Ἡ ταυτότητά μας

 

Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμάς δὲν ἔχουμε ἄμεση σχέση μὲ τὴν λογοτεχνία -ἐννοοῦμε πὼς δὲν εἴμαστε  ὅλοι εκπαιδευτικοί ἤ ἐπαγγελματίες συγγραφεῖς, κάποιοι μάλιστα ἔχουμε ἀποφοιτήσει ἀπό σχολές πού οὑδόλως σχετίζονται μὲ τὶς λεγόμενες θεωρητικές ἤ ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες. Μὲ άλλα λόγια, εἴμαστε μὶα ὁμάδα ἑτερόκλητη σὲ μιὰ πρώτη ματιά -ἄνθρωποι ἀπό διαφορετικές γενιές, διαφορετικά βιώματα, διαφορετικές «τάξεις», διαφορετικό τρόπο σκέψης. Τὸ νὰ ποῦμε ὅτι μᾶς ἑνώνει ἡ αγάπη γιὰ τήν καλή λογοτεχνία θὰ ἦταν ἕνα ἀφόρητο κλισέ, μιὰ κοινοτοπία, κάτι ποὺ ἀν τὸ δοῦμε σε βάθος δὲν λέει σχεδόν τίποτε τὸ ουσιῶδες. Σχεδόν μια ταυτολογία.

Κι ὅμως ὑπάρχουν κάποια κοινά σημεῖα, κάποιες συγκλίσεις. Τὰ ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικά, ἄλλωστε ὅποιος ἐπιθυμεῖ περισσότερα μπορεῖ νὰ τά ἀναζητήσει στὰ κείμενα αὐτοῦ τοῦ ἱστολογίου καὶ στὰ περιεχόμενα τῆς «χίμαιρας»…

Ἡ ματιά μας στὴν λογοτεχνία εἶναι ἀναθεωρητική, πάει νὰ πεῖ δεν ἀποδεχόμαστε αὐθεντίες, ἀξιωσύνες κληρονομικές, δικτατορίες εὐπωλήτων. Σὲ κάθε κείμενο, (γνωστοῦ, λιγότερο γνωστοῦ, παντελώς ἀγνώστου), ἀναζητοῦμε τὸ πιὸ ἄξιο σημεῖο, τὸ βαθύτερο, τὸ πιὸ εὔστοχο. Ἀναζητοῦμε στὴν λογοτεχνία καὶ ἰδιαίτερα στὴν ποίηση τὶς κάθε φορά διαφορετικές ἀπαντήσεις γιὰ τὴν ὕπαρξη, τὸν θάνατο, τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορά, τὴν γενναιότητα τῆς συνείδησης. Ὅλοι μας πιστεύουμε τὴν παιδεία ὡς ἀφετηρία – δίχως γερή ἐκπαίδευση καὶ παιδεία τίποτε δὲν ξεκινᾶ, τίποτε δὲν διορθώνεται, τίποτα δὲν ἀλλάζει. Πιστεύουμε στὴν δημιουργία, σὲ κείνο δηλαδή τὸ βῆμα πού σπρώχνει τὴν ανθρωπότητα ἕνα πόντο παραπέρα, ἕνα μέτρο ψηλότερα. Η σχέση μας μὲ τὸν χρόνο εἶναι ἀγχώδης – τὸν πιστεύουμε πολύτιμο καὶ λιγοστό γιὰ νὰ τὸν ξοδεύουμε ἐπάνω στὸ ἀνούσιο, τὸ φευγαλέο, τὸ ἄχρωμο, τὸ ἄγευστο, τὸ κοινωνικά συμβατό, τὸ επαναλαμβανόμενο. Συμπαθοῦμε τὴν λεγόμενη ἱστορική ὀρθογραφία – ὄχι φυσικά ἀπό άρχαιολαγνεία καὶ στεῖρο προγονισμό, μὰ ἐπειδή μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφράσουμε τὴν σκέψη μας ακριβέστερα καὶ τὰ συναισθήματα στὶς λεπτότερες ἀποχρώσεις τους. Δὲν σταματάμε λεπτό νὰ αμφισβητοῦμε τὶς χθεσινές μας άπόψεις καἰ τὴν ίδια στιγμή νὰ ψάχνουμε ἀκόμη καὶ στὰ τυφλά τὶς αὐριανές πρωτοπορείες. Πιστεύουμε ὁτι τὰ ἄξια λογοτεχνικά ἔργα ἐντός καὶ ἐκτός εἶναι λιγοστά, πολύ λιγοστά, ἀλλά τὴν ἴδια ὥρα πάρα πολλά γιἀ τὴν διάρκεια μιάς ἀνθρώπινης ζωῆς. Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς δοκιμάσαμε τὴν πολιτική, τὶς έπιχειρήσεις, τὴν ἐξαντλητική καριέρα, τὶς ἱδεολογίες, τὶς θρησκεῖες· τίποτε, μά τίποτε ἀπό αὐτά δὲν μᾶς ἔδωσε τὴν λύση, τὴν λύτρωση, τὴν γενναιότητα τῆς συνείδησης, ὅσο ἕνας στῖχος τοῦ Καρυωτάκη, τοῦ Καβάφη, τοῦ Ρεμπώ, τοῦ Πάουντ· τίποτε δὲν μᾶς βοήθησε περισσότερο στὸ νὰ σταθούμε ὄρθιοι μπροστά στὸν πόνο, τὸν θάνατο, τὴν φτώχεια, τὴν βία καὶ τὴν καταπίεση, ὅσο ἡ φιγούρα τοῦ Γιάννη Αγιάννη, ὁ χαοτικός κόσμος τοῦ Ντοστογιέβσκι, ἡ ἥρεμη δύναμη τοῦ Τσβάϊχ, ἡ ἄγρια, πρωτόγονη, χωριάτικη πένα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἡ γερή καὶ ματωμένη πένα δεκάδων ντόπιων καὶ ξένων συγγραφέων· ὅσο ἀνθρώπινοι καἰ τσακισμένοι από τὴν ζωή έμεῖς, τόσο μπροστά στέκει ἐκείνη, ἡ καλή λογοτεχνία, ματωμένη, κουρελιασμένη, θαμμένη σχεδόν πάντα στὰ ὑπόγεια, μὰ πάντα ὁρθή νὰ τραβάει τὴν ανηφόρα, πάντα άγέρωχη κι αλύγιστη νὰ δείχνει τὸν δρόμο, τὸ ἀπάτητο μονοπάτι, τὸ αγκάθι, τὸ αἷμα…

Ὁ καθένας ἀπό ἐμάς έφτασε ὡς ἐδῶ μὲ κόπο, αλλἀ ἀπό δρόμους διαφορετικούς. Δὲν συμφωνοῦμε πάντα -ἀλλοίμονο! -, δἐν κρίνουμε μὲ τὸ ἴδιο βλέμμα, δὲν έχουμε τὴν ίδια σκέψη· μοιραζόμαστε ὅμως σχεδόν τὰ ἴδια, πολύ ἀπαιτητικά κριτήρια γιὰ τὴν λογοτεχνία καὶ ἕνα πάθος ἄσβεστο γιὰ τὴν ἀνάδειξή της μέσα στὴν ζωή, μέσα στὴν καθημερινότητα, μέσα στὴν εκπαίδευση, μέσα στὴν καθημερινή πράξη καὶ τὸν ζωντανό λόγο..

Συνεκτικός ἱστός ὁ Τασάκος, συνήθως πάντα ὑπάρχει ἕνας Τασάκος πού ἐμπνέει, συνεγείρει, σαρώνει, πρωτοτυπεῖ, ἀνατρέπει· δὲν ἔχουμε συναντήσει ἄλλον τέτοιον ὑπηρέτη τοῦ κειμένου – τόσο παθιασμένο, τόσο αἱρετικό, τόσο ἀσυμβίβαστο καὶ τὴν ἴδια ὥρα ἐντελῶς ανιδιοτελή. Ἵσως μοναδικό φαινόμενο συγγραφέα, (ὅσο μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε..), ποὺ αδιαφορεῖ τόσο γιὰ τὰ φῶτα καὶ τὶς κάμερες, τὴν δημοσιότητα, τὴν ἀτάκα τῆς στιγμῆς, τὴν αποδοχή τὴν ἴδια. Μὰ ἀν εἶναι κάτι πού μᾶς γοητεύει σ’αυτόν, ἀν εἶναι κάτι πού μᾶς κρατᾶ δίπλα του ἀκόμη καὶ ὅταν ἐπιμένει νὰ δοκιμάζει τὶς αντοχές μας, αὐτό εἶναι ἡ ταχύτητα τῆς κριτικής του σκέψης, ἡ ικανότητα νὰ φτάνει στὸ βάθος τοῦ κειμένου μὲ τὴν πρώτη ματιά, ἡ αχόρταγη ὄρεξη γιὰ γνώση, τὸ ανικανοποίητο πνεῦμα..

Κάπως ἔτσι φτιάχτηκε στὸ πέρασμα τῶν χρόνων αὐτή ἡ ομάδα. Βεβαίως εἶναι καὶ χημεία, βεβαίως εἶναι καὶ ἡ θύελλα τοῦ Τασάκου πού παρασέρνει, ὁπωσδήποτε φταίει καὶ ἡ ἀναρχική μας φύση..

Μὰ πάνω απ’ὅλα εἶναι ἐκείνη ἡ ελπίδα πού σιγοκαίει γιὰ μιὰ ἀξιώτερη ανθρώπινη κοινότητα, ἡ ελπίδα πὼς κάποτε ἡ συνείδηση θὰ μπολιαστεῖ μὲ ὅ τι καλύτερο ἔχει γεννήσει ἡ  σκέψη καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐγκαταλεἰψει τὸ ἀσήμαντο, τὴν μάζα, τὸ πρόσκαιρο καὶ φευγαλέο, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν πηγή τῆς νιότης του – πάει νὰ πεῖ στὴν γνώση, τὴν δίψα γιὰ δημιουργία, τὸ κείμενο ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ, τὸ ποίημα πού δὲν ἔχει γραφτεῖ ἀκόμη..

Ὑπάρχουν συνειδήσεις ποὺ ἀκόμη πιστεύουν σὲ τοῦτα τὰ ὄνειρα. Ὑπάρχουν ἀκόμη ποιητές ἄγνωστοι ποὺ παλεύουν ὅπως καὶ ὅσο μποροῦν – αὐτούς ἀναζητοῦμε, τὸ ἔργο τους προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε γνωστό. Ψάχνουμε τοὺς τρελλούς τοῦ χωριοῦ, ἐκείνους ποὺ βλέπουν τὰ χρώματα διαφορετικά, ἀλλοιώτικα..

 

Νὰ καὶ ἕνα σχετικό απόσπασμα τοῦ Μάνου Τασάκου..

 

«Χρήματα, σιγουριά, σπίτια, σύνταξη. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς, μπορεῖ… Ὅμως ὁ κόσμος δὲν προχωρᾶ μὲ τοῦτα τὰ προβλέψιμα, μὲ τοῦτα τὰ καθημερινά, τὰ ἀναγκαστικά. Ὁ κόσμος προχωρᾶ καὶ κρατιέται στὴν θέση του ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀμφισβητοῦν καὶ τόνε μάχονται. Ὁ κόσμος προχωρᾶ μὲ τὶς ἐξαιρέσεις του, τοὺς ἀποδιωγμένους του, τοὺς τρελούς του, τοὺς ὀνειροβάτες καὶ ἀκροβάτες του· τὰ μυαλὰ ποὺ φλέγονται καὶ κλωτσοῦν τὰ δῶρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου· τοὺς χαμένους τοῦ χρηματιστηρίου, τῶν κάθε λογῆς χρηματιστηρίων. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἠμποροῦν τὰ δεσμά, δὲν ἀντέχουν τὴν ὑποκρισία, δὲν μολεύουν τ’ ὄνειρο μὲ ἄλλοθι, δικαιολογίες, ὀλιγωρίες, ἰσορροπίες κάθε λογῆς.

Ὑπάρχουν ἀκόμη σήμερα συνειδήσεις μὲ τέτοια φλόγα, μὲ τόσο φορτίο, μὲ ἀγωνίες παρόμοιες;

 Ώ!, ναί, ὑπάρχουν!. Δὲν θὰ τοὺς βροῦμε εὔκολα γιατί ἐκεῖ ὅπου ἐμεῖς συχνάζουμε αὐτοὶ ἀπουσιάζουν, ἐκεῖ ὅπου ἐμεῖς χειροκροτοῦμε αὐτοὶ περιφρονοῦν καὶ φεύγουν. Ἀναρχοῦνται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις τους, ἀρνοῦνται δηλαδὴ τὰ δῶρα μιᾶς κίβδηλης ζωῆς καὶ ἀναζητοῦν ὁλοένα καὶ βαθύτερα τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς φέρει βιωματικά, διαισθητικὰ, στὸ κέντρο τῆς πιὸ ἀπόλυτης συγκίνησης, τῆς πιὸ γνήσιας ἀπόλαυσης τοῦ ὡραίου, τοῦ εὐγενοῦς, τοῦ μεγάλου. Παλεύουν μὲ τὶς λέξεις, ὄχι γιὰ ν’ ἀνέβουν σὲ δαφνοστεφανωμένες κορυφὲς, μὰ γιὰ νὰ δείξουν ἕνα ἄλλο μονοπάτι, μιὰ διαφορετική, πιὸ τρυφερὴ ματιά, νὰ ἀποδείξουν (πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα στὸν ἑαυτό τους), πὼς μιὰ ἄλλη ζωή, πιὸ ὑποφερτή, πιὸ ἀνθρώπινη εἶναι δυνατή. Ἀπευθύνονται στὸ πνεῦμα, στὴν κάθε συνείδηση ξεχωριστά. Καὶ ἂν ἐργάζονται μέσα στὰ σκότη, εἶναι γιὰ νὰ καταλάβουν πρῶτοι (παρθενικῶς) τὸ ἀντιφέγγισμα μιᾶς σπίθας. Ἐτούτη ἡ ματαιοδοξία εἶναι ἴσως καὶ ἡ μοναδική τους ἀδυναμία..

Λιγοστοὶ καὶ ἄγνωστοι, μὰ ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν. Καὶ ἂν ἀναρωτιέστε γιατί τὸ φῶς τους δὲν λάμπει, ἂν ἐρωτᾶτε, (ἴσως μὲ μιὰ μικρὴ εἰρωνεία..), γιατί ἐνῶ φλέγονται δὲν ἠμποροῦν νὰ σᾶς ζεστάνουν, θυμηθεῖτε τὸ μικρὸ ἐκεῖνο ποιηματάκι τοῦ Λάσκαρη, στοχαστῆτε ἐπάνω στὴν ἀλήθεια του..»

Ἀπ’ τὸ φεγγάρι

μὴν ἐλπίζεις ἄλλο φῶς.

Ἂν εἶναι ἔτσι χλομὸ

 καὶ ἀνεβαίνει κάθε βράδυ λυπημένο,

 Δὲν φταίει αὐτό.

 Φταίει ὁ ἄδειος οὐρανὸς

 κι ὁ δρόμος ὁ συνηθισμένος.

 

Κράτα το

Κράτα το