάξει, κάντε το, πηγαίνετε σὲ ἕνα καλὸ τυπογραφεῖο καὶ ἐπιμεληθεῖτε την, μὴν ἐπιδοτεῖτε τὸν καθένα ποὺ δηλώνει ἐκδότης καὶ ἀπὸ πάνω κάμει καὶ μιὰ διάλεξη γιὰ τὴν ποιοτικὴ λογοτεχνία καὶ τὴν κρίση τοῦ πολιτισμοῦ…

Ὁ μῦθος τῆς δημιουργικῆς γραφῆς

 

Τετέλεσται

Μὲ δάκρυα, μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά,

παίρνω στὰ χέρια τὰ χαρτιὰ

Τοῦ σκοτωμένου φίλου μου… (στὸ βάθος

τοῦ συρταριοῦ του βρέθηκαν… σκοτώθηκε

πρὶν ἕξη μέρες…)

Δοκίμια ποιητικά…

Θυμᾶμαι ποὺ μερικά μου διάβαζε…

(σὰν νὰ ‘μαι πάλι μαζί του νομίζω…).

 

Ἦταν περήφανος γιὰ τὰ ἔργα του.

Μιλοῦσε μ’ ἀγάπη κι ὁρμὴ γι’ αὐτά.

Ποθοῦσε νὰ γράψη πολλὰ καὶ μεγάλα.

Ἐδῶ βλέπω κι ἄλλα, ποὺ δὲν ἤξερα…

Καλὰ σχετικῶς… Ὅμως, ὅπως

καὶ τότε τοῦ ἔλεγα, πολὺς ὁ στόμφος…

Ἐλάττωμα ποὺ διώρθωσεν ὁ θάνατος.

(Ἄθως Δημουλᾶς, «Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα καὶ ἡ ἄλλη», 1961)

 

Ἐτοῦτο μᾶς προέκυψε ἐσχάτως, ἀκόμη δὲν πρόλαβε νὰ περάσει στὴν περιοχὴ τοῦ μύθου, παρὰ ταῦτα λειτουργεῖ κάπως ἔτσι στὶς συνειδήσεις ἐκείνων ποὺ πιστεύουν ὅτι ἔτσι ἠμποροῦν νὰ μάθουν νὰ γράφουν , νὰ παράγουν δηλαδὴ ποιότητες μέσα ἀπὸ κάποια ταχύρρυθμα σεμινάρια γραφῆς. Στὸ παιχνίδι μπῆκαν ὅλοι – κρατικὰ ἱδρύματα, δημοσιογράφοι, συγγραφεῖς, φιλόλογοι, κριτικοὶ λογοτεχνίας, ἠθοποιοί, διαφημιστές (!)..

Ἡ ἴδια ἐκμετάλλευση κι ἐδῶ του ὀνείρου, τῆς ματαιοδοξίας, τῆς ἀντίληψης ὅτι ἡ ποιοτικὴ γραφὴ εἶναι ζήτημα κάποιων διδακτικῶν ὡρῶν, κάποιων κανόνων καὶ ὁρισμένων πληροφοριῶν ποὺ κανεὶς πλέον ἠμπορεῖ νὰ εὕρει πανεύκολα στὸ διαδίκτυο. Ὑπάρχει σήμερα κρατικὴ σχολὴ γραφῆς ποὺ τοὺς ἀποφοίτους της τοὺς χρήζει κριτές (!) ἔργων τῶν πρωτοετῶν, ὑπάρχουν γνωστοὶ συγγραφεῖς ποὺ τώρα ἔχουν πέσει στὴν ἀφάνεια καὶ διδάσκουν σὲ τρεῖς καὶ τέσσερις σχολές, ὑπάρχει – καὶ τί δὲν ὑπάρχει. Ἡ φιλολογία σὲ μινιατούρα, ἡ ποιότητα σὲ ἔκδοση τσέπης.

Παρακολούθησα ἀνώνυμα μία τέτοια συνάντηση σὲ σχολὴ καὶ ἔφριξα. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μπορεῖ καὶ νὰ ὑπάρχουν καὶ κάποιοι διδάσκοντες ποὺ προσπαθοῦν μὲ ἁγνὲς προθέσεις καὶ καλὴ διάθεση, ἀλλὰ ἐὰν αὐτὰ ποὺ ἄκουσα εἶναι ὁ κανόνας, δὲν εἶναι πιὰ γιὰ νὰ ἀπορῆ κανεὶς γιὰ τίποτα…

 

Συνέντευξη Ἰάκωβου Καμπανέλλη, Lifo 2 Δεκεμβρίου 2013

Δὲν ὑπάρχει μάθημα δημιουργικῆς γραφῆς, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει μάθημα γραφῆς στὴν φιλολογία. Ἡ γραφὴ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὄχι τὸ αἴτιο καὶ ἡ ποιότητά της δὲν μεταδίδεται μέσα σὲ δεκαοκτὼ ὧρες μαθημάτων ποὺ ἔχουν ἀντιγραφεῖ ἀπὸ τὸ διαδίκτυο. Ἐγκαταλεῖψτε ἐπὶ τέλους τὴν προχειρότητα καὶ τὸν εὔκολο δρόμο καὶ ἐὰν δὲν τὸ μπορεῖτε νὰ ματώσετε ἐπάνω ἀπὸ ἕνα χαρτὶ ἢ ἕνα βιβλίο, βρεῖτε μιὰ ἄλλη ἀπασχόληση καὶ ἀφῆστε τὴν ποίηση στὴν ἡσυχία της. Στὸ κάτω κάτω γιὰ τὴν δουλειὰ ποὺ τὴν θέλετε, (δόξα καὶ χρῆμα), δὲν εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη, ὑπάρχουν ἄλλες δραστηριότητες ἐπικερδέστερες καὶ ἀποτελεσματικότερες..

 

Οἱ ἄγνωστοι ποιητές

Τοὺς πιάνει τὸ παράπονο κι ἡ λύπη τοὺς τσακίζει,

μὰ  σφίγγουν τὰ σαγόνια τους κι ἡ μάχη ξαναρχίζει·

νὰ βγάλουν ἀπὸ μέσα τους ὅ,τι τὰ στήθια πνίγει,

τὸν ἕναν στίχο μοναχά, ποὺ θὰ τοὺς φέρει ρίγη…

 

Μὰ πάντα κάθε τὴν φορά, ἐκεῖνος ὁ χαμένος,

ἀλλοῦ καὶ ὡραιότερα ἁπλώνεται γραμμένος·

μιὰ θλίψη ἔχουν στὴν ματιὰ γιατί καλά τὸ ξεύρουν,

ἄλλος θὰ φτάσει στὴν κορφὴ μὲ κεῖνο ποὺ γυρεύουν…

 

Ἀθόρυβοι, ἀνέλπιδοι, μονάχοι, ὀνειροπόλοι,

ἐξόδεψαν τὸν βίο τους καὶ τὴν χαρὰ τοὺς ὅλη·

ἀκάματοι, ἀλλόφρονες, Κιχῶτες ἐκλιπόντες,

τῆς ρίμας οἱ  κακόμοιροι καὶ ἄγνωστοι πεσόντες…

(Στράτος Κοντόπουλος, ἀνέκδοτο)

 

Τὰ αἴτια, οἱ ρίζες, ἡ (πιθανὴ) λύση

 

Ἃς ἐπιστρέψωμε στὸν Καμπανέλλη καὶ στὸ θέατρο..

Ὅπως καὶ στὴν ποίηση ἔτσι καὶ στὸ καλὸ θέατρο ὑπάρχει ἕνα μόνιμο μοτίβο, ἕνα κόκκινο νῆμα ποὺ διατρέχει τὰ κείμενα, εἴτε μιλᾶμε γιὰ τὸν Καμπανέλλη, εἴτε γιὰ τὸν Τσέχωφ, εἴτε γιὰ τὸν Τένεσι Οὐίλλιαμς κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀνεκπλήρωτο ὄνειρο, τὴν διάψευση, τὸν καταναγκασμὸ τοῦ μικροαστισμοῦ.

«Ὀνειρεύομαι τὴν ἐπανάσταση, ἀλλὰ ξυπνῶ κάθε μέρα μέσα στὴν διάψευσή της…», γράφει ἕνας σημαντικὸς στοχαστὴς καὶ τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσαν νὰ ἰσχυριστοῦν ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σὲ ὅλο τὸν πλανήτη. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποτρέπει τὸν καθημερινὸ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἐξέγερση, ἀπὸ τὴν ἀλλαγή, ἀπὸ τὴν διαφορετικὴ σκέψη; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ὅλο καὶ μακρινότερη ἐξορία τὰ γράμματα, τὶς λεγόμενες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, τὴν ποίηση, τὴν φιλολογία; Γιατί, ἐνῷ ὑπάρχουν καλὲς πένες ἀκόμη καὶ καλύτερες στὸ παρελθόν, ἡ λογοτεχνία δὲν ἔγινε ποτὲ στὴν Ἑλλάδα κτῆμα τῶν πολλῶν, γιατί δὲν μπόλιασε τὴν συνείδησή τους τὴν σκέψη τους, τὴν συμπεριφορά τους; Καὶ γιατί ὁ λόγος γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἀγοραῖος, χυδαιότερος, κενότερος, στερεότυπος, ξύλινος;

Ἡ εὔκολη ἀπάντηση ἀφορᾶ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἐκπαίδευση καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς ὑπῆρξαν πολυάριθμες οἱ ἀναφορές μας σὲ ἄλλα ἄρθρα, ἡ πίστη μου ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινοῦν καὶ ἐκεῖ τελειώνουν ὅλα, παραμένει σχεδὸν ἀναλλοίωτη. Ἐὰν θέλωμε ὅμως νὰ εἴμαστε πιὸ ριζικοί, βαθύτεροι στὸ διὰ ταῦτα μας, ἴσως θὰ πρέπει νὰ ἁπλώσουμε τὴν ματιὰ μᾶς λίγο μακρύτερα.

Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι στὴν νεότερη ἑλληνικὴ ἱστορία ὑπάρχει μιὰ διαχωριστικὴ γραμμή, ἕνα πρὶν καὶ μετά, μιὰ μεταλλαγὴ ποὺ καθόρισε τὴν κοινωνικὴ ἐξέλιξη καὶ τὰ ἀποτυπώματα της τὰ βλέπουμε σήμερα μεγεθυμένα. Λανθασμένα πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ γραμμὴ αὐτὴ τραβήχτηκε στὴν μεταπολίτευση, ὅμως ἐὰν παρατηρήσουμε τὴν ἱστορία λίγο πίσω θὰ διαπιστώσουμε ὅτι τὰ σπέρματα τῆς σημερινῆς εἰκονογραφίας ξεκινοῦν πολὺ πιὸ πρίν.

Παρατηρῆστε προσεκτικά τα θεατρικὰ κείμενα ποὺ προαναφέραμε, δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Καμπανέλλης, ὑπάρχουν περίπου δέκα καλοὶ θεατρικοὶ συγγραφεῖς μετὰ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ὁπωσδήποτε ἑκατοντάδες ποιητὲς ποὺ πραγματεύονται, λιγότερο ἢ περισσότερό το ἴδιο μοτίβο – τὴν μιζέρια καὶ τὴν ἀνελευθερία τῆς μικροαστικῆς ζωῆς. Οἱ θεατρικοὶ ἥρωες στὴν μεταπολεμικὴ Ἑλλάδα εἶναι συνήθως ἔνοικοι κάποιας ἀθηναϊκῆς αὐλῆς, οἱ περισσότεροι πάμπτωχοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πληρώσουν οὔτε τὸ νοίκι τους, δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ, ὄνειρα πολλὰ ποὺ κάποιες φορὲς ἀγγίζουν τὰ ὅρια τῆς ἐμμονῆς ἢ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ ταυτόχρονα μικροαπατεωνιές, ἁρπαχτές, χαμηλὸς ἠθικὸς πῆχυς, ἀδιαφορία γιὰ τὸ δρᾶμα τοῦ διπλανοῦ, ἀποχὴ ἀπὸ κάθε ὁμαδικὴ προσπάθεια ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὰ πράγματα, κουτοπονηριά, ἔντονα ἀνεπτυγμένο αἴσθημα ἰδιοκτησίας – ὄχι ὡς ἀνάγκη ἢ διέξοδο ἀπὸ τὸν καταναγκασμὸ καὶ τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ ὡς λαχτάρα, ὡς πεθυμιὰ νὰ πάρουν τὴν θέση τοῦ Ἄλλου, τοῦ εὔπορου, τῆς καλῆς ζωῆς, γιὰ νὰ πιέσουν κι αὐτοὶ μὲ τὴν σειρὰ τοὺς κάποιον φουκαρᾶ φτωχοπρόδρομο.

Πᾶμε κι ἐμεῖς στὴν αὐλὴ τοῦ φθινοπώρου

πίσω ἀπ’ τὰ πετρωμένα στάχυα τοῦ καλοκαιριοῦ

πᾶμε κι ἐμεῖς στὰ παιδιὰ ποὺ κοιμήθηκαν

κάτω ἀπ’ τὰ ματωμένα νύχια τοῦ περιστεριοῦ

πᾶμε νὰ δεῖς στὴν αὐλὴ ποὺ μεγάλωσαν

 

Δυὸ παιδιὰ ἐρωτευμένα

δυὸ παιδιὰ τοῦ χαμοῦ

Ὀρέστη ἀπ’ τὸ Βόλο

Μαρία ἀπ’ τὴ Σπάρτη

γυρεύω τὸ γιό μου

Μαρία ἀπ’ τὴ Σπάρτη

Ὀρέστη ἀπ’ τὸ Βόλο

τὴν κόρη μου θέλω

 

Δυὸ παιδιὰ ἐρωτευμένα

δυὸ παιδιὰ τοῦ Χαμοῦ

Ὀρέστη ἀπ’ τὸ Βόλο

Μαρία ἀπ’ τὴ Σπάρτη

γυρεύω τὸ γιό μου

Μαρία ἀπ’ τὴ Σπάρτη

Ὀρέστη ἀπ’ τὸ Βόλο

τὴν κόρη μου θέλω

(Ἰάκωβος Καμπανέλλης)

 

Τόσο στὰ ἔργα τοῦ Καμπανέλλη ὅσο καὶ σὲ πολλῶν ἀκόμη Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων, ἡ μικροαστικὴ ψυχολογία ἀναλύθηκε μὲ μεγάλη ἐπάρκεια, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ὅλοι πῆραν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνάλυση ἐκεῖνο ποὺ a priori συνέφερε τὴν κοινωνική τους τάξη. Ὁ ἐργάτης εἶδε τὴν καταγγελία τοῦ ἀνάλγητου κεφαλαίου καὶ τὶς ἀπάνθρωπες συνθῆκες ἐργασίας. Ὁ ἀριστερὸς τὴν μιζέρια τῆς ζωῆς ὅταν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ δὲν μοιράζονται ἐξίσου στὸ πλῆθος. Ὁ δεξιὸς τὴν δικαίωση τῆς ἄποψής του ὅτι ὅποιος δουλεύει πάει μπροστὰ μὲ τὴν ἀξία του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ καὶ οἰκονομικὸ περιβάλλον. Ὁ τυχοδιώκτης τὴν εὐκαιρία νὰ ἀλλάξει τάξη καὶ νὰ μεταφερθεῖ στὰ ρετιρέ. Ὁ πολιτικὸς τὴν εὐκαιρία νὰ χειραγωγήσει τὸ πλῆθος μέσα ἀπὸ τὸ καρότο τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ διανοούμενος τὸ βῆμα γιὰ νὰ καταλάβει μία καλύτερη θέση στὴν μελλοντικὴ διανομὴ τῆς πίτας.

Μὲ ἄλλα λόγια, ὅλοι εἶδαν ἐκεῖνο ποὺ συνέφερε τὶς τραπεζικές τους καταθέσεις καὶ ἀπέφυγαν ἐπιμελῶς νὰ ἐμβαθύνουν στὰ καλύτερα σημεῖα τῆς παράστασης – ἐκεῖνα δηλαδὴ ὅπου ὁ μικροαστισμὸς ἀποκαλύπτεται καὶ γίνεται ἀποκρουστικὸς γιατί εἶναι φοβικὸς στὴν διαφορά, κτηνώδης ὅταν ἀπειλεῖται ἡ μικροϊδιοκτησία του, ἀδιάφορος ὅταν καίγεται τὸ σπίτι τοῦ γείτονα, ρατσιστὴς ὅταν νοθεύεται τὸ αἷμα του, ὑποκριτὴς ὅταν πρέπει νὰ καλύψει κάτι, δουλικὸς ὅταν θελήσει νὰ πετύχει μὲ πλάγια μέσα, βασανιζόμενος ὅταν εἶναι νὰ πάρει σύνταξη ἀντιστασιακοῦ καὶ βασανιστῆς ὅταν θὰ πρέπει νὰ εἰσπράξει τὸν μισθὸ τοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸ τὸ ἀποτρόπαιο πρόσωπο, αὐτὴν τὴν μήτρα τοῦ τέρατος, δὲν θέλησε νὰ τὴν δεῖ κανεὶς γιατί δὲν συνέφερε κανέναν.

Δεῖτε γιὰ λίγο τὸν στῖχο τοῦ Καμπανέλλη..

Δῶσε μάνα τοῦ διαβάτη

τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ληστῆ

δῶσε μάνα νὰ χορτάσει

δωσ’ του ἀγάπη μου νὰ πιεῖ

 

Ἁπλοϊκὸς θὰ πεῖτε οἱ περισσότεροι… μὰ δὲν εἶναι ποίηση αὐτὴ θὰ πεῖτε κάποιοι ἄλλοι. Κι ὅμως εἶναι ποίηση, ἃς μὴν μποῦμε ὅμως τώρα στὰ φιλολογικά, ἃς δοῦμε τὴν γενικὴ εἰκόνα. Εἶναι σαφὲς ἐδῶ ὅτι τὸ φαΐ καὶ τὸ νερὸ ἔχουν μεταφορικὴ σημασία μέσα στὴν κυριολεξία τους, εἶναι σαφεῖς ἐπίσης οἱ συμβολισμοὶ – ὁ Χριστός, ὁ ληστής, ὁ διαβάτης, μὲ ἄλλα λόγια δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐὰν αὐτὸς ποὺ πεινᾷ εἶναι ἐνάρετος, χριστιανός, ἀνήθικος, συμπατριώτης ἢ περαστικός. Ὁ τόνος μὲ τὴν χρήση αὐτῶν τῶν πολὺ κοινῶν λέξεων πέφτει στὴν ὕπαρξη, ἀπολύτως ἀπογυμνωμένη ἀπὸ κάθε πρόσθετο κοινωνικὸ ἢ ἄλλο χαρακτηριστικό, στὸ ὅν, στὸν ἄνθρωπο.

Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀπάντηση ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πέρασε ἀπὸ τὰ κολαστήρια τοῦ  Mauthausen, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καὶ ἡ βασικὴ διακήρυξη τῶν Ἡνωμένων ἐθνῶν γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἀπέναντι σ’ αὐτὴν τὴν ἀπόλυτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο παραδοχή, ἔρχεται ὁ μικροαστισμὸς καὶ θρυμματίζει σὲ μικρὰ κομμάτια τὴν ἑνιαία καὶ πλατιὰ ἀντίληψη, περιορίζει τὸν ὁρίζονται στὴν ἀτομικὴ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, στὴν οἰκονομικὴ ἐπιτυχία. Ἀντιπαθεῖ κάθε τί τὸ πνευματικὸ καὶ εὐρύτερο, καθὼς ο πολιτισμός κανονικά ὁδηγεῖ σὲ ἀλληλεγγύη, κοινωνικὸ κράτος, κόπο χωρὶς μεγάλη ἀνταμοιβή, ἀπομυθοποίηση τοῦ καταναλωτισμοῦ, ὑποστήριξη τῶν ἀδυνάμων. Τὸ πάθος γιὰ τὸ χρῆμα στὸν μικροαστισμὸ εἶναι τέτοιο ποὺ ἀκόμη καὶ ὅταν κάποιος εἶναι φτωχὸς  καὶ καταπιεσμένος, μιμεῖται δουλικὰ τὴν ἀνώτερη τάξη – οἱ μαραζωμένες γλάστρες στὸ μπαλκόνι τοῦ ἑνὸς μέτρου γιὰ νὰ δώσουν μία ἀνάσα, οἱ κλαρωτοὶ καναπέδες ἀπομεινάρι ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα του Γαλλικοῦ μεγαλοαστισμοῦ, νόθευση τῆς γλώσσας μὲ βίαια δάνεια ἀπὸ τὴν γλῶσσα τῶν εὐγενῶν ἢ τῆς καθαρεύουσας. Ὁ μικροαστὸς δὲν ζεῖ δική του ζωή, βρίσκεται ἐν ἀναμονῇ γιὰ νὰ ζήση τὴν ζωὴ τοῦ μεγαλοαστοῦ ποὺ ὀνειρεύεται, δίχως ὅμως νὰ ἔχει τὴν δική του μόρφωση, τὴν δική του ἀδιαφορία γιὰ τὸ χρῆμα, τὴν δική του τουλάχιστον μποέμικη ἀντίληψη γιὰ τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς. Εἶναι μιὰ ζωὴ ἐν ἀναμονῇ κυρίως γιὰ νὰ ξεχωρίσει ἀπὸ τοὺς ὁμοίους του ποὺ μισεῖ, γιατί τοῦ θυμίζουν κάθε μέρα, σὰν σὲ καθρέπτη τὶς ἁμαρτίες του, τὴν δουλικότητά του, τὴν ὑπομονὴ ποὺ κάνει ἕως ὅτου φύγει ἀπὸ τὴν ἀφετηρία γιὰ νὰ βαδίσει τὴν λεωφόρο τοῦ πλούτου.

Ὁ μικροαστισμὸς στὴν Ἑλλάδα περισσεύει στὴν πιὸ κωμικοτραγικὴ ἐκδοχή του. Οἱ φωνὲς δείχνουν νὰ ἔχουν σιωπήσει ἢ περὶ ἄλλων νὰ τυρβάζουν. Μελετῶντας ὅμως ἱστορία, τὸ νιώθω πολὺ δύσκολο αὐτὴ ἡ ξηρασία νὰ συνεχιστεῖ γιὰ πολὺ ἀκόμη. Κάπου, κάποτε, ἴσως σήμερα, ἴσως αὔριο, μιὰ κάποια ὑγρασία μπορεῖ καὶ πάλι νὰ μᾶς δροσίσει εὐεργετικά.. Ἕως τότε acta est fabula…in girum imus nocte et consumimur igni..

Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐμφυλίου, ὁλόκληρη ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία μπῆκε σ’ αὐτὴν τὴν ἀναμονή, ἡ ἀνέλιξη ἦταν πλέον ὁρατή. Στὰ θέατρα καὶ στὴν λογοτεχνία οἱ προειδοποιήσεις ἦσαν ἐμφανεῖς, (θάλεγα προειδοποιήσεις γιὰ τὸν μικροαστισμὸ τῆς κοινωνίας ὑπῆρχαν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα..), ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς ἤθελε νὰ ἀκούσει καὶ στὴν πραγματικότητα κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σταματήσει τὸ τέρας ποὺ εἶχε ξυπνήσει γιὰ ἕναν ἁπλό, ἁπλούστατο λόγο – δὲν ὑπῆρχαν ἀντιστάσεις βαθιὰ ριζωμένες στὴν κοινωνία, δὲν ὑπῆρχε κἄν ὁ ἀντίποδας τοῦ μικροαστισμοῦ, ἡ ἀντίληψη εἶχε διαποτίσει σχεδὸν τὸ σύνολο τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ τόξου ἀπὸ τὴν κορυφὴ ἕως τὴν βάση.

Μὲ ἄλλα λόγια ἑλληνικὸς διαφωτισμὸς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καὶ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία περνῶντας μέσα ἀπὸ δύο μεγάλες καταστροφές, (τὴν μικρασιατικὴ καὶ τοῦ πολέμου) καλοῦνταν νὰ ἐπιλέξει – καὶ ἐπέλεξε πολὺ γρήγορα, βασισμένη ὄχι σὲ πνευματικὲς παρακαταθῆκες καὶ κληρονομιές, ἀλλὰ μὲ βάση τὰ κριτήρια τῆς συγκρότησης τοῦ κράτους, δηλαδὴ λίρες, ρουσφέτια, γρόσια καὶ τοῦβλα. Ἀπὸ τότε τὸ ὅραμα ἔμεινε ἴδιο καὶ ἀπαράλλαχτο, τίποτε δὲν μπόρεσε νὰ τὸ κλονίσει τὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν – ἡ κρίση ἁπλῶς ἀποκάλυψε τὴν γύμνια τοῦ βασιλιὰ ὅταν λείψουν οἱ  παράδες, ἀλλὰ στὸ τίποτε δὲν ὠφέλησε, στὸ τίποτα δὲν ἐπαναδιατύπωσε, πουθενὰ δὲν βοήθησε νὰ ξαναδοῦμε τὶς δομές μας, τὴν ὑπόστασή μας, τὰ σχολειά μας, τὸ ὅποιο πνευματικό μας ἀποτύπωμα. Ἀντίθετα, ὁ μικροαστισμὸς μέσα σε ένα κλῖμα εὐημερίας καὶ ἐπιδεικτικοῦ πλούτου μετά τὴν μεταπολίτευση ἀποκάλυψε ἀποκάλυψε ὅλα του τὰ ἐλαττώματα και τὴν ἐπίπλαστη εὐτυχία τοῦ ἀτέρμονου καταναλωτισμοῦ.

 

Συνέντευξη Ἱάκωβου Καμπανέλλη, Βῆμα 2008

Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά του μικροαστισμοῦ εἶναι ἡ ἐξόφθαλμη ὑποκρισία του, ἡ λατρεία τῶν τύπων. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι κωμικό, ἐὰν δὲν ὁδηγοῦσε σὲ πλήρη ἀποχύμωση κάθε γνήσιας πνευματικῆς προσπάθειας, ἐὰν δὲν στέγνωνε τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπὸ κάθε τί τὸ διαφορετικό, τὸ πρωτοπόρο, τὸ ἀνατρεπτικὸ καὶ οὐσιῶδες. Τὸ νομίζετε τυχαῖο ποὺ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ μόνη χώρα μὲ παρατεταμένη οἰκονομικὴ κρίση – ὄχι δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ μὴν βιαστεῖτε νὰ ρίξετε τὸ ἀνάθεμα στοὺς πολιτικούς, αὐτὸ εἶναι ὁ ἕνας πόλος. Τὸ νομίζετε τυχαῖο ποὺ οὐδεὶς ἐξεγείρεται, οὐδεὶς ἐνδιαφέρεται γιὰ ὁτιδήποτε πέρα ἀπὸ τὰ ἀνόητα τηλεοπτικὰ καὶ τὸ καθημερινὸ φαΐ του – ὄχι δὲν εἶναι τυχαῖο, ὁ μεγάλος φόβος τοῦ μικροαστοῦ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς μικρῆς καὶ ἐλάχιστης ἰδιοκτησίας του. Αὐτὸ βρίσκεται στὸν πυρῆνα τῆς σκέψης του, αὐτὸ παραλύει κάθε τοῦ διάθεση γιὰ ἀντίσταση, αὐτὸ τὸν ἐξαναγκάζει σχεδὸν ἐμμονικὰ σὲ συνεχεῖς ἀποδοχὲς καὶ ὑποχωρήσεις, ἕως ὅτου πιὰ δὲν ἔχει τίποτε νὰ χάσει. Τότε καὶ μόνο ἡ ἱστορία μπορεῖ νὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅταν δηλαδή ὁ μικροαστός ἀπωλέσει κάθε ἐλπίδα οἰκονομικῆς ἀνέλιξης καὶ νιώσει πὼς τίθεται ἀμετάκλητα στὸ περιθώριο τῆς ἱστορίας…

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς δευτέρας λυκείου γιὰ τὴν μεταπολεμική ποίηση. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονός τῶν ἀνυπόστατων ἀξιωματικῶν παραδοχῶν, αὐτό τὸ πρότυπο διδακτικῆς τῆς ποίησης εἶναι ξεπερασμένο ἐδῶ καὶ μισόν αἰῶνα. Τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀντιγράφεται συνεχῶς καὶ ἀναδημοσιεύεται στὸ διαδίκτυο, ὡς βάση μελέτης γιὰ τὴν μεταπολεμική ποίηση. Ἄν ἤμουν μαθητής δὲν θἄβλεπα τὴν ὥρα νὰ βγῶ τρέχοντας ἀπὸ τὴν τάξη. Καὶ ἀπὸ τὴν ποίηση ἐπίσης…

Ἰδοὺ λοιπὸν πεδίο δόξης λαμπρὸ γιὰ τοὺς σημερινοὺς ποιητάδες μας καὶ ὅσους φιλοδοξοῦν νὰ κατακτήσουν τὸν ρόλο τοῦ πνευματικοῦ ἡγέτη. Ὁ μικροαστισμὸς εἶναι πηγὴ δυστυχίας γιατί στὸ ὀπτικό του πεδίο δὲν χωρᾶ τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, ἐμπρὸς λοιπόν, ὑπάρχει ὑλικὸ γιὰ ὅλους. Δὲν ἔχει σημασία ἐὰν γιὰ τὸ ἴδιο θέμα ἔγραψαν ἄλλοι, ὑπάρχουν σήμερα διαφορὲς ποὺ περιμένουν νὰ ἀναδειχθοῦν, συμπεριφορὲς νὰ καυτηριαστοῦν, ἐνδιαφέρουσα ψυχολογία νὰ μπεῖ κάτω ἀπὸ τὸ ποιητικὸ μικροσκόπιο καὶ νὰ γενεῖ στίχος διάπυρος, ἐπαναστατικός τῆς συνείδησης. Ἀποδομῆστε τὸ σύστημα, κάντε τὸ κομμάτια, δὲν ἔχει σημασία τὸ ἑπόμενο βῆμα, δεῖξτε στοὺς ἀνθρώπους τὴν πηγὴ τῆς δυστυχίας τους, βγάλτε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ μπροστά, ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι νὰ ματώσει σὲ νέα καὶ ἄγνωστα μονοπάτια..

Δὲν θὰ τὸ κάμουν βέβαια οἱ νέοι ποιητές μας, τουλάχιστον ὄχι ἄμεσα, δὲν θὰ τὸ κάμουν γιατί ὁ μικροαστισμὸς ἔχει διαποτίσει, ἔχει διαβρώσει καὶ τὸν δικό τους στοχασμό. Δὲν θὰ τὸ κάμουν, γιατί τὴν ὥρα ποὺ γράφουν τὸ μυαλό τους δὲν εἶναι στὴν ποιότητα τοῦ στίχου, ἀλλὰ στὸ στεφάνι ποὺ θὰ τοὺς δοξάσει καὶ θὰ τοὺς κάμει διάσημους. Δὲν θὰ τὸ κάμουν γιατί σὲ μιὰ αὐλὴ μεταπολεμικὴ ζοῦν κι αὐτοὶ καὶ ἡ λαχτάρα τους εἶναι νὰ ξεχωρίσουν ἀπὸ τὸ πλῆθος, νὰ γεννοῦν ἕνας ποιητὴς Φανφάρας μὲ παράσημα, ἀπονομὲς καὶ εὔκολα εὖγε. Δὲν θὰ τὸ κάμουν γιατί δὲν διανοοῦνται νὰ ζήσουν μόνο μὲ ποίηση, ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι νὰ πεινάσουν, νὰ ταπεινωθοῦν, νὰ κοπιάσουν, νὰ μείνουν ἄσημοι καὶ καταφρονεμένοι. Ἡ καταγγελία τῶν στίχων τους εἶναι κούφια, ἀκούγεται ψεύτικη, γιατί καταγγέλλουν λεκτικὰ ἐκεῖνο ποὺ ἑκούσια ὑπηρετοῦν, ἐκεῖνο ποὺ κατὰ βάθος ὀνειρεύονται. Ἡ ποίησή τους δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα φλόγας στὰ σωθικά, ἀνάγκης τῆς συνείδησης, ἀποτέλεσμα πνευματικοῦ πυρετοῦ – εἶναι μέρος ἑνὸς συστήματος ποὺ χρειάζεται ποιητὲς μαϊντανοὺς γιὰ νὰ ἔχει τὸ ἄλλοθι τοῦ πολιτισμοῦ στοὺς καθημερινοὺς μηχανισμοὺς ἐξουσίας του. Τὸ εἰρωνικὸ εἶναι πὼς ὑπηρετοῦν μὲ πάθος ἐκεῖνο ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἐπιτρέψει ποτὲ νὰ πραγματοποιήσουν τὸ ἄπιαστο ὄνειρό τους. Γιατί ὑπηρετῶντας το, γίνονται ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλούς, χαμένοι μέσα στὸ πλῆθος ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν θὰ ξεχωρίσουν ποτέ.

Ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ συστήματος (καὶ ἡ αἰτία ποὺ ὅλο αὐτὸ τὸ πρότυπο κυριάρχησε μεταπολεμικὰ) ἦταν ὅτι ἔκαμε τὸν μικροαστισμὸ ἀπίστευτα ἑλκυστικό. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Καμπανέλλη καὶ τῆς αὐλῆς τῶν θαυμάτων πέρασαν χρόνια. Αὐλὴ πιὰ δὲν ὑπάρχει, οἱ κοιλιὲς παραφούσκωσαν, τὰ (ὑλικά) ἀγαθὰ ποὺ κάποτε ἀπολάμβαναν οἱ μεγαλοαστοί, τώρα ἔγιναν κτῆμα ὅλου του κόσμου. Ἡ πλειονότητα ἀπέκτησε ὅσα δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ φανταστεῖ – σπίτια, αὐτοκίνητα, καταθέσεις, ἀκριβὰ σχολειὰ καὶ φροντιστήρια, ψυγεῖα ἱκανὰ νὰ θρέψουν ὅλο τὸν τρίτο κόσμο.

Σὲ τοῦτο τὸν κόσμο τοῦ τσιμέντου, πνεῦμα δὲν χωράει, τουλάχιστον ὄχι τὸ πνεῦμα τὸ καταγγελτικό, τῆς ἐπίκρισης, τῆς ἀνατροπῆς. Τὰ λεφτὰ μπορεῖ κάποτε νὰ ξαναρθοῦν καὶ τὰ τοῦβλα ξανὰ νὰ περισσέψουν, ὅμως πνευματικοὶ ἡγήτορες ποὺ θὰ μπολιάζουν τὴν κοινωνία μὲ λόγο καὶ στοχασμὸ καὶ ποὺ θὰ ἐξανθρωπίζουν τὶς συμπεριφορές της, θὰ κάμουν χρόνια νὰ παρουσιαστοῦν. Ὁ Καμπανέλλης δὲν ἄλλαξε τὸν κόσμο, ὅπως δὲν τὸν ἄλλαξαν οἱ χιλιάδες ποιητὲς καὶ πεζογράφοι – τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄλλαξαν, μὰ κρατοῦσαν στὸ ὀχυρὸ τὴν φωτιὰ ἀναμμένη. Ἦταν οἱ ἑστίες ἀντίστασης, τὸ ἐναλλακτικὸ πεδίο γιὰ ὅποιον ἤθελε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν κτηνωδία καὶ νὰ εὕρει παρηγοριὰ στὸν πολιτισμό, στὴν μουσική, στὴν σκέψη. Ταυτόχρονα ἦσαν τὰ σύμβολα μιᾶς ἐλπίδας, ἄνθρωποι ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ ἐπιβίωσαν διὰ τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν δύναμη τῆς συνείδησής τους.

Εἴμαστε τὰ προχωρημένα φυλάκια. / Πιὸ πέρ’ ἀπὸ μᾶς δὲν ὑπάρχει κανείς. / Πιὸ κάτω ἀπό μας, κανεὶς γιὰ μᾶς δὲ μιλεῖ. / Ποτὲ δὲν μίλησαν γιὰ μᾶς.

(Ὄλγα Βότση, «Ἐνδόμυχα», 1953)

 

Τώρα ποὺ ἡ πρώτη μεταπολεμικὴ γενιὰ ἔχει πλέον ὁριστικὰ ἀποσυρθεῖ, μποροῦμε ψύχραιμα νὰ ἀποτιμήσωμε τὴν προσφορά της, ἀλλὰ κυρίως τοὺς συμβολισμούς της. Ὁπωσδήποτε, (μαζὶ μὲ τὶς γενεὲς τοῦ 20 καὶ τοῦ 30), ἤσαν προσωπικότητες ποὺ δὲν ἀκούμπησαν σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς εὐτελεῖς μύθους ποὺ περιγράφουμε παραπάνω, δὲν τοὺς εἶχαν ἀνάγκη, τὰ κείμενά τους δὲν χρειάζονταν εὐφημισμοὺς καὶ δεκανίκια γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀλήθειά τους. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔτυχαν κἄν καλῆς κριτικῆς ὑποδοχῆς, ἄλλοι ἔφυγαν πρόωρα, κάποιοι ἀναγνωρίστηκαν μετὰ τὸν θάνατό τους..

Θὰ ὁμολογήσω ὅτι ἴσως στὸ παρελθὸν ἦταν εὐκολότερο νὰ ἀφοσιωθεῖς, νὰ πιστέψεις, νὰ ἀντιδράσεις – τὸ περιβάλλον σὲ ὁδηγοῦσε αὐτομάτως σὲ ἐνδοσκόπηση, δὲν ὑπῆρχαν περισπασμοὶ καὶ πειρασμοί, ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀγριότητα σὲ ὁδηγοῦσε ἀπὸ μόνη της. Οἱ ἰδεολογίες ἦσαν ἀκόμη ζωντανές, ἡ ἐλπίδα σιγόβραζε, τὸ αὔριο ἔμοιαζε λαμπερό.

Σὲ κάποια του συνέντευξη ὁ Καμπανέλλης ρωτήθηκε γιὰ τὶς νεότερες γενεές, συγκριτικὰ μὲ ἐκεῖνες τοῦ μεταπολέμου. Στάθηκε συγκαταβατικὸς καὶ κάπως ἀπολογητικός, εἶπε περίπου ὅτι…

«Μὴν συγκρίνετε διαφορετικὰ πράγματα, ἐμεῖς εἴχαμε ἄλλες πυροδοτήσεις καὶ μεγάλες ἱστορικὲς προκλήσεις νὰ ἀντιμετωπίσουμε..», ἐννοῶντας ἀσφαλῶς τὸ σύνολο τοῦ ταραγμένου εἰκοστοῦ αἰῶνα..

Εἶναι βεβαίως μία εὔκολη καὶ αὐτονόητη ἀπάντηση, τώρα ποὺ πέρασαν τόσα χρόνια, προσωπικὰ δὲν ἔχω τὴν ἴδια εὐκολία ἀπέναντι στὸ ἐρώτημα. Δὲν ξεύρω καὶ πόση σημασία ἔχει νὰ ἀπαντᾶ ἡ κάθε γενεὰ γιὰ τὴν προηγούμενη ἢ τὴν ἑπόμενη. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω μᾶλλον μὲ κάποια σχετικὴ βεβαιότητα, εἶναι πὼς οἱ προκλήσεις τῆς ἱστορίας, μικρὲς ἢ μεγάλες, ἀπαντῶνται συνήθως μὲ δύο τρόπους – ἐκεῖνον τοῦ ξίφους καὶ ἐκεῖνον τῆς πένας. Σπάνια ἡ δεύτερη βγῆκε νικήτρια σ’ αὐτὴν τὴν ἀναμέτρηση. Μποροῦσε ὅμως νὰ μένει ὄρθια μὲ κάποιες ποιότητες – ματωμένη, λερωμένη, ἀποδιωγμένη, πάντως ὄρθια. Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεφαν ὅλοι ἀργὰ ἢ γρήγορα γιὰ ἐπανεκκίνηση..

Ὁ μικροαστισμὸς στὴν Ἑλλάδα περισσεύει στὴν πιὸ κωμικοτραγικὴ ἐκδοχή του. Οἱ φωνὲς δείχνουν νὰ ἔχουν σιωπήσει ἢ περὶ ἄλλων νὰ τυρβάζουν. Μελετῶντας ὅμως ἱστορία, τὸ νιώθω πολὺ δύσκολο αὐτὴ ἡ ξηρασία νὰ συνεχιστεῖ γιὰ πολὺ ἀκόμη.

Κάπου, κάποτε,  ἴσως σήμερα, ἴσως αὔριο, μιὰ κάποια ὑγρασία μπορεῖ καὶ πάλι νὰ μᾶς δροσίσει εὐεργετικά..

Ἕως τότε acta est fabula…in girum imus nocte et consumimur igni..

 

Ὁ κουμπαρᾶς

«Τὸ ταχυδρομικὸν ταμιευτήριον ἀπονέμει

κουμπαρᾶν, χρώματος στιλπνοῦ ἐρυθροῦ,

εἰς τὸν μαθητὴν δευτέρας τάξεως γυμνασίου

Ἀριστείδην Καλφόπουλον, πρωτεύσαντα εἰς ἔκθεσιν

μὲ θέμα τὰ ὀφέλη τῆς ἀποταμιεύσεως…»

 

Τί γίνεσαι βρὲ Ἀριστείδη; Ποῦ χάθηκες;

Ποῦ εἶναι οἱ ἐκθέσεις σου;

Ποῦ εἶναι οἱ ἀποταμιεύσεις σου;

Τουλάχιστον ἐκεῖνος ὁ κουμπαρᾶς

φλογίζει ἀκόμη κόκκινος;..

(Στράτος Κοντόπουλος, ἀνέκδοτο)

Τὸ μεγάλο μας τσίρκο, ἀπὸ τὸν Μάνο Τασάκο Click to Tweet

 



Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

“…πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…»

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

Γράψε πρῶτος ἕνα σχόλιο..

Notify of
avatar