«Χίμαιρα»

LEMONS

Ἡλεκτρονικό Περιοδικό “Χίμαιρα”

Κριτικά τῆς λογοτεχνίας κείμενα

ISSN: 2459-3486
Τόπος ἔκδοσης: Ἀθῆνα
Ἐκδότης καὶ υπεύθυνος ὕλης σύμφωνα μὲ τόν νόμο: Χρῆστος Β. Γρηγοριάδης

 

Τὶ γυρεύουν τὰ λεμόνια στὴν περιγραφή τῆς ταυτότητας ἑνός περιοδικοῦ γιὰ τὴν λογοτεχνία; Ἡ ἐρώτηση εἶναι σωστή, ἀλλά καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτονόητη: Κάθε κριτική, (σημείωμα, κείμενο, μελέτη ἤ καὶ δοκίμιο), ἀκόμη και ἡ κριτική ἐκείνη πού καταλήγει θετικά, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὴν περιλαμβάνει τὶς «πικρές καὶ ξινές» ἐπισημάνσεις της, τὶς αρνητικές παρατηρήσεις, τὶς προτάσεις βελτίωσης. Δὲν ὑπάρχει  κείμενο πού δεν μπορεῖ νὰ ἐξελιχθεῖ, δὲν ὑπάρχει σκέψη πού νὰ μὴν μπορεῖ νἀ ἐκφραστεῖ καλύτερα, ἀκριβέστερα καὶ αρμονικότερα. Ἡ κριτική πένα, (ὅταν δεν εἶναι εμπαθής ἤ ανόητη), προς αὐτό σκοπεύει -τήν ἐξέλιξη δηλαδή τοῦ καλού σὲ καλύτερο, τοῦ ἄξιου σὲ ἀξιώτερο· διὰ τοῦτο καὶ ὁ κριτικός λογοτεχνίας βιὼνει μία μοναξιά ὑπογείου. Οἱ ἀτάλαντοι ἐπιρρίπτουν ἐπάνω του το αἴτιο τῆς συγγραφικῆς ἀναπηρίας τους καὶ οἱ ἀξιώτεροι εκνευρίζονται ὅταν τὸ αριστούργημά τους δὲν χαρακτηρίζεται ὡς τέτοιο, ἤ ὅταν υπογραμμίζονται τὰ ἀδύναμα στοιχεῖα, οἱ κοινοτοπίες, οἱ ρηχότητες, οἱ ἀνάξιες ἀράδες.

Τὸ πρῶτο τεύχος τῆς «χίμαιρας» στενοχώρησε ἀρκετούς. Γιὰ νὰ εἶμαι ειλικρινής σχεδόν ὅλους, ἀκόμη καὶ ἐκείνους ποὺ τἀχα ἐπιζητοῦν τήν κριτική ἤ καμώνονται τοὺς ταπεινόφρονες. Τὴν αντιληφθήκαμε τήν δυσφορία ἔτσι ὅπως ἐκφράστηκε κάποτε διά τῆς σιωπῆς, τοῦ χλιαροῦ διαλόγου καὶ σὲ μικρότερο βαθμό διὰ τῶν αρνητικῶν μηνυμάτων. Ὅμως, πῶς ἀλλιῶς; Πῶς μπορεῖς νὰ ισχυρίζεσαι ὁτι ἀσκεῖς τὴν κριτική, ἐὰν δὲν στέκεσαι ἀλύγιστα απέναντι στὸ εὐτελές καὶ στὸ ἀνούσιο; ποιὰ συνείδηση ποὺ θέλει να λογίζεται αὐτόφωτη, δὲν θὰ σαρώσει μὲ τὸν κριτικό της λόγο τίς διαδικτυακές αμπελοφιλοσοφίες, (στα πεζούλια παλιότερα και μόνο…), τὰ χιλιάδες βιβλία τοῦ τίποτα καὶ τῆς στιγμῆς, (στὰ περίπτερα παλιότερα και μόνο…), τὴν «ποίηση» τοῦ ποδαριού καὶ τῆς πλάκας, (πίσω ἀπό τα ἐπιτοίχια ημερολόγια παλιότερα και μόνο…),  τήν στυγνή ἐκμετάλλευση ἀπό τοὺς ἐκδότες-τυπογράφους, (και τότε και νῦν καὶ ἀεί..), τὴν γενίκευση τῆς ασημαντότητας, τῆς επιφάνειας, τῆς φλούδας; Ἀς μὴν μιλήσουμε για τίς σχολές δημιουργικῆς γραφῆς, τὶς παρουσιάσεις βιβλίων  καὶ τόσα ἀκόμη γιὰ τὰ ὁποῖα ἄλλωστε ὑπάρχουν αναφορές στὸ πρῶτο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ..

 

Ἡ κριτική λοιπόν εἶναι πάντοτε «ξινή», «λεμονάτη», στυφή ἀπό τήν ἴδια της τήν στόφα, τὴν ἴδια της τὴν φύση. Δὲν χαϊδεύει ποτέ, δὲν κολακεύει, δὲν βαθμολογεῖ μὲ ἄριστα ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ κείμενο ἀξίζει, υπόσχεται, ἐνθουσιάζει· δὲν εἶναι αυτός ὁ σκοπός τῆς κριτικῆς, δὲν ἡμπορεί να μεταμφιέζεται σὲ μάνα, σὲ φίλο, συνάδελφο -σε στόμα γλυκό, συμπονετικό, σε λόγο ἐπαινετικό, παρηγορητικό, ὄχι, σὲ καμία περίπτωση. Σκοπός τῆς κριτικῆς εἶναι, (θάπρεπε νὰ εἶναι..), ἡ ἐξέλιξη, οἱ απάτητοι δρόμοι, ἡ ματιά πού χάνεται στο σκοτάδι καὶ δὲν τήν διακρίνει κανείς, τὸ βάθος πού ουδείς ἐπιθυμεῖ να κατέλθει· ἐχθρός τῆς εύκολίας, προαιώνιος αντίπαλος τοὺ στερεότυπου λόγου, φανατικός ἐχθρός τοῦ ἀνάξιου καὶ τοῦ κίβδηλου κειμένου.

Ὅμως ξεπέφτουμε καὶ ἐμεῖς σὲ φλυαρία -γιὰ ὅλα τοῦτα ὑπάρχουν τὰ κείμενἀ μας, ὑπάρχει τὸ παρόν ἱστολόγιο, ὑπάρχει τὸ περιοδικό…

Σἐ ἄλλες σελίδες θα δεῖτε πῶς μπορεῖτε νὰ αποκτήσετε τὴν «χίμαιρα», εἴτε σὲ ἡλεκτρονική εἴτε σὲ ἔντυπη μορφή. Γιὰ τήν ίδια τήν οὐσία τῆς προσπάθειάς μας, θὰ θυμηθώ δυό ἀράδες ἀπό τήν έπιστολή ἑνός ἀναγνώστη τοῦ περιοδικοῦ, θὰ τήν εὕρετε δημοσιευμένη στο ἑπόμενο τεῦχος, γράφει λοιπόν ανάμεσα σὲ ἄλλα: «…ζητᾶτε πολλά, πάρα πολλά ἀπό τόν συγγραφέα, τὸν άναγνώστη, τόν ἁπλό ἄνθρωπο. Ζητάτε να ξεπεράσει τόν ἑαυτό του,  τὴν ἐποχή του, τήν ἐκπαίδευσή του, το ἴδιο τὸ περιβάλλον πού ζεῖ, ζητάτε κόπο, ζόρι, ιδρῶτα, μέσα σὲ κοινωνίες πού ὅλα τούτα τὰ ἔχουν ἀφήσει πίσω τους, μὲ ἄλλα λόγια ματαιοπονείτε καἰ περπατάτε ἕναν δρόμο ἀνέλπιδο…»..

Ζητάμε πολλά καὶ στὸ μέλλον θὰ ζητήσουμε ἀκόμη περισσότερα. Ὄχι ἀπό πεῖσμα, ἀπό τήν ἐμμονή ἑνός φανατισμού, τὴν πικρία μιὰς μειονότητας..

Εἶναι γιατί το πιστεύουμε βαθιά πώς ἡ δημιουργία δὲν ἔχει ἄλλο δρόμο ἀπό ἐκεῖνον τοῦ πνευματικοῦ μόχθου σὲ κάθε βῆμα, σε κάθε μορφή, σὲ κάθε ἐξέλιξη. Ἡ ἄξια λογοτεχνία, (καὶ ιδιαίτερα ἡ ποίηση..), εἶναι ἀγκάθι στὸν ἐφησυχασμό, εἶναι αἷμα, ἀπομόνωση, σκέψη μαχόμενη, γνώση ποὺ πλαταίνει μέρα μὲ τήν ἡμέρα, ἀγώνας τῆς συνείδησης γιὰ τήν ἴδια της τήν εξέλιξη μέχρι πού θα σταματήσει νὰ ὑπάρχει. Τότε καὶ μόνον τότε οἱ σελίδες τοῦ γραφιά μπορεῖ νὰ δώσουν κάτι τὸ ουσιώδες, κάτι τις τὸ ἄξιο ποὺ θα προχωρήσει τήν σκέψη σας ἕνα βῆμα παραπέρα..

Θὰ κλείσω μὲ τὸ, κατ’ἐμέ ἐμβληματικό ποίημα τοῦ Στράτου τοῦ Κοντόπουλου, «Μὲ τα δέντρα θὰ μετρηθεῖς«, τὄχω παρουσιάσει σὲ ἄλλο ἄρθρο. Ἄξιο σε τεχνική καὶ οὐσία..

 

Ὅταν ἐκείνη ἡ φοβερὴ φωνὴ

πού κηρύσσει τὸ τέλος, ἀκουστεῖ νά λέει

Μετρηθετε!,-

ξεύρω καλὰ τί πρόκειται νὰ κάμεις..

Θὰ βγάλεις τὰ τεφτέρια σου, τὰ βιβλιάρια τραπέζης,

τοὺς μισθοὺς τόσων χρόνων, τὰ σπίτια πού ἔκτισες,

πίνακες ἀκριβούς πού δημοπράτησες,

κληρονομιὲς πού δέχτηκες

ἐταιρίες πού μοσχοπούλησες

Μὰ ἡ φωνὴ θὰ ἐπιμείνει

Μετρηθετε!

Δὲν μπορεῖ, κάτι ξέχασες..

α!, ναί, εἶχες καὶ κάτι κοσμήματα κρυμμένα

(γι ρα νάγκης)

λίγα ὁμόλογα ξεχασμένα σὲ θυρίδες,

νὰ κι ἐκεῖνο τὸ κτηματάκι  στὸ χωριό..

«Ατ εναι λ α», θὰ πεῖς

« τι χω γι ν μετρηθ, δ τὸ καταθέτω..»

Καὶ βέβαια ἀπὸ τὴν τόσο μεγάλη περιουσία,

πῶς νὰ θυμηθεῖς ἐκείνη τὴν ἀσήμαντη τὴν ρίζα

πού κάποτε σοῦ χάρισαν

καὶ τὴν παράτησες στὸν κῆπο ἀπότιστη

νὰ παλεύει μ’ ἀνέμους, θύελλες καὶ κεραυνούς,

πού ὅταν ἔγινε σακατεμένο ἀπὸ τὴν δίψα δέντρο,

(καὶ κάθε βράδυ σφύριζε νὰ τὸ προσέξεις),

ἀδιάφορος προσπέρασες καὶ πάλι.

 

Ἐντούτοις,

ὑπάρχει μία πιθανότητα

(μία ἐλαχίστη πιθανότητα)

ἡ φοβερὴ φωνή, ἡ στεντόρειος,

ἡ ἐσχάτη τῶν ὤτων σου,

σημασία νὰ μὴ δώσει

στὰ μαλάματα πού ἔχεις ἀραδιάσει

Νὰ πεισμώσει,

νὰ ἐπιμείνει..

Μετρηθετε! Μ τ δ έ ν τ ρ α μετρηθετε!

 

Καὶ τότε, ποῦ καιρὸς γιὰ μετάνοιες,

τότε, ποῦ καιρὸς νὰ ἐπιστρέψεις

καὶ τὸ δέντρο τῆς αὐλῆς σου νὰ ποτίσεις…

(Στράτος Κοντόπουλος, «Ἡ ἀπέναντι ὄχθη», 1970, ἰδιωτικὴ ἔκδοση)

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το