Ἄ! γέροντα, ξεμυαλίστηκες καὶ σὺ γιὰ μιὰν Ἑλένη..

Ο Κωστής Παλαμάς στα 1930…

«Γιούχα καὶ πάντα γιούχα τῶν πατρίδων!»

(Κωστῆς Παλαμᾶς, «Τὸ πανηγύρι τῆς Κακάβας»)

(Ἀναδημοσίευση παλαιότερου ἄρθρου ἀπό παλαιό ἱστολόγιο καὶ «χίμαιρα»- ἐδῶ πολυτονισμένο)

 

Ἃς εἴμαστε εἰλικρινεῖς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Παλαμᾶς μοιάζει πολὺ μὲ τὸ παλαιὸ δακτυλίδι τῆς προγιαγιᾶς μας, ἐκεῖνο τὸ τεράστιο, τὸ παλαιικό, τὸ καταπράσινο. Πάει καιρὸς ποὺ δὲν τὸ χρησιμοποιεῖ κανεὶς πιά, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ περνᾷ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, ἀνεκτίμητο, μὰ καὶ στὴν πράξη ἄχρηστο, συμβολικό τῆς ρίζας καὶ τῆς καταγωγῆς, πολύτιμο σὰν φλάμπουρο, μὰ καὶ ξεπεσμένο, ἀκίνητο. Οὐδεὶς διανοεῖται τὴν ἐξαγορά του, οὐδεὶς καὶ τὴν δακτυλοφορεσιά του. Ἔτσι θὰ μείνει ἀσάλευτο, ὥσπου κάποιος ἀπόγονος, σὲ στιγμὲς ἐσχάτης πενίας, τὸ ἐκχωρήσει σὲ κάποιον μαυραγορίτη καὶ καταλήξει σὲ κάποια πλατεῖα εὐκαιρίας, γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν ἀνάμνηση, σὰν ἀξιοπερίεργο, ὡς δεῖγμα couleur locale..

Μὲ τὸν ἴδιο σχεδὸν τρόπο, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς συναθροίζεται στὰ δικά μας μικρὰ καὶ ἔνοχα λογοτεχνικὰ μυστικά, μαζί του νοιώθουμε ἀμήχανοι, δὲν τολμοῦμε τὴν ἐπίσημη ἀποκαθήλωσή του, μὰ ἀποφεύγουμε καὶ συστηματικὰ τὶς ἀναφορὲς στὴν ποίησή του. Πολλὰ καὶ διάφορα μετέτρεψαν, τὸ μεγάλο σὲ μέγεθος ἔργο του, σὲ ἄχρηστη παρακαταθήκη. Βοήθησε σ΄αὐτὸ πάνω ἂπ΄ὅλα ἡ «σχολική του ἀφυδάτωση», μιὰ ἰδιότυπη λογοκρισία τοῦ ἔργου του μὲ τὴν προβολὴ τῶν πιὸ γλυκερῶν, τῶν πιὸ ἀνώδυνων κειμένων του. Ἡ ἀνάδειξη ἐπιπλέον τοῦ στόμφου καὶ ἑνὸς κενοῦ λυρισμοῦ, στὴν θέση ποιημάτων λεπταίσθητων, ἀπαιτητικῶν, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ἀκόμη καὶ ἀναρχικῶν στὴν οὐσία τους. Βοήθησε καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ ὑπερασπίζει τὸ εὔκολο, τὸ ἀνώδυνο, τὸ φλοιῶδες. Ἀλλὰ βοήθησε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς, ποὺ γιὰ χρόνια ὁλόκληρα προσπαθοῦσε νὰ ἰσορροπήσει τὴν ποίησή του ἀνάμεσα στὰ σκονισμένα δωμάτια τῆς Ἀκαδημίας καὶ τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς του, τὴν ὀργὴ τῆς συνείδησής του γιὰ ὅσα γύρω του παρατηροῦσε καὶ ἔντονα ἀποδοκίμαζε.

Δὲν θὰ νιώσετε ἴσως ποτὲ μὲ τὴν Παλαμικὴ ποίηση τὴν ἴδια συγκίνηση μὲ ἐκείνη τοῦ Καβάφη. Δὲν θὰ συγκλονιστεῖτε πιθανὸν στὸν ἴδιο βαθμὸ μὲ τὰ σπαράγματα τοῦ Καρυωτάκη. Δὲν θὰ συναντήσετε συχνά το πλατὺ βλέμμα τοῦ Byron. Καὶ οπωσδήποτε, ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὶς σαράντα περίπου ποιητικὲς συλλογὲς καὶ τὰ μύρια ὅσα ὑπόλοιπα γραφτά του, εἶναι πιὰ σημάδια μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς ποὺ ἀφοροῦν τὴν στιγμή, τὴν συγκυρία, τὸ ἐφήμερο. Ὅμως παραμένουν τὰ ἄλλα, τὰ πιὸ ἄξια, τὰ πιὸ δυνατά, ἐκεῖνα ποὺ δὲν διδαχθήκαμε ποτέ, ἐκεῖνα ποὺ ἂν περνοῦσαν σὲ αἴθουσα σχολικὴ θὰ ἔφερναν σὲ πολὺ δύσκολη θέση ὅσους ἐπιμένουν στὴν συμβατικότητα τοῦ Παλαμᾶ καὶ στὶς βαρετὲς ἕως θανάτου ἐπικολυρικὲς κορῶνες περὶ «ἐθνικοῦ ποιητῆ».

Ἐτούτους τοὺς στίχους θὰ δοῦμε σήμερα, τὴν ἀντισυμβατικὴ πλευρὰ τοῦ Παλαμᾶ θὰ ψηλαφίσουμε, μέσα ἀπὸ ἀποσπάσματα βεβαίως, καθὼς τὸ ἔργο εἶναι τεράστιο σὲ ἔκταση καὶ ἡ συνολικὴ παρουσίασή του ἀδύνατη. Ὅμως πρὶν ἀπὸ αὐτά, λίγες παρατηρήσεις καὶ κάποια βιογραφικά, ἴσως γνωστὰ στοὺς περισσότερους..

Ἃς ξεκινήσωμε μὲ τὸ βασικὸ ἐρώτημα. Ποιὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος ποὺ νοιώθουμε σήμερα ἀπόμακρη τὴν ποίηση τοῦ Παλαμᾶ; Μία εὔκολη ἀπάντηση θὰ ἀφοροῦσε τὴν ἴδια τὴν γλῶσσα, μὰ καὶ τὴν χρήση της, τὶς κάπως ἀλλοκαιρινὲς λέξεις, τὴν τόσο ἀναλυτικὴ περιγραφὴ κάπου ἀλλοῦ, τὴν ἐπιμονὴ στὴν λεπτομέρεια. Κι ὅμως, οἱ στίχοι σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἔχουν ἄρτια τεχνική, στὰ μάτια τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώστη οἱ κάποιες ἄγνωστες λέξεις λειτουργοῦν προκλητικὰ καὶ γλωσσοπλαστικά, ὁ δεκαπεντασύλλαβος  καὶ γενικότερα ὁ ρυθμὸς εἶναι ἦχοι οἰκεῖοι ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγοὺδι ἀκόμη. Ά!, θὰ πεταχτεῖ ἕνας ἄλλος, μὰ ὁπωσδήποτε εἶναι ἡ θεματολογία του, τόσο ρομαντική, τόσο γλυκερὴ κάπου κάπου.. ἐντάξει, τὸ εἴπαμε καὶ παραπάνω, δὲν ὑπάρχει πολυγράφος ποιητὴς ποὺ νὰ μὴν φλυαρεῖ ἐνίοτε, ποὺ δὲν ἔχει γράψει μέτρια ἢ καὶ κακὰ ποιήματα – ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμη καὶ στὶς μέτριες στιγμὲς τους κάμουν καλὴ ποίηση, ἀνάμεσά τους ὁ Ἐλύτης, ὁ Καβάφης, ὁ Καρυωτάκης, ἀκόμη καὶ ὁ Σεφέρης. Μὰ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐξαιρετικοὶ γραφιάδες ἤσαν κατὰ κανόνα ὀλιγογράφοι, κάποιοι ἔχτιζαν τὸν στίχο γιὰ χρόνια, κι ἄλλωστε τί σημασία ἔχει ἡ κακιὰ στιγμὴ ὅταν ὑπάρχουν κείμενα σημερινά, καίρια καὶ ἐπίκαιρα..

Ὄχι, τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνικά, τὰ ἐπὶ μέρους καὶ ἐπουσιώδη, δὲν ἀποδυναμώνει τὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾶ, ὁ μόνος ἐχθρός τοῦ ποιητῆ παραμένει ὁ χλιαρὸς ἐαυτός του, ποὺ κάποτε ἐπικρατεῖ καὶ «ἀδειάζει» μίαν καλὴ ἀρχὴ μὲ ἕνα προβλέψιμο τέλος. Ἃς δοῦμε ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν «Φλογέρα τοῦ βασιλιά», δεῖτε τὸ πρῶτο μέρος, προσπαθῆστε νὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴν γρήγορη ἀνάγνωση, καταπολεμῆστε τὴν ἀναπόφευκτη δυσφορία ποὺ προκαλεῖ ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὴν παλιότερη, ἀλλὰ τόσο βαθύτερη, ποίηση..

 

Σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς  οἱ πλάστρες μέσ’ τὴ Χώρα.

Στὴν ἐκκλησιά, στὸν κλίβανο, στὸ σπίτι, στ’ ἀργαστῆρι

παντοῦ·  στὸ κάστρο, στὴν καρδιά, τ’ ἀποκαΐδια· οἱ στάχτες.

Πάει κι ὁ ψωμάς, πάει κι ὁ χαλκιάς, πάει κ’ ἡ γυναῖκα·

πᾶνε τὰ παλικάρια, οἱ λειτουργοί, καὶ τοῦ ρυθμοῦ οἱ τεχνῖτες,

τοῦ Λόγου καὶ οἱ προφῆτες.

Τὰ χέρια εἶναι παράλυτα, καὶ τὰ σφυριὰ σπασμένα

καὶ δὲ σφυροκοπᾷ κανεὶς τ’ ἅρματα καὶ τ’ ἀλέτρια

κι’ ἡ φοῦχτα κάποιου ζυμωτὴ λίγο σιτάρι ἂν κλείσει,

δὲν βρίσκει τὴν πυρὰ ζεστή, ψωμὶ γιὰ νὰ τὸ κάνει.

Κι’ ἀπὸ κατακρύα χόβολη μεστὴ ἡ γωνιά, κι’ ἀκόμα

κι ἀπ’ τὴ γωνία τοῦ σπιτιοῦ, πιὸ κρύα ἡ καρδιὰ ‘ναι.

Κακοκατάντησε ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.  Κρῖμα…κρῖμα!

Σκοτεινὸ  ἐρείπιο κι’ ἡ ἐκκλησιὰ καὶ δίχως πολεμίστρες

τὸ κάστρο, καὶ χορτάριασε κι’ ἔγινε βοσκοτόπι.

Κι’ ὁ μέγας Ἔρωτας μακριά, κι εἲν’ ἄβουλος ὁ ἄντρας

κι’ ἄπραχτος, καὶ στὸ πλάι του χαμοσυρτή ἡ γυναῖκα,

κυρὰ τους ἔχουν τὴν σκλαβιὰ καὶ δοῦλο τοὺς τὸ ψέμα.

Σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μέσ’ τὴ Χώρα.

Οἱ μυημένοι θὰ «διαβάσουν» τὶς ἐπιρροὲς σὲ μεταγενέστερους ποιητές. Ἀλλά, γιὰ δεῖτε τὴν δύναμη τοῦ στίχου! «Σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μὲσ΄τὴ Χώρα..». Μήπως δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ στίχος σημερινὸς μέσα στὴν ἀπόγνωσή του; Μήπως δὲν εἶναι μία σπαρακτικὴ περιγραφὴ ἑνὸς ἄνυδρου πνευματικὰ τοπίου, μία ἀπογοήτευση, μιὰ μελαγχολία γιὰ τὸ ἀποσυνάγωγο τοῦ καλοῦ κειμένου καὶ τῆς δημιουργίας; Μέσα ἐδῶ εἶναι Σεφέρης, εἶναι Βάρναλης, εἶναι βέβαια καὶ Σικελιανός, εἶναι ὅλη ἡ ἑπόμενη ποίηση σὲ ἀποχρώσεις διάφορες καὶ ἀντιφατικές. Ὅμως, νὰ μία μικρὴ ἀπογοήτευση. Ἀπὸ τούτη τὴν σκοτεινὴ περιγραφή, ἀπὸ τούτη τὴν δυναμικὴ εἰσαγωγή, θὰ περίμενε κάποιος ἕνα δεύτερο μέρος φωτιά, ἕναν ἐπίλογο ποὺ θὰ ἀνοίξει κάποιο νέο παράθυρο, θὰ μετατρέψει τὴν μελαγχολία σὲ χαστοῦκι, σὲ περιφρόνηση ἔστω, ἀκόμη καὶ σὲ πτύελο. Γιὰ νὰ δοῦμε..

Ὅμως θὰ ‘ρθεῖ κάποιος καιρός, καὶ κάποια αὐγὴ θὰ φέξει,

Καὶ θὰ φυσήξει μιὰ πνοὴ μεγαλοδύναμη,  ἄκου,

ἀπὸ ποιὸ στόμα ἢ ἀπὸ ποιὸ χάος θὰ χυθεῖ δὲν ξέρω,

ξέρω πῶς θὰ ‘ρθεῖ, καὶ στὸ πέρασμά της μέγα,

καὶ θεῖο καὶ μυστικό, κι ἀξήγητο  θὰ σκύψουν

οἱ κορφὲς ὅλες,  οἱ φωτιὲς θὰ ξαναδώσουν ὅλες,

στὴν Ἐκκλησιά, στὸν κλίβανο, στὸ σπίτι, στ’ ἀργαστῆρι,

στὸ κάστρο, στὴν καρδιά, παντοῦ, στ’ ἀποκαΐδια Ἀπρίλης,

καὶ σὰν Θεῶν ἀγάλματα, θαυματουργὰ πλασμένα,

νὰ ἠχολογᾶνε, μουσικὰ σὰν τὰ φιλεῖ ὁ κὺρ Ἥλιος,

καὶ σὰν χλωρὰ ἠσκερόδενδρα ποὺ δὲν τοὺς ἀπολείπουν

ζαχαροστάλακτοι καρποί, χειμῶνα-καλοκαῖρι.

Νά, νὰ ὁ ψωμάς, καὶ νὰ ὁ χαλκιάς, νὰ κι ἡ γυναῖκα,

νὰ τὰ, τὰ παλικάρια οἱ λειτουργοί,

ὅταν τριγύρω σου οἱ φωτιὲς ἀνάψουν πάλι, οἱ πλάστρες.

Ἐντάξει, τεχνικὰ πολὺ καλό, καλοστημένο καὶ συμμετρικό, ἀλλὰ γιατί καλέ μου ποιητά τόση συμβατικότητα, τόσο προβλέψιμος στίχος; Πῶς γίνεται νὰ παντρεύεις τὸν ζόφο τοῦ πρώτου μέρους, αὐτὸ τὸ ἔξαλλο κατηγορητήριο, μὲ τὴν παραδεισένια εἰκόνα τοῦ δεύτερου ὅπου κελαηδοῦν πουλάκια καὶ ἀμέριμνα βελάζουν τὰ ἐρίφια;

Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ βασικὸ πρόβλημα στὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ Παλαμικοῦ ἔργου, εἶναι ὁ «συστημικὸς» Παλαμᾶς ποὺ ἀκυρώνει τὸν ἀναρχικὸ ἑαυτό του, εἶναι ἡ (αὐτο) ἐπιβαλλόμενη ἠθικοπλαστικὴ διάθεση ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν στίχο νὰ ἀποκτήσει τὴν διαχρονία ἑνὸς Καρυωτάκη ἡ ἑνὸς Καβάφη. Αὐτὴ εἶναι μία βασικὴ ἀδυναμία στὴν Παλαμικὴ ποίηση, ποὺ καλὸ θὰ εἶναι νὰ ἔχετε πάντα στὸν νοῦ σᾶς ὅταν ἀσχολεῖστε μαζί της, θὰ σᾶς προστατεύσει ἀπὸ ἀπογοητεύσεις καὶ θὰ σᾶς βοηθήσει νὰ ἐπικεντρωθεῖτε στὰ ἀξιοτέρα, στὰ βαθύτερα, στὰ οἰκουμενικά. Ἀλλά, ἃς μὴν εἴμαστε ἄδικοι. Ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνα μεταίχμιο, μία μετάβαση ἀπὸ τὴν ποιητικὴ ἐποχὴ ὅπου ὑπῆρχε μόνο γαλανὸς οὐρανὸς καὶ ἀπέραντη φύση στὴν ἑπόμενη περίοδο, ὅπου ξεκίνησε ἡ κατάδυση στὰ τρίσβαθα τῆς συνείδησης καὶ στὰ μεγάλα καὶ τρανά της ὕπαρξης (βεβαίως μὲ ἑξαιρέσεις, δὲν θὰ ἀκυρώσουμε δὰ ἕνα Σολωμὸ ἢ ἕναν Κάλβο – ἀλλὰ πάντως ἑξαιρέσεις..). Εἶναι μιὰ γέφυρα ποὺ βοήθησε τὴν Ἑλληνικὴ ποίηση νὰ ἀφουγκραστεῖ τὶς εὐρωπαϊκὲς τάσεις καὶ ρεύματα καὶ ἔδιωξε ἀπὸ τὸν στίχο τὴν ἀμεριμνησία, τὸν ἐλιτισμὸ καὶ τὴν κενότητα. Καὶ μόνο γὶ αὐτὸ, τὸ ἔργο τὸ χρέος στὸν Παλαμὰ εἶναι μεγάλο, μὰ δὲν εἶναι μοναχὰ αὐτό. Ἃς δοῦμε μερικὰ ἀποσπάσματα ἢ καὶ μεμονωμένους στίχους ποὺ ἀγαπῶ πολὺ καὶ ἄλλοτε μιλοῦν ψιθυριστὰ μὲ ἔξοχο λυρικὸ τόνο καὶ ἄλλοτε ἀποτελοῦν γροθιὰ σὲ κατεστημένες ἀπὸ χρόνια ἀντιλήψεις. Γιὰ τὴν καλύτερη κατανόηση ὁρισμένων στίχων, νὰ θυμίσουμε ὅτι ὁ Παλαμᾶς ἔχασε τὸν γιὸ τοῦ Ἄλκη τὸ 1898, κάτι ποὺ ἐμφανέστατα σημάδεψε τὴν ποίησή του.

Ἀπὸ τὴν «Ἀσάλευτη ζωὴ» ἃς δοῦμε ἕνα ἀπόσπασμα λίγο μυστηριῶδες, λίγο μεταφυσικό, μὲ μία εὔκολη πρώτη ἑρμηνεία καὶ πολλὲς βαθύτερες. Εἶναι ὅλα ἀνυποψίαστα λοιπόν..

Εἲν’ ὅλα ἀνυποψίαστα μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι,

     ἐσύ, γυναῖκα, σὰ ματιὰ τοῦ Ἀποσπερίτη,

     τὰ δάκρυα σὰν καλόδεχτα κ’ ἐκεῖνα πρωτοβρόχια,

     φέγγει ἕνας ἥλιος χαρωπὰ στὰ πάντα – ὡς καὶ στὴ φτώχεια.

Δυσκολοχώριστα, πουλιά, ἀγόρια, ἀνθοί, κοράσια,

     τὰ λόγια σὰ φιλιὰ ἁπαλά, τὰ στόματα κεράσια:

     ἡ Ἀγάπη χτίζει ἐδῶ φωλιές, κι ὁ Ἀπρίλης παραστέκει…

     ― Σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι εἶν’ ἕτοιμο νὰ πέσει ἀστροπελέκι!

(«Ἑκατὸ φωνές», 81. Ἡ Ἀσάλευτη ζωή, 1904. Ἅπαντα, Γ΄. Μπίρης-Γκοβόστης, [1963], Δάνειο ἀπὸ τὸ σπουδαστήριο Νέου Ἑλληνισμοῦ, πάντα μὲ μικρὲς διορθώσεις σὲ στίξη καὶ σύνταξη.)

Θυμᾶμαι πόσο ἀνατριχιαστικό μοῦ φάνηκε ὅταν τὸ πρωτοδιάβασα, εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες φορὲς ποὺ ὁ Παλαμᾶς «παίζει» τόσο ἔντονα μὲ τὴν ἀνατροπή, τὴν ἀντίθεση, τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι, τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Θὰ ἀπορήσουν βέβαια μερικοί: «μὰ ποῦ τὸ βλέπεις τὸ μυστήριο καὶ τὸ μεταφυσικό; Ὁ ἄνθρωπος ἔχασε ἕνα παιδί, τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι τὸ ποίημα ἀπὸ τὴν περιγραφὴ ἑνὸς προσωπικοῦ δράματος..».

Στὴν καλὴ ποίηση, τὸ ἔχω γράψει τόσες φορές, τίποτε δὲν εἶναι προσωπικό, ἀπομονωμένο ἢ περιστασιακὸ – ἡ γνήσια ποίηση συγκινεῖ γιατί ἡ περίπτωση ἀνάγεται σὲ ἀλήθεια οἰκουμενική, τὸ συμβὰν σὲ συνολικὴ εἰκόνα, ἡ ἐμπειρία σὲ προβληματισμό. Ὁ κοφτὸς καὶ θανατερὸς τελευταῖος στίχος, (καμία ἄλλη λέξη δὲν θὰ ἀπέδιδε καλύτερα ἀπὸ κεῖνο τὸ ἐλάχιστα ποιητικὸ «ἀστροπελέκι»), ἔξοχα κατακρημνίζει τὴν εἰδυλλιακὴ εἰκόνα, τὴν ψευδαίσθηση τοῦ ἀναλλοίωτου, τὴν αὐταπάτη τῆς ἀθανασίας. Τὸ μέγεθος, ἡ δομὴ καὶ ἡ (ἃ)συμμετρία στὸ ποίημα εἶναι ἐξαιρετικά. Παρόμοιας δύναμης μὲ κεῖνο τὸ «Ὑπάρχω λές; Κι ὕστερα δὲν ὑπάρχεις..» τοῦ Καρυωτάκη, μόνο ποὺ ἐδῶ ὁ θάνατος ἔρχεται ἀκόμη πιὸ ὕπουλα, πιὸ ἀπρόσμενα καὶ δικαιώνει ἀπόλυτα τὸν τίτλο. Ἐξαιρετικὸ ἐπίσης σὲ μέγεθος καὶ οὐσία γιὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία καὶ ἡ πιὸ κατάλληλη εἰσαγωγὴ σὲ μία συζήτηση γιὰ τὸ ἐφήμερο, τὴν ἀξία τῆς κάθε στιγμῆς, τὴν ἀνάγκη γιὰ μιὰ ζωὴ δημιουργικὴ χωρὶς ἀναβολὲς καὶ μεταθέσεις..

Μὰ ἡ δική μου ματιὰ φτάνει λίγο βαθύτερα καὶ διακρίνει μιὰ κάποια εἰρωνεία πρὶν ἀπὸ τὸν τελευταῖο στίχο. Ἀδιόρατα νομίζω ὅτι ὁ Παλαμᾶς, δὲν περιγράφει ἁπλῶς, ἀλλὰ σαρκάζει τὴν ἀνυποψίαστη εἰκόνα, τὸ στημένο σκηνικὸ εὐτυχίας, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ εἶναι εὐτυχία, σὰν βγαλμένη ἀπὸ παλιὰ carte postale καὶ ἐξώφυλλο περιοδικοῦ. «Φέγγει ὁ ἥλιος χαρωπὰ ὡς καὶ στὴ φτώχεια..». Ά, βέβαια, ἐδῶ ὑπάρχει ψῆγμα σαρκασμοῦ, ἀλλὰ καὶ μιὰ λύπηση γιὰ κείνους ποὺ τρίβονται μὲ τὰ μικρὰ θαρρώντας πὼς ἔχουν καιρὸ γιὰ τὰ μεγάλα. Ἀλλὰ καὶ πάλι μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἰδέα μου καὶ παρόμοια ἀσέβεια νὰ ὑπάρχει μοναχὰ στὸ βαθὺ ὑποσυνείδητο τοῦ ποιητῆ.. παρόμοιες σκέψεις μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος πολλές.. μὰ εἶναι  αὐτὸς ὁ Παλαμᾶς ξεπερασμένος; Εἶναι τούτη ἡ σπουδὴ ἐπάνω στὴν μοῖρα καὶ στὰ ανθρώπινα, κάποιας ἄλλης ἐποχῆς; Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι οἱ μεταγενέστεροι ποιητὲς ποὺ μπόρεσαν νὰ πλησιάσουν σὲ δύναμη αὐτὸ τὸ ποίημα, ἀφῆστε ποὺ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἀποφεύγουν τὸν θάνατο καὶ τὴν φθορὰ στὴν ποίησή τους, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ κάνουν ἀναρωτιέσαι ἐὰν ἔχουν ποτὲ βιώσει ἀπώλεια, κενό, φτώχεια ἢ πραγματικὴ μοναξιά. Ἃς εἶναι.

Γιὰ νὰ πᾶμε τώρα στὸν δωδεκάλογο τοῦ γύφτου καὶ σὲ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ποὺ δύσκολα θὰ τὸ ἔβρετε στὶς «καθὼς πρέπει» ἀνθολογίες, πάντως ἀπὸ ἐκείνη τῆς «Ἑστίας» τοῦ Σπύρου Κοκκίνη λάμπει διὰ τῆς ἀπουσίας του. Ἀπὸ «Τὸ πανηγύρι τῆς Κακάβας» οἱ τρεῖς παρακάτω στροφές. Σκεφθεῖτε μόνο τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχετε γιὰ τὸν Παλαμά, τὸ πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ πλαίσιο τῆς ἐποχῆς του, τὴν ἐπικρατοῦσα πατριδολαγνεία – στοιχεῖα ἀρκετὰ γιὰ νὰ ἀποφύγει ὁ Παλαμᾶς τὴν ἄμεση ἀναφορὰ καὶ νὰ βάλει τοὺς στίχους στὸ στόμα ἑνὸς γύφτου ποὺ ἐδῶ ἔχει τὴν θέση μᾶλλον τοῦ τρελοῦ τοῦ χωριοῦ ποὺ ἔχει τὸ ἀκαταλόγιστο καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ στὰ σοβαρὰ νὰ τὸν κατηγορήσει. Δὲν θέλω νὰ σκεφθῶ τί θὰ συνέβαινε ἐὰν στὰ 1907 ποὺ γράφτηκε τὸ κείμενο, διαβάζονταν τοῦτοι οἱ στίχοι σὲ κάποια σχολικὴ αἴθουσα.. Προσέξτε ἀκόμη καὶ τὸ ἀμφίσημο τοῦ τίτλου..

 

Γύφτε λαέ…

[ ] – Γύφτε λαέ, ἄκουσε μέ!.. Τὸ πρωτόσταλτο εἶμαι

σημάδι ἀπὸ τὴν πλάση ποὺ θαρθεῖ,

κ’ ὕστερα κι ἀπὸ ποιοὺς καιροὺς καὶ χρόνια πόσα!

Ἕνας ἐγὼ καὶ ζῶ γιὰ χίλιους.

Γύφτε λαέ, ἄκουσε με – δὲ σοῦ μίλησε

προφήτης σου ποτὲ σὰν τὴ δική μου γλῶσσα!

Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποῦ πύργους χτίζει στὸν ἀέρα

μὲ τὴ φωνὴ τοῦ κράχτη καὶ μοιράζει μας

βασιλικά τα κάστρα κι ἄπρεπων ἐλπίδων

ἴσκιους μπροστὰ στὰ μάτια μας σαλεύει;

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀπάτριδες κ’ οἱ ἀγιάτρευτοι.

Γιούχα καὶ πάντα γιούχα τῶν πατρίδων!

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀθάνατοι ἀπολίτιστοι·

κ’ οἱ Πολιτεῖες λημέρια τῶν ἀκάθαρτων,

κ’ οἱ Πολιτεῖες ταμπούρια τῶν κιοτήδων!

Στὴ στρούγγα λυσσομάνημα καὶ φαγωμὸς

λύκων, σκυλιῶν, προβάτων καὶ τσοπάνηδων!

Γιούχα καὶ πάλε γιούχα τῶν πατρίδων!

[  ]

Μὰ στὰ σοβαρὰ δὲν εἶναι ἐπίκαιρος τοῦτος ὁ Παλαμᾶς; Μήτε ὁ Καρυωτάκης, μήτε ἀκόμη καὶ ὁ Ἄβλιχος, δὲν προχώρησαν τόσο τὴν ἀπόρριψη, τὴν καταγγελία, τὴν ἄρνηση κάθε ἱεροῦ καὶ ὅσιου καὶ ἐθνικοῦ. Καὶ παρακάτω, σκόρπιοι στίχοι..

«Νόμος ἐμᾶς, νυχτοήμερα καὶ πάντα, ὁ δρόμος!»

Μοναδικὸς νόμος λοιπὸν ἡ δημιουργία; Ἡ μάχη; Τὰ νέα μονοπάτια καὶ οἱ ἀπάτητες κορφές;

«Ἐμεῖς δὲν γονατίσαμε σκυφτοὶ

τὰ πόδια νὰ φιλήσουμε τοῦ δυνατοῦ

σὰν τὰ σκουλήκια ποῦ πατεῖ μας…»

Βέβαια ἡ συγκεκριμένη συλλογὴ ἔχει καὶ πολλὲς φλυαρίες, ἱστορικὰ στοιχεῖα, τάχα ἀναφορὲς στὴν συγκεκριμένη φυλή, τάχα διηγεῖται ὁ Παλαμᾶς γιὰ λογαριασμὸ τρίτων, ὅμως μὴν γελιέστε, τούτη εἶναι ἡ αὐθεντική, ἡ ἀλογόκριτη φωνὴ τοῦ ποιητῆ, αὐτὴ εἶναι ἡ ὀργή του, αὐτὴ εἶναι ἡ παρακαταθήκη του. Πλῆθος οἱ παρόμοιοι στίχοι στὸν δωδεκάλογο, ἀλλὰ νομίζω σχηματίσαμε μία μικρὴ ἰδέα τῆς τόλμης καὶ μιᾶς ποιητικῆς ποὺ σπάνια βλέπει τὸ φῶς..

Ἐὰν ἀμφιβάλλετε ἀκόμη γιὰ τὴν τόλμη τῶν Παλαμικῶν στίχων, ἰδοὺ λίγοι στίχοι ἀκόμη, τὸ ἴδιο σαφεῖς, τὸ ἴδιο καθαροὶ μὲ ἐκεῖνο τὸ «Γιούχα τῶν πατρίδων..»..

Ἐξουσίαζε!..

Ἐξουσίαζε! Τὸ γράφει

στὸ δεφτέρι τοῦ ὁ Νόμος.

Χαλαστῆς ὀργοτόμος

ζεῖ καὶ σβεῖ τὶς πατρίδες!

Πᾶνε σπάνε οἱ αλυσίδες

μὰ ὅπου σπᾶνε, ἄλλες, νά!

Πάντα σκλάβοι, σκοινιά,

καὶ παντοῦ σταυρωτῆδες!

Τὸ ἀναρχικὸ στοιχεῖο ἐδῶ, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ καταγγελία τῆς ἐξουσίας καὶ τὸ νομιμοποιημένο προσωπεῖο της, μὰ κυρίως ἡ ἀποδοχὴ ὅτι κάθε ἐξουσία, κάθε κράτος, κάθε σύστημα παράγει τὴν ἴδια καταπίεση, τοὺς ἴδιους διαχωρισμούς, τὴν ἴδια αὐθαιρεσία. Ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς «ἐθνικοῦ» καὶ «συμβατικοῦ» ποιητῆ. Ἡ μεταγενέστερη καὶ «πρωτοποριακὴ» γενιὰ τοῦ 30 οὔτε κατὰ διάνοια δὲν ἔφτασε στὴν τόσο ριζοσπαστικὴ κριτικὴ – ὁπωσδήποτε μὲ κάποιες φωτεινὲς ἐξαιρέσεις. Μπορεῖτε ἔτσι εὔκολα νὰ διαπιστώσετε πόσο μικρὴ σημασία ἔχουν τὰ ἐπίθετα, οἱ ἐτικέτες, ὁ διαχωρισμὸς σὲ γενιὲς καὶ ρεύματα. Μήπως τὸ παραπάνω ποίημα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε γραφτεῖ ἀπὸ ἕναν Βάρναλη στὶς πιὸ ὀργισμένες στιγμές του; Ἡ μήπως τὸ παρακάτω δὲν ἔχει ἔντονο τὸ χρῶμα ἀπὸ γραφτὰ τοῦ Καρυωτάκη. Ἄχρονη καὶ ἄτοπη ἡ ποίηση, δὲν ἔχει ἀνάγκη τοὺς ἀκαδημαϊκοὺς διαχωρισμούς..

Μὲ τὸ ποίημα «Ἀνατολὴ» πρωτοτυπεῖ πράγματι ὁ Παλαμᾶς, δὲν εἶναι μόνο το ὕφος, ἡ μελαγχολία ποὺ συνάδει μὲ τὸν τίτλο καὶ μεταδίδει μιὰ ρᾳθυμία, ἕνα εὔπλαστο τοπίο, αὐτὴν τὴν γλύκα τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ τὴν ἔχουν νοιώσει ἰδιαίτερα ὅσοι ἔχουν ἐπισκεφθεῖ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Εἶναι τὸ ἴδιο το θέμα, καθὼς δὲν μπορῶ νὰ θυμηθῶ ἄλλο ποίημα ποὺ νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἀνατολίτικα τραγούδια – κυρίως σὰν σύμβολα ἑνὸς τρόπου ζωῆς, μιᾶς νοοτροπίας, μιᾶς στάσης ἀπέναντι στὴν ζωή..

Ἀνατολὴ

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,

μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,

λυπητερά,

πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!

Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας

καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει

καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει

μιὰ μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,

κ’ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,

ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,

ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,

κι ὅλα σας, κ’ ἡ χαρά σας, μοιρολόι

πικρὸ κι ἀργό·

μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,

στενόκαρδος, ἀδούλευτος, ―διαβάτης

μ’ ἐσὰς κ’ ἐγώ.

Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,

καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,

στ’ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ’ οὐρανοῦ,

ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ’ ἔρμη,

βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,

μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκω

καὶ καπνιστής μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω

δαχτυλιδάκια γαλανά·

καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω

κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύω

τὸν καημὸ ποὺ βαριά σᾶς τυραννᾷ

κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει.

Καὶ μιὰ φυλὴ ζεῖ μέσα σας καὶ λιώνει

καὶ μιὰ ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,

γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,

μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,

λυπητερά.

(Σπουδαστήριο Νέου Ἑλληνισμοῦ)

Στὸ διαδίκτυο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπαγγελία τοῦ ποιήματος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Παλαμά, μὰ θὰ συμβούλευα νὰ τὴν ἀποφύγετε. Ὁ χρωματισμός, ὁ τονισμός, ἡ προφορὰ εἶναι σωστά, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἀπογοητευτικό, καθὼς δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν αὔρα καὶ τὶς ἀποχρώσεις τοῦ κειμένου. Ἄλλωστε τὸ ἔχουμε πεῖ πολλὲς φορές, οἱ περισσότεροι (καλοὶ) ποιητὲς εἶναι καταστροφικοὶ στὴν ἀπαγγελία. Ἡ διαφορὰ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου εἶναι θέμα τεράστιο μὲ τὸ ὁποῖο ἴσως ἀσχοληθοῦμε μίαν ἄλλη φορά..

Ὁ καταγγελτικὸς καὶ ἀντισυμβατικὸς στίχος τοῦ Παλαμᾶ δὲν εἶναι ἐπιλεκτικός, διαπερνᾷ τὸ σύνολο τοῦ συστήματος, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι καὶ διαταξικός, καθὼς δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ καυτηριάζει λαϊκὲς συμπεριφορές, ἰδεολογίες, θρησκεῖες, κόμματα – θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι τὸ κατηγορῶ του ἀγγίζει τὴν ἴδια τὴν φύση τοῦ κράτους (ἀστικοῦ καὶ προλεταριακοῦ), τὴν παντοδυναμία τῆς ὕλης καὶ τοῦ συμφέροντος, τὴν ρίζα τοῦ κακοῦ τὴν ἴδια. Γιὰ παράδειγμα, ἕνα ποίημα διαχρονικὸ καὶ γὶ αὐτὸ πάντα ἐπίκαιρο..

Ἰδεολόγοι καὶ νιτερεσολόγοι,

κι ὅσους μεθᾶνε τῆς ζωῆς οἱ χάρες,

κ’ ἐσεῖς μὲ τοῦ ἀσκητῆ τὸ κομπολόγι,

κ’ ἐσεῖς, τραγουδιστὲς μὲ τὶς κιθάρες,

κ’ ἐσεῖς ποὺ τὴ ζωὴ κατάρα κλαῖτε,

κ’ ἐσεῖς μὲ τῶν παθῶν τὶς λιγωμάρες,

κ’ ἐσεῖς ποὺ σὲ νερὰ γαλήνης πλέτε,

τῶν «ὅλα ἀλλάζουν» οἱ διαλαλητάδες,

κι ὅσοι στὸ γυρισμὸ τῶν ἴδιων καῖτε

λιβάνι, κι ὅσοι καταφρονητάδες

τῶν ὄχλων, κ’ ἐσεῖς οἱ ἄθεοι κι ὅσοι θρῆσκοι,

κ’ ἐσεῖς, τῶν προλετάριων οἱ λαμπάδες,

κι ὅλοι, ὑπεράνθρωπου, ἄνθρωποι, ἀνθρωπίσκοι!

(νιτερεσολόγος: ἐκεῖνος ποὺ κοιτάζει μόνο το νιτερέσο, τὸ συμφέρον του – ἀπὸ τὰ σατιρικὰ γυμνάσματα)

Σὲ μία πρώτη ματιὰ θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ποίηση τοῦ Παλαμᾶ ὁμοιάζει μὲ ἕνα μεγάλο χωνευτῆρι ὅπου ὅλα χωροῦν καὶ ὅλα συμβιώνουν: Ὁ ἀναρχικὸς καὶ ἀντιεξουσιαστικὸς στίχος, ἡ ὑπεράσπιση τοῦ φτωχοῦ καὶ τοῦ ἀνήμπορου, ὁ ἔρωτας, τὰ πατριδοσύμβολα, ἡ μελέτη τῶν ἀρχαίων κειμένων, μὲ ἄλλα λόγια τὰ πάντα. Ὅμως αὐτά σε μία πρώτη ματιά. Γιατί βαθιὰ μέσα στὸν στίχο του ὑπάρχει λεπτοκέντητη σκέψη καὶ μία ἰσορροπία ἀνάμεσά σε κεῖνο ποὺ λοιδορεῖ καὶ σὲ κεῖνο ποὺ προτάσσει. «Οἱ πατέρες» εἶναι ἐκεῖνο τὸ ποίημα (τὸ ἔχω καταγράψει ἀρκετὲς φορὲς σὲ μικρὲς ἀνθολογίες), ποὺ θὰ μποροῦσε μὲ ἄνεση νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἡ πνευματική του παρακαταθήκη, προσωπικά τὸ θεωρῶ τὴν πιὸ προσωπική του ἀπάντηση γιὰ τὴν συμπεριφορὰ μιᾶς συνείδησης, γιὰ τὴν στάση τοῦ ἀνθρώπου σὲ τούτη τὴ ζωή. Κατὰ ἕνα τρόπο, ἐδῶ συναντᾶται μὲ τὸν μεγάλο του ἀντίπαλο τὸν Καβάφη – καὶ οἱ δύο ὅταν κληθοῦν νὰ ἀπαντήσουν στὸ «διὰ ταῦτα» ἔχουν τὴν ἀπάντηση κοινή..

Παιδί, τὸ περιβόλι μου ποὺ θὰ κληρονομήσεις,

ὅπως τὸ βρεῖς κι ὅπως τὸ δεῖς νὰ μὴν τὸ παρατήσεις.

Σκάψε το ἀκόμα πιὸ βαθιὰ καὶ φράξε το πιὸ στέρεα,

καὶ πλούτισε τὴ χλώρη του καὶ πλάτυνε τὴ γῆ του,

κι ἀκλάδευτο ὅπου μπλέκεται νὰ τὸ βεργολογήσεις,

καὶ νὰ τοῦ φέρνεις τὸ νερὸ τὸ ἁγνό τῆς βρυσομάνας·

κι ἂν ἀγαπᾷς τ’ ἀνθρωπινὰ κι ὅσα ἄρρωστα δὲν εἶναι,

ρῖξε ἁγιασμὸ καὶ ξόρκισε τὰ ξωτικά, νὰ φύγουν,

καὶ τὴ ζωντάνια σπεῖρε του μ’ ὅσα γερά, δροσάτα.

Γίνε ὀργοτόμος, φυτευτῆς, διαφεντευτῆς! Κι ἂν εἶναι

κ’ ἔρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροὶ ὀργισμένοι,

κι ὅσα πουλιά, μισέψουνε σκιασμένα, κι ὅσα δένδρα,

γιὰ τίποτ’ ἄλλο δὲ φελᾶν παρὰ γιὰ μετερίζια,

μὴ φοβηθεῖς τὸ χαλασμό! Φωτιά! Τσεκοῦρι! Τράβα,

ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε τὸ περιβόλι, κόφτο,

καὶ χτίσε κάστρο ἀπάνου του καὶ ταμπουρώσου μέσα,

γιὰ πάλεμα, γιὰ μάτωμα, γιὰ τὴν καινούρια γέννα,

π’ ὅλο τὴν περιμένουμε κι ὅλο κινάει γιὰ νάρθει,

κι ὅλο συντρίμμι χάνεται στὸ γύρισμα τῶν κύκλων!

Φτάνει μιὰ ἰδέα νὰ στὸ πεῖ, μιὰ ἰδέα νὰ στὸ προστάξει,

κορῶνα ἰδέα, ἰδέα σπαθί, ποὺ θὰ εἶν’ ἀπάνου ἀπ’ ὅλα!

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση, αὐτὴ εἶναι ἡ μάχη τῶν ποιητῶν στοὺς αἰῶνες, «Φτάνει μιὰ ἰδέα νὰ στὸ πεῖ… ποὺ θὰ εἲν’ ἀπάνου ἀπ’ ὅλα!». Εἶναι πολλά τὰ ποιήματα ὅπου τούτη ἡ θεμελιώδης πρόταση ἔρχεται καὶ ἐπανέρχεται, ἀλλὰ σὲ τοῦτο τοῦ Παλαμᾶ ἐκφράζεται νομίζω μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο. Ἐδῶ ἡ συνείδηση τεντώνεται στὰ ὅριά της, ὑπερβαίνει δυνάμεις, μάχεται ἕως θανάτου ἀκόμη καὶ ὅταν ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζει πὼς εἶναι πόλεμος χαμένος, ἄνισος. Ὅλος ὁ βηματισμὸς τῆς ἀνθρωπότητας ἀναπνέει μέσα σ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους..

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὸ νομίζω ἀπαραίτητο νὰ ἀνοίξουμε μία παρένθεση. Εἶναι ἀρκετοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπικοινωνοῦν μαζί μου μὲ μία στενοχώρια, μία δυσφορία. Ἡ ἔνστασή τους εἶναι περίπου ἡ ἑξῆς: «Ναί, μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὶς ποιητικὲς ἔννοιες σὲ ἕναν ποιητὴ σὰν τὸν Παλαμὰ ἢ τὸν Κάλβο, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ ἠχοῦν στ’ αὐτιὰ μας μεγαλόστομα, ἐξαιρετικὰ ἠχηρά, πολλὲς φορὲς σὰν κούφια λόγια. Τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσει τὸ πνεῦμα, ἡ ἰδέα, ἡ δημιουργία τὴν νοιώθουμε, ἀλλὰ τὴν νοιώθουμε σὰν νὰ ἀπευθύνεται κάπου ἀλλοῦ, σὲ χώρα καὶ συνειδήσεις μακρινές, ὄχι σὲ μᾶς, ὄχι προσωπικά. Καὶ τότε ὁ στίχος ἀκούγεται πομπώδης καὶ ἐπιφανειακός..».

Εἶναι πολλοὶ οἱ παράγοντες ποὺ συντελοῦν σ’ αὐτὴν τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὴν καλὴ λογοτεχνία, ἀλλὰ νομίζω ὁ κυριότερος εἶναι αὐτὸς ποὺ ὀνομάζω χάριν συντομίας «ἀντίστροφη συνειδησιακὴ ἐξέλιξη». Πρόκειται γιὰ μία μακραίωνη διαδικασία δημιουργίας στερεοτύπων καὶ μεταμφιέσεων, ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν συνεχῆ ἐπανάληψη καὶ μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς θηριώδους μηχανισμοῦ προπαγάνδας, τελικὰ δημιουργεῖ πραγματικότητα, γίνεται πραγματικότητα ἀποδεκτὴ ἀπὸ μία εὔπλαστη καὶ εὔπιστη πλειονότητα. Ἃς δοῦμε μερικὰ παραδείγματα. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Παλαμᾶς συνδέθηκε μὲ τὴν ἐπίσημη (σχολική, θεσμικὴ) μορφὴ τῆς λογοτεχνίας καὶ ἔτσι ἔφτασε ἕως τὶς μέρες μας. Στὴν γενιὰ τοῦ 20 κόλλησαν ἀπὸ νωρὶς τὰ ζοφερὰ ἐπίθετα «παρακμιακή», «πεισιθάνατη», «καταραμένη» – αὐτὴ εἶναι πλέον ἐδῶ καὶ χρόνια ἡ ἐπίσημη ἀκαδημαϊκὴ ἐκδοχὴ ποὺ οὐδεὶς διανοεῖται νὰ ἀμφισβητήσει. Τὸν Καβάφη κατάφεραν νὰ τὸν τεμαχίσουν, νὰ τὸν κάμουν σύνθημα, νὰ τὸν περιορίσουν στὰ πικάντικά της κλειδαρότρυπας καὶ τελικὰ νὰ τὸν εὐνουχίσουν. Τὰ πιὸ βαρετὰ καὶ τὰ πιὸ ἀνόητα κείμενα τῶν πάλαι ποτὲ λαϊκῶν μυθιστορημάτων πέτυχαν νὰ τὰ προάγουν στὴν μοναδικὴ καὶ εὐπώλητη μορφὴ λογοτεχνίας. Μὲ ἄλλα λόγια, τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων ἰδεολογικῶν ἀναταραχῶν στὴν Ἑλλάδα ξεκίνησε μία μεγάλη προσπάθεια ἀκύρωσης τῆς καλῆς λογοτεχνίας καὶ περιθωριοποίησής της, μὰ τὸ λυπηρὸ δὲν εἶναι αὐτὸ – τὸ ἀνατριχιαστικὸ εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ πλαστογράφηση τῆς λογοτεχνικῆς ἱστορίας πέτυχε νὰ γίνει συλλογικὴ συνείδηση, ἄποψη τῆς πλειονότητας ποὺ ἀναπαράγεται ἄκριτα ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ καὶ πλέον λειτουργεῖ αὐτόματα, μηχανικά, ἐντελῶς στερεοτυπικά.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίστροφη πορεία μιᾶς συνείδησης ποὺ ἀντὶ νὰ βαθαίνει τὸν πολιτισμό της, ἀντὶ νὰ κατακτᾷ μὲ τὰ χρόνια σκέψη πρωτογενῆ καὶ γνήσια, βυθίζεται ὅλο καὶ περισσότερο σὲ ξένες ἀπόψεις, εὐκολίες καὶ κοινότοπα «λογοτεχνικὰ» ἀναμασήματα.

Κάποτε, (ἔχει χρόνια), μέσα σὲ πανεπιστημιακὸ χῶρο ἔγινε ἕνα πρωτότυπο καὶ ἄτυπο πείραμα, περίπου διακόσιοι νοματαῖοι (κάθε φυλῆς, μόρφωσης καὶ ἡλικίας), κλήθηκαν νὰ καταγράψουν τὴν ἄποψή τους γιὰ μία σειρὰ ζητήματα τῆς τέχνης. Ἡ σύμπτωση τῶν ἀπόψεων θύμιζε δικτατορικὴ κάλπη – σὲ ποσοστὸ πάνω ἀπὸ 90% ὑπῆρχε ἐπανάληψη τῆς ἴδιας εἰκόνας, ποὺ μὲ τὴν σειρὰ της συνέπιπτε μὲ τὴν ἐπίσημη περὶ τέχνης ἐκδοχή. Σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι κλήθηκαν νὰ ἐξετάσουν τὴν προέλευση τῶν ἀπόψεών τους, τὶς πηγὲς διαμόρφωσης, τὸν βαθμὸ, μὲ ἄλλα λόγια, ἐπιρροῆς ξένων στοιχείων στὸν σχηματισμὸ τῆς γνώμης τους. Τὰ ἀποτελέσματα ἐξέπληξαν σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ τοὺς ἴδιους. Τὰ μεγάλα βιβλιοπωλεῖα, οἱ κριτικοὶ λογοτεχνίας, τὸ διαδίκτυο καὶ ἡ τηλεόραση ἤσαν ψηλὰ στὴν λίστα «κέντρων ἐπιρροῆς», μὰ τὸ περίεργο φυσικὰ δὲν ἦταν αὐτό. Τὸ λυπηρὸ ἦταν ὅτι ἡ μεταφορὰ καὶ ἡ υἱοθέτηση τῶν ἐπιρροῶν εἶχε περάσει ἀφιλτράριστη, χωρὶς καμία ἀμφισβήτηση, χωρὶς μετάλλαξη ἀπὸ κάποια προσωπικὴ κρίση ἢ ἀτομικὸ συλλογισμό. Ἡ γνώση ποὺ ἔχουμε σήμερα στὴν Ἑλλάδα γιὰ τὴν λογοτεχνικὴ ἱστορία ἀπηχεῖ ἐν πολλοῖς αὐτὴν τὴν ἐντελῶς παραμορφωτικὴ συστημικὴ ἐκδοχή. «Ταϊσμένη γνώμη» τὴν ὀνόμαζε ὁ μακαρίτης ὁ Ἀποστολίδης καὶ εἶχε δίκιο..

Ἐπιστρέφουμε. Μία διαμάχη ποὺ φτάνει ὡς τὶς μέρες μᾶς εἶναι ἐκείνη ἀνάμεσα στὸν Παλαμὰ καὶ στὸν Καβάφη. Ἃς μὴν ὑποτιμήσουμε τὸ προσωπικὸ στοιχεῖο, τὸν ναρκισσισμό, τὴν ποιητικὴ φιλαρέσκεια σ’ αὐτὸ τὸ παιχνίδι. Ὅσοι ἀσχολούμαστε μὲ τὰ λογοτεχνικὰ ἔχουμε συχνὰ τὴν τάση νὰ ἀφαιροῦμε ἀπὸ τοὺς ποιητὲς τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο, τὰ σημάδια μιᾶς μικροψυχίας, τὴν κριτικὴ ἀδυναμία ἀπέναντί σε ἔργα τρίτων. Ἀνάμεσα στοὺς δύο ποιητὲς ἀνταλλάχθηκαν συχνὰ ἀπαξιωτικοὶ χαρακτηρισμοί, μὰ τόχω γράψει νομίζω καὶ στὸ ἀφιέρωμα στὸν Καβάφη. Γιὰ μένα ἡ ἔνταση αὐτοῦ τοῦ λογοτεχνικοῦ πολέμου εἶναι δηλωτικὴ περισσότερο ἀμοιβαίας ἐκτίμησης, ἴσως καὶ κάποιας ζήλιας. Ποιητικὴ οὐσία δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὰ τὰ περιστατικὰ καὶ γὶ αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει νόημα νὰ ἀσχοληθοῦμε περισσότερο. Ἔτσι ὅμως γιὰ τὴν ἱστορία, δεῖτε ἕνα ποίημα τοῦ Παλαμᾶ ποὺ ἀδιόρατα θυμίζει Καβάφη, τρυφερὸ πολὺ στὴν ἀρχή, κοφτὸ καὶ κυνικὸ στὸ τέλος.. Νομίζω ἀπὸ τὴν «Ἀσάλευτη ζωή»..

Toν πόνο σου ἐδῶ πέρα μὴν τὸν παρατᾶς!

Μὲ μιὰ φροντίδα μητρικὴ ταξίδεψε τον,

ὅπου ζωή, ὅπου ὄνειρο, στὰ μακρινὰ καὶ στὰ ψηλά.

Καὶ πήγαινε τον ὕστερα καὶ ριζοφύτεψε τον

ἐκεῖ στὴν χώρα τὴν κατάνακρη τοῦ ἀμίλητου·

στὰ μάτια του συμάζωξε καὶ θάψε τὴ φωνή σου,

κι ἂν ἴσως δὲ βαστάξουνε τὰ μάτια του καὶ κλείσουνε,

κλεῖσε κ’ ἐσὺ τὰ μάτια σου καὶ πέθανε μαζί του.

 

Ἃς δοῦμε καὶ ὁρισμένους μεμονωμένους στίχους ποὺ ἀποτυπώνουν καὶ τοὺς εὐρύτερους στοχασμοὺς τοῦ Παλαμᾶ..

 

«Δὲν φτάνει νὰ λάμπ’ ἡ ἀλήθεια· πρέπει καὶ νὰ σφάζει!»

«Κι’ ἂν εἶναι πλῆθος τ’ ἄσκημα, κι ἂν εἶναι τ’ ἄδεια ἀφέντες,

Φτάνει μιὰ σκέψη, μιὰ ψυχή, φτάνεις ἐσύ, ἐγὼ φτάνω,

Νὰ δώσει νόημα στῶν πολλῶν τὴν ὕπαρξη ἕνας φτάνει.»

(Τὸ ἀνέβασμα στὸ βράχο)

 

«Μάθε: ἡ προκοπὴ δὲν εἶναι γιὰ τοὺς δούλους,

κι’ ὅσο θένε οἱ δοῦλοι ἀφέντη, ἃς ἔχουν

τὸν ἀφέντη κάθε πλούτου κι ὀμορφιᾶς·

Μάθε: ἡ προκοπὴ γιὰ τοὺς ἐλεύτερους!..»

 

Νὰ καὶ μία μικρὴ σπουδὴ ἐπάνω στὴν ὀμορφιά, τὸ εὔθραυστό της ἰδέας, τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἰδανικὸ καὶ τὴν πραγματικότητα ποὺ ὅλα τα μολεύει..

 

«Κάθε ὡραῖο εἶναι χνοῦδι εὐκολότριφτο,

τὸ φλογίζ’ ἡ ἀγκαλιά, καὶ τὸ χέρι

τὸ ξεφτίζει, κι αὐτὸ τὸ φιλί,

ποὺ τὸ ’γγίζει, βαραίνει…»

(«Ἡ πολιτεία καὶ ἡ μοναξιά», 1912)

Κλείσοβα εἶναι ἕνα μικρὸ νησάκι δίπλα στὸ Μεσολόγγι, ξακουστὴ στὴν ἱστορία τῆς ἐπανάστασης καὶ τὴν πολιορκία τῆς πόλης. Ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι κρατοῦσε καὶ ἡ καταγωγὴ τοῦ Παλαμᾶ, ἐκεῖ ἔμεινε, παιδὶ ἀκόμα, γιὰ περίπου ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν ἀπώλεια τῶν γονιῶν του σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν. Τὸ ποίημα «Εἰς τὸ νησὶ τῆς Κλείσοβας» εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀθῳότητα, τὸ ἰδανικὸ ταξίδι ποὺ συναντᾶμε σὲ πολλοὺς ποιητές, μὰ καὶ ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ καὶ συνάμα ἁπλὴ ἀπάντηση τοῦ Παλαμᾶ στὴν βία, στὸν πόλεμο, στὸν ἡρωισμό. Τὸ ποίημα εἶναι τεχνικὰ ἄρτιο, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ προτάγμα τοῦ Παλαμᾶ στὸν ἔρωτα, στὴν ἰδανικὴ πυρηνικὴ σχέση, στὴν ἕνωση μὲ τὴν φύση, στὴν ἁπλότητα τοῦ βίου μακριὰ ἀπὸ μεγαλοστομίες καὶ περιττὰ βάρη. Εἶναι λίγο μεγάλο, μὰ ἀξίζει ἡ ἀνάγνωσή του.. (Τὸ πετάλι εἶναι ὁ κέφαλος καὶ ἡ γαίτα ἁλιευτικὴ βάρκα.. πελάδα εἶναι ψαράδικο κατάλυμα, φτιαγμένο ἀπὸ καλάμια καὶ ψάθες καὶ συναντᾶται κυρίως στὴν λιμνοθάλασσα στὸ Μεσολόγγι..). Ἀπὸ τὶς πιὸ τρυφερὲς καὶ ἀθῷες στιγμὲς τῆς ἑλληνικῆς ποίησης, ὕμνος (σχεδὸν παιδικὸς) στὸν ἔρωτα..

Εἰς τὸ νησὶ τῆς Κλείσοβας τὸ ξακουστὸ

θὰ πᾶμε νὰ περάσουμε τὸ καλοκαῖρι,

πετάλι νὰ χορτάσουμε λαχταριστό,

ἐγὼ φτωχὸς ψαράς, κι ἐσὺ πιστό μου ταῖρι.

Ὅσα ψαράδικα τραγούδια θὰ μοῦ λές,

θὰ στὰ πληρώνω μὲ τὰ πιὸ παχειὰ λαυράκια·

ψαράδικες κι οἱ δυὸ θὰ βάλουμε στολές,

θὰ ‘μαι γιὰ γέλια, καὶ θὰ ‘σαὶ γιὰ φιλάκια.

Ἐκεῖ τριγύρω τα ὁλοστρωτὰ νερά,

λευκὰ θαλασσοπούλια θὰ τὰ φτεροδέρνουν·

κι ἄσπρο πανὶ ἡ γαήτα μας θὲ νὰ περνᾷ,

καὶ δὲ θὰ φεύγουνε· γι’ ἀδέρφι θὰ τὴν παίρνουν.

Θὰ σὲ μαθαίνω – τί δουλειὲς καὶ τί γιορτές! –

νὰ κυβερνᾷς μονάχη το λευκὸ πανάκι·

νὰ στήνῃς μεσ’ τὴ λίμνη ταῖς καλαμωτές,

καὶ νὰ ψαρεύεις μιὰ χαρὰ μὲ τὸ καμάκι.

Παντοῦ σε ἱλαρή, ὁλάνοιχτη θωριά,

τὸ μάτι θὰ κυλᾷ σὰν ἄγριο μετερίζι·

ἀπὸ τῆς Πάτρας μόνο τὴ μεριά, βαρειά,

μαύρ’ ἡ Βαράσσοβα θὲ νὰ μᾶς φοβερίζῃ.

Μὰ τόσο μόνο… ἀπ’ τὴν ψηλή του τὴν κορφή,

τουφέκι κλεφτουριᾶς λερῆς δὲ θὰ προβάλλῃ.

ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ τοῦ φεγγαριοῦ ἡ μορφὴ

κ’ ἐκεῖνα τὰ χλωμά, μὰ χαρωπά του κάλλη.

Καὶ μέσ’ τὴν πλάκα τοῦ νεροῦ τὴ γαλανὴ

θ’ ἁπλώνεται, θὰ τρέμῃ, ἀσημικὸ λυωμένο·

ἢ σᾶ Νεράϊδα ὅπου ξαπλωτὸ κινεῖ,

μέσ’ τὰ νερὰ τὸν πέπλο τῆς τὸ μαγεμένο.

Δὲ θὰ γυρνοῦμε τὴ ματιὰ στὸν οὐρανό·

θὰ τὸν χαιρόμαστε στὰ πόδια μας στρωσίδι

σωστό, μὲ τὸ φεγγάρι του τὸ φωτεινό,

γαλάζιο, μὲ τὸν παράδεισο, μὰ δίχως φίδι.

Ἀπ’ τὴν Τρουλίδα τοῦ μαΐστρου ἡ πνοὴ

θὰ φέρνῃ τραγουδάκια, γέλια καὶ κουβέντες.

Τοῦ κάκου! θάχη πιὸ γλυκύτερη ζωὴ

ἡ σιωπὴ γιὰ μᾶς, τοῦ ἔρωτος λεβέντες!

Ἡ λίμνη μας, νυφοῦλα ἥμερη, λαμπρή,

μὲ ροῦχα γαλανά· τὰ ψάρια τὸ προικιό της.

Βραχιόλια οἱ καλαμωτές· ἐμεῖς γαμπροί·

κι ἐσὺ ἡ εὐτυχία της, τὸ ὄνειρό της!

Στὸ ἐκκλησάκι πώφαγε τὴν Ἀραπιὰ

κάθε γιορτὴ θ’ ἀνάφτουμε καὶ μιὰ λαμπάδα·

θὰ μ’ ἐρωτᾷς γιὰ δόξες ποὺ διαβῆκαν πιά,

καὶ στίχους θὰ ὀνειρεύουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

Ἀλλὰ καθὼς θ’ ἀρχίζω νὰ παρακαλῶ:

Πατρίς…χαμός…φωτιά…τρομπόνια…φουστανέλα…

Θὰ μοῦ κρυφαπαντᾶς, ψαρόπουλο τρελλό:

Ἀγάπη…ἀστροφεγγιά…δροσιά…γαλήνη…ἔλα!

 Καλά μου λές· κι ἡ δόξα εἶναι φτερωτή,

Ἡ νιότη τῶν ἐθνῶν! Νάμουν σὲ κειὰ τὰ χρόνια,

παλληκαρᾶς ἀητός!… Μὰ τάχα κι οἱ ἀητοὶ

δὲ θὰ ζηλεύουνε τὰ ἥσυχα τρυγόνια;

Σὲ μιὰ πελάδα, ὢ ἀδερφούλα μου χρυσὴ

Τὸ βράδυ θὰ φωλιάζουμε ἀποσταμένοι…

Μᾶς χώρισαν… ἀλλὰ στὸ ξακουστὸ νησὶ

καλοκαιράκι ἀθάνατό μᾶς περιμένει!

Τὸ ὄνομα «Ἑλένη» φαίνεται ὅτι ἀσκεῖ μία περίεργη ἐπιρροὴ στὸ ποιητικὸ σινάφι. Ὁ Παλαμᾶς εἶχε περάσει τὰ ἑξῆντα σὰν γνώρισε τὴν νεαρὴ (εἰκοσάχρονη) Ἑλένη Κορτζά, ἡ περιβόητη Ραχὴλ τῶν ἐπιστολῶν του, μία εὔθραυστη (καὶ λόγω φυματίωσης) φυσιογνωμία, μὲ βαθιὰ ὅμως καλλιέργεια καὶ ἀπ’ ὅτι φαίνεται μὲ μιὰ ὀμορφιὰ μελαγχολική. Ἐπάνω της ὁ ποιητὴς θὰ ἐπενδύσει ὅλες του τὶς ἀγωνίες γιὰ τὴν ποίησή του, τὴν ἔμπνευση ποὺ σιγὰ σιγὰ τὸν ἐγκαταλείπει, τὴν ἀπογοήτευσή του ἀπὸ μιὰ ἰδιότυπη μοναξιὰ ποὺ βιώνει κλεισμένος στὸ λεγόμενο «κελί», τὸ γραφεῖο του στὸ περιβόητο σπίτι τῆς Ἀσκληπιοῦ 3. Ξεκινᾷ μαζί της μιὰ ἀλληλογραφία καὶ συναντήσεις στὸ γραφεῖο του, ἡ ἐπαφὴ θὰ κρατήσει δεκατέσσερα ὁλάκερα χρόνια, οἱ ἐπιστολὲς νομίζω ὅτι ἔχουν συγκεντρωθεῖ καὶ ἐκδοθεῖ καὶ ἀποκαλύπτουν πολλὰ γιὰ τὴν ψυχοσύνθεση τοῦ Παλαμᾶ καὶ τὶς ἀντιφάσεις ποὺ βίωνε καθημερινά.. ἐτοῦτα τὰ κείμενα ἀποτελοῦν περισσότερο ἕνα εἶδος ἡμερολογίου, ἕναν μονόλογο τοῦ ποιητῆ μὲ τὴν πιὸ ἀπαισιόδοξη πλευρά του καὶ ὁπωσδήποτε μιὰ φαντασίωση γιὰ τὸν ἰδανικὸ καὶ ἀπόλυτο ἔρωτα, ὁ ὁποῖος – ἀλίμονο – σχεδὸν πάντα εἶναι ἀνεκπλήρωτος, γι’ αὐτὸ καὶ ἄφθαρτος στὴν ροὴ τοῦ χρόνου..

Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴν τὴν  προσωπικὴ ἱστορία, (μία ἀπὸ τὶς πολλὲς στὴν ποιητικὴ ἱστορία), ἃς σταθοῦμε λίγο παραπάνω στοὺς ἔρωτες καὶ στὰ πάθη τῶν ποιητῶν. Ξεχάστε ἐκεῖνα τὰ μεγαλόστομα περὶ «ποιητικῆς μούσας», «πηγὴ ἔμπνευσης» καὶ ἄλλα παρόμοια, ὁ καλὸς ποιητὴς δὲν περιμένει τέτοιες ἐπιρροές, ἡ γραφὴ του εἶναι πάντα μοναχική, γεννιέται καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν συνείδησή του. Εἶναι ἡ ἀναπόφευκτη μοναξιά, (ἴδιον κάθε ἄξιου τεχνίτη), ποὺ ἀφαιρεῖ συναίσθημα στὴν καθημερινότητα, «στεγνώνει» τὴν ψυχολογικὴ διάθεση, κινεῖ τὸ μυαλὸ σὲ κόσμους φανταστικοὺς καὶ ἐξιδανικευμένους. Ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία σκληραίνει, γίνεται ἀπόλυτη, ἐγωιστική, σταδιακὰ μετατρέπεται στὸ ταξίδι ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκε ποτέ, σημασία δὲν ἔχει ἡ μορφὴ καὶ τὸ πρόσωπο τῆς ἐπιθυμίας, μὰ ὁ συμβολισμός της, ἡ προσδοκία τῆς ἀπόλυτης προσφορᾶς. Ἡ Ἑλένη, ἡ κάθε Ἑλένη, βρίσκεται συνήθως τὴν ὥρα ποὺ πρέπει, γιὰ νὰ ἐνσαρκώσει ἀγωνίες, τὸ διαρκὲς ἀνικανοποίητο, τὸν ἰδανικὸ ἔρωτα ποὺ ἡ ποίηση ἔχει στερήσει. Ἀπὸ τούτη τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἰδανικοῦ καὶ ἄπιαστου ὀνείρου «γαντζώνονται» οἱ ποιητές, εἶναι ἡ ὕστατη προσπάθεια νὰ ἔβρουν ἐκεῖνο ποὺ σ’ ὁλάκερη τὴν ζωὴ τοὺς ἀναζητοῦν ἀπεγνωσμένα. Ξέρουν ὅμως κατὰ βάθος πὼς ἂν τὸ ὄνειρο ἐκπληρωθεῖ θὰ ξεφτίσει (θυμηθεῖτε τὸν στίχο τοῦ Παλαμᾶ «κάθε ὡραῖο εἶναι χνοῦδι εὐκολότριφτο…»), οἱ περισσότεροι κρατοῦν τὴν ἐπαφὴ στὰ ὅρια τοῦ ἀνεκπλήρωτου γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ζοῦν ἐλεύθερα τὴν φαντασίωση, τὴν μαζοχιστικὴ γλύκα τῆς προσμονῆς, ἕναν ἔρωτα ποὺ συγγενεύει στενὰ μὲ τὸν θάνατο μέσα στὴν ἀπολυτότητά του..

Μὰ θὰ ρωτήσει κάποιος, ποιὰ εἶναι τότε γιὰ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους ἡ σημασία στὴν ἀνάγνωση μιᾶς τέτοιας ἀλληλογραφίας, ποιὸ εἶναι τὸ λογοτεχνικὸ βάρος;

Ὁ ποιητὴς μένει πάντα ποιητής. Ἀκόμη καὶ ἂν τὴν ὥρα ποὺ ἀλληλογραφεῖ, ἐκμυστηρεύεται καὶ ἐξομολογεῖται, στὸ μυαλὸ του τρέχουν οἱ πιὸ λάγνες σκέψεις, στέκεται ἀδύνατον νὰ μὴν τὶς ἐπενδύσει μὲ λογοτεχνία, ποίηση καὶ λυρισμό. Ἡ ἀνικανοποίητη ψυχή του καὶ τὸ κυνῆγι τῆς κορυφῆς εἶναι τὰ κελιά του, ἡ καταδίκη του, ἡ φυλακή του. Ὀφείλει νὰ δίνει φῶς, ἀκόμη καὶ ριγμένος σὲ ἕνα σκοτεινὸ ὑπόγειο. Καὶ ἀπὸ τὸ μικρὸ παραθυράκι τόχει πάντα ἀνάγκη νὰ βλέπει τὴν μορφὴ μιᾶς Ἑλένης, ἑνὸς ὀνείρου..

Ποιὸς ἠμπορεῖ μὲ σιγουριὰ νὰ πεῖ ὅτι ὁ ἔρωτας αὐτὸς δὲν εἶναι πραγματικός; Τὸ λέει καὶ κάπου ἀλλοῦ ὁ Παλαμᾶς, «ὅ,τι δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑπάρχει..», ὑπόσταση δηλαδὴ ἀποκτᾷ μόνο ὅ,τι δέχεται σπατάλη ψυχῆς, γραφὴ καὶ συναίσθημα..

Τὸ τελευταῖο ποίημα γιὰ σήμερα δὲν ἀνήκει στὰ ἀντισυμβατικά του, μήτε στὰ ὡραιότερα ἐρωτικά του. «Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα» εἶναι πολὺ γνωστὸ ποίημα, κάποτε ἦταν καὶ στὰ σχολικὰ βιβλία, δὲν ἔχω ἰδέα ἂν διδάσκεται ἀκόμη, πάντως στὴν συνείδηση τοῦ κόσμου πέρασε σὰν ἕνα ἀνώδυνο ποιηματάκι, περίπου ὅπως ἐκεῖνο τὸ φιλόζῳο τοῦ Δροσίνη ἢ τὸ παιδικό του Καρυωτάκη. Στὴν πραγματικότητα πέρα ἀπὸ τὴν κυριολεξία του, εἶναι ἕνα ἐξαιρετικὸ ποίημα μὲ σαφεῖς τούς συμβολισμοὺς γιὰ τὴν χαμένη ἀθῳότητα, τὴν ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸ ὄνειρο, τὴν καταφυγὴ στὴν παιδικότητα, τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιστροφὴ κάπου κάπου στὰ παραδομένα..

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἃς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,

στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει.

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα, ἴδιο στὴν ἴδια στράτα,

στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ’ ὅλα του τὰ νιάτα.

Τὸ σπίτι, ἃς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα·

καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

Τῆς πόρτας του ἡ παλαιικὴ κορῶνα, ὤ! νά, ἢ καμάρα!

Μόνο οἱ χορδὲς τῆς λείπουνε γιὰ νὰ γενεῖ κιθάρα

νὰ συνοδέψει τοῦ σπιτιοῦ τ’ ὁλόχαρο τραγοῦδι,

πρὸς τὸ παιδί, γυρίζω ἀνθός, δροσιά, ξεπεταροῦδι,

πάω στὴ φωλιά, στὴ γάστρα μου, στὸ πρωί μου, στὸ μαγνήτη,

στὴ ζέστα τῆς μητέρας μου, στὸ πατρικὸ ἅγιο σπίτι.

Ἃς ᾖρθαν τὰ γεράματα κι ἃς κύλησαν οἱ χρόνοι,

Ἀπ’ τὸ ψιμύθρι τοῦ ἀλλασμοῦ κι ἀπ’ τοῦ χαμοῦ τὴ σκόνη,

καὶ ἀπείραχτο κι ἀνέγγιχτο στὴ Μοῖρα ἀγνάντια στέκει,

κι ἀπὸ τὸν κῆπο του γιὰ μὲ χλωρὰ στεφάνια πλέκει.

Τοῦ κάκου οἱ ἔγνοιες, οἱ καιροί, πληγὲς καρδιῶν καὶ τόπων,

Τὰ μάτια μου ἄλλα, κι ἄλλα εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπὸ τὴν ἰσκιερὴ ἐμπατὴ στὴ φωτισμένη σάλα

Μὲ τ’ ἀκριβὸ ρολόι χρυσὸ στὴν κρυσταλλένια γυάλα,

Ὅλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, ἀντικείμενα, μὲ καρτεροῦν ἐμένα.

Στὸ πλάϊ τῆς δούλας τῆς πιστῆς ἡ ἀρχόντισσα γιαγιά μου

καὶ ἡ ρήγισσα τῆς προκοπῆς, ἡ μάνα μου, – ὢ χαρά μου! –

τὸ στερνογέννητο καρπὸ στὴν ἀγκαλιά, καὶ πέρα,

μπρός σε χαρτιὰ τὸ φάντασμα γνοιασμένο τοῦ πατέρα.

Καὶ μεσ’ ἂπ’ τοὺς ἀνασασμοὺς τοῦ ρόδου καὶ τοῦ δυόσμου,

καὶ δουλευτῆς καὶ φυτευτῆς τοῦ κήπου, ὁ ἀδελφός μου.

Καὶ πιὸ βαθιὰ ,κατάβαθα, σὰν ἄλλου κόσμου πλάση,

νά! Ὁλόρθο, ἀξήγητο, κρυφό, στὸν κῆπο ἕνα κοράσι.

Τοῦ πρώτου πόθου τὸ ἱερὸ προφήτεμα, ἡ παιδοῦλα!

Στὴ χαραυγή μου γέλασμα, στὴ δύση μου τρεμοῦλα!

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἃς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,

Στοιχειὸ καὶ σὰν ἀπάτητο, μὲ ζεῖ καὶ μὲ προσμένει.

(Ἀπὸ τὰ «Παράκαιρα»)

 

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν ἐπίλογο μιὰ τελευταία ἐπισήμανση..

Ἀνέβαλλα γιὰ πολὺ καιρὸ ἕνα ἐλάχιστο ἀφιέρωμα στὸν Κωστὴ Παλαμά. Τὴν ποιητική του ἀξία φυσικά τὴν γνώριζα, ἰδιαίτερα ἐκείνων τῶν στίχων ποὺ ἐλάχιστα ἔχουν προβληθεῖ· ὅμως εἶναι ἕνας ποιητὴς ποὺ ἁπλώνεται ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἰδιοσυγκρασία μου καὶ τὶς αἰσθητικές μου ἀντιλήψεις, ἔπαιξαν τὸν ρόλο τους καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρω στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ κειμένου. Τὴν ποίηση τὴν θέλω περισσότερό τοῦ βυθοῦ, τῆς συνείδησης, τῆς σκοτεινῆς ὕπαρξης, πιότερο ἀπογυμνωμένη ἀπὸ λυρισμούς, κάποτε φλόγα ποὺ καίει, ἄλλοτε μοιρολόι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου. Οἱ δισταγμοὶ καὶ οἱ ἀτολμίες τοῦ Παλαμᾶ ἔκαμαν τὸ ἐνδιαφέρον μου χλιαρό, εἶναι ἄλλωστε τόσοι οἱ ποιητὲς οἱ ἄδοξοι ποὺ ἀξίζουν μία μικρὴ ἔστω ἀναφορά. Ὅμως ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι δίκαιος. Ἡ καλὴ ἑλληνικὴ ποίηση δὲν εἶναι ἰδιαίτερα πλούσια, δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι οἱ σταθμοὶ ποὺ τὴν σημάδεψαν, εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι οἱ ποιητὲς ποὺ ἀφιέρωσαν τὴν ζωὴ τοὺς σ’ αὐτὴν μὲ περισσότερη ἢ λιγότερη αὐταπάρνηση καὶ ἔδωσαν καλὸ στίχο καὶ νοήματα πλατιά, οἰκουμενικά. Ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ προτιμήσεις τοῦ καθενός μας, οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει πὼς ὁ Παλαμᾶς στάθηκε ἕνας ὑπεράξιος δουλευτὴς τοῦ στίχου, παρέδωσε ἕνα μεγάλο ἔργο μὲ ὅλες του τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ κυριότερο: μέσα στὴν ποίησή του ὑπάρχει σωρευμένη σοφία ἐπάνω στὴν ζωή, τὴν μοῖρα, τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορά, τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα. Οἱ στίχοι του μπορεῖ νὰ φαίνονται πολυκαιρισμένοι, ἡ δημοτική του γλῶσσα μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, τὰ νοήματά του κάποτε αὐτονόητα καὶ κοινότοπα. Μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ ἕνα μέρος τοῦ ἔργου νὰ δυσκολεύεται νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη. Ὅμως τὰ καλά του ποιήματα εἶναι πιὸ ἐπίκαιρα ἀπὸ ποτὲ καὶ προσφέρουν μία ποιητικὴ πυξίδα, τόσο σὲ τεχνικὴ ὅσο καὶ σὲ οὐσία. Ὅσο καὶ ἂν κάποιοι ἀναφέρουν τὸν Παλαμὰ ὑποτιμητικὰ σὰν εὔκολο καὶ ἐπιφανειακό, ἡ μελέτη τῆς ποίησής του ἀπαιτεῖ πνεῦμα στέρεο καὶ μυαλὸ ἐκπαιδευμένο στὸν ὁμοιοκατάληκτο στίχο καὶ στὰ νοήματα κάτω ἀπὸ τὶς λέξεις. Κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη καὶ ἄσχετα ἀπὸ αἰσθητικὲς προτιμήσεις ἡ ποιητική του ἀξία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ πολλοὺς σημερινοὺς καὶ ὑπερτιμημένους ποιητὲς (καὶ ποιήτριες), μόνο ποὺ ἀπαιτεῖ ὑπομονή, προσεκτικὴ μελέτη καὶ μία ἀναθεώρηση τῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ποιότητα τῆς γραφῆς. Ὁ Παλαμᾶς εἶναι ὁ σοφὸς «ποιητικὸς παππούς» μας ποὺ προσφέρει ἀσφάλεια, ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς στὴν ποίηση, μία ποιητικὴ πηγὴ ποὺ πάντα ἔχει κάτι νέο νὰ προσφέρει..

Εἶναι φυσικὰ γνωστὸ ὅτι ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς πέθανε τὸν Φλεβάρη τοῦ 1943, σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν,  λίγες ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο τῆς γυναίκας του Μαρίας Βάλβη. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ πὼς ἡ κηδεία του μετατράπηκε σὲ πανεθνικὸ συλλαλητήριο μέσα στὴν κατοχή, πασίγνωστο πιὰ καὶ τὸ ποίημα ἐπικήδειος τοῦ Σικελιανοῦ μὲ τὸν ἐμβληματικὸ στίχο «σ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾷ  ἡ Ἑλλάδα..».

Ἡ Ἑλένη του, ἡ Chere Clarte (ἀγαπημένη λάμψη..), ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε στὶς ἐπιστολές του, ἔφτασε στὴν Ἑλλάδα ἕνα χρόνο ἀργότερα, ἡ ἀλληλογραφία τους εἶχε ἀπὸ καιρὸ σταματήσει..

Στοιχεῖα γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἑλένης ὑπάρχουν ἐλάχιστα. Μὰ ἴσως μποροῦμε νὰ τὴν φανταστοῦμε νὰ περπατᾷ τὴν ὁδὸ Ἀναπαύσεως, νὰ περνᾷ τὴν πύλη τοῦ πρώτου νεκροταφείου καὶ νὰ κάθεται σιωπηλὴ  στὸν τάφο τοῦ ποιητῆ. Κάποιο λουλοῦδι ἀφημένο ἀπὸ τὰ χέρια της ἴσως καὶ νὰ δρόσισε τὴν ἀγαπημένη ψυχὴ τοῦ μέντορά της..

Κι ἔτσι ὅπως πεῦκα καὶ κυπαρίσσια κινοῦνται ἁπαλὰ σὲ θρόισμα πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους, κι ἔτσι ὅπως εἶναι εὔκολο οἱ ἦχοι τοῦ ἀγέρα νὰ δώσουν σημάδι ἀπόκοσμο καὶ παραπλανητικό, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλένη ἴσως καὶ νὰ ἄκουσε ἀπάντηση ψιθυριστή, ἴδια μὲ τὴν φράση ἐκείνη ποὺ διάβασε χρόνια πρὶν σὲ μίαν ἐπιστολὴ τοῦ ποιητῆ..

«Chere et divine Clarte, πεθαίνω γιὰ σένα…»

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend