Ἡ (ἀνύπαρκτη) πνευματικότητα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας

Γιὰ ἀνάγνωση μὲ μουσική ὑπόκρουση…

(Ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἀπὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸ 2ο τεῦχος τῆς χίμαιρας, μὲ ἐπικαιροποιημένα στοιχεῖα – κατὰ μία ἔννοια τὸ σημερινὸ κείμενο μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ μία συνέχεια ἢ ἕνα συμπλήρωμα σὲ ἐκεῖνο γιὰ τὰ βιβλιοπωλεῖα. Ὅσα ὀνόματα ἀναφέρονται στὸ κείμενο εἶναι ἐνδεικτικά παραδείγματα ποὺ καταδεικνύουν χαρακτηριστικά τῆς πλειονότητας. Ἀνθολογοῦνται μὲ ἕνα ἤ παραπάνω ποιήματα καὶ κατά σειρά ἐμφανίσεως μέσα στὸ κείμενο οἱ: Γιῶργος Σεφέρης, Γιῶργος Γεραλῆς, Ἀμαλία Τσακνιά, Στράτος Κοντόπουλος, Ἄλεκ Σχινᾶς, Μελισσάνθη, Γιάννης Ρίτσος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Ὄλγα Βότση, Χρῖστος Τρύφωνας, Κωστῆς Παλαμᾶς)

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ

πού ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.

Δὲν ἔχουμε ποτάμια, δὲν ἔχουμε πηγάδια, δὲν ἔχουμε πηγὲς –

μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.

(Ἦχος στεκάμενος, κούφιος, ἴδιος μὲ τὴ μοναξιά μας

ἴδιος μὲ τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος μὲ τὰ σώματά μας.)

Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε

τὰ σπίτια, τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.

Κι οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα

γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.

Πῶς γεννηθῆκαν, πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας; [br]

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν

οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια

τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν’ ἀνασάνουμε

βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα

σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν

σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν’ ἀγαπήσουν.

(Γιῶργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα, 1935, ὀρθογραφία καὶ στίξη ἀνθολογίας Ἀποστολίδη)

θῆνα, κάπου στὰ μέσα της δεκαετίας τοῦ 80. Κάθομαι στὸ γραφεῖο φίλου πολιτικοῦ, ἔχει παρακαλέσει γιὰ μιὰ φιλικὴ συμβουλὴ σὲ κάποια κείμενα καὶ ὁμιλίες, μὰ περιμένω νὰ ἀδειάσει τὸ γραφεῖο του ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ψηφοφόρους μὲ αἰτήματα κάθε λογῆς – ἕνας ἀγριεμένος ἀπειλεῖ θεοὺς καὶ δαίμονες γιὰ μιὰ μετάθεση τοῦ γιοῦ του ἀπὸ τὰ σύνορα, οἱ περισσότεροι παρακαλοῦνε μὲ κεῖνο τὸ ὕφος τὸ ραγιάδικο, τὸ δῆθεν ταπεινὸ καὶ γλοιῶδες, οἱ πιὸ τολμηροὶ πλειοδοτοῦν μὲ φακελάκια γενναῖα γιὰ τὸ ὄνειρο – μιὰ θέση στὸ δημόσιο. Κάποτε τὸ γραφεῖο ἀδειάζει, ὁ φίλος μου μᾶλλον διακρίνει στὸ βλέμμα μου κάποια ἐπίκριση, κάποια ἀποστροφή, ἀνάβει τσιγάρο καὶ περισσότερο μονολογεῖ..

«Φτιάχνουμε τέρατα κάθε μέρα, ἀχόρταγα, ἀδηφάγα, ἀδιάφορα γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν βολή τους. Δὲν κινοῦνται κἄν ἀπὸ μία ἰδέα, μιὰ πίστη σὲ κάτι, οἱ περισσότεροι μπῆκαν στὸ κόμμα γιὰ νὰ μποροῦν νὰ περνοῦν μὲ ἄνεση καὶ ἀπαιτήσεις ἐτούτη ἐδῶ τὴν πόρτα. Φτιάχνουμε τέρατα κάθε μέρα, ποὺ κάποτε θὰ μᾶς ξεσκίσουν, μὲ τὴν ἴδια ἄνεση ποὺ σήμερα μᾶς γλείφουν…».

Δὲν τὸν στενοχώρησα, δὲν εἶχα κέφι, δὲν ἀντιδίκησα μαζί του γιὰ εὐθύνες, συνείδηση, ἀντίσταση καὶ ἄλλα ἠχηρὰ – ἦταν μάταιο. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἐλάχιστα ξαφνιάστηκα ἀπὸ τοῦτο τὸ τσίρκο, τὰ λαίμαργα βλέμματα, τὴν ἐξαργύρωση, τὸν ἐξευτελισμὸ κάθε προσωπικῆς ἠθικῆς, τὴν ἀπουσία κάθε ἀξιοπρέπειας καὶ ὀρθῆς συνείδησης μπροστὰ στὸ χρῆμα, τὴν ἀντιπαροχή, τὸ βόλεμα, τὸ ξεπούλημα. Εἶναι μικρὴ ἡ ἱστορία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους καὶ μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, (ποὺ θὰ δοῦμε παρακάτω..), γεμάτη ἀπὸ τὴν ἴδια εἰκόνα, τὴν ἴδια ὀσφυοκαμψία, τὴν ἴδια λαιμαργία, τὴν ἴδια ρηχότητα. Δίπλα ἀπὸ τὴν κάθε εὐκαιρία γιὰ τὸ μεγάλο, τὸ δυνατό, τὸ ἄπιαστο, ἁπλώνεται πάντα καὶ ἐπικρατεῖ τελικά τὸ φτηνό, τὸ κοντόφθαλμο, τὸ νιτερέσο. Δίπλα στὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση σέρνεται ὁ ἐμφύλιος, ὁ κοτζαμπάσης, ὁ χθὲς ἁρματολὸς καὶ σήμερα κλέφτης – οἱ λασπωμένοι δρόμοι τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Ρούμελης εἶναι γεμάτοι μετὰ τὸ 1830 ἀπὸ σακατεμένα κορμιά, στὸ γκουβέρνο θὰ ὁρμήσουν ὅμως οἱ ἄκαπνοι, οἱ ὑστερόβουλοι, τὰ ἴδια τζάκια ποὺ ἔκαιγαν πρὶν, καῖνε καὶ τώρα. Σὲ κάθε πρόκληση τῆς Ἱστορίας, σὲ κάθε σταυροδρόμι, εἶναι μιὰ χοῦφτα ἄνθρωποι ποὺ βγαίνουν μπροστὰ μὲ ἀφέλεια, μὲ αὐταπάρνηση, μὲ τὸ στῆθος ὀρθὸ – ἀπὸ πίσω περιμένει τὸ πλῆθος γιὰ νὰ καπηλευθῆ, νὰ μακελέψη, νὰ πάρει τὰ λάφυρα ἑνὸς ἡρωισμοῦ ποὺ ποτίστηκε μὲ αἷμα ξένο. Ἀηδιασμένη ἡ γενιὰ τοῦ 20 ἀπὸ τὴν μίζερη εἰκόνα, προσπάθησε νὰ δώσει πνοὴ στὰ γράμματα, στὴν ἐκπαίδευση, στὴν ἴδια τὴν πολιτικὴ – δὲν ἄντεξε οὔτε μιὰ πενταετία, σκόρπισε μέσα ἀπὸ αὐτοκτονίες, ἀρρώστιες, φτώχεια, ἐξαθλίωση, διαπόμπευση. Δίπλα στὸ αἷμα τῆς Ἀλβανίας κινοῦνται ἀπὸ νωρὶς σκιὲς σὲ κελάρια γεμάτα τρόφιμα, χρυσό, ἀντικείμενα κάθε λογὴς –  ξεπουλημένα γιὰ ἕνα πιάτο φαγητό, ἕνα ξεροκόμματο, τὴν δύναμη γιὰ μιὰ τελευταία ἀνάσα. Μέσα στὸ χάος τοῦ ἐμφύλιου θὰ ἀναβαπτιστοῦν μαυραγορῖτες, δωσίλογοι, καθάρματα κάθε λογῆς – κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν ἀκόμη καὶ σήμερα δικές τους πλατεῖες, ὁλόκληρα τετράγωνα στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, τὰ ἴδια ἐκεῖνα κελάρια τῆς κατοχῆς εἶναι ἀκόμη γεμάτα, ὅσο οἱ ἀπόγονοί τῶν ὀλίγων, τῶν ἀνώνυμων, τῶν ἀλλοπαρμένων, συνεχίζουν νὰ μὴν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Στὴν δεκαετία τοῦ 60 φάνηκε νὰ πυκνώνει ἐξαιρετικά τὸ πνευματικὸ ἀποτύπωμα κυρίως στὴν πρωτεύουσα, μὰ σύντομα αὐτὰ τὰ ὀλίγα ποὺ θὰ παραχθοῦν, θὰ γενοῦν καθεστὼς μέσα στὸ καθεστώς, περιχαρακωμένος ἐλιτισμός, προάγγελος τῶν ἐπερχόμενων στερεοτύπων. Στὰ χρόνια τῆς χούντας καὶ πάλι μιὰ χοῦφτα ἄνθρωποι ἀντιστάθηκαν καὶ μάτωσαν καὶ θάφτηκαν, μὰ σήμερα δὲν τοὺς θυμᾶται οὔτε ἡ μάνα τους, καθὼς δὲν πλησίασαν ποτὲ στὸ ταμεῖο γιὰ ἐξαργύρωση καὶ φωτογραφήσεις κάθε εἴδους.

Γιώργος Γεραλής

Καὶ τὸ πνεῦμα; Ὁ στοχασμός; Ποῦ κείτονται, πῶς περπατοῦν μέσα στὴν ὀλιγόχρονη νεοελληνικὴ ἱστορία; Πόσο καὶ ποῦ ἀποτυπώνεται ἡ ἐπιρροή τους στὴν καθημερινότητα, στὴν συλλογικὴ ἀντίδραση, στὸν καθημερινὸ διάλογο, στὶς συλλογικὲς ἐν γένει συμπεριφορές; Δεῖτε γιὰ λίγο ἐτούτη τὴν ἀλληγορία, ἀπὸ τὸν Γιῶργο Γεραλῆ, (1917-1996)..

Λοιπόν, εἶναι ἀλήθεια!

Τὰ λεγόμενα παιδιὰ-θαύματα

πολὺ σπάνια δικαιώνουνε τὶς προβλέψεις!

Ἀπὸ τ’ ἀγόρια τῆς παιδικῆς χορωδίας,

ποὺ ἀκούσαμε κάποτε στὸ νησί,

σ΄ ἐκείνη τὴ φανταστικὴ χριστουγεννιάτικη νύχτα

-ἀκόμα θυμοῦμαι τὰ μάτια τους

παράφορα ἐρωτευμένα μὲ τὸν οὐρανό-,

κανένα δὲν εἶχε τὴν ἀναμενόμενη ἐξέλιξη:

δὲν ἔγινε ἄγγελος!

Ὅπως ἔμαθα, ἀνδρώθηκαν, εὐδοκιμοῦν καὶ

φθείρονται

ἀνάμεσά μας.

 (Γιῶργος Γεραλῆς, «Κλειστὸς κῆπος», 1966)

Ὅμως προτρέχωμε, ἃς ἐπιστρέψουμε γιὰ λίγο στὴν ἀρχή..

Τὸ ἐρώτημα τοῦ σημερινοῦ κειμένου δὲν εἶναι ἐὰν ὑπῆρξε ἢ ὑπάρχει πνευματικὸ ἔργο στὴν Ἑλλάδα – ὑπάρχει, καλὸ ἡ κακὸ ὑπάρχει, καὶ ὁ καθεὶς μπορεῖ νὰ τὸ κρίνει, ἡ ποιότητά του εἶναι μιὰ ἄλλη ἱστορία. Τὸ ἐρώτημα ἐπίσης, δὲν ἀφορᾷ ἱστορικὲς περιόδους καὶ τὴν ἀποτίμησή τους – ὁ τεμαχισμὸς τῆς ἱστορίας βοηθᾷ ἁπλῶς τὴν ἐπιστημονικὴ μεθοδολογία, ὁ χρόνος δὲν ἔχει διακοπές, ἀφετηρίες καὶ ὁλοκληρώσεις. Τὸ ἐρώτημα σήμερα ἀφορᾷ τὴν περιβόητη πνευματικότητα, τοὺς πνευματικοὺς ταγούς, ἐκεῖνα ποὺ ἡ κοινωνία συλλογικὰ προτάσσει ὡς ἄξια, ὡς βαρύνοντα, ὡς κριτήρια στὶς σημαντικὲς καὶ καθημερινὲς ἐπιλογές της. Τί ἀξιακὸ βάρος ἔχει μέσα στὸ κοινωνικὸ σῶμα ἡ λογοτεχνία, τὸ ἦθος, ὁ στοχασμός, ἡ σκέψη; Τὴν κρίσιμη ὥρα ποὺ ἡ συνείδηση θὰ πρέπει νὰ ἐπιλέξει μὲ κόστος βαρύ, μὲ αἷμα, τί προκρίνει καὶ πῶς ἀντιδρᾷ; Στὸ τέλος τέλος ἡ λογοτεχνία, ἡ ποίηση, τὰ γράμματα, ἔχουν ρόλο; προκαλοῦν ἀντίδραση; ἢ ἡ εἰκόνα εἶναι σχεδὸν ἀκίνητη, ὅπως περιγράφει, (στὸ μικρὸ αὐτὸ ἐξαιρετικὸ ποίημα) ἡ Ἀμαλία Τσακνιά;.. (1932-1984)..

Τοπίο

Ἔβγαλε τὰ σπλάχνα του

καὶ τ’ ἅπλωσε προσεχτικὰ

στὸ σχοινὶ τῆς μπουγάδας.

Στὸν λίγο ἴσκιο κουλουριάστηκε

ἡ γκρίζα γάτα τοῦ σπιτιοῦ

δυὸ τρία πουλιὰ ξαφνιάστηκαν

καὶ πέταξαν πιὸ πέρα·

κατὰ τὰ ἄλλα

τὸ τοπίο δὲν ἄλλαξε σὲ τίποτα.

(Ἀμαλία Τσακνιά, «Καινούρια λόγια σὲ παλιὰ μουσική», Στιγμὴ)

Αμαλία Τσακνιά, αφιέρωμα προσεχώς…

 

Τὸ ἔχω βέβαια ξαναπεῖ – ἡ ἑλληνικὴ βιβλιογραφία γιὰ τὴν θεωρία τῆς λογοτεχνίας καὶ ἰδιαίτερα τῆς ποίησης, εἶναι ἀπογοητευτικὴ καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις σχεδὸν ἀνύπαρκτη. Ἐὰν ἀναζητήσετε στὸ διαδίκτυο τὴν πνευματικότητα καὶ τὸν ὁρισμό της θὰ εὕρετε πολλὰ – γιὰ προφητεῖες, βουντού, ἀστρολογία, τὸ κληρονομικὸ χάρισμα τοῦ κυρίου Μπουρδούρογλου, τὰ στοιχειωμένα σπίτια, τὸ ἅγιο πνεῦμα, μὰ θὰ δυσκολευθεῖτε νὰ ἀντικρύσετε ἔστω καὶ ἕνα κείμενο ποὺ νὰ προσεγγίζει τὸ θέμα κάπως σοβαρότερα. Καὶ ἂν κάποιοι σκεπτόμενοι τὴν ἀβάστακτη ἐλαφρότητα τοῦ διαδικτύου στραφοῦν πρὸς τὰ βιβλιοπωλεῖα, θὰ ἀπογοητευθοῦν καὶ πάλι. Ἀπὸ τὴν μικρὴ στενὴ βιβλιοθηκοῦλα, ποὺ μεγάλο βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἀθήνας ἀφιερώνει στὸ δοκίμιο τῆς λογοτεχνίας, εἶναι ζήτημα ἐὰν ἠμποροῦν νὰ ἀνθέξουν καὶ στὴν πιὸ καλόπιστη κριτικὴ ἕνα μὲ δύο ράφια. Μόνη καταφυγὴ οἱ βιβλιοθῆκες τῶν φιλολογικῶν σχολῶν, ὅμως καὶ ἐκεῖ ὁ ὑπομονετικὸς ἐρευνητὴς θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώσει ἀτέλειωτες ὧρες προτοῦ ξεχωρίσει κάτι τὸ σημαντικὸ καὶ πρωτότυπο, ἀνάμεσα σε τόνους ἀναγκαστικῶν πτυχιακῶν ἐργασιῶν καὶ σχολαστικῶν φιλολογικῶν ἐπαναλήψεων.

Βεβαίως δὲν μποροῦμε νὰ μείνουμε στὸν στεγνὸ ὁρισμὸ τῶν λεξικῶν, (πνευματικότητα: τὸ νὰ ἔχει κάποιος πνευματικὸ περιεχόμενο, κατὰ Μπαμπινιώτη), μήτε στὰ φληναφήματα τοῦ διαδικτύου. Γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κειμένου, νὰ ὑποθέσουμε πὼς ἡ ἀναφορὰ γιὰ παράδειγμα τοῦ Γιάννη Τούντα ὅτι πνευματικότητα εἶναι «..μιὰ ὀντολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ διάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀνάγκη γιὰ ὁλοκλήρωση καὶ ἀναζήτηση νοήματος καὶ σκοποῦ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης..», εἶναι σχετικὰ ἐπαρκής, παρ’ ὅλα τὰ ἀρκετὰ προβλήματα ταυτολογίας (καὶ ὄχι μόνο) ποὺ παρουσιάζει; Ἃς τὸ ὑποθέσωμε λοιπὸν καὶ ἃς μὴν ἀναλωθοῦμε τώρα σὲ ὁρισμούς.  Συνεπῶς, ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας, μιλᾶμε πολὺ ἁπλὰ γιὰ τὸν βαθμὸ ποὺ τὸ συγκεκριμένο κοινωνικὸ σῶμα ἀφομοιώνει τὸ παραγόμενο πνευματικὸ ἔργο, τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχει ὡς συλλογικὴ συμπεριφορὰ νὰ «ἀγοράζει» ποιότητα στοχασμοῦ ἀπὸ τὴν κάθε συνείδηση ξεχωριστὰ καὶ νὰ τὴν μετουσιώνει σὲ ἄποψη κοινὴ καὶ ἐπικρατοῦσα, μὲ τρόπο σχεδὸν αὐτόματο, ἀταβιστικό. Μὴν φανταστεῖ κανεὶς ὅτι ἡ πνευματικότητα σχετίζεται μόνο μὲ τὰ μεγάλα καὶ τὰ τρανά, ἡ πραγματικότητα διαπερνᾷ τὸ σύνολο τῆς συμπεριφορᾶς ἑνὸς λαοῦ – ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ πετάξει τὰ ἀποτσίγαρα στὸ πεζοδρόμιο, ἀπὸ τὴν μουσικὴ ποὺ προτιμᾷ, τὸν τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ, ἕως τὴν στάση του μπροστὰ στὰ γεγονότα, τὶς προκλήσεις τῶν καιρῶν, τὶς βαθύτερες ἐρωτήσεις τῆς ὕπαρξης…Καὶ ἐπειδὴ ξεφεύγουμε σὲ πολὺ θεωρητικὰ μονοπάτια, ἐπιτρέψτε μου νὰ δώσω ἕνα παράδειγμα μέσα ἀπὸ τὴν λογοτεχνία, μιὰ ἐλάχιστη εἰκόνα κοινωνίας ποὺ βιώνει πολιτισμὸ ἐν τοῖς πράγμασι..

Αὐστροουγγαρία μέσα στὴν ἱστορία, δὲν ἦταν δὰ καὶ ἡ πρωτοπορία τῆς ἀνατροπῆς καὶ τῆς ἐλεύθερης σκέψης, ἀντίθετα ὑπερηφανευόταν σὲ πολλὲς εὐκαιρίες γιὰ τὸ ἀσάλευτο τῶν θεσμῶν της, τὸν συντηρητισμό της, τὴν περίπου στρατιωτικὴ (αὐτο) πειθαρχία τῶν πολιτῶν της. Ὁ γερμανόφωνος πολιτισμὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶναι ἕνα διαφορετικό θέμα – ἃς καταγράψουμε μοναχὰ ἐδῶ ὅτι, ἰδιαίτερα στὰ πεδία τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς μουσικῆς, στάθηκε θηριώδης, οἱ ἐπαΐοντες ξεύρουν πὼς οἱ καλύτερες φιλολογικὲς μελέτες γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία προέρχονται ἀπὸ ἐκεῖ.

«Ὁ κόσμος τοῦ Χθές», τοῦ Στέφαν Τσβάϊχ», ἀπὸ Public

Δεῖτε τώρα, σὲ τοῦτο τὸ συντηρητικό, τὸ σχεδὸν ἀραχνιασμένο περιβάλλον, τὴν θέση ποὺ κατέχει στὴν συλλογικὴ συνείδηση τὸ πνευματικὸ ἔργο, καὶ δεῖτε ταυτόχρονα πὼς αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀποτύπωμα μιᾶς μακρᾶς ἱστορίας βασισμένης ἐπάνω στὸ ἔργο, τὸν μόχθο, τὴν δημιουργία. Ἀντιγράφω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔχω παρουσιάσει πολλὲς φορὲς καὶ τὸ πιστεύω ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ, ὅταν μιλᾶμε γιὰ Εὐρώπη, γιὰ Ἑλλάδα καὶ Εὐρώπη, γιὰ διαφωτισμό, γιὰ τὴν στάση τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὶς φλόγες τῆς ἱστορίας… ἐπιλέγω ἀπόσπασμα μόνο γιὰ τὸ θέατρο, ὑπάρχουν ἀνάλογα γιὰ τὴν λογοτεχνία καὶ τὴν ἐκπαίδευση..

«..Δύσκολα θὰ μποροῦσες νὰ βρῇς στὴν Εὐρώπη μιὰ πόλη ποὺ νὰ ἔχει τόσο πάθος πρὸς τὴν κουλτούρα ὅσο εἶχε ἡ Βιέννη. Ἐπειδὴ ἡ αὐστριακὴ μοναρχία εἶχε παραιτηθεῖ αἰῶνες τώρα ἀπὸ τὶς πολιτικὲς της φιλοδοξίες καὶ δὲν σημείωσε καμμιὰ σημαντικὴ ἐπιτυχία στὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὁ πατριωτικὸς ἐγωισμὸς εἶχε μεταβληθεῖ σὲ μιὰ ἐπιτακτικὴ θέληση γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν πρωτείων στὴν τέχνη.. ἡ ζωὴ ἤτανε χαρούμενη μέσα σ΄αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς πνευματικῆς συμφιλιώσεως καὶ κάθε ἄνθρωπος ἐκεῖ εἶχε ἀπὸ τὴν ἀνατροφή του, μιὰ προδιάθεση πρὸς τὸν κοσμοπολιτισμὸ ποὺ ἀντικαθιστᾷ κάθε στενὸ ἐθνικισμὸ μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ πολίτη τοῦ κόσμου..»

Καὶ ἀλλοῦ..

«..Οἱ στρατιωτικές, πολιτικὲς ἢ ἐμπορικὲς ὑποθέσεις δὲν κατεῖχαν ξεχωριστὴ θέση στὴ ζωὴ τῶν πολιτῶν καὶ γενικὰ σὲ ὅλη τὴν κοινωνία. Παίρνοντας τὸ πρωὶ τὴν ἐφημερίδα του ὁ μέσος Βιεννέζος, δὲν κοίταζε μὲ τὴν πρώτη ματιὰ τὶς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, οὔτε τὰ παγκόσμια γεγονότα, ἀλλὰ τὸ ρεπερτόριο τοῦ θεάτρου ποὺ εἶχε γιὰ τὴ δημόσια ζωὴ μιὰ σημασία… γιατί τὸ αὐτοκρατορικὸ θέατρο, τὸ Burgtheater.. ἤτανε γιὰ τὸν Αὐστριακό το μικροσκόπιο ὅπου ἀντανακλοῦσε ὁ ἀπέραντος κόσμος, ἕνας καθρέπτης ὅπου ἡ κοινωνία ἔβλεπε τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό.. ἡ τέχνη φτάνει πάντοτε στὸ ἀπώγειό της ὅταν γίνεται ὑπόθεση ὅλου του λαοῦ. Μποροῦσε νὰ περνάει ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Βιέννης ὁ πρωθυπουργὸς ἢ ἕνας ζάμπλουτος, κανένας δὲν θὰ γύριζε νὰ τοὺς κοιτάξη. Κάθε πωλήτρια ὅμως, κάθε ἁμαξὰς γνώριζαν ἀμέσως ἕναν μεγάλο ἠθοποιὸ τοῦ θεάτρου ἢ μιὰ τραγουδίστρια τῆς ὄπερας..»

Καὶ τέλος τὰ σχολικὰ χρόνια μέσα σὲ ἕνα πολύ συντηρητικὸ καὶ ἀδιάφορο γνωστικὰ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα..

«..Χώναμε παντοῦ τὴ μύτη μας μὲ λαίμαργη περιέργεια. Παρακολουθούσαμε τὴ φιλαρμονική, τρυπώναμε στὰ παλαιοπωλεῖα, ἐπιθεωρούσαμε καθημερινὰ τὶς βιτρίνες τῶν βιβλιοπωλείων γιὰ νὰ ξέρουμε πρῶτοι τί βιβλία κυκλοφόρησαν ἀπὸ τὰ χθές. Καὶ πρὸ παντὸς διαβάζαμε, διαβάζαμε κάθε τί ποὺ ἔπεφτε στὰ χέρια μας. Δανειζόμασταν βιβλία ἀπὸ ὅλες τὶς δημόσιες βιβλιοθῆκες καὶ δίναμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον αὐτὰ ποὺ εἴχαμε ἐμεῖς. Ὅ,τι ξέφευγε ἀπὸ τὸν ἕναν τὸ πρόσεχε ὁ ἄλλος… Ὅταν λόγου χάριν γινότανε συζήτηση γιὰ τὸν Νίτσε ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀφωρεσμένος, πεταγότανε ἔξαφνα κάποιος κι ἔλεγε μ΄ ἕνα ὕφος ἀνωτερότητας: Μὰ γιὰ τὴν Νιτσεϊκὴ ἰδέα τοῦ ὑπερεγωϊσμοῦ ἔχει μιλήσει πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ὁ Κίρκεργκααρντ». Ἀμέσως ὅλοι γινόμασταν ἀνήσυχοι: Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Κίρκεργκααρντ ποὺ τὸν ξέρει αὐτὸς καὶ μεῖς δὲν τὸν ξέρουμε; Τὴν ἄλλη μέρα κιόλας τρέχαμε στὴν βιβλιοθήκη καὶ ξετρυπώναμε τὰ ἔργα τοῦ ξεχασμένου δανοῦ φιλόσοφου.. ἰδιαίτερα μάλιστα ἐπιδιώκαμε νὰ μαθαίνουμε τὰ πιὸ τελευταῖα ζητήματα, ἐκεῖνα ποὺ δὲν πρόφτασε ἀκόμη νὰ θίξει κανείς, ἐκεῖνα ποὺ δὲν εἶχε προφτάσει νὰ ἀσχοληθεῖ ἡ κριτικὴ τῶν σοβαρῶν ἐφημερίδων μας…».

(Στέφαν Τσβάιχ, Ὁ χθεσινὸς κόσμος, Διεθνεῖς Ἐκδόσεις, μετάφραση μὲ πολλά λάθη)

Μὴν προσπαθήσετε τώρα νὰ ἀναλωθεῖτε σὲ συγκρίσεις, πολιτικὴ κριτικὴ ἢ καὶ κριτικὴ πρὸς τὸν Τσβάιχ καὶ τὴν ἀνεμελιὰ (ἕως και άφέλεια..) τῶν ἀρχῶν τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, κρατῆστε τὴν οὐσία, τὴν βαθιὰ ἐπιρροὴ τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν ἀξιακὴ ἱεράρχηση. Ὅταν ἀναφερόμαστε λοιπὸν στὴν πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν τόσο οὔτε οἱ ἀριθμοὶ τῶν πανεπιστημίων, οὔτε τὰ διδακτορικά, οὔτε οἱ βραβεύσεις τοῦ ποδαριοῦ καὶ οἱ ἐλάχιστοι στὸ σύνολο ποὺ ἀγοράζουν ἕνα ἢ δέκα βιβλία τὸν μῆνα – ἡ ἔννοιά μας, ὁ πόνος μας, ἡ ἀγωνία μας, ἀκουμπᾷ στὴν ἀπουσία αὐτῆς τῆς ἐνσωμάτωσης στὸ ὑποσυνείδητο, στὴν ἀδιαφορία γιὰ κάθε τί τὸ βαθύτερο καὶ τὸ δημιουργικό, στὴν τρομακτικὴ ρηχότητα μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζονται τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἀγωνιώδη ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα.

Κάποιοι δίδουν τὴν εὔκολη ἀπάντηση ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἀπουσία παλιότερα τῆς ἐπαναστατικῆς τεχνολογίας, τῆς τηλεόρασης καὶ ἄλλων συναφῶν – ἀκόμη ὅμως καὶ στὶς δεκαετίες τοῦ 50 ἢ τοῦ 60 ποὺ ὅλα τοῦτα ἀπουσίαζαν στὴν Ἑλλάδα, δὲν παρατηρήθηκε ποτὲ τὸ φαινόμενο κυριαρχίας τοῦ πνεύματος, τὸ μόνιμο πολιτιστικὸ ἀποτύπωμα, ἡ βαθύτερη συνειδησιακὴ ἀνησυχία. Ἀκόμη καὶ σὲ ἐποχὲς ὅπως ἡ δεκαετία τοῦ 50 καὶ τοῦ 60, κι ἀκόμη – ἀκόμη στὴν πιὸ πρόσφατη τῆς μεταπολίτευσης, τὸ λιγοστὸ ἀξιόλογο πνευματικὸ ἔργο, ἀκολουθοῦσε τὴν αἴγλη μιᾶς ἰδεολογίας ἢ ἑνὸς κομματικοῦ ὀργανισμοῦ, ἦταν παρακολούθημα καὶ συμπλήρωμα καὶ ὄχι ὁδηγὸς καὶ ὁπωσδήποτε, ὄχι κυρίαρχο στοιχεῖο στὴν καθημερινὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ συμπεριφορά. Ὁ Ρίτσος, ὁ Βρεττάκος, ὁ Ἀναγνωστάκης καὶ πολλοὶ ἀκόμη καλοὶ ἢ μέτριοι ποιητές, χρειάστηκε νὰ συνδεθοῦν ἰδεολογικὰ μὲ ἕναν χῶρο ἢ νὰ μαθευτεῖ ἡ προοδευτική τους ἀντίληψη γιὰ νὰ δοῦν τὰ γραφτά τους νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν ἀφάνεια καὶ νὰ πωλοῦνται εὐρύτερα. Οἱ φωνὲς καὶ οἱ γραφίδες ποὺ προσπάθησαν νὰ κινηθοῦν μὲ μόνο γνώμονα τὴν συνείδησή τους, δίχως κομματικὴ στέγη, δίχως διαφήμιση, δίχως τὸν ἀσφυκτικὸ ἐναγκαλισμὸ τῆς ἐξουσίας, ξέπεσαν στὴν λήθη καὶ μοναχὰ σήμερα κάποιοι τοὺς βρίσκουν καὶ τοὺς ἀνασύρουν στὰ σκονισμένα παλαιοβιβλιοπωλεῖα – ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν ἐξαίρετο ἔργο, ποὺ ὅμως ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ἀποτιμηθεῖ στὸν βαθμὸ ποὺ τοῦ πρέπει.

Μὰ καὶ στὴν χοῦντα, μιὰ περίοδο ὅπου ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς διαφωνοῦντες κακοποιοῦνται βάναυσα καὶ ἡ τέχνη, ἡ λογοτεχνία, ἡ αἰσθητικὴ – δύσκολα θὰ εὕρετε τὴν περιβόητη φωνὴ τῶν περιβόητων πνευματικῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Σεφέρης ποὺ θυμήθηκε μὲ ἀρκετὴ καθυστέρηση νὰ μιλήσει ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ BBC γιὰ τὰ αὐτονόητα, (ἃς μὴ κρίνωμε τώρα τὸ περιεχόμενο τῆς δήλωσης..), εἶναι πλῆθος ἀκόμη συγγραφέων, φιλολόγων, κριτικῶν, διανοούμενων, ποὺ θυμήθηκαν τὴν χοῦντα μετὰ τὴν πτώση της, ἔχοντας ἀπὸ πρὶν ἀνεχθεῖ, ἂν ὄχι συνεργασθεῖ μὲ τὸ καθεστὼς καὶ τὰ παρακλάδια του.

Μαζὶ μὲ τὸν μεσοπόλεμο, ἡ δεκαετία τοῦ 50 καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ 60, ἤσαν βεβαίως οἱ πιὸ πυκνὲς δημιουργικὰ μέσα στὴν νεοελληνικὴ ἱστορία, ἀλλὰ ἡ λογοτεχνία οὐδέποτε διαπέρασε τὸ κέλυφος τῆς ἀδιαφορίας, παρέμεινε πάντοτε ὑπόθεση μιᾶς περίκλειστης κοινότητας, ἐνῷ ἡ ἐκτίναξη τῶν πωλήσεων γιὰ ὁρισμένους ποιητὲς ὅπως ὁ Ἐλύτης, ᾖρθε ἀπὸ τὴν μελοποίησή τους ἢ τὴν προσαρμογή τους (Ρίτσος) στὶς πολιτικὲς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς. Δὲν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε, ὅτι ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ «χρήση» τῆς ποίησης γίνεται μόδα σὲ ἐφημερίδες καὶ ἔντυπα κάθε λογῆς, οἱ στίχοι ποὺ δημοσιεύονται δὲν εἶναι συνήθως οἱ καλύτεροι, οἱ πιὸ ἄξιοι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὴν ὀπτική τοῦ δημοσιογράφου, τοῦ πολιτικοῦ, τοῦ κριτικοῦ.

Καὶ ἂν ἕως καὶ τὴν δεκαετία τοῦ 60 λειτουργοῦσαν ἀκόμη κάποιοι θύλακες πολιτισμοῦ, ἔστω καὶ μὲ τὴν στήριξη τῆς εὐρύτερης ἀριστερᾶς (γιὰ τὴν δεξιὰ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς οὔτε λόγος, τὸ πνευματικὸ ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ ἐχθρικὸ πρὸς τὸ καθεστώς..), στὴν μεταπολίτευση σταδιακὰ ἀποκαλύπτεται πὼς ὁ βασιλιὰς ἦταν ὁλόγυμνος καὶ ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ εὐρύτερος προοδευτικὸς χῶρος ποὺ ἔδειχνε νὰ ἐκτιμᾷ καὶ νὰ προωθεῖ τὸν πολιτισμό, στὴν οὐσία ἁπλῶς τὸν χρησιμοποιοῦσε ὑστερόβουλα στὴν πολιτικὴ του στρατηγική. Φαινομενικὰ ὁ πολιτισμὸς ἀνθεῖ – ἡ χώρα γεμίζει συγγραφεῖς, θέατρα, βιβλιοπωλεῖα κάθε λογῆς, πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις καὶ συναυλίες μὲ ψύλλου πήδημα, οἱ ἐπιδοτήσεις συλλόγων, ἐκδοτῶν καὶ διανοούμενων κάθε εἴδους ξεκινοῦν νὰ ρέουν ἄφθονες καὶ κατανέμονται διακριτικὰ καὶ ἀδιακρίτως, οἱ ἐκδοτικοὶ οἶκοι κάποια στιγμὴ ξεπερνοῦν τοὺς 1000(!), ξεκινᾷ ἡ μόδα τῆς παρουσίασης βιβλίων καὶ συγγραφέων σὲ κάθε χωριὸ καὶ ροῦγα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας. Ὅλα ἐτοῦτα στὸ προσκήνιο, γιατί στὴν πραγματικότητα ἔχει ξεκινήσει ἤδη τὸ σιχαμερὸ παιχνίδι τοῦ πλουτισμοῦ μέσα ἀπὸ τὴν διαπλοκὴ τοῦ Τύπου μὲ τὴν ἐξουσία καὶ τοὺς ἐκδότες, τὰ ἐκδοτικὰ κονδύλια μοιράζονται σὲ ἡμετέρους, (πόσους συγγραφεῖς τῆς μεταπολιτευτικῆς γενιᾶς θυμᾶστε σήμερα;..), οἱ δημοσιογράφοι πληρώνονται ἁδρὰ γιὰ νὰ προβάλλουν στὰ πολιτιστικά τους ἔνθετα τὸ κάποιο βιβλίο τοῦ κυρίου τίποτα, ἡ αἴγλη ποὺ ἀκόμη διατηρεῖ ὁ εὐρύτερος ἀριστερὸς χῶρος χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς περισσότερους γιὰ προσωπικὴ ἀνέλιξη καὶ εὔκολο πλουτισμό. Ἡ φρενίτιδα ἀποκορυφώνεται τὴν ἐποχὴ τοῦ χρηματιστηρίου, ἡ κοινωνία ἀπορρυθμίζεται ἐντελῶς, χάνει καὶ τὰ τελευταῖα συνεκτικά της στοιχεῖα, τὸ μόνο ποὺ μετρᾷ πλέον εἶναι τὰ κέρδη, οἱ μετοχές, οἱ μεζονέτες, οἱ καταθέσεις. Ἂν εἶχαν ἀπομείνει κάποιες τελευταῖες πνευματικὲς ἑστίες καίγονται κι αὐτές, τὰ νέα τζάκια ποὺ γεννήθηκαν μέσα στὴν χοῦντα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ 74, ἔχουν ἐπιρροὴ παντοῦ, δημιουργοῦν συγγραφεῖς μέσα σὲ μία νύχτα, ἐπιδοτοῦν συλλόγους ποὺ δὲν προσφέρουν τίποτα, ἐκδίδουν ὀγκώδη βιβλία μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δικαιολογήσουν κονδύλια χαρισμένα. Ὅ,τι ψυχὴ εἶχε ἀπομείνει πουλήθηκε, ὅ,τι γνήσια πνευματικὸ μιλοῦσε ἀκόμη σώπασε, ὅποια αἴγλη διατηροῦσε ἀκόμη ἡ εὐρύτερη ἀριστερὰ βούλιαξε μέσα σὲ ἕνα κλίμα διαφθορᾶς καὶ ἀπαξίωσης.

Ἀπὸ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν θλιβερὴ εἰκόνα, ἀπὸ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀπληστία, προστατεύει ἡ πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας – ὅταν ὑπάρχει, ὅταν λειτουργεῖ, ὅταν τροφοδοτεῖται. Σὲ μιὰ κοινωνία μὲ μακρὰ πνευματικὴ παράδοση, κανεὶς ἀτάλαντος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ξεγελάσει κανέναν ἀναγνώστη μὲ τὴν ποιότητά του, καμιὰ διαφθορὰ δὲν θὰ μακροημέρευε, καμιὰ διαπλοκὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἁλώσει μὲ τόση εὐκολία συνειδήσεις, δημόσιους λειτουργούς, ὁλάκερους θεσμούς. Ζοῦμε σὲ μικρὴ χώρα, γνωρίζουμε ὀνόματα, πράγματα καὶ συνειδήσεις. Μὲ τοὺς περισσότερους «μεταπολιτευτικοὺς» παράγοντες ἔχουμε συναντηθεῖ κάποτε στὰ ἀμφιθέατρα, στὶς πλατεῖες, στὶς διαδηλώσεις, ἔχουμε μαλώσει γιὰ συγγραφεῖς, γιὰ τὴν ἀναρχία, τὶς ἐκδοχὲς τῆς ἀριστερᾶς, τὰ φιλοσοφικὰ ρεύματα. Τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς ἡ μεταπολίτευση τοὺς γραβάτωσε, τοὺς ἐκμαύλισε, τοὺς διάβρωσε ὡς τὸ μεδοῦλι, τοὺς ρούφηξε κάθε ἀνησυχία, τοὺς ἀλλοίωσε τὸ σύνολο τοῦ ἀξιακοῦ τους κόσμου. Δὲν εἶναι ὅτι ἔκαμαν χρήματα καὶ τὸ πῶς τὰ ἔκαμαν – εἶναι πὼς αὐτὸ ἔγινε ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τους, εἶναι ὅτι πλέον ντρέπονται καὶ νὰ ἀναφέρουν τὶς παλιές τους ἀνησυχίες, εἶναι ὅτι χωρὶς αἰδώ προσάρμοσαν τὴν σκέψη τους στὶς ἀνάγκες ἐκείνου τοῦ ἴδιου διαβρωμένου συστήματος ποὺ κάποτε σιχαίνουνταν. Κάποιοι ἐλάχιστοι ὀνειροπαρμένοι ἀπέμειναν μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ὀρυμαγδό, διὰ βίου στὸ περιθώριο μιᾶς κοινωνίας ποὺ οὐδέποτε ἀγάπησε τὴν πνευματικὴ δημιουργία. Σὲ ἕνα πολὺ ὄμορφο ποίημα ὁ Κοντόπουλος, (ὅπως πάντα ἀλληγορεῖ..), περιγράφει ἐτούτη τὴν ἀπομόνωση τῶν ὀλίγων, τὸν ἐλάχιστο χῶρο ποὺ πάντοτε καταλαμβάνει τὸ ἄξιο πνεῦμα στὴν Ἑλλάδα..

 

Τὸ σχολειό μας

Τὸ σχολειὸ μας  ἦταν χτισμένο στὰ προσήλια

(πέντε περίπου χιλιόμετρα ἀπ’ τὴν πλατεῖα)

Κάποτε εἶχε δάσκαλο, κάποτε παππᾶ

(δὲ φτάναν πάντα οἱ παράδες)

Τὸ σχολειὸ μας ἔχει δυὸ μαθητὲς,

(ἀπὸ τὸν πρῶτο πόλεμο, πάντα δυὸ μαθητὲς)

στὸ σχολειὸ μας φυσᾶ τὸ ρεῦμα τοῦ κάμπου

στὴν αὐλὴ του μοσκοβολᾶνε πυρωμένα λιόδεντρα

ἀπὸ τὴν σκέπη  τὸ μάτι φτάνει στὴν θάλασσα…

Κι οἱ μαθητὲς  μποροῦν ὁλημερὶς νὰ κάμουν ὅτι θέλουν..

 

Ποσοστὸ τοῦ οἰκοπέδου ἐπωλήθη,

καθὼς περιλαμβάνει…

«… κτίριον παλαιὸν πέτρινον,

διαθέτει δώδεκα αἴθουσας εἰς ἀρίστην κατάστασιν,

τὸ βοηθητικόν τῆς διδασκαλίας ὑλικὸν ἄνευ φθορᾶς..

 … ὑπόγειον εἰς ἐμβαδὸν ἴσον τοῦ ἰσογείου,

 σὲ ἐξαιρετικὴ θερμοκρασίαν συντηρήσεως…»

 

Δίπλα μας σηκῶσαν τώρα ἕνα ἐξαίρετο οἰνοποιεῖο.

ἔχει ἐπισκέψεις, ἐργάτες, ἐμπόρους, περιηγητὲς

τὸ χωριὸ ζωντάνεψε, οἱ κάτοικοι ἐπέστρεψαν,

ὁ τουρισμὸς ἔφερε κτίστες, μεσῖτες, ἐργολάβους..

Τὸ σχολειὸ τὸ στρίμωξαν στὴν ἄκρη τῆς αὐλῆς

στὸ παλιό το δῶμα τοῦ ἐπιστάτη

Ἀραιὰ καὶ ποῦ περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ οἱ ἐλεγκτὲς

καὶ μᾶς κοιτοῦν στραβά, ἐνοχλημένοι,

τὴν ὥρα ποὺ βγάζουμε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴν χαλασμένη ὀροφὴ

γιὰ νὰ νοιώσουμε τὸ ἀγέρι τοῦ κάμπου

νὰ μυρίσουμε τὰ λιόδεντρα

νὰ δοῦμε τὴν θάλασσα.

Ἀκοῦμε καμιὰ φορά ποὺ ψιθυρίζουν…

«Ὁλάκερο δῶμα βρὲ ἀδερφὲ νὰ πιάνει τὸν τόπο,

γιὰ δυὸ μαθητές, γιὰ δυὸ ἀπομεινάρια..»

(Στράτος Κοντόπουλος, Ποιήματα, ἀναμενόμενη συλλογική ἔκδοση 2017)

Ὑπάρχει τὸ κράτος, ὑπάρχει ἡ κοινωνία, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀτομικὲς συνειδήσεις. Ἡ φροντίδα τοῦ κράτους βεβαίως γιὰ τὸν πολιτισμὸ εἶναι ἀνύπαρκτη ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν κοστίζει τίποτε, δηλαδὴ στὸ πεδίο τῶν συμβόλων καὶ τῶν συμπεριφορῶν. Ὅταν ἕνας δασκαλάκος στὰ σύνορα τῆς παλιᾶς Ἑλλάδας στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα, ἐκλιπαρεῖ τὴν νεότευκτη πολιτικὴ διοίκηση τοῦ νεαροῦ κράτους γιὰ κονδύλια καὶ διδακτικὰ μέσα, δὲν λαμβάνει κἄν ἀπάντηση καὶ ὁ κοινωνικὸς περίγυρος τὸν ἀντιμετωπίζει σὰν ἀλλοπαρμένο – φυσικὰ δὲν πρόκειται γιὰ μεμονωμένη περίπτωση. Ἡ διδακτέα ὕλη στὴν λογοτεχνία καὶ τὴν γλῶσσα παραμένει, μὲ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις, ἕρμαιο τῶν πολιτικῶν ἀλλαγῶν καὶ τῶν διαθέσεων τοῦ κάθε ἡμιμαθοῦς στὸ ὑπουργεῖο παιδείας, ἐνῷ τὸ αἴτημα γιὰ περισσότερα κονδύλια στὴν παιδεία καὶ στὴν ἔρευνα παραμένει τυπικὰ ἐπαναλαμβανόμενο ὡς τὰ σήμερατυπικὴ διεκδίκηση χωρῶν τοῦ τρίτου κόσμου ὅπου ἡ παιδεία ἀντιμετωπίζεται περίπου ὡς ἀναγκαῖο κακό, ὡς περιττὴ πολυτέλεια «…ὅταν μάλιστα ἔχουν κοπεῖ συντάξεις καὶ μισθοί…». Τὰ θέατρα στὸ νεοελληνικὸ κράτος δὲν ζοῦν πλὴν ἐξαιρέσεων ἐὰν δὲν ἐπιχορηγηθοῦν, οἱ σχολικὲς βιβλιοθῆκες εἶναι ἀνύπαρκτες ἐὰν δὲν βάλει τὸ χέρι στὴν τσέπη κάποιος ἐκδότης ἢ κάποιος τοπικὸς χορηγὸς – ἀκόμη καὶ ἐκεῖνο τὸ ἔρημο τὸ ΕΚΕΒΙ, (μὲ ὅλα τα τρωτά του..), βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ κλείσουν στὸ ὄνομα τῆς κρίσης.

Ὅμως δὲν ὑπάρχει πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση ἀπουσίας συλλογικῆς πνευματικότητας, (ἰδιαίτερα ἐὰν συγκρίνετε μὲ τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα τοῦ Τσβάιχ), ἀπὸ ἐκείνη τὴν θλιβερή τοῦ θεατρικοῦ μουσείου στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Ἕξι χρόνια τώρα ὁ Δῆμος, τὸ ὑπουργεῖο πολιτισμοῦ, οἱ θεατρικοὶ συγγραφεῖς, οἱ θεατρικοὶ ἐπιχειρηματίες, τὸ φιλοθεάμον κοινό, ὁ διάβολος ὁ τρίβολος καὶ ὅποιος ἄλλος θέλετε, δὲν ἠμποροῦν νὰ εὕρουν μιὰ λύση γιὰ τὰ ἐκθέματα ποὺ σαπίζουν στὰ ὑπόγεια, τὶς ἁλυσίδες ποὺ ἀμπαρώνουν τὶς θύρες, (στὴν κατὰ τὰ ἄλλα πολιτιστικὴ πρωτεύουσα), στοὺς διαρρῆκτες ποὺ κάθε τόσο ρημάζουν τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ ἐσωτερικό του. Καὶ περνοῦν ἀπόξω κάθε μέρα χιλιάδες φοιτητὲς ἀπὸ τὸ διπλανὸ πανεπιστήμιο καὶ τὸ κοιτοῦν ἀδιάφορα, καὶ περνοῦν χιλιάδες πεζοπόροι καὶ διανοούμενοι γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ παρακείμενα βιβλιοπωλεῖα, (ὅσα ἀπέμειναν βέβαια..) καὶ περνοῦν οἱ ἀνερυθρίαστοι κάθε φυλῆς καὶ γένους καὶ δὲν βρίσκεται ἕνας νὰ κάμει μιὰ διαδήλωση, νὰ δώσει πρόταγμα σὲ τοῦτο τὸ αἶσχος μιᾶς κοινωνίας, ποὺ ἔφαγε στὰ τόσα χρόνια ὅσο δὲν χωράει ἄλλο ἡ γάστρα της καὶ  τώρα δὲν μπορεῖ νὰ στυλώσει μιὰ αἴθουσα μὲ τὴν θεατρικὴ ἱστορία τοῦ τόπου..

Μὰ μήπως καὶ τὸ φαινόμενο εἶναι σημερινό;.. Ἄλεκ Σχινᾶς, ὁ φεγγάρης, καὶ στὰ 1950 ἡ ἴδια εἰκόνα, τὸ ἴδιο ἀπλανές βλέμμα..

 

Ὁ φεγγάρης

Τάχαμε ὅλα…

Κατὰ τρόπον ἀκραιφνῶς νεοελληνικὸ

σὲ πολυκάρεκλο ἀριδοξάπλωμα ἀναπαυτικὸ

μπαϊλντίσαμε τὰ τσιγάρα καὶ τὴ ρετσίνα.

Στὲς ἐκλεκτικὰ ἀγγιγμένες πιατέλες

περίσσευαν πολλοὶ οἱ μεζέδες·

καὶ στὲς τσέπες ἀσφυκτιοῦσαν τὰ νομίσματα.

Οἱ τελευταῖες μας φράσεις αἰωροῦντο ἀπὸ πολλοῦ

στὴν ἀτμόσφαιρα

Ἡμιθανεῖς σχεδὸν ἀπὸ τὴ διάχυτη εὐωδία τοῦ ἁγιοκλήματος.

δὲν εἴχαμε νὰ ποῦμε τίποτα πιά…

Τάχαμε ὅλα…

Ἂν ἔμενε ἀκόμα κάτι,

τὸ πολὺ – πολύ, / ἦταν νὰ βγῆ καὶ ὁ φεγγάρης…

Καὶ νὰ ποὺ βγῆκε ὁ φεγγάρης!..

Πρόβαλλε πάνω ἀπ’ τὸ βουνό,

προχώρησε ἀργὰ στὸν οὐρανό,

πίσω ἀπὸ κάποιο σύννεφο τὸν χάσαμε γιὰ μιὰ στιγμή,

ὕστερα ξαναφάνηκε,

καὶ ἐν τέλει κρύφτηκε ὁριστικὰ

πίσω ἀπὸ τὴν ἀπέναντι οἰκοδομή…

Ἔ! Σιγὰ-σιγὰ τραβήξαμε διὰ ὕπνον…

Ἕναν ὕπνο βαθύτατον – χωρὶς ὄνειρα…

Ὅλα τάχαμε…

(Ἄλεκ Σχινᾶς,  1952)

 

Σὲ σχέση μὲ τὴν πνευματικότητα, ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἀνεξάρτητου κράτους καὶ μετά, ἔχτισε ἕναν βολικὸ μῦθο, τὸ σύγχρονο στερεότυπο μιᾶς δῆθεν πνευματικῆς κοινωνίας ποὺ γεμίζει θέατρα, βιβλιοπωλεῖα, ὑπαίθρια δρώμενα, πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα. Δὲν ἔχει σημασία τὸ περιεχόμενο, ἂν δίδει κάτι τὸ νέο, ἂν προσφέρει κάτι τὸ οὐσιαστικό, ἂν ὁ πολιτισμὸς γίνεται κτῆμα τῆς πλειονότητας καὶ στὴν συνέχεια καθορίζει τὴν συμπεριφορά της, τὴν εὐγένειά της, τὴν ἀντιμετώπιση τῶν δύσκολων στιγμῶν. Ὄχι, σημασία ἔχει τὸ πτυχίο, ἡ ἀκαδημαϊκὴ μόρφωση. Ἡ βιβλιοθήκη ποὺ γεμίζει μὲ βιβλία, (ὅποτε γεμίζει) κι ἃς εἶναι ἀδιάβαστα, κι ἃς εἶναι ἀπὸ κεῖνα τὰ εὐτελῆ, τὰ μιᾶς χρήσης, ποὺ ἐὰν ἔχεις φιλότιμό τὰ σταματᾷς στὴν πρώτη σελίδα.

Ἂν ὑπάρχουν διαφορὲς ἀπὸ τὰ παλιότερα χρόνια; Στὴν οὐσία ἐλάχιστες, ἀλλὰ μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι οὐσιώδης, ἔχει πλέον ἐπιβληθεῖ καὶ θὰ καθορίσει τὴν πνευματικότητα τῆς κοινωνίας γιὰ τὰ πολλὰ ἑπόμενα χρόνια – εἶναι στὴν οὐσία ἡ θεσμοθέτηση τῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν γραμμικὴ ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας καὶ ἡ ὁποία στὸν πυρῆνα της ταυτίζει τὴν τεχνολογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἐξέλιξη μὲ τὴν πνευματική. Ἔχουμε ὑπολογιστές, κινητὰ τηλέφωνα, μία πράγματι ἀπίστευτη ἐξέλιξη στὶς ἐπιστῆμες, μία πραγματικὴ ἐπανάσταση, ἄρα ἀνάλογα κινεῖται καὶ ἡ πνευματικὴ δημιουργία, τὸ βιβλίο, τὸ θέατρο, ἡ τέχνη γενικότερα, μιὰ κοινωνία περίπου στὸν αὐτόματο πιλότο. Εἶναι ἡ ἄποψη, (αἰῶνες τώρα), τῶν μετριοτήτων, ἐκείνων ποὺ ἀρνοῦνται καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν τὸν πρωτεύοντα ρόλο τῆς συνείδησης στὴν ἱστορία, ἐκείνων ποὺ ἀπεχθάνονται ὁτιδήποτε ὑποχρεώνει σὲ μόχθο, ἔρευνα καὶ σκέψη. Εἶναι ἡ ἄποψη-ἄλλοθι στὴν παθητικότητα, ἡ μοιρολατρική ματιά στὴν ἱστορία, ποὺ θέλει τὴν κάθε γενιά καλύτερη ἀπό τὴν προηγούμενη, τοὺς ἑπόμενους συγγραφεῖς καλύτερους ἀπό τοὺς χθεσινούς, τὴν σημερινή σκέψη βαθύτερη ἀπὸ ποτέ. Ὅλα ἀπό μόνα τους, ὅλα νομοτελειακά μὲ κάποιον τρόπο μεταφυσικό καὶ ἀνεξήγητο.

Αὐτὴ ἡ ἄποψη εἶναι παντοῦ, ἔχει καταλάβει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὸν ἴδιο τους τὸν χαρακτῆρα θἄπρεπε νὰ ἐπιδιώκουν τὸ ἐπίπονο, τὸ δημιουργικό, τὸ ματωμένο. Δίπλα στὴν ἐθνικὴ τεμπελιὰ καὶ τὴν λατρεία γιὰ τὸ ἀσήμαντο, ἔχουν κτιστεῖ μικρὰ καὶ μεγάλα ἄλλοθι γιὰ τὴν ἰδεολογική τους κάλυψη. Δὲν τολμᾷς νὰ γράψεις ἕνα κείμενο μεγαλύτερο τῶν πέντε γραμμῶν καὶ τὰ πρόσωπα ξυνίζουν. Ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τολμήσουν νὰ ἐπικρίνουν τὴν ἀσημαντότητα τῶν ἀναρτήσεων στὸ διαδίκτυο παίρνουν τὸν τίτλο τοῦ «Μαλάκα» – τὸν ἀπονέμει ἀσμένως ἡ κυρία Ἔλενα Ἀκρίτα σὲ ὅσους τόλμησαν τὰ Χριστούγεννα νὰ εἰρωνευθοῦν τὰ στολισμένα δεντράκια τῶν ἀναρτήσεων καὶ λησμονεῖ αὐτὴ ἡ μεγίστη κριτικός τῆς διανόησης, πὼς ὅταν πετᾷς τὰ ἄπλυτά σου στὴν πλατεῖα σὲ κοινὴ θέα, εἶσαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνεχθεῖς καὶ τὸν ἠλίθιο, καὶ τὸν κακοπροαίρετο καὶ τὸν γκρινιάρη, καὶ τὸν καθένα ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδεῖ ἐλεύθερα τὸ φοβερό σου πόνημα. Ἡ κυρία Ἀκρίτα εἶναι ἔξυπνη, γνωρίζει πὼς τὰ τοῦ οἴκου της ἡμπορεῖ νὰ τὰ κοινοποιεῖ μόνο στὸν φιλικό της κύκλο στὸ facebook, μὰ δὲν το κάμει γιατί τὰ θέλει ὅλα, θέλει τὴν ἀρένα, τὸ αἷμα, τὸν διάλογο πεζοδρομίου, τὸν θόρυβο.

Τὸ 90% τῶν ὅσων ἀναφέρονται γύρω ἀπὸ τὴν λογοτεχνία καὶ τὸν πολιτισμὸ βασίζεται σὲ ἕνα ψεῦδος, σὲ ἕναν εὐφημισμό, σὲ ἕνα στερεότυπο. Οἱ ἐφημερίδες πανηγυρίζουν γιατί σὲ ἕνα πληθυσμὸ ἕνδεκα ἑκατομμυρίων ὁ Καβάφης πουλᾷ τρεῖς χιλιάδες ἀντίτυπα τὸν χρόνο… «ἐ! μιὰ χαρὰ εἶναι σὲ σχέση μὲ παλιά», σχολιάζει ὁ ἠλίθιος ὁ δημοσιογράφος καὶ ἀπὸ κάτω ὁ ἠλίθιος δέκτης κοιμᾶται εὐτυχὴς μὲ τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ ποίηση ζεῖ καὶ βασιλεύει. Τὰ δωρεὰν περιοδικὰ τοῦ δρόμου, (δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ διαμορφώνουν καὶ ἀντανακλοῦν ταυτόχρονα τὴν μέση λαϊκὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ πράγματα, τὰ κάθε εἴδους πράγματα..), γεμίζουν μὲ συνεντεύξεις συγγραφέων καὶ μὲ ἐμβριθεῖς ἐρωτήσεις γιὰ τὴν ἰδανικὴ θερμοκρασία τὴν ὥρα τῆς ἔμπνευσης, τὸ 24ωρο τοῦ δημιουργοῦ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ πάει στὴν τουαλέτα ἕως τὴν ὥρα ποὺ πέφτει γιὰ ὕπνο.

Στὴν παιδικὴ λογοτεχνία οἱ τίτλοι γιὰ τὰ πρέπει καὶ τὰ πῶς περισσεύουν, ὅμως ἡ σχέση τῶν νεοελλήνων μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν εὐγένεια, τὴν καλὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴν κριτικὴ σκέψη δὲν ἀλλάζει, δὲν μεταβάλλεται – ὁ ἀνήλικος λειτουργεῖ διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τὰ παραδείγματα μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκογένεια προτάσσουν τὴν ἀφόρητη γκρίνια γιὰ τὰ οἰκονομικά, τὴν κληρονομιὰ ποὺ μᾶς ἔφαγε ὁ θεῖος Νώντας, τὸν μισθὸ καὶ τὴν σύνταξη τοῦ δημοσίου, τὸ πόσο ἀκριβὸ εἶναι τὸ βιβλίο καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀγοράσουμε. Κάθε ἐπάγγελμα ποὺ σχετίζεται μὲ πνευματικὴ δραστηριότητα ἀποτιμᾶται ἀπὸ τὴν ἀμοιβή του καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν αὐταξία του, οἱ λογοτέχνες γίνονται ἀποδεκτοὶ μοναχὰ ὅταν τοὺς ἀποδεχθεῖ τὸ μέσον, τὸ ὅποιο μέσον, οἱ παρουσιάσεις βιβλίων ἔχουν γίνει πλέον θεσμός, ἀπίστευτα βαρετός, ἀπίστευτα ἀνούσιος, ἀπίστευτα ἄδειος. Ὁ καθηγητὴς ποὺ θὰ ἐπιλέξει, (ἕνας στοὺς χίλιους), νὰ πάψει νὰ εἶναι φίλος μὲ τὰ παιδιά, (ἀπὸ τὶς πιὸ ἀνόητες φράσεις ποὺ ἔχουν γίνει πιὰ στερεότυπες) καὶ θὰ ξεκινήσει ἐργασίες διαφορετικὲς καὶ ἀπαιτητικές, συγκεντρώνει ἐπάνω του τὴν μουρμούρα, τὴν γκρίνια, κάποτε καὶ τὴν ἐπιτίμηση γιὰ τὰ καημένα τα παιδιὰ ποὺ κουράζονται πολὺ γιὰ πράγματα ἄχρηστα καὶ καθόλου ἀποδοτικὰ γιὰ τὸ λαμπρό τους μέλλον.

Ποιήματα σὰν τὸ παρακάτω, γίνονται δεκτὰ μὲ χάχανα ἀμηχανίας, (πραγματικὸ περιστατικό), διαμαρτυρίες ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ ξεσκάσουν καὶ δὲν άντέχουν πιὰ σκοτοῦρες καὶ «βαθιὰ κουλτούρα», στὴν καλύτερη περίπτωση σιωπὴ καὶ ματιὲς στὸ ρολόγι, ὥσπου νὰ τελειώσει καὶ ἡ βαρετὴ τούτη μέρα. Κι ἃς παίρνουν οἱ περισσότεροι ἀντικαταθλιπτικὰ γιὰ τὴν μελαγχολία ποὺ τοὺς δέρνει, κι ἃς μὴν ξέρουν τὶς πταίει γι’ αὐτό, κι ἃς νομίζουν οἱ περισσότεροι πὼς καταθλίβονται γιατί δὲν ἔχουν χρήματα, ἀκριβὸ αὐτοκίνητο, καταθέσεις στὴν τράπεζα, κι ἃς ἀγνοοῦν πὼς ἐκεῖνο ποὺ τοὺς πνίγει εἶναι τὸ ἴδιο τους τὸ σῶμα, τὸ πνεῦμα ποὺ πνίγεται μέσα στὴν σύμβαση, τὴν ἐπανάληψη, τὸ τετριμμένο, τὸ τίποτα τοῦ ἀσήμαντου…

 

Γύρω τριγύρω μέγα δόκανο στημένο…

Γύρω-τριγύρω μέγα δόκανο στημένο

τὸ ἴδιο μας τὸ σῶμα!

Κόκκαλα συντριμμένα, σάρκα ἀνήμπορη

νὰ στάζῃ θρόμβους αἷμα

Νὰ ξεριζώνει τὸ οὔρλιασμα ἀπὸ τὸ στῆθος μας

σὰν μὲ τανάλια!..

Κι ἐμεῖς σὰν αἴλουρος παγιδεμμένος ποὺ τινάζεται

στὴν ὀροφὴ κτυπώντας τὸ κεφάλι

Νὰ ξαναπέφτουμε στὸ κέντρο τῆς φωτιᾶς

στὸ ἴδιο μας μέσα σῶμα

Σατανικὴ παγίδα ποὺ μᾶς περισφίγγει ἀπὸ παντοῦ

μὲ χίλια νεῦρα τεντωμένα:

Π ο ῦ εἶμαι; Π ῶ ς πιάστηκα μέσα σὲ μένα;

Κοιτάζουμε ψηλά, σὰν μέσα ἀπὸ πηγάδι,

σκαρφαλωμένοι ὡς τὸ γαλάζιο παραπέτο

τῆς μέρας ποὺ χαράζει

σὲ μυστικὴν ἐνέδρα

καραδοκώντας μὲ μιὰ ἰξόβεργα

νὰ παγιδέψουμε μικροὺς ἀπρόσεκτους ἀγγέλους

πού ἴσως νὰ ξέρουν…

…Ἄσπρα φτερά, στροβιλισμένο φῶς λευκὸ

τῆς μέρας ποὺ χαράζει –

στροβιλισμένη χιονοθύελλα

καὶ σιωπὴ χιονιοῦ…

(Μελισσάνθη, «Τὸ φράγμα τῆς σιωπῆς»,  1965)

 

Δὲν ὑπάρχει πνευματικὸ ζήτημα στὴν Ἑλλάδα ποὺ νὰ μὴν ἀντιμετωπίζεται μὲ ἡμιμάθεια, φανατισμό, ἄγνοια, ἐμφύλιο καὶ ποὺ τελικὰ νὰ μὴν εὐτελίζεται στὰ πεζοδρόμια, στὶς τηλεοράσεις καὶ στὸ διαδίκτυο. Ἡ γλῶσσα εἶναι ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θύματα αὐτῆς τῆς προχειρότητας καὶ ἐξωφιλολογικῶν σκοπιμοτήτων. Ἡ ἀρχαία της μορφὴ ἔχει γενεῖ ἕνα κλωτσοσκούφι ἀνάμεσα σὲ μία στείρα προγονοπληξία καὶ ἐθνικισμὸ ἀπὸ τὴ μιὰ,  καὶ στοὺς δῆθεν δημοτικιστὲς καὶ προοδευτικοὺς γλωσσοπλάστες ἀπὸ τὴν ἄλλη. Κι ἐπειδὴ πολλοὶ μὲ ρωτοῦν.. καταργῆστε ἐπιτέλους τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐξοβελίστε τα, μήτε νὰ τὰ βλέπω μπροστά μου δὲν θέλω ἔτσι ὅπως τὰ σούρνετε μέσα στὴν ἄγνοιά σας. Καταργῆστε τα γιατί κανέναν δὲν ἐνδιαφέρουν πιά, γιὰ τοὺς μαθητὲς εἶναι ἀνυπόφορο βάρος, γιὰ τοὺς γονεῖς ἐφιάλτης, γιὰ τοὺς φοιτητὲς φιλολογίας μιὰ ἀγγαρεία καὶ μόνο, ἕνας καταναγκασμός. Ἔτσι ὅπως τὰ διδάσκετε, ἔτσι ὅπως τὰ προσαρμόζετε κατὰ τὸ δοκοῦν στὸν φανατισμό σας, ἔτσι ὅπως καθημερινά τὰ δυσφημεῖτε σὲ σχολειὰ καὶ ἔντυπα κάθε λογὴς – καταργῆστε τα, ἐλαφρῶστε κι ἄλλο τὰ νέα παιδιὰ ἀπὸ τὸν ἀφόρητο κόπο, σβῆστε ἀπὸ τὸν χάρτη ἀρχαία ἑλληνικά, λατινικά, φιλολογικὲς σπουδὲς – πρὸς τί ὠφελοῦν ἀφοῦ στὸ τίποτε πιὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν συμπεριφορά σας, τὴν ψῆφο σας, τὴν κριτική σας, τὴν συνείδησή σας; Τί νὰ τὸν κάμετε τὸν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ ποὺ παπαγαλίζετε, ὅταν χωρὶς αἰδώ, δίχως τὴν στοιχειώδη ἐρυθρότητα στὶς παρειές σας, ψηφίζετε ἐλαφρᾶ τῆ καρδία τοὺς πιὸ ἀκραίους ὀπαδοὺς τῆς βίας, ἐπιβραβεύετε τὶς φασιστικὲς συμπεριφορὲς κάθε λογῆς μέσα στὸ ἴδιο σας τὸ σπίτι; Τί νὰ τὸν κάμετε τὸν Ὅμηρο, ὅταν τὴν ποίηση τὴν ἔχετε μοναχὰ γιὰ τσιτάτα στὸ διαδίκτυο, καὶ μήτε ποὺ θέλετε νὰ τὴν ἀγοράσετε, νὰ τὴν διαβάσετε, νὰ τὴν καταλάβετε, νὰ τὴν μπάσετε στὴν ἀκύμαντη ζωή σας; Γιατί περηφανεύεστε γιὰ τὸν Αἰσχύλο ἢ τὸν Σοφοκλῆ, ὅταν σιχαίνεστε τὸ καλὸ θέατρο, δὲν ἔχετε διαβάσει ἔστω καὶ μία ἀρχαία τραγῳδία στὴν ζωή σας καὶ ὁ Πίνδαρος σᾶς θυμίζει ἀμυδρὰ ταβέρνα στὴν Βάρη;  Ἀς ἔχετε ἐπιτέλους τὸ θάρρος τῆς γνώμης σας καὶ καταργῆστε τὰ ρημάδια τὰ ἀρχαῖα ἀπὸ τὰ σχολειά – ἔτσι κι ἀλλιῶς τὰ ἔχετε καταργήσει ἀπὸ τὴν ζωὴ σᾶς ἐδῶ καὶ δεκαετίες, τὰ διατηρεῖτε μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ τὸ μόνο ποὺ σᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ὁ τύπος, τὸ πρωτόκολλο, τὸ τί θὰ πεῖ ὁ γείτονας. Μιὰ ὁλάκερη κοινωνία ἀδιαφορεῖ πλήρως γιὰ τὶς ἀνθρωπιστικὲς σπουδές*, μιὰ ὁλάκερη κοινωνία ὑποκρίνεται πὼς τῆς ἀρέσει τὸ βιβλίο, ἡ ποίηση, ἡ μόρφωση, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία – καὶ μιὰ ὁλάκερη κοινωνία καθημερινὰ πράττει καὶ συμπεριφέρεται ἐντελῶς ἐνάντια σὲ κάθε ἔννοια πνευματικότητας, ἀνοχῆς, ἀλληλεγγύης, οὐμανισμοῦ, σεβασμοῦ πανανθρώπινων ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν.

*(ὑπαρξιακές σπουδές εἶναι ἕνας πρόχειρος ὄρος ποὺ προτείνω νὰ ἀντικαταστήσει ἐκεῖνο τὸ ἄστοχο «ἀνθρωπιστικές» – ὅλες οἱ σπουδές εἶναι ἀνθρωπιστικές ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, καθώς ἐξ ἀντικειμένου κατατείνουν στὸν ἄνθρωπο καὶ στήν βελτίωση τῆς ζωῆς του..)

 

Τὰ πρότυπα

…Ποτὲ νὰ μὴν ξεχάσουμε – εἶπε – τὰ καλὰ διδάγματα ἐκεῖνα

τῆς τέχνης τῶν Ἑλλήνων. Πάντοτε τὸ οὐράνιο δίπλα-δίπλα

μὲ τὸ καθημερνό. Δίπλα στὸν ἄνθρωπο τὸ ζῷο καὶ τὸ πρᾶγμα:

ἕνα βραχιόλι στὸ βραχίονα τῆς γυμνῆς θεᾶς, ἕνα ἄνθος

πεσμένο στὸ δάπεδο… Θυμηθῆτε τὶς ὡραῖες παραστάσεις

στὰ πήλινά μας ἀγγεῖα: οἱ θεοὶ μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ ζῷα –

μαζὶ κ’ ἡ λύρα, ἕνα σφυρί, ἕνα μῆλο, τὸ κιβώτιο, ἡ τανάλια !

Ά, καὶ τὸ ποίημα ἐκεῖνο ποὺ ὁ θεὸς ὅταν τελειώνῃ τὴ δουλειά του

βγάζει τὰ φυσερὰ τοῦ ἂπ΄τὴ φωτιά, μαζεύει ἕνα-ἕνα τα ἐργαλεῖα

μὲς στ’ ἀργυρὸ σεντοῦκι του, μετὰ μ’ ἕνα σφουγγάρι σκουπίζει

τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια, τὸ νευρώδη του λαιμό, τὸ δασὺ στήθος`

ἔτσι καθάριος, ταχτικός, βγαίνει τὸ βράδι στηριγμένος

στοὺς ὤμους τῶν ὁλόχρυσων ἐφήβων – ἔργα τῶν χεριῶν του

πούχουν καὶ δύναμη καὶ σκέψη καὶ φωνὴ – βγαίνει στὸ δρόμο

πιὸ μεγαλόπρεπος ἀπ’ ὅλους ὁ χωλὸς θεός, ὁ θεὸς ἐργάτης!

(Γιάννης Ρίτσος, «Πέτρες-Ἐπαναλήψεις-Κιγκλίδωμα», Παρίσι,1971)

 

Μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ, δὲν μοιάζει καθόλου ἀφύσικο τὸ γεγονὸς πὼς ἡ ποίηση ἢ ἂν θέλετε ἡ λογοτεχνία συνολικότερα, δὲν ξεύρει ποῦ νὰ ἀκουμπήσει, ποῦ νὰ κρυφτεῖ κάποτε, ποῦ νὰ εὕρει κοινὸ καὶ ἀκροατήριο. Σὲ μία χώρα ὅπου ἡ πνευματικότητα ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ στὴν ἐλάχιστη, στὴν πιὸ καθημερινὴ συμπεριφορά της, δείχνει ἐπίσης πολὺ φυσικὸ νὰ ἀναδεικνύονται ὡς πνευματικοὶ ἄνθρωποι καὶ ταγοὶ, ὅσοι διαθέτουν τάλαντο στὶς δημόσιες σχέσεις, στὴν διαχείριση τῶν προβολέων, στὴν προβολὴ τῶν αὐτονόητων ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ σοφίες περισπούδαστες, ἀποφθέγματα μιᾶς ἰδιοφυΐας. Θὰ μποροῦσα νὰ γίνω λαϊκιστής, νὰ υἱοθετήσω τὴν κοινοτοπία ποὺ τόσο σιχαίνουμαι καὶ νὰ καταφύγω στὴν εὐκολία τῆς κριτικῆς πρὸς τὴν λεγόμενη ρὸζ λογοτεχνία ἢ ἀκόμη καὶ νὰ περιγελάσω κάποιους ἀσθενεῖς τοῦ διαδικτύου ποὺ φτάνουν μέχρι καὶ νὰ στήσουν εἰκονικές βραβεύσεις καὶ ἀπονομὲς γιὰ τὰ δέκα likes παραπάνω καὶ γιὰ κεῖνο τὸ θλιβερό, μὰ τόσο ἀθέατο καὶ ἀνούσιο χειροκρότημα τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ. Ὅμως τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι σὲ ὅλους αὐτούς, ἐτοῦτοι κάμουν τὴν δουλειὰ τοὺς – πάντα τὴν ἔκαμαν, ἁπλῶς τώρα ἡ ἐποχὴ καὶ τὸ μέσον ἔδωσε εὐρύτερη θέαση στὴν ἀσημαντότητά τους.

Ὄχι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι αὐτοί, εἶναι πρωτίστως ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ θέση, (θεσμικὴ ἢ ὄχι ἐλάχιστη σημασία ἔχει) συναποτελοῦν τὴν λεγόμενη πνευματικὴ κοινότητα τῆς χώρας – οἱ ἐκπαιδευτικοί, οἱ δημοσιογραφοῦντες, οἱ κριτικοί, οἱ συγγραφεῖς, οἱ ποιητές, οἱ ἐκδότες, οἱ βιβλιοπῶλες, οἱ ἀκαδημαϊκοί, οἱ θεατράνθρωποι, ὅσοι τέλος πάντως ἀποστολὴ ἔχουν νὰ δώσουν βάθος, νὰ ἀπαντήσουν σοβαρὰ ἐρωτήματα, νὰ ἐκπαιδεύσουν νεαρὲς συνειδήσεις, νὰ προχωρήσουν τὴν ὕπαρξη ἕνα βῆμα παραπάνω. Τὸ μεγάλο ζήτημα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴ γενιὰ καὶ μετέπειτα, εἶναι πὼς ὅλοι τοῦτοι δὲν βρίσκονται πιὰ ἀπέναντι στὸ πρόβλημα, ἀλλὰ ἀποτελοῦν μέρος του – θὰ τολμήσω νὰ πῶ ὅτι ἡ γραφή τους καὶ ἡ συμπεριφορὰ τους εἶναι τὸ κύριο πρόβλημα. Γιατί ἡ πνευματικότητα δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀόρατο, τὸ ἐξ ἐπιφοιτήσεως ἐρχόμενο, κάτι ἀσαφὲς ποὺ τὸ καλοῦμε τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ φέρει ἀποτέλεσμα. Ἡ πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας σχηματίζεται γιὰ χρόνια ὁλόκληρα, ξεκινᾷ ἀπὸ τὰ σχολειά, μπολιάζει σχολές, πανεπιστήμια καὶ κάθε λογῆς ἱδρύματα, παντρεύεται μὲ τοὺς χώρους δουλειᾶς, ἐπηρεάζει τὶς ταξικὲς συγκρούσεις, ἐπιβεβαιώνεται κάθε ἡμέρα μὲ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ πλήθους, μεγαλουργεῖ κάποτε ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσουν. Ἡ πνευματικότητα ξεκινᾷ νὰ διαχέεται μέσα σὲ μιὰ κοινωνία ὅταν οἱ πνευματικοί της ἄνθρωποι ξεκινήσουν νὰ ἀντιστέκονται στὴν μόδα, στὴν κακὴ ποιότητα, στὴν φαυλότητα, τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἡμιμάθεια. Πνευματικότητα καὶ ἦθος κτίζει ὁ ἐκπαιδευτικὸς ποὺ διατηρεῖ ἄποψη καὶ προσπαθεῖ νύχτα καὶ μέρα νὰ σχηματίζει κριτικὲς συνειδήσεις, ὁ πανεπιστημιακὸς ποὺ ξεπερνᾷ τὴν ἀνούσια ὕλη μὲ τὴν δικὴ φλόγα, ἔρευνα καὶ γνώση, ὁ ποιητὴς ποὺ σκαλίζει χρόνια τὶς λέξεις γιὰ νὰ βγάλει τὸ ἕνα καὶ μόνο ποίημα, ὁ γονιὸς ποὺ δίνει στὸ παιδὶ τὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ κτίσει μιὰ νέα οὐτοπία, ὁ κριτικὸς ποὺ λέει τὴν γνώμη του μὲ τὸ ὅποιο τίμημα, ὁ δημοσιογράφος ποὺ ἀρνεῖται τὴν γραμμὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ πάνω, ὁ παπᾶς ποὺ πετᾶ τὰ χρυσάφια καὶ ἀγκαλιάζει τὸν ρημαγμένο πρόσφυγα, ὁ ἁπλὸς ὑπάλληλος ποὺ κάμει τὴν δουλειὰ του ὅσο καλύτερα μπορεῖ καὶ ἃς πληρώνεται μὲ ψίχουλα, ὁ ἐθελοντὴς (ἀπὸ τὶς τελευταῖες ὑπαρκτὲς ἐλπίδες σ΄ αὐτὴ τὴ χώρα), ποὺ θυσιάζει τὸν πολύτιμο ἐλάχιστο χρόνο σὲ μιὰ πράξη ἀλληλεγγύης καὶ προσφορᾶς. Ἀκόμη- ἀκόμη κι αὐτὸς ποὺ μέσα στὸ πιὸ ἀπέλπιδο σκοτάδι, ἀφήνει πίσω του τὰ πάντα, περνᾷ τὰ σύνορα καὶ ψάχνει δρόμο ἀπάτητο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπανάσταση, ἡ ἀλλαγή, οἱ ὁδοδεῖκτες πρὸς μιὰ συλλογικὴ πνευματικότητα, ξεκινοῦν ἀπὸ τὶς συνειδήσεις ποὺ ἐξεγείρονται, ποὺ ἀρνοῦνται, ποὺ ὡριμάζουν καὶ δημιουργοῦν – πρωτίστως στὴν ἐκπαίδευση.

Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι δύσκολος

…τί δρᾶμα νὰ εἶσαι ἕλληνας/καὶ μάλιστα λογοτέχνης/σὰν θίασος δίχως σκηνὴ/σὰν τράπεζα φαλιρισμένη/σὰν φτωχὸς ἐμπορομεσίτης/ποὺ πλέει στὰ ἑκατομμύρια τῶν ἄλλων/τὴν ὥρα ποὺ σκέφτεται ἂν/ἔχῃ χρήματα γιὰ ν ἀγοράση ἕνα κουλοῦρι!/Τί φρίκη νᾶσαι ἕλληνας/νὰ γράφῃς χωρὶς ἀναγνῶστες/ἐξὸν ἀπὸ μερικοὺς ἀνίδεους κριτικοὺς/- ὅλους κι ὅλους καμμιὰ δεκαριά!../ Ἂν παρατοῦσα τὴ γλῶσσα μου/ κι ἔγραφα σὲ ξένη γλῶσσα/θὰ ξεθώριαζε βέβαια ἡ φωνὴ/μὰ θάβρισκε/εἴκοσι ἄγνωστους ἀναγνῶστες/ποὺ ἐδῶ δὲν τοὺς ἔχει…

Γεννιέσαι ἕλληνας..-/κ΄ εἶναι ἕνα προνόμιο/γιὰ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ σωπάσουν..

(Ἰδιωτικὴ διάβασις 1966, Φραγκόπουλος, Θ.Δ)

 

Εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ κάμουν τὸ λάθος καὶ τὸ πιστεύουν, ὅτι γιὰ τὴν ἔλλειψη πνευματικῆς ζωῆς εὐθύνεται τὸ διαδίκτυο σήμερα, ἡ τηλεόραση ἐχθές, τὸ ραδιόφωνο παλιότερα, ἀκόμη πιὸ πρὶν οἱ ἐφημερίδες – ξεχνοῦν, (καὶ βέβαια εἶναι αὐτονόητο), πῶς τὸ τεχνικὸ μέσον ἄλλο δὲν κάμει ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτυπώνει, (καλύτερα: νὰ καθρεπτίζει..) τὸ ἴδιο το κοινό του. Βεβαίως ὑφίσταται μιὰ σχέση ἀλληλεπίδρασης, βεβαίως ὅταν τὸ facebook διαπιστώσει ὅτι τὸ μποῦστο τῆς Κίτσας συγκεντρώνει τὸ ἐνδιαφέρον χιλιάδων, θὰ μᾶς φλομώσει τὴν ἑπομένη μὲ τὴν Μίτσα, Πίτσα καὶ Νίτσα καὶ ὅλα τα συμπαρομαρτούντα, ὅμως δὲν εἶναι μοναχά το μέσον ποὺ διαπαιδαγωγεῖ, εἶναι καὶ ὁ «μαθητὴς» ποὺ δέχεται νὰ σπαταλήσει ὧρες στὰ πιὸ πρωτόγονα ἔνστικτά του. Τίποτε ἄλλο δὲν κάμουν ὅλα τοῦτα τὰ εὐτελῆ, ἀπὸ τὸ νὰ κολακεύουν καὶ νὰ τονίζουν τὴν φυσικὴ ροπὴ πρὸς τὴν ἀναβολή, τὴν ὀκνηρία, τὴν ἀποφυγὴ κάθε πράξης ποὺ ἀπαιτεῖ ἐνέργεια καὶ πνευματικὸ μόχθο. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει στὴν πραγματικότητα συμβεῖ εἶναι πὼς μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας ἡ παθητικότητα ἔγινε ἀπίστευτα ἑλκυστική, δὲν εἶναι πιὰ ἁπλῶς μία ὀθόνη ποὺ προβάλει ἕνα ἔργο ἢ μία πολιτικὴ συζήτηση, εἶναι κάτι ποὺ δίδει τὴν ψευδαίσθηση τῆς συμμετοχῆς καὶ τῆς ἐνέργειας, δημιουργεῖ τὴν εὐτυχισμένη εἰκονική πραγματικότητα ποὺ ὅλοι θὰ θέλαμε να ζοῦμε. Φυσικὰ στὸ τέλος τῆς μέρας ὅλοι κατὰ βάθος γνωρίζουν πὼς βιώνουν πράγματι μία ψευδαίσθηση, ἕνα ἄλλοθι γιὰ τὴν ἀπάθειά τους πασπαλισμένο μὲ πολλὴ χρυσόσκονη καὶ τὸ πιὸ ἑλκυστικὸ  περιτύλιγμα.

Θέλετε νὰ ἰδεῖτε τί σημαίνει καλὴ ποίηση καὶ τί πνευματικότητα σὲ ἕναν ποιητή; Θέλετε νὰ συγκρίνετε, νὰ κρίνετε, νὰ ἀντιληφθεῖτε ποιὸ εἶναι τὸ γλωσσικὸ καὶ νοηματικὸ ὑπόβαθρο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν καλή, τὴν ἄξια ποίηση; Καὶ θέλετε ταυτόχρονα νὰ μετρήσετε τὴν ἀπόσταση τοῦ γεροῦ στίχου ἀπὸ ἐκείνους τοὺς χιλιάδες ποὺ γεμίζουν κάθε μέρα ἔντυπα καὶ διαδίκτυο χωρὶς νὰ κατορθώνουν μέσα στὴν φλυαρία τους νὰ λένε τὸ παραμικρό;.. ἀπὸ τὰ πολὺ καλά του Ρίτσου κι ἀπὸ τὰ τελευταῖα ποὺ ἀντανακλοῦν βάθος, θηριῶδες βάθος, ἐπάνω σε ἕνα τόσο ἁπλὸ καὶ τετριμμένο θέμα..

Τὸ σπίτι μας…

Τὸ σπίτι μας μοσκοβολοῦσε ρίγανη, κερὶ λυωμένο καὶ μπαροῦτι·/μὰ πιότερο τὶς μέρες πούβρεχε κ’ ἔμπαινε ἀπ’ τὶς χαραματιὲς τῶν χωραφιῶν ἡ ἀνάσα:/φουσκὶ βρεμμένο, ἀλυγαριά, σανός, ρετσίνι, σιναπόσπορος.

Τότε τὸ χάναμε τὸ σπίτι μας·/γινόταν σὰν τρικάταρτο ποὺ ἀρμένιζε στὶς πέντε θάλασσες,/ἢ σὰν τὴν κιβωτὸ ποὺ σκαμπανέβαζε στὰ οὐρανοκρέμαστα ποτάμια·/κ’ ἤμαστε μέσα ἐμεῖς,/μαζὶ κ οἱ κόττες, τὸ γουροῦνι κ ἡ κατσίκα μας μὲ τὰ τρία νιογέννητα,/γι’ αὐτὸ μοσκοβολοῦσε κουτσουλιά, σάπιο κυδῶνι κι ἄχερο!

Ἡ μάνα μας, ἀπ’ ὅταν τὴ θυμᾶμαι, ἦταν ντυμένη μὲς στὰ μαῦρα,/γιατί ὅλο κάποιος ἀπὸ τοὺς δικούς της θὰ μᾶς εἶχε ἀφήσει χρόνους·/ὡστόσο ἐμεῖς τὸ ξέραμε πὼς παρὰ μέσα δὲν τῆς λείπει τὸ γαλάζιο μεσοφόρι/-γι’ αὐτὸ τὰ μάτια της, τὸ βράδι, μὲς ἀπ’ τὶς ρυτίδες της,/ ἦταν σὰ δυὸ ἀστρουλάκια ἀνάμεσα στὰ φύλλα τοῦ ἐλαιῶνα!..

Δῶ μέσα εἶναι ὅλα ἁπλὰ καὶ σιωπηλὰ καὶ παστρικὰ-ὅπως εἶναι/τὰ ἀφτιὰ τοῦ πιὸ μικροῦ μας ἀδερφοῦ ποὺ τὸν πηγαίνουνε τὴν Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία·/τὸ κάθε πράμμα βρίσκεται στὴ θέση του μέσα στοῦ τοίχου τὸ ντουλάπι/ὅπως τὸ μέλι στὰ κελλάρια τῆς κερήθρας/-τὸ καφεκοῦτι, τὰ δαφνόφυλλα γιὰ τὶς φακὲς καὶ τὸ στυφάδο,/τὸ χαμομῆλι καὶ τὸ μολοχάνθι κ οἱ βεντοῦζες γιὰ τὶς θέρμες,/τὰ βάζα μὲ τὸ στρογγυλὸ νεράντζι, τὴ μαστίχα καὶ τὸ κίτρο,/ καὶ τ ΄ἀσημένια κουταλάκια τῆς γιαγιᾶς/γιὰ ὅταν μᾶς ἔρχωνται μουσαφιρέοι τὶς σκόλες…

Δὲν πελαγώνουμε ποτές. ‘Ο,τι γυρέψης, ξέρεις ποῦ θὰ τόβρης./ Ἡ ρόκα, τὰ σταμνιά, οἱ ἀνθρῶποι κ οἱ καρέκλες κι ὁ κατρέφτης,/ὅλα σφιχτοδεμένα καὶ καλοβαλμένα ὡς εἶναι τὰ κουκκιὰ μέσα στὸ ρόιδι…

Κι ἂν τρίξη κεραμίδι, κι ἂν ραγίσει τοῖχος/σκουπίζει ἡ μάνα μας τὰ μάτια της – κι ἐμεῖς τόχουμε μάθει:/πὼς τὰ κουκιὰ ἀβγαταίνουνε καὶ σπάζει τοῦ ροϊδιοῦ τὸ φλοῦδι!..

Καὶ πάνου ἀπὸ τὴ στέγη μας στέκει κάθε βραδιὰ ἡ γαλήνη ἀσάλευτη/ἔτσι ποὺ στέκει ἀπάνου-ἀπάνου στὴν καντῆλα μας δυὸ δάχτυλα τὸ λάδι…

(Γιάννης Ρίτσος, Ἀγρύπνια, 1954)

 

Ἴσως νὰ μὴν ὑπάρχει ἄλλο ποίημα ποὺ νὰ ἀποτυπώνει μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ καθαρὸ τρόπο τὴν ἀπάθεια, τὴν ἀναβολή, τὴν ἀντιπάθεια πρὸς κάθε τί τὸ κοπιῶδες, ἀπὸ τὸ ποίημα «Ὁ ζῦθος» τοῦ Σχινᾶ. Μέσα στὴν ἁπλότητά του, τὸν κάπως ἐξώφθαλμο συμβολισμό του, κλείνεται μιὰ ἱστορία 180 χρόνων καὶ τὸ ἡμιτελές της δημιουργίας ἀπὸ παράγοντες ἐντελῶς ἐνάντιους πρὸς τὴν φύση της..

 

Ὁ ζῦθος

Πέρα ἀπ’ τὰ σύνορα τῶν ἀνθρώπων,

πέρα ἀπὸ τὰ ὑγρὰ βαθύσκια δάση τῆς Ἀγάπης

κι ἀπ’ τὶς γυμνὲς βραχοκορφὲς τοῦ Λογισμοῦ,

στὸ κέντρο μιᾶς ἀτέρμονης ἐρήμου,

ὑπήρχανε κοιτάσματα ἑνὸς σπάνιου ἰσότοπου τῆς Λύτρωσης.

Εἶχα ἐγκύψει σὲ παμπάλαιους χάρτες, καὶ ὑποψιάστηκα.

Εἶχα μιλήσει σὲ σοφοὺς καὶ ἔμαθα.

Βαθιὰ εἶχα ὀνειρευτεῖ καὶ πίστεψα.

Ξεκίνησα γιὰ κεῖ…

Τὴν πρώτη μέρα, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, συνάντησα ἕνα ὑπαίθριον κέντρον:

Ζυθεστιατόριον Ἡ Ἄνεσις.

Εἶπα νὰ κάμω κομμάτι στέκι ἐκεῖ, νὰ πιῶ ἕναν ζῦθον.

Ὁ κῆπος ἦταν δροσερώτατος καὶ τὰ καθίσματα ἐξόχως ἀναπαυτικά.

Κρυμμένα μέσα στὰ φυλλώματα ἀκούγονταν τζιτζίκια καὶ πουλιά.

Καὶ ὁ ζῦθος ἀπεδείχθη γευστικώτατος…

Ἔνιωσα, ξάφνου, τόσο μαγεμένος, ὥστε παρήγγειλα καὶ ἄλλον ζῦθον…

Μὲ δυσφορία διενοήθην, πρὸς στιγμήν,

τὸ ἐνδεχόμενον τῆς συνεχίσεως τοῦ ταξιδίου μου.

Ἤρχισα, ἤδη, νὰ συλλαμβάνω τὸ ἐπισφαλές τοῦ ὅλου ἐγχειρήματος…

Παρήγγειλα καὶ τρίτον ζῦθον…

Τὰ ὄνειρα, ἐσκέφθην, εἶναι, βεβαίως, ἀπατηλά.

Αἳ γνώμαι τῶν σοφῶν ἐρμητικαὶ καὶ ἀλληλοσυγκρουόμεναι.

Οἱ χάρται τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, οἱ παμπάλαιοι χάρται.,

ἤσαν ἐνδεχομένως λανθασμένοι…

Χωρὶς πολλὴν χρονοτριβήν, κατέληξα εἰς σαφὴν ἐπίγνωσιν

τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ἀρχικῶν μου δεδομένων.

Ὅθεν ἔλαβα τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴν κουνήσω ροῦπι ἀπὸ κεῖ!

Ἐπιπροσθέτως δέ, παρήγγειλα καὶ τέταρτον,

καὶ πέμπτον, καὶ ἕκτον ζῦθον!..

Καὶ ἄλλους ζύθους..- πολλοὺς ζύθους!..

Κι ἀπέ: οὐζάκια!..

(Ἄλεκ Σχινᾶς, 1952)

Ἕνα ἐξαιρετικό ποίημα τῆς Ὄλγας Βότση -φωτοτύπηση ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῆς Νέας Ἑστίας..

 

Ἕνα βασικὸ στοιχεῖο ποὺ συνοδεύει τὴν βαθιὰ πνευματικότητα μιᾶς κοινωνίας εἶναι ὁ προσανατολισμός, ἕνας ὁδηγὸς στὴν ποιότητα ζωῆς, οἱ ὁδοδεῖκτες-πρότυπα. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῶν ἀπαράβατων – μποροῦν καὶ νὰ κτυπηθοῦν, νὰ ἀμφισβητηθοῦν, νὰ καταστραφοῦν στὸ τέλος καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν. Ὅμως ἐτοῦτοι οἱ πνευματικοὶ φάροι εἶναι ποὺ δίδουν ἀσφάλεια γιὰ τὸ αὔριο μιᾶς γενιᾶς, προσφέρουν δρόμο στρωμένο γιὰ τὰ ψηλά, κριτικὴ σκέψη ποὺ προστατεύει ἀπὸ τὴν ἀνοησία, τὴν ἠλιθιότητα, τὴν μοναξιὰ τοῦ ἀσήμαντου… δεῖτε κάτι καλοὺς στίχους τοῦ Χρήστου Τρύφωνα, παρὰ τὶς μικρὲς χασμωδίες σὲ κάποια σημεῖα.. οἱ ποιητές πάντα συμπαθοῦν τοὺς φτωχοδιάβολους – ἴσως γιατί συγγενεύουν μαζί τους σὲ πολλά..

 

Ἄμαχος πληθυσμὸς

Δὲν κλαίω τὸν Ἀντώνιο, ποὺ χάνοντας μιὰ μάχη

καὶ μιὰ γυναῖκα, ἔμπηξε τὸ ξίφος του καὶ στὸ δικό του στῆθος.

Δὲν κλαίω τὴν Κλεοπάτρα, πού, ἔχοντας ζήσει σὰ θεά,

προτίμησε τὸ φίδι ἀπὸ τὴν ἧττα.

Δὲν κλαίω τὸν Καίσαρα, ποὺ ἀφοῦ ἀπόκτησε

περισσότερη δύναμη ἀπ’  ὅλους μαζί τοὺς θεοὺς τῆς ἐποχῆς,

δέχτηκε στὴν καρδιὰ τὰ ἐγχειρίδια τῶν φίλων.

Ἐκείνους ὅμως ποὺ ᾖρθαν κ’ ἔφυγαν χωρὶς νὰ ζήσουν·

Ἐκείνους ποὺ δὲ γνώρισαν στὸν κόσμο παρὰ ἀνία·

ἐκείνους πούχαν καὶ σχέδια, καὶ πόθους, καὶ καρδιὰ μεγάλη,

καὶ μυαλό, ἀλλὰ ποτὲ νὰ ξεχωρίσουν δὲ μπορέσαν·

Ἐκείνους ποὺ πάντα ἔμοιαζαν μὲ ναυαγοὺς σ ἐρημονῆσι·

ἐκείνους ποὺ λαχτάραγαν τὸ τέλος, ἀλλὰ νὰ πᾶνε αὐτοὶ στὸ θάνατο

δὲ βρῆκαν τὸ κουράγιο·

Ἐκείνους ποὺ γεννήθηκαν χωρὶς νὰ προσθέσουν τίποτα,

καὶ πέθαναν, χωρὶς νὰ λείψουν σὲ κανένα·

ἐκείνους ποὺ πάντα στὶς κερκίδες βρέθηκαν, χωρὶς ποτὲ νὰ νιώσουν

τοῦ στίβου τὴν ἄγρια ἡδονή·

Ἐκείνους ποὺ θάθελαν νάχουν ἱστορία, ἀλλὰ δὲν ἔχουν –

αὐτούς, ναί, ἀληθινά τοὺς κλαίω!..

(Χρίστος Τρύφωνας, 1964)

 

Εἶναι βεβαίως αὐτονόητο πὼς μέσα σὲ αὐτὴ τὴν χαοτικὴ ὅσο καὶ ρηχὴ ἀτμόσφαιρα, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐξαιρέσεις, ἐκεῖνες οἱ λίγες συνειδήσεις ποὺ ἀναζητοῦν, ἀγωνιοῦν καὶ κάμουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νάβρουν ἕνα δρόμο, μιὰ συνέχεια πνευματική, ἕνα ἀραξοβόλι γιὰ νὰ δώσουν νόημα στὴν ὕπαρξη, νὰ φλογιστοῦν ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τῆς δημιουργίας. Ά, ναί, ὑπάρχουν, μιλῶ μαζί τους ποῦ καὶ ποῦ, ὑποψιάζομαι τὴν φλόγα τους σὲ κάποια γραπτά τους, ξεύρω ὅτι εἶναι τακτικοὶ θαμῶνες βιβλιοπωλείων, πανεπιστημίων καὶ βιβλιοθηκῶν. Ὅμως δυστυχῶς ἐτοῦτα τὰ μεμονωμένα χαρακώματα, αὐτὰ τὰ λιγοστὰ πνεύματα ποὺ παραδέρνουν μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ἀπάθειας καὶ ἀδιαφορίας, δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ προσδώσουν στὸ σύνολο τὴν πνευματικότητα ποὺ χρειάζεται, δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν καὶ νὰ γενικεύσουν μιὰ συλλογικὴ συμπεριφορά. Κι ἃς γράφει ὁ Παλαμᾶς..

 

Κι ἂν εἶναι πλῆθος τὰ ἄσκημα…

Κι ἂν εἶναι πλῆθος τ’ ἄσκημα, κι ἂν εἶναι τὰ ἄδεια ἀφέντες,

φτάνει μιὰ σκέψη, μιὰ ψυχή, φτάνεις ἐσὺ ἐγὼ φτάνω –

Νὰ δώσει νόημα στῶν πολλῶν τὴν ὕπαρξη ἕνας φτάνει!..

 

Ὄχι, δὲν φτάνει καλέ μου ποιητά, ἀκόμη κι ἂν ἔχει τὴν ποιότητα ἑνὸς Καβάφη ἢ τὴν πνευματικότητα καὶ τὸ βάθος ἑνὸς Παπατζώνη. Δὲν φτάνει. Γιατί σήμερα ποὺ ἡ κοινωνία ἄλλαξε καὶ νέες πολλὲς καὶ μικρὲς συλλογικότητες διασποῦν τὴν συνοχή της, σήμερα ποὺ ὅλο τὸ πνευματικὸ ἀπόθεμα παγκόσμιο καὶ ἐγχώριο ἔχει λησμονηθεῖ ἢ συναθροίζεται μὲ τὰ δεύτερα, τὰ τρίτα καὶ τὰ τελευταῖα, ἡ φλόγα τοῦ ἑνὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ θερμάνει τὸ πλῆθος, ὅσο καυτή, ὅσο παθιασμένη κι ἂν εἶναι. Εἶναι ἀμφίβολο ἂν σήμερα ἕνας Ντοστογιέφσκι θὰ εὕρισκε τὴν ἀξία του μέσα στὴν ἀκρισία καὶ ἀπαιδεία τῶν πολλῶν, – ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ περισσότεροι ὑποκρίνονται πὼς τὸν διαβάζουν καὶ τὸν καταλαβαίνουν, οἱ περισσότεροι ἀναρωτιοῦνται γιατί ἔγινε κλασικός, γιατί θεωρεῖται σημαντικός, ἀποροῦν ποὺ βρίσκεται ἡ ἀξία του. Μὰ σάμπως φταῖνε καὶ τοῦτοι ποῦ ἀναρωτιοῦνται – σὲ ποιὸ σχολειό, σὲ ποιὰ τάξη, σὲ ποιὰ ἐκπαίδευση βρέθηκε ἕνας δάσκαλος νὰ ξεκινήσει μαζί τους μιὰ κουβέντα βαθύτερη γιὰ τὸν Ρῶσο συγγραφέα; Ποιὸ κίνητρο ἔχουν νὰ ψάξουν, νὰ ἐρευνήσουν, νὰ ρωτήσουν καὶ νὰ μάθουν;..

Πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ πνευματικότητα σὲ μιὰ κοινωνία δὲν ἐπιβάλλεται ἄνωθεν, δὲν ἐμφυτεύεται μὲ μαγικὲς συνταγές, διατάγματα, ἐπιδοτήσεις καὶ ὑπουργεῖα πολιτισμοῦ – ἡ πνευματικότητα εἶναι κάτι ποὺ προκύπτει μετὰ ἀπὸ ἀπαίτηση τῶν πολλῶν γιὰ καλύτερες ποιότητες στὴν τέχνη, στὸν δημόσιο βίο, στὴν καθημερινότητα. Προκύπτει ἀπὸ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο τῆς κάθε συνείδησης ξεχωριστά, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀρνηθεῖ νὰ ἀκούσει γιὰ χιλιοστὴ φορὰ τὶς ἀνοησίες καὶ τὰ στερεότυπα σὲ μιὰ συντροφιά, ἕως ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀποφασίσει νὰ ματώσει στὸ περπάτημα ἑνὸς δρόμου πρὸς τὸ ψηλότερο, τὸ δύσκολο, τὸ ἀγκάθινο.

Ὁ κατὰ τὰ ἄλλα συμβατικὸς    Οὐράνης περιγράφει ἁπλὰ καὶ εὔστοχα, τὴν αἰώνια πάλη τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ὕλη, τὸ πάθος καὶ τὴν ἀπάθεια, τὸ σημαντικὸ καὶ τὸ ἀσήμαντο.. δεῖτε τὶς δύο τελευταῖες στροφές ἀπὸ τὸ ποίημα «Ἀπολογισμός ζωῆς καθημερινοῦ ἀνθρώπου»..

 

[ ]

Ἂν στὴ ζωή μου τίποτα δὲν μπόρεσα νὰ κάνω

καὶ πέρασα τὰ χρόνια μου προσμένοντας νὰ ζήσω

οὔτε κανεὶς μὲ ἐμπόδισε κι οὔτε ἡ Ζωὴ μ’ ὀχτρεύτη·

μέσα μου ἦταν οἱ ὀχτροὶ καὶ τὰ ἐμπόδια ὅλα!

Ὅπου καὶ ἂν ἤμουν, ἤθελα κάπου ἀλλοῦ νὰ εἶμαι,

ὅ,τι κι ἂν καταπιανόμουν, τ’ ἄφηνα γι’ ἄλλο κάτι·

σάμπως καὶ μέσα μου ἄνθρωποι ἀνόμοιοι μεταξύ τους

νὰ πάλευαν, τὴ χωριστὴ νὰ ζήσουνε ζωή τους . . .

(Κώστας Οὐράνης, 1953)

 

Ψηφίστε ὅποιον θέλετε, παρακολουθῆστε ἄλλα δέκα χρόνια τὶς ἀτελείωτες συζητήσεις γιὰ τὶς συντάξεις καὶ τοὺς μισθούς, μαζέψτε ὅσα χιλιάδες likes ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχοῦλα σας στὰ δίκτυα, ξοδέψτε τὸν χρόνο ποὺ δὲν ἔχετε γιὰ νὰ ἀκοῦτε κοινοτοπίες καὶ νὰ παπαγαλίζετε ὅσα σᾶς παραδόθηκαν ἐδῶ καὶ δεκαετίες – συνεχίστε στὰ ἴδια μονοπάτια καὶ ζῆστε μὲ τὴν ψευδαίσθηση πὼς τὰ προβλήματα θὰ λυθοῦν καὶ κάποτε θὰ ἐπανέλθουν τὰ πολιτιστικὰ ἱδρύματα τῶν νυκτερινῶν κέντρων, ἡ λύσσα τοῦ χρηματιστηρίου, οἱ γεμάτες μὲ χρήματα τσέπες, γιὰ νὰ γίνουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦβλα, αὐτοκίνητα καὶ καταθέσεις. Συνεχίστε νὰ στέλνετε τὰ παιδιά σας σὲ σχολεῖα καὶ φροντιστήρια καὶ νὰ παραπονιέστε γιὰ τὶς κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις καὶ ποτέ γιὰ τὴν διδακτέα ὕλη, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ τὸ βλαστάρι σας μὲ ὅτι μυαλὸ μπαίνει ἀπὸ τὴν ἐξώθυρα μὲ τὸ ἴδιο καὶ λιγότερο βγαίνει στὸ προαύλιο. Προστατέψτε τὰ παιδιά σας ἀπὸ κάθε τί τὸ πνευματικὸ «γιατί δὲν δίνει λεφτὰ καὶ καριέρα», διαδηλῶστε γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ τὰ τελευταῖα ψήγματα ἑνὸς κειμένου, μιᾶς αἱρετικῆς σκέψης, μιᾶς ἀνατροπῆς. Καθῆστε στὸν καναπὲ καὶ περιμένετε νὰ ἀλλάξουν ὅλα, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ καλά το ξέρετε πὼς δὲν θ’ ἀλλάξει τίποτα. Σπαταλῆστε τὸν λιγοστό, τὸν πολύτιμο, τὸν ἄγνωστο χρόνο ποὺ σᾶς δόθηκε, γιὰ νὰ παίζετε ξύλο στὶς κερκίδες κάθε Κυριακὴ καὶ ἀφῆστε νὰ περάσουν ἀπὸ δίπλα σας ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ταλαιπωροῦν τὰ φαιὰ κύτταρα – έντάξει, τὴν μάθαμε καλὰ τὴν ἀπάντηση, «εἶστε γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος καὶ θέλετε τὴν ξεκούραση στὰ ἀνάλαφρα». Ἄλλωστε ὅλοι οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι αὐτοῦ τοῦ τόπου σᾶς ὑπερασπίζονται, σᾶς κολακεύουν, σᾶς χτυποῦν μὲ κατανόηση στὴν πλάτη – δὲν φταῖτε ἐσεῖς, ποτὲ δὲν φταῖτε ἐσεῖς. Συνεχίστε νὰ ὑποκρίνεστε μιὰ εὐτυχία ποὺ δὲν ἔχετε, νὰ μιλᾶτε ἀσταμάτητα γιὰ μιὰ δουλειὰ ποὺ σιχαίνεστε, νὰ ὑποστηρίζετε ἀνθρώπους ἄγευστους, ἄχρωμους καὶ ἄτονους. Συνεχίστε νὰ γκρινιάζετε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, μὰ ἕνα πρᾶγμα μὴν κάνετε ποτέ, μὴν διανοηθεῖτε νὰ ἀμφισβητήσετε σὲ βάθος, νὰ διεκδικήσετε παιδεία, νὰ ἀξιώσετε ποιότητα ἀπὸ τοὺς πνευματικούς σας ταγούς. Οὐρλιάζετε καὶ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τὴν ὁμάδα σας νὰ ματώσει τὴν φανέλα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πνευματική σας ἡγεσία ἀνέχεστε τὶς πιὸ βαρετὲς κοινοτοπίες, τὸν ἐλάχιστο κόπο, τὰ βιβλία τὰ γραμμένα στὸ πόδι, τὴν διδακτέα ὕλη ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς ὄχι μόνο δὲν μορφώνει, ἀλλὰ ἀποβλακώνει καὶ ἐπαναπαύει.

Χίλιες φορὲς μοναχὸς πνευματικά, χίλιες φορὲς βυθισμένος στὴν μοναξιὰ μιᾶς δημιουργίας, παρὰ μιὰ ζωὴ στὴν ὑπόκριση, τὴν ρηχότητα, τὴν σύμβαση· χίλιες φορὲς αἱρετικὸς μὲ ὅσα λάθη μπορεῖ νὰ φέρει ἕνας δρόμος ἄγνωστος καὶ δύσβατος, παρὰ πεζοπόρος στὴν λεωφόρο τὴν γνωστὴ μὲ τὸν βαρετὸ προορισμό. Κι ἂν φτάσαμε ὡς ἐδῶ, φταῖμε ἐμεῖς κι ὄχι τὸ κακό το ριζικό μας. Κι ἂν γράφουμε ποιήματα ποὺ κανεὶς δὲν διαβάζει, φταῖμε καὶ πάλι ἐμεῖς γιατί συμβιβαστήκαμε μὲ τοῦτο τὸ θέατρο, ἀφήσαμε τὰ φλούδια νὰ γενοῦν ὁδηγητές μας, εἴπαμε τὸ ναὶ καὶ τὸ ἴσως ἐκεῖ ποὺ θἄπρεπε νὰ στυλώσουμε ἕνα ὄχι.

Δὲν εἶναι κακὸ νὰ παίρνει κανεὶς τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ ἐπιστρέφει, νὰ μηδενίζει καὶ νὰ ξεκινᾷ καὶ πάλι. Ἐτοῦτος ὁ τόπος, ἐτούτη ἡ εὐρώπη, ἐτοῦτος ὁ κόσμος, ἔχει πνευματικὴ προῖκα θαυμαστή, ἔχει γραφιάδες ἄγνωστους μὰ ἐξαιρετικούς, ἔχει πεδία δημιουργίας ποὺ δὲν μπορεῖτε κἄν νὰ φανταστεῖτε. Ἀπὸ τὴν βιβλιοθήκη τοῦ ἑλληνικοῦ πανεπιστήμιου, ἕως τὸν ἐθελοντισμὸ τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἀπὸ τὸν Ρεμπῶ ἕως τὶς (καταργημένες) ἕδρες γιὰ τὸν Καβάφη στὰ ξένα πανεπιστήμια τὰ χιλιόμετρα φαίνονται πολλά, ἀλλὰ ὁ παρονομαστὴς εἶναι ὁ ἴδιοςἡ ἀπαίτηση γιὰ ἕνα κόσμο πνευματικότερο, βαθύτερα σκυμμένο στὴν ὕπαρξη, στὴν ζωὴ καὶ στὸν θάνατο, στὴν σκέψη, στὸν πυρετὸ τῆς δημιουργίας.

Μὴν χαρίσετε τοῦτον τὸν κόσμο τὸν μέγα στὸ σκοτάδι ἑνὸς πνευματικοῦ χειμῶνα, μὴν χαραμίσετε τὴν ὕπαρξή σας στὸ ἀσήμαντο. Καλά τα λέει, (ὅπως συνήθως), ὁ Μόντης γιὰ τούτη τὴν ἐπανεκκίνηση..

 

…Περίεργο πρᾶμμα· τὸ χωριὸ ἦταν στὴ θέση του!//(Δὲν ἀλλάζουν αὐτὰ τὰ πράγματα./Θὰ ὑπάρχει πάντα στὴν ἄκρια τοῦ δρόμου/ἕνα μικρὸ σκονισμένο χωριό,/ ποὺ θὰ περιμένει νὰ γεννηθοῦμε/ὅταν ξαναποφασίσουμε…/θὰ ὑπάρχει πάντα ὅλη ἐκείνη ἡ συνέχεια…)

 

Λίγο πρὶν τελειώσουμε, ἃς δοῦμε ὅμως τὴν πιὸ σημαντικὴ παράμετρο, ἐκείνη ποὺ τελικῶς καὶ σὲ βάθος χρόνου καθορίζει ἢ τέλος πάντων προαναγγέλλει τὴν διάχυση τῆς πνευματικότητας σὲ μιὰ κοινωνία – πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια τὴν λογοτεχνικὴ κοινότητα καὶ κυρίως τοὺς ἴδιους τους συγγραφεῖς.

Ἂν ὑπάρχει μιὰ βασικὴ διαφορὰ σὲ σχέση μὲ παλαιότερα, (ἀρκετὲς δεκαετίες πρίν..), εἶναι τὸ ὑπόβαθρο τῶν συγγραφέων, ἀκόμη καὶ ἐκείνων τῶν μέτριων, ἀκόμη καὶ τῶν ἀτάλαντων. Θὰ τὸ ἀντιληφθεῖτε ἐὰν πάρετε μιὰ ὁποιαδήποτε ἀνθολογία καὶ ξεκινήσετε τὴν ἀνάγνωση μὲ χρονολογικὴ καὶ ὄχι ἀλφαβητικὴ σειρά. Πίσω ἀπὸ κάθε ποίημα τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου, ἀποτυπώνεται αὐτὴ ἡ πνευματικότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε σήμερα, ἕνα  βάθος παιδείας, (ὄχι ἀπαραίτητα ἀκαδημαϊκῆς), μία ἀντανάκλαση μελέτης καὶ στοχασμοῦ. Ἀκόμη καὶ ὅταν διαβάζεις ἕνα μέτριο ποίημα, γιὰ παράδειγμα τοῦ Βαλαωρίτη, τὸ πιὸ ἁπλό, (γιὰ νὰ μὴν πῶ ἁπλοϊκό) τοῦ Καρυωτάκη ἢ τὰ πιὸ ἄτεχνα τοῦ Ρίτσου, τοῦ Βρεττάκου ἢ τοῦ Παλαμᾶ καὶ τόσων ἄλλων, μπορεῖς νὰ καταλάβεις τὸν κόπο γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὴν ἐπεξεργασία τοῦ στίχου – κι ἂν εἶσαι λίγο μυημένος νὰ ἀντιληφθεῖς ἀκόμη καὶ τὰ σημεῖα ποὺ ἔγιναν διορθώσεις καὶ ἀλλαγές. Αὐτὴ ἡ πνευματικότητα ἀκόμη καὶ τῶν πιὸ μέτριων ποιητῶν, μαζὶ μὲ τὴν καλὴ κριτικὴ καὶ δυὸ τρεῖς ἰδεολόγους ἐκδότες, διασφάλιζαν ὅτι τουλάχιστον ὁ ἀναγνώστης δὲν θὰ βρεθεῖ ἀντιμέτωπος μὲ κακὸ στίχο ἢ ἕνα κακὸ κείμενο. Ὅμως δήλωναν καὶ κάτι ἄλλο – τὴν ὕπαρξη πνευματικῶν μονάδων μὲ βαρειὰ ὑπόσταση, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ προσανατολίσουν καὶ νὰ προσφέρουν ἐὰν ἡ κοινωνία τὸ ἤθελε – εἶναι ἄλλο ζήτημα ποὺ οἱ νεοέλληνες ἐπέλεξαν καὶ ἐπιλέγουν διαρκῶς διαφορετικά.

 

 

 

Σήμερα, ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο, ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἐν δυνάμει ἐλπίδα, ἔχει ἐν πολλοῖς ἐκλείψει. Ἡ πνευματικότητα ἀπουσιάζει ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ περισσεύει – μιὰ ματιὰ σὲ διαδίκτυο καὶ ἐφημερίδες εἶναι ἀρκετή. Δὲν μιλῶ γιὰ τὴν ἔλλειψη παιδείας – αὐτὴ εἶναι ἐμφανὴς ἂν διαβάσετε ἕνα ὁποιοδήποτε ἀπὸ τὰ ποιήματα ποὺ κατὰ χιλιάδες κατακλύζουν τὸ διαδίκτυο. Μιλῶ πρωτίστως γιὰ τὸν λαϊκισμὸ τῶν δῆθεν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ποὺ προκειμένου νὰ εἶναι δημοφιλεῖς καὶ ἀρεστοὶ μιλοῦν τὴν γλῶσσα τοῦ πεζοδρομίου – ὅταν ἡ κυρία Ἀκρίτα μιλᾷ γιὰ τὸν «μαλάκα τῶν Χριστουγέννων», δὲν τὸ κάμει βεβαίως γνήσια, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ γλῶσσα της, μιμεῖται τὴν κλασικὴ νεοελληνικὴ γιὰ νὰ γίνει ἀρεστή, ξεύρει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι αὐτὰ θέλει ὁ λαός της καὶ ἔτσι θὰ εἰσπράξει τὴν ἐπιδοκιμασία, τὴν ἀποδοχή, τὶς καλύτερες πωλήσεις γιὰ τὰ βιβλία της. Ὅταν κάποιος Θανάσης Χειμωνάς, (καὶ μάλιστα πνευματικῆς καταγωγῆς), τομεάρχης πολιτισμοῦ(!) κόμματος, φέρεται στὸ διαδίκτυο σὰν νταβατζῆς τῆς Τρούμπας, (δίχως νὰ ἔχει κἄν τὴν γνησιότητα ἐκείνου..), τὸ κάνει γιατί ξέρει ὅτι μαζὶ μὲ τὰ «γιούχα» θὰ εἰσπράξει καὶ τὰ «ζήτω» ἀπὸ ἀνθρώπους τὸ ἴδιο διαταραγμένους, ποὺ κάθονται ὅλη τὴ μέρα στὸ διαδίκτυο, μέχρι νὰ ἰδοῦν γραμμένη τὴν κακιὰ τὴν λέξη καὶ νὰ ἡδονιστοῦν μὲ τὶς ἀντιδράσεις καὶ τὸν καυγᾶ. Καὶ τὰ κόμματα κρατοῦν τέτοιους ἀνθρώπους γιὰ νὰ μᾶς δείξουν τὴν ἀντίληψή τους γιὰ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν Τέχνη!.. εἶναι μία ἀπίστευτη προσβολὴ πρὸς ὅλους τοὺς πράγματι πνευματικοὺς ἀνθρώπους ποὺ καταντᾷ ἀποκρουστική, ἀλλὰ καὶ μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς οἱ περισσότεροι θεωροῦν παρόμοια φαινόμενα φυσιολογικά, καταδεικνύει ὄχι ἁπλῶς μιὰ κοινωνία νεκρωμένη, ἀλλὰ μιὰ κοινωνία ποὺ ἔχει ἐπενδύσει ἐπάνω στὸ ἀντὶ-πνεῦμα, στὴν χυδαιότητα, στὴν ὀμορφιὰ τοῦ τίποτα. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀνέκδοτο γιὰ γέλια, ἐὰν δὲν ἦταν μία πραγματικότητα γιὰ κλάματα..

Ἐκνευρίζομαι καὶ μόνο ποὺ τὰ ἀναφέρω ὅλα αὐτὰ καὶ ὅταν ἐκνευρίζομαι γίνομαι κακὸς – γι’ αὐτὸ καὶ θὰ ἀφιερώσω σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑποτιμοῦν τὴν νοημοσύνη μας καὶ προσβάλλουν τὴν αἰσθητική μας, τὸ «κακὸ» ἐκεῖνο ποιηματάκι τοῦ Μόντη..

 

Τελευταῖος

Ἡ θάλασσα, ἕνα καφενεδάκι, μιὰ καρέκλα

κ’ ἐσύ.

Τελευταῖος ἐσύ. Κι’ ἀπ΄ τὴ θάλασσα

κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα.

Μὴν μοῦ τὰ λὲς ἐμένα αὐτά·

κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα

κι ἀπ’ ὅλα

τ ε λ ε υ τ α ῖ ο ς.

 

Κι ἂν νομίζετε ὅτι ὅλοι οἱ παραπάνω καὶ ἄλλοι τόσοι εἶναι μόνο ἐξαιρέσεις, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παρακολουθήσετε κάποια μέρα στενά το διαδίκτυο, νὰ πᾶτε σὲ δυὸ τρεῖς παρουσιάσεις βιβλίων καὶ νὰ πάρετε στὰ χέρια σας τὰ πολιτιστικὰ ἔνθετα μιᾶς ἑβδομάδας ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες. Ὅσο γιὰ τὶς ἐξαιρέσεις, ἐκεῖνες τὶς γραφίδες ποὺ δείχνουν νὰ ὑπόσχονται μιὰ διαφορετικὴ ποιότητα γιὰ τὸ μέλλον, ἅς μου ἐπιτρέψουν μιὰ συμβουλή, ποὺ ἀπὸ τώρα βεβαίως ξεύρω πὼς δὲν θ’ ἀκολουθήσουν..

Ξεχάστε, γιὰ λίγο ἔστω, τὸ διαδίκτυο, τὶς παρουσιάσεις, τὶς περιοδεῖες καὶ τὶς δημόσιες σχέσεις. Ξοδέψτε ὅσο χρόνο ἔχετε, (καὶ ἰδιαίτερα ἂν εἶστε νέοι) σὲ ἀνάγνωση καὶ συγγραφή, σὲ ἀνάγνωση καὶ συγγραφὴ μὲ μανία σχεδὸν σταυροφόρου, μὲ πυρετὸ ποὺ λιώνει τὰ μάτια καὶ πυρώνει τὴ σκέψη, μὲ κούραση, μὲ ἀϋπνία. Διῶξτε τὸ ἀσήμαντο ἀπὸ τὴν ζωή σας, σκῦψτε ἐπάνω στὴν μελέτη καὶ καλλιεργῆστε τὴν σκέψη σας, τὴν φιλολογική σας παιδεία, τὴν ἱστορική σας γνώση. Μὴν γίνετε ἀπὸ τώρα μέρος τοῦ χλιαροῦ συστήματος, ἔχετε καιρὸ γιὰ συμβιβασμοὺς καὶ συζητήσεις γεροντικές. Ὅταν ἀπὸ τὸ παραγωγικό σας δεκάωρο τὶς ὀκτὼ ὧρες εἶστε πάνω ἀπὸ μηνύματα, συνεντεύξεις καὶ παρουσιάσεις, δὲν εἶστε συγγραφεῖς μὲ ἀγωνία γιὰ τὸ καλύτερο, ἀλλὰ ἔμποροι ποὺ θέλουν νὰ μοσχοπουλήσουν τὰ προϊόντα τους. Νομίζετε πὼς ἔχετε φτάσει κάπου γιατί κάποιος ἔχει ἐκδώσει τὸ βιβλίο σας ἢ πήρατε ἕνα βραβεῖο, μὰ ἀκόμη δὲν ἔχετε ὑπόσταση, ἀκόμη εἶστε στὰ μέτρα μιᾶς κοινωνίας ποὺ πρέπει νὰ ἀνεβεῖ ψηλότερα, πολύ ψηλότερα καὶ περιμένει ἀπὸ ἐσᾶς τὸ διαφορετικό, τὸ ἀνατρεπτικό, τὸ αἱρετικό…

Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχει ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν διαφωτισμὸ ποὺ δὲν ἔζησε, (ἕνας Φεραῖος καὶ ἕνας Κοραὴς καὶ πέντε Φαναριῶτες δὲν συνιστοῦν διαφωτισμό), τὴν θηριώδη παιδεία ποὺ δὲν σχεδίασε, τὶς οὐμανιστικὲς ἀξίες ποὺ ποτὲ δὲν πίστεψε πραγματικά. Εἶναι κάτι ποὺ φαντάζει ἀπὸ δύσκολο ἕως ἀπίθανο, καθὼς οἱ γενιὲς ποὺ ὡρίμασαν μέσα στὴν μεταπολίτευση δὲν δείχνουν νὰ ἔχουν καμία ἀνάγκη μεταστροφῆς σὲ ἀξίες καὶ ὁράματα καὶ πρὸς τὸ παρὸν δὲν ὑφίστανται οἱ «ἑστίες ἀγωνίᾳς» – παρέες δηλαδή, ὁμάδες, σύλλογοι καὶ κινήματα, ποὺ θὰ διεκδικήσουν ἐκεῖνες τὶς ἄλλες ποιότητες ποὺ ἔχουμε περιγράψει πολλὲς φορὲς στὸ παρελθόν. Καὶ ἐπειδὴ κάτι τέτοιο πρὸς τὸ παρὸν μήτε ποὺ ἀχνοφαίνεται στὸν ὁρίζοντα, ἡ τελευταία προσμονὴ ἔρχεται ἀπὸ τὴν παιδεία – καὶ γιὰ νὰ ἀκριβολογήσω ἀπὸ τὴν θέληση τῆς πολιτείας νὰ φτιάσει μιὰ παιδεία ἄλλης ἀντίληψης καὶ διαφορετικοῦ προσανατολισμοῦ. Ἀπίθανο κι αὐτό..

Ἀπομένουν οἱ ἀτονικὲς προσπάθειες, οἱ ἀτομικὲς ἀντιστάσεις, τὸ μετερίζι τοῦ καθενός. Ἄλλωστε κάπως ἔτσι ὁριζόταν ἡ πνευματικότητα πάντα στὴν Ἑλλάδα, μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο ἐλαχίστων.

Ἐδῶ καὶ καιρὸ ἔχω ξεκινήσει τὴν ἐπιμέλεια μιᾶς ποιητικῆς συλλογῆς τοῦ Κοντόπουλου, οἱ κάπως τακτικοὶ ἀναγνῶστες τὸν ξεύρουν ἀπὸ ποιήματα σκόρπια στὰ κείμενα τῆς «χίμαιρας» καὶ τῆς ἰστοσελίδας. Θέλω ἀπὸ καιρὸ νὰ τὰ «δέσω» σὲ μιὰ συλλογὴ καὶ νὰ τὰ παρουσιάσω ἐδῶ – ὅμως εἶναι ἔργο ἀπαιτητικό, χρονοβόρο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κοντόπουλος ἀδιαφορεῖ ἀπὸ χαρακτῆρα γιὰ κάποιες φιλολογικὲς διορθώσεις, γιὰ τεχνικὲς ἀτέλειες, γιὰ προσθῆκες καὶ ἀφαιρέσεις. Πιστεύω κάποια στιγμὴ νὰ ὁλοκληρωθεῖ κι αὐτό, ἕως τότε δεῖτε ἕνα ποίημα, ἕνα καλὸ ποίημα ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἀπομόνωση τῶν ὀλίγων, στὸ τίμημα τῆς ἐναντίωσης, σ ἕνα νησὶ στὴν μέση ἑνὸς πελάγου ἤ ἴσως μιά νησιωτική χώρα ποὺ ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό της..

Ἀποσυνάγωγοι, ὡς τὸ τέλος…

 

Ἡ νῆσος

Τὸ μάθαμε πιὰ αὐτὸ τὸ νησί, σχεδὸν τ’ ἀγαπήσαμε

Ἐδῶ κτίσαμε τὸ σπίτι μας ἀπὸ ξύλο γερὸ σὰν πέτρα

Τὸ φαγὶ μας εὔκολο στὴν ἁλμυρὴ τὴν ἀμμουδιὰ

Μαζεύουμε τὸ βρόχινο σὲ στέρνες τὸ χειμῶνα

Ἀπὸ κόκκαλα παλιὰ φτιάνουμε ὅλα μας τὰ σκεύη,

μὲ σχοῖνα δένουμε τὰ πληγωμένα πόδια,

βότανα γιατρεύουν τὰ ματωμένα δάκτυλα

τὰ μάτια μας ἔμαθαν νὰ διακρίνουν στὸν ὁρίζοντα

Κάποιες φορὲς μεγάλα πλοῖα φαίνονται στὸ βάθος

Ὁ ἀγέρας κάποτε ταξιδεύει λέξεις ἀπὸ ξενάγηση ἐπιβατῶν..

«..Εἶναι ξεύρετε οἱ τελευταῖοι λεπροί, ὀλίγοι, ἀκίνδυνοι..

δυστυχῶς, ὤ! ναὶ ἐξορία!.. βεβαίως ἀντέχουν.. μὰ σύντομα!..»

 

Κάτι κιβώτια ποὺ μᾶς ρίχνουν μιὰ φορὰ τὸν χρόνο

-στεγνὴ τροφή, ἄνοστη-

τὰ καῖμε στὴν ἄμμο, τὰ πετᾶμε στὴν θάλασσα,

τὰ κομματιάζουμε στὰ βράχια

 

Ὁ θάνατος πρέπει νὰ μᾶς εὕρει

ὀρθοὺς καὶ πεινασμένους…

(Στράτος Κοντόπουλος, άναμενόμενη ἔκδοση 2017)

 

Διαβᾶστε τὸ τρίτο μέρος τῆς τριλογίας

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend