OLD BOOKS WITH POETS

Ἰδού ἕνα πρωτότυπο ἐρώτημα: τί εἶναι ποίηση;

Posted on Posted in Ποίηση, Σκέψεις γιά τήν λογοτεχνία

(Τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε σὲ δύο μέρη στὸ πρῶτο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «χίμαιρα», ἐδῶ ἀναδημοσιεύεται ἑνιαῖο, πολυτονισμένο καὶ μὲ μικρές διορθώσεις)

Νὰ ἕνα θέμα ποὺ ἂν θέλαμε νὰ τὸ βαφτίσουμε μὲ ἰνδιάνικο ὄνομα, θὰ τὸ ὀνομάζαμε «καυτὴ πατάτα ποὺ κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀκουμπήσει». Δὲν ὑπάρχει ἐπιστήμονας τῆς φιλολογίας ἢ διανοούμενος, ποὺ νὰ μὴν ἐπιχείρησε νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς ποίησης κι ἃς ἤξερε ἀπὸ τὰ πρὶν πὼς πρόκειται γιὰ μάχη χαμένη, γιὰ μιὰ ἀπόπειρα ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη. Δὲν πρόκειται βεβαίως μόνο γιὰ τὸ γνωστὸ ἐγγενὲς πρόβλημα τοῦ «ὁρισμοῦ» – κάθε ἀπόπειρα νὰ ὁρίσουμε εἶναι ἀτελὴς ἀπὸ τὴν ἀφετηρία της, σὲ δέκατα τοῦ δευτερολέπτου μιὰ ἄλλη πραγματικότητα ἔχει γεννηθεῖ καὶ κάμει τὸν ὁρισμὸ μας ἀτελῆ καὶ ἤδη παρωχημένο. Ὄχι, εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ αὐτό, καθὼς κάθε προσπάθεια ὁρισμοῦ τῆς λογοτεχνίας, στὴν πραγματικότητα ἀπαιτεῖ ὁρισμὸ τοῦ ἀντικειμένου της, δηλαδὴ τῆς σκέψης καὶ τοῦ συναισθήματος, τῆς συνείδησης καὶ ἑνὸς χαώδους συγκινησιακοῦ φορτίου. Δὲν νομίζω πὼς χρειάζεται νὰ ἐπιμείνουμε ἰδιαίτερα στὴν ματαιοπονία τοῦ ἐγχειρήματος, χρόνια πρὶν ὁ Μπαχτὶν ἔχει ἀναφερθεῖ στὸ πρόβλημα μὲ ἐπάρκεια ὅταν μιλᾷ γιὰ ἀνολοκλήρωση, (πεῖτε το καὶ ἡμιτέλεια, καὶ οἱ δύο ὄροι εἶναι πρόσφατοι καὶ σχετικὰ ἀδόκιμοι…), τὴν ἀδυναμία δηλαδὴ τῆς σκέψης καὶ τοῦ λόγου νὰ ὁλοκληρωθοῦν καὶ νὰ ὁριστικοποιηθοῦν (Μιχαὴλ Μπαχτίν, «Δοκίμια ποιητικῆς» σὲ μετάφραση Γιώργου Πινακούλα, Πανεπιστημιακὲς ἐκδόσεις Κρήτης, 2014, ἡ παραπάνω ἐπισήμανση ἀνήκει στὸν μεταφραστὴ τῆς ἔκδοσης).

Θὰ πεῖ κάποιος: Καὶ ποιὸς ὁ λόγος νὰ κάμωμε θεωρητικὲς ἀσκήσεις ἐπὶ χάρτου μὲ προκαθορισμένο τὸ ἡμιτελὲς ἀποτέλεσμα, γιατί πρέπει νὰ ὁρίσουμε τὴν ποίηση; Τί μπορεῖ νὰ προσφέρει μιὰ τέτοια ἀπόπειρα στὴν ἀπόλαυση τοῦ κειμένου, στὴν πρόσληψή του, στὴν ἀποκάλυψη τοῦ νοήματος;

Εἶναι μιὰ εὔλογη ἐρώτηση, ποὺ κατὰ ἕνα περίεργο τρόπο μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μὲ τὶς πραγματικὲς προθέσεις τῶν προσπαθειῶν γιὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ποίησης, ἴσως καὶ τῆς λογοτεχνίας γενικότερα, ἀλλὰ ἀς μὴν διευρύνουμε τόσο ἕνα ἤδη ἀχανὲς ζήτημα. Νὰ λοιπὸν μία πρώτη καὶ κάπως αὐθαίρετη διατύπωση: Κάθε ἀπόπειρα νὰ ὁρίσουμε τὴν ποίηση, εἶναι στὴν πραγματικότητα μία ἀπόπειρα ἀξιολόγησης, μία προσπάθεια νὰ ὁρίσουμε τὴν καλὴ ποίηση, νὰ ἀφήσουμε ἔξω τὶς γκρίζες περιοχές, νὰ νοιώσουμε ἀσφαλεῖς μὲ τὴν δημιουργία ἑνὸς κριτηρίου ποιότητας, ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ καθοδηγεῖ μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια τὶς ἐπιλογές μας. Γιὰ νὰ εἴμαστε λοιπὸν πιὸ ἀκριβεῖς, ἃς ἐπαναδιατυπώσουμε τὸ ἐρώτημα: Τί συνιστᾷ τὴν καλὴ ποίηση, πῶς ξεχωρίζουμε ἕνα γνήσιο ποιητικὸ κείμενο ἀπὸ ἕνα κίβδηλο; Κι ἀκόμη καλύτερα: Ὑπάρχουν (ἀντικειμενικὰ) κριτήρια στὴν ποίηση ἢ θὰ πρέπει νὰ παραδοθοῦμε σὲ ἕναν ἀπόλυτο σχετικισμό, ὅπου ἀληθὲς καὶ γνήσιο εἶναι τὸ ὅποιο κείμενο συγκινεῖ ξεχωριστὰ τὴν κάθε συνείδηση ποὺ τὸ προσεγγίζει; Ὁρίστε λοιπὸν ἕνα μικρὸ διευκρινιστικὸ βῆμα, ὅποιος ρωτᾷ «τί εἶναι ποίηση;», στὴν οὐσία θέτει ἕνα ἐρώτημα γιὰ τὰ κριτήρια τῆς ποιότητάς της. Τώρα μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε πὼς οἱ ἀπαντήσεις στὸ ἐρώτημα δὲν ἔχουν ἁπλὴ φιλολογικὴ ἀξία, ἀλλὰ ἀνοίγουν ἕνα τεράστιο θέμα ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἀξία τοῦ κειμένου, ἄρα παίρνει ἀξία πρακτικὴ γιὰ τὸν κάθε ἀναγνώστη ἢ «ἐκπαιδευόμενο» στὴν πρόσληψη τῆς ποίησης. Γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς ποίησης θὰ μιλήσουμε στὸ δεύτερο μέρος, πρὸς τὸ παρὸν ἀς μείνουμε λίγο παραπάνω στὸ καίριο ἐρώτημα τοῦ καθορισμοῦ τῶν κριτηρίων της.

Ἡ ἀγωνία ὁρισμοῦ ἀντικειμενικῶν κριτηρίων εἶναι φανερὴ στὶς περισσότερες προσπάθειες λογοτεχνῶν καὶ φιλοσόφων νὰ προσεγγίσουν τὸ προαιώνιο ἐρώτημα γιὰ τὴν ἀξία τοῦ κειμένου. Ἡ ἄποψή μου βέβαια εἶναι πὼς αὐτὴ ἡ ἀγωνία εἶναι μεγαλύτερη στὸν ἀναγνώστη, ποὺ νοιώθει ἀνήμπορος νὰ διακρίνει διαφορὲς στὴν ποίηση, ἀκριβῶς γιατί ἔχει μεσολαβήσει ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα ὅπου ἡ συζήτηση γιὰ τὰ κριτήρια ἔχει καταργηθεῖ, ἀκόμη καὶ ἡ ἁπλὴ ἀναφορὰ στὸ ζήτημα ἔχει γίνει τὸ νέο taboo τῆς λογοτεχνίας. Ἀνήμπορος ὁ ἀναγνώστης νὰ σταθεῖ κριτικὰ πάνω ἀπὸ τὸ κείμενο, ἀναγκάζεται νὰ ὀπισθοχωρήσει στὴν ἰσοπεδωτικὴ ἄποψη τοῦ ἀπόλυτου ὑποκειμενισμοῦ, τοῦ «ἔτσι μ’ ἀρέσει», στὴν κατάφαση ἀπέναντι σὲ ὁποιαδήποτε ποιότητα τοῦ προτείνεται ἢ διαφημίζεται. Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως ποὺ συμβαίνει αὐτό, ὁ καθεὶς ποὺ διαθέτει ἐλαχίστως ἀνήσυχη σκέψη, νοιώθει ἐνοχλητικὴ αὐτὴν τὴν κριτικὴ ἀναπηρία, τὴν ἀνικανότητα σύγκρισης. Ἃς ἐπαναφέρουμε λοιπὸν αὐτὴν τὴν συζήτηση μὲ ὅλους τους κινδύνους παραλείψεων καὶ σφαλμάτων, ἃς προσπαθήσουμε μὲ χαλαρό, (μὴ ἐπιστημονικό), τρόπο κάποιες ἐπαναδιατυπώσεις.

Ἀποφθέγματα γιὰ τὴν ποίηση ὑπάρχουν πάμπολλα, δυστυχῶς ὅμως τὰ περισσότερο εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ἡ λέξη, ἁπλῶς ἀποφθέγματα. Κάποια εἶναι ποιήματα ἀπὸ μόνα τους, κάποια ἄλλα δείχνουν νὰ προσεγγίζουν τὸ ἐρώτημα μὲ μιὰ σχετικὴ ἐπάρκεια..

 

Λέξεις ποιητῶν γιὰ τὴν ποίηση

 

Σύγχυση δὲν ὑπάρχει μόνο στοὺς ἀναγνῶστες, τὶς περισσότερες φορὲς μετάθεση καὶ σύγχυση ὑπάρχουν καὶ στοὺς ἴδιους τους ποιητές. Γιὰ παράδειγμα, «ἡ ποίηση εἶναι τὸ ἄλλο πρόσωπο τῆς ὑπερηφάνειας», ἀπὸ Ἐλύτη. Πολὺ σημαντικὴ διαπίστωση, μὰ δὲν μᾶς διαφωτίζει ἰδιαίτερα. «Ἡ ποίηση δὲν εἶναι ὁ τρόπος νὰ μιλήσουμε, ἀλλὰ ὁ καλύτερος τοῖχος νὰ κρύψουμε τὸ πρόσωπό μας», ἀπὸ Ἀναγνωστάκη. Χμμ,… ἐνδιαφέρουσα ἄποψη, ἴσως ἕνας στίχος ἀπὸ μόνος του μὲ τὴν δική του σημειολογία, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ ἀπέχει μακρὰν ἀπὸ τὸ ζητούμενο. Λίγο πιὸ ἀκριβὴς ὁ Frost σημειώνει «Ποίηση εἶναι ὅταν ἕνα συναίσθημα ἔχει βρεῖ τὴ σκέψη του καὶ ὅταν ἡ σκέψη ἔχει βρεῖ τὶς λέξεις της», ἐξαιρετικὴ περιγραφή, ἀλλὰ μόνον περιγραφή, γιατί ἄλλωστε τὸ ἴδιο δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβῆ καὶ μὲ ἕνα πεζογράφημα; Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Βρεττάκου ἔχει τὸ ἴδιο πρόβλημα γενίκευσης, «Ἡ ποίηση δὲν εἶναι παρὰ ἕνας μεγεθυντικὸς φακὸς τῆς πραγματικότητας. Ἡ μεγέθυνση τῶν ἀληθινῶν διαστάσεων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου ποὺ μᾶς περιβάλλει, μπορεῖ νὰ μᾶς μεταδώσει τὴν αἴσθηση τοῦ μεγαλείου τῆς ζωῆς τὴν ὁποία εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ καταστρέψουμε». Ἡ Δημουλὰ μεταθέτει τὴν ἀπόπειρα ὀροσμοῦ ἀπὸ τὴν ποίηση στὸ ποίημα, ἡ γενίκευση εἶναι καὶ ἐδῶ ἀκυρωτική τῆς προσπάθειας, ἀλλὰ ἡ ἀναφορὰ στὴ γλῶσσα ὁδηγεῖ σὲ πιὸ συγκεκριμένες ἀναφορές, κάπως μᾶς προσγειώνει σὲ μικρότερο χῶρο, «Ἕνα ποίημα λοιπὸν εἶναι ἡ διπλὴ ζωὴ τῶν λέξεων, ὁ κρυμμένος ἐρωτισμός τους καὶ ἡ λαγνεία τους γιὰ παρθένα ὁράματα. Εἶναι ὁ τυχοδιώκτης τῶν λέξεων, ἡ πλεονεξία τους: κάθε τόσο ἐγκαταλείπουν τὴ μετριότητα τῆς χρήσης τους καὶ ἀκολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, ποὺ χάραξε ἀνώνυμη ἀνησυχία, ψάχνουν, σκάβουν νὰ βροῦν φλέβες χρυσοῦ λυτρωτικοῦ ρόλου». Ἀπὸ κοντὰ καὶ ὁ Ἐμπειρίκος μὲ τὸ «Ἡ ποίησις εἶναι ἀνάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου», μοιάζει περισσότερο μὲ ἀγχώδη προσπάθεια γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ (στὴν καλύτερη περίπτωση) ἢ εὐφυολόγημα, ἀλλὰ πάντως πέρα ἀπὸ τὸ χαριτωμένο στὴν ἔκφραση καὶ τὸν ὅποιο συμβολισμὸ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσδώσει, δὲν μᾶς βοηθᾷ ἰδιαίτερα. Ἐντάξει, ἃς δοῦμε καὶ τὸν Μπόρχες, «Ποίηση εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ ὡραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα ὑφασμένων μεταξύ τους». Ὁ πιὸ σχολικὸς ὁρισμός, ἀφῆστε ποὺ θὰ πεταχθοῦν ἀμέσως οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ σχετικισμοῦ καὶ θὰ ἀρχίσουν τὶς ἐρωτήσεις τοῦ τύπου «καὶ ποιὸς ὁρίζει τὸ ὡραῖο;» καὶ «ποιὸς κρίνει τὸ περίτεχνο των λέξεων;» καὶ ἄλλα τέτοια τάχα βαθυστόχαστα, μὰ τὸ ἴδιο γενικά, τὸ ἴδιο ἀνούσια, τὸ ἴδιο φλύαρα.

Ὑπάρχουν χιλιάδες ἀκόμη παρόμοιες ἀπόπειρες, μὰ ὅλες μοιάζουν μὲ τοὺς κύκλους τοῦ καρχαρία στὴν ἀνίχνευση τοῦ θύματός του. Βεβαίως θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς, πὼς ἀπὸ τὴν κάθε προσπάθεια θὰ μπορούσαμε νὰ πάρουμε μεμονωμένα στοιχεῖα, ἐπιτυχημένες διατυπώσεις, τὶς πιὸ σαφεῖς ἀναφορὲς – μὰ τότε δὲν θὰ σχηματίζαμε ὁρισμό, θὰ γράφαμε δοκίμιο καὶ δοκίμια ὑπάρχουν πολλά – ἀπὸ τὰ «Ἑπτὰ δοκίμια γιὰ τὴν ποίηση» τοῦ Ἔλιοτ ἕως τὰ δοκίμια ποιητικῆς τοῦ Μπαχτὶν ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω, ὑπάρχουν πολλὲς γόνιμες σκέψεις γιὰ τὴν ποίηση, μὰ ὅλες ἀποφεύγουν τὸ ζήτημα τῶν κριτηρίων, ὅλες μεταθέτουν τὴν κρίση τοῦ κειμένου στὴν ἀντοχὴ μέσα στὸ χρόνο, κριτήριο κατὰ τὴ γνώμη μου ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνο καὶ κατὰ πολὺ ἐπισφαλές, καθὼς ἐσκεμμένα ἀγνοεῖ πὼς ἡ διαχρονικότητα μπορεῖ καὶ νὰ καθοδηγεῖται καὶ νὰ ἐπιβάλλεται.

Στὴν δική μου κρίση, οἱ περισσότεροι ὁρισμοὶ ἕως καὶ σήμερα πάσχουν σὲ δύο κύρια σημεῖα. Τὸ πρῶτο εἶναι πὼς ἀδυνατοῦν, νὰ προσεγγίσουν ἔστω, ἕναν διαχωρισμὸ ἀνάμεσα στὸ ποίημα καὶ στὸ πεζογράφημα. Ἡ ἐπικράτηση τοῦ ἐλεύθερου στίχου ἄλλωστε θόλωσε ἀκόμη περισσότερο τὸ ζήτημα, καθὼς ἀφαίρεσε ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τῆς ποίησης τὸ πιὸ σταθερὸ χαρακτηριστικό της μέχρι τὸν 19ο αἰῶνα ποὺ ἦταν ἡ ὁμοιοκαταληξία. Ἡ δεύτερη (καὶ κατὰ πολὺ σημαντικότερη) ἀναπηρία προέρχεται ἀπὸ μία μετάθεση, πολὺ συχνὰ συγχέεται ἡ ἴδια ἡ ποίηση μὲ τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἐπιφέρει ἢ ἀκόμη καὶ τὸν σκοπὸ ποὺ πρέπει νὰ ὑπηρετεῖ. Ὅταν ὁ Στῆβενς γράφει πὼς «Ἡ ποίηση εἶναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀνεξήγητου», λέει τὴν γνώμη του γιὰ τὸν χῶρο ποὺ πρέπει νὰ κινεῖται ἡ ποίηση, μὰ δὲν μᾶς δίνει κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴν ταυτότητά της. Καὶ ὅταν ὁ Σεφέρης ὑποστηρίζει πὼς «Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα», δημιουργεῖ ἕνα πολὺ καλὸ ἀφετηριακὸ σημεῖο γιὰ ποιητικὴ ἔρευνα, ποὺ ὅμως ἐπιμένει νὰ εἶναι ἀχανὴς καὶ ἀπροσδιόριστη.

Εἴδαμε τὶς ἀδυναμίες, ἃς ξεκινήσουμε τώρα μία προσέγγιση κάπως θετικότερη.

Ὅλοι οἱ ὁρισμοὶ λοιπὸν παρέχουν κάποια ψήγματα ἑρμηνείας, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνας ποὺ κατὰ τὴν γνώμη μου ἔχει πλησιάσει μὲ ἀρκετή ἀκρίβεια τὸ ζητούμενο καὶ φυσικὰ ἀναφέρομαι στὴν φράση ὅτι ποίηση εἶναι «γλῶσσα φορτισμένη μὲ νόημα στὸν ἀνώτατο δυνατὸ βαθμό». Ἔχω τὴν ὑποψία πὼς ὅταν ὁ E.Pound ἔγραφε τοῦτες τὶς γραμμὲς τὶς ἔνοιωσε ἀδύναμες, μὰ αὐτὸ δὲν ἀλλάζει τὸ ἀποτέλεσμα, αὐτὸς ὁ ὁρισμὸς εἶναι ὅ,τι πιὸ κοντινὸ μποροῦμε νὰ ἔχουμε σήμερα γιὰ τὴν ποίηση, ἀλλὰ καὶ συνολικότερα γιὰ τὴν λογοτεχνία ἂν τὸν ἀφήσουμε ὡς ἔχει καὶ δὲν ἐπιχειρήσουμε συμπληρώσεις. Ἀπὸ ποῦ προκύπτει ἡ ἐπάρκεια αὐτοῦ του ὁρισμοῦ; Κὰτ ἀρχὰς ἀπὸ τὴν μεγίστη δυνατὴ ἐκφραστική του ἀκρίβεια, οἱ ἀμφισημίες ἀπουσιάζουν, ὅπως καὶ οἱ ἐξωκειμενικὲς ἢ ἐντελῶς ὑποκειμενικὲς ἀναφορές. Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ μία τρισδιάστατη ἀπεικόνιση τοῦ κειμένου, ὅπου ἡ κάθε διάσταση κλιμακώνει ἀξιολογικὰ τὴν προηγούμενη: Γλῶσσα, (ποὺ ὁ καθεὶς μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσει), φορτισμένη ὅμως μὲ νόημα, (ἀκόμη τὸ πεδίο εἶναι πολὺ εὐρύ), στὸν ἀνώτατο δυνατὸ βαθμὸ – σ’ αὐτὴν τὴν τελευταία ἀναφορὰ ἐντοπίζεται κατὰ τὴν γνώμη μου ἡ μεγάλη ἐπιτυχία αὐτοῦ του ὁρισμοῦ. Ο Pound τοποθετεῖ μιὰ προϋπόθεση (στὸν ἀνώτατο βαθμό…), ποὺ ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν φύση δημιουργεῖ ἕνα μόνιμο μέτρο σύγκρισης, τὸ πιὸ ἀσφαλὲς κριτήριο, ἕνα ἐργαλεῖο ἀξιολόγησης ποὺ δὲν πρόκειται νὰ στερέψει ποτέ, καθὼς ἡ συνείδηση καὶ τὸ νόημα δὲν ἔχουν πυθμένα καὶ πάντα θὰ ὑπάρχει ἕνα ἀκόμη σκαλοπάτι, μιὰ ἄλλη γωνία (καλύτερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη) ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ ποίημα θὰ ἀποπειραθεῖ νὰ δώσει τὴν καλύτερη δική του ἀπάντηση.

Δὲν μπορῶ νὰ ἀνακαλέσω στὴν μνήμη μου κάποια ἀξιόλογη προσπάθεια ἀκύρωσης αὐτοῦ του ὁρισμοῦ στὴν ἡμεδαπή, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Μίμη Σουλιώτη ποὺ θεωρεῖ μὲν σημαντικὴ τὴν προσπάθεια τοῦ Pound, ἀλλὰ διατυπώνει δύο ἐνστάσεις (Ἀλφαβητάριο γιὰ τὴν ποίηση, ἐκδόσεις ἐπίκεντρο, νέα ἔκδοση μέν, ἀλλὰ ἀπροσδιορίστου χρονολογίας σύμφωνα μὲ τὴν ἐκνευριστικὴ συνήθεια πολλῶν ἐκδοτῶν νὰ ἀφήνουν ἀχρονολόγητα τὰ βιβλία τους). Ἡ πρώτη: « … εἶναι ὁρισμὸς πολὺ πιὸ χρήσιμος σὲ ὅσους ἔχουν ἤδη ἐμπειρία τῆς ποίησης παρὰ σ ἐκείνους ποὺ γυρεύουν τρόπο νὰ τὴν προσεγγίσουν». Πρόκειται κατὰ τὴν γνώμη μου γιὰ ἀντίρρηση τραβηγμένη ἐξόφθαλμα ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ ὑποψιάζομαι βρίσκεται ἐκεῖ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ προσφέρει βάση σὲ ἀπόψεις ποὺ ἀκολουθοῦν παρακάτω – «ὅλες οἱ ἀπόψεις (γιὰ τὴν ποίηση) εἶναι σωστές, στὸν βαθμὸ ποὺ δὲν ἀξιώνουν νὰ εἶναι οἱ μόνες σωστές». Μπαίνω σὲ μεγάλο πειρασμὸ νὰ σχολιάσω τὸ εὐφυολόγημα καὶ τὴν εὐκολία τῶν αὐτονόητων ἀξιωμάτων, ἀλλὰ θὰ ξεφύγω ἀπὸ τὸ θέμα μας.

Γιὰ νὰ εἶμαι δίκαιος, ἡ δεύτερη ἔνσταση τοῦ Σουλιώτη ἔχει λογικὴ βάση: «Τὸ πρόβλημα μὲ τὴν συγκινησιακὴ χρήση (σ.σ: ἑρμηνεύει τὴν λέξη «φορτισμένη» τοῦ Pound), καὶ τὴ φόρτιση τῆς γλώσσας ἔγκειται στὸ ὅτι δὲν μᾶς ἐξηγοῦν πῶς θὰ ξεχωρίσουμε ἂν τὸ κείμενο ποὺ ἔχουμε μπροστὰ μας εἶναι καλὸ ποίημα ἢ καλὸ ἐδάφιο πεζοῦ λόγου…».

Γιὰ νὰ δοῦμε. Ἐὰν ὁ ὁρισμὸς τοῦ Pound καλύπτει μὲ ἄνεση καὶ μὲ περισσὴ λιτότητα καὶ τὴν καλὴ λογοτεχνία καὶ τὴν ποίηση, ἀφήνει πράγματι ἔξω τὸν διαχωρισμὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ Σουλιώτης. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλὸς καὶ σχετίζεται φυσικὰ μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Ἃς τὸ ποῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχή: ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἔμμετρος στίχος καὶ οἱ κανόνες του ἀπουσιάζουν ἀπὸ ἕνα ποίημα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀσφαλὴς διαχωρισμὸς ἀνάμεσά σε ἕνα «ἐλεύθερο» ποίημα καὶ σὲ ἕνα μικρὸ πεζό. Ὅλες οἱ ἀπόπειρες ποὺ ἔχουν γίνει σ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι «ποσοτικοῦ» χαρακτῆρα καὶ σχετίζονται μὲ τὴν πυκνότητα τοῦ κειμένου, τὸν ρυθμό του, ἀκόμη καὶ τὴν ἔκτασή του. Μὰ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ σταθερὰ κριτήρια – ὅμως ἀλήθεια, πόσο ἀπαραίτητος εἶναι αὐτὸς ὁ διαχωρισμός;

Χρειάστηκε νὰ καταφύγω σὲ πολλὲς ξεχασμένες πηγὲς γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ στὸ τέλος ἁπλὰ ἐπιβεβαίωσα ἐκεῖνο ποὺ γνώριζα πιὰ ἀπὸ μνήμης. Ἃς ἀφήσουμε γιὰ λίγο στὴν ἄκρη τοὺς διανοητὲς τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἃς δοῦμε πῶς καταλήγει στὸ θέμα ὁ Νάσος Βαγενάς, διαφωνῶ μαζί του στὰ περισσότερα, ἀλλὰ γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα γράφει:

«…Ὅπως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐντοπίσουμε μὲ ἀκρίβεια τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸν ποιητικὸ λόγο καὶ τὸν πεζό. Γιατί τὰ ὅρια αὐτὰ δὲν βρίσκονται μόνο στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα, βρίσκονται καὶ μέσα στὴν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη. Καὶ ἡ εὐαισθησία τοῦ κάθε ἀναγνώστη (ὅπως ἄλλωστε καὶ τοῦ κάθε ποιητῆ) εἶναι διαμορφωμένη ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ περιστατικά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ χιλιάδες ἀτομικά, προσωπικὰ γεγονότα, ποὺ τὴν κάνουν νὰ μὴν ἀντιδρᾷ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σ’ ἕνα ὁρισμένο λογοτεχνικὸ ἐρέθισμα. Τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ λογικὸ καὶ τὸ ἔλλογο, τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἔλλογο καὶ τὸ ἄλογο, δὲν βρίσκονται στὸ ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο γιὰ τὸν καθένα. Δὲν βρίσκονται πάντοτε στὸ ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἴδιο ἄνθρωπο. Γιατί ἡ γοητεία τῆς ποίησης πηγάζει ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀσύλληπτο, τὸ μυστηριῶδες, τὸ ἀνεξιχνίαστο, ποὺ τὸ αἰσθάνεται κανείς, ὡστόσο ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὁρίσει…».

Ὁ Βαγενάς, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἔχει κάμει πολλὲς προσπάθειες νὰ περιορίσει τὸ πεδίο, νὰ ἔβρει διακρίσεις γιὰ τὴν ποιητικὴ ταυτότητα τοῦ κειμένου, ἀλλὰ ἡ κατάληξή του παραπάνω, ἐκτὸς ἀπὸ μία ἔξυπνη μετάθεση πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ ἀναγνώστη, ἀποτελεῖ καὶ μιὰ παραδοχὴ ἥττας – στὴν πραγματικότητα δὲν πρόκειται γιὰ ἧττα δική του, ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἀναπηρία τῶν λέξεων νὰ ὁρίσει διαχωρισμοὺς ἀνάμεσα στὸ συγκινησιακὸ φορτίο τῆς ποίησης καὶ σὲ ἐκεῖνο τοῦ πεζοῦ λόγου. Σημαίνει αὐτὸ πῶς ἡ διάκριση ἔχει καταργηθεῖ; Ὅτι κατὰ πὼς λέει ὁ Βαγενὰς πετᾶμε τὸ μπαλάκι στὸν ἀναγνώστη καὶ ἀπὸ διαφορετικοὺς δρόμους καταλήγουμε στὸν ἀπόλυτο ὑποκειμενισμό;  Ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη ἄποψη γιὰ ἕναν κριτικό τῆς λογοτεχνίας μὲ ἐμφανῆ τὰ σημεῖα κάποιας πνευματικῆς ὀκνηρίας καὶ ταυτόχρονα παράδοσης στίς μόδες τῆς ἐποχῆς.

Γιώργος Βιζυηνός, εξαιρετικός στο διήγημα, λιγότερο στην ποίηση…

Εὐτυχῶς δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ ὁμοιοκαταληξία δηλωτική του ποιητικοῦ κειμένου. Ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἐλεύθερου στίχου, ὑπῆρχαν πολλὰ ἀκόμη στοιχεῖα ποὺ ὅριζαν ἕνα ποίημα καὶ ποὺ σήμερα δείχνουμε νὰ τὰ ἔχουμε λησμονήσει. Πρῶτα ἀπ ὅλα ὁ ρυθμὸς – καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὸν ρυθμὸ τοῦ μέτρου, τοῦ ἔμμετρου στίχου, ἐκεῖνον ποὺ συμπίπτει μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα ὅταν ἀπαγγέλει, μὰ γιὰ τὸν ἐσωτερικὸ ρυθμὸ τοῦ ποιήματος, ἐκεῖνον ποὺ ὁ ποιητής, χωρὶς τὰ δεκανίκια τῆς ρίμας, θὰ πρέπει νὰ δημιουργήσει μόνος του. Ἐδῶ ξεκινᾷ καὶ ἡ μεγάλη σύγχυση γιὰ τὸν ἀναγνώστη, ποὺ κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρὰ του χωρὶς τὸ «λυσάρι» τῆς ὁμοιοκαταληξίας, θὰ πρέπει νὰ κοπιάσει γιὰ νὰ ἀνακαλύψει (στὸ βαθμὸ βέβαια ποὺ ὑπάρχει) ἐκεῖνον τὸν μοναδικὸ ρυθμὸ ποὺ ὁ ποιητὴς ἔφτιασε ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἐδῶ ἐπίσης καὶ ἡ μεγάλη πλάνη τῶν ὑποψήφιων ποιητῶν, ποὺ μὴ μπορώντας νὰ διακρίνουν τὶς διαφορὲς ρυθμοῦ μὲ τὸ πεζογράφημα, τὸ νομίζουν πανεύκολο νὰ γράψουν ἕνα ποίημα, ἀνακουφισμένοι ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ σκεφθοῦν λέξεις ποὺ νὰ ταιριάζουν μεταξύ τους ἢ ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ ἐκπαιδευτοῦν σὲ ἴαμβους καὶ δεκαπεντασύλλαβους (ρυθμό βεβαίως διαθέτει καὶ ἕνα πεζογράφημα, ἄλλης ποιότητας αὐτός, μὲ ἄλλα χαρακτηριστικά..).

Ὅμως ὁ ποιητικὸς ρυθμὸς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποιητικὸ μέτρο, βεβαίως μπορεῖ νὰ στηρίζεται καὶ σ αὐτό, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὸ ἀπουσιάζει διατηρεῖται καὶ λειτουργεῖ σὲ ἀνεξάρτητη ἀνάγνωση.

Ὅταν ὁ Βιζυηνὸς γράφει..

 

Κι  ἀπὸ τότε ποὺ θρηνῶ

τὸ ξανθὸ καὶ γαλανὸ

καὶ οὐράνιο φῶς μου,

μετεβλήθη ἐντός μου

καὶ ὁ ρυθμὸς τοῦ κόσμου.

 

..Μποροῦμε φυσικὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ μέτρο καὶ τὴν ὁμοιοκαταληξία, δίπλα ὅμως σ’ αὐτὰ ὑπάρχει ὁ ἄλλος ρυθμός, ὁ ἐσωτερικός, ἐκεῖνος ποὺ ὁ ποιητὴς δημιουργεῖ μὲ τὸν ἦχο, τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἁρμονία τῶν λέξεων, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ μὲ τὸ σύνολο τοῦ συγκινησιακοῦ του φορτίου τὴν ὥρα ποὺ γράφει. Μπορεῖ αὐτὴ ἡ διαδικασία νὰ ὁριστεῖ; Μάταιο, καθὼς ὁ κάθε ποιητὴς (ἰδιαίτερα τοῦ ἐλεύθερου στίχου) συνθέτει μοναδικὰ καὶ στὴν καλὴ ποίηση ἀνεπανάληπτα. Θὰ καταλάβουμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν σημασία τῶν ἀποχρώσεων καὶ τῶν ἐννοιῶν, ἂν προσπαθήσουμε νὰ παραλλάξουμε τὸ τελευταῖο δίστιχο, κάπως ἔτσι…

 

Ἄλλαξε μέσα μου

ἡ ἁρμονία τοῦ σύμπαντος

 

Τὸ νόημα παραμένει παραπλήσιο, ἡ λέξη «ἁρμονία» διαθέτει ἀπὸ μόνη της ἰσχυρὸ νόημα, ὅμως πόση διαφορά!, πόσο ὁ ρυθμὸς ξαφνικὰ προσγειώνεται, πεζολογεῖ, θὰ ἔλεγα μὲ «χυδαῖο» τρόπο «ξεφουσκώνει» καὶ μετατρέπει τὴν κορύφωση τῆς φόρτισης σὲ μιὰ ἄχρωμη φράση. Δεῖτε ἐπίσης πόσο σημαντικὰ μεταβάλλεται τὸ νοηματικὸ χρῶμα – στὸν Βιζυηνὸ ἡ γλῶσσα ὁμιλεῖ φυσικά, τὸ δίστιχο παραπέμπει μᾶλλον σὲ ἕναν δυναμισμό, σὲ κάποιου εἴδους ἐσωτερικὴ ἐξέγερση (διέγερση), στὰ μάτια μᾶς εἶναι ἀνάγλυφη ἡ εἰκόνα μιᾶς ἀποδόμησης, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐπαναδημιουργίας τὴν ἴδια ὥρα. Προσπαθῆστε νὰ ἐκφέρετε τὸν παραλλαγμένο στίχο καὶ θὰ δεῖτε τὴν διαφορά: Οἱ τόνοι χαμηλώνουν, ἡ κραυγὴ γίνεται ψίθυρος, οἱ δύο στίχοι παραπέμπουν μᾶλλον σὲ παραίτηση καὶ διάθεση minore παρὰ σὲ ἔκπληξη, θετικὴ στάση, ἀλλαγὴ ζωῆς. Δύσκολα θὰ τὰ ἀντιληφθεῖτε ὅλα αὐτὰ ἐὰν ἔχετε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὶς ἀνεπαίσθητες διαφοροποιήσεις καὶ ἀποχρώσεις τῶν λέξεων, ἀπὸ τὴν διαφορετικὸ νοηματικὸ χρωματισμό τους. Σ αὐτὴν τὴν περίπτωση θὰ ἐννοήσετε τὴν φράση «μέσα μου» σὰν μιὰ ἁπλὴ νεοελληνικὴ μεταφορὰ τοῦ «ἐντός μου», κάτι ποὺ σημαίνει πὼς «τὰ σωθικὰ» τὰ θεωρεῖτε ταυτόσημα μὲ «τὰ σπλάχνα», τὸ «διψάω» ταυτόσημο μὲ τὸ «διψῶ», κάποτε μπορεῖ νὰ ὁδηγηθῆτε νὰ μιλᾶτε γιὰ μυρωδιὰ πιστεύοντας πὼς μιλᾶτε γιὰ ἄρωμα. Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ ἀπώλεια νοηματικοῦ πλούτου, ἀπώλεια τῆς λεκτικῆς, ἄρα καὶ ἐπικοινωνιακῆς, ἱκανότητας καὶ ἀντίληψης. Στὴν λογοτεχνία δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα μὲ τήν κοινή ἔννοια ποὺ τὰ νοηματοδοτοῦμε στὴν καθημερινή ὀμιλία, ὑπάρχουν ἀποχρώσεις..

Κάποιοι θὰ ἰσχυριστοῦν πὼς ἡ παρουσία ρίμας καὶ μέτρου διευκολύνει τὸν ποιητὴ στὸ παραπάνω πεντάστιχο, ἃς δοῦμε λοιπὸν καθαρότερα τὴν παρουσία τοῦ ποιητικοῦ ρυθμοῦ στὸν Καρυωτάκη ἢ στὸν Καβάφη, ποιητὲς ποὺ τὶς περισσότερες φορές (ὁ Καβάφης κυρίως), ὄχι ἁπλὰ ἐξόρισαν τὴν ὁμοιοκαταληξία ἀπὸ τὴν ποίησή τους, ἀλλὰ ἐπέβαλλαν ποιητικοὺς ρυθμοὺς καὶ ἐν γένει τεχνικὲς ἄγνωστες σχεδὸν ἕως τὶς μέρες τους. Ὁ Καρυωτάκης βέβαια γενικῶς ὁμοιοκαταληκτεῖ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τότε ἡ μετρική του δὲν ὑπακούει σὲ κανόνες, ἔχει ἐναλλαγές, κάποτε χασμωδίες, ἄλλοτε λόγο ἀφαιρετικό. Ἃς δοῦμε μία στροφὴ ἀπὸ τὸ ποίημα «Οἱ Ἀγάπες» ὅπου ἡ ρίμα ἀπουσιάζει…

 

«Θὰ τελειώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,

θ΄ ἀπομείνουν βουβές, μυροφόρες.

Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα

θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω

τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους

ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου…»

 

Φαινομενικὰ ὁ στίχος δὲν ὑπακούει στὸν μετρικὸ ρυθμό, ὅμως ὁ ἐσωτερικὸς ρυθμὸς εἶναι ἐξακολουθητικὰ παρών, οἱ λέξεις ποὺ φαίνονται τυχαῖες κινοῦνται σὲ πεδίο προσεκτικὰ ἐπιλεγμένο, μὲ τὶς ἀντιθέσεις τοποθετημένες ἐκεῖ ποὺ πρέπει, (βουβὲς – ἥσυχη, βραδιάζει – φῶς…) καὶ κυρίως: ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀφαιρέσουμε τὴν δύναμη τοῦ περιεχομένου, τὸν ρυθμὸ τὸν ἀντιλαμβανόμαστε ἀμέσως μὲ μιὰ αἴσθηση συμμετρίας, μὲ μιὰ ἀποκορύφωση ποὺ ἐκτονώνει τὸ φορτίο τῶν προηγούμενων στίχων. Ὅλο κι ὅλο 26 λέξεις, ἁπλὲς καθημερινές, μὲ ἐξαίρεση ἴσως ἐκεῖνο τὸ «μυροφόρες», λόγος πεζὸς, ποὺ ὅμως, ἀκόμη καὶ ἐὰν δὲν ἔχουμε διαβάσει τὶς προηγούμενες στροφές, μπορεῖ νὰ σταθεῖ σχεδὸν ἀκέραιος ἐντός μας, ἀφήνει τὸ ἀποτύπωμα μιᾶς λύπης ἀπροσδιόριστης, μιᾶς συγκίνησης γιὰ τὴν φθορά, τὸ ξέθαμπο τῆς μνήμης, τὸ κενὸ καὶ τὴν ἀπώλεια. Πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐμὲ τὸ ἐκφράζει ὁ Τέλλος Ἄγρας στὴν κριτική του

«…Ἀληθινά, κάποια μικρὴ στιχουργικὴ Ἀναγέννηση ἐπήγασεν ἀπὸ τὸν Καρυωτάκη γιὰ τοὺς νεώτερούς του, κι ἴσως καὶ γιὰ μερικοὺς παλαιότερούς του… Ἂλλ΄ ὁ στίχος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ποικιλία του, παίρνει, στὰ χέρια τοῦ Καρυωτάκη, νεῦρα κι εὐρωστία, πατᾷ στερεά, στερεώτερα τελειώνει. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικό του! Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀφήνει, στὸ τέλος – ὅπως κι ὁ στίχος τοῦ Καβάφη – μιὰν αἴσθηση συμμετρίας! Καὶ μάλιστα μιὰν αἴσθηση ἐπιτυχίας, ἀκρίβειας, ὀξύτητας! Κάποιο στιχουργικὸ πεῖσμα νομίζεις ὅτι, στὸ τέλος, κατορθώνει, νὰ κάνει ρητὸ καὶ σαφές το σχῆμα τῆς στροφῆς, νὰ συνενώσει τὰ διεστῶτα, νὰ τετραγωνίσει τὰ ἀνυπόταχτα. Κι εἶναι πολλὰ αὐτὰ τὰ ἀνυπόταχτα καὶ τὰ ξεχόρδιστα, καθὼς εἴπαμε ἀμέσως μόλις: Ὁ ρυθμός, δηλαδή, τοῦ Καρυωτάκη, σπανίως χτυπᾷ ἰσόχρονα μὲ τὸ «μετρικὸ ρολόι», κι ὁ ἀκανόνιστος τονισμὸς τῶν περισσότερων στίχων του χρειάζεται ὁλοκληρωτικὴ ἀνασκευή, γιὰ νὰ ἁρμονιστεῖ μὲ ὁποιαδήποτε μετρικὴ ἀκολουθία. Ὁ δάκτυλος πηγαίνει μὲ τὸν ἀνάπαιστο, ὁ ἴαμβος μὲ τὸν τροχαῖο…».

Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπροσδιόριστος ὁ «μηχανισμὸς» ποὺ προσδίδει τὸν ρυθμὸ σὲ ἕνα κείμενο καὶ τὸ ἀπογειώνει, τὸ μετατρέπει σὲ ποίημα, τὸ φορτίζει μὲ τρόπο μοναδικό, κάτι ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταφέρουμε, ἀκόμη καὶ ἐὰν χρησιμοποιήσουμε τὶς ἴδιες λέξεις, τὸ ἴδιο θέμα, ἀνακαλέσουμε μέσα μας παρόμοια συναισθήματα. Ἴσως σὲ κανέναν ἄλλον ποιητὴ νὰ μὴν ὑπάρχει τόσο ἀπόλυτη ἀντιστοίχηση φόρμας καὶ περιεχομένου, κάποιες φορὲς θαρρεῖς πὼς ὁ Καρυωτάκης ἐφηῦρε τὴν δική του τεχνικὴ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀποτυπώσει μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἀκρίβεια τὸ κάθε συναίσθημα χωριστά – το ἔκανε χρόνια ἀργότερα ὁ Ἐλύτης, ὅταν γινόταν γλωσσοπλάστης γιὰ νὰ κατορθώσει νὰ ἀποτυπώσει πυρηνικὰ ἀκόμη καὶ τὴν ἐλάχιστη ἀπόχρωση, τὴν ἀνεπαίσθητη κυτταρικὴ μεταλλαγή…

Ἂν ὁ Καρυωτάκης διατηρεῖ τὴν ὁμοιοκαταληξία καὶ τὴν στρέφει στὰ δικά του ἐσωτερικὰ δώματα, ὁ Καβάφης τὴν καταργεῖ σχεδόν, εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ἄλλωστε ποὺ ὑποστηρίζουν πὼς ὁ Ἀλεξανδρινὸς ἦταν μέτριος στιχουργός, ἀπὸ ἀλλοῦ πηγάζει ἡ δύναμη τῆς ποίησής του. Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς, διαφωνῶ κάπως μὲ τὴν ἄποψη αὐτή, τὸ πιστεύω πὼς καὶ στὰ Καβαφικὰ κείμενα περιεχόμενο καὶ ρυθμὸς δίδουν σαφῆ ποιητικὴ ταυτότητα καὶ ὄχι ἁπλῶς ἕνα «πεζὸ ποίημα»… τὸ κείμενο τοῦ ὑποτιθέμενου συνομιλητή το διαχωρίζω με γράμματα πλάγια, γιὰ τὴν άναγνωστική διευκόλυνση τοῦ νέου εὶς τὰ ποιητικά – στό χειρόγραφο φυσικά δὲν ὑπάρχει ἡ διαφοροποίηση..

 

Ἡ πόλις

Εἶπες· «Θὰ πάγω σ’ ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ’ ἄλλη θάλασσα.

Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπὸ αὐτή.

Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτή·

κ’ εἶν’ ἡ καρδιά μου — σὰν νεκρὸς — θαμένη.

Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει.

Ὅπου το μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶ

ἐρείπια μαῦρα της ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,

ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα.»

Καινούριους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θάβρεις ἄλλες θάλασσες.

Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾷς

τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾷς·

καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ’ ἀσπρίζεις.

Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ — μὴ ἐλπίζεις—

δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.

Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ

στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ’ ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

 

Διαβᾶστε ἐδῶ τὸ ἀφιέρωμα στὸν Κωνσταντῖνο Καβάφη

 

Εξαιρετικές οι απαγγελίες της, με λίγη φιλολογική καθοδήγηση θα ακουμπούσε το άριστο…

Ξεχάστε γιὰ λίγο το ἰδιόλεκτο, τὸ ἐξαιρετικὸ περιεχόμενο, τὶς πολλαπλὲς ἑρμηνεῖες, ἐπικεντρωθεῖτε στὴν ἀνάγνωση, στὶς παύσεις, στὶς ἀνάσες τῶν νοημάτων. Κι ὅμως, ὅσο κι ἂν φαίνεται πὼς τὸ ποίημα δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κλασικοὺς ποιητικοὺς κανόνες, ἔχει κανόνες δικούς του, φτιαγμένους ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἔχει τὸν δικό του ρυθμό, τὸν δικό του βηματισμό, μιὰ ἁρμονία ποὺ δύσκολα θὰ συναντήσετε σὲ ἕνα πεζογράφημα, ὅσο πυκνὸ κι ἂν εἶναι. Θὰ τὸ καταλάβετε ἀκόμη καλύτερα ὅταν ἀκούσετε μιὰ σωστὴ ἀπαγγελία. Στὸ www.kavafis.gr βρεῖτε τὸ ποίημα καὶ ἀκοῦστε τὰ ἠχητικά του, ἀξίζει τὸν κόπο. Κατὰ ἕνα περίεργο τρόπο ὁ ἐξαιρετικὸς Δημήτρης Χὸρν ἀποτυγχάνει στα σημεῖα, μέσα ἀπὸ ἕνα περίεργο τρὰκ ἔχει ἀκόμη καὶ προβλήματα ἄρθρωσης. Γιὰ τὸν Μίμη Σουλιώτη δὲν τὸ συζητῶ, κάποιος ποὺ διαβάζει τὴν λίστα μὲ τὰ ψώνια ἑρμηνεύει καλύτερα τὶς φράσεις (εἶναι φανερὸ βέβαια πὼς ὁ Σουλιώτης τὸ κάμει μᾶλλον ἐπίτηδες, ἀπὸ ἐχθρότητα πρὸς τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀπαγγελία…). Περιέργως, ἡ μόνη ἀπαγγελία ποὺ διασῴζεται, ποὺ διαθέτει ἑρμηνεία τοῦ κειμένου, εἶναι μιᾶς ἠθοποιοῦ μὲ ἕνα μικρὸ ἐλάττωμα στὴν ἄρθρωση, ἐκείνη τῆς Ἕλλης Λαμπέτη. Ὅμως ἡ ἀπαγγελία καὶ ἡ ἑρμηνεία δὲν εἶναι μόνο θέμα ὀρθοφωνίας, πρωτίστως στηρίζεται στὸ λεκτικὸ καὶ συναισθηματικὸ φορτίο ποὺ κουβαλᾷ ὁ καθείς, στὴν ἱκανότητά του νὰ συναισθανθεῖ τὴν συγκίνηση τὴν ὥρα τῆς ποιητικῆς γραφῆς.

Γλῶσσα φορτισμένη μὲ νόημα, ἀδιάλειπτος ρυθμός, τὸ συναίσθημα στὴν μεγίστη κατἀ τὸ δυνατόν ἔνταση· γιὰ νὰ δοῦμε, κάπου, κάπως, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε, νὰ κάμωμε μία ἀρχή. Μήπως νὰ ἐπιχειρούσαμε καὶ μία ἱεροσυλία; Ἃς δοῦμε τώρα τὸν ὁρισμὸ τοῦ Pound παραλλαγμένο…

«…γλῶσσα φορτισμένη μὲ νόημα, ρυθμὸ καὶ (συναισθηματικὴ) ἔνταση, στὸν ἀνώτατο δυνατὸ βαθμό…»

Κρατῆστε αὐτὸν τὸν ὁρισμό. Βεβαίως ἀκόμη ἀτελής, ἀκόμη γενικός, ἴσως ὅμως καὶ ὁ καλύτερος ποὺ διαθέτουμε. Ἄλλωστε θὰ μᾶς φανεῖ ἰδιαίτερα χρήσιμος παρακάτω, ὅταν ἀναζητήσωμε τοὺς λόγους ποὺ ἡ ποίηση βρίσκεται τόσο χαμηλὰ στὶς ἀναγνωστικὲς προτιμήσεις καὶ ἀναγνῶστες, κατὰ τὰ ἄλλα ἀξιόλογοι, λειτουργοῦν φοβικὰ σὲ κάθε ἀπόπειρα προσέγγισης καὶ ἑρμηνείας της.

(Έδῶ ξεκινοῦσε τὸ δεύτερο μέρος τοῦ κειμένου)

«ΠτΘ: Διαβάζει, κύριε Βαρβέρη, ὁ κόσμος σήμερα ποίηση;

Γ.Β.: Ἐγὼ πιστεύω ὅτι δὲν διαβάζει ὁ κόσμος ποίηση, ἀκόμη καὶ ἂν τὴν διαβάζει, ἁπλὰ τὴν ἀναγιγνώσκει, δὲ νομίζω ὅτι τὴ διαβάζει.

Ζοῦμε, πλέον, σὲ ἐποχὲς ποὺ ὁ λόγος ἔχει ὑποχωρήσει καὶ ὁ λόγος εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὄργανο τῆς ποίησης στὴν πιὸ ἐξελιγμένη καὶ συμπυκνωμένη μορφή του.

Δὲν ἔχω καμιὰ ἀμφιβολία, ὡστόσο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ψάχνουν τὴν ποίηση, ἀλλὰ ψάχνουν ἔξω ἀπὸ τὸ ποιητικὸ γεγονός, αὐτὸ κὰθ΄ἑαυτό, πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις, ποιητικοφανεῖς ἐνδεχομένως.»

(Ἀπὸ συνέντευξη τοῦ Γιάννη Βαρβέρη στὸν Μπάμπη Καλπάνη, Παρατηρητὴς τῆς Θρᾴκης on line, ὑπογραμμίσεις δικές μου)

Εἶναι μιὰ ἄποψη, (ὅπως βλέπετε, σχεδὸν ταυτίζεται μὲ τὸν ὁρισμὸ ποὺ σχηματίσαμε παραπάνω), μὲ τὴν ὁποία δύσκολα θὰ διαφωνήσει κανεὶς – ἂν ἔχω μία μικρὴ ἔνσταση εἶναι στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὅπου ἡ ἐξορία τῆς ποίησης διαπιστώνεται στὴν συγκυρία. Ἡ προσέγγιση τοῦ ποιητικοῦ κειμένου ἦταν πάντα προβληματικὴ στὴν Ἑλλάδα, μὴν γελιέστε ἀπὸ τὰ Νόμπελ καὶ τὰ ἠχηρά των  μικροφώνων, λίγοι διαβάζουν ποίηση, ἀκόμη λιγότεροι τὴν ἀγοράζουν, ἐλάχιστοι τὴν κατανοοῦν καὶ τὴν ἀφομοιώνουν στὴν συνείδησή τους. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου, (ποὺ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι πλέον ἑλληνικὸ προνόμιο), εἶναι ὑπόθεση σημαντικὴ γιατί, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀποκαλύπτει σημαντικὰ προβλήματα παιδείας καὶ αἰσθητικῆς.

Δὲν νομίζω πὼς χρειάζεται ἰδιαίτερη φλυαρία γιὰ νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ἀπέχθεια, ἡ ἀποστροφὴ πρὸς τὴν ποίηση – ἐὰν διαβάσετε προσεκτικὰ τὸν ποιητικὸ ὁρισμό μας, («…γλῶσσα φορτισμένη μὲ νόημα, ρυθμὸ καὶ (συναισθηματικὴ) ἔνταση, στὸν ἀνώτατο δυνατὸ βαθμό…»), ἡ ἑρμηνεία προκύπτει σχεδὸν ἀβίαστα.

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὁ ἀπαιτούμενος κόπος. Ὁ, συνήθως συμπυκνωμένος νοηματικὰ ποιητικὸς λόγος, ἀπαιτεῖ προσήλωση, ἀναγνωστικὴ ἐπανάληψη, πολλὲς φορὲς προβληματισμὸ ἐπάνω σε ἀμφισημίες καὶ ἀντιφατικὲς ἑρμηνεῖες. Μὲ ἄλλα λόγια ἀπαιτεῖ συμμετοχὴ ἐνεργητικὴ καὶ πρὸς τοῦτο διαφέρει ἀπὸ πολλὰ πεζογραφήματα. Στὴν ποίηση, ἀκόμη καὶ τὴν ὀλιγόστιχη, ἀκόμη καὶ ἐκείνη τῶν δύο στίχων, δὲν μπορεῖς νὰ παραμείνεις θεατής, δὲν ἔχεις κάποια πλοκὴ νὰ παρακολουθήσεις, ἡ «τηλεοπτικὴ» ἀνάγνωση εἶναι ἄγνωστη στὸ ποιητικὸ κείμενο. Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν πνευματικὸ μόχθο, διάθεση ἑρμηνείας τοῦ κειμένου μὲ ὅσα πνευματικὰ ἀποθέματα διαθέτει κανείς, εἶναι σὰν ἔχετε ἕναν κινητῆρα ποὺ πρέπει νὰ τὸν φτάσετε στὰ ὅρια τῶν στροφῶν του. Ἀκόμη καὶ ἔτσι, θὰ ὑπάρξουν φορὲς ποὺ τὸ ποίημα θὰ μείνει ἄγνωστο ἢ μερικῶς ἑρμηνευμένο, ποὺ θὰ χρειαστεῖ ὁ ἀναγνώστης νὰ ἐπανέλθει, νὰ λύσει μιὰ σπαζοκεφαλιά, ἕνα παιχνίδι μὲ τὶς λέξεις, κάποια ἀφαιρετικὴ λειτουργία τῆς γλώσσας. Γιὰ τοῦτο τὸν κόπο, γὶ αὐτὴν τὴν προσπάθεια ἐλάχιστοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ θυσιάσουν ἀκόμη καὶ ἕνα μικρὸ μέρος τοῦ χρόνου τους, καθὼς ἡ ψυχαγωγία ἔχει πρὸ πολλοῦ ταυτιστεῖ μὲ τὴν πλήρη ἀδράνεια, περίπου μιὰ ὑπνωτικὴ κατάσταση τοῦ πνεύματος, τὸν ἀναγνωστικὸ αὐτοματισμὸ στὴν καλύτερη περίπτωση μὲ κείμενα σχεδὸν εἰκονογραφημένα.

Ἃς ἀφήσουμε τὶς νοηματικὲς δυσκολίες, νομίζω πὼς τὸ πρόβλημα ἔγινε κατανοητό, ἃς πᾶμε στὸ δεύτερο μέρος τοῦ ὁρισμοῦ, τὸν ρυθμό, τὸν σχεδὸν πάντοτε ἀδιάλειπτο ρυθμό. Αὐτὴ ἡ ἀνίχνευση δὲν εἶναι πάντα εὔκολη γιατί ἀπαιτεῖ ἕναν συγχρονισμὸ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀναγνώστη, μιὰ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ ἀπομόνωση, τὴν πλήρη προσήλωση ἐπάνω στὸν στίχο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ χορὸς ἀπαιτεῖ μία αἴσθηση μουσικοῦ ρυθμοῦ, ἡ ποίηση προϋποθέτει μία ἐκπαίδευση στὸν κρυμμένο ρυθμὸ τῶν λέξεων, τῶν φράσεων. Στὸν ἐλεύθερο στίχο αὐτὴ εἶναι πολλὲς φορὲς μία κοπιώδης διαδικασία – ἰδιαίτερα γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν ποίηση, ἡ μουσικότητα τοῦ κειμένου, (ὁ βηματισμός του), δὲν εἶναι πάντα ἀντιληπτὴ μὲ τὴν πρώτη ἀνάγνωση, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ ὄπερα σὲ ἕναν ἀμύητο στερεῖται ἁρμονίας καὶ φτάνει στὰ αὐτιά του σὰν ἕνα σύνολο ἀπὸ ὑστερικὲς κραυγές.

Τέλος, ἡ συναισθηματικὴ ἔνταση, ἡ συγκινησιακὴ φόρτιση. Ἐὰν στὸ πεζογράφημα τὸ συναίσθημα ἁπλώνεται σὲ ἀποχρώσεις σὲ διαφορετικὲς σελίδες, σὲ σκόρπιες παραγράφους  ἢ ἀκόμη καὶ στὶς ἀράδες τοῦ ἐπιλόγου, στὴν ποίηση μπορεῖ νὰ ξεκινᾷ ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν τίτλο, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἕνα σημεῖο στίξης, ἕνα ἐπιφώνημα, ἀκόμη καὶ μία παύση, κάποτε μὲ τὴν ἐπιτυχημένη χρήση τῶν ἀποσιωπητικῶν. Ἃς δοῦμε ὅλη αὐτὴν τὴν νοηματικὴ συμπύκνωση μὲ δύο τυχαία παραδείγματα.

Μπορεῖ κάποιος νὰ γράψει ἕνα ὁλόκληρο μυθιστόρημα σχετικὸ μὲ τὸ λεγόμενο «σύνδρομο τῆς ἄδειας φωλιᾶς», τὸ τεράστιο δηλαδὴ συναισθηματικὸ κενὸ ποὺ δημιουργεῖται στοὺς γονεῖς ὅταν τὰ ἐνήλικα πλέον παιδιὰ ἀφήνουν τὸ πατρικὸ σπίτι γιὰ νὰ περπατήσουν τὸ δικό τους μονοπάτι – καὶ πράγματι μυθιστορήματα γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἔχουν γραφεῖ πολλά, κάποια  ἀξιόλογα. Ὅμως, γιὰ δεῖτε ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγαμε πρὶν γιὰ τὸ νόημα, τὴν φόρτιση, τὸν ρυθμό, πῶς ἀποτυπώνονται σὲ ἕνα μικρὸ ποίημα τῆς Βακαλό

 

Τὸ τέλος τοῦ σπιτιοῦ

Μιὰ μέρα, ὁ μεγάλος μου γιὸς εἶπε:

«Τὸ βράδι δὲ θὰ γυρίσω σπίτι νωρίς».

Ἔβαλα τὰ μικρὰ νὰ κοιμηθοῦνε,

καὶ τότε θαρρῶ πὼς κοίταξα τὸ σπίτι μας γιὰ πρώτη φορά.

Ἦταν παλιό,

καὶ τὸ χειμῶνα θὰ ἔσταζε μὲ τὶς βροχές.

 

Μέσα σὲ ἑπτὰ στίχους, (γιατί φυσικὰ στίχος εἶναι καὶ ὁ τίτλος), συμπυκνώνεται ἕνα ὁλόκληρο μυθιστόρημα. Ἡ ξαφνικὴ ἀλλαγὴ τῆς πραγματικότητας μέσα ἀπὸ τὴν συναισθηματικὴ ἔνταση καὶ μεταβολή, ὁ χειμῶνας τῆς μοναξιᾶς ποὺ ἐπέρχεται ἀπειλητικά, τὰ ἀσήμαντα ποὺ γίνονται σημαντικὰ ὅταν ἡ ἀπουσία δημιουργεῖ κενό, ἡ ἀλλαγὴ τῆς ματιᾶς ἐπάνω στὰ πράγματα. Σὲ δεύτερη ἀνάγνωση τὸ γῆρας, ἡ φθορά, ἡ μελαγχολία μετὰ ἀπὸ τὸ τέλος μιᾶς πορείας, τὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς σκοποῦ, τὸ κρύο σὲ ψυχὲς καὶ σώματα ποὺ κάποια στιγμή, ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ ἔρθει. Θυμηθεῖτε, γλῶσσα φορτισμένη μὲ νόημα στὸν ἀνώτατο βαθμό…

Ἰδοὺ καὶ ἕνα ἀκόμη παράδειγμα, ἀπὸ τὴν Λιλὴ Ἰακωβίδη

 

Ἐπίγραμμα στὸ 1941

Κι ὁ ἀκριβός μου!

Κι ὁ ἄντρας μου!

Κι ὁ γιός μου!

Κι ὁ πατέρας!

Πάει ὅλη ἡ γλύκα τοῦ βραδυοῦ,

Κ’ ἡ λάμψη πάει τῆς μέρας…

 

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ποίηση ἀπαιτεῖ τὴν πλήρη διανοητικὴ καὶ συναισθηματικὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, γίνονται πιστεύω κατανοητὲς καὶ οἱ φοβικὲς συμπεριφορὲς ἀπέναντί της. Ἀπέναντι σὲ μιὰ ἀντίληψη ποὺ προωθεῖ τὴν εὐκολία, τὴν ἀνώδυνη ἀνάγνωση, τὸν ἐλεύθερο χρόνο σὰν διαφυγή, ἀπόδραση ἀπὸ τὴν δύσκολη πραγματικότητα, ἡ ποίηση ἔρχεται νὰ κτυπήσει κώδωνες μὲ ἕναν τρόπο ἀρκετὰ ἐπώδυνο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀνάγνωση τῆς ποίησης ἀνοίγει ἐπικίνδυνες πόρτες, βγάζει τοὺς σκελετοὺς ἀπὸ τὴν ντουλάπα, φέρνει στὴν ἐπιφάνεια τοὺς πιὸ ἀνομολόγητους φόβους καὶ τὰ πιὸ ἔντονα συναισθήματα. Αὐτὴ εἶναι μιὰ διαδικασία δύσκολη ποὺ δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ τὴν ἀνθέξει ὁ καθεὶς χωρὶς τὸ ἀνάλογο κόστος.

Ὅμως, εἶναι μόνο αὐτό; Εἶναι μόνο οἱ ἐσωτερικὲς διεργασίες τῆς ποίησης ποῦ τὴν κάμουν δύσκολη γιὰ τοὺς περισσότερους; Αὐτονόητη ἡ ἀπάντηση. Δίπλα στὸ ἐγγενὲς πρόβλημα ὑπάρχουν καὶ κάποιοι στέρεοι ἐξωτερικοί, θεσμικὲς λειτουργίες, ποὺ ὑποβοηθοῦν ἀποτελεσματικὰ τὴν ἀπαξίωση τῆς λογοτεχνίας – καὶ οἱ βασικότεροι σχετίζονται μὲ τὴν παιδεία καὶ τὴν γλῶσσα. Σὲ μία ἐποχὴ βέβαια ποὺ ἡ πρόσληψη πληροφοριῶν μοιάζει χαώδης καὶ ἡ διαμόρφωση συνειδήσεων κατακερματίζεται σὲ χιλιάδες παράγοντες, εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἐντοπίσει κανεὶς ἐκείνους ποὺ κρατοῦν τὸν πιὸ βαρύνοντα ρόλο στὴν ὑποχώρηση τῆς ποιητικῆς ἀξίας καὶ γενικότερά της λογοτεχνίας.

Ἡ ποίηση σὲ μιὰ κοινότητα, σὲ μιὰ κοινωνία, ἀτονεῖ ὅσο μειώνονται οἱ συνειδήσεις ποὺ τὴν κρίνουν ἀναγκαία γιὰ τὴν ἀνάπτυξή τους, τὴν ὁλοκλήρωσή τους. Ἐκεῖνοι ποὺ κατηγοροῦν τοὺς διανοούμενους γιὰ ἐλιτισμό, ὅσοι σταυροκοποῦνται καὶ μόνο στὴν θέα ἑνὸς ποιητικοῦ κειμένου, εἶναι πρωτίστως θυμωμένοι καὶ ἔκπληκτοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ ἰδιαίτερα μετὰ ἀπὸ τὴν μεταπολίτευση, ὅλα τα φάρμακα ἀποδείχθηκαν ἀνεπαρκῆ. Ὁ καταναλωτισμός, τὸ shopping therapy, ἡ καταφυγὴ στὴν ἐργασιομανία καὶ στὸν πλουτισμό, ἡ πολιτική, οἱ μαζικὲς ἰδεολογίες, οἱ μαζικὲς κοινωνίες, ἡ περιχαράκωση σὲ ἕναν αὐτιστικὸ ἀτομικισμὸ – ὅλα δοκιμάστηκαν καὶ ὅλα ἀπογοήτευσαν. Μιὰ περίεργη δύναμη τῆς ἀδράνειας ὁδηγεῖ τοὺς περισσότερους νὰ δοκιμάζουν τὰ ἀποτυχημένα, νὰ συνεχίζουν νὰ ἀναζητοῦν θεραπεία σὲ φάρμακα ποὺ ἔχουν λήξει. Χύνεται πολὺ ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ μελάνι γιὰ τὴν ἀναζήτηση λύσεων, μὰ κανεὶς δὲν τολμᾷ, κανεὶς δὲν σκέφτεται καν νὰ ψελλίσει τὸ αὐτονόητο: ἡ παρηγορία καὶ οἱ «λύσεις» γιὰ ἕναν λαὸ βρίσκονται πάντοτε στὰ ἄριστα τῶν κειμένων του, στὴν πεμπτουσία τῆς σκέψης τῶν πρωτοπόρων, τῶν τολμηρῶν, τῶν αἱρετικῶν του στὸ βάθος τῆς ἱστορίας.

Μὰ εἶναι ἡ ποίηση, (ἅς μου ἐπιτραπεῖ ἡ χυδαία μεταφορά), ἕνας ἑλβετικὸς σουγιάς; Μπορεῖ ἡ λογοτεχνία, (καὶ μέσα στὴν καλὴ λογοτεχνία συναθροίζω καὶ τὸ καλὸ δοκίμιο, τὸ ἐπιστημονικὸ κείμενο, κάθε κείμενο μὲ ποιότητες), νὰ δείξει δρόμους ἀποτελεσματικοὺς καὶ νὰ δώσει ἀπαντήσεις στὰ ἐπείγοντα καὶ στὰ διαχρονικά; Ώ, ναί, τὸ μπορεῖ καὶ μάλιστα μὲ περισσὴ ἐπάρκεια καὶ τὸ «περισσὴ» ἐδῶ ἔχει τὴν ἔννοια τῶν πολλαπλῶν ἐπιλογῶν, τῶν ἄπειρων προσεγγίσεων στὸ ἴδιο θέμα. Τὸ δυστύχημα εἶναι πὼς γιὰ νὰ στραφεῖ μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία σὲ δρόμους τελείως διαφορετικοὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ περπατᾷ σχεδὸν ὑπνωτισμένη, χρειάζεται μιὰ ἐπανεκπαίδευση ἀκόμη καὶ στὰ αὐτονόητα καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ διαδικασία ποὺ ἐλάχιστοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν, καθὼς εἶναι πολύχρονος, ἐπώδυνη καὶ κοπιώδης.

Πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἕνας συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ μόλις γέμισε τὶς τρεῖς τέσσερις πρῶτες σελίδες ἀπὸ τὸ κείμενό του (συνεχίζει νὰ ἐπιμένει στὸ χειρόγραφο…), ἄφησε κάτω τα μολύβια του καὶ ἐκεῖ ἦταν ποὺ τὸν βρῆκα νὰ κοιτᾷ τὸ κενὸ μὲ βλέμμα ἀπλανές. Δὲν χρειάστηκε νὰ ρωτήσω…

«Δὲν μπορῶ νὰ συνεχίσω», μοῦ εἶπε, «δὲν μπορῶ κάν νὰ κορυφώσω τὸ κείμενο, πῶς νὰ γράψω γιὰ τὰ ἐπὶ μέρους, γιὰ τὰ βαθύτερα, ὅταν νοιώθω πὼς μὲ τὸν ἀναγνώστη δὲν ἔχουμε ἀκόμη συνεννοηθεῖ γιὰ τὰ αὐτονόητα; Εἶναι σὰν νὰ γράφω μόνο γιὰ μένα, δὲν ὑπάρχει ἕνα νῆμα νὰ συνεχίσω, εἶναι σὰν νὰ ξεκινοῦν κάθε φορά ὅλα ἀπὸ τὴν ἀρχή…».

Δυστυχῶς κατάλαβα ἀπόλυτα τὸ πῶς ἔνοιωθε, τὸ τί ἤθελε νὰ ἐκφράσει. Ἡ λογοτεχνία  ἐπιζητεῖ τὰ σημεῖα ἀναφορᾶς, μιὰ πνευματικὴ σκυταλοδρομία, σημαδάκια στὸν πνευματικὸ χάρτη μιᾶς κάποιας ἐξέλιξης. Δὲν ἔχει νόημα σὲ κάθε ἄρθρο νὰ προσπαθεῖς νὰ συνεχίσεις ἕνα νῆμα, ὅταν καὶ οἱ δύο ἄκρες του εἶναι ἐλεύθερες, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀντίλαλος – ὄχι γιατί δὲν ἀκούγεσαι ἀπέναντι, ἀλλὰ γιατί ἡ γλῶσσα ποὺ μιλᾷς εἶναι πιὰ ἄγνωστη, ἀκατανόητη καὶ ἄρα ἀδιάφορη. Αὐτὸς ὁ κατακερματισμός, αὐτὴ ἡ παντελὴς ἀνυπαρξία κριτηρίων, ἀξιολόγησης τῆς ποιότητας, ἀκυρώνει αὐτόματα κάθε προσπάθεια γιὰ ἐξέλιξη, κάθε «κέφι» γιὰ βελτίωση – ποιὸ τὸ νόημα ὅταν ὅλα θὰ καταλήξουν στὸν ἴδιο χυλό, γιατί νὰ ὑπάρξει πνευματικὴ ἔνταση καὶ προσπάθεια ὅταν κάθε κείμενο συνυπολογίζεται μὲ ὅλα, ἀποτελεῖ μία ἀκόμη τελεία στὸν σχηματισμὸ μιᾶς εὐθείας;

Μὴν γελιέστε, ὅλα αὐτὰ δὲν συγκροτοῦν μιὰ ἀπαισιόδοξη πραγματικότητα, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο πὼς ἡ ποιότητα σπάνια συγχρονίζεται μὲ τὴν ἐποχή της. Ἐπιπλέον καμία ἐξορία δὲν εἶναι ἰσόβιος, αἰώνια, ἡ ποίηση καὶ τὸ καλὸ κείμενο δὲν ἀποδομοῦνται ἐπειδὴ μειώνονται οἱ ἀναγνῶστες τους, ἐπειδὴ περιορίζεται ἡ χρήση τους. Βεβαίως μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μιὰ χειμερία νάρκη, βεβαίως οἱ μεταστροφὲς ἀργοῦν , κάποτε μπορεῖ νὰ χρειασθοῦν ἀρκετὲς γενιὲς προτοῦ ἀποκαλυφθοῦν.

Ὅμως ἀκόμη καὶ γιὰ μία θλιβερὴ μειονότητα, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν μία ἀνήσυχη συνείδηση, ἡ ποίηση εἶναι ἐκεῖ, παροῦσα, ἀδιαλείπτως προσφέρουσα τὴν ἀρωγή της. Ἡ στιγμὴ ποὺ πάνω της θὰ σκύψουν περισσότεροι, ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ τὸν βαθμὸ ἀπελπισίας τους, τὸν θυμό τους, τὸν πόνο τους, τὴν συνειδητοποίηση πὼς ἡ παρηγορία καὶ ἡ λύτρωση χρειάζονται τὸν δικό τους κόπο, ἕναν βηματισμὸ ταχύτερο, μιὰ ἀναπτυγμένη κριτικὴ σκέψη. Καὶ μόνο γι’ αὐτὴν τὴν πιθανότητα τὰ μολύβια δὲν πρέπει νὰ κατέβουν, ἐκεῖνοι ποὺ σκέπτονται δὲν μποροῦν νὰ ἀδρανήσουν.

Ὄμορφα τὸ γράφει ὁ Μόντης, ἀς κλείσωμε μὲ πέντε στίχους του..

 

Κάθοδος τῶν Μυρίων

Μᾶς σκότωσαν τούς άρχηγούς

κ’ έπιστρέφουμε άκέφαλοι

μ’ὁδηγό – τί νὰ κάναμε; – ἕνα γραφιά!

(Ὅμως ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς αὐτοί οἱ γραφιᾶδες

ξέρουν νὰ βρίσκουν τὴ θάλασσα!..)

Κράτα το

“…πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἀπέναντι σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…»

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

2 Σχόλια on "Ἰδού ἕνα πρωτότυπο ἐρώτημα: τί εἶναι ποίηση;"

Notify of
avatar
Sort by:   Τὰ πλέον πρόσφατα | Τὰ παλαιότερα | Τὰ πλέον δημοφιλῆ
γιώργος δέλμης
Guest
γιώργος δέλμης

Αγαπητέ Μάνο. Είχα πράγματι καιρό πολύ να διαβάσω ένα τόσο όμορφο πόνημα, και μάλιστα περί ποιήσεως. Όμορφο διότι απλώς, κατά την ανάγνωση, μόνον όμορφες εικόνες, γλυκιές σκέψεις μου δημιουργούσε. Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς για τον κόπο και τον χρόνο σου. Επίτρεψέ μου να καταθέσω και την δική μου, εμού του ελαχίστου διακόνου της ποιήσεως, άποψη περί του τι είναι ποίηση. Ποίηση λοιπόν, είναι η κωδικοποιημένη περιγραφή της πραγματικότητας, με μι αγραφή που έχει ρίζες στο παρελθόν και εκτείνεται στο άπειρο. Σ’ ευχαριστώ και πάλι για την ευκαιρία να διαβάσω αυτό το όμορφο πόνημα σου. γιώργος δέλμης, διάκονος ποιητής.

wpDiscuz