Ἱστορία καί Ἑλληνική Ποίηση

(Ὅποιος τό ἐπιθυμεῖ μπορεῖ νά διαβάσει ὁλόκληρο τό κείμενο σέ μορφή pdf στήν Academia, ἀλλά ὑπάρχει πιθανότητα νά ἀπουσιάζουν ὁρισμένες φωτογραφίες, ἐνῶ ἡ πολυτονική γραφή μπορεῖ νά ἀλλάξει πρός τό χειρότερο τήν μορφοποίηση τοῦ κειμένου)

Oskar Potiorek

Ὁ καημένος ὁ Φερδινάνδος θέλει νά ἐπιστρέψει σπίτι του,

τόν κούρασαν τά γυμνάσια, οἱ παρελάσεις καί τά πανηγύρια,

τά καχύποπτα βλέμματα, οἱ προφυλάξεις, ἡ ἔλλειψη ἀνέσεων,

οἱ βόμβες πού σκᾶνε κάτω ἀπ’ τό αὐτοκίνητό του·

Κι ἄλλωστε τί γυρεύει αὐτός στό Σεράγεβο, τό μικρό, τό ἄξεστο,

τό παθιασμένο ἀπό μάχες καί  ἧττες, τό γεμάτο ἐθνικιστές

καί συνωμότες;..

 

…Μά τόν πείθει ὁ στρατηγός Ποτιόρεκ νά παρατείνει τήν παραμονή,

λησμονῶντας τό Κοσσυφοπέδιο,

ἀγνοῶντας τήν Ἱστορία, τυφλός στό μῖσος

πού ματώνει τούς δρόμους!..

 

…Χρόνια μετά ὁ στρατηγός ἀνακαλεῖ τήν μνήμη τῶν ἡμερῶν ἐκείνων,

τά νεκρά σώματα στ’ αὐτοκίνητο, τίς μάχες τοῦ μετώπου,

τά παραμορφωμένα πρόσωπα τῶν χαρακωμάτων…

Ψάχνει τά βιβλία ἱστορίας, τούς νεκρούς τοῦ μεγάλου πολέμου·

πουθενά  γραμμένο τ’ ὄνομά του, ἀνύπαρκτος στήν μνήμη.

Κι ἔτσι πεθαίνει ἥσυχος στήν μεγάλη του ἔπαυλη,

τό σωτήριο ἔτος 1933,

τήν ὥρα πού γυαλίζει τά παράσημά του.

(Στράτος Κοντόπουλος, 1975, ἀνέκδοτο).

(σ.σ: Γιά τήν κατανόηση τοῦ ποιήματος νά ποῦμε ὅτι ὁ Ὄσκαρ Ποτιόρεκ ἦταν ὁ διοικητής τῆς Βοσνίας – Ἐρζεγοβίνης καί αὐτός πού ἐπίσημα προσκάλεσε τόν Φερδινάνδο νά τήν ἐπισκεφθῆ. Μέ δική του παρότρυνση, ὁ Ἀρχιδούκας παρέτεινε τήν ἐπισκεψή του, ἐνῷ ἤθελε νά φύγει πρίν ἀπό τίς 28 Ἰουνίου 1914 πού ἔγινε ἡ δολοφονία. Πολλοί ἱστορικοί θεωροῦν ὅτι ἡ δολοφονία θά μποροῦσε νά ἀποφευχθεῖ, ἐάν ὁ Ποτιόρεκ δέν εἶχε ἀποδειχθεῖ ἐντελῶς ἀνίκανος νά συντονίσει τό πρόγραμμα καί τήν φύλαξη τοῦ Φερδινάνδου. Ἡ ἀναφορά στό Κοσσυφοπέδιο γίνεται καθώς ἡ 28η Ἰουνίου ἦταν καί ἡ ἐπέτειος τῆς ὁμώνυμης μάχης ποὐ ὁδήγησε μεσοπρόθεσμα στήν ὑποταγή τῶν Σέρβων στήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία. Τό ποίημα τοῦ Κοντόπουλου στήν οὐσία του θέτει ἐρωτήματα γιά τό παρασκήνιο τῆς Ἱστορίας καί τά κριτήρια ἐπιλογῆς γιά τό σημαντικό ἤ ἀσήμαντο τῶν γεγονότων.)

Εἶναι αὐστηροί οἱ μέλλοντες.

Θά δεῖτε,

θά μᾶς τιμωρήσουν

πού σπαταλᾶμε ἔτσι ἐνεστῶτες.

(Ε.Μύρων)

Πῶς ἐπικοινωνοῦμε μέ τήν ἱστορία; Ὁ ἀκαδημαϊκός τρόπος εἶναι γνωστός – ἱστορία μαθαίνουμε στό σχολειό καί στό Πανεπιστήμιο, σέ ἐκδηλώσεις καί ὁμιλίες, σέ παρελάσεις καί ἀποκαλυπτήρια ἀγαλμάτων. Ἅς ἐπαναδιατυπώσουμε λοιπόν τό ἐρώτημα – πῶς πραγματικά ἐπικοινωνοῦμε μέ τήν ἱστορία; Ὑπάρχει τρόπος νά βιώσουμε, (νά ἀποκτήσουμε δηλαδή συναίσθηση…), ἕνα ἱστορικό γεγονός ὅταν ἀπουσιάζει ἡ μνήμη, ὅταν τό γεγονός ἔχει συμβεῖ ἑκατοντάδες ἤ καί χιλιάδες χρόνια πρίν; Ἀπό τίς πάμπολλες ἀπαντήσεις πού ἔχουν δοθεῖ στό ἐρώτημα, ἅς ἐπιλέξουμε ἐκείνη ποῦ σχετίζεται μέ τό σημερινό θέμα καί προέρχεται ἀπό ἕναν διανοούμενο γνωστό στούς κύκλους τῆς λογοτεχνίας, τόν Raymond Williams, (Κουλτούρα καί Ἱστορία, εἰσαγωγή – μετάφραση Βενετία Ἀποστολίδου, Ἀθῆνα, Γνώση, 1996, δυστυχῶς ἐξαντλημένο). Ἡ περίφημη ἔννοια πού πρότεινε καί ἐν τέλει υἱοθετήθηκε ἀπό τήν πλειονότητα τῶν θεωρητικῶν τῆς λογοτεχνίας, εἶναι ἐκείνη τῆς «δομῆς τῆς αἴσθησης», structure of feeling. Βιώνουμε τήν ἱστορία μέ δύο τρόπους, ὁ ἕνας εἶναι ἡ μεταφορά τοῦ ἀπόηχου ἀπό γενιά σέ γενιά. Καί ὁ ἄλλος, ὁ κατά πολύ σταθερότερος καί εὐρύτατος μέσα ἀπό τίς παραλλαγές του, εἶναι ἡ λογοτεχνία. Ἡ Ἱστορία ὡς αἴσθηση καί βίωμα λοιπόν καί ὄχι ὡς ἐπέτειος, στείρα ἀνάγνωση γεγονότων.

Ὑπάρχουν ὁρισμένα θέματα, (καί τό σημερινό εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀπό αὐτά), στά ὁποῖα οἱ ἐξαρχῆς ὁριοθετήσεις εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό ἀπαραίτητες. Ὄχι μόνο γιά νά δηλώσουμε τήν γνωστική μας ἀδυναμία ἀπέναντι στίς δύο τεράστιες περιοχές τῆς Ἱστορίας καί τῆς Λογοτεχνίας, ἀλλά κυρίως γιατί σέ διαφορετική περίπτωση, ἁπλῶς ρίχνουμε μπροστά στόν ἀναγνώστη ἕνα χάος πού φυσικά δέν μπορεῖ νά διαχειριστεῖ, νά συλλάβει, νά ἑρμηνεύσει. Ἡ σχέση ἱστορίας καί λογοτεχνίας εἶναι ἐπιπλέον ἕνα ἀπό ἐκεῖνα τά ἀγαπημένα ζητήματα τῶν διανοητῶν, πού ἔρχεται καί ἐπανέρχεται διαρκῶς στόν δημόσιο διάλογο, δυστυχῶς ὅμως μέ συμπεράσματα συνήθως ἀσαφῆ ἤ ἀκυρωμένα μέσα στό ἀδιέξοδο ἑνός φαύλου κύκλου.

Ὅμως ἀρχίσαμε κάπως ἀπότομα, ἅς ξεκινήσουμε μέ λίγες ἐμπειρικές διαπιστώσεις, πρίν προχωρήσουμε στά ὅρια τοῦ σημερινοῦ κειμένου καί φυσικά στά ποιήματα ἐκεῖνα πού συμπλέκονται μέ τήν ἱστορία.

Τί γνωρίζετε γιά τά ὁδοφράγματα τοῦ Παρισιοῦ; Ἤ τήν μάχη τοῦ Βατερλῶ; Εἶμαι βέβαιος πώς οἱ περισσότεροι, (καί ὄχι μοναχά στήν Ἑλλάδα), θά ἀπαντοῦσαν σέ τούτη τήν ἐρώτηση μέ μνῆμες καί εἰκόνες ἀπό τόν Βίκτωρα Οὐγκῶ καί τίς ἐξαιρετικά ἀκριβεῖς περιγραφές του. Ὅμως, πόσο ἀκριβεῖς; Ἕνα ἀπό τά κλασικότερα παραδείγματα ὅπου ἡ λογοτεχνία μεταγράφει τήν Ἱστορία καί ἐπιβάλλει τήν δική της ἐκδοχή γιά τά γεγονότα.

Μά ἅς ἔρθουμε στά δικά μας. Τί γνωρίζετε γιά τήν Μικρασιατική καταστροφή; Προφανῶς τίς χρονολογίες καί τά ὀνόματα τοῦ σχολικοῦ ἐγχειριδίου. Ὅμως, ποιό εἶναι τό ἀποτύπωμα τῆς καταστροφῆς στήν συνείδησή σας; Τά «Ματωμένα Χώματα» ἴσως ἀπαντήσουν οἱ περισσότεροι. Τό σχολικό βιβλίο ἀπαγγέλει τήν ἱστορία καί τό βιβλίο τῆς Σωτηρίου τήν ἑρμηνεύει. Ἀντιστροφή ρόλων; Ἐμπλουτισμός τῆς Ἱστορίας ἤ ἀνατροπή της; Καί καλά ὅταν ἡ λογοτεχνία συμβαδίζει μέ τά ἐθνικῶς παραδεκτά. Τί γίνεται ὅμως ὅταν φωτίζει πλευρές πού ἔχουν καταπέσει σέ ἐσκεμμένη σιωπή – τό «Γκιακ» τοῦ Δημοσθένη Παπαμάρκου (γιά νά ἀντλήσουμε ἕνα παράδειγμα μόνο ἀπό τήν πρόσφατη βιβλιογραφία), εἶναι ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τί γίνεται ὅταν ὁ Καβάφης ἀνασύρει ἀπό τήν ἱστορική λήθη τόν Ὀροφέρνη ἤ προσφέρει μία διαφορετική ματιά στήν διαμάχη χριστιανῶν καί ἐθνικῶν στόν Μύρη; Πόσο ἄλλαξε τήν ἱστορική μνήμη τό «Ἄξιόν ἐστί» τοῦ Ἐλύτη ἤ ὁ «Ἐπιτάφιος» τοῦ Ρίτσου;

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΟΚΙΜΙΟ
Το βιβλίο είναι εξαντλημένο, αλλά σε κάποια βιβλιοπωλεία δείχνει διαθέσιμο…

Γράφει ἡ Βενετία Ἀποστολίδου…

«Μιά κεφαλαιώδης διάκριση ποῦ πρέπει νά γίνει εἶναι μεταξύ ποίησης καί πεζογραφίας. Ἀνάμεσα στίς ἄλλες διαφορές τους, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐγγράφεται ἡ ἱστορία σέ αὐτές εἶναι πολύ διαφορετικός. Γενικά μιλῶντας, θά λέγαμε πώς ὁ ἀφαιρετικός, μεταφορικός λόγος τῆς ποίησης ἀποδίδει τίς ἱστορικές ἐμπειρίες ἔμμεσα, συχνά κρυπτικά, ἀφαιρώντας ἀπό αὐτές τά καθέκαστα καί κρατῶντας τό συναισθηματικό τους βάρος, τή συμβολική τους ἀξία, τή σημασία τους γιά τήν ἀτομική ὕπαρξη. Κορυφαῖο παράδειγμα εἶναι ἡ φιλοσοφική, ὑπαρξιακή διάσταση πού ἔχει δώσει ὁ Σολωμός στήν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου στούς Ἐλεύθερους πολιορκημένους…».

Λογικοφανής ἑρμηνεία καί, ὡς διαπίστωση, ἀρχικά σωστή, δέν εἶναι ἔτσι; Ὁπωσδήποτε ναί, ἀλλά μόνο στόν βαθμό πού θεωρήσουμε τήν σχέση ἱστορίας καί ποίησης μονοσήμαντη ἤ υἱοθετήσουμε τόν σχολικό καί πάλι ὁρισμό ὅτι τό ἀντικείμενο τῆς ἱστορίας εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῶν λαῶν, τῶν κοινωνιῶν, τῆς ἀνθρωπότητας ὁλάκερης. Μοναχά ἐάν ἀγνοήσουμε τήν ἐπιστρεφόμενη στήν Ἱστορία συλλογική μνήμη πού διαμορφώνεται ἀπό τήν Λογοτεχνία, ποίηση καί πεζογραφία. Ἐάν ὅμως σκύψουμε βαθύτερα ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ μία ἄβυσσο. Ποῦ σταματᾶ ἡ ἱστορία καί ποῦ ἀρχίζει ὁ μῦθος, ἡ πλαστή βεβαιότητα τῶν ἐκδοχῶν της, ἡ ἑρμηνεία τῆς τέχνης, ἡ ἐπήρεια τῆς περιπτωσιολογίας;

Ἡ ἱστορία λοιπόν, (καί αὐτό εἶναι βεβαίως αὐτονόητο), προσφέρει ἁπλόχερα τό ὑλικό της στήν λογοτεχνία καί ἐγγράφεται σ’ αὐτήν, ἀλλά τήν ἴδια στιγμή πού τό κάμει αὐτό παραδίδεται στήν πολλαπλότητα τῶν ἑρμηνειῶν, στήν ἀναίρεση καί στόν σκεπτικισμό πού ἐπιφέρει μία κρίση, στήν ἀμφισβήτηση τῶν συμφωνηθέντων.

Ἡ ἀντίρρηση εἶναι προφανής καί ἐκφέρεται ἀπό πολλούς συγγραφεῖς. «Μά σέ κάθε περίπτωση ἡ Ἱστορία διαθέτει ὅρια ἀντικειμενικότητας. Ὅταν μαθαίνουμε ὅτι ὁ πόλεμος μέ τήν Ἰταλία ξεκίνησε τό 1940, αὐτή εἶναι μία ἡμερομηνία πού δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητηθεῖ ἀπό κανέναν. Ἡ Μικρασιατική καταστροφή ἔγινε τό 1922, αὐτό δέν ἀλλάζει ὅσα βιβλία καί ἐάν γραφτοῦν. Ὑπάρχει ἐν τέλει μία ἀμετακίνητη καταγραφή, ἡ ὁποία δέν ἀλλοιώνεται, δέν ἀλλάζει καί δέν ἀναιρεῖται ἀπό τήν ἑρμηνεία τῶν ἴδιων των γεγονότων…».

Σωστό. Ἀλλά μόνο στήν περίπτωση ὅπου ὡς Ἱστορία καθορίσουμε τήν συντεταγμένη ματιά στά γεγονότα, τήν καταγραφή δηλαδή ἑνός χρονολογίου. Ὅμως, μία χρονολογία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό μία οὐδέτερη σημείωση, μιά ἁπλή ὑπενθύμιση. Ἐκεῖνο πού μᾶς ἐνδιαφέρει, (μά καί πῶς ἀλλιῶς;..), εἶναι ἡ σημασία της στήν ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητας, τό ἀποτύπωμα στίς ἑπόμενες γενεές, οἱ αἰτίες πού δρομολόγησαν γεγονότα καί συμπεριφορές καί μία σειρά ἀπό ἄλλους ἀκόμη ἀναρίθμητους παράγοντες πού συμπλέχθηκαν γιά νά παραχθεῖ ἕνα συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα. Καί στό σημεῖο αὐτό ξεκινοῦν τά δύσκολα καί τά χαώδη.

Ἀπό τήν στεγνή, ἀκαδημαϊκή ἄποψη γιά τήν ἱστορία ἕως καί τήν πρωτότυπη ἄποψη τοῦ Raymond Williams, ὑπάρχουν χιλιάδες ἀποχρώσεις, ἐνστάσεις, ἀπόψεις, θεωρητικές προσεγγίσεις. Ἀντιλαμβάνεστε λοιπόν τώρα πιστεύω, τό γιατί θά πρέπει νά περιοριστοῦμε σέ μιά ἐλάχιστη περιοχή, (ὅπως εἶναι ἐκείνη τῆς ἑλληνικῆς ποίησης) καί νά προσπαθήσουμε νά ἀνιχνεύσουμε ἐπιρροές τῆς Ἱστορίας, ἀλλά καί δάνεια ἀπό τήν λογοτεχνία πού καθόρισαν τήν καταγραφή καί ἑρμηνεία της. Θά ἀποφύγουμε ὅσο μποροῦμε τήν ἐμπλοκή μέ τίς θεωρητικές ἀπόψεις γιά ἱστορία καί τέχνη καί θά προσπαθήσουμε νά μείνουμε σέ μία παραδειγματική ἑρμηνεία – πόσο βαθιά ἐπηρέασε ἡ ἑλληνική ἱστορία τήν ἑλληνική ποίηση; Πόσο «κακή τέχνη» εἶναι ἐκείνη πού θεωρεῖται στρατευμένη; Καί τέλος, πόσο δυναμικά ἡ ἑλληνική ποίηση ἐπηρέασε τήν συλλογική ἱστορική συνείδηση;

Θά τά δοῦμε ὅλα αὐτά μέσα ἀπό συγκεκριμένα ποιήματα καί κάποια λιγοστά σχόλια, ὄχι τόσο ἐπάνω στήν φιλολογική καί λογοτεχνική ἀξία τῶν κειμένων, ὅσο στήν δύναμη καί στήν προκλητικότητα τῶν νοημάτων τους. Καί βεβαίως ἡ περιδιάβαση αὐτή κάμει τυχαίες στάσεις σέ ποιητές καί ποιήματα, εἶναι πρακτικά ἀδύνατον νά ἀποτυπώσουμε ἐδῶ ὅλο τό ὑλικό πού σχετίζεται μέ τό σημερινό θέμα.

Η περιγραφή τής μάχης τού Βατερλώ από τον Ουγκώ, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την επήρεια τής ιστορίας στην λογοτεχνία και το αντίστροφο…

Πρίν προχωρήσουμε, ἐπιτρέψτε μου μία προσωπική ἄποψη γιά τήν ἀνάγνωση τῆς ἱστορίας.

Ἐάν θέλουμε τήν ἱστορία ἕνα δυνάμει διαπαιδαγωγικό καί γνωστικό ἐργαλεῖο γιά τό παρόν ἤ τό μέλλον, τότε ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα μελέτης καί ἔρευνας πού προκύπτει εἶναι ἐκεῖνο τῆς κρίσης τοῦ σημαντικοῦ καί τοῦ ἀσήμαντου. Ὅπως καί τό πρόβλημα τῶν ἀθέατων ἐπιρροῶν, τῶν προηγηθέντων. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἦταν μία σπουδαία προσωπικότητα, ἀλλά κατά πόσο συνετέλεσε στήν διαμόρφωσή του ὁ διάσημος δάσκαλός του; Πόσο σημαντικός ἦταν ὁ ρόλος τοῦ καθενός πού συμμετεῖχε στόν Ἑλληνικό ἐμφύλιο στήν διαμόρφωση τῆς μεταπολεμικῆς κοινωνίας;  Ἡ φαινομενικά ἀσήμαντη ζωή ἑνός ἄσημου ἀνθρωπάκου τί ἐμβέλεια ἔχει, ποιός γνωρίζει ἐάν ἡ δυστυχία του ἤ ἡ ἀπόγνωσή του δροῦν ὑπογείως καί πολλαπλασιαστικά, ἔτσι ὥστε πολιτικά ρεύματα καί ἰδεολογίες νά ξεκινήσουν ἀπό αὐτό, ἀπό τόν συμβολισμό δηλαδή τῆς μίας καί μόνης ὕπαρξης;

Σέ ἕναν ἰδανικό κόσμο μέ τελειοποιημένα ἐργαλεῖα ἔρευνας, ἡ ἰδανική μελέτη τῆς ἱστορίας θά περνοῦσε μέσα ἀπό τήν γνώση καί τοῦ τελευταίου ἀσήμαντου γεγονότος πού συνέβη ποτέ, τῆς μίας λέξης πού εἰπώθηκε ἤ δέν εἰπώθηκε, τοῦ ἑνός κειμένου πού ἐπηρέασε δέκα καί ἔπειτα αὐτοί οἱ δέκα ἐπηρέασαν ἑκατό ἤ χίλιους. Σέ αὐτό τό ἀτελείωτο μωσαϊκό, ὁποῦ ἀκόμη καί ἡ ἔλλειψη μίας ψηφίδας μπορεῖ νά καταστρέψει ἤ νά ἀναδείξει τό ψηφιδωτό τῆς ἱστορίας, σ’ αὐτήν τήν ἀδιάσπαστη θεώρηση τῆς ἱστορίας, δέν περισσεύει ἡ δράση κανενός. Μιά δικτατορία μπορεῖ νά γεννήσει ἱστορία καί ἕνα ποίημα νά τήν ἐκτρέψει. Οἱ ἱστορικοί ἅς κάμουν τήν δουλειά τούς χρησιμοποιώντας ὅποια (ἀτελῆ) ἐργαλειοθήκη ἐπιθυμοῦν, ἀλλά στήν ματιά ἑνός πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἡ ἱστορία δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος, συμπλέκεται μέ ὅσα μπορεῖτε νά φανταστεῖτε ἀπό τό κάθε πεδίο δραστηριότητας καί τό ἀπρόβλεπτο τῆς πορείας της εἶναι ἀπότοκο αὐτῆς τῆς πολυπλοκότητας.

Ἡ Ἱστορία στήν Ἑλληνική Ποίηση

Εἶναι καιρός ὅμως νά περάσουμε στήν οὐσία τοῦ σημερινοῦ κειμένου.

Ἡ νεοελληνική ἱστορία μετά βίας μετρᾶ διακόσια χρόνια, μά εἶναι χρόνια πλούσια σέ γεγονότα, συρράξεις, ἀναταραχές, καταστροφές, πολιτικές συγκρούσεις (γιά νά μήν συναθροίσουμε ἐδῶ το Βυζάντιο καί τήν Ἀρχαιότητα). Στό ἴδιο διάστημα, τό ἴδιο πλούσια καί ἡ παγκόσμια ἱστορία. Θά περίμενε κανείς λοιπόν ὅλη ἐτούτη ἡ σκόνη νά ἔχει ἐμπλουτίσει σέ μεγάλο βαθμό τήν πρώτη ὕλη τῆς ποίησης, θά περίμενε κανείς ἑκατοντάδες ἄμεσες ἀναφορές τῶν ποιητῶν στήν Ἑλληνική ἐπανάσταση, τόν ἐμφύλιο, τίς δικτατορίες, τήν Μικρασιατική καταστροφή, τίς παγκόσμιες συρράξεις. Ὅμως, αὐτή εἶναι μόνο μία ἐντύπωση, ἐνισχυμένη ἴσως καί ἀπό τήν πεζογραφία, ὅπου πράγματι ἡ σύνδεση ἱστορίας καί λογοτεχνίας εἶναι συχνότατη καί ἐντονότατη. Στήν ποίηση τά πράγματα ἀποδεικνύονται διαφορετικά καί ἐάν θά πρέπει νά τό ποῦμε ἀπό τήν ἀρχή μέ μία φράση, θά λέγαμε ὅτι ἡ ἐπιρροή τῆς ἱστορίας στόν στῖχο φτάνει συνήθως μέ ἕναν ἔμμεσο τρόπο.

Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Διονύσιος Σολωμός
Η ιστορία είναι κυριαρχικά παρούσα στο έργο τού Σολωμού, κάτι αναπόφευκτο για την εποχή εκείνη…

Ἄν ἑξαιρέσουμε τόν Σολωμό, τόν Κάλβο, τόν Παλαμᾶ καί τόν Καβάφη, εἶναι ἐλάχιστοι οἱ ποιητές μέ ἄμεσες ἀναφορές σέ ἱστορικά γεγονότα. Καί ἐάν ἀναλογιστοῦμε ὅτι οἱ τρεῖς πρῶτοι εἶναι σύγχρονοι τῶν γεγονότων ποῦ περιγράφουν ἤ ἀπέχουν ἐλάχιστα ἀπό αὐτά, τότε μοναχά ὁ Καβάφης ἀπομένει νά διαλέγεται ἄμεσα μέ τό παρελθόν, (νά διαλέγεται δηλαδή ἐκ τῶν ὑστέρων), κυρίως σέ ἐκεῖνα τά ποιήματά του πού ἔχουν ταξινομηθεῖ ὡς ἱστορικά.

Ἀναφέρομαι κυρίως στήν καλή ποίηση, ἐκείνη πού ἐπιβίωσε τῆς συγκυρίας καί ἔγινε μήνυμα διαχρονικό. Ἐάν παραμερίσουμε αὐτό τό κριτήριο, φυσικά καί θά βροῦμε ἑκατοντάδες ποιήματα ἤ στιχουργήματα μέ ἱστορικές ἀναφορές, κυρίως γιά τήν περίοδο τῆς κατοχῆς καί τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ἀπό τόν Ρίτσο καί τό ἀφιέρωμά του στούς νεκρούς Ἀγρινιῶτες τῆς Κατοχῆς, ἕως τόν Σαχτούρη καί τούς πεζογράφους σάν τό Βενέζη, τόν Τερζάκη, τόν Θεοτοκά, τον Βάρναλη, τόν Γιώργη τόν Παυλόπουλο ἤ τόν Μυριβήλη (τυχαῖες ἀπό μνήμης ἀναφορές…), εἶναι πολλές οἱ ἀράδες γιά τόν πόλεμο καί τά ἀθῷα θύματά του. Ἀπό τόν Γκοβόστη μάλιστα ἔχει κυκλοφορήσει καί ἀνθολογία ποιημάτων πού σχετίζονται μέ τόν πόλεμο καί τήν κατοχή, σχεδόν ὅλα τα γνωστά ὀνόματα τῆς πεζογραφίας καί τῆς ποίησης ἐκείνη τήν περίοδο τό θεώρησαν καθῆκον τους ν’ ἀφιερώσουν ἔργο στόν σκληρά δοκιμαζόμενο πληθυσμό.

Παιδικό σχέδιο

Χιονίζει στήν Ἀθῆνα καί στή Βαρσοβία

χιονίζει σ’ὅλη τή γῆ

ἐδῶ κάτω εἶναι ἡ γῆ καί τό κάρο

μέ τά πεθαμένα παιδιά

ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι πού πολεμᾶνε

τό τσίρκο ἀδειανό

τό ἄλογο γυρίζει γυρίζει μοναχό του

αὐτός εἶναι ὁ κλόουν πού κλαίει

σφουγγίζει τά δάκρυά του μ’ ἐφημερίδες

ἔπειτα τίς ἀνάβει γιά νά ζεσταθεῖ

κάνει κρύο πεινᾶμε

χιονίζει στήν Ἀθῆνα καί στή Βαρσοβία

χιονίζει σ’ὅλη τή γῆ.

(Γιώργης Παυλόπουλος, 1980)

Τόπος ἱερός, ἐδῶ πού οἱ ἀντίχριστοι ξανασταύρωσαν τό Χριστό καί τήν Ἑλλάδα,

κ’ εἴταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 τοῦ Ἀπρίλη,

καί κεῖ πού ἡ γῆς ἀνάβρυζε κρινάκια, παπαροῦνες χαμομήλια γιά τό Πάσχα

σκάφτηκαν τάφοι καί στούς τάφους δέ χωροῦσαν οἱ λεβέντες,

καί μές στά σπλάχνα δέ χωροῦσε τόσος πόνος [ ]

(Γιάννης Ρίτσος, 1980)

Ποιήματα για την Γερμανική Κατοχή

Αὐτή εἶναι ἡ μία κατηγορία. Ποιητές δηλαδή πού ξεκινοῦν τόν στῖχο τους ἀπευθείας μέσα ἀπό ἱστορικές σελίδες. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως κατηγορία εἶναι ἐκεῖνοι πού φέρνουν τήν ἱστορία στόν στῖχο μέσῳ βιωμάτων, ἰδεολογικῆς στράτευσης, τραυμάτων πού ἀπέμειναν ἀπό μία σύγκρουση ἤ μία διάψευση. Καί τό ἐρώτημα ἐδῶ εἶναι – ὅταν ὁ Πατρίκιος ἤ ὁ Ἀναγνωστάκης γράφουν γιά τήν ἐπίγευση ἑνός πολέμου ἤ ἑνός ἐμφυλίου, διασῴζουν ἱστορία ἤ τ’ ἀπόνερά της; Εἶναι δρῶντα ὑποκείμενα μιᾶς ἱστορικῆς ἀλλαγῆς ἤ ἁπλοί παρατηρητές τῆς ροῆς ἑνός ποταμοῦ; Ἡ ἀλλιῶς – εἶναι ἡ pure poesie καί ἡ ὑπαρξιακή ποίηση περιχαρακωμένες σέ ἕνα βάθος ἀπομακρυσμένο ἀπό τό συλλογικό ἤ τό κάθε ἑπόμενο τῆς ἱστορίας δημιουργεῖ ἱστορία, τήν ξαναγράφει ἤ τήν ἀλλοιώνει, τήν ἐκτρέπει ἔτσι κι ἀλλιῶς;

Γιά νά ἀντιληφθεῖτε τήν δύναμη τῆς λογοτεχνίας ἀπέναντι στήν ἐπίσημη ἱστορία, ἀρκεῖ νά συλλογιστεῖτε ἐπάνω στά ἀπότοκα τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμφυλίου. Τυπικά ἡ Ἀριστερά νικήθηκε. Οὐσιαστικά ὅμως αὐτή ἡ ἧττα, ἦταν ἡ ἀρχή μιᾶς νίκης ἐπί τῶν συνειδήσεων, ἡ ἀπαρχή ἑνός μύθου. Καί σ΄αὐτό ἡ μεταπολεμική λογοτεχνία ἔπαιξε ρόλο καθοριστικό. Ἡ δεξιά πολέμησε μέ τά ὅπλα, ἡ ἀριστερά μέ τήν τέχνη καί τόν λόγο, μακροπρόθεσμα ἐπικράτησε ἡ δεύτερη.

Ὑπάρχει βεβαίως καί μία ἀκόμη κατηγορία ποιητῶν, εἶναι ἐκεῖνοι πού δείχνουν ἀνεπηρέαστοι ἀπό τήν ἐποχή τους, ἀλλά καί ἀπό τήν ἱστορία, κανένα ἱστορικό ἴχνος δέν διακρίνεται στήν ποίησή τους, ἀκόμη καί ἐάν ὅλα γύρω τους καταρρέουν ἤ πυρπολοῦνται, ὁ στίχος τούς εἶναι στραμμένος στό ἐσώτερο, στά μεγάλα καί διαχρονικά ἐρωτήματα, στίς ὀντολογικές ἀναζητήσεις. Προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι ἡ Μικρασιατική καταστροφή δέν βρίσκει χῶρο ἐμφανῆ στήν ποίηση,  γιά παράδειγμα, τοῦ Καρυωτάκη, ἡ κατοχή στήν ποίηση τοῦ Παπατζώνη. Εἶναι ὅμως πράγματι ἔτσι; Ἤ μήπως ἐδῶ ἡ ἐπιρροή τῆς ἱστορίας εἶναι ἀκόμη πιό ἔντονη, πιό καταλυτική, περισσότερο συντριπτική; Καί ἁπλῶς παραμένει ἀθέατη, μή κατονομαζόμενη, ἀλλά ἐντονότατα παροῦσα στήν τελική κατάληξη τοῦ στίχου;

Θά ἀπαντοῦσα ὁπωσδήποτε καταφατικά, τουλάχιστον σέ πολλές περιπτώσεις. Ἀνάμεσα στόν Σικελιανό πού δείχνει νά ἐπηρεάζεται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τό ἀρχαιοελληνικό πνεῦμα καί πομπωδῶς τό στιχουργεῖ καί τόν Καρυωτάκη πού βιώνει τό 1922 στά τρίσβαθα τῆς ψυχῆς του, ἡ σύγκρισή σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν διαχρονικότητα καί τήν ἀντοχή στόν χρόνο εἶναι συντριπτική. Ἄρα, ὅταν μιλᾶμε γιά ἀμφίδρομη σχέση ἱστορίας καί λογοτεχνίας, ἴσως εἶναι ὀρθότερο νά μιλᾶμε γιά σχέση τῆς ἱστορίας μέ τά πλέον ἰσχυρά καί γνήσια ἀποτυπώματά της στίς ποιητικές συνειδήσεις. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νά παρατηρεῖς τό τσουνάμι ἀπό μακριά καί νά θαυμάζεις τήν δύναμή του καί ἄλλο νά συντρίβεσαι κάτω ἀπό τό κῦμα του.

Ἅς ξεκινήσωμε μέ Καβάφη, καθώς γιά τόν ποιητή καί τά ἱστορικά του ποιήματα ἔχουν γραφτεῖ πολλά, δυστυχῶς ὅμως τά περισσότερα παραμένουν ἀνούσια μέ κύρια χαρακτηριστικά τήν συμβατικότητα καί τήν εὐκολία. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Καβάφης μελετοῦσε πολύ τήν ἱστορία, γνωρίζουμε καί τήν ἀδυναμία του στίς λεπτομέρειές της, σ’ ἐκεῖνα πού δέν εἶναι ἐπαρκῶς ἐξακριβωμένα καί ἀφήνουν χῶρο στήν φαντασία ἤ στήν ἔρευνα. Ἐκεῖ πού ξεκινοῦν τά δύσκολα εἶναι ὅταν θά πρέπει νά προχωρήσουμε πέρα ἀπό τό ἱστορικό ἤ ἱστορικοφανές γεγονός, νά ἀνακαλύψουμε τίς πυροδοτήσεις τοῦ ποιητῆ καί νά ἑρμηνεύσουμε ἕνα μήνυμα πού ἔρχεται μακρόθεν. Ἅς πάρουμε ἕνα ποίημα ἀπό τά λιγότερο γνωστά, ἀλλά ὁπωσδήποτε μέ νοήματα πολλαπλά καί δυσερμήνευτα.

Ο Δαρεῖος

Ὁ ποιητής Φερνάζης τό σπουδαῖον μέρος

τοῦ ἐπικοῦ ποιήματός του κάμνει:

τό πῶς τήν βασιλεία τῶν Περσῶν

παρέλαβε ὁ Δαρεῖος Ὑστάσπου. (Ἀπό αὐτόν

κατάγεται ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,

ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Εὐπάτωρ). Ἀλλ’ ἐδῶ

χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ ἀναλύση

τά αἰσθήματα πού θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος:

…ἴσως ὑπεροψίαν καί μέθην· ὄχι ὅμως — μᾶλλον

σάν κατανόησι τῆς ματαιότητος τῶν μεγαλείων…

(Βαθέως σκέπτεται τό πρᾶγμα ὁ ποιητής…)

 

Ἀλλά τόν διακόπτει ὁ ὑπηρέτης του πού μπαίνει

τρέχοντας, καί τήν βαρυσήμαντην εἴδησι ἀγγέλλει:

-Ἄρχισε ὁ πόλεμος μέ τούς Ρωμαίους!

Τό πλεῖστον τοῦ στρατοῦ μας πέρασε τά σύνορα!

 

Ὁ ποιητής μένει ἐνεός!.. Τί συμφορά!

Ποῦ τώρα ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,

ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Εὐπάτωρ,

μ’ ἑλληνικά ποιήματα ν’ ἀσχοληθῆ!

(Μέσα σέ πόλεμο, φαντάσου, ἑλληνικά ποιήματα!..)

 

Ἀδημονεῖ ὁ Φερνάζης… Ἀτυχία!

Ἐκεῖ πού τό εἶχε θετικό μέ τόν Δαρεῖο

ν’ ἀναδειχθῆ, καί τούς ἐπικριτάς του,

τούς φθονερούς, τελειωτικά ν’ ἀποστομώσει!..

Τί ἀναβολή, τί ἀναβολή στά σχέδιά του!..

 

Καί νάταν μόνο ἀναβολή, πάλι καλά.

Ἀλλά νά δοῦμε ἄν ἔχουμε κι ἀσφάλεια

στήν Ἀμισό. Δέν εἶναι πολιτεία ἐκτάκτως ὀχυρή.

Εἶναι φρικτότατοι ἐχθροί οἱ Ρωμαῖοι.

Μποροῦμε νά τά βγάλουμε μ’ αὐτούς,

οἱ Καππαδόκες;.. Γένεται ποτέ;..

Εἶναι νά μετρηθοῦμε τώρα μέ τές λεγεῶνες;..

Θεοί μεγάλοι, τῆς Ἀσίας προστάται, βοηθῆστε μας!

 

Ὅμως μές σ’ ὅλη του τήν ταραχή καί τό κακό,

ἐπίμονα κ’ ἡ ποιητική ἰδέα πάει κι ἔρχεται:

τό πιθανώτερο εἶναι, βέβαια, ὑπεροψίαν καί μέθην…

Ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος!..

(1920)

Μέ τό ποίημα αὐτό συμβαίνει τό ἑξῆς παράδοξο, (ὅπως καί μέ κάποια ἀκόμη Καβαφικά) – κάθε φορᾶ πού τό διαβάζει κάποιος μετατίθεται καί τό κέντρο βάρους του, ἡ νοηματική του ἰσορροπία. Μά ὄχι μοναχά αὐτό, ὁ ἀναγνώστης ἀπομένει τελικά δίβουλος στήν ἑρμηνεία, ἀπορημένος καί ἀναποφάσιστος γιά τό ποιός ἐγκαλεῖται καί γιατί. Ἀλλά γιά νά μήν προτρέχουμε, ἅς δοῦμε ταχύτατά τα ἱστορικά στοιχεῖα.

Ὑπάρχει λοιπόν ὁ ποιητής, (Φερνάζης, πρόσωπο φανταστικό, κάποια φωνητική ὁμοιότητα μέ τό «Καβάφης» ὄντως ὑφίσταται…), πού ξεκινᾶ νά γράψει ἕνα ποίημα ἐπικό, ἕνα ποίημα γιά τό πῶς κατέκτησε τήν ἐξουσία ὁ Δαρεῖος. Ἡ πρόκληση φαίνεται ἁπλή – ὁ Φερνάζης πρέπει νά γράψει ἕνα κολακευτικό ποίημα καί νά ἀναδείξει τήν ἱστορία μιᾶς πορείας πρός τήν ἐξουσία. Θά λέγαμε πώς καλεῖται νά κάμει τήν ἐργασία ἑνός ἱστορικοῦ, ἀλλά αὐτός ὡς ποιητής ἐπιθυμεῖ νά ἐμβαθύνει, νά ἀναζητήση τά κίνητρα, νά ἀπαντήσει στά γιατί τῆς Ἱστορίας. Γιά τήν καλύτερη κατανόηση τοῦ ποιήματος νά προσθέσουμε μόνο ὅτι, τόσο ὁ Δαρεῖος ὅσο καί ὁ Μιθριδάτης ἀνέβηκαν στόν θρόνο μέσα ἀπό μία αἱματοβαμμένη πορεία. Τά περισσότερα ἱστορικά θά εἶχαν ἐνδιαφέρον, ἀλλά δυστυχῶς δέν περισσεύει οὔτε ὁ χρόνος οὔτε ὁ χῶρος γιά τέτοιες ἐπεκτάσεις.

Προσέξτε τώρα, καθώς στό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ ὁ χορός τῶν ὑποθέσεων.

Σαββίδης, Βελουδής καί ἀρκετοί ἀκόμη ἔχουν ἰσχυριστεῖ κατά καιρούς, ὅτι πίσω ἀπό τόν ἐπινοημένο ποιητή, βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης, αὐτοσαρκαζόμενος γιά τίς ποιητικές ἐνασχολήσεις ἐν μέσῳ ἑνός ὀρυμαγδοῦ παγκόσμιων ἱστορικῶν γεγονότων, (τό ποίημα γράφεται τό 1917 μέσα στόν πόλεμο καί δημοσιεύεται τό 1920). Κατά τόν ἴδιο τρόπο δηλαδή πού ὁ Φερνάζης, τήν πιό κρίσιμη ὥρα τῆς ρωμαϊκῆς εἰσβολῆς καί μιᾶς πιθανότατης καταστροφῆς, ἔρχεται νά ἀσχοληθεῖ μέ στίχους, κίνητρα καί ἄλλα ἀσήμαντα μπροστά στό μέγεθος τῶν γεγονότων. Στό ἴδιο περίπου συμπέρασμα καταλήγει καί ἡ οἰκογένεια Ἀποστολίδη στήν ἔκδοση «Κ.Π.Καβάφης, Ἅπαντα τἀ δημοσιευμένα ποιήματα» (Τά Νέα Ἑλληνικά, 2012)

Εἶναι ὁπωσδήποτε μία λογικοφανής ἑρμηνεία, μία ὑπόθεση μέ βάσεις γερές, δύσκολα μπορεῖ νά ἀμφισβητηθεῖ. Ἡ εἰρωνεία ἄλλωστε σέ ὅλο το ποίημα εἶναι ἐμφανέστατη, ἀλλά ἐπιτρέψτε μου ἐδῶ μία μικρή παρατήρηση.

Ἡ εἰρωνεία στήν ποίηση, (καί δή στήν Καβαφική), σχηματίζει πάντοτε μία εἰκόνα διφορούμενη, καταλήγει σχεδόν πάντα σέ ἕνα ἐρωτηματικό. Σέ μία πρώτη ἀνάγνωση λοιπόν ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰρωνείας στό συγκεκριμένο ποίημα εἶναι εὔκολη καί δείχνει νά ἔχει στόχο τόν Φερνάζη – νά ἕνας ποιητής πού τήν πιό δύσκολη ὥρα γιά τόν λαό του ἀσχολεῖται μέ μικροανοησίες, νά ἕνας ποιητής ὑστερόβουλος καί ἐθελόδουλος πού γράφει ποίηση κατά παραγγελία, νά ἕνας ποιητής πού μόλις ὀσφρίζεται ἀλλαγή καθεστῶτος ἀποφασίζει νά ἀποδώσει ὑπεροψία καί μέθη στόν Δαρεῖο, ἀδιαφορώντας πιά γιά τήν ἱστορία, ἰδού ἕνας ποιητής πού γράφει μέ μόνο το κριτήριο τίς διαθέσεις τοῦ ἑπόμενου δυνάστη…

Ὡραία, εἶναι μία ἑρμηνεία, θά ἔλεγα εἶναι σήμερα ἡ κρατοῦσα ἑρμηνεία γιά τό ποίημα. Ἀλλά γιά νά δοῦμε…

Ἡ εἰρωνεία ἔχει μία περίεργη ἰδιότητα, τήν ἴδια στιγμή πού δείχνει βεβαία γιά τόν ἀποδέκτη της, τήν ἴδια στιγμή ξεγλιστρᾶ καί μεταμορφώνεται, ἀφίσταται τοῦ ἀρχικοῦ στόχου καί στρέφει τό βλέμμα στόν ἀντιθετικό πόλο. Ἀφῆστε πού πολλές φορές ἡ εἰρωνεία στήν ποίηση δέν εἶναι παρά ἕνας αὐτοσαρκασμός πού σκοπεύει στό ἐντελῶς ἀντίθετο, στήν κατανόηση δηλαδή τοῦ ποιητῆ καί τήν δικαίωσή του.

Νομίζω ὅτι κάτω ἀπό τούς στίχους καί ταυτόχρονα μέ τήν «ἐπίσημη ἑρμηνεία», ὑποβόσκει μία σαφέστατη ἀπογοήτευση καί ἕνας σαρκασμός γιά τήν ποίηση τήν ἴδια καί τήν ἐπιρροή της μέσα στήν ἱστορία. Τό ἴδιο καί γιά τήν θέση τοῦ ποιητῆ, πού γιά νά ἐπιβιώσει καί νά ἀναδείξει τήν τέχνη του θά πρέπει νά συμβιβαστεῖ μέ αὐλές καί κόλακες, δυνάστες, πολιτικές ἀπόψεις καί ἰδεολογήματα. Προσέξτε ὅτι στήν πρώτη στροφή καί παρά τήν ἀδιόρατη εἰρωνεία στόν στῖχο «Βαθέως σκέπτεται τό πρᾶγμα ὁ ποιητής», ὁ Φερνάζης ἐμφανίζεται ὡς ἕνας ἀκόμη τῶν ποιητῶν πού δέν ἀρκεῖται στήν ἐπιφανειακή ἀνάγνωση τῆς ἱστορίας καί ἐπιθυμεῖ τήν βαθύτερη ἀνάγνωσή της, ἔστω καί διαποτισμένος ἀπό ματαιοδοξία, ὑπεροψία καί μέθη. Καί μόνο το σαρωτικό κῦμα ἑνός πολέμου, (μιᾶς δηλαδή καταστροφῆς, βίας, ὕλης, πρωτογονισμοῦ), θά ἀκυρώσει τελικά κάθε ποιητική ἀνησυχία καί θά τήν ἐκτρέψει τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ, θά τήν ὑποτάξει στήν συγκυρία.

Ὁπωσδήποτε ὁ Καβάφης λοιδορεῖ καί τόν Φερνάζη, καί τόν Δαρεῖο, καί τόν Μιθριδάτη καί σαφῶς  ὑπεροψία καί μέθη καταλογίζει καί στούς τρεῖς, ὅμως ταυτόχρονα καί ὡς μαγική εἰκόνα, πιστεύω ὅτι προβάλει τήν βαθιά του ἀπογοήτευση γιά τήν ποίηση πού ἐλάχιστα ἐπηρεάζει, τήν ποίηση πού στέκει χρήσιμη μοναχά γιά πανηγυρικούς καί ἐκδηλώσεις, τήν ποίηση πού ὑπηρετεῖται ἀπό ματαιόδοξους ποιητές, ἀθύρματα τῶν καιρῶν καί τῶν ξένων διαθέσεων. Ἄς μήν ξεχνάμε ἄλλωστε ὅτι ἐκείνη τήν περίοδο πού γράφει ὁ Καβάφης τό ποίημα, ἡ εἰκόνα τῆς ποίησης στήν Ἑλλάδα εἶναι καταφανῶς ἀπογοητευτική.

Ἅς δεχτοῦμε λοιπόν τήν ἐκδοχή πού ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Καβάφης μέ τό ποίημα αὐτό θέλησε νά στηλιτεύσει ὁμοτέχνους του γιά τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία ὑπηρετοῦν τήν τέχνη τους, τήν ἐπιπολαιότητα καί τήν σοβαροφάνεια. Κατ’ ἐμέ ὅμως τό ποίημα ἀποκτᾶ μεγαλύτερη,  ἐπιπρόσθετη ἀξία, ὅταν τό ἀναγνώσουμε μέ ἄξονα τήν σχέση μιᾶς ζώσας κοινωνίας μέ τήν τέχνη, τήν συμβίωση ὕλης καί πνεύματος, τήν ἀπαξίωση τῆς ποίησης μέ εὐθύνη καί τῶν ἴδιων τῶν ὑπηρετῶν της.

GREEK POET MONTIS
Ένα μεγάλο μέρος από την ποίηση τού Μόντη σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τήν Τουρκική εισβολή στήν Κύπρο, αλλά τα ποιήματα αυτά θα τα δούμε σε ειδικό αφιέρωμα…

Θέλετε νά τραβήξουμε γιά λίγο αὐτήν τήν σκέψη στά ὅρια της; Στήν πραγματικότητα, θά μπορούσαμε νά ξεφύγουμε ἐντελῶς ἀπό τίς ὑπάρχουσες ἑρμηνεῖες καί νά διαπιστώσουμε ὅτι στό ποίημα τοῦ Καβάφη ὁ πραγματικός (ὁ ἐσαεί…) πόλεμος δέν εἶναι ἀνάμεσα στόν Μιθριδάτη καί στούς Ρωμαίους, ἀλλά ἀνάμεσα στό πνεῦμα καί σέ κεῖνο πού ἔχουμε μάθει νά ὀνομάζουμε γενικά Ἱστορία. Τί μπορεῖ νά κάμει ὁ ποιητής ὅταν ἡ καταστροφή ἐπικρατήσει, ὅταν οἱ καμπάνες τοῦ πολέμου ἠχήσουν; Τό πολύ πολύ νά ἀλλάξει ἕναν στίχο μέσα στό ἔργο του, νά ἀνακατευθύνει τόν στοχασμό του, νά περιγράψει τά γεγονότα καί τήν ἐκδοχή του γι’ αὐτά. Ἀνήμπορος νά ἀντισταθεῖ ἀπέναντι σέ μία λαίλαπα, συμβιβάζεται μέ τά ἀπότοκά της ἤ πεθαίνει, (κυριολεκτικά ἤ μεταφορικά…), ἀντιστεκόμενος. Καί σέ καιρό εἰρήνης ἴσως ἡ τέχνη νά διατηρεῖ μία ἀξία, μία κάποια ἐπιρροή. Ὅμως τήν κρίσιμη ὥρα τῶν συγκρούσεων ἡ ποίηση πάντα ὑποχωρεῖ, πάντα καλύπτεται κάτω ἀπό τήν σκόνη τῶν ἡμερῶν, ἐμφανίζεται δηλαδή στίς ἱστορικές σελίδες ὡς ἀσημαντότητα. Καί αὐτό τό σκηνικό δέν διαφέρει πολύ στήν Ἑλλάδα τοῦ 1917, τίς ἡμέρες δηλαδή ποῦ ὁ Καβάφης ξεκινᾶ νά γράφει τό ποίημά του.

Ἄλλωστε και ο βαθύτατα σαρκαστικός στῖχος, Μέσα σέ πόλεμο, φαντάσου, ἑλληνικά ποιήματα!.., τι ἄλλο δηλώνει παρά τήν πικρία τοῦ ποιητῆ πού νιώθει τήν Τέχνη του άνίσχυρη μέσα στήν σκόνη τῆς Ἱστορίας, παραμελημένη ἀπό πολιτείες καί κοινούς θνητούς, άκόμη καί λοιδορούμενη πολλές φορές;

Εἶναι πολλά ἀκόμη ἐκεῖνα πού μπορεῖ νά ἀντλήσει κανείς ἀπό αὐτό τό ποίημα, ἀλλά δυστυχῶς θά πρέπει νά προχωρήσουμε παρακάτω. Πάντως ὅποια ἑρμηνεία καί νά ἐπιλέξει κανείς, εἶναι πικρή ἡ ἐπίγευση πού ἀπομένει μετά τήν ἀνάγνωση καί σέ κάθε περίπτωση μία ἀπογοητευτική εἰκόνα γιά τά προτάγματα τῆς ἱστορίας. Νά θυμίσουμε πάντως ὅτι τήν σχέση ἱστορίας καί λογοτεχνίας ὁ Καβάφης τήν θέτει καί ὡς ἐρωτηματικό, (καταγράφοντας δηλαδή καί τίς δύο ἀπόψεις ἀπό ἀπόσταση…) καί στό ἄλλο ἔξοχο ποίημά του «Οἱ νέοι της Σιδῶνος, 400 μ.Χ». Τό ἔχουμε ἄλλωστε παρουσιάσει καί ἀναλύσει στήν τριλογία γιά τόν Καβάφη. Ἐκεῖ θά βρεῖτε καί κάποιες ἱστορικές ὑποσημειώσεις πού βοηθοῦν στήν καλύτερη κατανόηση τῶν ἱστορικῶν ποιημάτων τοῦ Καβάφη…

Μέ ἐξαίρεση ἐλάχιστα ποιήματα, (καί ὁπωσδήποτε ὄχι τά καλύτερά του…), ὁ Καρυωτάκης δέν ἀσχολήθηκε μέ τήν συγκυρία, ἡ Ἱστορία δείχνει ἀποῦσα ἀπό τήν ποίησή του. Παρά τόν πόλεμο καί τήν Μικρασιατική καταστροφή, ἄμεσες ἀναφορές δέν θά βρεῖτε στούς στίχους του. Ἡ Ἑλληνική καί παγκόσμια ἱστορία δείχνουν νά τραβοῦν τόν δρόμο τους καί ὁ Καρυωτάκης τό δικό του μοναχικό μονοπάτι, ἀρνούμενος νά ἐμπλακεῖ μέ ὁτιδήποτε, ἐκτός ἀπό τό ὑπαρξιακό προαἰώνιο ἐρώτημα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἡ θεματική του περιορίζεται ἐκεῖ, ἀκόμη καί ὅταν ἀναφέρεται σέ εἰκόνες ἐξωτερικές, μεσολαβεῖ τό δικό του φίλτρο πού γκριζάρει τά χρώματα καί ἀφαιρεῖ ἀπό τήν εἰκόνα κάθε ἐπίπλαστη αἰσιοδοξία, κάθε κίβδηλη μεταμόρφωση. Πολύ περισσότερο ἀδιαφορεῖ γιά τήν σχέση λογοτεχνίας καί ἱστορίας, ἔχει πρό πολλοῦ πάψει νά ἔχει ψευδαισθήσεις γιά τήν δύναμη τῆς τέχνης, ἔχει ἀποσυρθεῖ στήν γωνιά του καί ἀπό ἐκεῖ πυροβολεῖ, σαρκάζει, εἰρωνεύεται. Δείχνει νά ἔχει ἐπιλέξει τήν θέση ἑνός παρατηρητή πού παρακολουθεῖ τά τεκταινόμενα ἀπό τήν μοναξιά μιᾶς ἀτομικῆς πολεμίστρας.

Ὅμως, μήν γελιέστε, ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἀπότοκο τῆς ἱστορίας, πολύ περισσότερο ἀπό ὅσο μποροῦσε νά φανταστεῖ καί ὁ ἴδιος ἀκόμη. Γιά τόν Καρυωτάκη ἡ Ἱστορία δέν εἶναι παρά μία φάρσα, μιά ἀδιάκοπη ἐπανάληψη τῶν ἴδιων ἀκριβῶς συμπεριφορῶν πού ὁδηγοῦν πάντοτε στό ἴδιο ἀπελπιστικό καί ἀσπρόμαυρο ἀποτέλεσμα – τήν ἐπικράτηση τῶν πιό ἀποκρουστικῶν περιοχῶν τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Γιά τόν Καρυωτάκη ἡ ροή τῆς ἱστορίας δέν εἶναι παρά μία φυσική χρονική ἀκολουθία, κάτι τό ἀδιάφορο καί τό ἐχθρικό πού δέν ἀλλάζει στό ἐλάχιστο τόν μικροαστισμό πού τόσο μισεῖ καί ἀπεχθάνεται. Ἔτυχε νά αὐτοκτονήσει στήν Πρέβεζα. Θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ Καμπούλ. Ἤ τό Παρίσι. Ἐκεῖνο πού τόν ἐνδιαφέρει καί τό βλέπει νά ἐπανέρχεται ἀναλλοίωτο στό πέρασμα τῶν αἰώνων, εἶναι ἡ ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Ἅς θυμηθοῦμε τό γνωστότερο ποίημά του…

KOSTAS KARIOTAKIS AND PREVEZA TOWN
Η ποίηση τού Καρυωτάκη μπορεί να μην έχει άμεση αναφορά στην Ιστορία, αλλά ενσωματώνει με τον πιο δραστικό τρόπο τ’ απότοκά της, τα αποτελέσματα τής ροής της. Γι’αυτό η Πρέβεζα και η κάθε Πρέβεζα, έχουν αναδειχθεί σε σύμβολα, έχουν ξεφύγει από την συγκυρία και οι στίχοι του -παρά το πείσμα πολλών -συνεχίζουν να συγκινούν κοντά έναν αιώνα μετά τον θάνατό του…

Πρέβεζα

Θάνατος εἶναι οἱ κάργες πού χτυπιοῦνται

στούς μαύρους τοίχους καί τά κεραμίδια·

θάνατος οἱ γυναῖκες, πού ἀγαπιοῦνται

καθώς νά καθαρίζουνε κρεμμύδια.

 

Θάνατος οἱ λεροί  ἀσήμαντοι δρόμοι

μέ τά λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους·

ὁ ἐλαιῶνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη

ὁ ἥλιος – θάνατος μέσα στούς θανάτους.

 

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος πού διπλώνει

γιά νά ζυγίση μιά «ἐλλιπῆ» μερίδα·

θάνατος τά ζουμπούλια στό μπαλκόνι,

κι ὁ δάσκαλος μέ τήν ἐφημερίδα.

 

(Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης –

Τήν Κυριακή θ’ ἀκούσουμε τήν μπάντα.

Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις: δραχμαί τριάντα.)

 

Περπατῶντας ἀργά στήν προκυμαία,

«Ὑπάρχω;» λές, κ’ ὕστερα «δέν ὑπάρχεις!..»

Φτάνει τό πλοῖο – ὑψωμένη σημαία.

ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης!..

 

(Ἄν τουλάχιστον, μέσα στούς ἀνθρώπους

αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπό ἀηδία…

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μέ σεμνούς τρόπους,

θά διασκεδάζαμε ὅλοι στήν κηδεία.)

(Από τήν «Νέα Εστία», 1930, όρθογραφία καί στίξη Ἀνθολογία Ἀποστολίδη)

Δέν θά εἶχε καμμία διαφορά ἐάν τό ποίημα εἶχε τόν τίτλο Κοζάνη, Ἀθῆνα ἤ Τρίπολη, οἱ τοπικές ἀναφορές εἶναι παρεμπίπτουσες στό ποίημα. Τό ἴδιο καί ὁ χρόνος. Ἐάν ἀγνοούσαμε τά βιογραφικά τοῦ Καρυωτάκη, μοναχά ἀπό ἐκείνη τήν Ἑξηκονταρχία θά μπορούσαμε νά ὑποθέσουμε τήν ἐποχή. Δέν τόν ἐνδιαφέρουν τόν Καρυωτάκη αὐτά, ἐκεῖνο πού προσπαθεῖ εἶναι νά τονίσει τά σημεῖα τῆς ὑποκρισίας, τῆς παρακμῆς, τῆς ρουτίνας. Ἡ πραγματικότητα τῆς πόλης εἶναι ἐκείνη πού βλέπουν τά δικά του μάτια καί ὄχι ἐκείνη πού περιγράφουν οἱ γεωγραφικοί ἄτλαντες. Κατά μία ἔννοια τό ποίημα εἶναι καί ἱστορικό, ἐάν στήν ἱστορία συμπεριλάβουμε τήν ἀποτύπωση συμπεριφορῶν, τήν δομή μιᾶς κοινωνίας, τά ἔθιμα ἑνός τόπου. Αὐτή εἶναι ἡ Πρέβεζα στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνα, ἀλλά τό ποίημα θά ἦταν ἴδιο ἐάν γραφόταν καί πενήντα χρόνια ἀργότερα. Ἡ ἱστορία γιά τόν Καρυωτάκη, οἱ ἐξωτερικές ἀλλαγές πού ἐπιφέρει, εἶναι ἁπλῶς τό φόντο, τό τώρα. Καί μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ κατεύθυνση τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἀντίστροφη, ἐναντία στά συνήθη – δέν ξεκινᾶ ἀπό τήν ἱστορία γιά νά ἑρμηνεύσει τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά, ἀλλά ἀπό τό ἄτομο γιά νά εἰρωνευθεῖ τήν ἱστορία. «Μέ τέτοιους ἀνθρώπους, τέτοια ἱστορία γράφεται…», θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ φράση του σέ ἀντίστοιχο ἐρώτημα. Μόνο ἔτσι ἀποσυνδεόμενος ἀπό τήν συγκυρία ὁ Καρυωτάκης γίνεται ἀνθεκτικός μέσα στήν ἱστορία, δηλαδή διαχρονικός καί πάντα ἐπίκαιρος.

Γιά νά τό δοῦμε ὅμως καί ἀντίστροφα. Αὐτός ὁ Καρυωτάκης πού περιφρονεῖ τά μικρά καί τά μεγάλα τῆς ἱστορίας, πού δέν πιστεύει σέ μεγαλοστομίες, τύπους καί σοβαροφάνειες, πόσο ἐπηρεάζει τήν ροή τῆς ἱστορίας; Εἶναι διαχρονικός, ἐντάξει, ἀνθολογεῖται, ἑρμηνεύεται, διαβάζεται ἀκόμη – διαθέτει ὅμως ἐμφανές ἀποτύπωμα μέσα στήν ἱστορία;

Μέσα σέ ἕνα γενικό καί αὐτονόητο πλαίσιο, θά ἔλεγα πώς ναί, τά ἐπιστρεφόμενα ἀπό τόν Καρυωτάκη εἶναι σημαντικά. Οἱ στίχοι του ἐπηρέασαν τήν μεταγενέστερη ποίηση σέ ἐξαιρετικό βαθμό. Ἡ ματιά του στόν κόσμο μεγάλωσε γενεές. Ἡ μανιέρα του γέννησε σειρά ἀπό μετωνυμίες πού ἔχουν περάσει στήν γλῶσσα καί στούς συμβολισμούς συναισθημάτων καί συμπεριφορῶν. Ἡ κριτική του σάτιρα συνεχίζει νά ἀποδομεῖ καί γί αὐτό ἐν πολλοῖς εἶναι ἀνεπιθύμητη καί ἐξόριστη. Σήμερα ἐγώ γράφω γι’ αὐτόν καί ἐσεῖς ἔχετε τό ἐνδιαφέρον νά διαβάσετε τά γραφόμενα, ἀπόδειξη ὅτι ἡ ποίησή του συνεχίζει νά ἀκουμπᾶ εὐαίσθητες χορδές καί νά προβληματίζει.

Σύμφωνοι, ἀλλά σέ ποιό βαθμό αὐτά τά ἀπόνερα μιᾶς τέχνης ἐπιδροῦν πραγματικά στήν κοινωνία, ἄρα καί στήν ἱστορία; Κατά πόσο μεταστρέφουν; Κυριαρχοῦν; Διαμορφώνουν συνειδήσεις;

Μήν περιμένετε ἀπάντηση, ἐτούτη ἡ ἐπιρροή δέν μπορεῖ νά μετρηθεῖ καί νά συμπεριληφθεῖ σέ κάποιο ἱστορικό ἐγχειρίδιο, ἀκριβῶς γιατί λειτουργεῖ στό παρασκήνιο ἑνός ὑποσυνειδήτου, τό ἀποτύπωμά της στήν ἱστορία κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀνάλυση τοῦ ἀποτελέσματος, τοῦ γεγονότος. Τήν ὥρα πού σηκώνετε κεφάλι σέ ἕναν καταπιεστικό προϊστάμενο, δέν τό κάνετε ἐσεῖς, ἀλλά ἡ ποίηση πού ἔχετε ἐνσωματώσει. Ἡ περήφανη στάση σας ἀπέναντι στήν ὑποκρισία τοῦ γείτονα ἤ τήν ὑστεροβουλία τῶν φίλων, δέν εἶναι δική σας, ἀνήκει στούς στίχους πού σᾶς παρέσυραν μέ τήν δύναμή τους. Δέν ἔχει σημασία ἄν τούς θυμᾶστε ἤ ἄν μπορεῖτε νά ἀνακαλέσετε τήν στιγμή τῆς ἀνάγνωσης. Εἶναι ἐκεῖ, παρόντες, ἀφανεῖς ἥρωες πού ποτέ δέν θά διεκδικήσουν τά τρόπαια μιᾶς νίκης. Μά κάθε νίκη πού πετυχαίνετε στήν ζωή σας, κάθε πνευματικός ἀγῶνας καί κάθε ἀντίσταση ἀπέναντι στό κίβδηλο, ἔχει τήν δική τους ὑπογραφή.

Ὁπωσδήποτε ἐτούτη ἡ διαδικασία δέν ἐπηρεάζει πολλούς, ἴσως ἐλάχιστους. Ὁπωσδήποτε οἱ πυροδοτήσεις πού γεννᾶ μπορεῖ νά ἐμφανιστοῦν ἑτεροχρονισμένα, ἀργά καί μέ παραμορφώσεις. Ἀλλά ὑπάρχουν. Εἶναι αὐτές οἱ ἀθέατες ἐπιρροές πού ἀπέναντί σε ἕναν Ἐφιάλτη βγάζουν ἕναν Λεωνίδα, εἶναι αὐτές οἱ ἐπιρροές πού μετατρέπουν τό ἀνθρωπάκι τῆς διπλανῆς πόρτας σέ ἀνάστημα ὅταν ἔρθει μιά κρίσιμη ὥρα. Φυσικά ὄχι ἀποτέλεσμα μοναχά της ποίησης, ἀλλά τοῦ πνεύματος συνολικότερα.

Παραφράζοντας τόν Βύρωνα Λεοντάρη, ἅς τό ποῦμε καθαρά – εἴμαστε ἀνίατα πόλεμος, Ἱστορία καί λογοτεχνία δέν λειτουργοῦν συμπληρωματικά, ὅπως κάποιοι θέλουν νά πιστεύουν, ἐξ’ ὁρισμοῦ ἀντιπαλεύουν ἐπάνω ἀπό τό διακύβευμα τῆς ροῆς ἑνός ποταμοῦ. Ὅσο ἡ Ἱστορία ἀγαπᾶ τίς μᾶζες, τόσο ἡ Λογοτεχνία ξεψαχνίζει τό πρόσωπο.  Ὅσο ἡ μία γράφεται μέ νῖκες, τόσο ἡ ἄλλη τροφοδοτεῖται ἀπό τήν ἧττα καί τήν περιφρόνηση. Κάποιες φορές, κάποιες συνειδήσεις ἀντιλαμβάνονται πώς ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐπιφάνεια καί τά μεγάλα λόγια καί ἄλλο ἐκεῖνο πού πραγματικά συμβαίνει κάθε ὥρα, κάθε λεπτό στά ἐσώτερα τοῦ καθενός μας…

Αὐτά πού εἴδαμε ἦταν πολλά

Ὄχι ἄλλα θεάματα – μᾶς φτάνουν/ τά ὅσα εἴδαμε, τά ὅσα ποθήσαμε,/ τά ὅσα, λησμονημένα, μάς καταδυναστεύουν./ Ἡ παρέλαση μέ τούς ἐστεμμένους καί τούς πρίγκηπες/ ἅς σταματήση πιά!/ Ἅς σταματήσει κ’ ἡ διαδήλωση μέ τούς ρακένδυτους καί τούς πεινασμένους!/ Αὐτά πού εἴδαμε ἦταν πολλά – μάς κούρασαν!../ Γυναῖκα,/ στρῶσε γιά φαί, στρῶσε γιά ὕπνο!

(Τάσος Κόρφης, «Ἡμερολόγιο 2», Θεσσαλονίκη, 1964)

Εἶναι περίεργο, (ἤ πάλι ἴσως ὄχι καί τόσο…), ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις οἱ ποιητές νιώθουν τήν Ἱστορία ἀπέναντί τους καί ἄλλοτε σάν τήν ἄμμο πού τούς ξεφεύγει διαρκῶς μέσα ἀπό τά δάκτυλα. Δέν ζοῦν σέ μιά εἰκονική πραγματικότητα, ἀναζητοῦν ὅμως μέ ὅλη τους τήν ὕπαρξη μίαν ἄλλη, ὡραιότερη, εὐσπλαχνέστερη, στά μέτρα τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἔχει σημασία ἐάν τοῦτο γίνεται μέσα ἀπό τόν στενό χῶρο μιᾶς ἰδεολογίας ἤ μέσα ἀπό τόν δικό τους βασανιστικό στοχασμό, ἡ ἀφετηρία εἶναι ἴδια καί ἀνυστερόβουλη…

Τά πηγάδια

Τί περιμένουμε ἀκόμα μπροστά σ’ αὐτά τά χαλάσματα;/ Παράφοροι κάποτε ὡραιοθῆρες, τί ἐλπίζουμε πιά;.. // Πολύ ἀργά ζητήσαμε, ἴσως, τόν κόσμο.// Περάσαμε πόνους καί θάνατους, χτυπῶντας τήν πέτρα, / ἀνοίγοντας πηγάδια στό σῶμα μας,/ ἀναζητῶντας πετράδια μέχρι σήμερα ἄγνωστα, /σπαταλώντας τά μάτια μας/ σέ λαγούμια βαθιά. // Δέ μένει ἄλλος χῶρος νά σκάψουμε./ Ἴσως κιόλας τό σῶμα μας νά τόχαν σκάψει ἄλλοι προτήτερα, / πρίν γεννηθοῦμε ἀκόμα· / γι’ αὐτό καί ὅ,τι λέμε, ὅ,τι φτιάχνουμε, δέν εἶναι παρά ἡ ἀνάμνηση/ ἀπ’ τά σχέδια πού ἀγγίξαν τά χέρια μας / καθώς ψηλαφούσαμε γυρεύοντας μιά διέξοδο/ ἀπό τήν ἄλλη πλευρά…

Πολύ ἀργά ζητήσαμε, ἴσως, τόν κόσμο.

(Θανάσης Κωσταβάρας, «Ὁ γυρισμός», 1963)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ὁ πόλεμος καί ὁ ἐμφύλιος καθόρισαν τήν μεταπολεμική γενεά καί ὄχι μόνο. Ἐάν στήν ἑλληνική ποίηση ὑπάρχουν κάποιες λιγοστές ἀναφορές στήν Ἱστορία, στήν συντριπτική τους πλειονότητα ἀφοροῦν αὐτήν τήν περίοδο. Στήν πραγματικότητα ἡ λογοτεχνία καί ἰδιαίτερα ἡ ποίηση, ἔγραψε τήν δική της ἐκδοχή, κυρίως μέ ποιητές ταγμένους στόν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς. Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη μιά ἀπάντηση σέ διάφορες κριτικές πού ἀσκοῦνται πρός ποιητές γιά παρόμοια ποιήματα, ἀλλά γιά νά ἔχουμε ἕνα παράδειγμα μπροστά μας, ἅς δοῦμε τό ποίημα τοῦ Τάσου Λειβαδίτη «Μήν σημαδέψεις τήν καρδιά μου» καί τό συζητᾶμε μετά…

Ἀδερφέ μου σκοπέ,

ἀδερφέ μου σκοπέ!

Σ’ ἀκούω νά περπατᾶς πάνω στό χιόνι,

σ’ ἀκούω πού βήχεις μές στήν παγωνιά –

σέ γνωρίζω, ἀδερφέ μου,

καί μέ γνωρίζεις!

Στοιχηματίζω ὅτι ἔχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν τσέπη σου.

Στοιχηματίζω ἀριστερά μέσα στό στῆθος σου πώς ἔχεις μιά καρδιά.

 

Θυμᾶσαι;

Εἶχες κάποτε ἕνα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια,

εἶχα κάποτε ὀνειρευτεῖ νά περπατήσουμε κοντά – κοντά·

στό κούτελό σου ἕνα μικρό σημάδι ἀπ’ τήν σφεντόνα μου –

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου·

στήν ἄκρη τῆς αὐλῆς μας ἔχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπούτσια σου·

στόν τοῖχο τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ φέγγουν ἀκόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας ὄνειρα…

Γέρασε ἡ μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τῶν ὑπουργείων·

τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι ἀγοράζει λίγα κάρβουνα ἀπ’ τό καρρότσι τοῦ πατέρα μου –

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελᾶνε,

τήν ὥρα πού ἐσύ γεμίζεις τ’ ὅπλο σου

κ’ ἑτοιμάζεσαι νά μέ σκοτώσης…

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω ἀπό ἕνα κράνος,

ἄλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ἕνα σκληρό ντουφέκι –

πεινᾶμε κ’ οἱ δυό γιά ἕνα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ἥσυχο ὕπνο…

 

Ἀκούω τώρα τίς ἀρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά πᾶς νά κοιμηθῆς…

Καληνύχτα, λυπημένε ἀδερφέ μου.

Ἄν τύχει νά δῆς ἕνα μεγάλο ἀστέρι, εἶναι πού θά σέ συλλογίζωμαι…

Καθώς θ’ ἀκουμπήσης τ’ ὅπλα σου στή γωνιά, θά ξαναγίνης ἕνα σπουργίτι.

 

…Κι ὅταν σοῦ ποῦν νά μέ πυροβολήσης,

χτύπα μέ ἀλλοῦ –

μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου!

Κάπου βαθιά της ζῆ τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δέν θάθελα νά τό λαβώσης.

(Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ ἄνθρωπος μέ τό ταμποῦρλο», 1956)

Καθαρό ποίημα χωρίς κρυφές γωνιές, γι’ αὐτό ἅς δοῦμε τήν κριτική πού ὅλο καί πιό συχνά ἀκούγεται τά τελευταῖα χρόνια, κυρίως γιά παρόμοια ποιήματα πού ἀκουμποῦν σέ μία ἀπό τίς  πιο ταραχώδεις καί ἔντονες σελίδες τῆς ἱστορίας. Καί εἶναι μιά κριτική, (στά ὅρια τῆς ἀπαξίωσης…) κυρίως ἀπό νεότερες γενεές.

Αὐτοί οἱ νέοι κριτικοί λοιπόν, βρίσκουν αὐτήν τήν ποίηση ταυτισμένη μέ τόν λυρικό μελοδραματισμό. Θεωροῦν τό ὕφος πομπῶδες, ἐξωπραγματικό, σχεδόν ἀστεῖο στά μάτια τῶν σημερινῶν ἀναγνωστῶν. Μόλις καί μετά βίας ἀναγνωρίζουν κάποια ποιητική ἀξία, ἀλλά λέγουν ἀνοικτά πώς εἶναι πιά καιρός αὐτή ἡ ποίηση νά γενῆ ἱστορία καθώς δέν ἔχει κανέναν λόγο νά διαβάζεται, δέν συγκινεῖ πιά κανέναν, δέν παρακινεῖ, οὔτε λίγο οὔτε πολύ μᾶς λένε πώς εἶναι σχεδόν νεκρή γλῶσσα πού γράφτηκε γιά μιά ἐποχή, ἀφορᾶ τά χαρακτηριστικά της καί πέθανε μαζί μέ τά γεγονότα πού τήν γέννησαν.

Διαβάζοντας τό παραπάνω ποίημα τοῦ Λειβαδίτη, (ἀλλά φυσικά καί πολλά ἀκόμη παρόμοια πού θά δοῦμε ἀργότερα), ἀρχικά μπορεῖ νά δώσουμε στούς ἐπικριτές αὐτούς ἕνα κάποιο δίκαιο. Τό συναίσθημα πράγματι ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ μελοδραματισμοῦ, ὁ ἀνθρωπισμός τά ὅρια τῆς ὑπερβολῆς, ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ μελλοθάνατου τά ὅρια τοῦ ἀπίστευτου. Σάν ποίημα εἶναι καλό, ἀλλά περιγράφει κάτι πού δύσκολα μπορεῖ νά γενῆ πιστευτό ἀπό τίς νεότερες γενεές.

Για να μην ξεχνάμε και το θέατρο, ένα μεγάλο μέρος τού νεοελληνικού θεάτρου αντλεί από την ιστορία και μάλιστα είναι πολλές οι φορές που προσαρμόζεται σε επίπεδο ρεπερτορίου για να εξυπηρετήσει μια σκληρή επικαιρότητα…

Ὅμως ἀπέναντι σέ τούτη τήν πρόχειρη καί κατά τήν γνώμη μου ἰδιαίτερα ἐπιπόλαιη ἄποψη, ὀρθώνονται μεγάλες ἀντιρρήσεις. Ἔχει ἕνα νόημα νά τίς ψηλαφήσουμε ὅσο γίνεται ταχύτερα.

Πρώτ’ ἄπ’ ὅλα, τό ποίημα καθαυτό, εἶναι Ἱστορία ἤ ἔστω μία ἐκδοχή της. Καί μόνο ἀπό τήν πλευρά αύτή νά τό ἰδεῖ κανείς, ἔχει μία ἀξία ἡ διατήρησή του, ἡ ἀνθολόγησή του, ἡ ἀνάγνωσή του. Καί μαζί μέ τήν περιγραφή συγκροτεῖ ἕνα ὁλόκληρο ἔργο, ἕναν στοχασμό ἐπάνω στόν κάθε ἐμφύλιο, στό μῖσος, στήν ἀγάπη, στήν ἀνιδιοτέλεια. Νά τά διαγράψουμε ὅλα αὐτά γιά νά ποῦμε τί ἀκριβῶς; Νά ξεχάσουμε ὅτι ὑπῆρξαν τέτοιες στιγμές στήν Ἑλληνική Ἱστορία, γιά ποιό λόγο;

Τό δεύτερο καί πιό σημαντικό. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νά βιώνεις τό γεγονός καί ἄλλο πρᾶγμα τό νά κρίνεις τήν μεταγενέστερη ἀποτύπωσή του. Τυχαίνει λόγω ἡλικίας, νά ἔχω ζήσει παρόμοιες στιγμές μέ τοῦτες πού περιγράφει ὁ Λειβαδίτης, ὄχι βέβαια στόν πόλεμο καί στόν Ἐμφύλιο, ἀλλά στήν τελευταία δικτατορία. Μπορῶ λοιπόν μέ βεβαιότητα νά πῶ, πώς ὅλα ἐκεῖνα πού σήμερα μοιάζουν ὑπερβολικά, ὅλα ἐκεῖνα τά συναισθήματα πού μοιάζουν στούς στίχους νά εἶναι πομπώδη καί ὑπερβολικά δοσμένα, τότε εἶχαν μία γνησιότητα. Χιλιάδες ἄνθρωποι πού βίωσαν αὐτές τίς τραγικές καταστάσεις, ἀντιμετώπιζαν μέ τόν ἴδιο τρόπο τόν δεσμοφύλακά τους, τόν φρουρό τους, τόν βασανιστή τους – καί δέν ὑποκρινόντουσαν, δέν περισσεύει ὑποκρισία ὅταν ὁ θάνατος εἶναι πάνω ἀπό τό κεφάλι σου κάθε μέρα, κάθε λεπτό. Θέλετε νά ποῦμε, (ἐκ τῶν ὑστέρων), ὅτι ὅλοι τοῦτοι πλανήθηκαν, προδόθηκαν, παραιτήθηκαν; Ἐντάξει, σύμφωνοι, μήν ἀμφισβητεῖτε ὅμως τήν πραγματική τους πίστη τότε, τίς ἁγνές τους προθέσεις τότε καί πρό πάντων μιά ἀγάπη καί ἕνα ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο, παρόμοιο μέ ἐκεῖνο τό ἄδολο τῶν πρωτοχριστιανῶν. Κάθε ἰδεολογία ἔχει τούς μάρτυρές της καί κανείς δέν γίνεται μάρτυρας ἄν ἡ πίστη του δέν εἶναι γνήσια.

Ὅταν λοιπόν ἡ ποίηση εἶναι γνήσια, ὅταν καί μόνο ἡ γραφή της διασῴζει ἕνα κομμάτι τῆς ἱστορίας, δέν ἔχει καμία σημασία ἐάν γίνεται εὔκολη στήν ἀνάγνωσή της σήμερα, ἐάν συγκινεῖ τούς νεότερους, ἐάν εἶναι εὐκολοχώνευτη σέ ὅσους δέν βίωσαν τίς πυροδοτήσεις της. Διαφορετικά γιατί νά μήν διαγράψουμε ὅλο τόν Σολωμό, τόν Κάλβο, τόν Παλαμά; Ποιούς συγκινοῦν σήμερα; Ἅς διαγράψουμε καί τόν Ἐλύτη, καθώς ἐλάχιστοι τόν κατανοοῦν, ἅς σβήσουμε κάθε ποίηση πού εἶναι σύγχρονη μέ τήν ἐποχή της καί σήμερα δείχνει ἀπόμακρη ἤ μυστηριώδης.

Αὐτή ἡ νέα κριτική ἐκτός των ἄλλων, κάμει καί τό λάθος νά θεωρεῖ τήν ποίηση κάτι σάν λογοτεχνικό χρονολόγιο τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Ἦταν ὁ Καρυωτάκης γέννημα μιᾶς ἐποχῆς καί ἡ ποίησή του τήν καταγράφει; Στό πῦρ τό ἐξώτερον λοιπόν, σήμερα δέν ἔχουμε λόγο ἀναφορᾶς σέ τέτοιους στίχους. Μανιώδης μέ τήν Ἱστορία ὁ Καβάφης καί μάλιστα τήν παλαιά, ἐκείνη τήν σκουριασμένη; Ἅς τά πετάξουμε τά ἱστορικά, τό πολύ πολύ νά κρατήσουμε ἐκεῖνα τά ἄλλα, τά αἰσθαντικά.

Μά ἡ καλή ποίηση ἀκόμη καί ὅταν ἀκουμπᾶ στήν ἐποχή της, δέν παύει νά στέλνει τά μηνύματά της στό μέλλον. Ὅταν διαβάζετε τήν Πρέβεζα, ἔχετε τήν ἐντύπωση πώς σήμερα τά πράγματα εἶναι διαφορετικά, μόνο καί μόνο γιατί ᾖρθαν τά κινητά τηλέφωνα, ἡ ἀνοικοδόμηση καί οἱ ὑπολογιστές; Τά ἄσκημα κτίρια πείραξαν τόν Καρυωτάκη ἤ ἡ ἔλλειψη τεχνολογίας; Ὅταν ὁ Λειβαδίτης, ἀκόμη καί σέ ὑπερβολικό βαθμό, κτίζει ἕνα πρότυπο συμπεριφορᾶς ἀπέναντί σέ ὅτι τόν πληγώνει καί τόν ἀπειλεῖ, αὐτό εἶναι μοναχά μία παρακαταθήκη γιά τήν περίπτωση πού βρεθεῖτε σέ ἐμφύλιο πόλεμο, ἤ ἀφορᾶ ὁλάκερη τήν ἀνθρωπότητα στήν καθημερινή της συμπεριφορά;

Η Ελληνική πεζογραφία από τον Βιζυηνό και τις περιγραφές τής Τουρκίας, έως και τις νεότερες μεταπολιτευτικές γενεές, καταγράφει πολύ πιο άμεσα σε σχέση με την ποίηση τα ιστορικά γεγονότα…

Ἰδού λοιπόν τό πρόβλημα. Οἱ μοντέρνοι, οἱ νέοι, οἱ ἐκσυγχρονιστές, εἶναι φυσικό νά ὁδηγοῦνται σέ παρόμοιες ἀπόψεις, καθώς ἡ λογοτεχνία γι’ αὐτούς εἶναι ἀναλώσιμη, πολλές φορές μιᾶς χρήσης, σελίδες μέ γράμματα γιά νά περνᾶ ἡ ὥρα, γιά νά ἐξυπηρετοῦν τήν διάθεση τῆς στιγμῆς. Ὅταν ἡ διάθεση αὐτή ἀλλάξει, σελίδες, βιβλία καί ποιήματα, πηγαίνουν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων, θά πρέπει νά βροῦμε νέα πού νά ἐξυπηρετοῦν τίς νέες ἀνάγκες.

Κι ἔπειτα, σταθεῖτε ἕνα λεπτό. Μπορεῖ κανείς μέ σοβαρότητα νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι τά καλύτερα τῆς νεότερης λογοτεχνίας μας δέν παραμένουν σύγχρονα καί ἐπίκαιρα; Θά βρεῖτε ποιήματα στόν Παλαμᾶ πού μοιάζουν νά γράφτηκαν πρίν ἀπό μία ὥρα, θά βρεῖτε μελῳδία καί μέτρο στόν Κάλβο πού ἀπουσιάζουν ἀπό κάθε νεότερο ποίημα, θά βρεῖτε νοήματα στόν Καβάφη πού ἀκόμη περιμένουν τήν δικαίωσή τους. Πρός τί λοιπόν αὐτή ἡ βιάση, αὐτή ἡ ἔννοια ἑνός ξεκαθαρίσματος λογαριασμῶν μέ τήν παλαιότερη λογοτεχνία; Ὑπάρχουν βεβαίως λόγοι, ἀλλά θά τούς δοῦμε σέ ἑπόμενο κείμενο καί ἰδιαίτερα σέ ἐκεῖνο ὅπου θά παρουσιάσουμε τό βιβλίο τοῦ Alvin Kernan «Ὁ θάνατος τῆς λογοτεχνίας». Ὅμως στήν λεγόμενη «στρατευμένη» ποίηση θά ἐπανέλθουμε καί σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ σημερινοῦ κειμένου.

Και κάτι τελευταῖο σ’αυτό τό πεδίο. Ἡ συνεχής αμφισβήτηση «κλασικών»αξιών στήν λογοτεχνία, ἡ αδυναμία πολλές φορές νά γενῆ κατανοητή μία γραφή άλλης ἐποχής, (κάποιος μοῦ ἔλεγε προχθές ὅτι ὅσο κι αν προσπαθῆ, δέν μπορεί νά ἐντοπίσει τήν ἀξία τοῦ Ντοστογιέφσκι...), ὅλα τοῦτα ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ λογοτεχνική ἀξία δέν εἶναι αύτονόητη καί ὅτι κατά διαστήματα ἡ κριτική θά πρέπει νά ἐπανέρχεται «ἐπικαιροποιημένη», θά πρέπει έμφατικά νά ἀποδεικνύει τήν διαχρονικότητα τῶν κειμένων. Μία κριτική δυστυχῶς ανύπαρκτη, ὅπως ἔχουμε ἀναλυτικά γράψει σέ ἀνάλογο ἄρθρο…

Βύρων Λεοντάρης εἶναι μιά ἰδιαίτερη περίπτωση ποιητή, κατά τήν γνώμη μου κάπως ὑποτιμημένος μέσα στήν ποιητική ἱστορία, μά εἶναι καί ἕνας ἀπό αὐτούς πού πάρα πολύ νωρίς ἀποδέχθηκε μιά ἧττα καί βούλιαξε μέσα της. Δέν πάει πολύς καιρός πού κάναμε τό ἀφιέρωμα στήν ποίησή του κι ἔτσι σήμερα δύο μόνο ἀποσπάσματα πού ἀφοροῦν τήν ἱστορία, ἐκείνη πού προχωρᾶ ἀδιαφορώντας γιά τά ἐρείπια, ἀνθρώπινα καί ἄλλα, πού ἀφήνει πίσω της…

GREEK POET

Καθίζηση τῆς ἱστορίας…

…Καθίζηση τῆς ἱστορίας/ αἴσθηση βυθοῦ/ κάποτε ἕνας πνιγμένος ξεκολλᾶ ἀνεβαίνοντας πρός τά τρικυμισμένα ὕψη – αὐτό μονάχα· /καί δέν ὑπάρχει τίποτε/ μιά χειραψία ἐλεύθερη / μιά πράξη πού νά μή μᾶς ξεστρατίζει ὅλο καί πιό πολύ ἀπ’ αὐτό πού θά θέλαμε!..

Καί τό δεύτερο ἀπό τήν συλλογή «Ἀνασύνδεση», τό τελευταῖο δίστιχο, (πού τό ἔχουμε ξαναδεῖ...) το πιστεύω ἀπό τά πιό ὄμορφα πού ἔχουν γραφτεῖ στήν νεοελληνική ποίηση…

[ ]

ΙΙ

Μέρες πού δέν σέ θέλουν πιά·

γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί

ἀφρόντιστα ξοδεύτηκες

μέρες πού δέν σέ ξέρουν πιά

κι ἀποτραβοῦν τό χέρι τους ἀπό τό δικό σου

κι ὅλο μακραίνουνε καί προχωροῦν χωρίς ἐσένα

―μά ποῦ πᾶνε;―

Μόνος, σκοτάδι καί τ’ ἀπόμακρά τους βήματα

βλέφαρα πού σφαλοῦν πάνω στό δέρμα σου,

φύλλα πού γίνονται ἕνα μέ τό χῶμα.

 

Πλατεῖες πού δέ σ’ ἀναγνωρίζουν πιά,

δρόμοι πού κρύοι γλιστροῦν κάτω ἀπ’ τά πόδια σου,

ἄλλους βηματισμούς τώρα ζητοῦν,

γιά νέες χειρονομίες κραυγῶν ριγοῦνε τώρα οἱ ἄνεμοι.

 

Ὅλα γινῆκαν ἔτσι μονομιᾶς μιά ἄξαφνη ἀναχώρηση

ξένος στόν κόσμο ἀπόμεινες

βλέμματα, λόγια, ἁφές,

γεφύρια πού σ’ ἑνῶναν μέ τούς ἄλλους,

ὅλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου ― κι ἄν θά φωνάξεις, ἡ φωνή

σου ὁμίχλη πήζει γύρω σου.

 

Μέρες πού δέν σέ θέλουν πιά,

μέρες πού σμίγατε μαζί στήν ἴδια πίστη, μά πού τώρα

κάτι ἄλλο ψάχνουν ― μά τί νά ’ναι αὐτό;

κάτι ἄλλο πιό μακριά ἀπ’ τήν πίστη σου γυρεύουνε κι ὁ φόβος

μήπως δέν πῆραν τίποτε, μά τίποτε ἀπό σέ μαζί τους

λυώνει τή σάρκα σου, χωρίζει τό κορμί ἀπ’ τήν αἴσθηση,

καθώς τό νιώθεις πιά

πώς ἄρχισε τό τρομερό κι ἀπρόσμενο

τό πέρασμα τῆς ἱστορίας ἐπάνω σου.

(«Ἀνασύνδεση», 1962)

Τό ὅτι οἱ νῖκες τῆς ἱστορίας πατοῦν ἐπάνω σε χιλιάδες ἤ ἑκατομμύρια πτώματα εἶναι γνωστό τοῖς πάσι, ὁ Κωνσταντῖνος Λότρης ἁπλῶς τό ὑπενθυμίζει μέ ἕνα ὄμορφο ποίημα. Τώρα, ἄν δέν μέ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου Λότρης εἶναι τό ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Κονοφάγου, πού ὑπῆρξε μάλιστα καί πρύτανης στό Μετσόβειο τό 1973 κατά τήν εἰσβολή τῆς χούντας… ἄν δέν κάνω λάθος…

Στέφανος ἐκ δάφνης

Ὁ καῖσαρ μεγαλόπρεπος/ προχώραε πάνω στό ἅρμα του/ σέ θρίαμβο στή Ρώμη. / καί στό κεφάλι φόραγε/ στεφάνι ἀπό δάφνη. / Τό πλέξανε παρθένες, / ἱέρειες στοῦ Ἄρη τό ναό. / Πήγανε καί κόψανε κλάδους / ἀπό δάφνη πού βρήκανε/ στόν κάμπο./ – στόν κάμπο πού πολέμησε / καί νίκησε ὁ καῖσαρ. // Κανείς αὐτό δέν τόξερε./ Μονάχα ἐγώ τό ξέρω! / Γιατί εἶμαι ἐγώ ὁ σκελετός/ πού λυώνει κάτω ἀκριβῶς/ ἀπό τή δάφνη ἐκείνη.. / Γιατί εἶμαι ἐγώ πού τάθρεψα/ τά φύλλα πού στεφάνωσαν/ τοῦ καίσαρα τό μέτωπο…

(Πρίν ἀπ’ τό θάνατο, 1958)

Ὅλα ὅσα γράφουμε παραπάνω, συμπυκνώνονται στό ποίημα τῆς Ρίτας Μπούμη-Παππᾶ «Ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία…»…

Ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Γῆς,

ἀπό τούς πυρολάτρες ὡς τούς ἀστροναῦτες,

ὁστεοφυλάκιο ἀπό βιαίους θανάτους –

Μιά σύγκρουση μέχρις ἐσχάτων

μέ νικητή τό κτῆνος καί τόν χάλυβα!..

(Κ’ ἐγώ νά μήν μπορῶ

οὔτε καί μέ τό θρῆνο μου

νά μεταπείσω τέτοια μοῖρα!..)

(1970)

CHILD BAREFOOT

Ὑπάρχει ἡ Ἱστορία ὡς γνωστικό ἀντικείμενο, ἐκείνη πού διδάσκεται μέ χρονολογίες, μάχες, συνθῆκες, νῖκες καί ἧττες – τέλος πάντων ἡ ἱστορία ὡς χάρτης τῆς ἐξέλιξης τῆς ἀνθρωπότητας. Καί ὑπάρχει ἡ βιωμένη ἱστορία, ἐκείνη πού κληρονομεῖται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἐκείνη πού τήν νιώθει ὁ καθείς στόν τόπο του μέ ἔνταση καί πάθος, γιατί τό ἀποτύπωμά της εἶναι ἐσωτερικό, ἐντελῶς προσωπικό. Θά ἔλεγα ὅτι στό παρακάτω ποίημα τοῦ Γιάννη Νεγρεπόντη (πραγματικό ὄνομα Γιάννης Ξυνοτρούλιας, 1930 – 1991), καταδεικνύεται αὐτός ὁ πολλαπλασιασμός τῆς ἱστορικῆς αἴσθησης, ἡ διαφορά πού ἐπιφέρει τό βιωμένο συναίσθημα. «Ἀναπνέω Ἱστορία ὅπου καί νά βρεθῶ…», ἔλεγε κάποτε ἕνας ποιητής καί εἶχε δίκαιο… Ὅμως ἐδῶ ἐκεῖνο πού ἐπίσης ἐκφράζεται εἶναι τό βάρος πού δημιουργεῖ ἡ Ἱστορία, ἡ αἴσθηση εὐθύνης. Θά λέγαμε εὐθύνη ἀνταπόκρισης, ἄγχος νά σταθῆς στό ὕψος μιᾶς προγονικῆς συμπεριφορᾶς… παρατηρῆστε ὅμως καί τήν ἀντίφαση, ἀνάμεσα στήν κούραση καί στήν διάθεση γιά παραίτηση ἀπό τήν μιά καί στήν αἴσθηση τῆς συμμετοχῆς σέ κάτι ὑπέρτατο, διαχρονικό, δηλαδή ἀβασίλευτο στόν χρόνο. Ὁ πυρήνας βεβαίως αὐτῆς τῆς αἴσθησης ἔρχεται ἀπό πολύ μακριά, ἀπό τήν κλασική Ἀθήνα…

Αὐτός ὁ τόπος

Κουραστήκαμε. Ἄλλο δέν μποροῦμε

σ’ αὐτόν τόν τόπο ἐδῶ

πού ἡ Ἱστορία ἀναβλύζει

σέ κάθε μας βῆμα.

 

…Κι αὐτές οἱ πληγές

πού δέ λένε νά κλείσουν,

σέ κάστρα, σέ ναούς, σέ ἀγάλματα,

σέ τάφους συλημένους πού δέ συγχωροῦν,

σέ ἁγίων εἰκόνες,

μιᾶς θρησκείας παρθένας μαινάδας…

Παντοῦ τό πάθος!.. Τό δέος αὐτό

ἄλλο δέν τό μποροῦμε!..

 

Τί νά καταλάβουν οἱ ἄλλοι;..

Ἔρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν·

φεύγουν, περιγράφουν, ἡσυχάζουν…

Τί ξέρουν αὐτοί ἀπ’ τά δικά μας,

μ’ αὐτόν τόν τόπο τόν ἀνοικτίρμονα,

τόν παντοκράτορα, τόν ἀβασίλευτο!

(Δωρήματα, 1963)

Ἐάν ὑπάρχει ἕνας ποιητής πού ἀποτυπώνει τήν Ἱστορία μέ μία τεράστια ἐκφραστική ποικιλία στό ἔργο του, αὐτός εἶναι ὁ Παλαμᾶς. Ἐάν θέλαμε νά μιλήσουμε μέ ὅρους μουσικῆς, θά λέγαμε ὅτι δέν ὑπάρχει ὀκτάβα πού νά μήν μπορεῖ νά τήν ὑπηρετήσει. Τά ποιήματά του ἁπλώνονται, ἀπό ὕμνους στό Μεσολόγγι καί τήν φλογέρα τοῦ Βασιλιά, ἕως τήν ἀναρχική ματιά στόν Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου. Πρόκειται γιά τεράστιο ἔργο, τόσο σέ ἔκταση, ὅσο καί σέ θεματική κάλυψη. Ὁπωσδήποτε ὅμως στό σύνολο τοῦ ἔργου του ἡ ἱστορία εἶναι παροῦσα ποικιλοτρόπως, ἀκόμη καί σέ ἐκεῖνα τά ποιήματα πού κάποιος θά χαρακτήριζε περισσότερο λυρικά ἤ ὑπαρξιακά. Εἶναι σαφές ὅτι ὁ Παλαμᾶς ἀνήκει σέ μία γενιά πού ἀκόμη πιστεύει στήν συμμετοχή, στήν ἄμεση ἀλληλεπίδραση προσώπου – κοινωνίας, στόν βαρύνοντα ρόλο τοῦ ἀτόμου στήν ἱστορική ἐξέλιξη. Μελετώντας τό ἔργο του, θάλεγε κανείς ὅτι ὁ ποιητής στέκει δίβουλος ἀνάμεσα σέ δύο κόσμους – ἐκεῖνον τόν παλαιό, τόν ἡρωικό, τόν ἁπλό ἀκόμη καί στίς ἀντιθέσεις του, τόν κόσμο τῶν θρύλων καί τῶν μύθων τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης καί ἀπό τήν ἄλλη τόν κόσμο τοῦ Αὔριο πού ἀπαιτεῖ ἐνδοσκόπηση, ἀνάδειξη τῆς ἀγωνίας τοῦ προσώπου, δημιουργία ἀποδεσμευμένη ἀπό καταναγκασμούς τοῦ παρελθόντος. Ὅπως καί νά τό δεῖ κανείς τό ποιητικό σῶμα τοῦ Παλαμᾶ παραμένει πολύτιμο, τόσο γιά τίς ποιότητές του, ὅσο καί γιά τήν αἴσθηση τῆς ἱστορία πού κομίζει σέ νεότερους ἀναγνῶστες. Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἀγάπη τοῦ Παλαμᾶ γιά τήν νεότερη ἱστορία εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη, σκεφτεῖτε μόνο ὅτι γεννιέται τό 1859, τριάντα ὀκτώ μόλις χρόνια ἀπό τήν ἑλληνική ἐπανάσταση, οἱ μνῆμες εἶναι ἀκόμη νωπές, τό αἷμα δέν ἔχει ἀκόμη στεγνώσει. Γι’ αὐτό καί τρία χρόνια πρίν πεθάνει καί τρεῖς ἡμέρες μετά ἀπό τό ξέσπασμα τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, ἡ μόνη του παραίνεση πρός τήν νέα γενιά πού ἔχει φύγει γιά τά βουνά τῆς Ἀλβανίας ἔχει μία καί μόνη ἱστορική ἀναφορά…

Στή Νεολαία μας

Αὐτό κρατάει ἀνάλαφρο μές στήν ἀνεμοζάλη

τό ἀπό τοῦ κόσμου τή βοή πρεσβυτικό κεφάλι,

αὐτό τό λόγο θά σᾶς πῶ, δέν ἔχω ἄλλο κανένα:

Μεθῦστε μέ τ’  ἀθάνατο κρασί τοῦ Εἰκοσιένα.

(1η Νοεμβρίου 1940)

Γιά τόν Παλαμά καί τά καλύτερα ποιήματά του μπορεῖτε νά ἀνατρέξετε καί σέ παλαιότερο κείμενό μας…

Σχεδόν σύγχρονος τοῦ Παλαμᾶ, (χρηματοδότησε μάλιστα καί ἀρκετές ἐκδόσεις τῶν ἔργων του), εἶναι καί ὁ Ἀλέξανδρος Πάλλης, (πατέρας τοῦ ὁμώνυμου πολιτικοῦ), γνωστός ἀνάμεσα στά ἄλλα καί γιά τήν μετάφραση τῶν Εὐαγγελίων στήν δημοτική γλῶσσα, πού ὁδήγησαν καί σέ σοβαρά ἐπεισόδια στήν Ἀθῆνα, τά γνωστά εὐαγγελικά. Ἕνα ἀπό τά ὡραιότερα ποιήματά του, πού βέβαια ἀντλοῦν ἀπό τήν ἑλληνική ἐπανάσταση, εἶναι τό «Κανάρης». Ἐδῶ θά δεῖτε καί τήν δύναμη πού διαθέτει ἡ ἐξατομίκευση τῆς Ἱστορίας, δέν ἔχει καί πολλή σημασία ἐάν τό περιστατικό εἶναι ἀληθινό ἤ ἐπινοημένο, καθώς  ὅταν τελειώσετε τήν ἀνάγνωση τοῦ ποιήματος ἡ Ἱστορία ἔχει ἀπομείνει μέσα σας μέ ἀποτύπωμα ἰσχυρό – κατά πολύ ἐντονότερο ἀπό ἐκεῖνο πού θά δημιουργοῦσαν δέκα σχολικά ἱστορικά βιβλία μαζί…

Κανάρης

Ὅλη ἡ βουλή τῶν προεστῶν, στό μῶλο συναγμένη

εἶπε πώς ὄξω στή στεριά τούς Τούρκους θά προσμένει.

Τότε ἔβγαλα τό φέσι

καί νά μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στή μέση:

– Τίποτα, ἀρχόντοι, δέ φελάει· μονάχα τό καράβι!

Σά μ’ ἄκουσε ἕνα ἀπ’ τά τρανά καλπάκια μας, ἀνάβει

καί τό φαρμάκι χύνει:

– Ποιός εἶναι αὐτός, καί πῶς τόν λέν, πού συβουλές μᾶς δίνει;

 

…Νά τά Ψαρά πῶς χάθηκαν. Κι ἐγώ φωτιά στό χέρι

πῆρα, καί πέρα τράβηξα κατά τῆς Χῖος τά μέρη,

κι εἶπα ἀπό κεῖ -δέ βάσταξα- μέ χείλια πικραμένα:

Νά, πῶς μέ λέν ἐμένα!

(«Ταμπουράς καί κόπανος», 1907)

Τό ποίημα τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη «Χάρης ‘44», ἔχει δεχθεῖ ἰσχυρή ἐπίκριση, (ἀπό αὐτήν τήν νέα κριτική πού ἀναφέραμε προηγουμένως), κυρίως γιατί ἀποπνέει μία αἴσθηση «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ», μία κλίση πρός τήν ἁγιοποίηση συμβόλων, ἐν τέλει μία ὑπερβολή. Φοβᾶμαι ὅτι αὐτές οἱ γνῶμες τελικά θά κυριαρχήσουν σέ μιά κοινωνία πού ἀδιαφορεῖ γιά τήν μνήμη ἤ ἔχει κουραστεῖ ἀπό αὐτήν. Πῶς νά ἀγνοήσεις ὅμως τήν ἐξαιρετική εἰκονοποιία πού ὑπάρχει στό ποίημα, τήν ἀναπαράσταση ἑνός κλίματος ἐποχῆς, ἄρα καί τῆς ἱστορίας καί τήν τόσο ἀθῶα πίστη γιά ἕνα καλύτερο μέλλον; Καί πῶς νά μήν ξεχωρίσεις σ’ αὐτό τό ποίημα τήν τάση τοῦ Ἀναγνωστάκη νά ἀναδείξει, (ἔστω καί καθ’ ὑπερβολή), τήν ἀξία τοῦ προσώπου, τοποθετώντας ὡς φόντο καί μόνο τήν μᾶζα, τίς σημαῖες, τίς διαδηλώσεις… Μέ ἄλλα λόγια, πῶς νά ἀγνοήσεις ἕνα καλό ποίημα, ἀκόμη καί ὅταν δέν ἐπικοινωνεῖ μέ τούς νεότερους;

Ἄν ἔχει κάποιο μειονέκτημα τό ποίημα εἶναι πώς ρέπει κάποιες στιγμές πρός τήν φλυαρία, ἀλλά αὐτό τό ἴδιο τό μειονέκτημα γίνεται πλεονέκτημα ὅταν θελήσουμε νά ἀντλήσουμε ἀπό αὐτό ἱστορικά στοιχεῖα.

Χάρης 1944

Ἤμασταν ὅλοι μαζί καί ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τίς ὧρες μας.

Τραγουδούσαμε σιγά γιά τίς μέρες πού θά  ρχόντανε

φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα.

Αὐτός τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του ξυπνοῦσε μικρές πυρκαγιές –

χιλιάδες μικρές πυρκαγιές πού πυρπολοῦσαν τή νιότη μας

Μερόνυχτα ἔπαιζε τό κρυφτό μέ τό θάνατο σέ κάθε γωνιά καί σοκάκι –

λαχταροῦσε ξεχνώντας τό δικό του κορμί

νά χαρίσει στούς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζί μά θαρρεῖς πώς αὐτός ἦταν ὅλοι.

Μιά μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ’  ἀφτί: Πέθανε ὁ Χάρης.., Σκοτώθηκε..-

ἤ κάτι τέτοιο…

Λέξεις πού τίς ἀκοῦμε κάθε μέρα…

 

Κανείς δέν τόν εἶδε… Ἦταν σούρουπο…

Θάχε σφιγμένα τά χέρια ὅπως πάντα.

Στά μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρά τῆς καινούριας ζωῆς μας.

Μά ὅλα αὐτά ἦταν ἁπλά κι ὁ καιρός εἶναι λίγος –Κανείς δέν προφταίνει…

Δέν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυό τρεῖς ξενιτεύτηκαν,

τράβηξεν ὁ ἄλλος μακρυά, μ’  ἕνα φέρσιμο ἀόριστο –κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε…

 

Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ᾖρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι.

Τό πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες,

μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τά λάβαρα, Μές στό χάος κυματίζουν τραγούδια…

Ἄν μές στίς φωνές πού τά βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τά τείχη

ξεχώρισες μιά – εἶν  ἡ δική του!

Ἀνάβει μικρές πυρκαγιές,

χιλιάδες μικρές πυρκαγιές

πού πυρπολοῦν τήν ἀτίθαση νιότη μας.

Εἶν  ἡ δική του φωνή πού βουίζει στό πλῆθος τριγύρω σάν ἥλιος,

π’  ἀγκαλιάζει τόν κόσμο σάν ἥλιος,

πού σπαθίζει τίς πίκρες σάν ἥλιος,

πού μᾶς δείχνει σάν ἥλιος λαμπρός τίς χρυσές πολιτεῖες

πού ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες στήν ἀλήθεια καί στό αἴθριο τό φῶς!

(Φοιτητής, 7-4-45)

Γιά τόν Ρένο Ἀποστολίδη ἔχουμε γράψει πολλές φορές, μάλιστα πρόσφατα δημοσιεύσαμε ἕνα πρῶτο κριτικό σημείωμα γιά τό ἀφιέρωμα τῆς «Νέας Ἑστίας», (ἀφιέρωμα ὁ Θεός νά τό κάμει…). Ἄνθρωπος πού ἔζησε τόν ἐμφύλιο στήν πρώτη γραμμή, ὁ Ρένος Ἀποστολίδης μαρτυρεῖ γι’ αὐτόν στό περιβόητο βιβλίο του «Πυραμίδα 67», ἀλλά ὁπωσδήποτε καί πολλά ἀπό τά πεζά καί τά ποιήματά του μεταφέρουν μέ τήν ἀμεσότητα καί τήν γνησιότητα τοῦ βιώματος στήν καρδιά αὐτῆς τῆς σύγκρουσης. Ὑπάρχουν πολλά ποιήματα μέ τοπωνύμια καί πολλά ἀκόμη ἱστορικά στοιχεῖα, ἀλλά σήμερα θά προτιμήσω νά δημοσιεύσω ἕνα λιγότερο γνωστό, μά κατά τήν γνώμη μου τραγικό, πού ἀποτυπώνει μέ πολλή ἔνταση τό χειρότερο εἶδος πολέμου πού μπορεῖ νά ζήσει ἕνας τόπος… ἀπό τό βιβλίο «Ο Α2» τοῦ 1968…

Σκοτωμένη ἀγάπη τοῦ Ἐμφυλίου

Ὤ, πῶς στήν ὠμορφῆναν!

Τή βάψαν μέ παλληκαριά, τή ντύσαν φυσεκλίκια –

μέ στέν στό χέρι, μέ μαρσίπ,

δεκάξη χρόνω ἀρραβωνιάρα καπετάνιου! –

στή δώσαν σάν τό κρύο νερό,

ἀφωσιωμένη σου!..

Καί νά τήν ἀγαπᾶς, κύρη νά σ’ ἔχη,

νά σέ φροντίζημ νά σοῦ πλένη,

νά στέκη μέ τά χέρια ἔτσι μπροστά τα δυό της κρεμασμένα,

στά μάτια τ’ ἄγνωστα ζ ω ή ἐμπιστεμένα –

καί νά τή σκοτώνης!..

 

Ὤ μακελλάρη μου, ἀρνί

μέ τί ψιχαλιστά μάτια σοῦ ‘δωσαν

νά ζήσης – καί νά σφάξης!

Πῶς σέ ζηλεῦαν σά στή χάριζαν –

Πρῶτα κοντά σου

Κ’ ὕστερα νά τή θερίσης!..

Κόκκινο βάψανε γιορντάνι στό λαιμό της:

νά σ’ ἀγαπᾶ κ’ ἐ κ ε ῖ  νά σφίξης

τά χέρια της νά μένουν κρεμασμένα,

ἔτσι ἄπορα καί παιδικά τα μάτια ἐμπιστεμένα,

βαθιά ἀπ’ τά χρόνια πέρα,

καί νά ξ έ ρ ο υ ν,

νά σέ κοιτοῦν καί νά μή θέλουν νά σέ χάσουν

πού μ’ ἕνα Ρῖξτε! τάσβηνες…

 

Ριπή, Μαυράγγελέ μου, πῶς τήν ἄντεξες

σῶμα πού σοῦ ‘φέγγε τή νύχτ’ αὐτοῦ νά σκίση;..

Τί ζῆς;.. Π ο ι ά ν  ἀγαπᾶς;.. Ἐ κ ε ί ν η;..

Μέ ποιό «ἄλλοθι», ποιό «ψέμμα», ποιάν «ἀλήθεια»

στά στήθια σταυρωμένη

τήν καρδιά σου φύτεψες

μονοριπή;..

(μαρσίπ και στέν εἶναι τύποι πυροβόλων ὅπλων)

Ἀκόμη ἕνας ποιητής πού κουβαλᾶ νωπή τήν ἱστορία μέσα του καί μάλιστα τίς πιό τραγικές της στιγμές εἶναι καί ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος. Ἀναμφισβήτητα ἕνας ἀπό τούς καλύτερους ποιητές στήν νεοελληνική ἱστορία. Ὅπως καί ὁ Ρίτσος, ὁ Βρεττάκος ἀκολουθεῖ καί πιστεύει σέ μία συγκεκριμένη ἰδεολογία, ἀλλά ἀπό αὐτή κρατᾶ ὅ,τι πανανθρώπινο, ὅ,τι εὐγενέστερο, ὅ,τι πιό ἀθῷο. Κάποια ποιήματά του θά μποροῦσαν νά εἶναι εὐαγγέλια τοῦ χριστιανισμοῦ, μικρά εὐαγγέλια γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀλληλεγγύη. Ἀκόμη καί στά πιό «στρατευμένα» ποιήματά του ὁ στῖχος δέν χάνει τήν ἀξία του, δέν σέ προσβάλλει μέ τήν ἔννοια τῆς προπαγάνδας, σπάνια θυσιάζει τήν ποίησή του στήν ἐξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπῶν. Τό παρακάτω ποίημα γράφτηκε τήν ὥρα πού ἡ Ἑλλάδα ἔβγαινε ἀπό τήν Κατοχή καί κολυμποῦσε ἀκόμη στά ἀπόνερα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Πολλές οἱ ἀναλογίες μέ ἐκεῖνο τοῦ Ἀναγνωστάκη πού εἴδαμε παραπάνω, ἀλλά θά ἔλεγα ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρτιότερο καί τεχνικά καί στό περιεχόμενο…

Πάνω στό χῶμα τό δικό σου λέμε τ’  ὄνομά μας.

Πάνω στό χῶμα τό δικό σου σχεδιάζουμε τούς κήπους καί τίς πολιτεῖες μας.

Πάνω στό χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.

 

Ἔχω κρατήσει μέσα μου τή ντουφεκιά σου.

Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερός ἦχος τοῦ πολυβόλου.

Θυμᾶμαι τήν καρδιά σου πού ἄνοιξε κ  ἔρχονται στό μυαλό μου

κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα

πού μοιάζουνε σάν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρός τόν ἄνθρωπο.

Ἔτσι μᾶς μίλησε ἡ καρδιά σου.

Κ’  εἴδαμε πώς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,

κ’  ἔγινε μεγαλύτερος γιά νά χωρᾶ ἡ ἀγάπη.

 

Τό πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.

Τό πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.

Ἔπαιξες τή φωτιά. Ἔπαιξες τό Χριστό.

Ἔπαιξες τόν Ἀη-Γιώργη καί τό Διγενῆ.

Ἔπαιξες τούς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ πού κατεβαίνουνε ἀπ’  τά μεσάνυχτα.

Ἔπαιξες τή φωνή τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ πού δέν ὑπῆρχε φωνή.

Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.

Ἦταν καιρός! Δέ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο

ν’  ἀκοῦς κάτω ἀπ’  τή στέγη σου τ’  ἀνθρώπινα μπουμπουνιτά τῆς Εὐρώπης!

Ἄναψες κάτω άπ’  τό σακκάκι σου τό πρῶτο κλεφτοφάναρο.

Καρδιά τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τόν ἥλιο καί προχώρησες…

 

Ἀνέβηκες στό πεζοδρόμιο κ’ ἔπαιξες τόν ἄνθρωπο!

(Ἡ παραμυθένια πολιτεία, 1947)

Παρενθετικά στό σημεῖο αὐτό νά ποῦμε ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἱστορίας ἀποτυπώνεται καί στό Δημοτικό τραγούδι, ὅμως πρόκειται γιά πεδίο μέ τεράστιο σέ ποσότητα περιεχόμενο κι ἔτσι θά τό προσπεράσουμε γιά κάποια ἄλλη φορά.

Ἄθως Δημουλᾶς, ἀρκετά ὑποτιμημένος ποιητής μέ ποιότητες. Ὁ προβληματισμός πού προκύπτει ἀπό τό ποίημα «Ἀντιστοιχίες», εἶναι ἀξιοσημείωτος. Ἱστορία εἶναι ὅ,τι διασῴζει ἡ μνήμη, στήν πραγματικότητα ὡς Ἱστορία νοεῖται ἡ βιωματική, τό ἀποτύπωμα τῶν γεγονότων, ἡ διασωθεῖσα εἰκόνα. Αὐτή εἶναι ἡ προσωπική ἱστορία, ὁ πλοῦτος τοῦ προσώπου, πού μέ τήν σειρά του μπορεῖ νά πυροδοτήσει ἀλλαγές καί ἐπαναστάσεις ἤ παραίτηση καί ἀπομόνωση. Σημασία ἐδῶ ἔχει τό ἐρώτημα τί διασῴζει ἡ συνείδηση, τί θεωρεῖ ἄξιο νά διασωθεῖ, νά μεταφερθεῖ στούς ἑπόμενους. Δέν εἶναι τόσο γνώση, ὅσο αἴσθηση.

Ἀντιστοιχίες

Ἡ μνήμη μας εἶναι συχνά περίεργη: / σέ πολλές θύμησες, ξεχνῶντας σχεδόν/ τά γεγονότα, ἀδιαφορῶντας γιά τά συμβάντα/ τά κύρια, τή λεπτομέρεια ν’ ἀναπλάττη/ ἀγαπᾶ μιά στιγμή ἀσήμαντη, ἕνα/ ἐπουσιῶδες μέρος… Ὥσπου μέ τόν καιρό/ ἡ λεπτομέρεια γίνεται πυρῆνας/ τῆς θύμησης, καί τά συμβάντα, / τά κύρια, πλαίσιό της ἀβέβαιο…

Ἔτσι συχνά περίεργη εἶναι ἡ μνήμη· / ὅπως ἀκριβῶς ἡ ζωή – πού, ἄλλωστε, / μνήμη εἶναι κι αὐτή (ἴσως μόνο μνήμη). / Λησμονεῖ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας τά ἔργα, / πεισματικά φυλάγοντας κάτι μικροπράγματα: / μιά πράξη ἁγνή, ἤ ἕνα ποίημα,/ γραμμένο ἀπ’ ἄνθρωπο μοναχικόν/ κάποιο ἀπομεσήμερο θλιμμένο.

(Περί μνήμης, 1964)

Ὑπάρχει βεβαίως καί τό ἀντίστροφο, τό μεμονωμένο γεγονός πού ὁδηγεῖ σέ ἕνα ἀξίωμα, σέ μιά καθολικότερη διαπίστωση, σέ μιά ἐπιβεβαίωση μιᾶς ἐπαναλαμβανόμενης ἱστορίας. Στό ποίημα τοῦ Ἐγγονόπουλου ὑπάρχει ἡ ἀκριβής καταγραφή τοῦ γεγονότος μαζί μέ τήν προέκτασή του, τήν διαχρονία του. Ἐδῶ ἡ  ἱστορική ἀκρίβεια τοῦ συμβάντος ὑπερτονίζεται σκόπιμα, γιά νά ἀναδειχθεῖ μέ τήν μεγίστη δυνατή ἔνταση ἡ ἀντίστιξη, ἡ ἐπέκταση μέσα στήν ἱστορία.

Νέα περί τοῦ θανάτου τοῦ ἰσπανοῦ ποιητοῦ

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Στίς 19 Αὐγούστου τοῦ 1936 μέσα στό χαντάκι τοῦ Καμίνο ντέ λά Φουέντε

Ἡ τέχνη κ’ ἡ ποίηση δέν μᾶς βοηθοῦν νά ζήσουμε./ Ἡ τέχνη καί ἡ ποίηση μᾶς βοηθοῦνε νά πεθάνουμε.// Περιφρόνησις ἀπόλυτη ἁρμόζει/ σ’ ὅλους αὐτούς τούς θόρυβους,/ τίς ἔρευνες,/ τά σχόλια ἐπί σχολίων,/ πού κάθε τόσο ξεφουρνίζουν,/ ἀρχόσχολοι καί ματαιόδοξοι γραφιάδες,/ γύρω ἀπό τίς μυστηριώδεις κ’ αἰσχρές συνθῆκες/ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ κακορίζικου τοῦ Λόρκα/ ὑπό τῶν φασιστῶν.// Μά ἐπιτέλους πιά ὁ καθείς γνωρίζει/ πώς/ ἀπό καιρό τώρα/ – καί προπαντός στά χρόνια τα δικά μας, τά σακάτικα – /εἴθισται / νά δολοφονοῦν/ τούς ποιητάς.

(Ἐν ἀνθηρῷ ἕλληνι λόγω, 1957)

Στό ποίημα μπορεῖ νά διακρίνει κανείς ἐνδιαφέροντα γλωσσικά στοιχεῖα, ὅμως ἅς μείνουμε σ’ αὐτό – μέσα στούς στίχους ὑπάρχει ἡ Ἱστορία σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα το γεγονός καί ὡς πληροφορία, ἡ δολοφονία τοῦ Λόρκα. Δεύτερον, ἡ διαπίστωση τῆς ἐπαναληπτικότητας, τό γεγονός τό ἴδιο δέν ξενίζει, γιατί μέ τόν ἕναν ἤ ἄλλο τρόπο οἱ ποιητές δολοφονοῦνται, εἴτε ὡς χαρακτῆρες, εἴτε ὡς φυσικά πρόσωπα. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ τρίτη καταγραφή, ἐκείνη τῆς συγχρονίας, τοῦ παρόντος, (στά χρόνια τά δικά μας τά σακάτικα…), πού ἐνσωματώνεται στήν ἐπανάληψη τῆς ἱστορίας, ἀλλά καθώς ἐδῶ ἔχουμε βίωμα ἡ ἔνταση εἶναι μεγαλύτερη. Ἡ Ἱστορία εἶναι ἕνας τροχός χωρίς ὅρια καί περιορισμούς, δέν ἔχει σημασία ὁ χρόνος, ὁ τόπος, οἱ συνθῆκες. Καί στήν οὐσία μέσα ἀπό τούς στίχους αὐτούς ὁ ἴδιος ὁ ποιητής πού τούς γράφει προδιαγράφει καί τό τέλος του, καθώς ἀξιωματικά ὁ κάθε ποιητής τελικά δολοφονεῖται, ἀποπέμπεται, ἐκδιώχνεται, ἐξορίζεται. Ἄν κάτι μπορεῖ νά ἐνοχλήσει στό ποίημα εἶναι ἡ κάποια ἐπιτήδευση, ἡ πομπώδης  φιλολογία του, ἀλλά αὐτό περνᾶ στά πεδία τῆς αἰσθητικῆς καί τεχνικῆς πού δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Εἶναι βέβαιο ὅτι τό «Ἆσμα ἡρωικό καί πένθιμο γιά τόν χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας», περιλαμβάνει ὁρισμένους ἀπό τούς ὡραιότερους στίχους τῆς νεοελληνικῆς γραμματείας, ὅπως ἐπίσης εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ θεματική του, (θρῆνος ἐπικήδειος…), βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό τά συνήθη μοτίβα τοῦ Ἐλύτη. Ἐδῶ ἀκριβῶς ὅμως ἔγκειται καί ἡ δύναμη τοῦ βιώματος πού πάντοτε ἀποδεικνύεται ἰσχυρότερο ὡς πυροδότηση, (ἅς ἀποφύγουμε τήν λέξη ἔμπνευση…), ἀπό στοχασμούς καί φιλοσοφικές ἀναζητήσεις. Παρών στό Ἀλβανικό μέτωπο ὁ Ἐλύτης, εἶναι ἀδύνατον νά μείνει ἀσυγκίνητος, ἀποστασιοποιημένος ἀπό τά γεγονότα. Καί κάτι παραπάνω – εἶναι πολύ δύσκολο αὐτήν τήν φορά νά ἀκολουθήσει τήν συνήθη γραφή του, ὅπως καί τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζει τίς δύσκολες, τίς τραγικές καταστάσεις, (ἔχουμε γράψει γι’ αὐτά στό ἄρθρο «Ὁ Καρυωτάκης καί ἡ γενεά τοῦ 30»). Ἐδῶ το νόημα εἶναι συγκεκριμένο, σκυμμένο πάνω ἀπό τό νεκρό σῶμα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, δέν ὑπάρχουν παρεκκλίσεις καί διανοητικά ξεστρατίσματα, ἴσως μοναχά σέ κάποια λιγοστά σημεῖα μέσα στό συνολικό ἔργο. Βεβαίως τό ποίημα εἶναι πασίγνωστο καί ἐπιπλέον λόγω τῆς ἔκτασής του εἶναι ἀδύνατον νά τό δημοσιεύουμε σήμερα, ἀλλά καί ἡ ἀποσπασματική ἐπιλογή θά τό ἀδικοῦσε πολύ. Ὅσοι ἀπό ἐσάς δέν ἔτυχε ἀκόμη νά τό προσεγγίσετε κάντε το, ἀξίζει τόν κόπο. Ὁπωσδήποτε ἀπαιτεῖ ἀνάγνωση προσεκτική, καθώς, παρόλο πού ἔχει «καθαρό» το νόημά του, δέν παύει νά εἶναι Ἐλύτης πού ἀπαιτεῖ μεγάλη ἀναγνωστική συγκέντρωση στά γλωσσικά, αἰσθητικά καί νοηματικά στοιχεῖα.

Ἅς μήν ξεχάσουμε καί τό δίστιχό του Πάνου Θασίτη πού ἔχουμε κατ’ ἐπανάληψη δημοσιεύσει…

Διαβαίνει ὁ αἰῶνας μας ἀπρόσωπος,

συντρίβοντας τίς σκαλωσιές τῆς μοναξιᾶς.

Τό ποίημα ὁποῦ ἀνήκει τό δίστιχο εἶναι γραμμένο τό 1951, ἀλλά ὁ Θασίτης ἔχει ἀρχίσει ἤδη νά βιώνει τήν ἧττα τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενεᾶς πού εἶδε τά ὁράματά της νά ξεφτίζουν τό ἕνα μετά τό ἄλλο καί ὁ κόσμος πού ὀνειρεύτηκε νά μετατρέπεται σέ οὐτοπία ἐφηβική. Ἡ ποίηση τοῦ Θασίτη ἔχει βεβαίως τήν γνησιότητά της γιατί εἶναι κυρίως βιωματική, (ἰδιαίτερα τίς πρῶτες δεκαετίες τῆς ζωῆς του). Στούς παραπάνω στίχους ἐπαναλαμβάνεται ἡ γνωστή ἀντίστιξη – ἀπό τήν μία μεριά ἡ Ἱστορία μέ τό ἀρχιγράμμα κεφαλαῖο, πού ἀσχολεῖται μόνο μέ τά τρανά καί τά μεγάλα, τά ἀποτελέσματα κυρίως, καί ἀπό τήν ἄλλη μοναχικές ζωές πού νιώθουν ἀσήμαντες μπροστά στίς ἀλλαγές τοῦ κόσμου, ἀμέτοχες τῆς δόξης καί τοῦ ὕμνου. Εἶναι ἀρκετοί ἐκεῖνοι πού, σάν τόν Θασίτη, σταδιακά ἀντιλήφθηκαν τήν μετριότητα πού ἐπιφέρει ἡ μαζοποίηση καί ἄρχισαν νά ἐπιζητοῦν μία προσωποκεντρική ἀντίληψη τῆς Ἱστορίας. Προσέξτε ὅτι στό δίστιχό του δέν ὑπάρχει ἁπλῶς παράλληλη πορεία, ἀλλά σύγκρουση ἀνάμεσα στό ὄνειρο τοῦ προσώπου καί στόν αἰῶνα πού τό συνθλίβει, στόν αἰῶνα πού ἀντιπαθεῖ τά πρόσωπα καί γοητεύεται μοναχά ἀπό τίς μᾶζες ποῦ ἐπιβάλλουν τόν μέσο ὄρο, τήν βούληση μιᾶς, ἐν πολλοῖς,  κατασκευασμένης πλειοψηφίας.

Η ΛΥΡΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Ἅς μήν ἀφήσουμε στήν λήθη τό περίφημο «Εἰς τόν Ἱερόν Λόχον» τοῦ Κάλβου καί ὄχι μοναχά γιά τό περιεχόμενο, ἄλλωστε τά περισσότερα ποιήματά του, (ὅπως καί τοῦ Σολωμοῦ πού τα προσπερνοῦμε γιατί εἶναι πασίγνωστα…), ἔχουν νά κάνουν μέ τήν Ἱστορία… παραθέτω τίς τελευταῖες πέντε στροφές…

[ ]

O Γέρων φθονερός,

καί τῶν ἔργων ἐχθρός,

καί πάσης μνήμης, ἔρχεται·

περιτρέχει τήν θάλασσαν

καί τήν γῆν ὅλην·

 

Ἀπό τήν στάμναν χύνει

τά ρεύματα τῆς λήθης,

καί τά πάντα ἀφανίζει.

Χάνονται ἡ πόλεις, χάνονται

βασίλεια, κ’ ἔθνη·

 

Ἀλλ’ ὄτε πλησιάσει

τήν γῆν ὁπού σᾶς ἔχει,

θέλει ἀλλάξειν τόν δρόμον του

ὁ Χρόνος, τό θαυμάσιον

χῶμα σεβάζων.

 

Αὐτοῦ ἀφ’ οὐ τήν ἀρχαίαν

πορφυρίδα, καί σκῆπτρον,

δώσωμεν τῆς Ἑλλάδος,

θέλει φέρειν τά τέκνα της

πᾶσα μητέρα.

 

Καί δακρυχέουσα θέλει

τήν ἱεράν φιλήσειν

κόνιν, καί εἰπεῖν· Τόν ἔνδοξον

λόχον, τέκνα, μιμήσατε,

λόχον Ἡρώων.!..

Τό πιστεύω πολύ λυπηρό πού σήμερα ὁ Κάλβος ἔχει ἀπομείνει νά διαβάζεται μοναχά στίς φιλολογικές σχολές καί σέ κάποιες ἀρχαιοπρεπεῖς ἐκδηλώσεις σωματείων καί συλλόγων – ἀποτέλεσμα κι αὐτό τοῦ ἀνόητου γλωσσικοῦ ἐμφύλιου.

Θά ρωτήσουν καί πάλι οἱ ἐκσυγχρονιστές κριτικοί – μά καί γιατί νά διαβάζουμε Κάλβο; Ἡ γλῶσσα του εἶναι σχεδόν πιά ἀκατανόητη, ἡ θεματική του τελειώνει μαζί μέ τήν ἑλληνική ἐπανάσταση, ὁ λυρισμός του ὑπερβολικός, ἄν θέλουμε ὕμνους καί λυρισμό καλύτερα νά διαβάσουμε Σολωμό πού γράφει καί στήν δημοτική…

Οἱ ἀπόψεις περί Κάλβου ἀποδεικνύουν γι’ ἀκόμη μία φορά ὅτι πολλές φορές λειτουργοῦμε μέ στερεότυπα καί προκαταλήψεις. Οἱ περισσότεροι γιά παράδειγμα, θά παίρναμε ὅρκο ὅτι ὁ Κάλβος γράφει ὁμοιοκατάληκτο στίχο, κι ὅμως γράφει σέ στίχο ἐλεύθερο. Ἡ μετρική του εἶναι ἰδιότυπη, κατά ἄλλους προερχόμενη ἀπό τήν ἀρχαία ποίηση, κατά ἄλλους ἀπό τήν ἰταλική, ἀλλά πάντως ἰδιότυπη. Πεντάστιχη στροφή μέ τέσσερις ἑξασύλλαβους, ἑπτασύλλαβους ἤ καί ὀκτασύλλαβους στίχους καί ἕναν καταληκτικό πεντασύλλαβο. Γιά δεῖτε λοιπόν – δέν ἔχουμε τό στολίδι τῆς ὁμοιοκαταληξίας, δέν ἔχουμε τήν κλασική μετρική, (δέν θά μποροῦσε τάχα νά γράψει σέ δεκαπεντασύλλαβο ἀκέραιο;.. καί εὔκολος εἶναι καί δημοφιλής...), ὅμως πόσο ρυθμό καί πόση μουσικότητα ἔχουν αὐτοί οἱ στίχοι του!.. καί εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό γεγονός τῆς ἰδιότυπης μετρικῆς, ἀκόμη καί τό γεγονός ὅτι ὁ Κάλβος δέν εἶναι ὁ πολύ καλός γνώστης τῆς ἑλληνικῆς, πού κάμουν τήν ποίησή του μοναδική, ρυθμική, μελῳδική καί τόν στίχο πλαστικό.

PROTEST

Γιάννης Ρίτσος συνεχίζει καί στέκει μέσα στό σύνολο τῆς γραμματείας μας, (καί δικαίως…), ὡς ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους ποιητές. Δέν εἶναι μοναχά ἡ τεράστια ἔκταση τοῦ ἔργου του, (ἀλίμονο ἐάν ἦταν μόνο αὐτό!..), εἶναι ὅτι πολλοί ἀπό τούς στίχους του διαθέτουν ποιότητα μοναδική. Δέν θά ἐπιχειρήσουμε βέβαια ἐδῶ ὁποιαδήποτε ἀνάλυση τῆς ποίησής του, αὐτό ἀπαιτεῖ ἐκτενές ἀφιέρωμα, (τί νά πρωτοδιαλέξει κανείς ἀπό δώδεκα τόμους!..)

Ὅπως πολλοί ἀκόμη συνομήλικοι, ὁ Ρίτσος ταυτίζεται μέ τήν ἱστορία τοῦ 20ου αἰῶνα τόν ὁποῖο καί θά διατρέξει σχεδόν ὁλόκληρο, γεννήθηκε τό 1909 στήν Μονεμβασιά καί πέθανε στήν Ἀθῆνα τό 1990.  Σήμερα πολλοί λοιδοροῦν τά «στρατευμένα» ποιήματά του, μά στό σημεῖο αὐτό ἅς ποῦμε τοῦτο – ἕνας καλός ποιητής δύσκολα ξεφτίζει ἀκόμη καί ὅταν ὑπηρετεῖ μιά ἰδεολογία, ἕνα κόμμα ἤ ἕνα ὅραμα. Ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἀπό τά καλύτερά του ὅσα ὑμνοῦν τήν ΕΣΣΔ ἤ ἕνα συγκεκριμένο κόμμα, ἀλλά αὐτό συμβαίνει περισσότερο λόγω τῶν ἀλλεπάλληλων διαψεύσεων καί ἀπομυθοποιήσεων, παρά λόγω ἐλαττωμάτων τοῦ ἴδιου τοῦ στίχου. Ἅς ποῦμε, στό πιό γνωστό πολιτικό του ποίημα πού ἀντιγράφουμε ἀπό τήν ἀνθολογία Ἀποστολίδη, (ἀνθολογοῦνται μόνο οἱ τρεῖς πρῶτες στροφές ἀπό τίς εἴκοσι συνολικά…).

ΕΣΣΔ

Χαῖρε Ρωσία, συντρόφισσα! Στόν νέον ὁρίζοντα τῆς γῆς

ἥλιου σημαία ριπίζεται ἡ ἐργατικιά ποδιά σου!

Τοῦ κόσμου οἱ προλετάριοι, πίσω ἀπ’ τά τείχη τῆς σιγῆς,

ἀκοῦν τό χάλκινο παλμό τῆς σταθερῆς καρδιᾶς σου!

 

Τραχύ τραγοῦδι στῶν τρακτέρ τά πλῆκτρα κρούει κραταιά κι ἁδρά

τό ροζιασμένο, τό ζεστό, τ’ ἀδελφικό σου χέρι,

μές στά σοβχόζ, μές στά κολχόζ, ὁ εἰρηνικός στρατός σου δρᾶ –

σπέρνει σέ κάμπους ἄμετρους το ρόδο καί τ’ ἀστέρι!

 

Δικός του ὁ σπόρος κι ἡ σοδειά – τ’ ἀλέτρι σπρώχνει ἡ λευτεριά!

Δέν ἔχει σύνορά τό φῶς – ἐμπρός, καί νάτα τά ἔργα!

Σά γεφυράκια τῆς χαρᾶς τά στάχυα ἀπό καρπό βαριά

γέρνουν στό φῶς, κ’ ἐκεῖνα φῶς, τή χρυσαφιά τους βέργα!..

[ ]

Κι ὅμως εἶναι καλοί στίχοι, ἔχουν δύναμη, ρυθμό, παλμό, γνήσια συγκίνηση. Ταυτόχρονα καταγράφουν τόν Ρίτσο ὡς τόν μοναδικό ἴσως ποιητή πού ἔγραψε δοξαστική ποίηση γιά τήν ἐπαναστατική Ρωσία, (πιθανῶς νά ὑπάρχουν κι ἄλλοι, μά σίγουρα θά εἶναι ἐλάχιστοι) καί αὐτό ἀπό μόνο του δημιουργεῖ ἕνα ἱστορικό δεδομένο. Ὅμως ἐκεῖ πού ὁ Ρίτσος ἐνεργά παρεμβαίνει καί ἀλλάζει τήν ἱστορία, τό ποίημα πού θά ἐπηρεάσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων μέ τήν συνδρομή καί τῆς μελοποίησής του ἀπό τόν Μίκη Θεοδωράκη, εἶναι ὁπωσδήποτε ὁ Ἐπιτάφιος – ποίημα πού γίνεται σύντομα ἐμβληματικό καί σύμβολο, ὄχι μοναχά της Ἀριστερᾶς, ἀλλά καί ὅλων ἐκείνων πού συγκινοῦνται ἀπό τά ὁράματα τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀλληλεγγύης…

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδοῦλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

 

πῶς κλείσαν τά ματάκια σου καί δέ θωρεῖς πού κλαίω

καί δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τα πού πικρά σοῦ λέω;

 

Γιόκα μου, ἐσύ πού γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

πού μάντευες τί πέρναγα κάτου άπ’  τό τσίνορό μου,

 

τώρα δέ μέ παρηγορᾶς καί δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα

καί δέ μαντεύεις τίς πληγές πού τρῶνε μου τά σπλάχνα;

 

Πουλί μου, ἐσύ ποῦ μούφερνες νεράκι στήν παλάμη

πῶς δέ θωρεῖς πού δέρνουμαι καί τρέμω σάν καλάμι;

 

Στή στράτα ἐδῶ καταμεσίς τ  ἄσπρα μαλλιά μου λύνω

καί σού σκεπάζω τῆς μορφῆς τό μαραμένο κρίνο.

 

Φιλῶ τό παγωμένο σου χειλάκι πού σωπαίνει

κι εἶναι σά νά μοῦ θύμωσε καί σφαλιγμένο μένει.

 

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τόν κόρφο δές, ἀνοίγω

καί στά βυζιά πού βύζαξες τά νύχια, γιέ μου μπήγω.

……………………

(1936)

Ἡ ἀπεργία τῶν καπνεργατῶν τό 1936 ἔτσι κι ἀλλιῶς θά περνοῦσε στήν ἱστορία, μέ μικρότερη ἤ μεγαλύτερη ἔνταση. Ὅμως τό ποίημα τοῦ Ρίτσου πολλαπλασίασε τήν δύναμη αὐτῆς τῆς καταγραφῆς, τήν δικαίωσε ἀκόμη περισσότερο, τήν ἀνέδειξε σέ σύμβολο. Ἐάν τό καλοσκεφθεῖ κανείς, πρόκειται γιά μία τεράστια ἐπιρροή στά γεγονότα, μιά ποίηση πού δρᾶ ὡς πολλαπλασιαστῆς τοῦ συναισθήματος, Ἕνας ὑποκινητής διεγέρσεων πού ἐπανεκκινεῖ τήν ἱστορία.

Εἶναι φορές, (πολλές φορές…), πού ἡ ποίηση φιλοσοφεῖ καί τότε ἡ ἱστορία ἀπό πρωταγωνιστῆς γίνεται τό φόντο καί ἡ ἀφορμή ἑνός προβληματισμοῦ. Σ’ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνήκει καί τό ἐξαίρετο ποίημα τοῦ Γιώργου Σεφέρη «Θεατρίνοι, Μ.Α.», πού ἔχουμε δημοσιεύσει κατ’ ἐπανάληψη…

Στήνουμε θέατρα καί τά χαλνοῦμε

ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε

στήνουμε θέατρα καί σκηνικά,

ὅμως ἡ μοῖρα μας πάντα νικᾶ

 

καί τά σαρώνει καί μᾶς σαρώνει

καί τούς θεατρίνους καί τό θεατρώνη

ὑποβολέα καί μουσικούς

στούς πέντε ἀνέμους τούς βιαστικούς.

 

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,

ρίμες, αἰσθήματα, πέπλα, στολίδια,

μάσκες, λιογέρματα, γόοι καί κραυγές

κι ἐπιφωνήματα καί χαραυγές

 

ριγμένα ἀνάκατα μαζί μ’ ἐμᾶς,

(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)

πάνω ἀπ’ τό δέρμα μᾶς γυμνά τα νεῦρα,

σάν τίς λουρίδες ὀνάγρου ἤ ζέβρα

 

γυμνά κι ἀνάερα, στεγνά στήν κάψα

(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν;)

καί τεντωμένα σάν τίς χορδές

μιᾶς λύρας πού ὁλοένα βουίζει. Δές

 

καί τήν καρδιά μας, ἕνα σφουγγάρι,

στό δρόμο σέρνεται καί στό παζάρι

πίνοντας τό αἷμα καί τή χολή

καί τοῦ τετράρχη καί τοῦ λῃστῆ.

(1943, Αὔγουστος, Μέση Ἀνατολή)

Βεβαίως πίσω ἀπό τό ποίημα ὑπάρχουν τά μεγάλα ἱστορικά γεγονότα τοῦ πολέμου, τῆς ἀντίστασης, μιᾶς κυβέρνησης πού κρύβεται μακριά ἀπό τόν τόπο τῶν γεγονότων καί ἐξαντλεῖται σέ ἀνούσιες συζητήσεις καί μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Σέ καμία περίπτωση ὅμως τό τελικό ποιητικό ἀποτέλεσμα δέν ἀντανακλᾶ μοναχά αὐτήν τήν συγκυρία.

Ἔχω γράψει πολλές φορές γιά τήν σχέση Καρυωτάκη καί Σεφέρη, ἐννοῶ τήν διακειμενική σχέση, τήν ἐπιρροή τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον. Ὅσο καί ἐάν ἡ συγκρότηση τοῦ Σεφέρη, ἡ θέση του καί οἱ μεγαλοαστικές του ἀντιλήψεις  ἀποκλείουν ἀρχικά αὐτήν τήν ἐπιρροή, ὅποιος διαβάσει προσεκτικά τήν ποίησή του δέν μπορεῖ παρά νά τήν ἐντοπίσει καί μάλιστα μέ σχετική εὐκολία. Ὅταν ὁ διχασμένος Σεφέρης ἀφήνεται καί ἐκφράζει τά ἐσώτερα, ἡ ἀπαισιοδοξία, τό ἀνέλπιδο, τά ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, ὅλα ἀναδύονται – ὅσο καί ἐάν καλύπτονται κάτω ἀπό τόν ἐπιμελημένο στίχο, (σέ ἀντίθεση μέ τόν στίχο τοῦ Καρυωτάκη…),  περιγράφουν τ’ ἀρχαιότερα ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου γιά ζωή, μοῖρα καί θάνατο.

Κατά τήν γνώμη μου ἡ στενή ἑρμηνεία τοῦ ποιήματος τό ἀδικεῖ πολύ καί δυστυχῶς οἱ περισσότερες ἀναλύσεις του σταματοῦν στίς ἀφορμές που τό δημιούργησαν. Ὅμως κάτ΄ ἐμέ, πρόκειται γιά κάτι πολύ εὐρύτερο, στήν οὐσία μία συνομιλία τοῦ Σεφέρη μέ τήν ἀνθρώπινη ἱστορία ἐν συνόλῳ, μία κραυγή γιά τήν φαινομενική ἀσημαντότητα τοῦ ἀνθρώπου μπροστά στήν ἐξέλιξη, τήν μοῖρα, τόν θάνατο. Δέν εἶναι πολλές οἱ στιγμές πού ὁ Σεφέρης ξεφεύγει ἀπό τόν συγκρατημένο στίχο, ἀλλά αὐτό τό ποίημα πράγματι τό θεωρῶ ἀριστουργηματικό σέ ὅλα τα ἐπίπεδα – ρυθμοῦ, τεχνικῆς, γλώσσας, νοήματος. Καί ἴσως ἕνα ἀπό τά ἐλάχιστα στήν Ἑλληνική γραμματεία πού μποροῦν καί συνομιλοῦν μέ τήν Ἱστορία μέ τόση ἔνταση καί κατορθώνουν καθολική συμπερίληψη, μέσα σέ ἕξι στροφές, ὅλων των παραμέτρων τῆς ὑπαρξιακῆς ἀνησυχίας.

Ὅπως γράφω καί παραπάνω, Ἱστορία εἶναι καί ἐκεῖνα πού δέν ἔγιναν, ἡ παράλειψη, τό γύρισμα τῆς ροῆς τοῦ ποταμοῦ πρός ἄλλη κατεύθυνση. Ὑπάρχουν στ’ ἀλήθεια ἄνθρωποι μέ οὐδέτερη παρουσία ἕως τό τέλος τοῦ βίου τους; Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἐάν δέν εἶχαν ὑπάρξει ποτέ, ἡ ἱστορία θά ἔμενε ἀναλλοίωτη, ἀνεπηρέαστη, μήτε ἕνα στόμα δέν θά εἶχε νά πῆ  κάτι γι’ αὐτούς; Δεῖτε τό ποίημα τῆς Λείας Χατζοπούλου…

Ἡ ἱστορία μας

Μπορεῖς/ νά φανταστῆς ἕνα ἄδειο δωμάτιο;/ Ὄχι ἄδειο ἀπό πρόσωπα./ Τελείως ἄδειο!/ Μ’ ἀστόλιστα παράθυρα./ Μ΄ὁλόγυμνους τοίχους./ (Χωρίς ἀκόμα/ κι αὐτές τίς γρατζουνιές/ πού μαρτυρᾶνε χέρια πού περάσαν.)/ Ἕνα ἄδειο/ καθαρό δωμάτιο,/ πού θά μποροῦσαν νάχαν γίνει/ τόσα/ καί τόσα;/ Ἡ ἱστορία μας.

Ἀντί Ἐπιλόγου

Τίποτα σ’ αὐτόν τόν κόσμο δέν εἶναι δεδομένο, ἀναλλοίωτο, ἀμετάβλητο. Γιά αἰῶνες ὁλόκληρους ἡ ποίηση ἔστεκε ἀπέναντι στήν Ἱστορία μέ ἀξιώσεις. Τό ἔντυπο γενικότερα, τό βιβλίο, ἡ λογοτεχνία ἤσαν ἀντίβαρα, ἐπικριτές, ὑμνολόγοι· κάθε γεγονός περνοῦσε μέσα ἀπό τά φίλτρα τους, τήν κρίση τους, τήν ἰδιαίτερη ματιά τους. Ἡ αἰτία γι’ αὐτό δέν ἦταν μόνο τό ὅτι δέν ὑπῆρχαν ἐναλλακτικές πηγές πληροφορίας ἤ ἀφήγησης, ἀλλά καί τό ὅτι ὑπῆρχε ἀκόμη ἰσχυρό κριτικό πνεῦμα, ὑψηλές ἀπαιτήσεις ἀπό τήν συγγραφή, μεγάλη ἐκτίμηση σέ κάθε τί τό πνευματικό.

Αὐτή ἡ ἐποχή ἀπό καιρό τώρα ἔχει τελειώσει.

Δέν γνωρίζω ἐάν ξεκίνησε μιά μεταβατική ἐποχή ἤ ἐάν ἤμαστε ἤδη μέσα σέ κάτι νέο, διαφορετικό, ἀντίθετο ἐντελῶς τῶν προηγουμένων. Ἡ λογοτεχνία καί ἰδιαίτερα ἡ ποίηση ἀπεμπόλησε τήν αὐτονομία της καί πλέον δρᾶ συμπληρωματικά πρός τά ὑπόλοιπα, εἶναι ἐξαρτώμενη διαθέσεων, ἐξυπηρετήσεων, προσωπικῶν προτιμήσεων. Δέν συγκινεῖ καί δέν γοητεύει σχεδόν κανέναν, καθώς ὁ κόσμος στέκει καχύποπτος καί κάθε ἄλλο παρά ἀθῷος ἀπέναντι στήν πραγματικότητα. Ὁ στῖχος πλέον δέν κρίνεται καί πολύ περισσότερο μήτε ἐπικρίνεται, τό κάθε νέο βιβλίο εἶναι πλέον ὑπόθεση τοῦ συγγραφέα του καί εἴκοσι ἤ ἑκατό γνωστῶν πού τό ἀγοράζουν ἀπό ὑποχρέωση καί μόνο. Ἡ λογοτεχνία ξέφτισε καί ὡς ἐπιρροή καί ὡς ἀναγκαιότητα – ὄχι μοναχά γιατί σπάνια ἔχει κάτι τό ἰδιαίτερο νά ἐκφράσει, ἀλλά καί γιατί περισσεύει μέσα σέ ἕναν κόσμο πού μισεῖ τήν ἀθῳότητα, τήν ὀρθή συνείδηση, τήν ἐν τοῖς πράγμασι ἀντίσταση σέ ὅτι περιορίζει τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση. Ἡ λογοτεχνία, (μά καί παγκόσμια, ὄχι μόνο ἐδῶ…), εἶναι πλέον μία περιγραφική λογοτεχνία καί ἐλάχιστα ὑπαρξιακή, οἱ χαρακτῆρες της ἁπλῶς ἀναπαράγουν τό ἀσήμαντο καί τό ἀνούσιο. Τά περισσότερα ποιήματα, (καί διαβάζουμε χιλιάδες νέα κάθε μῆνα…), ἀντιγράφουν παλαιότερους, κενολογοῦν, καταπίπτουν στήν ἀσυναρτησία καί στόν ξύλινο λόγο.

Μέ ἄλλα λόγια, ἀντί ἡ λογοτεχνία νά καταφέρει τήν μεταστροφή τῆς Ἱστορίας, κατάφερε ἡ Ἱστορία νά φέρει τήν λογοτεχνία στό κοινό μέτρο, στό ἐνταγμένο πλαίσιο, στό συμβατικό – τα μόνα χαρακτηριστικά πού ἐξ ὁρισμοῦ δέν μπορεῖ νά ἔχει ἡ ποίηση καί ἡ τέχνη. Ἀκούγεται καί εἶναι λυπηρό, πώς ἕνας ἀπό τούς πολλούς λόγους πού ἡ ποίηση ἀπολάμβανε μίας κάποιας ἐκτίμησης στό παρελθόν, εἶναι καί τό γεγονός ὅτι οἱ ποιητές ὄρθωναν ἕνα διαφορετικό ἀνάστημα μέσα στήν κοινωνία, η, γιά νά τό πῶ καλύτερα, ἔξω ἀπό τήν κοινωνία. Κάποιοι ἀπό αὐτούς δέν ἦταν ποιητές, ἦταν ἡ ποίησή τους ἡ ἴδια.

Ἡ Ἱστορία περνᾶ σήμερα ἀπό πάνω μας μέ πολύ μεγαλύτερη δύναμη ἀπό παλιότερα, κι ἅς δείχνουν τά γεγονότα τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Ἡ ἀντίσταση ἔχει γίνει εἰκονική καί τό μεγαλύτερο μέρος της διοχετεύεται στόν χαώδη κόσμο τοῦ διαδικτύου, κάτι πού δημιουργεῖ σέ πολλούς ἀπό ἐμᾶς τήν ψευδαίσθηση μιᾶς δημιουργίας, ἀλλά δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό κουβέντες τῆς παρέας καί πολλές φορές ἁπλό χάσιμο χρόνου σέ κάτι τό ἐφήμερο καί ἐπιφανειακό. Ἡ ἐμβάθυνση πού μπορεῖ νά προσφέρει ὁ στοχασμός ἑνός βιβλίου ἤ ὁ συμβολισμός ἑνός ποιήματος, ἔχουν χαθεῖ μᾶλλον ὁριστικά, ὄχι μόνο γιατί κάθε κόπος εἶναι ἀντιπαθής καί ἐξοβελιστέος, ἀλλά κυρίως διότι δέν ὑπάρχει πλέον νοηματική σύνδεση, τό βάθος τοῦ κειμένου εἶναι ἀκατανόητο, ξένο, κομμάτι ἑνός κόσμου πού ἔχει πιά ὁριστικά χαθεῖ. Σκέφτομαι κάποιες φορές ὅτι ἡ δική μας γενιά, (τοῦ Πολυτεχνείου καί τῆς μεταπολίτευσης, ἐάν ἀγαπᾶμε τίς ἐτικέτες…), εἶναι ἴσως ἡ πρώτη γενεά στήν Ἱστορία πού ἐγκαλεῖ τούς ἐπερχόμενους, ὄχι γιά τήν ἐπαναστατικότητά τους, τήν ἀναρχία τους ἤ τήν τολμηρότητά τους, ἀλλά γιά τά ἀκριβῶς ἀντίθετα – τόν ἐφησυχασμό καί τόν συντηρητισμό τους. Πρόκειται γιά ἀξιοσημείωτη ἀντιστροφή μιᾶς ἱστορικῆς ἀλληλουχίας πού κάποια στιγμή ἀξίζει νά μελετηθεῖ περισσότερο.

Δέν θά εἶχα ἀντίρρηση γιά ὅλα τα παραπάνω, (εἴπαμε ἡ ἀνθρωπότητα ἀλλάζει καί μεταβάλλεται…), ἐάν ἀπέναντι στό παλαιό ξεπρόβαλλε μέ ἀξιώσεις τό δυναμικά ἐπερχόμενο νέο. Ἐάν μία νέα ποίηση, ἕνας νέος στοχασμός γκρέμιζε κάθε τί τό ἀναχρονιστικό καί ἐπιχειροῦσε μία ἀνατροπή, μία μετουσίωση. Ἐάν ὁ κόσμος κουρασμένος ἀπό τήν ἐπανάληψη στρεφόταν πρός νέες πνευματικές ἀναζητήσεις, νέους στίχους, νέες γραφές – στό χαρτί ἤ στήν ὀθόνη. Ἐάν μποροῦσα νά καταδείξω ἕναν καί μόνο ποιητή στήν ὡριμότητά του, πού νά στέκει μοναχός ἀπέναντι στήν εὐτέλεια καί στήν ρηχότητα. Ἐάν στό τέλος-τέλος, ζούσαμε σέ μία κοινωνία καλλιεργημένη, οὐμανιστική, εὐγενῆ, ἀντί γιά τό ἀποκρουστικό πρότυπο τῆς νεοελληνικῆς ἄξεστης καθημερινῆς συμπεριφορᾶς.

Ἅς μήν γελιόμαστε, ἡ Ἱστορία τοῦ κόσμου πιά δέν ἔχει ἀνάγκη τήν ποίηση, δέν τήν φοβᾶται, δέν τήν πολεμᾶ κἄν. Ἡ ποίηση ἔχει καταντήσει ὁ γελωτοποιός τοῦ βασιλιά, ἕνα σαρκίο ἄδειο, ἕνας διασκεδαστής τῶν μεθυσμένων τῆς παρέας. Ὁ κόσμος ἀλλάζει ἐρήμην τῶν ποιητῶν, στήν ἀπέναντι ὄχθη δέν μονάζει κανείς. Ἔχω γράψει παλαιότερα, πώς ἀκόμη καί ἐάν διαβάζαμε σήμερα στίχους νέου ποιητή μέ τήν ποιότητα ἑνός Ἐλύτη, ἑνός Καβάφη ἤ ὅποιου ἄλλου, ἀμφιβάλλω πολύ ἐάν θά ἀναγνωρίζαμε τήν δύναμή τους καί τήν μοναδικότητά τους. Αὐτή ἡ διάρρηξη τῶν κριτηρίων δέν εἶναι παρά ἡ ἀνακήρυξη ἑνός τέλους ἐποχῆς. Ἀπομένει νά δοῦμε τά γνωρίσματα τῆς ἐπερχόμενης.

Ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου ἀλλάζει πολλές φορές ἀπό ἕνα καπρίτσιο τῆς μοίρας, τῆς τύχης, τοῦ κακοῦ ὑπολογισμοῦ. Ὅσοι ἐλάχιστοι ἔχουμε ἀπομείνει στήν ὑπεράσπιση τοῦ κειμένου καί τῆς παιδείας πού ἐπιφέρει, ὁμοιάζουμε φιγοῦρες τραγικές, παρόμοιες μέ ἐκείνη τοῦ Ναπολέοντα στό Βατερλῶ, ὅταν περίμενε τήν ὕστατη ὥρα τίς ἐνισχύσεις τοῦ Γκρουσύ.

Καί ἀντ’ αὐτοῦ ᾖρθε ὁ Μπλύχερ, συνώνυμος πιά τῆς τύχης καί τῆς νίκης. Καί τό Βατερλῶ συνώνυμο τῆς ἥττας καί τῆς καταστροφῆς…

Καί τί εἰρωνεία!

Ὁ Γκρουσύ τῆς ἥττας ἐπέστρεψε κάποια στιγμή στήν Γαλλία μέ δόξα καί τιμή.

Καί ὁ Μπλύχερ τῆς νίκης πέθανε σχιζοφρενής.

Οἱ ὑποσημειώσεις τῆς Ἱστορίας…

Θέλετε να υποστηρίξετε τις προσπάθειές μας;

Personal Info

Donation Total: 5.00€

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend