Ἀποχαιρετισμός στήν παλαιά λογοτεχνία

Γιά νά ὑπάρχουν μεγάλοι ποιητές, πρέπει νά ὑπάρχουν καί μεγάλοι ἀναγνῶστες…»

(Walt Whitman, 1819 – 1892)

(Εἶναι καιρός τώρα πού προσπαθοῦμε νά ὁλοκληρώσουμε ἕνα δοκίμιο γιά τήν κλασική καί νέα λογοτεχνία, ἀλλά τό μέγεθος αὐτοῦ τοῦ πονήματος εἶναι ἀδύνατον νά δημοσιευθεῖ ἐδῶ. Ἄλλωστε, διαθέτει ἐκτενῆ βιβλιογραφία, σημειώσεις καί παραπομπές καί ἄλλα φιλολογικά, πού μόνο κούραση θά προκαλοῦσαν στόν ἀναγνώστη πού δέν σχετίζεται μέ τήν ἀκαδημαϊκή κοινότητα. Ἀντί λοιπόν γιά τό σύνολο τοῦ δοκιμίου ἤ ἔστω ἐκτενῆ ἀποσπάσματά του, [κάτι ἐξοντωτικό γιά τήν συνέχεια καί κατανόηση τοῦ κειμένου], ἀποφασίσαμε νά δημοσιεύσουμε μόνο τό εἰσαγωγικό σημείωμα καί μάλιστα στήν ἀρχική του [ἀτημέλητη] μορφή. Τά ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κέρναν νομίζω πώς ἐπιβοηθοῦν τό κείμενο ἤ τουλάχιστον, καί γιά ὅποιον ἐνδιαφέρεται, ἀνοίγουν ἕνα μεγάλο ζήτημα πού συζητεῖται χρόνια τώρα στήν Εὐρώπη καί στίς Ἡνωμένες πολιτεῖες)

Εἰσαγωγικά

Εἶναι φορές πού πρέπει κανείς νά ἀποφασίσει μία μικρή παύση στίς καθημερινές του δραστηριότητες καί νά κοιτάξει τά πράγματα ἀπό κάποια ἀπόσταση, ἡ ματιά του νά καθαρίσει ἀπό τά σκουπιδάκια τῆς συγκυρίας, ὁ στοχασμός του νά ἐπικεντρωθεῖ στό σημαντικό, στό κρίσιμο. Ἕνας διανοούμενος κινδυνεύει πάντοτε ἀπό μία ἰδιότυπη μανιέρα, ἀπό τήν τυποποίηση, τήν τυφλή πίστη στήν ἴδια του τήν σκέψη, πού ὅμως κατά διαστήματα εἶναι ἀπαραίτητο καί νά ἀναθεωρεῖται καί νά ἐξετάζεται σχολαστικά καί νά ἀμφισβητεῖται ἀκόμη καί στά πιό δομικά της στοιχεῖα.

Πιστεύω ὅτι ἐδῶ καί ἀρκετό καιρό, (οἱ διανοούμενοι χαρακτηρίζονται πάντοτε ἀπό μία καθυστέρηση παραδοχῶν) βρισκόμαστε σέ ἕνα κομβικό σημεῖο γιά τήν λογοτεχνία. Καί στήν συγκεκριμένη περίπτωση κομβικό σημεῖο σημαίνει πώς κάτι παλαιό πεθαίνει (ἤ ἀργοπεθαίνει) καί κάτι νέο ἀνατέλλει (ἤ τουλάχιστον τό προσπαθεῖ). Ἅς τό ποῦμε λοιπόν δίχως περιστροφές καί μετωνυμίες – ἡ λογοτεχνία ὅπως τήν γνωρίζουμε ἐδῶ καί αἰῶνες εἶναι πλέον ἕνα σῶμα νεκρό πού ἀκόμη δέν ἔχει λάβει πιστοποιητικό θανάτου καί τήν θέση της τήν ἔχει παραχωρήσει σέ μιά «νέα λογοτεχνία» πού δέν ξέρουμε ἀκόμη πῶς νά τήν ὀνοματίσουμε. Ξέρουμε τά χαρακτηριστικά της, τούς συγγραφεῖς της, τίς ἐμμονές της, ἀκόμη καί τίς ἰδεολογικές ἀφετηρίες της. Γνωρίζουμε σχεδόν ἀκριβῶς καί τόν καιρό τοῦ τοκετοῦ της. Ὅμως ἐπιμένουμε νά ζοῦμε σέ ἕναν μετεωρισμό. Ἀρνούμεθα τόν θάνατο τῆς παλαιᾶς λογοτεχνίας. Καί στέκουμε ἀμήχανοι καί διστακτικοί στό νέο πού διαπιστώνουμε μπροστά μας.

Ἔχουμε μάθει νά συζοῦμε μέ τήν ὑποκρισία, ὅμως τά μηνύματα εἶναι πολλά καί ἔρχονται ἀπό παντοῦ. Στούς δέκα ἀναγνῶστες εἶναι ζήτημα ἐάν ἕνας θά μπορέσει νά ὁλοκληρώσει τήν ἀνάγνωση κλασικῶν συγγραφέων, ὅπως γιά παράδειγμα ὁ Τολστόι καί αὐτός ὁ ἕνας καί μοναδικός θά προσπαθήσει πολύ γιά νά καταπνίξει τήν ἀδιαφορία του γιά ὅσα διαβάζει. Ἀνεπίσημες ἔρευνες ἀπό τήν ἀλλοδαπή, (καί ὡς τέτοιες νοοῦνται κι ἐκεῖνες τοῦ μικροῦ ποσοτικά δείγματος πού διεξάγονται στά ἀμφιθέατρα καί τά συνέδρια τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας), καταδεικνύουν τεράστιες ἀλλαγές στήν συγγραφική καί ἀναγνωστική συμπεριφορά. Στήν Ἑλλάδα ἡ ποιητική γενεά τοῦ 1880 ζεῖ μοναχά στά ἀγάλματα καί στίς βιβλιοθῆκες, ἀκόμη καί ἀπό νεότερους ποιητές, ὅπως ὁ Ἐλύτης ἤ ὁ Σεφέρης, ἔχουν ἀπομείνει τσιτάτα καί ἐλάχιστοι στίχοι, οἱ ὑπόλοιποι ἀναπνέουν μόνο σέ ἀνθολογίες καί φιλοσοφικές σχολές. Οὔτε λόγος βεβαίως γιά Σολωμό, Κάλβο, Παπατζώνη, Παλαμά, Χατζόπουλο ἤ ἀκόμη καί Βρεττάκο ἤ τά καλύτερά τοῦ Ρίτσου. Ὁ Λειβαδίτης διασῴζεται στά πιό ἄνοστα καί μελοδραματικά ἐρωτικά του, ὁ Καβάφης ἔχει γενεῖ γαϊτανάκι στά χέρια τῶν νέων διαχειριστῶν τοῦ ἀρχείου του. Ἔρευνες ἀπό τήν Ἀμερική ἔρχονται νά ἐπιβεβαιώσουν ὅτι πλέον σημαντικό μέρος τῶν ἀνηλίκων δυσκολεύεται στήν ἀνάγνωση καί στήν κατανόηση τοῦ λογοτεχνικοῦ κειμένου καί εἶναι σχεδόν βέβαιο ὅτι ἐάν ὑπῆρχαν παρόμοιες ἔρευνες καί ἐδῶ, (μά ἴσως καί νά ὑπάρχουν…), θά ὁδηγοῦσαν σέ παρόμοια συμπεράσματα.

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἔχει ἐδῶ καί καιρό ξεκινήσει μία νέα ἐποχή γιά τήν λογοτεχνία. Καί σέ τούτη τήν μετάβαση νομίζω ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό λόγο θαρρετό, καθαρό στά νοήματά του, φρέσκο στίς στοχαστικές του ἀναζητήσεις καί διατυπώσεις. Ἐάν ἡ παλαιά ποίηση εἶναι πλέον νεκρή θά πρέπει νά διαπιστώσουμε τήν αἰτία θανάτου καί ἐάν ἡ νέα λογοτεχνία ἔχει ποιότητες θά πρέπει νά τίς διακρίνουμε καί νά τίς ἀναδείξουμε. Ἐάν πάλι αὐτό τό νέο τίποτα τό καινούριο δέν φέρνει στίς ζωές μας, εἶναι καί πάλι ὑποχρέωση τῶν λεγόμενων πνευματικῶν ἀνθρώπων, (τῶν ὅσων ἔχουν ἀπομείνει…), νά κρίνουν, νά ἐπικρίνουν, νά προτείνουν. Γιατί ἐδῶ δέν ἔχουμε ἁπλῶς τήν ἐμφάνιση ἑνός νέου λογοτεχνικοῦ ρεύματος, μιά ἀλλαγή στήν ποιητική φόρμα, ἕνα ἁπλό χάσμα γενεῶν. Αὐτό πού συμβαίνει εἶναι μία μετάλλαξη καί μάλιστα μέ τρόπο βίαιο, σχεδόν καταναγκαστικό.

Ἅς προσπαθήσουμε λοιπόν μία πρώτη ἀνίχνευση, ἅς προσπαθήσουμε νά ποῦμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, νά ἐντοπίσουμε τίς θηριώδεις ἀλλαγές πού ἔχουν συμβεῖ ἤ βρίσκονται πρό τῶν πυλῶν. Καί ὁ καθείς μετά μπορεῖ νά πάρει τίς ἀποστάσεις του καί νά δεῖ ψυχραιμότερα ἀκόμη καί ἐξωλογοτεχνικά φαινόμενα πού ὅμως – μή γελιέστε!.. – στενά σχετίζονται μέ τήν ὑποχώρηση ἤ καί τήν μετάλλαξη τοῦ πολιτιστικοῦ σώματος σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.

Ἡ ἀντοχή τῆς παλαιᾶς λογοτεχνίας

Ἡ ἀνάγνωση σήμερα συγγραφέων “παλαιᾶς κοπῆς” καταντᾶ σχεδόν ἀδύνατη γιά τούς περισσότερους κυρίως νέους ἀναγνῶστες, πού ἔχουν μάθει ν’ἀναγνωρίζουν ὡς λογοτεχνία ἐκείνη πού ἐξελίσσεται σέ πραγματικό χρόνο καί ἀφορᾶ τήν σύγχρονη ἐποχή. Μαθημένοι να ἀναγνωρίζουν μοναχά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά καί ὄχι νά ἀναλύουν σέ βάθος τόν χαρακτῆρα ἑνός προσώπου, εἶναι άδύνατο νά ἀντιληφθοῦν εἰρωνείες, αμφισημίες, μεταφορές καί συμβολισμούς πού κρύβονται σέ κείμενα παλαιότερων ὅπως ὁ Ντοστογιέφσκι ἤ ὁ Τσέχωφ… μέ αὐτόν τον τρόπο ἀνάγνωσης εἶναι ἀπολύτως φυσιολογικό νά βρίσκουν αὐτά τά κείμενα ἀνιαρά καί μακρόσυρτα χωρίς λόγο καί αἰτία.

Ἀπό τήν ἐμφάνιση τῆς τυπογραφίας ἕως καί τόν 20ο αἰῶνα ὑπῆρξαν πολλές καί σημαντικές κοινωνικές ἀλλαγές, μά ἡ λογοτεχνία κάθε εἴδους ἀποτελοῦσε μία σταθερά, ἄλλοτε ἑνοποιητική, ἄλλοτε ἐνισχυτική ἑνός διχασμοῦ, ἀλλά πάντως τά δομικά της χαρακτηριστικά ἤσαν σχεδόν ἀναλλοίωτα. Κατά καιρούς ὑπῆρξαν μεταβάσεις καί ὑπερβάσεις πού ἀφοροῦσαν κυρίως τήν φόρμα – ρομαντισμός, συμβολισμός, ὑπερρεαλισμός, δομισμός καί πολλά ἀκόμη ρεύματα ᾖλθαν καί παρῆλθαν, ὅμως μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἀποδείχθηκε πώς ἀφοροῦσαν κυρίως τήν τεχνική τοῦ στίχου, ὅσο καί ἄν οἱ ἐμπνευστές αὐτῶν τῶν ἀλλαγῶν ἤθελαν νά μᾶς πείσουν γιά τό ἀντίθετο. Σέ κάθε περίπτωση πάντως αὐτές οἱ ἀλλαγές στάθηκαν δημιουργικές, καθώς ἀνανέωναν τήν ποίηση, (κυρίως τήν ποίηση…) καί δημιουργοῦσαν ἀντιστοιχίσεις μέ παράλληλες κοινωνικές ἀλλαγές.

Στήν Ἑλλάδα δανειστήκαμε πολλά ἀπό τά στοιχεῖα αὐτῶν τῶν νεωτερισμῶν, ἀλλά πάντως ἀπό τό Βυζάντιο ὡς καί τά τέλη τοῦ 20ου αἰῶνα κατορθώσαμε νά δημιουργήσουμε ποίηση πρωτότυπη καί μέ ἐξαιρετικές ποιότητες. Καί ἄν ὁ Καρυωτάκης βαθιά ἐπηρεάστηκε ἀπό τούς Γάλλους συμβολιστές, ὁ Σεφέρης ἀπό τόν Ἔλλιοτ καί τόν Καρυωτάκη, ὁ Ἐλύτης ἀπό τούς ὑπερρεαλιστές, (καί ἀρκετοί ἀκόμη κυρίως ἀπό τό 1880 καί μετά…), στό τέλος τῆς ἡμέρας ἄφησαν ποίηση λεπτοδουλεμένη, γνήσια καί μέ ποιότητες πού σπάνια συναντοῦμε ἀκόμη καί σέ σημαντικά ὀνόματα ἐκτός συνόρων.

Εἴτε πρόκειται γιά τόν Καρυωτάκη καί τόν Καβάφη, εἴτε γιά τόν Παλαμά ἤ τόν Παπατζώνη καί μέ ὅσες διαφορές καί ἄν ἐντοπίζονται ἀνάμεσά τους, ἡ ἐγχώρια ποίηση κρατοῦσε κάποια κοινά κριτήρια, ἕναν πήχη πού δέν σκέφτηκε ποτέ νά χαμηλώσει. Μποροῦμε ἄραγε νά ἐντοπίσουμε σήμερα μέ ἀσφάλεια αὐτά τά κοινά χαρακτηριστικά;.. μποροῦμε νά διαπιστώσουμε τά γιατί καί τά πῶς αὐτῆς τῆς ἀντοχῆς καί ποιότητας;.. ἤ μήπως πρόκειται γιά ἀντοχή «πλαστή», ψευδαίσθηση μιᾶς κεκτημένης ταχύτητας καί συμβατικῶν σχολικῶν παραδοχῶν;

The death of Literature, by Alvin Kerman

Καθώς τό θέμα σήμερα εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικό ἀλλά καί χαῶδες, εἶναι καλό νά παραμείνουμε στά οὐσιώδη καί νά χρησιμοποιήσουμε κάποιον ὁδηγό. Τό βιβλίο τοῦ Ἄλβιν Κέρμαν «Ὁ θάνατος τῆς λογοτεχνίας», ἐκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, 2001, διαθέτει πολλά ἀπό ἐκεῖνα τά χαρακτηριστικά πού θά μποροῦσαν νά τό χαρακτηρίσουν προφητικό, ἀλλά καί κατάλληλο στό νά δοῦμε ἀπό ἀπόσταση τίς τεράστιες ἀλλαγές πού ἔχουν ἐπέλθει παγκόσμια στήν δομή καί στήν μετάλλαξη τῆς λογοτεχνίας.

Ὑπάρχουν ἐλαττώματα, ὑπάρχουν καί προτερήματα σέ τοῦτο τό βιβλίο. Τό μεγαλύτερο πλεονέκτημά του ἐντοπίζεται στίς γενικές διαπιστώσεις καί στοχασμούς, σέ μία ἐντελῶς εὔστοχη ματιά στό μέλλον τῆς λογοτεχνίας, σέ μία ἐποχή (1992) πού ἡ δύναμη τοῦ ὑπολογιστῆ καί τῶν κοινωνικῶν δικτύων ἦταν σχετικά ἄγνωστη καί ἀπρόβλεπτη, ἀκόμη καί στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες. Ὁ Κέρμαν θεωρεῖ ὅτι ἡ «παλιά» λογοτεχνία πέθανε ἤ ἔστω ἀργοπεθαίνει, ἀλλά ἡ ἀστείρευτη αἰσιοδοξία πού θέλουν νά διατηροῦν οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι, δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά εἶναι κατηγορηματικός, πολλές φορές οἱ διαπιστώσεις του δέν ὁδηγοῦν σέ ἀφοριστικό συμπέρασμα, σέ κατηγορηματικό τόνο. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὑπάρχουν καί μειονεκτήματα γιά τόν Ἕλληνα ἰδιαίτερα ἀναγνώστη, στό βιβλίο χρησιμοποιοῦνται πολλά λογοτεχνικά παραδείγματα παντελῶς ἄγνωστα στούς μή εἰδικούς, ἐνῷ ἡ ὑπερβολική περιπτωσιολογία κάποιες φορές ἀποδυναμώνει τό βάθος καί τό εὖρος ἑνός στοχασμοῦ. Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως τά θετικά ὑπερτεροῦν, ἰδιαίτερα στά σημεῖα ἐκεῖνα πού μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε τά κοινά χαρακτηριστικά μιᾶς «παγκόσμιας νέας λογοτεχνίας» καί τόν θάνατο ὅλων ἐκείνων τῶν κειμένων πού αἰῶνες τώρα ἀναγνωρίζαμε ὡς ἀξιόλογα ἔργα, ὡς ἰδιοφυεῖς δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος.

Ὁ σχεδόν αἰωνόβιος Κέρναν, καθηγητής ἀνάμεσα στά ἄλλα στό Princeton, διαπιστώνει ἐπαναληπτικά ὅλα ἐκεῖνα πού κατά καιρούς ἔχουμε ἀναφέρει σέ παλαιότερα κείμενά μας καί ἡ σύμπτωση ἀπόψεων προκαλεῖ πράγματι ἔκπληξη, ἰδιαίτερα ὅταν σκεφθῶ ὅτι τό βιβλίο του τό εἶχα διαβάσει πολλά χρόνια πρίν καί μάλιστα χωρίς  τίς σημειώσεις πού συνήθως κρατᾶμε ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν λογοτεχνία καί τό κείμενο γενικότερα. Παρόλο λοιπόν πού τό βιβλίο εἶναι σχετικά παλαιό, (καί ἴσως ἀκριβῶς γι’ αὐτό), τό ἐπέλεξα γιά τό σημερινό κείμενο, καθώς τό θεώρησα κατάλληλο νά μᾶς ἀκολουθήσει στήν σημερινή ἀποτίμηση μιᾶς πορείας. Ἀπό ἐδώ καί πέρα, ὅλα τά κείπμενα σέ εἰσαγωγικά εἶναι ἀποσπάσματα ἀπό το βιβλίο τοῦ Κέρναν.

Τό τέλος μιᾶς Ἐποχῆς

«Μέσα ἀπό αὐτές τίς μνημειώδεις ἀλλαγές, [σ.σ: ἐννοεῖ τήν βιομηχανική ἐπανάσταση, τήν ὑποχώρηση τῆς ἐπιρροῆς τῆς θρησκείας καί τήν ἐπιστημονική πρόοδο], ἡ Δυτική Εὐρώπη μεταμορφωνόταν ἀποφασιστικά, τρεῖς αἰῶνες μετά τήν ἐμφάνιση τῆς τυπογραφίας, ἀπό κουλτούρα τοῦ προφορικοῦ σέ κουλτούρα τοῦ ἔντυπου λόγου…»

Ἡ ἐπισήμανση εἶναι σωστή. Γιά περίπου πέντε αἰῶνες τό ἔντυπο εἶχε μία ἁλματώδη ἀνάπτυξη καί μαζί του γιγαντώθηκε ἕνα τεράστιο λογοτεχνικό πεδίο, ὄχι μόνο μέσα ἀπό τίς δημιουργίες καθαυτές, ἀλλά καί μέ ἕνα (βασανιστικά ἐπεξεργασμένο) σύνολο λογοτεχνικῆς θεωρίας καί κριτικῆς. Στήν κυριαρχοῦσα πλέον ἔντυπη λογοτεχνία ἐνσωματώθηκε καί ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ προφορικοῦ λόγου, δημοτικά τραγούδια, θρῦλοι, παραμύθια καί πραγματικές ἱστορίες, ἔτσι ὅπως μεταφέρθηκαν ἀπό γενιά σέ γενιά. Τό βιβλίο ἀποτέλεσε τό βασικό ἐργαλεῖο γιά τήν διάδοση προοδευτικῶν ἰδεῶν, προώθησε τόν οὐμανισμό ὅσο κανένα ἄλλο μέσο καί κατόρθωσε νά πάρει κυρίαρχη θέση στήν συνείδηση κάθε σκεπτόμενου ἀνθρώπου. Ὅ,τι βαθύτερο, ὅ,τι πιό ἀνήσυχο καί ὅ,τι πιό δημιουργικό ἀποτυπώθηκε μέσα σ’ αὐτήν τήν τεράστια παγκόσμια βιβλιοθήκη αὐτούς τούς πέντε αἰῶνες.

Μέσα σ’ αὐτήν τήν ἐξέλιξη καί παρόλες τίς τραγικές ἱστορίες τῶν πολέμων πού ἐμφανίζονταν κάθε στό τόσο, ἡ ποίηση γρήγορα κατέκτησε τό λεγόμενο τρόπαιο τοῦ «βαθύτερου καί πλέον δημιουργικοῦ ἔντυπου λόγου». Παρά τό ὅτι οἱ καλύτεροι ποιητές ἀντιμάχονταν θεσμούς καί πολλές φορές οἱ γέφυρες ἤσαν τό μοναδικό τους σπίτι, στό συλλογικό ὑποσυνείδητο ἡ καλή ποίηση ἀποτελοῦσε πάντοτε τό ἀσφαλέστερο καί πολλές φορές τό εἰλικρινέστερο, (τό πιό γυμνό ἀπό ὑποκρισία), καταφύγιο.

Στήν Εὐρώπη αὐτή ἡ πορεία ἦταν σχεδόν ἀδιατάρακτη, ἀλλά στήν Ἑλλάδα μέ τούς χιλιάδες ἐτεροκαθορισμούς καί τήν ἐλάχιστη νεότερη πνευματική ἱστορία, ἡ πεζογραφία στάθηκε κυρίως ἡ ἀντανάκλαση σημαντικῶν ἱστορικῶν γεγονότων καί τά σημαντικότερα πεζογραφήματα ἤσαν ἐκεῖνα πού ἀποτύπωναν τήν τραγικότητα τῆς τοπικῆς ἱστορίας. Ἡ πορεία ὅμως τῆς ποίησης ἦταν διαφορετική. Μπορεῖ νά μήν ἀναδείχτηκαν πολλές ποιητικές φωνές, ἀλλά ὁ στῖχος τῶν δέκα ἤ εἴκοσι σημαντικῶν ποιητῶν στέκεται ἐφάμιλλος μέ ἐκεῖνον τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἴσως δέν ἔχουμε τούς εὐρεῖς ὁρίζοντες τῆς γερμανικῆς καί ρώσικης λογοτεχνίας, ἴσως ἀπό τήν ἑλληνική ποίηση νά ἀπουσιάζει πολλές φορές ἡ κάλυψη τοῦ καθολικοῦ καί τοῦ πανανθρώπινου, ἀλλά πολλά ἔργα νεότερων ποιητῶν ἀποτελοῦν πραγματικό κέντημα μιᾶς ἐσωτερικῆς διαλεκτικῆς, ἀκριβέστατη ἀποτύπωση συναισθημάτων, σχέσεων, ψυχικῶν ἰσορροπιῶν καί προβλημάτων – τό ἔχω ξαναγράψει ὅτι ποιητές ὅπως ὁ Καρυωτάκης, ὁ Σεφέρης, ὁ Παπατζώνης, ὁ Καβάφης καί ἀρκετοί ἄλλοι μελέτησαν τήν θέση τοῦ προσώπου ἀπέναντι στό περιβάλλον του μέ μαεστρία καί βάθος μοναδικό, (μπορεῖτε νά ἀναζητήσετε λεπτομέρειες γιά ὅλα αὐτά στά ὑπόλοιπα κείμενα τῆς ἰστοσελίδας).

Μέ δύο λόγια, γιά ὅλη τούτη τήν μακρόχρονη περίοδο, τό βιβλίο καθιερώθηκε ὡς τό σύμβολο ἑνός μοναδικοῦ πνευματικοῦ πλούτου. Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί ἡ ἑρμηνεία γιά τό γεγονός πώς ἡ δική μου γενεά, (ὅπως καί ἑκατοντάδες γενεές πρίν ἀπό αὐτήν), παρά τό ὅτι βίωσε τό αὐταρχικό σχολεῖο, (σχεδόν στρατιωτικοῦ τύπου), ἐνηλικιώθηκε μέ πολύ στέρεες γλωσσικές καί στοχαστικές ἱκανότητες, καθώς τό, ἐξωσχολικό κυρίως, κείμενο ἀποτέλεσε τήν μοναδική της σχεδόν πνευματική ἐνασχόληση. Ἀκόμη καί ὅταν ἔφτασε ἡ τηλεόραση στήν Ἑλλάδα, αὐτόν τόν πνευματικό πλοῦτο δέν μπόρεσε νά τόν μεταλλάξει ἤ νά τόν καταστρέψει, εἴχαμε προλάβει νά τόν ἀφομοιώσουμε ὡς καθημερινή συμπεριφορά, σκέψη, ἰδεολογία.

Αὐτά περίπου ἕως τήν δεκαετία τοῦ 80 καί τοῦ 90, ἐποχή πού ὁ Κέρναν γράφει τό βιβλίο του…

«Τό πρόβλημα γιά τήν λογοτεχνία δέν εἶναι μόνο το ὅτι τό ἐνδιαφέρον γιά τό διάβασμα μεγάλων βιβλίων μειώνεται ὅσο ἡ παρακολούθηση τῆς τηλεόρασης αὐξάνεται, ἤ ἀκόμη ὅτι τό διάβασμα κάθε εἴδους γίνεται μία χαμένη ἱκανότητα σέ μία ἐποχή ὅπου ὅλο καί περισσότερες πληροφορίες εἶναι διαθέσιμες στήν ἠλεκτρονική ὀθόνη. Σέ ἕνα πιό βαθύ ἐπίπεδο ὁ τρόπος πού βλέπει τόν κόσμο ἡ τηλεόραση ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τόν τρόπο πού βλέπει τόν κόσμο ἡ λογοτεχνία βασισμένη στό τυπωμένο βιβλίο…»

Στίς ἀπαρχές της ἡ ἑλληνική τηλεόραση, (μονοπώλιο ἄλλωστε καί ἀσφυκτικά ἐλεγχόμενη στήν εἰδησεογραφία της), ὅπως καί τό ραδιόφωνο, προσπάθησε νά συνταιριάξει μέ τό πνεῦμα ἤ μέ ὅ,τι τέλος πάντων θεωροῦνταν πνευματικό στήν Ἑλλάδα ἐκείνη τήν ἐποχή. Στό ραδιόφωνο οἱ παλιότεροι θυμοῦνται μέ νοσταλγία τό «Θέατρο τῆς Δευτέρας» καί ἀργότερα τό Τρίτο πρόγραμμα, ἐνῷ στήν τηλεόραση γίνεται προσπάθεια νά μεταφερθοῦν ἔργα γνωστῶν συγγραφέων, ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Μυριβήλης, ὁ Τερζάκης. Τά ὑπόλοιπα πού ἀκολούθησαν εἶναι πλέον Ἱστορία καί τά ἀποτελέσματά τους εἶναι σήμερα ὁρατά στόν καθένα.

Φταίει ἡ τηλεόραση, παλαιότερα το ραδιόφωνο καί τώρα τό διαδίκτυο; Συνήθως οἱ μέν ἀπαντοῦν θετικά καί οἱ ἄλλοι μισοί ἀρνητικά, ἀλλά πολύ φοβοῦμαι ὅτι τὀ πρόβλημα εἶναι πιό σύνθετο, περισσότερο πολύπλοκο.

Τίς περισσότερες φορές πρόκειται γιά ἕναν φαῦλο κύκλο, ἀλλά κάποτε τό μέσον χρωματίζεται ἀπό τήν παιδεία τοῦ ἀποδέκτη, τίς ἀντιστάσεις καί τήν εὐρυμάθεια τοῦ τηλεθεατῆ ἤ γενικότερα τοῦ χρήστη. Ἀπό τήν φύση τους ἄλλωστε τά μέσα πού βασίζονται στήν εἰκόνα εἶναι δυσδιάστατα, σέ ἀντίθεση μέ τήν λογοτεχνία καί ἰδιαίτερα τήν ποίηση , ὅπου ἀπαιτεῖται ἡ κάλυψη ὁρίων πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἐξαντλητική μελέτη καί συνολικότερη γνώση τῶν κανόνων τοῦ κειμένου.

«Οἱ ὀπτικές εἰκόνες δέν παρέχουν τό ἴδιο εἶδος ἀλήθειας ὅπως οἱ λέξεις. Αὐτό πού μᾶς λένε δέν εἶναι ἀπαραίτητα κατώτερο, ἀλλά διαφορετικό. Τό νόημα βρίσκεται πολύ περισσότερο στήν ἐπιφάνεια καί βιώνεται ἄμεσα μᾶλλον παρά ἀνακαλύπτεται μέ τήν ἐκτεταμένη καί σέ βάθος ἀνάλυση τῆς εἰκόνας. Τό νόημα τῆς ὀπτικῆς εἰκόνας εἶναι ἐπίσης πολύ λιγότερο σύνθετο, στερεῖται τῆς πολλαπλότητας τῶν νοημάτων πού χαρακτηρίζουν τήν καθεμιά λέξη καί τήν εἰρωνική ἀμφιταλάντευση πού δημιουργεῖται ἀνάμεσα στίς λέξεις…»

Ἀπέναντι στήν ἐπέλαση καί τήν ταχύτητα τῆς εἰκόνας, (πολλές φορές τῆς μονταρισμένης καί κατευθυνόμενης), ἦταν φυσιολογικό νά ξεκινήσει ἡ ὑποχώρηση τοῦ ἀναλυτικοῦ κειμένου πού βασίζεται στόν ἄπλετο χρόνο, τήν ἀπερίσπαστη σκέψη καί, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ποίηση, σέ μία ἀναλυτική στοχαστική διαδικασία. Χρόνο μέ τόν χρόνο, βιβλία πού ἄλλοτε ἀποτελοῦσαν ἀντικείμενο εἰρωνείας, (ἄν ὄχι καί χλευασμοῦ), σκαρφάλωσαν στίς πρῶτες θέσεις τῶν πωλήσεων καί τῶν προτιμήσεων ἑνός νέου κοινοῦ, εὐκαιριακοῦ ὡς πρός τήν ἀνάγνωση καί ὁπωσδήποτε ἐντελῶς ἀπομακρυσμένου ἀπό τήν ποίηση καί ἄλλα ἀπαιτητικά κείμενα. Μέσα σέ ἕναν φαῦλο κύκλο οἱ συγγραφεῖς προσαρμόστηκαν στήν νέα αἰσθητική καί ἡ γλῶσσα τους, (ἄλλοτε λογοτεχνική, γλωσσοπλαστική καί ἰδιαίτερη), ταυτίστηκε μέ τήν καθομιλουμένη. Χειρόγραφα ἐπιστράφηκαν στούς συγγραφεῖς τους γιά νά τά διορθώσουν, νά τά ἁπλοποιήσουν καί νά τά φέρουν στά μέτρα ἑνός ἀναγνώστη πού ἀναζητοῦσε τηλεοπτική ἀνάγνωση, γραμμική ἀφήγηση καί ἁπλή ἐπιφανειακή περιγραφή χαρακτήρων. Συγγραφεῖς πού μετά τήν μεταπολίτευση εἶχαν δώσει κάποια δείγματα ποιότητας, ἐξαφανίστηκαν καθώς ἡ ὅλη τους ἀντίληψη γιά τήν λογοτεχνία καί τό κείμενο στεκόταν πολύ μακριά ἀπό ἐκεῖνο πού πλέον ἦταν κυρίαρχο στό χῶρο τῆς μαζικῆς παραγωγῆς βιβλίου. Οἱ λεγόμενοι ποιοτικοί ἐκδότες ξεκίνησαν νά βάζουν νερό στό κρασί τους καί νά ἐκδίδουν τά «εὐπώλητα» καί οἱ ὅποιοι κριτικοί λογοτεχνίας εἶχαν ἀπομείνει μετατράπηκαν σέ μαϊντανούς παρουσιάσεων καί ἐκπομπῶν πολιτισμοῦ. Ἐκεῖνο πού χάθηκε ἀνεπιστρεπτί ἦταν αὐτό πού παλαιότερα ἀποκαλούσαμε «Ἐργάτης τοῦ πνεύματος», ὁ γραφιάς δηλαδή πού ἔσκυβε πάνω ἀπό τό κείμενο ἀπό μεράκι καί μόνο καί παντελῶς ἀδιαφοροῦσε γιά προβολή, χρήματα καί κολακεῖες. Καί σήμερα πιά, ὅσο καί ἐάν σκεφθεῖτε, στόν χῶρο τῆς λογοτεχνίας καί ὁπωσδήποτε τῆς ποίησης, εἶναι ἀπίθανο νά διακρίνετε πνευματικά ἀναστήματα πού ἔχουν κατακτήσει τό μπόι τους μέσα ἀπό τήν ποιότητα τῆς δουλειᾶς τους καί ὄχι τήν διαφήμιση ἤ τό μάρκετινγκ.

Ἀκόμη καί ὅταν ὁ στῖχος εἶναι γραμμένος στήν Δημοτική (ὅπως π.χ στόν Παπατζώνη), εἶναι ἀδύνατον να τόν κατανοήσει κάποιος πού ἔχει ταυτίσει τήν λογοτεχνία μέ τήν ἁπλή αφήγηση. Ὁ Παπατζώνης ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ποιητῆ πού “θαυμάζεται”, ἀλλά δέν “διαβάζεται”. Σέ ἕνα τεράστιο ποσοστό ἡ “παλαιά ποίηση”σήμερα στην Ἑλλάδα ἀναπνέει μοναχά ὡς σύμβολο, οἱ ὑπόλοιπες ζωτικές λειτουργίες της ἔχουν νεκρωθεῖ, πρόκειται γιά μία ποίηση σέ κατάσταση κωματώδη.
«Καί δέν εἶναι μόνο ὅτι οἱ ἠλίθιοι φτιάχνουν λέξεις καί φράσεις ἐν εἴδει ἐθνικῆς λογόρροιας, ἀλλά οἱ πιό ἐπιδέξιοι χρῆστες τῶν λέξεων, αὐτοί πού πείθουν κρυμμένοι, εἶναι ἀδιάντροποι καί ἀκατανόητοι ἀπατεῶνες τῆς γλώσσας πού μεγαλοποιοῦν, ἄν δέν λένε ἀπερίφραστα ψέματα, διαστρέφουν καί χειραγωγοῦν κυνικά. Οἱ κειμενογράφοι τῶν διαφημίσεων συνδέουν νοηματικά μιά ἄνοστη μπύρα ἤ ἕνα φτηνιάρικο αὐτοκίνητο μέ τό σέξ καί τήν ἀρρενωπότητα, ἀναξιόπιστοι πολιτικοί ὑπόσχονται αὐτό πού δέν ἔχουν τήν παραμικρή πρόθεση νά παραχωρήσουν, ἔμμισθοι σύμβουλοι δημοσίων σχέσεων μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ἡ πρόσφατη χημική ρύπανση δέν θά προκαλέσει καταστροφή στό περιβάλλον, οἱ image makers κάνουν τήν μετριότητα νά περνιέται γιά ἰδιοφυία. Αὐτή ἡ νέα Βαβέλ ἐσκεμμένα προσπαθεῖ νά ἀκουστεῖ σάν ρεαλιστικός καθημερινός λόγος, ἀλλά, ὅπως ὁ καθένας πού ἀκούει γνωρίζει, ἡ γλῶσσα πού ἰσχύει στίς μέρες μας φτιάχνεται ἀπό μηχανικούς της σύγχρονης γλώσσας, τούς μάνατζερ τῶν δημοσίων σχέσεων, τούς διασκεδαστές, τούς εἰδικούς τῶν μίντια, τίς τηλεοπτικές προσωπικότητας, τούς διαφημιστές, τούς γραφειοκράτες, τούς κατασκευαστές διασημοτήτων καί τούς εἰδικούς τοῦ μάρκετινγκ, τούς πολιτικούς καί τούς image makers, τούς τεχνοκράτες καί τούς λαικούς τραγουδιστές»

Στό παλαιό τοπίο ἡ λογοτεχνία «ἔφτιαχνε» γλῶσσα, σήμερα ὅλα τα ὑπόλοιπα  εἶναι πού καθορίζουν τό λογοτεχνικό κείμενο. Ἀκόμη καί ἡ διαφήμιση γιά νά εἶναι ἐπιτυχημένη θά πρέπει νά μιλήσει πολλές φορές μία χυδαία γλῶσσα καί νά κολακέψει τά πιό ταπεινά καί ἐγωκεντρικά κίνητρα τοῦ νεοέλληνα. Εἶχε ἀπόλυτο δίκαιο ὁ  ἀείμνηστος Ρένος Ἀποστολίδης ὅταν «ἔβριζε» γνωστή μάρκα μπύρας γιά τό ἄθλιο σλόγκαν «Γιατί ἔτσι μου ἀρέσει», ἕνα ἀπό τά ἀθλιότερα πού ἔχουν προβληθεῖ, καθώς προωθεῖ ὡς προσόν ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἐλαττώματα σ’ αὐτήν τήν χώρα, τόν τζάμπα μάγκα, τόν νταή, ἐκεῖνον πού νοιάζεται μοναχά γιά τό πῶς θά ἱκανοποιήσει τήν δική του (ἀνύπαρκτη) αἰσθητική, ἀκόμη καί ἄν αὐτό ἀποβαίνει καταστροφικό γιά τό περιβάλλον του.

Αὐτό το «Ἔτσι μου ἀρέσει» κυριάρχησε καταλυτικά καί στόν χῶρο τῆς λογοτεχνίας. Παλαιά κλασικά κείμενα παραμερίστηκαν καί στόν χῶρο τῆς λογοτεχνίας ἐμφανίστηκαν συγγραφεῖς ἀστέρες καί οἱ ὁποῖοι στό ὄνομα μιᾶς πλαστῆς χαλαρότητας καί ἑνός ἀπεχθοῦς λαϊκισμοῦ, συνεντευξιάζονται στήν πιό χυδαία γλῶσσα πού μπορεῖ κανείς νά φανταστεῖ. Ἕνας ἀπό αὐτούς, κληρονόμος μάλιστα ἠχηροῦ ὀνόματος,  χυδαιολογεῖ συχνά πυκνά στό διαδίκτυο, ἐνῷ τό πλέον ἀπεχθές καί δηλωτικό μιᾶς πρόστυχης πολιτικῆς, εἶναι πώς εἶχε ἀναλάβει ὑπεύθυνος πολιτισμοῦ (!) κοινοβουλευτικοῦ κόμματος. Ὅ ἄλλος παραδίπλα διαφημίζει τίς ἐρωτικές του ἱκανότητες, πλακώνεται στό λεκτικό καί σωματικό ξύλο μέ τήν πρώτη εὐκαιρία καί μετεωρίζεται ἀπό τό ἕνα ἄκρο τοῦ πολιτικοῦ φάσματος στό ἄλλο, μέ τήν ἴδια εὐκολία πού ἐσεῖς κι ἐγώ θά ἀλλάζαμε πουκάμισο. Ἕτερος Καππαδόκης, ἀπό τόν χῶρο τῆς τηλεόρασης προερχόμενος καί νῦν Δήμαρχος δέν ξέρω κι ἐγώ ποῦ, γνωστός νταής τῶν πεζοδρομίων, δηλώνει μέ περηφάνεια ὅτι «ποῦ καί ποῦ χρειάζεται νά πέφτει καί καμμιά σφαλιάρα…». Εἶναι ἀπολύτως φυσιολογικό ὅλος αὐτός ὁ συρφετός νά συγκροτεῖ τά εἴδωλα μιᾶς κοινωνίας, ὅπου ἡ βία πλέον εἶναι κάτι τό φυσιολογικό καί πολιτικά νομιμοποιημένη καί ὁ ἀτομισμός ἀποτελεῖ τόν ὕψιστο σκοπό κάθε δραστηριότητας… ἄλλωστε μην γελιέστε, ὁ ἐμφανέστατος πλέον ἐκφασισμός στά περισσότερα πεδία τοῦ δημόσιου καί ἰδιωτικοῦ βίου εἶναι ἐν μέρει ἀποτέλεσμα τῆς ὑποβάθμισης τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν σέ σχολειά καί πανεπιστήμια καί τῆς μετάλλαξης τῆς ὕλης ἀπό μέσον σέ μοναδικό σκοπό τῆς ὕπαρξης. Ἀλλά γι’αὐτό τό πρόβλημα θά διαβάσετε πολύ περισσότερα στίς ἑπόμενες σελίδες τοῦ βιβλίου.

Αὐτή ἡ εἰκόνα, (πλειονότητα σήμερα πιά…), ἔχει ἀποθαρρύνει τούς λιγοστούς πού προσπαθοῦν νά ὑπερασπιστοῦν μέ νύχια καί μέ δόντια τό Κείμενο καί τήν σπουδαιότητά του, ἔχει ἐξαφανίσει κάθε ἀπόπειρα ἀναλυτικῆς κριτικῆς, (ἰδιαίτερά της ἐπικριτικῆς) καί ἔχει ἐξαφανίσει τά ἐλάχιστα ποιοτικά κείμενα μέσα σέ ἕναν ὠκεανό ἀνούσιων, (στήν καλύτερη περίπτωση βιβλίων πού κατακλύζουν τά ράφια τῶν βιβλιοπωλείων γιά ἕνα μῆνα πρίν ἀποσυρθοῦν γιά πολτοποίηση ἤ γιά πώληση στά παζάρια τῶν βιβλίων καί στά παλιατζίδικα.

«Εἴδη ὅπως ἡ τραγῳδία ἤ ἡ κωμῳδία, πού κάποτε ἀποτελοῦσαν προπύργια τῆς λογοτεχνικῆς πραγματικότητας, ἔγιναν τόσο εὐπόρθητα ὅσο καί ἡ λέξη λογοτεχνία. Τό στύλ, ἡ μορφή καθώς καί ἡ δομή ἔχασαν τό νόημά τους κάτω ἀπό τό ψυχρό βλέμμα τοῦ ἀποδομιστῆ κριτικοῦ. Ἡ μεταφορά, ἡ εἰκόνα, ἡ εἰρωνία, ἡ ἀμφισημία καί ὅλα τα ἄλλα σχήματα λόγου πού ἄλλοτε θεωρεῖτο ὅτι διακρίνουν τήν λογοτεχνία ἀπό τίς ἄλλες μορφές λόγου, τώρα πιά εἶναι μόνο ἀλληγορίες ἤ ρητορικά τεχνάσματα, στρατηγήματα τῆς γλώσσας πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν δημιουργία ψευδαισθήσεων ἀπό τήν ἀλήθεια ἤ τήν πραγματικότητα. Πάρ΄ὅλη τήν ἀλλοτινή σημασία καί τήν φαινομενική τους στερεότητα, οἱ ἔννοιες αὐτές σήμερα θεωροῦνται μικρά πτώματα, διάσπαρτα στό νεκροταφεῖο ἐλεφάντων τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στά πιό μεγάλα κουφάρια τοῦ λογοτεχνικοῦ παρελθόντος, ὅπως ἐκεῖνα τῆς δημιουργικῆς φαντασίας, τῆς τέχνης γιά τήν τέχνη, τῆς ὀμορφιᾶς καί τοῦ μύθου…»

Ἅ! ναί, πρόκειται γιά ἕνα ἐντελῶς νέο τοπίο καί ἐάν τό δοῦμε ἀπό ἀπόσταση καί μέ ψύχραιμη ματιά, ἀποτελεῖ τό τέλος μιᾶς μακραίωνης περιόδου ὅπου ἡ ποιότητα τοῦ κειμένου καί ὁ οὐμανιστικός του χαρακτῆρας ἤσαν χαρακτηριστικά πρωτεύοντα καί οὐσιώδεις προϋποθέσεις γιά τόν χαρακτηρισμό ἑνός βιβλίου ὡς λογοτεχνικοῦ. Ἡ ἐποχή πού ὁ Ἐλύτης ἔψαχνε γιά μέρες μία λέξη γιά ἕνα ποίημά του ἤ ὁ Καβάφης βελτίωνε ἐπί ὀκτώ καί δέκα χρόνια ἕνα ποίημα ὀκτώ στίχων δέν ἀπέχει δραματικά ἀπό τό σήμερα, ἀλλά στήν πραγματικότητα καί μέ τήν σχετικότητα τοῦ χρόνου, εἶναι σάν νά ἔχουν περάσει αἰῶνες…

«Ἡ ἑρμηνεία, μία ἄκρως ὑποκειμενική δραστηριότητα, ἔχει ἀντικαταστήσει τό διάβασμα καί τήν κατανόηση. Ἡ ἀκραία δημοκρατική ἀντίληψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ὅποια ἀνάγνωση ἑνός κειμένου εἶναι ἐξίσου σωστή μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη, νομιμοποιεῖται ἀπό τήν ἑρμηνευτική, μιά γενική θεωρία τῆς ἑρμηνείας ἡ ὁποία προϋποθέτει ὅτι τό νόημα δέν βρίσκεται ποτέ μέσα στό κείμενο, ἀλλά πάντα στή θεωρία τῆς ἑρμηνείας πού ἐφαρμόζεται σέ αὐτό…»

Πρέπει νά ἔχουμε τήν γενναιότητα νά ἀποδεχθοῦμε, (καί ἐν πολλοῖς αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γραφῆς αὐτοῦ τοῦ βιβλίου), ὅτι τό παλαιό ἔχει πρό πολλοῦ πεθάνει καί μοναχά συμβολικοί λόγοι τό διατηροῦν ἀκόμη ταριχευμένο σέ μουσεῖα, ἀγάλματα καί σκονισμένα ράφια βιβλιοθηκῶν. Ἤδη ἀρχίζει μιά κυριαρχεῖ, (ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στούς νέους ἠλικιακά συγγραφεῖς), ἡ ἄποψη πώς ἡ ποίηση τοῦ Πατρίκιου, τοῦ Βρεττάκου ἤ τοῦ Ρίτσου δέν ἔχει νά πεῖ τίποτε τό οὐσιαστικό σήμερα καί πώς ἄν πρέπει νά διατηρηθεῖ εἶναι μοναχά γιά ἱστορικούς λόγους. Συγγραφεῖς ὅπως ὁ Μπαλζάκ, ὁ Μπάιρον, ὁ Ντοστογιέφσκι, ὁ Τολστόι, ὁ Γκαῖτε καί πολλοί ἀκόμη παραμένουν στό συλλογικό ὑποσυνείδητο μόνο καί μόνο γιατί συμβολίζουν τήν λογοτεχνία, ἐνῷ καί τά  στατιστικά ἀκόμη καί τῶν δανειστικῶν βιβλιοθηκῶν καταδεικνύουν ὅτι ὁ δανεισμός παρόμοιων τίτλων σέ ἐτήσια βάση, ἀγγίζει πολλές φορές τό μηδέν. Οἱ ἕδρες τῶν λεγόμενων ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν παγκόσμια σέ πολλές περιπτώσεις ὑπολειτουργοῦν, ἰδιαίτερα στίς χῶρες ἐκεῖνες ὅπου ἡ ἀπρόσκοπτη λειτουργία τους συναρτᾶται σέ μεγάλο βαθμό μέ τίς χορηγίες καί τίς ἰδιωτικές ἐπιδοτήσεις. Στά καθ’ ἠμᾶς ἡ κατάσταση εἶναι πολύ πιό εὔκολα ἀναγνωρίσιμη καί ἐξόχως δηλωτική γιά τίς προτεραιότητες τῆς κοινωνίας καί τῆς πολιτικῆς – τό μοναδικό θεατρικό μουσεῖο παραμένει κλειστό γιά χρόνια, (ἡ ἐπιχορήγησή του ἀπαιτεῖ ψίχουλα σέ σχέση μέ ἄλλες δαπάνες), τό ἀρχεῖο Καβάφη, (ποιητή μέ παγκόσμια πλέον ἀναγνώριση), ἔχει γενεῖ γαϊτανάκι διαφημιστικό ἀπό τό γνωστό Ἵδρυμα καί ἡ Ἐθνική Βιβλιοθήκη, παγκόσμια κέντρο συνάντησης ὅλων των ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος στό κέντρο τῆς πόλης, μετακόμισε σέ χέρια ἰδιωτῶν, ἐκεῖ ὅπου δέν φτάνει καμία σύγχρονη συγκοινωνία. Μία χώρα πού ἀναλογικά μέ τόν πληθυσμό της διαθέτει ἀξιόλογη ποιητική παράδοση, ἀρκεῖται στήν ἀνάρτηση πινακίδων σέ ἐξώθυρα, (ἐδῶ ἔζησε ὁ Παλαμᾶς, ἐδῶ ἔζησε ὁ Καρυωτάκης…), τήν ὥρα πού θά μποροῦσε (ἀκόμη καί λόγους στενά ὠφελιμιστικούς) νά εἶναι διάσπαρτη ἀπό μουσεῖα, εἰδικές βιβλιοθῆκες, σπάνια χειρόγραφα, καθημερινές πολύγλωσσες παρουσιάσεις καί ἄλλα πολλά καί διάφορα. Μά γιά νά τά σκεφτεῖ κανείς αὐτά θά πρέπει νά τόν ἐνδιαφέρουν καί κυρίως νά θεωρεῖ τήν λογοτεχνία πρωτεῦον «ἐργαλεῖο» παιδείας καί πολιτισμοῦ. Ἀπέχουμε πλέον πολύ ἀπό αὐτό τό σημεῖο.

«Τά κτίρια πού στεγάζουν τά βιβλία, οἱ μεγάλες βιβλιοθῆκες καί τά κολλέγια, ἀρχίζουν νά φαίνονται ἀλλόκοτα, ὅπως οἱ μεσαιωνικές μητροπόλεις καί καταντᾶνε ἀντιπρακτικά καί ἀντιοικονομικά.  Ἡ ἀπομόνωση καί ἡ σιωπή πού ἀπαιτεῖ τό διάβασμα γίνονται ὁλοένα καί πιό δυσεύρετες. Τά μεγάλα κοινωνικά θέματα πού βασίζονται στό τυπωμένο βιβλίο, ἡ λογοκρισία, ἡ πρωτοτυπία, ἡ πορνογραφία, ἡ λογοκλοπή, τό κοπίραιτ, ἡ ἐλευθερία τῆς ἔκφρασης, ἀρχίζουν, ὕστερα ἀπό μία τελευταία ἔκρηξη, νά φαίνονται ἀπατηλά…»

Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Γουτεμβέργιου ἕως καί σήμερα εἴχαμε στήν λογοτεχνία χιλιάδες ἀλλαγές χωρίς ὅμως ποτέ νά ἀπειληθεῖ ὁ κεντρικός ἄξονας, μία κεντρική ἀντίληψη πού προσπαθοῦσε μέ τόν ἕναν ἤ ἄλλο τρόπο νά διαφυλάξει κριτήρια ποιότητας. Τό ἦθος τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀνιδιοτέλειά του, τό βάθος τῶν χαρακτήρων, ἡ περίτεχνη καί οὐσιαστική γλῶσσα, ἡ πρωτοπορεία στήν ὑπεράσπιση πανανθρώπινων ἀξιῶν – αὐτά καί ἄλλα πολλά ἤσαν καθοριστικά μέσα ἀπό τό κείμενο, ἡ ἔλλειψή τους χαρακτήριζε μοναχά τήν λεγόμενη παραλογοτεχνία καί κείμενα γραμμένα στό πόδι γιά τούς σκοπούς μιᾶς ἐφημερίδας ἤ ἑνός περιοδικοῦ. Ἡ ἀντιστροφή σέ τοῦτα τά πεδία δέν συνιστᾶ ἁπλῶς μία ἀλλαγή προτεραιοτήτων, ἀλλά ἕνα ἅλμα ἀπό τήν παλαιά αἰσθητική στήν νέα πού διαθέτει ἐντελῶς διαφορετικά χαρακτηριστικά καί πού διαρρηγνύει μέ τόν πιό κάθετο τρόπο κάθε δεσμό μέ τήν λογοτεχνία πού ἔχουμε μάθει καί ἔχουμε ὑπηρετήσει.

Ὁ Καρυωτάκης ἦταν πάντοτε μισητός σέ πολλούς στή ἐποχή του γιά λόγους πού ἔχουμε ἀναλύσει πολλές φορές. Στήν σημερινή ἐποχή ὅπου ἡ αισιοδοξία εἶναι ὑποχρεωτική καί ὁ πλουτισμός ὑπεράνω πάντων, ἔχει γενεῖ ἀνύπαρκτος, στεγνή ἀπαγγελία σέ συναθροίσεις τῶν πέντε καί δέκα ἀτόμων. Ἡ ἐπικαιρότητα τῶν στίχων του εἶναι ἀδύνατον νά ἐντοπιστεῖ ἀπό ἀναγνῶστες τῆς “νέας λογοτεχνίας” πού ἀντιμετωπίζουν τό κείμενο ὡς μέσον φυγῆς ἀπό τήν πραγματικότητα…

Ἅς τολμήσουμε κάποια ἐπιπλέον συμπεράσματα μετά ἀπό ὅσα παραπάνω κωδικοποιημένα ἀναφέραμε.

Τό πρῶτο. Μέσα σέ ἕνα τέτοιο περιβάλλον κοσμογονικῶν ἀλλαγῶν, μπορεῖ νά ὑπάρξει συνεννόηση ἀνάμεσα στήν «παλαιά» ποίηση καί στήν σύγχρονη; Ἀπαντῶ γρήγορα τόσο ἀπό ἐμπειρία, ὅσο καί ἀπό γνώση – ἀπολύτως καμμία. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός καί τόν βιώνω καθημερινά. Μπορῶ πολύ εὔκολα νά μιλήσω γιά ποίηση, νά ἀναλύσω ποιητές, νά διδάξω νοηματικά, (ὀρθολογικά), τόν στῖχο, νά διακρίνω νοήματα καί νά προσπαθήσω νά τά μεταφέρω σέ ἕνα ἀκροατήριο ἤ σέ ἕναν ἀναγνώστη. Ἐκεῖνο πού δέν μπορῶ νά κάμω εἶναι νά μεταδώσω αὐθεντικά τήν αἴσθηση τῆς καλῆς ποίησης, τό βάθος της, τό σημαινόμενο τῆς κάθε λέξης, τήν μαγεία τοῦ ρυθμοῦ, (μετρικοῦ καί ἐσώτερου), τόν χρωματισμό τῆς στίξης, τίς ἰδιαιτερότητες τῆς γλώσσας. Γί αὐτούς ἀκριβῶς τούς λόγους ὅσοι ὑπερασπιζόμαστε τό «παλαιό» κείμενο εἴμαστε καί θά εἴμαστε ὅσο ζοῦμε σέ ἐξόχως μειονεκτική θέση. Τό νέο ἐπελαύνει μέ ἐπιχειρήματα λογικοφανῆ, ἀκούγεται μοντέρνο, δημοκρατικό, ἐλεύθερο ἀπό περιορισμούς. Ἐγώ ἀπό τήν ἄλλη ἀκούγομαι νοσταλγός τοῦ παρελθόντος, ὑποστηρικτής μιᾶς «μουχλιασμένης λογοτεχνίας», λάτρης λεπτομερειῶν πού πλέον δέν σημαίνουν καί δέν λένε τίποτα σέ κανέναν. Πῶς νά ἐξηγήσεις στήν γενιά του «Ἔτσι μου ἀρέσει», τίς ἀποχρώσεις καί τούς παρατονισμούς ἑνός στίχου; Πῶς νά τούς «ὑποχρεώσεις» νά ἀντλήσουν ἱκανοποίηση ἀπό τόν Βιζυηνό ἤ νά ἀντιληφθοῦν τίς λεπτότατες διαφορές ἀνάμεσα στά ὁμώνυμα πού ὅμως ἔχουν φορτιστεῖ μέ ποικίλα καί διαφορετικά σημαινόμενα; Μέ ποιό ἐργαλεῖο, (καί γιά ποιόν λόγο ἄλλωστε…), θά μεταδώσεις τίς συνάψεις ἀνάμεσα σέ Καρυωτάκη καί Ἐλύτη, τίς ἰσοζυγιασμένες στροφές τοῦ Καβάφη ἤ τόν γνήσιο ἀνθρωπισμό τοῦ Πατρίκιου ἤ τοῦ Λειβαδίτη στά ποιήματα τοῦ ἐμφυλίου; Σέ ποιόν θά μιλήσουν ὅλα αὐτά, τίνος τήν ζωή θά βελτιώσουν ἤ θά καθορίσουν; Καί τέλος ἀνάμεσα σέ πολλά καί χιλιάδες παρόμοια, πῶς θά ἀποτρέψεις ἕναν νέο ποιητή νά πληρώσει καί νά ἐκδώσει τό χειρόγραφό του; πῶς θά τόν πείσεις ὅτι εἶναι καλύτερα νά κρατήσει τήν ποίησή του στά συρτάρια ἀπό τό νά τήν συναθροίσει μέ κείμενα τῆς δεκάρας; Μιλοῦμε ἐν τέλει δύο γλῶσσες ριζικά διαφορετικές καί ὁποῖες δυστυχῶς δέν συναντῶνται πουθενά.

Τό δεύτερο. Αὐτός ὁ νέος πολιτισμός ἔχει ὑπόσταση οὐσιαστική, διαθέτει ἄποψη, συγκροτεῖ μέ ἄλλα λόγια μία ποιοτική μεταβολή στήν λογοτεχνία; Ἴσως εἶναι πολύ νωρίς γιά ἀπαντήσεις, κανείς δέν μπορεῖ νά διατυπώσει μέ βεβαιότητα προβλέψεις καί προφητεῖες, βασιζόμενος μοναχά στήν ἀνάγνωση κειμένων στό διαδίκτυο καί κάποιων κειμένων στά ράφια τῶν λιγοστῶν πιά βιβλιοπωλείων. Ὅμως ἐδῶ ὑπάρχει ἀκόμη μία διαφορά πού θά τήν ὀνόμαζα καθοριστική. Στό παρελθόν ἦταν ἐμφανής μία συνέχεια τοῦ λογοτεχνικοῦ κειμένου καί ὁρισμένα πολύ σαφῆ κριτήρια ἀξιολόγησης. Πιθανόν νά ἦταν κριτήρια ἰδιοτελῆ ἤ φθηνά σέ ἀξία, ἀλλά ὅπως λέει καί ὁ ποιητής (πού παραφράζω…) ἀκόμη καί τό κακό μπορεῖ νά προσανατολίσει. Μπορεῖ γιά παράδειγμα τό σχολειό πού πήγαμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι νά ἦταν ἕνα κακό σχολειό, ἀλλά τήν ἴδια ὥρα μέ τήν παρουσία του μᾶς ὑποχρέωνε νά σκεφτοῦμε τό καλό σχολειό πού θά θέλαμε νά εἴχαμε. Τό κακό κείμενο μέ βάση κάποια κριτήρια ὑπῆρχε πάντοτε, μά ἦταν ἀπαραίτητο στήν ἀντιδιαστολή του πρός τό ἄξιο κείμενο. Ἡ θέση χρειάζεται τήν ἀντίθεση, τό σκότος τό φῶς, ὁ θεός τόν διάβολο. Τό πνεῦμα προχωρᾶ μέ συγκρίσεις καί ἀναθεωρήσεις, διαφορετικά ἀπομένει στάσιμο, ἀνολοκλήρωτο, καθημερινό, ἄρα καί πρόσκαιρο καί φθαρτό.

Ἡ λογοτεχνική συνέχεια δέν ἀφοροῦσε μοναχά τα κριτήρια καί τίς ἀντιθέσεις στίς ποιότητες, σχετιζόταν καί μέ μία καθολική γνώση τοῦ λογοτεχνικοῦ τοπίου ἀπό συγγραφεῖς καί ἐκδότες. Οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς καί κριτικοί  ἤσαν περισσότερο ἐπαρκεῖς καί ἀπό φιλολόγους, εἶχαν γνώσεις ἱστορίας, μετρικῆς, φιλοσοφίας, μέ ἄλλους λόγους εἶχαν ἐπάρκεια καί βάθος πνεύματος πού ὁδηγοῦσε σέ ἱκανή κρίση, (παρά τίς ἐμμονές κάποιων…) καί κυρίως σέ κατανόηση τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου καί τῶν συνδηλώσεών του. Δέν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι σήμερα ἡ κριτική εἶναι ἀνύπαρκτη καί, κυρίως, δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς ἀρχίζουν ἀπό τόν ἑαυτό τους, σπάνια γνωρίζουν τά στοιχειώδη ἀπό τήν παλαιότερη ἤ τήν κλασική λογοτεχνία, ἐνῷ φυσικά ἀγνοοῦν καί δέν ἐνδιαφέρονται διόλου γιά τούς σύγχρονους ὁμοτέχνους τους. Ὁ κόσμος του «Ἔτσι μου ἀρέσει» εἶναι φυσικό νά προχωρᾶ κατά μόνας ἀδιαφορώντας γιά συγκρίσεις καί ἀξιολογήσεις κειμένων.

Ἅς μήν σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὅλη αὐτή ἡ μεταβολή στήν λογοτεχνία ἔγινε μέσα σέ λίγα μόλις χρόνια ἤ ὅτι τό ρῆγμα ἐπῆλθε μέ βίαιους ἤ συνωμοτικούς τρόπους, κάθε ἄλλο. Κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, τά ἀνεπαίσθητα ἴχνη προθέσεων ξεκινοῦν ἀπό τήν μακρινή δεκαετία τοῦ 1920, ἀλλά δέν πρόκειται νά ἐπεκταθῶ ἐπάνω σ’ αὐτό, καθώς ἐπαρκῶς τό ἔχω κάνει σέ ἄλλα κείμενα τῆς ἰστοσελίδας.

Ἡ παραδοχή μιᾶς ἥττας

Τώρα πού τό διορθώνω ἀπό τήν ἀρχή, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι, μετά ἀπό μία πρόχειρη ἀνάγνωση, τό σημερινό κείμενο θά μποροῦσε νά ἐκληφθεῖ ὡς ἕνα ἀποχαιρετισμός στά ὅπλα, ὡς παραδοχή μιᾶς ἥττας στήν πολύχρονη προσπάθεια ὑπεράσπισης τοῦ κειμένου. Θά ἀρνηθῶ τόν ἀποχαιρετισμό στά ὅπλα, δύσκολα ἐγκαταλείπει κανείς τό κεντρικό νόημα μιᾶς ζωῆς. Θά ἀποδεχθῶ ὅμως τό ὅτι ἡ «παλαιά» λογοτεχνία ἔχει πλέον ἡττηθεῖ καί εἶναι μιά ἧττα ὁριστική καί ἀμετάκλητη, τοὐλάχιστον γιά ἀρκετές γενές μετά ἀπό εμᾶς.

«Ἡ ἱκανότητα γραφῆς καί ἀνάγνωσης, στήν ὁποία βασίζονται τά λογοτεχνικά κείμενα, ἔχει ἐλαττωθεῖ σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νά μιλᾶμε αὐτονόητα γιά «κρίση στήν ἱκανότητα γραφῆς καί ἀνάγνωσης». Τό ποιοτικό μυθιστόρημα γίνεται ὁλοένα πιό πολύπλοκο καί κρυπτικό, ἡ ποίηση ἀδιαφανής, ζοφερή καί ἐσωστρεφής, τό θέατρο ὑστερικό… Αὐτό πού ἄλλοτε ἀποκαλοῦνταν «σοβαρή λογοτεχνία» σήμερα διαθέτει ἕνα συντεχνιακό κοινό καί ἡ παρουσία τῆς ἔξω ἀπό τά πανεπιστημιακά τμήματα λογοτεχνίας εἶναι σχεδόν μηδαμινή…».

Τί σημαίνει ἡ λέξη ἧττα στήν συγκεκριμένη περίπτωση; Πρῶτα ἀπό ὅλα σημαίνει ὅτι ὁ κόσμος προχωρᾶ καί ἐδῶ ἡ λέξη «προχωρᾶ» δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ταυτιστεῖ μέ πορεία προοδευτική, ἁπλῶς προχωρᾶ. Καί ὁ κόσμος δύσκολα ἀλλάζει μέ μεμονωμένες προσπάθειες, συνήθως σημαντικά ἱστορικά γεγονότα εἶναι πού ἀφυπνίζουν, κινητοποιοῦν καί ὁδηγοῦν σέ ἀναθεωρήσεις.

Τό δεύτερο καί πιό οὐσιαστικό, σχετίζεται μέ τήν συνολική συμπεριφορά κοινωνιῶν, ἰδιαίτερα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ πρωτόγονες συμπεριφορές, ἀκραία βία, διεύρυνση τοῦ χάσματος ἀνάμεσα στόν πλοῦτο καί τήν φτώχεια, συνοχή, ἀλληλεγγύη, μνήμη – ὅλα ἐκεῖνα δηλαδή πού ἡ λογοτεχνία ἔφερνε στό προσκήνιο μέ τρόπο μοναδικό καί ὑπολογίσιμο. Ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ κειμένου στήν συγχρονία, (καί ὄχι τό ἀντίθετο), ἡ παγκόσμια ὑποβάθμιση τῶν λογοτεχνικῶν σπουδῶν καί ἡ σταδιακή ἐξαφάνιση τῆς ἄξιας ποίησης, ἔχουν δώσει τά πρῶτα ἀποτελέσματα καί δέν εἶναι καθόλου ἐνθαρρυντικά. Ἴσως κάποια ὥρα ὅλη αὐτή ἡ μετάβαση ὁδηγήσει σέ νέες ποιότητες καί ἀξιόλογες παρουσίες, ἀλλά στό ἐνδιάμεσο τά πράγματα παραμένουν ἀβέβαια μέ ἐπικίνδυνες ἀμφισβητήσεις τῆς ἱστορικῆς μνήμης καί πλήρη ἀπαξίωση τοῦ πολιτισμοῦ στήν καθημερινότητα τῆς κοινωνίας.

Μετά ἀπό ἕναν προβληματισμό, τό ἐρώτημα εἶναι πάντοτε τό ἴδιο – ἐντάξει, ἀλλά ἀκόμη καί ἄν τά ἀποδεχθοῦμε ὅλα αὐτά τί μπορεῖ νά γενεῖ; Τί θά μποροῦσε νά μεταστρέψει, ἔστω καί ἀργά, μιά πορεία πού δείχνει ἀμετάκλητη καί μιά εἰκόνα πού μοιάζει ἀναλλοίωτη;

Ἐάν τό ἔντυπο ἐδῶ καί αἰῶνες ἐμπλούτισε θετικά το λογοτεχνικό ἀποθετήριο τῆς Εὐρώπης, μά ἔμμεσα καί τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, δέν βλέπω γιατί δέν θά μποροῦσε νά συμβεῖ κάτι ἀνάλογο μέσα ἀπό τίς νέες τεχνολογίες, μέσα ἀπό μία ἀλληλοτροφοδοτούμενη συνύπαρξή τους μέ τό βιβλίο καί τήν λογοτεχνία συνολικότερα. Βεβαίως τήν ὥρα πού τό τοπίο ἔχει ἤδη διαμορφωθεῖ, τήν ὥρα πού τά κοινωνικά δίκτυα μεγέθυναν τήν ἄγνοια καί τήν προχειρότητα παρά προσέφεραν γνώση, ἀποτελεῖ μᾶλλον οὐτοπία ἡ πίστη σέ μία μεταστροφή πρός βαθύτερες ποιότητες καί αὐστηρότερες ἀπαιτήσεις.

Ὅμως τό μέσον δέν ἀποφασίζει ποτέ μοναχό του, ἁπλῶς ἀντανακλᾶ τήν ποιότητα τῆς κοινωνίας πού τό χρησιμοποιεῖ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, γί’ ἀκόμη μία φορά ἡ ποιότητα τῆς λογοτεχνίας ἐπαφίεται στόν «πατριωτισμό» τοῦ κάθε προσώπου ξεχωριστά, τῆς ἐκπαίδευσης, τῆς παιδείας, τοῦ μέρους τῆς κοινωνίας πού ἀκόμη ἐνδιαφέρεται γιά μία καλύτερη αἰσθητική στόν δημόσιο καί ἰδιωτικό βίο. Γνωρίζω πώς ὅλα τοῦτα ἀκούγονται τετριμμένα καί κοινότοπα, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά ἀνακαλύψει ἀπό τήν ἀρχή τόν τροχό καί τά μέσα πού ἔχουμε στήν διάθεσή μας εἶναι λιγοστά καί περιορισμένα.

Σέ ἀντίθεση μέ τόν Καβάφη, δύσκολα θά ἐντοπίσετε μία ἐκδήλωση γιά τήν ποίησή του πού νά απευθύνεται στό εὑρύτερο κοινό. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός – ἡ ποίησή του παραμένει ἀκατανόητη, ἀκόμη καί σέ ἐκείνους τούς παντογνῶστες πού ὑποκρίνονται τούς κριτικούς λογοτεχνίας…

Τό λογοτεχνικό corpus σήμερα στήν Ἑλλάδα, (ἅς μιλήσουμε περιορισμένα, παρά τό ὅτι τό φαινόμενο εἶναι παγκόσμιο ἤ τουλάχιστον πανευρωπαϊκό), κινεῖται σέ δύο ἀνεξάρτητους, ἐντελῶς ἀπομακρυσμένους κύκλους. Στόν ἕναν κύκλο κινεῖται ἡ κυρίαρχη πλέον λογοτεχνία, ἐκείνη πού ἔχει ἐπιβληθεῖ ὡς τέτοια καί ἀπολαμβάνει ὅλα τα «προνόμια» καί τήν ἐπωνυμία ἑνός πολιτιστικοῦ δημιουργήματος. Εἶναι μία λογοτεχνία ρηχή ὡς πρός τά νοήματά της, ἁπλή ἀντιγραφή καθημερινῶν καταστάσεων, δανείζεται στοιχεῖα γοητευτικά ἀπό παραμύθια μέ πρίγκιπες καί νεράιδες, χρησιμοποιεῖ καθ’ ὑπερβολή ὅλα τα στερεότυπα τοῦ εἴδους, τό λεξιλόγιό της εἶναι περιορισμένο καί πάντως δέν ὑπερβαίνει ἐκεῖνο τοῦ ἀναγκαίου προφορικοῦ λόγου, οἱ χαρακτῆρες της δέν διαθέτουν δική τους ζωή, (ἁπλῶς ἀντανακλοῦν τήν συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου τῆς διπλανῆς πόρτας καί ὄχι πάντοτε ἐπιτυχημένα) καί ἡ ὕπαρξή της ἤ ἴδια ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπό ἕναν ἐκδοτικό καί διαφημιστικό μηχανισμό πού ἐργάζεται ἀκατάπαυστα γιά τήν προβολή καί τήν προώθησή της. Μέσα σ’ αὐτήν τήν λογοτεχνία ἡ «ποίηση» περισσεύει, ἀλλά θά ἦταν ὀρθότερο νά τήν ὀνοματίσουμε μέ βάση ἀκριβῶς αὐτό πού τήν χαρακτηρίζει – καταγραφή δηλαδή σκέψεων συνήθως ξύλινων πού κινοῦνται στήν ἐπιφάνεια τῆς ὕπαρξης καί τήν ἴδια στιγμή ἀδιαφοροῦν πλήρως γιά τήν φόρμα καί τήν τεχνική ὡς ἐργαλεῖα νοηματικά καί συνδηλωτικά ἑνός στοχαστικοῦ βάθους. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μία «μή ποίηση», γιά ἄρνηση καί ἀκύρωση κάθε ποιητικοῦ χαρακτηριστικοῦ πού ἔρχεται ἀπό παλαιά. Εἶναι φράσεις ριγμένες σέ ἕνα χαρτί χωρίς μέτρο, δίχως βάθος καί πρωτοτυπία, δίχως ἐκπλήξεις σέ φόρμα καί περιεχόμενο, στιχάκια χωρίς τίποτε τό νέο στήν μελέτη τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς ἤ συναισθήματος. Ρωτῆστε ὅποιον θέλετε, δέν πρόκειται νά βρεῖτε ἀναγνώστη, (καλοπροαίρετο ἀναγνώστη πού διαβάζει τά πάντα), πού νά μπορεῖ νά σᾶς πεῖ ἀπό μνήμης ἔστω καί ἕναν μοναχά στῖχο ἀπό τήν ποίηση τῶν δέκα, εἴκοσι ἤ ἀκόμη καί τριάντα χρόνων. Ἀφαιρώντας ἀπό τήν ποίηση ὅλα ἐκεῖνα τά χαρακτηριστικά πού τήν συγκροτοῦσαν, κατορθώσαμε τό ἀδιανόητο – εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον σήμερα γιά τόν «ἐρασιτέχνη» ἀναγνώστη νά διακρίνει καί νά συγκρίνει ποιότητες σέ ἕναν στῖχο καί ἔτσι ἀπομένει νά κάνει τό μόνο δυνατό καί εὔκολο, νά ἀποδέχεται δηλαδή ὡς ποίηση ἐκείνη πού αὐτοπροσδιορίζεται ὡς τέτοια καί ἅς εἶναι τό ἐπίπεδό της ὑποδεέστερο τῶν νοηματικῶν ἱκανοτήτων καί ἑνός παιδιοῦ τοῦ δημοτικοῦ. Στίς περισσότερες τῶν περιπτώσεων πρόκειται γιά μία ἐπιστροφή στήν πιό ἀνώδυνη λυρική ποίηση τοῦ 19ου καί 20ου αἰῶνα καί μάλιστα δίχως τά αἰσθητικά πλεονεκτήματα ἐκείνης.

Ὁ ἄλλος λογοτεχνικός κύκλος, ἐκεῖνος πού αὐτάρεσκα (καί πολλές φορές αὐθαίρετα) αὐτοπροσδιορίζεται ὡς ποιοτικός, στήν πραγματικότητα ζεῖ καί ἀναπνέει μακριά ἀπό κάθε ἔννοια κοινωνίας ἤ εὐρύτερης ἐπιρροῆς. Ἀποδεχόμενος ἀπό καιρό τήν ἧττα του κυκλοφορεῖ μοναχά σέ διαδρόμους πανεπιστημίων, ἐλάχιστων βιβλιοπωλείων καί βιβλιοθηκῶν. Ἀδυνατεῖ νά παράγει νέα δημιουργήματα καί γι’ αὐτό ὀχυρώνεται πεισματικά πίσω ἀπό τήν κλασική λογοτεχνία καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ποίηση τήν περιβόητη γενεά τοῦ 30, παρά τό ὅτι ὑπάρχουν ποιητές πού δέν ἀνήκουν σ’ αὐτήν καί ἔχουν παραδώσει ἰσάξια ἄν ὄχι καί καλύτερη ποίηση.

Καί ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται ὁ μετεωρισμός πού ἀναφέραμε παραπάνω – ἀπό τήν μία μεριά λογοτεχνία ἀνώδυνη πού δέν ἔχει τίποτε νά παρουσιάσει, νά ἀνατρέψει ἤ νά προτείνει καί ἀπό τήν ἄλλη λογοτεχνία μέ κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά μέν, ἀλλά πού ἀδυνατεῖ νά πείσει γιά τήν ἐπικαιρότητά της ἤ τήν ἀξία της καί ἄρα χωρίς καμία ἐπιρροή στούς ἐλάχιστους πού ἀποπειρῶνται τήν ἀνάγνωσή της.

Μέ ὅλα αὐτά τά χαρακτηριστικά, ἡ λογοτεχνία καί εἰδικότερα ἡ ποίηση, γιά πρώτη φορά μέσα στούς αἰῶνες εἶναι μέρος ἑνός συστήματος καί ὄχι πολέμιός του. Γιά πρώτη φορά διαθέτουμε λογοτεχνία ἀφομοιωμένη ἀπό ὅλους τούς μηχανισμούς πού δῆθεν καταγγέλλει, γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας ἔχουμε συγγραφεῖς  σέ τόσο μεγάλο βαθμό πειθήνιους στήν προβολή, τό χρῆμα, τήν θεσιθηρία, τήν ἐφήμερη τηλεοπτική καί διαδικτυακή δόξα. Ἡ παλαιά λογοτεχνία μποροῦμε νά συμφωνήσουμε ὅτι πέθανε ἤ ἀργοπεθαίνει, ἀλλά πάντως ἡ νέα πού θέλει νά ἀποκαλεῖται μέ τό ἴδιο ὄνομα δείχνει κορμί χωρίς νεῦρο καί δύναμη, κείμενο δίχως γωνίες καί ἀντιθέσεις, στῖχος γλυκερός πού κολακεύει ἀδιάφορες συμπεριφορές ὄχλου καί ρουτίνας. Ἐκεῖνο πού δέν ἀντιλαμβάνονται οἱ νέοι ποιητές, (δέν νομίζω νά τό γνωρίζουν καν ὡς γεγονός), εἶναι πώς οἱ ἀξιότεροι προκάτοχοί τους ἔμειναν στήν ἱστορία ὡς maudits, ὄχι γιατί τό ἐπιδίωξαν γιά λόγους μάρκετινγκ καί προβολῆς, ἀλλά γιατί ἐπέλεξαν συνειδητά το περιθώριο, ἐπέλεξαν νά εἶναι γνήσιοι καί ἀρνήθηκαν νά ζοῦν ἐνταγμένοι στά πρότυπα μιᾶς κοινωνίας πού κατακεραύνωναν μέ τήν ποίησή τους. Γιά πρώτη φορά ἡ ποίηση χάνει τήν πνευματική πρωτοπορεία πού ἀναμφισβήτητα κατεῖχε ἐπί αἰῶνες, ὄχι γιατί κάτι νέο πρόβαλλε καί πῆρε τήν θέση της, ἀλλά γιατί ὅλα ἐκεῖνα πού τήν χαρακτήριζαν πετάχτηκαν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων μέσα σέ λίγες δεκαετίες. Εἶναι πλέον γεγονός καί ἅς μήν ἀκούγεται εὐχάριστα στ’ αὐτιά κάποιων ἀπό ἐμᾶς – ἡ σύγχρονη ποίηση εἶναι βασιλιάς πού ἀπόμεινε γυμνός, ξέμεινε ἀπό ἀναγνῶστες, (θά τό διαπιστώσετε σέ κάθε βιβλιοπωλεῖο καί δανειστική βιβλιοθήκη) καί οἱ μόνοι πού τήν ἀγοράζουν ἀπό ὑποχρέωση εἶναι οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι τουῦ ποιητῆ πού πλήρωσε ἁδρά γιά τήν ἔκδοσή του. Χορεύουμε λοιπόν οἱ περισσότεροι γύρω ἀπό ἕναν Ἔλ Σίντ, γύρω ἀπό ἕνα νεκρό σῶμα πού ὑποκρίνεται πώς ἔχει ζωή, ἐπιρροή καί πνευματική ὑπόσταση.

Πρίν ἀπό τό τέλος

Μέ ἀπό τήν βιολογική ἐξαφάνιση τῆς γενεᾶς μου, (ἐκείνης πού ἔχουμε μάθει νά ὀνομάζουμε τοῦ Πολυτεχνείου καί τῆς μεταπολίτευσης), εἶναι σχεδόν βέβαιο πώς θά ἐξαφανισθοῦν καί τά τελευταῖα ἴχνη τῆς κλασικῆς λογοτεχνίας (δέν ἐννοώ φυσικά τήν ὕπαρξή τους ὡς ὑλικό) καί μία ποίηση βαθύτερη καί στενά συνδεδεμένη μέ τήν ἱστορία τοῦ τόπου καί τῶν ἀνθρώπων του. Μελέτες γιά τήν μετρική, τά ποιητικά ρεύματα, τήν θεωρία τῆς λογοτεχνίας θά ἀπομείνουν σέ ἐλάχιστα ἀντίτυπα στήν Ἐθνική βιβλιοθήκη, ἄλλωστε ἡ μοναδική γωνιά πού γνωστό βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἀθήνας ἐπιμένει ἀκόμη νά γεμίζει μέ παρόμοια δοκίμια καί ἐγχειρίδια, ἀδυνατίζει ὁλοένα, καμία νέα παρουσία δέν ἐμφανίζεται ἐκεῖ καί ἐάν κάποτε φανεῖ τό ὄνομα κάποιου νεότερου εἶναι γιατί κάποιος πανεπιστημιακός ἐκδότης ἀποφάσισε νά ἐκδώσει μία διατριβή, ἕνα διδακτορικό. Ὀρθογραφία, ἐτυμολογία καί συντακτικό ἀπουσιάζουν ἐδῶ καί καιρό ἀπό τήν ποίηση καί τήν πεζογραφία, τά περιοδικά λογοτεχνίας ζοῦν μέ ἐπιδοτήσεις ἤ ἀπό τό μεράκι τοῦ ἐκδότη τους, ἐνῷ οἱ τελευταῖες δύο γενεές μεγάλωσαν καί μεγαλώνουν γιά πρώτη φορά σέ ἕνα περιβάλλον ὅπου ὁ πολιτισμός καί ἡ πνευματική δημιουργία εἶναι πεδία ταυτισμένα μέ τήν τηλεοπτική καί διαδικτυακή διαφήμιση. Οἱ ἀνθρωπιστικές σπουδές ἔχουν γενεῖ πλέον ἐνοχλητικές γιά τά πανεπιστήμια καί ἐάν ἀκόμη οἱ φιλοσοφικές σχολές ἔχουν κάποια ζήτηση εἶναι γιατί ὑπόσχονται μία θέση στήν δημόσια ἐκπαίδευση – καί ἐκεῖ ἄλλωστε ἡ φιλολογία ἀναπνέει ἀκόμη ἀπό μία κεκτημένη ταχύτητα καί χάρη στόν συμβολισμό πού συνεχίζουν νά διατηροῦν τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί συνολικότερα ἡ ἀρχαιοελληνική γραμματεία.

Γιά νά τό ποῦμε συνοπτικά καί ὠμά – ἡ κοινωνία ἐν τῷ συνόλῳ της, (ἄμεσα ἤ ἔμμεσα), δέν ἀναγνωρίζει πλέον τήν λογοτεχνία ὡς συστατικό στοιχεῖο τῆς ὑπόστασής της ἤ γιά νά τό ποῦμε ὀρθότερα, ἔχει βολευθεῖ μέ μία «ἄλλη λογοτεχνία» ἀπό τήν ὁποία ἔχουν ἀφαιρεθεῖ ὅλα τα συγκρουσιακά χαρακτηριστικά καί κάθε κριτική ματιά καί ἐμβάθυνση στά τεκταινόμενα. Σέ τοῦτο τό πρότυπο ἔχουν πλέον προσαρμοσθεῖ οἱ πάντες καί κάθε πιθανότητα ἀλλαγῆς δείχνει ἀδύνατη καί οὐτοπική.

Ἀπό τήν ὥρα πού ὁ Καβάφης ἔγινε “ἐπετειακός” ἡ ποίησή του ἀπονευρώθηκε, ὁ στῖχος του ἀπόμεινε γράμμα κενό. ¨Η άνάγνωση καί κυρίως ἡ κατανόησή του, παρά τίς ἑκατοντάδες ἐκδηλώσεις γιά τήν ποίησή του, κινοῦνται στήν ἐπιφάνεια καί ἀπό τό ἔργο του ἀπόμειναν γνωστά μοναχά οἱ Θερμοπύλες καί ἡ Ἰθάκη -κι αὐτά ἀκόμη προσαρμοσμένα στήν σύγχρονη ἐκδοχή τῆς πατριδολαγνείας καί τοῦ πιό ἀκραίου ἐθνικισμοῦ…

Ἡ παλιά λογοτεχνία μοῦ θυμίζει ἔντονα τό Καβαφικό «Ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον» καί τήν περίφημη σκηνή τήν ἐκ τοῦ Πλουτάρχου προερχόμενη. Ὅπως ἡ διονυσιακή παρέα περνᾶ κάτω ἀπό τά παράθυρα τοῦ Ἀντώνιου καί ὁ ἀχός της ἀργοσβήνει τήν ὥρα πού ἐγκαταλείπει τήν πόλη, ἔτσι καί ἡ λογοτεχνία, ὅπως τήν ἔμαθαν γενεές ἐπί αἰῶνες, ἐγκαταλείπει τήν σημερινή ἀφιλόξενη πολιτεία. Πίσω της, γιά λίγα χρόνια ἀκόμη, θά ἀπομείνει ἡ φήμη της, ὁ συμβολισμός της, ἡ ἱστορία πού κουβαλᾶ. Ὅμως σύντομα θά ἀποτελεῖ μακρινή ἀνάμνηση καί ἀντικείμενο ἔρευνας γιά τούς λιγοστούς πού θά συνεχίζουν νά τήν ἀναζητοῦν στά παλαιοβιβλιοπωλεῖα καί στά καροτσάκια τῶν πεζοδρομίων. «Ντοστογιέφσκης μέ 5 εὐρώ…», φώναζε ὁ πλανόδιος πρίν ἀπό μία ἑβδομάδα στίς παρυφές τῆς Πλάκας. Μά ἀκόμη κι ἔτσι, τρεῖς ὧρες μετά πού τό καρότσι πέρασε πάλι ἀπό δίπλα μου, ὁ «Ντοστογιέφσκης» ἔμενε ἀπούλητος δίπλα σε παλαιά εὐπώλητα, συνταγές μαγειρικῆς, παλαιά νομίσματα καί ἄλλα ἀπομεινάρια μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς.

Καί ὅσοι ἀπομένουν νά ἐπιμένουν; Μά δέν εἶναι οὔτε γιά χαρά οὔτε γιά λύπη, ὁ Καβάφης δείχνει καί πάλι τόν δρόμο. Ἡ παλαιά λογοτεχνία μᾶς ἔδωσε χαρές, συγκινήσεις, νόημα ζωῆς πάνω ἀπό χρήματα καί φήμη ἐφήμερη. Μέ τήν βοήθεια τῶν καλύτερων κειμένων της γίναμε πνεύματα σκεπτόμενα, ἐπαναστατημένα, κριτικά, ἀχόρταγα γιά ζωή καί θάνατο. Οἱ καλύτεροι χαρακτῆρες τῆς πεζογραφίας στάθηκαν τά πρότυπά μας καί οἱ καλύτεροι στίχοι τῆς ποίησης ἔγιναν τό ἀποκοῦμπι μας στίς πιό δύσκολες, πιό ἐπίπονες στιγμές μας. Ἀγαπήσαμε τούτη τήν λογοτεχνία μέ πάθος γιατί ὁδηγοῦσε σέ ἕναν καλύτερο κόσμο, γέμιζε τά ἰδανικά μας, μᾶς διαχώριζε ἀπό τόν πρωτογονισμό, τήν βία, τήν ἀσκήμια τῆς κοινωνίας.

Πήραμε πολλά πού περισσεύουν γιά νά πορευτοῦμε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου μας. Καί εἶναι ἀρκετά γιά νά συγχωρέσουμε τά λάθη μας, νά πολεμήσουμε τήν μελαγχολία μας καί ν’ ἁπαλύνουμε τίς ἀπώλειές μας. Καί κυρίως εἶναι ἀρκετά γιά νά νιώσουμε πώς ζήσαμε ζωή γεμάτη, πυρετική, ἀχόρταγη γιά «λάλον ὕδωρ», ὡς τό τέλος…

Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’ ἀκουσθῆ

ἀόρατος θίασος νά περνᾶ,

μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές—

τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου

πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου

πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσης.

Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,

ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει…

Πρό πάντων νά μή γελασθῆς, μήν πῆς πώς ἦταν

ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου –

μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθῆς.

Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,

σάν πού ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλη,

πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,

κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν – ἀλλ’ ὄχι

μέ τῶν δειλῶν τά παρακάλια καί παράπονα,

ὡς τελευταία ἀπόλαυση τούς ἤχους,

τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,

κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις…

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend