Κριτική βιβλίουΠαραλογοτεχνικά

Ὁ θάνατος τῆς λογοτεχνικής κριτικῆς

(Ὅσα ἀποσπάσματα κριτικῶν σημειωμάτων παρατίθενται στο κείμενο, δεν αφοροῦν τήν ποιότητα τῶν κρινόμενων ἔργων, ἀλλά τήν μέθοδο που ἀκολουθεῖ ἡ κριτική προς αὐτά)

Φαντασθεῖτε ἕνα ἀθλητικό στάδιο γεμάτο ἀπό θεατές ἀγώνων, ἅς ὑποθέσωμε στίβου. Οἱ ἀθλητές ἑτοιμάζονται νά ἀγωνισθοῦν στά 100 μέτρα, ἅς ὑποθέσωμε καί πάλι ὅτι ἡ ἀνώτατη ἐπίδοση  εἶναι στά δέκα δευτερόλεπτα. Ὁ κάθε ἀθλητής θά προσπαθήσει νά ξεπεράση αὐτό τό ὅριο ἔστω καί κατά ἕνα δεύτερο, ἔστω καί κατά δέκατα τοῦ δευτερολέπτου. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, ὅταν ξάφνου ἀκούγεται ἀπό τά μεγάφωνα μία ἀνακοίνωση –τό ρεκόρ πλέον εἶναι στά εἴκοσι λεπτά. Ποιό θά ἦταν τό κύριο ἀποτέλεσμα μιᾶς παρόμοιας μεταβολῆς;

Τό πρῶτο καί βασικότερο –καταργεῖται πλέον ὁ διαχωρισμός ἀνάμεσα στήν κερκίδα καί τό στάδιο. Ὁ καθείς ἠμπορεῖ πλέον, ὄχι μόνο νά γενεῖ ἀθλητής, ἀλλά καί νά ἀνακηρυχθεῖ πρωταθλητής, καθώς ἡ ἐπιδίωξη ἔχει πλέον τίς ἐλάχιστες ἀπαιτήσεις, προϋποθέτει τόν ἐλάχιστο κόπο. Ὅλοι ἔχουν ἀγκαλιάσει τ’ ὄνειρό τους, νά γενοῦν δηλαδή οἱ ἴδιοι ὡσάν τούς ἀθλητές πού θαυμάζουν καί ἐπευφημοῦν, μόνο πού τώρα ὑπάρχει ἕνα ἐνοχλητικό πρόβλημα –τό στάδιο εἶναι γεμᾶτο ἀπό ἀθλητές, μά ἡ προσπάθειά τους ἀφορᾶ μοναχά τούς ἴδιους, καθώς δέν ὑπάρχουν πλέον θεατές καί στήν οὐσία δέν ὑπάρχουν μήτε καν συναθλητές, τό κριτήριο τῆς διάκρισης ἔχει ἀναιρεθεῖ. Ὁ ἀγῶνας εἶναι πιά ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, δέν ἔχει λόγο ὕπαρξης, τό στάδιο εἶναι γεμάτο, ἀλλά ἡ πληρότητά του ἀντανακλᾶ μία γελοιότητα καί δέν ἐξυπηρετεῖ κανέναν σκοπό, δέν προσφέρει καμία αἰσθητική ἤ ἄλλη ἀπόλαυση ἱκανή νά συνεγείρει, νά κινητοποιήσει, νά ἐνθουσιάσει, ἔστω νά προκαλέσει θαυμασμό. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰκόνα, (φυσικά μέσα ἀπό ἀργή, σταδιακή ἐξέλιξη) ἀποτυπώνει τήν σημερινή κατάσταση στήν λογοτεχνία καί πολύ περισσότερο στήν ποίηση. Τά κριτήρια ἔχουν θαμπώσει τόσο πολύ, (ἤ καί σχεδόν ἐξαφανισθεῖ), πού πλέον ἡ ἀξία μίας ἔκδοσης εἶναι περίπου ἀνύπαρκτη, ἀδιάφορη γιά τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό, μή ἀναγνωρίσιμη ὡς ἀποτέλεσμα μόχθου, στοχασμοῦ, βασάνου. Σέ τούτη τήν πραγματικότητα, ἰσχυρή ἔχω τήν γνώμη, πώς ἔχουν συντελέσει καθοριστικά δύο μακρόβιοι θεσμοί –ὁ ἕνας εἶναι ἡ παιδεία (πού δέν θά ἐξετάσωμε σήμερα), ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κριτική καί ἰδιαιτέρως ἐκείνη τῆς λογοτεχνίας.

Τό παράδειγμα εἶναι βεβαίως ἁπλοϊκό καί μπορῶ ν’ ἀκούσω ἤδη τήν φωνή πού κραυγάζει «μά στόν ἀθλητισμό ὑπάρχουν ὅρια σαφῆ καί καθορισμένα χωρίς καμία δυνατότητα παρερμηνειῶν, ἐνῷ στήν λογοτεχνία εἶναι ὅλα ὑποκειμενικά, κανείς δέν ἠμπορεῖ μέ βεβαιότητα νά ἀρνηθεῖ τήν ποιότητα ἑνός ἔργου ἤ  ἀντιθέτως νά τήν ἐπιβάλλει ὡς κυρίαρχη καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο κάθε κριτική εἶναι σχεδόν ἄχρηστη καί περιττή…».

Ὁπωσδήποτε τό παράδειγμα δέν εἶναι τό εὐτυχέστερο, ὅμως «ὡς μεταφορά εἰκόνας» σκιαγραφεῖ τό πρόβλημα μέ ἐνάργεια καί ἀπαντᾶ στίς ἀπορίες πολλῶν γιά τήν ποιότητα (μά καί ποσότητα) τῆς σημερινῆς λογοτεχνίας, τήν ἀνυπαρξία πρωτοποριῶν στά τελευταῖα τριάντα ἤ καί σαράντα χρόνια καί ἀκόμη τήν ἀδυναμία κάποιων λίγων ἄξιων κειμένων (πρόζας καί ποίησης) νά ξεχωρίσουν ἀπό τήν συνάθροιση, ν’ ἀποκτήσουν μία μονιμότητα παρουσίας, μέ ἄλλους λόγους νά ἐπηρεάσουν τόν συλλογικό στοχασμό καί τήν κοινωνική συμπεριφορά. Δέν εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχουν «ἀθλητές τῆς καλῆς λογοτεχνίας», εἶναι πού πιά δέν ὑπάρχουν οἱ «θεατές ἀναγνῶστες» μέ κριτήρια ἀξιοσύνης καί γενικότερα κριτική στάση ἀπέναντι στό κείμενο. Εἶναι πολλοί οἱ λόγοι πού ὁδήγησαν σέ τούτη τήν ἰσότητα ποιότητας (μέ σύγκλιση στό μέτριο ἤ στό κακό κείμενο), μά ἕνας ἀπό τούς βασικότερους εἶναι ἡ σταδιακή ὑποχώρηση τῆς σοβαρῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἡ δειλία της μπροστά σε μία κακῶς ἐννοούμενη καί ἀνόητη πολιτική ὀρθότητα καί ὁ συμβιβασμός της μέ τόν μέσο ὄρο χάριν τῆς δημοφιλίας, τῆς κοινῆς περί λογοτεχνίας ἀντίληψης, ἐν τέλει τῆς εὐκολίας.

Οἱ προκαταλήψεις καί οἱ ἀποκλεισμοί δεν ἔλλειψαν ποτέ ἀπό τήν Ἑλληνική κριτική. Ὁ Σαββίδης (και πολύ περισσότερο ὁ Δημαρᾶς) ποτέ του δεν συμπάθησε τούς Καρυωτάκη καί Καβάφη, παρά το ὅτι, τόσο ἡ γενεά τοῦ τριάντα, ὅσο και ἐκεῖνοι τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς περιόδου, ἐπηρεάστηκαν ἀπό αὐτούς καθοριστικά…

Τό γραφεῖο μου εἶναι γεμάτο ἀπό κείμενα νέων καί παλαιότερων συγγραφέων, (ἄξιοι, μέτριοι ἤ κακοί, δέν ἔχει καί τόση σημασία…), μέ ἕνα κοινό παράπονο, πού ὑποδηλώνει ταυτόχρονα καί μιά ἀπορία. Κάποιοι ἀπό αὐτούς ἔχουν προσπαθήσει πολύ για νά γράψουν, κι ἔπειτα νά ἐκδώσουν, ὕστερα νά προωθήσουν, τέλος νά ἀκούσουν μιά κριτική ὁλοκληρωμένη μέ διάθεση νά βελτιωθοῦν, διατηροῦν πάντοτε τήν ἐλπίδα, (τήν κάπως μεταφυσική καί ἀβάσιμη ἐλπίδα…), πώς τό πόνημά τους θά ξεχωρίσει, θά γενεῖ μοναδικό, θά ἔβρει τήν θέση του στίς συνειδήσεις. Μά μέσα στό σημερινό τοπίο, ἐτούτη ἡ προσδοκία εἶναι ἀπίθανο να πραγματωθεῖ, ἐξαίρεση σπάνια πού, ἀκόμη καί ὅταν συμβαίνει, εἶναι πρόσκαιρη, προορισμένη νά σβήσει σέ χρόνο λιγοστό. Ἅς ἐπιστρέψωμε λίγο σέ παρελθόντα χρόνο κι ἅς δοῦμε το πῶς ἐφτάσαμε ὡς ἐδῶ.

Ἡ κριτική στή νεότερη Ἑλλάδα

Ὅσοι ἀναφέρονται στήν Βικιπαίδεια, εἶναι ἐλάχιστοι ἐν τῶ συνόλω. Καί ὄχι οἱ σημαντικότεροι…

Γιά ἕναν περίεργο (;) λόγο, δέν ἔχωμε μία συγκροτημένη καί φιλολογικά ἐπιμελημένη ἱστορία τοῦ κριτικοῦ λόγου στήν Ἑλλάδα, ἀλλά βεβαίως αὐτό καθόλου δέν σημαίνει πώς ἡ κρίση γιά τό κάθε λογής κείμενο ἀπουσίασε ἀπό τά λογοτεχνικά μας πράγματα (ἀκόμη καί ἡ λαλίστατη σέ ἄλλα Βικιπαίδεια, στέκεται μέ ἐξαιρετική ἀμηχανία καί ἐλλείψεις στό λῆμμα Ἕλληνες κριτικοί της λογοτεχνίας). Οἱ ἐκδόσεις ἕως καί τήν μεταπολίτευση ἦσαν σχετικά λιγοστές καί τό κάθε βιβλίο ἀποτελοῦσε ἕνα γεγονός ἀρκετά σημαντικό, περισπάσεις δέν ὑπῆρχαν καί ἡ λογοτεχνία ἀποτελοῦσε τό ἐπίκεντρο τῆς πνευματικῆς δημιουργίας. Ὁ κριτικός λόγος ἐκφέρονταν κυρίως ἀπό φιλολόγους, (ὅπως γιά παράδειγμα ὁ Γιάννης Ἀποστολάκης, θ’ ἀναφερθοῦμε παρακάτω…) ἤ συγγραφεῖς πού ἔκριναν τά ἔργα ὁμοτέχνων τους, ὅπως γιά παράδειγμα ὁ Τέλλος Ἄγρας (τίς κριτικές του θά δοῦμε ἀργότερα). Ὁ κατάλογος, ἰδιαιτέρως τῶν συγγραφέων πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν κριτική, ἦταν μεγάλος καί ὅποιος ἀνατρέξει σέ περιοδικά τῆς ἐποχῆς, (εἴτε συντηρητικά ὅπως ἡ Νέα Ἑστία, εἴτε τῆς ἀπέναντι ὄχθης ὅπως ἡ Ἐπιθεώρηση Τέχνης), εἶναι ἀδύνατον νά μήν πέσει ἐπάνω σε κριτικά σημειώματα τοῦ Ξενοπουλου, τοῦ Βουρνᾶ, τοῦ Καραντώνη, τοῦ Ἄγρα, τοῦ Δημαρᾶ, τοῦ Βαρίκα, τοῦ Ἀποστολίδη (Ρένου) καί πολλῶν πολλῶν ἄλλων. Τό ἐρώτημα λοιπόν δέν εἶναι ἐάν ὑπῆρξε κριτική στήν Ἑλλάδα, δέν εἶναι ἐρώτημα δηλαδή ποσοτικό, ἀλλά κυρίως ἐρώτημα περί κριτηρίων – τί εἴδους κριτική ἦταν αὐτή, πόσο ἀντικειμενικά στεκόταν ἀπέναντι στό κείμενο, πόσο ἐπηρεάζονταν ἀπό ἐξωλογοτεχνικούς παράγοντες καί ἐν τέλει, πόσο ὠφέλησε (πόσο βελτίωσε) τήν ποιότητα τῆς λογοτεχνίας καί ἰδιαιτέρως τῆς ποίησης.

Τυχαῖο δεῖγμα σημερινῆς κριτικῆς…

Καί ἀντίστροφα. Ποιόν ὠφέλησε ἡ κατάργηση κάθε κρίσης ἀπέναντι στό βιβλίο; Ποιές πνευματικές δυνάμεις ἀπελευθέρωσε ἡ ἀπουσία τῆς κριτικῆς τά τελευταῖα τριάντα χρόνια καί κατά πόσο ἡ δυνατότητα τῆς «ἔκδοσης δίχως κριτικά φίλτρα» ἀνέδειξε ταλέντα, πού σέ διαφορετική περίπτωση θά εἶχαν ξεχασθεῖ ἤ παραμερισθεῖ ἀπό ἐκδότες καί κριτικούς; Καί ἀναφέρομαι σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα καί ὄχι σέ ἄλλα περισσότερο φιλολογικά, γιατί ὁ τελικός σκοπός μας πρέπει νά εἶναι καί πρακτικός, νά διαθέτει καί ἕνα «διά ταῦτα» σχετικό μέ τήν ἀξιοσύνη ἤ μή τῶν κειμένων τῆς κάθε ἐποχῆς.

Προτοῦ περάσουμε στίς προϋποθέσεις τῆς κριτικῆς σκέψης καί στό κατά πόσο ἠμπορεῖ σήμερα ἡ κριτική νά βοηθήσει καταλυτικά στόν ἀναστοχασμό καί σέ μιά νέα θεώρηση τῆς λογοτεχνίας, ἅς καταθέσωμε μία διευκρίνιση, κυρίως γιά ἐκείνους πού βιαστικοί καί λάτρεις τῆς συγκυρίας, θά ἀναφωνήσουν – «Μά ἡ κριτική διόλου δέν ἔχει καταργηθεῖ, διαδίκτυο καί ἐφημερίδες εἶναι γεμᾶτα ἀπό βιβλία, κρίσεις, likes, διαφημίσεις, παρουσιάσεις βιβλίων. Ἡ κριτική ἀνθεῖ περισσότερο ἀπό ποτέ…».

Ἅς κάμωμε λοιπόν ὁρισμένες διευκρινήσεις, ὄχι τόσο γιά τούς φιλολόγους καί ἐκείνους πού σοβαρά ἀσχολοῦνται μέ τά κείμενα, ὅσο γιά ἐκείνους, πού κάπως ἀφελῶς ἔχουν πιστέψει τούς κάθε λογής «ἐκσυγχρονιστές» καί εἰλικρινά πιστεύουν ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι σήμερα καλύτερη ἀπό ποτέ καί ὁ κριτικός λόγος περισσεύει.

Ἱστορία, διακρίσεις, φιλολογικές ἀποτυπώσεις

Ἅς περάσουμε γρήγορα τήν ἀρχαιότητα, δέν ὑπάρχει λόγος, τουλάχιστον στό σημερινό σημείωμα, νά ἐντοπίσουμε τίς πρῶτες κριτικές ἀναφορές στόν Ὅμηρο, στόν Πλάτωνα καί βεβαίως στήν Ποιητική του Ἀριστοτέλη, τό κατά πολλούς πρῶτο ὁλοκληρωμένο δοκίμιο λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Ἅς μήν σταθοῦμε μήτε στούς Ἀλεξανδρινούς χρόνους, ὅπου ὑπάρχουν σημαντικές κριτικές ἐργασίες, πού ὅμως ἀφοροῦν εἰδικές ἔρευνες καί μελέτες.

Ἐκεῖ πού ὑπάρχει λόγος νά σταθοῦμε εἶναι στά ἀποτυπώματα τῆς νεοελληνικῆς κριτικῆς πού διάσπαρτα ἐμφανίζεται στόν 19ο αἰῶνα, ἐνῷ κατά πολλούς ἡ πρώτη ἀξιόλογη, (ἔτσι ὅπως στά σοβαρά τήν γνωρίσαμε ἕως καί τά ὕστερα τοῦ 20ου αἰῶνα), εἶναι ἐκείνη τοῦ Πολυλᾶ καί ἀναφέρομαι φυσικά στά Προλεγόμενα στό Σολωμικό ἔργο (παρεμπιπτόντως, ὅσοι τό ἔχετε σκοπό νά ξεκινήσετε μία κάπως σοβαρότερη ἀνάγνωση τοῦ Σολωμοῦ, μήν κάμετε τό λάθος καί προμηθευθεῖτε ἔκδοση χωρίς τά Προλεγόμενα, οἱ περισσότερες σοβαρές ἐκδόσεις τά συμπεριλαμβάνουν. Ἡ γλῶσσα δύσκολη γιά τούς νεότερους, μά ἀξίζει τόν κόπο…).  Ροΐδης καί Βλάχος ἀκολουθοῦν, (μέ πολλές ὅμως ἐμπάθειες καί ἀστοχίες), γιά νά πάρουν πιά τήν σκυτάλη οἱ κατ’ ἐξοχήν κριτικοί τῆς λογοτεχνίας, κάποιοι ἀναφέρθηκαν στήν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ κειμένου καί θά μπορούσαμε βεβαίως νά προσθέσωμε πολλούς – ἀπό τόν Παπαντωνίου ἕως τόν Βάρναλη, ἀπό τόν Ἄλκη Θρῦλο (Οὐράνη) ἕως φυσικά τόν Φῶτο Πολίτη καί ἀπό τόν Παναγιωτόπουλο καί τόν Σαχίνη, ἕως καί τόν Μαρωνίτη, ὁ δρόμος εἶναι μακρύς καί περιλαμβάνει ἄπειρα κριτικά σημειώματα (σύντομα αὐτά, ἄν καί πυκνά νοηματικά), κριτικές ἀναλύσεις συγκεκριμένων ἔργων, ὁπωσδήποτε δοκίμια περί κριτικῆς καί κριτηρίων καί πολλά, μά πάρα πολλά περιοδικά μέ πλῆθος κρίσεων, δυστυχῶς τά περισσότερα ἀπό αὐτά ἐλάχιστα ἔζησαν καί ἀκόμη μικρότερη ἀπήχηση κατόρθωσαν.

Ἕρημε Καρυωτάκη. Οὔτε νεκρός δεν γαληνεύεις…

Σέ παλαιότερους χρόνους ὑπῆρχε ἕνας διαχωρισμός ἀνάμεσα στήν φιλολογική κριτική καί σ’ ἐκείνη πού εὐρύτερα ἀποκαλοῦνταν λογοτεχνική. Τό γεγονός ὅτι σήμερα, (ἐποχή συγχωνεύσεων καί περικοπῶν σέ γλῶσσα, συνεπῶς καί σέ νοηματικές ἀποχρώσεις), δέν ὑφίσταται οὐσιαστικά αὐτή ἡ διάκριση, καθόλου δέν σημαίνει πώς δέν ἔχει καί μία βάση, παρά τό ὅτι πολλές φορές (καί ἰδιαίτερα ὅταν ἡ κριτική ἀσκεῖται ἀπό συγγραφεῖς σημαντικοῦ μεγέθους) εἶναι πολύ δύσκολο νά τήν ἐντοπίσεις καί νά ἀπομονώσεις τίς ἐπιμέρους ἀναφορές. Τίς περισσότερες φορές ἡ φιλολογική κριτική εἰσχωρεῖ στήν λογοτεχνική καί ἀντίστροφα, ἄλλωστε πῶς θά μποροῦσε ἀλλιῶς; Πάντως, γιά νά μπορέσουμε νά συνεννοηθοῦμε στό σημερινό κείμενο, ἰδιαίτερα γιά ὅσα ἀκολουθήσουν, νά ποῦμε ὅτι κατά παράδοση ἡ λογοτεχνική κριτική προσεγγίζει πρωτίστως αἰσθητικά το κείμενο καί μέ κάποιες ἀπόπειρες ἑρμηνευτικές, ἐνῷ ἡ φιλολογική, ἐκτός ἀπό τήν ἑρμηνεία καί τήν αἰσθητική, ἐπιχειρεῖ ποικίλες ἀκόμη ἐργασίες πού κάποτε φωτίζουν καί ἄλλοτε ἐπιβοηθοῦν τήν ἀναγνωστική πρόσληψη, θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε τήν ἀναφορά καί μελέτη τῆς βιβλιογραφίας καί ἄλλων πληροφοριῶν, τήν μελέτη τοῦ ἀστικοῦ καί κοινωνικοῦ περιβάλλοντος μέσα στό ὁποῖο συντελεῖται ἡ πνευματική δημιουργία, τον ὑπομνηματισμό, τήν διερεύνηση ἀληθῶν καί πλαστῶν στοιχείων τοῦ ἔργου, τήν γλωσσολογική προσέγγιση καί ἄλλα πολλά καί διάφορα, πού πάντως τά συναντοῦμε, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, διάσπαρτα σέ σοβαρούς κριτικούς.

Ἡ κριτική ἀκολουθεῖ τήν λογοτεχνία καί μ’ αὐτήν τήν ἔννοια τά (ποσοτικά τους) μεγέθη δέν εἶναι δυνατόν νά παρουσιάζονται ἀσύμμετρα. Στήν Ἑλλάδα, ὁπού τό μυθιστόρημα δέν γνώρισε, (καί μήτε γνωρίζει…) καμιά φοβερή ἄνθηση, ὁ κριτικός λόγος (καί δικαίως..) στράφηκε κυρίως πρός τήν ποίηση, καί βεβαίως οἱ τομές στό εἶδος ξεκινοῦν ἀπό Σολωμό καί Κάλβο καί προχωροῦν σέ Παλαμᾶ καί σέ μία ὁλάκερη σχολή πού τόν ἀκολουθεῖ ἤ τόν μιμεῖται, στην συνέχεια ὁπωσδήποτε Καβάφης καί Καρυωτάκης πού γίνονται μῆτρες μιᾶς νέας ἐποχῆς (μέ ἀπειράριθμους μιμητές ἐπίσης…). Τά μεταγενέστερα τῆς μεσοπολεμικῆς γενεᾶς εἶναι γνωστά, ἅς μήν ξοδέψουμε χῶρο γιά τετριμμένα, κείμενα γιά τήν γενεά τοῦ 30, τόν Παπατζώνη ἤ τίς μεταπολεμικές γενεές ἔχουμε γράψει πολλά καί μπορεῖτε εὔκολα νά τά εὕρετε σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο.

Γιάννης Ἀποστολάκης, 1886-1947, φιλόλογος καί κριτικός λογοτεχνίας

Δέν ἔχωμε μακρά λογοτεχνική, (ἤ ἀκόμη καί ποιητική…) νεότερη ἱστορία καί εἶναι φυσικό τα ὀνόματα κριτικῶν μέ κατάρτιση, πνευματικό βάρος καί σωστή κρίση νά εἶναι λιγοστά. Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως, στόν κριτικό λόγο ἀποτυπώνονται φανατισμοί καί ἐμμονές πού τόν ὑπονομεύουν. Γιάννης Ἀποστολάκης – ἕνας φιλόλογος μέ θηριώδη ἐκπαίδευση καί μόρφωση, πού ὅμως, ἐάν ἦταν στό χέρι του, θ’ ἀποκεφάλιζε ὅλους τους ποιητές, ἐκτός ἀπό τόν Σολωμό, μέ τόν ὁποῖο εἶχε ἕνα εἶδος ἐμμονῆς, κάτι πού βέβαια ἔδωσε περίσσια μονομέρεια στά κριτικά του σημειώματα. Παρά ταῦτα καί παρά τό ὅτι δέν ἄφησε ποιητή καί πνευματικό ἄνθρωπο πού νά μήν κάμει ἐχθρό του, τό κριτικό του πνεῦμα ἦταν ἰσχυρό καί πολλά κείμενά του, (ἰδιαίτερα ἀπό τό «Ἡ ποίησις στή ζωή μας» τοῦ 1923), εἶναι ὑποδείγματα κριτικῆς ἀνάλυσης, (ἴσως ἡ σημαντικότερη συνεισφορά τοῦ Γιάννη Ἀποστολάκη στό κριτικό πνεῦμα νά εἶναι ἡ πίστη του στό ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι πρωτίστως ζήτημα συνείδησης καί ὅτι ὁ ποιητής θά πρέπει ἀκόμη καί ἰδιαιτέρως μέ τόν βίο του νά «ἀποδεικνύει» τήν γνησιότητα τοῦ στίχου του). Σέ παρόμοιους δρόμους, ἄν καί πολύ πιό εὐέλικτος καί προσανατολισμένος κυρίως πρός τό θέατρο, ὁ Φῶτος Πολίτης. Τά λογοτεχνικά περιοδικά πολλαπλασιάζονται, οἱ ποιητές τό ἴδιο καί πλέον τό σύνολο τῆς κριτικῆς περνᾶ τίς περισσότερες φορές μέσα ἀπό κείμενα ὁμοτέχνων, πού ἄλλοτε μέ τρυφεράδα περισσή καί ἄλλοτε μέ χολικές κρίσεις καί ὑπονοούμενα, διατηροῦν ἀνοικτούς διαλόγους σέ ἔντυπα, συλλόγους, καφενεῖα, ποιητικές συναθροίσεις. Ἡ κοινωνία εἶναι μικρή, οἱ ποιητάδες ἀκόμη λιγότεροι, ἀλλά ὁ κριτικός λόγος ἀναπτύσσεται καί ὡριμάζει τόσο, ὅσο ἡ ποίηση γίνεται βαθύτερη, ὠριμότερη, περισσότερο κοινωνική ἤ ὑπαρξιακή.

Ρένος Ἀποστολίδης, 1924-2004, φιλόλογος, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, πρώτη μεταπολεμική γενεά. Ἡ ἐναντίωσή του πρός το ἐκδοτικό καί συγγραφικό κατεστημένο τῆς ἐποχῆς τόν κράτησε μόνιμα σχεδόν στην ἀπέναντι ὄχθη…

Μία ξεχωριστή ἀναφορά ἴσως θά πρέπει νά γενεῖ γιά τόν Ρένο Ἀποστολίδη, καθώς πέρα ἀπό τόν κριτικό του λόγο, (ἔχουμε μιλήσει γι’ αὐτόν στό πρῶτο τεῦχος τῆς χίμαιρας καί σύντομα θ’ ἀναδημοσιεύσωμε τό ἄρθρο ἐδῶ συμπληρωμένο), ἡ σημαντικότερη συνεισφορά του στήν κρίση τοῦ στίχου στάθηκε ἡ ποιητική του ἀνθολογία. Ὄχι βεβαίως γιατί ἀνθολόγησε τήν ποίηση (μά καί τό διήγημα) τῆς νεότερης Ἑλλάδας, αὐτό τό ἔχουν κάμει κι ἄλλοι· εἶναι ὅτι ἡ ποιητική του ἀνθολογία (ἀκόμη καί μέ τήν παράλειψη ποιημάτων), ἀποτελεῖ μιά κριτική ἀνθολογία μέ κριτήρια ἀξιοσύνης σαφῆ καί προσδιορισμένα. Ἔχω γράψει κι ἀλλοῦ ὅτι γιά ὁρισμένους (λίγους) ποιητές, ἴσως ἔχω κάποιες διαφωνίες, εἴτε στήν ἀνθολόγηση εἴτε στήν παράλειψή τους, ὅμως ἐν τῶν συνόλω τό ἔργο ἀνθολογεῖ μέ κρίση καί μ’ αὐτήν τήν ἔννοια συνιστᾶ θέση καί πρόταση (κάτι πού ἐν πολλοῖς ἀπουσιάζει σέ παρόμοιες προσπάθειες). Παρόλο πού ὁ Ρένος Ἀποστολίδης ἦταν κατά βάση φιλόλογος καί δημοσιογράφος, πιστεύω ὅτι τό κριτικό του ἔργο ἦταν καί παραμένει τό σημαντικότερο στήν Ἑλληνική γραμματεία. Ἀπό τούς νεότερους μεταπολεμικούς κριτικούς ἴσως ὁ αἰχμηρότερος σέ κρίση καί ἐντελῶς συγκρουσιακός μέ τό κακό κείμενο ἀκόμη καί γνωστῶν ὀνομάτων, κάτι πού ἐν μέρει ἑρμηνεύει καί τήν σχετική του ἀπομόνωση ἀπό τήν λογοτεχνική κοινότητα.

Γιά ὅποιον πρωτοξεκινᾶ το ταξίδι στον κόσμο τῆς ποίησης, μία άνθολογία εἶναι κατ’ἀρχάς ἀπαραίτητη, ἀρκεῖ νά ἀνθολογεῖ μέ συγκεκριμένα κριτήρια…

Γιά νά κλείνουμε λοιπόν αὐτό τό κεφάλαιο πού ἀναπόφευκτα φιλολογίζει καί μέ ἕναν ἐντελῶς πρόχειρο τρόπο, ἅς καταφύγουμε στόν ὁρισμό τοῦ συρμοῦ, ὅτι δηλαδή ὡς κριτική ἐν τῷ συνόλῳ θά μπορούσαμε νά ὀνοματίσουμε (καί ὄχι νά ὁρίσουμε, ἀπαιτοῦνται ἄλλες ἐπάρκειες πρός τοῦτο) τήν ἀναλυτική καί ποικιλότροπη ἐξέταση ἑνός ἔργου (ποιητικοῦ, πεζοῦ, θεατρικοῦ) καί τήν κατά συνέπεια ἐκτίμηση τῆς ἀξίας του.

Τέλος, ἅς μήν ξεχνᾶμε καί τοῦτο – ὁ κριτικός λόγος εἶναι λογοτεχνικό εἶδος, εἶναι λογοτεχνία καί ὁ ἴδιος (ὅπως κατά τήν γνώμη μου καί ἡ μετάφραση, ἀλλά αὐτό εἶναι μιά ἄλλη συζήτηση…), ὁπωσδήποτε εἶδος ἐξαρτώμενο, ἀλλά πάντως λογοτεχνία.

Αὐτά σε ὅτι ἀφορᾶ τά τυπικά τῆς ὁρολογίας, ἀλλά καθόλου ἀσήμαντα κατά τά ἄλλα. Ἅς ἔρθουμε ὅμως στά πλέον οὐσιώδη του κριτικοῦ λόγου πού δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τά κριτήρια καί τήν μέθοδο καί ἅς ἐξετάσωμε ὅλα ἐκεῖνα πού ὁδήγησαν στήν παρακμή τῆς κριτικῆς καί οὐσιαστικά πολύ φοβᾶμαι στόν (πρόσκαιρο) θάνατό της.

Ὑπάρχει ἀντικειμενική κριτική;

Τό ἐρώτημα (ὅταν γίνεται ἐκ τοῦ πονηροῦ) εἶναι πλαστό, ρηχό καί ἐν τέλει ἀνόητο. Καί οἱ ἀπόφοιτοι δημοτικοῦ γνωρίζουν πιά, ὅτι ἀντικειμενική τῶν πραγμάτων ἀποτύπωση δέν ὑφίσταται ποτέ καί πώς ἡ πρόσληψη τῆς πραγματικότητας (ἀκόμη καί τῆς ἐξόφθαλμα συμπεφωνημένης ὡς τέτοιας) περνᾶ πάντοτε ἀπό προσωπικά φίλτρα, εἶναι πάντοτε μοναδική καί χρωματισμένη ἀπό τήν συνείδηση τοῦ προσώπου. Μά τότε γιατί τό ρωτοῦν, γιατί ἐπιμένουν σέ τούτη τήν ρητορική ἐρώτηση;

Οἱ ἀντιπαραθέσεις Ἀποστολάκη με τους ποιητές ἦσαν ἔντονες και διαρκεῖς, ένῶ τήν άντιπάθεια στό πρόσωπό του δέν την στμάτησε οὔτε ὁ θάνατος. Ἐδῶ ὁ Βάρναλης σέ ἕναν ἐπικήδειο ὄχι καί τόσο συμβατικό. Ὁ Γιάννης Ἀποστολάκης στις κριτικές του ἐκτός ἀπό τον Σολωμό καί το δημοτικό τραγούδι, δεν άναγνώριζε κανέναν ἄλλον ποιητή…

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Ὁ ὑποκειμενισμός τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς στάθηκε πάντοτε τό βασικότερο καί πιό πειστικό ἐπιχείρημα τῶν ἀντιπάλων της, καθώς μέσα στήν ρηχότητά του εὔκολα μποροῦσε νά παρουσιαστεῖ ὡς λογικό καί νά γενεῖ ἀποδεκτό ἀπό μᾶζες ἀναγνωστῶν, ἀλλά καί συγγραφέων πού δέν συμπάθησαν ποτέ τήν κριτική, ἰδιαίτερα ἐκείνη πού ἀποκάλυπτε τήν μηδενική ἤ ἐλάχιστη ἀξία τῶν κειμένων τους. Κτυπώντας τήν κριτική, ἐτοῦτοι οἱ δῆθεν «δημοκράτες τῆς λογοτεχνίας» (ναί, τό διαβάσαμε κι αὐτό…), στήν οὐσία ἀποσκοποῦν στήν κατάργηση κάθε κριτηρίου στήν ἀξιολόγηση ἑνός ἔργου, ἀποσκοποῦν σέ μία ἰσοπεδωτική τῆς λογοτεχνίας ἀντίληψη, ὅπου ὅλα τα ἔργα εἶναι καλά, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς εἶναι ἄξιοι, ὅλα τα κείμενα ἔχουν ἕνα ἐν δυνάμει ἀναγνωστικό κοινό καί τελικῶς, ἔτσι ὅπως ὅλα πιά σήμερα ἀρχίζουν καί τελειώνουν στόν ἑαυτό μας καί μόνο, ἕνα ἔργο ἀξιολογεῖται μοναχά ἀπό τόν ἀναγνώστη του – ὄχι ὅμως μέ κάποια ἔστω καί χαλαρά κριτήρια, ἀλλά μέ ἐκεῖνο τό ἕνα, τό μοναδικό, τό ἐγωπαθές, τό ἀποκρουστικό – ἐκεῖνο τό βαρύ κι ἀσήκωτο «ἔτσι μ’ ἀρέσει» (εἶχε ἀπόλυτο δίκαιο ὁ ἀείμνηστος Ρένος Ἀποστολίδης πού καθύβριζε γνωστή μάρκα μπύρας, ὅταν υἱοθέτησε αὐτήν τήν ἀντιαισθητική φράση ὡς βασικό της διαφημιστικό σλόγκαν, ἦταν ἕνα ἀσήμαντο γεγονός, μά καί ἐνδεικτικό του μικροαστισμοῦ πού εἶχε πιά πλήρως κυριαρχήσει τά χρόνια ἐκεῖνα).

«Ἔτσι μ’ ἀρέσει» λοιπόν καί ὅλα τα ἄλλα περισσεύουν. Ἅς παρακολουθήσωμε γιά λίγο  τήν κλιμάκωση αὐτῆς τῆς νεοελληνικῆς «μαγκιᾶς», αὐτήν τήν ἔκπτωση τοῦ κριτικοῦ λόγου σέ μία καρικατούρα σχηματισμένη ἀπό ἡμιμάθεια, ἀπαιδεία καί πνευματική ὀκνηρία.

Ἀπό τήν ἐξαντλητική κριτική στόν ἀπόλυτο ὑποκειμενισμό

Ἡ ἄποψη «περί αὐθεντίας» πού διατυπώνει ἡ κατά τά ἄλλα συμπαθέστατη Τίνα Μανδηλαρᾶ, (ἡ ένοχοποίηση ούσιαστικά λέξεων πού δηλώνουν διάκριση ἤ ἀξιολόγηση), κυριάρχησε ὡς ἐκσυγχρονιστική τις προηγούμενες δεκαετίες καί συνετέλεσε σέ μεγάλο βαθμό στήν ἐπικράτηση τοῦ ἀπόλυτου ὑποκειμενισμοῦ στήν λογοτεχνία… (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ: LITERATURE.GR)

Ἡ Ἑλληνική κριτική, (ἀκόμη καί στήν ἐποχή τῆς ἀκμῆς της) δέν ἦταν ποτέ ἀπαλλαγμένη ἀπό μικροκακίες, ἀνταγωνισμούς, συμφέροντα, ἐκδοτικά καί δημοσιογραφικά συμπλέγματα, ἀστοχίες καί ἀτυχεῖς κρίσεις. Καρυωτάκης, Καβάφης, ἀκόμη καί Σεφέρης (ὅπως καί πολλοί ἄλλοι) ἔχουν κακοπάθει ἀπό γνωστά ὀνόματα συγγραφέων καί κριτικῶν. Καθώς στό μεγαλύτερο μέρος τοῦ 20ου αἰῶνα τά πολιτικά πάθη κυριαρχοῦσαν, τά κριτικά σημειώματα ἦσαν πολλές φορές μεροληπτικά καί ποιητές ὅπως ὁ Ρίτσος, ὁ Βρεττάκος ἤ ὁ Βάρναλης,  ὑποτιμήθηκαν ἤ ἀδικήθηκαν ἀπό τήν κριτική. Μέ ἄλλα λόγια, δέν ὑπῆρξε ἐποχή στήν Ἑλλάδα πού νά ἀπουσίαζαν τά ἐξωλογοτεχνικά ἤ ἐξωφιλολογικά κριτήρια, οἱ ἐκδοτικές αὐθαιρεσίες, οἱ κακεντρέχειες. Ναί, ὁπωσδήποτε ὑπῆρχαν, ἀλλά δέν κυριαρχοῦσαν ἤ ἔστω ἐξισορροποῦνταν ἀπό ὁρισμένα ἀντίβαρα πού θά δοῦμε παρακάτω.

Εἶναι τά ἐλαττώματα ἑνός θεσμοῦ ἀρκετά καί ἱκανά  γιά τήν κατάργησή του; Θά ἀπορρίψωμε ἕναν Τέλλο Ἄγρα καί τά πλέον ἐξαιρετικά κριτικά του σημειώματα, γιατί ὁ Θεοτοκᾶς ἀστόχησε τόσο τραγικά στήν κρίση του γιά τόν Καβάφη; Θά σβήσωμε τήν ἀναγκαιότητα τοῦ κριτικοῦ λόγου γιατί, ἅς ποῦμε, ὁ Δημαρᾶς ἀτύχησε τόσο ἤ στάθηκε προκατειλημμένος ἀπέναντι στήν ποιητική τουῦΚαρυωτάκη; Καί θά καταργήσωμε κάθε ἐκδοτικό κριτήριο ἄραγε, μόνο καί μόνο γιατί βρέθηκαν κάποιοι ἐκδοτικοί οἶκοι νά ἐκδίδουν ἐπί χρήμασι καί ὄχι μέ βάση ἀμιγῶς κριτήρια λογοτεχνικῆς ἀξιοσύνης;

Καμία στοιχειώδης λογική δέν ἀντέχει σέ παρόμοια ἀφελῆ συμπεράσματα, σέ τόση προχειρότητα, ἐκτός ἀπό τήν περίπτωση πού συντρέχουν βαθύτεροι λόγοι καί ἀνομολόγητες ἐπιδιώξεις. Καί στήν περίπτωση τοῦ κριτικοῦ λόγου, αἰτίες τέτοιας ποιότητας ὑπάρχουν ἀρκετές.

Ἡ συζήτηση για τήν γλῶσσα δέν ἔγινε ποτέ νηφάλια στήν Ἑλλάδα, καθώς ἀπό νωρίς άκολούθησε τίς πολιτικές διαφορές. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι ἀπό τότε ἔως και σήμερα ἡ γλῶσσα ταλαιπωρεῖται ἀπό το κράτος καί τους Ταλιμπάν της -φανατικούς εἴτε τῆς καθαρεύουσας, εἴτε τῆς δημοτικῆς. Η φιλολογική σημασία τοῦ «μακαρονισμοῦ» εἶναι ἄλλη και δέν εἶναι τῆς ὥρας να την δοῦμε,, ὁ Πέτρος Βλαστός τήν χρησιμοποιεῖ κατά τῶν καθαρευουσιάνων, ἐνῶ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ και ἀντιστρόφως. Ἐδῶ ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται σκωπτικά για την χρήση ἐξεζητημένου λογοτεχνικοῦ ὕφους πού βασίζεται στήν καθαρεύουσα ἤ τήν ἀρχαίζουσα…

Ὁ πρῶτος καί βασικότερος λόγος πού γεννᾶ ἀπέχθεια πρός τήν λογοτεχνική κριτική, προέρχεται ἀπό τούς ἴδιους τους ἐκδότες καί τούς συγγραφεῖς τους, ἐκείνους δηλαδή πού (ἐάν διέθεταν στοιχειώδη νοημοσύνη, ἔστω καί ἐκ τῶν ἐμπορικῶν συμφερόντων τους ὁρμώμενη), θά ἔπρεπε νά ἐπιζητοῦν τήν αὐστηρή κρίση καί ἀξιολόγηση. Ὅταν ἡ μεταπολίτευση ἐξάντλησε τήν δυναμική της, ὅταν τά χιλιάδες βιβλία τῆς ἐποχῆς της, (ὑπερτιμημένα τά περισσότερα…) σταμάτησαν νά πωλοῦνται μαζικά καί ἄκριτα καί ὅταν ἔγινε φανερό ὅτι τό πνεῦμα ὑποχωροῦσε ἄτακτα μπροστά στήν ἐπέλαση τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τοῦ μικροαστισμοῦ, ξεκίνησε ἡ ἀναζήτηση μιᾶς «λογοτεχνίας», πού ὄχι μόνο θά εὐθυγραμμιζόταν μέ τίς ἀνάγκες τῆς συγκυρίας, ἀλλά θά συντελοῦσε καί καθοριστικά στήν περαιτέρω ἀνάπτυξή της.

Ποτέ κανείς και σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο, δέν συμπάθησε τήν κριτική ὅταν ἐκφέρει ἐπίκριση. Οἱ ἀντιδράσεις ποικίλουν καί κάποτε γίνονται καί ἀκραῖες…

Ἡ «λογοτεχνία» αὐτή ὑπῆρχε, δέν γεννήθηκε ad hoc, μόνο πού ἐπί χρόνια στήν συλλογική ἀναγνωστική συνείδηση δέν θεωροῦνταν λογοτεχνία, μά εἶδος κειμένου πού λάμβανε τόν χαρακτηρισμό του (τήν ἀξιολόγησή του) σέ σχέση μέ τό περιεχόμενο. Ὑπῆρχαν λοιπόν, (συνήθως κρεμασμένα στά περίπτερα), οἱ ἀφηγήσεις, τά παραμύθια, τά εὔκολα ἀστυνομικά των ἐφημερίδων καί τῶν περιοδικῶν, τά αἰσθηματικά μυθιστορήματα, (διαχωρισμένα κι αὐτά σε ποιότητες), τά ἱστορικά ἤ ἱστορικοφανή κείμενα, οἱ μῦθοι, οἱ αὐτοβιογραφίες, τά στιχάκια ἡμερολογίου, τά σκωπτικά ποιήματα, οἱ παραβολές, οἱ καζαμίες καί πλῆθος ἄλλων ἔμμετρων ἤ πεζῶν κειμένων πού σκοπό εἶχαν τήν ψυχαγωγία καί τήν ἐνημέρωση τῶν ἀναγνωστῶν. Κάποια λίγα ἀπό αὐτά ἴσως καί νά διέθεταν ὁρισμένες λογοτεχνικές ἀρετές, τά περισσότερα ὅμως ἤσαν γραμμένα στό πόδι καί παρά τό ὅτι πολλές φορές ἤσαν χαριτωμένα καί διασκεδαστικά, ποτέ δέν διεκδίκησαν λογοτεχνικές δάφνες καί ποτέ οἱ ἐκδότες τους δέν σκέφθηκαν νά τά ὑποβάλλουν στήν βάσανο τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Ὁ Ἐλύτης ἤ ὁ Σεφέρης ἦταν ἀδιανόητο νά πωλοῦνται στό ἴδιο ράφι μέ τήν «Πικραμένη ἀγάπη», ὄχι γιά λόγους συντηρητισμοῦ ἤ γιατί αὐτό θά ἀποτελοῦσε ἱεροσυλία, ἀλλά γιατί ὑπηρετοῦσαν διαφορετικές ποιότητες, (ἀκόμη διακριτές), εἶχαν διαφορετική κατάταξη, βάθος, νοηματικά στοιχεῖα, γλῶσσα καί αἰσθητική. Κανείς βέβαια δέν ξεγελοῦσε κανέναν. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά διάβαζε τά τοῦ περιπτέρου καί τοῦ βιβλιοπωλείου ταυτόχρονα, μά διάβαζε ἐν ἐπιγνώσει, ἡ παιδεία του τόν εἶχε ἐφοδιάσει μέ κριτήρια-ὁδηγούς, μποροῦσε νά διακρίνει ποιότητες καί διαφορές. Ὁπωσδήποτε τά κριτήρια δέν ἦσαν πάντα στέρεα, ὁπωσδήποτε πολλά ἀπό αὐτά ἀπέπνεαν συντηρητισμό ἤ τυπολατρία, ἀλλά πάντως ἦσαν κριτήρια. Ὅποιος ἤθελε τά ἀκολουθοῦσε, ὅποιος εἶχε τό πνευματικό ὑπόβαθρο τά βελτίωνε, ὅποιος εἶχε τήν ἐπιμονή καί τό πεῖσμα τά ἄλλαζε, τά τροποποιοῦσε, τά ἔχτιζε ἀπό τήν ἀρχή. Ἀλλά πάντως ὑπῆρχαν, μέ τόν ἕναν ἤ ἄλλο τρόπο ὑπῆρχαν, ἀκόμη καί ὅταν γένονταν ἀντικείμενο ἔντονης διαμάχης καί ἀμφισβήτησης.

Γιά νά μπορέσει νά γενεῖ ἀποδεκτή ἡ μή λογοτεχνία ἤ ἡ κακή λογοτεχνία, ἦταν αὐτονόητο πώς ἔπρεπε νά καταργηθοῦν ἀρχικά οἱ λέξεις πού ὑποδήλωναν διάκριση ἤ ἀποτύπωναν μία ξεχωριστή ποιότητα. Ἔτσι, καί ἐνῷ παλαιότερα ἡ λέξη «λογοτέχνημα» ὑποδήλωνε τήν ἀνώτατη δυνατή ποιότητα (καί πυκνότητα) ἑνός κειμένου, σταδιακά ἔφτασε νά γενεῖ ταυτόσημη τῆς οὐδέτερης (ἀξιολογικά) λέξης συγγραφή, ὅποιος ἦταν συγγραφέας ἦταν αὐτομάτως καί λογοτέχνης – δέν εἶχε πλέον σημασία ἐάν ἡ γραφή του ἦταν ἀπαράδεκτη, μέτρια ἤ καλή, ἐάν ἔγραφε στιχάκια γιά τά ἀλμανάκ ἤ ἦταν ὁ Παπατζώνης. Λογοτέχνης ἔγινε καί τό τρίχρονο πού κατόρθωσε κι ἔγραψε ἕναν στίχο, λογοτέχνης καί ὁ Ντοστογιέφσκι. Ποιητής ὁ Βρεττάκος, ποιητής καί ἐκεῖνος πού ἀραδιάζει δυό σκέψεις στό χαρτί καί πληρώνει ἕνα τυπογραφεῖο γιά νά τίς ἐκδώσουν.

Τά σχολικά βιβλία δέν εἶναι μόνο ἐλλιπέστατα σέ πληροφοριακό ὑλικό, ἀλλά καί για ὁλόκληρες δεκαετίες, ἀντιμετωπίζουν τήν ποίηση με τον ἴδιο παλαιό στερεότυπο τρόπο καί μια «ξύλινη» μέθοδο ἐρμηνείας…

Ἡ γλῶσσα ἔπρεπε νά προσαρμοσθεῖ στά δεδομένα τῆς συγκυρίας. Δημιουργήθηκαν λοιπόν λέξεις-ὀμπρέλες πού μποροῦσαν κάτω ἀπό τήν σκέπη τους νά χωρέσουν ὅλοι, τό τοπίο ἔπρεπε νά θολώσει, οἱ ὅποιες διακρίσεις νά καταργηθοῦν. Πῶς ἀλλιῶς θά ἔμπαινε τό λεγόμενο αἰσθηματικό μυθιστόρημα στό βιβλιοπωλεῖο, πῶς ἀλλιῶς οἱ πλέον ἀτάλαντοι (ἀλλά καλοπληρωτές ἤ πολιτικοί φίλοι) θά ἔπαιρναν τόν (περιζήτητο κάποτε) τίτλο τοῦ ποιητῆ ἤ τοῦ λογοτέχνη; Μέσα σέ ἕνα διάστημα μόλις τριάντα καί πάνω χρόνων, στήν κοινή ἀντίληψη ἔπαψαν να ὑπάρχουν πλέον διαβαθμίσεις καί λέξεις πού δήλωναν ἀξιολόγηση καταργήθηκαν ἤ χρησιμοποιοῦνται πιά μοναχά ἀπό ἐλαχίστους πού ἀναζητοῦν ἀκόμη στήν γλῶσσα τήν θαυμαστή δυνατότητα τῶν ἀποχρώσεων καί τῶν διαφορῶν – ἀκόμη καί σέ ἐκεῖνες πού θεωροῦνται συνώνυμες. Στό μυαλό λοιπόν τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώστη ἡ λέξη «λογοτεχνία» εἶναι μία τεράστια σκέπη πού στεγάζει ὅποιον μπορεῖ νά κρατήσει ἕνα μολύβι ἤ νά γράψει σέ ἕνα πληκτρολόγιο, ἐνῷ ἡ λέξη ποιητής ἀγκαλιάζει τό ὁτιδήποτε αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς ποίημα, ἀπό τήν ἀμπελοφιλοσοφία στό διαδίκτυο, ἕως τά χοντρά ἔμμετρα καλαμπούρια πού κυκλοφοροῦν στίς παρέες.

Ἡ κατάργηση ὅμως τῶν ἀποχρώσεων στήν γλῶσσα καί οἱ πονηρές ἐμπορικές πρακτικές τῶν ἐκδοτῶν καί ἐφημεριδοπωλῶν δέν ἤσαν ὁπωσδήποτε ἀρκετές, προκειμένου νά ἐκδίδεται τό ὁτιδήποτε ὡσάν νά ἦταν τό ἀριστούργημα τοῦ αἰῶνα. Ἐκτός ἀπό τήν παιδεία λοιπόν, πού ἀσμένως ἀκολούθησε τίς τάσεις ἑνός ἀνόητου ἐκσυγχρονισμοῦ (ὅπου ἐκσυγχρονισμός ταυτίζεται ἐδῶ μέ τήν ἰσοπέδωση κάθε ἀξιοσύνης), στό χαριτωμένο αὐτό παιχνίδι ἐμφανίστηκαν δύο ἀκόμη παράγοντες, «πρόθυμοι» νά βοηθήσουν καί νά συμπορευθοῦν – ὁ ἕνας εἶναι παλαιός καί λέγεται Κριτική καί ὁ ἄλλος εἶναι νεόκοπος καί λέγεται διαδίκτυο.

Μέ τό δεύτερο δέν θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα, καθώς ἀφορᾶ μία πραγματική ἐπανάσταση μέ ὅλα τα θετικά καί τά ἀρνητικά της, ἀλλά ὅπως κάθε ἐπανάσταση (κατά τήν γνώμη μου ἴσως ἡ πλέον σημαντική καί ἐν δυνάμει ἐλπιδοφόρος στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας), ἀπαιτεῖ μελέτη, ἔρευνα καί ξέχωρο ἀφιέρωμα.

Ἅς μείνουμε λοιπόν στήν Κριτική, ἅς δοῦμε ἀρχικά τίς σοβαρές προϋποθέσεις της καί ἅς καταλήξουμε στήν εἰκόνα πού παρουσιάζει στό σημερινό λογοτεχνικό τοπίο.

Οἱ δεῖκτες τῆς κριτικῆς (τοῦ κειμένου) ἐργασίας

(ὅσα ἀναφέρονται παρακάτω σχετίζονται μέ τήν κριτική τῆς ποίησης, ἀλλά μέ λίγες παραλλαγές ἰσχύουν φυσικά καί γιά τήν πρόζα)

Εἶστε βέβαιος για τόν Μπασελάρ ἀγαπητέ κύριε; Το κείμενο προκαλεῖ τόσο γιά ἀπώθηση ὄσο καί για ἐπιθετικότητα, μά ξάφνου νιώθω τόσο, μά τόσο κουρασμένος…

Προτοῦ δοῦμε κάπως ἀναλυτικά τήν κριτική ἀνάλυση ἑνός κειμένου, καλό εἶναι νά σταθοῦμε στά τρία κύρια χαρακτηριστικά ἑνός κριτικοῦ της λογοτεχνίας  καί πού δίχως αὐτά δέν ἀναφερόμαστε σέ κριτικό, ἀλλά σέ ἁπλό ἀναγνώστη ἤ το πολύ-πολύ διαφημιστή κειμένων. Βεβαίως εἶναι πλῆθος ἐκεῖνα πού θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε, ἀλλά ἅς μείνουμε γιά σήμερα σ’ αὐτήν τήν ἀδιαίρετη τριάδα πού θά πρέπει νά χαρακτηρίζει κάθε κριτική σκέψη.

Τό πρῶτο φυσικά ἡ κατάρτιση, ἡ γνώση τοῦ ὅλου της γλώσσας, ἡ πνευματική γνώση καί ἱκανότητα στοχασμοῦ – καί μέ ὅλα τοῦτα δέν ἐννοῶ φυσικά μοναχά ἐκεῖνα πού προσφέρει ἡ ἀκαδημαϊκή μόρφωση. Καί ὅταν ἀναφέρομαι σέ ἱκανότητα στοχασμοῦ καί βαθύτατη γνώση τῆς γλώσσας, δέν περιορίζομαι μόνο στά τυπικά, στά ρηχά, στά γραμματολογικά. Γιατί φυσικά εἶναι καλό νά γνωρίζει κανείς ἀκόμη καί ἐκεῖνα τά ἄχαρα φιλολογικά, (μέτρο, ἡμιστίχια, ὁμοιοκαταληξία, ἐλαττώματα στίχου, ρυθμός, σονἐτα, χασμωδίες, παρηχήσεις καί ἄλλα πολλά παρόμοια), ἀλλά θά πρέπει νά ξεύρει νά διακρίνει ἀποχρώσεις, (ἀκόμη καί τίς ἐλάχιστα ὁρατές), νά συγχωρεῖ παρατονισμούς καί νά διακρίνει πότε γίνονται ἀπό ἀβλεψία καί πότε ἐπί σκοποῦ, νά ἠμπορεῖ νά διακρίνει τό ὑποδηλούμενο κάτω ἀπό τό δῆλον, νά μπορεῖ μέσα ἀπό συγκρίσεις καί μνῆμες κειμένων νά ἀνασύρει νοήματα πολλαπλά καί συνδηλούμενα, ν’ ἀνακαλύπτει ἐκεῖνον τόν ρυθμό πού δέν κυματίζει μέ τήν πρώτη ἀνάγνωση, νά μπορεῖ ἔστω καί μέ κόπο νά διακρίνει τίς λέξεις – κλειδιά μέσα στό ποίημα, νά μπορεῖ νά παραμερίζει τήν συγχρονία καί ν’ ἀνακαλύπτει τό καθολικό καί τήν διαχρονία τοῦ νοήματος. Μά καί ὅλα τοῦτα ἄν κάμει μέ τήν πρώτη, τήν δεύτερη, τήν τρίτη προσεκτική ἀνάγνωση, θά πρέπει νά ἔχει τήν ἱκανότητα νά προσεγγίσει τό ποίημα καί αἰσθητικά, ν’ ἀφεθεῖ στόν ἐσώτερο ρυθμό του, ἀλλά ταυτόχρονα νά εὕρει τίς ἀστοχίες τους, τίς ἀποτυχημένες ἐπιλογές λέξεων, τό κολοβό το μέτρο πού ἀποσυντονίζει τήν ρυθμική του, τήν ἀποτυχία ἐνίοτε τοῦ ποιητῆ νά ἐκφράσει πετυχημένα τό συναίσθημα, τόν στοχασμό, τήν εἰκόνα.

Καί ὅταν μέσα ἀπό τήν πρώτη προσέγγιση τά κάμει ὅλα τοῦτα, (μά βεβαίως θά χρειασθεῖ νά ἐπανέλθει μετά ἀπό καιρό, δοκιμάζοντας τήν διαχρονία μέ τήν πατίνα τοῦ χρόνου…), ἔρχεται ἡ ὥρα ἡ σημαντικότερη γιά ἕναν κριτικό λογοτεχνίας (καί πολύ παραπάνω της ποίησης), πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ἑρμηνεία, (ἡ ἔστω τήν κατ’ αὐτόν ἑρμηνεία…) τοῦ στίχου. Θά προσέξατε ὅτι φυσικά δέν γράφω «αὐθεντική ἑρμηνεία», μά γιά ἑρμηνεία ἁπλῶς, πού θά προσφέρει στόν ἀναγνώστη ἕνα πρῶτο μονοπάτι, γιά νά μπορέσει κι ἐκεῖνος μέ τήν σειρά του νά ἰδεῖ διακλαδώσεις, κρυφούς δρόμους καί νά φέρει τόν στῖχο κοντά στά δικά του αἰσθητικά καί νοηματικά προτάγματα. Ἐπάνω σ’ ὅλα αὐτά θά εἴχαμε πολλά ἀκόμη νά ποῦμε, μά θά ἐπανέλθωμε παρακάτω.

Ὁ Βάσος Βαρίκας ἦταν ἕνας ἀξιόλογος κριτικός, παρά το ὅτι στά νεότερα χρόνια του στάθηκε πολλές φορές ἄκαμπτος καί δογματικός. Πάντως ἡ ἀνάγνωση τῶν κριτικῶν του σημειωμάτων, (ὅπως και στήν περίπτωση ἄλλων κριτικῶν, προγενέστερων καί μεταγενέστερων), βοηθᾶ πολύ ὅποιον θέλει ν’ἀσχοληθεῖ με τήν κριτική καί ἀναζητᾶ τίς πηγές της καί τα καλύτερα κείμενά της…

Τό δεύτερο στοιχεῖο, (κατά τήν γνώμη μου σημαντικό ὅσο καί τά ἄλλα δύο), δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς συνείδησης, τήν ἐξαιρετικά δύσκολη ἱκανότητα νά σταθεῖ ὁ κριτικός  ἀπέναντι στό κείμενο ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἀπό τό ἠχηρό τοῦ ὀνόματος, τήν πολιτική τοποθέτηση, τόν νοηματικό χρωματισμό. Ὁ σοβαρός κριτικός δέν συναγελάζεται ποτέ μέ τόν κρινόμενο, δέν ἔχει ἐπαφή μαζί του, δέν ἀφήνει προσωπικά στοιχεῖα νά ἐπηρεάσουν μέ θετικό ἤ ἀρνητικό τρόπο τήν κρίση του, μέ ἄλλα λόγια δέν ἐπιτρέπει κανέναν περισπασμό ἀπό τό ἴδιο το κείμενο πού καλεῖται νά κρίνει. Θά ἐπιδοκιμάσει καί θά ἐπαινέσει τό ποίημα ἀπ’ ὅπου κι ἄν προέρχεται ἄν τό ἀξίζει, θά τό κρίνη αὐστηρά, ἀκόμη καί ἀρνητικά, ἔστω καί ἐάν τό γέννησε ἡ γραφίδα ἑνός Νόμπελ. Μοναδικό κριτήριο ἐδῶ ἡ ποιότητα τοῦ κειμένου καθεαυτή, καμία παρέκκλιση, καμία ὑποχώρηση δέν εἶναι ἐπιτρεπτή. Ἀκόμη καί ἐάν ἡ κρίση του ἀποδειχθεῖ λάθος στό πέρασμα τοῦ χρόνου, ἀκόμη καί ἐάν χίλιες καμπάνες ἠχοῦν γιά πόρισμα ἀντίθετο καί ἐνάντιο, ἡ συνείδηση τοῦ κριτικοῦ τῆς λογοτεχνίας θά πράξει κατά τόν δαίμονα ἐαυτοῦ. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν ἠμπορεῖ νά ἀναιρέσει στό μέλλον, νά διορθώσει, ἀκόμη καί νά μετανοήσει γιά ἄστοχες κρίσεις, ὅμως θά πρέπει νά εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ ἀποτυχημένη κρίση προῆλθε ἀπό τόν γνήσιο στοχασμό του καί ὄχι ἀπό ἐξωλογοτεχνικούς παράγοντες. Ὁ κριτικός θά πρέπει νά ἔχει τήν δυνατή καί ὥριμη συνείδηση ἑνός ἰδεατοῦ δικαστῆ – τήν ὥρα πού κρίνει ὅλα τα ὑπόλοιπα ἀτονοῦν, σιωποῦν, ἀδρανοῦν.

Τό τρίτο στοιχεῖο, τό θαρρετό της γνώμης, ἡ ἀναπόφευκτη σύγκρουση, ὁ καλός κριτικός δέν ἔχει πραγματικούς φίλους στό λογοτεχνικό συνάφι, καθώς κάθε ἀρνητική κριτική προκαλεῖ ἔχθρες, ἀντιπαλότητες, ἀκόμη καί μῖσος πραγματικό. Ὁ τῆς λογοτεχνίας κριτής θά πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος νά συγκρουσθεῖ μέ ἐκδότες, δημοσιογράφους, συγγραφεῖς. Ὁ σοβαρός κριτικός δέν θά χρησιμοποιήσει ποτέ ὑπερθετικά γιά νά χαρακτηρίσει ἕνα κείμενο, γιατί ξέρει ὅτι πρέπει ν’ἀφήνει πάντοτε ἕνα περιθώριο ἀμφιβολίας, ἕνα περιθώριο λάθους, γιατί ξεύρει ὅτι τό ἰδανικό καί τό ἀριστούργημα στήν λογοτεχνία δέν ὑφίστανται πραγματικά, τάσεις εἶναι πρός τίς ὁποῖες ὅλοι θέλουμε νά συγκλίνουμε καί ἡ ὅποια κρίση στήν οὐσία βαθμολογεῖ τό πόσο προχώρησε ἕνας συγγραφέας πρός ἐκεῖνο τό ἰδανικό, τό ἀεί ἄπιαστο. Ὁ σοβαρός κριτικός δέν θά δειλιάσει ποτέ νά καταθέσει τήν γνώμη του, κι ἅς γενεῖ ἀντιπαθής, ἀποσυνάγωγος, μοναδικός κάτοικος τῆς ἀπέναντι ὄχθης.

Πολύ θά ἤθελα νά μοῦ ἀναλύσει ὁ συγγραφέας ἐκεῖνο το «ἀπερίφραστη λιτότητα τοῦ ελεύθερου στίχου». Ὅπως καί ὅλα τά ὑπόλοιπα… Ἀκόμη ἕνα δεῖγμα ξύλινου κριτικοῦ λόγου πού δέν λέγει τίποτε ἀπολύτως σέ ὅποιον θέλει πράγματι ν’ἀντλήσει πληροφορίες καί ἄποψη γιά το κρινόμενο ἔργο…

Προτοῦ ἐγκαταλείψουμε τίς ποιότητες ἑνός κριτικοῦ, στήν τριάδα πού ἀναφέραμε παραπάνω, ἅς προσθέσωμε καί μία ἀκόμη ἱκανότητα ἐξαιρετικά σημαντική – τήν δυνατότητα ὅλα τοῦτα νά μεταδίδονται μέ τρόπο ἁπλό καί κατανοητό στόν ἀναγνώστη. Θά δεῖτε μέσα στο σημερινό ἀφιέρωμα κείμενα  πολλῶν κριτικῶν,πού γιά νά ἐντυπωσιάσουν καί νά ἀποδείξουν τήν δῆθεν φιλολογική καί λογοτεχνική τους ἐπάρκεια, μεταδίδουν λόγο τεχνικό, ἄψυχο, ἐπιτηδευμένο καί περίτεχνα πολύπλοκο, ἀνθρώπους πού πιστεύουν ὅτι ἐάν χρησιμοποιήσουν τό ρῆμα ἐνοφθαλμίζω τριάντα φορές σέ μία πρόταση ἤ τήν λέξη ζεῦγμα (μετρικό) καταδεικνύουν τήν κριτική τούς ἱκανότητα. Ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι πράγματι γελοῖα, ἀλλά πιό κάτω θά δοῦμε πόσο πραγματικά μεγάλη εἶναι ἡ εὐθύνη ἐτούτων τῶν δῆθεν ποιοτικῶν, πού συνήθως ἀσελγοῦν ἐπάνω στό σῶμα τῆς λογοτεχνίας καί καλύπτουν τήν ἀνεπάρκειά τους μέ ὕφος πομπῶδες, λέξεις κοῦφες, νοήματα δῆθεν πολύπλοκα, μά στήν πραγματικότητα ἀνύπαρκτα νοήματος, ξύλινα.

Τά ὑποδείγματα μιᾶς κριτικῆς

Εἴδαμε ἐν συντομίᾳ τόν κριτικό, ἅς δοῦμε τώρα καί τίς μεθόδους πού μπορεῖ νά χρησιμοποιήσει γιά νά δώσει στό κοινό του μία ὁλοκληρωμένη ἄποψη, μία συνολική εἰκόνα τοῦ κρινόμενου ἔργου. Καί ταυτόχρονα νά πείσει ὅτι ἔσκυψε μέ ὅσα πνευματικά ἐφόδια διαθέτει ἐπάνω στήν ὑπαρκτή ἤ ἀνύπαρκτη ποιότητά του καί ἔκαμε ὅ,τι ἦταν δυνατόν γιά τήν ἐπιτυχέστερη ἀξιολόγησή του.

Σέ τοῦτο τό σημεῖο, ἅς μου ἐπιτραπεῖ νά ἀντλήσω ἀπό προσωπικά παραδείγματα ἐργασίας, ἀλλά ὁπωσδήποτε καί ἀπό ἐργασίες παλαιοτέρων κριτικῶν, κυρίως τοῦ Τέλλου Ἄγρα (μακάρι νά εἴχαμε χρόνο καί χῶρο γιά παρουσίαση και ἄλλων παλαιότερων κριτικῶν λογοτεχνίας). Καθώς πολλά ἀπό τά θεωρητικά τα εἴδαμε παραπάνω, ἅς μοῦ ἐπιτραπεῖ λοιπόν ἡ χρήση ὁρισμένων παραδειγμάτων πού θά βοηθήσουν στήν  ταχύτερη κατανόηση τῶν ὅσων γράφονται ἐδῶ σήμερα.

Ὅποιος θέλει νά ἀντιληφθεῖ τήν διαφορά ἀνάμεσα στήν παρουσίαση καί στήν κριτική, ἀς διαβάσει μιά ὁποιαδήποτε κριτική τοῦ Τέλλου Ἄγρα..

Ὁ Τέλλος Ἄγρας, ποιητής ὁ ἴδιος καί μάλιστα ἀξιόλογος, στάθηκε ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους κριτικούς λογοτεχνίας στόν τόπο μας καί οἱ λόγοι, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, εἶναι συγκεκριμένοι καί σαφεῖς. Δέν εἶναι ὅτι δέν ὑπῆρξαν ἀστοχίες, λάθη, ἀκόμη καί προχειρότητες στό κριτικό του ἔργο (ὅσοι βεβαίως βιάζονται νά τίς ὑπογραμμίσουν σέ ὑπερβολικό βαθμό, ἅς θυμηθοῦν τίς συνθῆκες καί τά μέσα μέ τά ὁποῖα ἐργάζονταν ὧρες ἀτελείωτες οἱ συγγραφεῖς στήν ἐποχή στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἱῶνα). Βεβαίως ὑπῆρχαν ὅλα αὐτά καί ἄλλα πολλά πού ἕνας φιλόλογος θά μποροῦσε νά ἐντοπίσει. Ὅμως τήν ἴδια στιγμή ὑπῆρχε μέγας κόπος καί μελέτη τοῦ κειμένου, πνευματική καλλιέργεια θηριώδης γιά τήν ἐποχή, στοχασμός πού δέν σταματοῦσε λεπτό, γνώση τῆς γλώσσας οὐσιαστική (καί ὄχι μοναχά τῆς Ἑλληνικῆς), ποιητικό τάλαντο περίσσιο. Θά πεῖ κανείς – καί λοιπόν; Ἄν τά ἀθροίσει κανείς ὅλα τοῦτα φτιάχνει τό μίγμα τοῦ καλοῦ κριτικοῦ; Ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά περισσεύει καί ἡ ἀγάπη γιά τό κείμενο, τήν καλή ποίηση, τήν ἀδιάκοπη μελέτη, τήν ἀτελείωτη ἔρευνα. Καί κυρίως ὅλα τοῦτα νά συνυπάρχουν μέ μιά τρυφεράδα πρός τόν κρινόμενο, μέ μία διάθεση, ὄχι νά κατακεραυνωθεῖ ἤ νά ἐξοβελιστεῖ ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου στό πῦρ τό ἐξώτερο, μά νά βοηθηθεῖ στήν ἐργασία του, νά βελτιώσει τήν τεχνική του, νά πολεμήσει τίς ἀδυναμίες του.

Ὁ ἀξιότιμος φίλος ἐδῶ εἶναι ὁ Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης, πατέρας τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη καί γεννήτορας τῆς γνωστῆς Ἀνθολογίας. Ὅσο για τήν «Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαιδεία», ἐάν εὕρετε κάποιους τόμους σέ παλαιοβιβλιοπωλεῖα, ἀγορᾶστε ἕναν ἔστω γιά ἐνθύμιο. Τά λήμματά της εἶναι ἐξαιρετικά καί γραμμένα ἀπό κορυφαίους ἐπιστήμονες καί συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς…

Γιά τίς ἀνάγκες τοῦ σημερινοῦ κειμένου, ἅς πάρουμε ὡς παράδειγμα μία κριτική τοῦ Τέλλου Ἄγρα στήν ὁποία ἔχουμε ἀναφερθεῖ πολλές φορές – ἐκείνη γιά τόν Καρυωτάκη καί τίς Σάτιρές του.

Τό δοκίμιο τοῦ Ἄγρα γιά τόν Καρυωτάκη, (γιατί δοκίμιο εἶναι, τυπικά καί οὐσιαστικά…), οἱ περισσότεροι το γνωρίζουν μέσα ἀπό τήν γνωστή ἔκδοση τῆς Ἑστίας «Ποιήματα καί Πεζά», ὅπου στό τέλος παρατίθενται κάποιες ἀπό τίς κριτικές, ἀνάμεσά τους ἐκεῖνες τοῦ Ρώτα, τοῦ Παπανικολάου, τοῦ Κόντογλου, τοῦ Δημαρᾶ καί ἀρκετῶν ἀκόμη. Ὅλες αὐτές οἱ κριτικές, λιγότερο ἤ περισσότερο, διαθέτουν τά στοιχεῖα μιᾶς σοβαρῆς κριτικῆς ἀναφορᾶς, ὅμως ἐκείνη τοῦ Ἄγρα ξεχωρίζει ὡς ἡ πλέον ὁλοκληρωμένη καί θά ἔλεγα, ἐκείνη πού δέν τήν διαπερνᾶ καμία προκατάληψη σέ ἀντίθεση μέ τόν Θεοτοκά γιά παράδειγμα, τόν Ρώτα ἤ τόν Δημαρά.

Ἡ ἀρχή τοῦ κριτικοῦ κειμένου τοῦ Τέλλου Ἄγρα για τις Σάτιρες τοῦ Καρυωτάκη. Ἀκριβῶς ἀπό πάνω ὁ ἐπίλογος τῆς κριτικῆς τοῦ Ρώτα, πού εν πολλοῖς ἐκφράζει τήν ἀριστερή ματιά τῆς ἐποχῆς στον Καρυωτάκη. Ἡ κριτική τοῦ Ρώτα στην ουσία δέν εἶναι φιλολογική ἤ λογοτεχνική, ἀλλά πολιτική. Ἡ μόνη δικαιολογία γι’αὐτό, εἶναι πώς ἡ ἐποχή εἶναι ἐξαιρετικά ἄγρια για τούς κομμουνιστές καί μέσα σέ τέτοια πίεση καί καταδίωξη, κάθε κίνηση παραίτησης (ὅπως μία αὐτοκτονία), θα μποροῦσε νά ἐπηρεάσει τό ήθικό…Ὅσο για τον Γρυπάρη πού άναφέρει ὁ Ἄγρας, ἐάν ποτέ θελήσετε να μελετήσετε ἀρχαιοελληνικό κείμενο, ἀναζητῆστε τίς μεταφράσεις του…

Ἅς ξεκινήσωμε ἀπό τήν ἔκταση, ἡ κριτική τοῦ Ἄγρα (μέ πρώτη χρονολόγηση τό 1933, τελική μορφή 1938), ἁπλώνεται σέ ἕνα σύνολο περίπου 30 σελίδων στό βιβλίο (μικροῦ μεγέθους) πού προαναφέραμε. Θά ρωτήσει κάποιος – «Μά εἶναι ἡ ἔκταση στοιχεῖο ποιοτικό ἑνός κριτικοῦ κειμένου;..». Ὁπωσδήποτε ὄχι ἀπό μόνο του καί σίγουρα ὄχι καθοριστικό, μά εἶναι ἕνας δείκτης πού δηλώνει βάσανο μελέτης καί στοχασμό ἐξαντλητικό. Ἐπί τῆς οὐσίας μπορεῖ βεβαίως κάποτε νά ὑπονοεῖ καί φλυαρία, ἀλλά αὐτό εἶναι τό μόνο πού δέν συμβαίνει μέ τό συγκεκριμένο κείμενο. Ἐπιπλέον, ἅς μήν νομίσει ὁ ἀναγνώστης πώς ὁ Ἄγρας ἀφιέρωσε τόσο μελάνι λόγω τῆς ἀπήχησης τοῦ Καρυωτάκη, οἱ περισσότερες ἀπό τίς κριτικές του ἔχουν αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ἀναλογιστεῖτε δέ ὅτι ἡ συγκεκριμένη κριτική γράφεται μέ ἀφορμή μία ποιητική συλλογή τοῦ Καρυωτάκη καί ὄχι γιά τό σύνολο τοῦ (μικροῦ σέ ἔκταση) ἔργου του.

Ἐκτός ἀπό τήν ἐκτεταμένη ἀνάλυση λοιπόν, ποιά εἶναι τά ὑπόλοιπα στοιχεῖα πού κάμουν τό κείμενο τοῦ Ἄγρα τόσο ἰσορροπημένο καί πού ὀγδόντα καί πλέον χρόνια μετά, τό κρατοῦν ἐπίκαιρο καί ἐν πολλοῖς ἀξεπέραστο ἀπό τά κείμενα πού ἀκολούθησαν;

Ὁ Ἄγρας ἦταν ὁ μόνος πού ἐρμήνευσε τήν αὐτοχειρία τοῦ Καρυωτάκη ὡς ὕστατη ἀναρχική πράξη. Κάποιες φορές ο κριτικός, ἐκτός ἀπό φιλολογική ἤ λογοτεχνική γνώση, πρέπει νά διαθέτει καί ἐνσυναίσθηση καί βάθος καί να σκέφτεται ἀκόμη καί ἐνάντια στίς δικές του ἀπόψεις…

Τό πρῶτο, ἡ γλῶσσα. Ὁ Ἄγρας γράφει ὡσάν νά ἔχει ἀπέναντί του τόν ἁπλό, καθημερινό ἀναγνώστη καί ὄχι τήν πρυτανεία τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, σκοπός του δέν εἶναι νά ἐντυπωσιάσει, νά κάμει ἐπίδειξη φιλολογικῶν γνώσεων, νά ξεχωρίσει ἀνάμεσα στούς ὁμοτέχνους του, ἐκεῖνο πού ἐπιζητᾶ εἶναι νά δώσει στόν ἀναγνώστη, (ἀκόμη καί τόν ἀπαίδευτο στά ποιητικά), ὅλη τήν οὐσία, τό σύνολο τῆς εἰκόνας τοῦ ἔργου πού κρίνει. Καί μάλιστα ἡ κριτική του ξεκινᾶ μέ τά λόγια ἑνός ἄλλου ποιητῆ (καί πολύ καλοῦ ἑρμηνευτῆ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς), τοῦ Γρυπάρη. Ὁλόκληρο το κείμενο, ἐκτός ἀπό τήν κριτική του οὐσία, εἶναι καί ἕνα λογοτέχνημα, διαθέτει ἀφηγηματική μαεστρία, διαθέτει ἰδιαίτερο καί προσωπικό ὕφος καί οὔτε γιά μία στιγμή δέν γίνεται ξύλινο, στερεότυπο, κοινότοπο – χαρακτηριστικά πού περισσεύουν στούς σημερινούς κριτικούς μας.

Τό δεύτερο, τό «σκιτσάρισμα» τοῦ Καρυωτάκη, ἡ προσέγγιση τῆς προσωπικότητάς του. Ἐδῶ ἀπουσιάζουν τά κουτσομπολιά, τά θαυμαστικά καί ἡ ἁγιοποίηση, τά μεγάλα λόγια. Ἀπ΄ ὅλα ἐκεῖνα πού γνωρίζει ὁ Ἄγρας γιά τόν Καρυωτάκη, (εἶχαν μία μικρή προσωπική γνωριμία), ἐπιλέγει μοναχά ὅσα βοηθοῦν στήν κατανόηση τῆς ποιητικῆς του, ὅσα δείχνουν νά συνδέονται ἄμεσα μέ τούς στίχους του καί τήν βιωματική του σχέση μαζί τους. Μέσα σέ μία ἐξαιρετικά πυκνή πρώτη παράγραφο παρουσιάζεται ἡ ἐποχή (τό περιβάλλον) καί ἡ στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντί της, εἶναι μοναχά δυό τρεῖς μικρές σελίδες, ἀλλά ἀκόμη καί σήμερα μποροῦμε μέ ἐξαιρετική σαφήνεια νά ἀντλήσουμε στοιχεῖα καί νά κατανοήσουμε πόσο εἶχε ἐπηρεάσει τόν Καρυωτάκη ὁ ζόφος τοῦ μεσοπολέμου στήν Ἑλλάδα.

Μία ἀπό τίς πολλές (ἐξαιρετικά εὔστοχες) κριτικές παρατηρήσεις τοῦ Ἄγρα…

Τό τρίτο καί πιό οὐσιαστικό μέρος τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ βεβαίως τά ἴδια τά ποιήματα, τό ἴδιο το Καρυωτακικό ἔργο πού ἀναλύεται ἀπό ὅλες τίς πλευρές μέ τρόπο ἐξονυχιστικό. Ἐξετάζεται ἡ ποιητική ἐξέλιξη ἀπό συλλογή σέ συλλογή, ἡ μετρική τῶν ποιημάτων, ὁ ρυθμός τοῦ στίχου, μεμονωμένοι στίχοι λέξη τήν λέξη, τό ἴδιο το λεξιλόγιο καί ἡ τοποθέτηση στήν κάθε στροφή, οἱ συνδηλώσεις, ἡ συχνότητα ἐμφάνισης συγκεκριμένων λέξεων – κλειδιῶν στήν ποιητική τοῦ Καρυωτάκη, οἱ συμβολισμοί, τά στιχουργικά ἐλαττώματα πού τελικά μετατρέπονται σέ προτερήματα, οἱ ὁμοιοκαταληξίες. Τίποτε δέν ἀπομένει ἀδιερεύνητο, τίποτα δέν ξεφεύγει ἀπό τό κριτικό μικροσκόπιο. Μά, ἀκόμη καί ὅταν ἐξετάζονται δύσκολα καί στενά φιλολογικά στοιχεῖα, ὅπως ἡ μορφή τοῦ μέτρου σέ κάθε στίχο, μήτε γιά μιά στιγμή ὁ ἀναγνώστης τῆς κριτικῆς δέν νιώθει ἄβολα, δέν δυσκολεύεται νά κατανοήσει ἐκεῖνο πού ὁ Ἄγρας θέλει νά τονίσει, ἀβίαστα ἀντιλαμβάνεται τό τελικό συμπέρασμα καί τήν κριτική ματιά.

Ἀκόμη ὅμως καί ὅλα τοῦτα νά μήν ὑπῆρχαν μέ τόση ἐπάρκεια, μόνο καί μόνο ἀπό τήν ἀναλυτική παράθεση στίχων πού κάμει ὁ Ἄγρας καί τόν ἀντίστοιχο σχολιασμό τους, ὅποιος διαβάζει τήν κριτική του μπορεῖ εὔκολα νά ἀντιληφθεῖ τό μέγεθος τῆς μελέτης, τό πόσες ὧρες ξόδεψε ὁ κριτικός γιά νά ἐρευνήσει σέ βάθος, νά «μπεῖ» στό μυαλό τοῦ ποιητῆ, νά φωτίσει πλευρές πού εἶναι σκοτεινές στήν πρώτη ἤ τήν δεύτερη ἀνάγνωση. Συμφωνεῖ ἤ διαφωνεῖ κανείς μέ τά συμπεράσματα τοῦ Ἄγρα, δέν μπορεῖ νά μήν διακρίνει τόν μόχθο τοῦ διανοούμενου, τήν ἐπιμέλεια τοῦ ἐρευνητῆ, τόν δύσκολο στοχασμό.

Γιά ἀρκετά χρόνια μετά ἀπό τόν Ἄγρα, ἡ λογοτεχνική κριτική στήν Ἑλλάδα ἀκολουθοῦσε αὐτά τά πρότυπα μέ ὅλες φυσικά τίς ἀδυναμίες πού εἴδαμε παραπάνω. Ἐπιπλέον κάθε σοβαρή κριτική ἦταν μία σκυτάλη πού ἔπαιρνε ὁ ἑπόμενος λογοτέχνης ἤ κριτικός καί πάνω της ξεκινοῦσε ἕνας διάλογο, ἄλλοτε ἔντονος, ἄλλοτε ἤπιος, ἀλλά πάντως διάλογος πού φώτιζε ἀκόμη περισσότερό το κρινόμενο ἔργο. Αὐτή ἦταν μία συνεχής διαδικασία πού κρατοῦσε τό κάθε βιβλίο ἐπίκαιρο καί ἐπαρκῶς ἑρμηνευμένο καί τελικῶς ὑποβοηθοῦσε τήν ἀναγνωστική του πρόσληψη.

Σύμφωνοι…

Ὅμως ἡ πιό σημαντική συνεισφορά τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ξεκινοῦσε πρίν ἀκόμη καί ἀπό τήν ἔκδοση ἑνός βιβλίου, τήν ὥρα δηλαδή πού ὁ συγγραφέας ξεκινοῦσε νά γράφει τό νέο του πόνημα. Ἡ ποιότητα τῶν κριτικῶν ἦταν τέτοια πού ἡ σκιά τους ἔπεφτε βαριά ἐπάνω στήν πένα τῶν ποιητῶν καί πεζογράφων καί «πίεζε» ἐκ τῶν προτέρων γιά τήν καλύτερη ποιότητα τοῦ κειμένου. Εἶναι πολλοί οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς πού ἔχουν ὁμολογήσει πώς τήν ὥρα τῆς γραφῆς, τό μυαλό τούς ἦταν στήν μελλούμενη κριτική καί γι’ αὐτό ἤσαν δυό φορές πιό προσεκτικοί σέ ὅ,τι ἔγραφαν, σέ ὅ,τι προετοίμαζαν γιά τήν ἑπόμενη ἔκδοση. Ἀκόμη περισσότεροι ἤσαν ἐκεῖνοι πού, πρίν ἐκδώσουν, ἔστελναν τό βιβλίο τους σέ γνωστό κριτικό γιά μία πρώτη ἀξιολόγηση, γιά τίς πρῶτες παρατηρήσεις, γιά τόν ἐντοπισμό λαθῶν πού εἶχαν διαφύγει τῆς προσοχῆς τους.

Τό κρινόμενο κείμενο δέν εἶναι βεβαίως ποίηση πού συνήθως καλούμεθα νά ἀξιολογήσωμε, ἀλλά ἡ διαδικασίες εἶναι ἀνάλογες. Κάποτε τό κριτικό σημείωμα μπορεῖ να χρειασθεῖ καί μῆνες για να ἀρτιωθεῖ, ἐνῶ κάποιες ἄλλες φορές ἀπομένει ἡμιτελές ἀπό ἔλλειψη χρόνου. Μα τίποτε λιγότερο δέν μποροῦμε νά διανοηθοῦμε ὅταν κάποιος καλός ποιητής μᾶς ἐμπιστευθεῖ τό χειρόγραφό του καί ζητήσει την γνώμη μας…

Προτοῦ φτάσουμε στήν σημερινή εἰκόνα τῆς κριτικῆς, ἅς δοῦμε, ὡς ἕνα δεύτερο παράδειγμα, τό πῶς ὑποδεχόμαστε ἐμεῖς τά χειρόγραφα νέων κυρίως ποιητῶν καί πώς διαμορφώνουμε τήν ἰδιωτική κριτική ἐπάνω στά γραπτά τους, πού πλέον δέν εἶναι καθόλου λίγα. Ἀναφέρομαι βεβαίως σ’ ἐκεῖνα τά γραπτά πού διαθέτουν ἔστω κάποια στοιχειώδη ποιότητα, καθώς εἶναι πάμπολλα κι ἐκεῖνα ὁπού ἡ προχειρότητά τους εἶναι ἐμφανής μέ τήν πρώτη ματιά. Ἀκόμη ὅμως καί σ΄αὐτές τίς περιπτώσεις ὑπάρχει πάντοτε κάποια μικρή ἀπάντηση, κάποιες παρατηρήσεις.

Ἀπό τήν στιγμή πού τό χειρόγραφο ἐκτυπώνεται, ἡ πιό σημαντική στιγμή εἶναι ἐκείνη τῆς πρώτης του προσεκτικῆς ἀνάγνωσης, ἡ πρώτη πρόσληψη. Ἡ ἐμπειρία ἐπιτρέπει νά διακρίνουμε σχετικά γρήγορα τήν ἀξία του, ἀλλά ἀκόμη κι ἔτσι (καί ἐπειδή πολλές φορές ἡ ἐμπειρία μπορεῖ νά εἶναι καί ἀνασταλτική μιᾶς ἀμερόληπτης κρίσης), τό χειρόγραφο θά μπεῖ στό συρτάρι καί θά ξαναδιαβαστεῖ μετά ἀπό μία περίπου ἑβδομάδα, αὐτή ἡ δεύτερη ἀνάγνωση εἶναι πολλές φορές ἀποκαλυπτική καί πολύ πιό οὐσιαστική ἀπό τήν πρώτη. Ἐδῶ θά ἐπαληθευτοῦν κάποιες πρῶτες ποιότητες, λάθη, ἡ πρώτη ἑρμηνεία. Ἡ διαδικασία πού ἀκολουθοῦμε εἶναι ἀντίστροφη ἀπό ἐκείνη τῆς στενῆς φιλολογικῆς κριτικῆς, Πρῶτα θά ἐξετάσουμε τήν νοηματική τοῦ κειμένου, τό ἐάν δηλαδή ἔχει κάτι νέο νά πεῖ, ἐάν ὁ στίχος ἐπιφέρει μία διαφορετική ματιά (και ρυθμό) στά ἤδη γνωστά, ἐάν ξεφεύγει ἀπό τά στερεότυπα καί κλασικά. Καί μόνο ὅταν διαπιστωθεῖ ἡ πρώτη ἀξία τοῦ κειμένου, θά προχωρήσουμε στά περισσότερα σχολαστικά, ὅπου θά ἐξεταστεῖ πιο ἀναλυτικά ὁ ρυθμός, (τόσο ὁ μετρικός ὅσο καί ὁ ἐσωτερικός), ἡ γλῶσσα, ἡ ποιότητα τῆς ὁμοιοκαταληξίας (ἐάν φυσικά πρόκειται γιά ὁμοιοκατάληκτο ποίημα, κάτι που ὁλοένα και σπανίζει…), δηλαδή κατά πώς λέγει καί ὁ Ἄγρας τό βάθος, ἡ φυσικότητα, ἡ πρωτοτυπία καί ἡ ποικιλία, ἔπειτα ἡ εὐστοχία τῶν ἐπιθέτων, ὁ ἐλλειπτικός λόγος, οἱ γραμματολογικές ἀδυναμίες, ἡ στίξη, ἡ ἐπήρεια τρίτων ποιητῶν. Ὅλες τοῦτες οἱ ἐργασίες θά πρέπει νά γενοῦν μέ ἀνοικτή διάθεση καί δίχως καμία προκατάληψη, καθώς, οὔτε μία στιγμή δέν ξεχνοῦμε, πώς τό νέο στήν ποίηση (ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο δέν εἴμαστε ἐξοικειωμένοι), εὔκολα μπορεῖ νά κριθεῖ ὡς ἀποτυχημένο, καθώς ξαφνιάζει τά αἰσθητικά καί φιλολογικά μας κριτήρια καί ἀνατρέπει κανόνες πού ἔχουμε συνηθίσει. Ἔπειτα θά ἔρθει καί ἡ ὥρα τῆς ἑρμηνευτικῆς ἀπαγγελίας ἡ ὁποία ἰδανικά συμπληρώνει τήν πρώτη πρόσληψη καί μπορεῖ νά ἀποκαλύψει χρωματισμούς πού ἔχουν ἀρχικά περάσει ἀπαρατήρητοι. Τέλος, τό ποίημα θά δοκιμαστεῖ στίς παραλλαγές του, θά ὑποστεῖ τίς εἰκονικές βελτιώσεις του – μήπως τά δύο ὀκτάστιχα ἔχουν καλύτερο ἀποτέλεσμα ἐάν συντεθοῦν ὡς ἡμιστίχια σέ ἑνιαῖο δεκαπεντασύλλαβο; Μήπως ἡ ἐπιλογή μιᾶς ἄλλης λέξης στόν καταληκτικό στίχο δίνει καλύτερα ἀποτελέσματα καί περισσότερη δύναμη στό ποίημα; Ὑπάρχουν φλυαρίες; Μπορεῖ ἡ οἰκονομία τοῦ κειμένου νά γενεῖ καλύτερη μέ περικοπές ἤ ἀποσιωπήσεις;

Ἐκεῖνο πού πάση θυσία προσπαθοῦμε ν’ ἀποφύγουμε, ἐκτός των ἄλλων, εἶναι ἡ χυδαιότητα τοῦ «ἔτσι μ’ ἀρέσει». Γιά παράδειγμα, ὁ Σεφέρης ἤ ἡ Δημουλά δέν συγκαταλέγονται στούς ποιητές πού προτιμῶ, ἀλλά αὐτό εἶναι μοναχά μία προτίμηση, γεννημένη περισσότερο ἀπό τό ἀσυνείδητο, παρά ἀπό βαθιά καί ἐπισταμένη κρίση. Ὅταν διαβάζουμε ἕνα ποίημα νέου ποιητῆ, ὅλο αὐτό τό ὑποκειμενικό φορτίο πρέπει νά παραμεριστεῖ. Στήν Τέχνη καί στήν κριτική της δέν ὑπάρχει τό δίπολο «μ’ ἀρέσει – δέν μ’ ἀρέσει», δέν εἶναι κριτήριο ἤ ὁδηγός καί εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ κριτικός πού ἀφήνει νά τόν καθοδηγοῦν παρόμοιες καί βαθύτατα ἐνστικτώδεις παρορμήσεις.

Ἡ ὑποχώρηση καί ὁ θάνατος τῆς ἀληθινῆς κριτικῆς

Ὅλο το παραπάνω κείμενο θα μποροῦσε νά ἀποδοθεῖ νοηματικά σέ μία μικρή πράγραφο καί με τρόπο εὔληπτο για τόν ἁπλό ἀναγνώστη. Εἶναι ἐλάχιστοι οἱ κριτικοί σήμερα πού ἀντιλαμβάνονται τήν διαφορά ἀνάμεσα σ’ἕνα κείμενο πού ἀπευθύνεται στήν ακαδημαϊκή κοινότητα καί σε κεῖνο πού σκοπό ἔχει τήν ἀνάλυση τῆς ποίησης στό εὑρύτερο ἀναγνωστικό κοινό…

Ἡ κυρίαρχη ἄποψη εἶναι πώς ἡ κριτική ἀκολουθεῖ τήν λογοτεχνία καί φυσικά ὑπάρχει χάρη σ’ αὐτήν, εἶναι μία ἄποψη πού ὁπωσδήποτε ἀρχικά εἶναι σωστή. Ὅταν λοιπόν τίς τελευταῖες δεκαετίες ἡ ποιότητα τῆς λογοτεχνίας ἄρχισε νά ὑποχωρεῖ, ἤ, γιά νά τό ποῦμε ὀρθότερα, ὅταν ἡ λίγη σέ ποσότητα καλή λογοτεχνία, ξεκίνησε νά συναθροίζεται μέ τόνους κειμένων καί νά θάβεται κάτω ἀπό χιλιάδες τίτλους πού δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτε, ἡ κριτική εἶχε δύο ἐπιλογές. Ἡ πρώτη, νά ὀπισθοχωρήσει σ’ ἕνα μετερίζι δικό της, σ΄ ἕνα ἀνάχωμα, καί ἀπό ἐκεῖ νά ξεκινήσει ἀντάρτικο ἐνάντια στήν ἐμπορευματοποίηση τοῦ κειμένου, τόν ἀκκισμό τῶν συγγραφέων καί τίς ἄστοχες ἐκδοτικές ἐπιλογές. Ή, ἀντίθετα, νά παρακολουθήσει ὡς θεατής τήν λογοτεχνία στήν ρηχότητά της καί νά μάθει καλά το παιχνίδι τῶν δημοσίων σχέσεων, τῶν διαπλεκομένων, τῶν λαμπερῶν gala, τῶν στημένων συνεντεύξεων καί τῶν κάθε λογῆς ἐπιδοτήσεων.

Ἡ πρώτη ἐπιλογή εἶχε φυσικά ἕνα μεγάλο κόστος, ἔτσι ἡ τελική ἀπόφαση ἦταν εὔκολη. Οἱ λίγες, οἱ ἐλάχιστες γνήσιες κριτικές φωνές σταδιακά ἐσώπασαν, ἤ ὀχυρώθηκαν πίσω ἀπό ἀκαδημαϊκές ἕδρες καί ἱδρύματα, ἐντελῶς ἀμυνόμενες, ἐντελῶς ἀπομονωμένες ἀπό τήν ζῶσα κοινωνία. Οἱ πολλοί, οἱ περισσότεροι, προτίμησαν τίς ἐκπτώσεις καί ἔκπτωση γιά ἕναν κριτικό σημαίνει ψεύτικη κρίση, ὑποκρισία, συμβιβασμός μέ τό μέτριο, ὀπισθοχώρηση ἀπέναντι στό ἀνόητο ἤ σαχλό κείμενο. Ἡ κριτική ἔγινε παρακολούθημα μιᾶς νέας ἐκδοτικῆς τάξης πού, ἀδιαφορώντας γιά τήν ποιότητα καί τό ἦθος τοῦ κειμένου, κατέκλυσε τήν ἀγορά μέ κάθε λογής φλούδια, τά ἀναγόρευσε σέ ὑψηλῆς ποιότητας λογοτεχνία καί ξεκίνησε ἀνερυθρίαστα νά τά πουλᾶ ὡς τέτοια. Βρέθηκαν πρόθυμοι «κριτικοί» νά βοηθήσουν σέ τούτη τήν σταδιακή μεταστροφή – θά τούς ἐντοπίσετε ὅπου ὑπάρχει παρουσίαση βιβλίου, θά βαρεθεῖτε νά τούς βλέπετε σέ φωτογραφήσεις, περιοδικά καί ἐφημερίδες, θά τούς καταλάβετε ἀπό τά μεγάλα καί πομπώδη λόγια σέ κάθε ὀπισθόφυλλο τῶν πολύφυλλων ἀφηγημάτων. Εἶναι ἐξαιρετικά δύσκολο νά τούς ἀποφύγετε, καθώς ἡ δουλειά τους δέν εἶναι πλέον ἡ κριτική τοῦ κειμένου, ἀλλά ἡ ἐμπορική προώθηση τοῦ τάδε ἤ τοῦ δεῖνα συγγραφέα καί τά θαυμαστικά ἐπιφωνήματα στά κοινωνικά δίκτυα.

Μέσα σ’ αὐτό τό κλίμα ἡ ἀρνητική κριτική, (ἡ καλή  κριτική εἶναι κυρίως ἐπικριτική, καθώς στόχο ἔχει νά βελτιώσει καί πάντα ὑπάρχει περιθώριο πρός τοῦτο…), ἡ σοβαρή κριτική λοιπόν ἔχει σχεδόν ἐξαφανιστεῖ καί οἱ λόγοι εἶναι κυρίως τρεῖς – ἀνεπάρκεια πνευματική, ἐμπορικότητα καί συναγελασμός, καί τέλος ἐκεῖνο πού ἠλιθίως ἔχουμε ὅλοι ἀποδεχθεῖ ὡς πολιτική ὀρθότητα.

Ἅς μείνουμε λίγο ἐδῶ, τί σημαίνει πολιτική ὀρθότητα στό χῶρο τῆς λογοτεχνίας καί ἰδιαίτερα τῆς κριτικῆς;

Ὁ Νάσος Βαγενᾶς προσπαθεῖ νά εἶναι εύγενικός. Μοναχά στήν φυσική εύγένεια δέν ὀφείλεται σήμερα ἡ ἀκρισία προς ὅσα ἐκδίδονται και ἐπιζητοῦν κρίση…

Κατά βάση ἀλαλία καί δειλία, μία παραμορφωτική δῆθεν τῆς δημοκρατίας συμπεριφορά, ὅπου θά πρέπει νά σιωπᾶς ἤ νά παριστάνεις τόν ἠλίθιο, ὅταν ἡ ἀγραμματοσύνη ἐμφανίζεται μπροστά σου ἀνορθόγραφη, ἀσύντακτη καί ἀσυνάρτητη. Πρός θεοῦ, μήν καταδείξετε τήν ἀνεπάρκεια τοῦ ἀπέναντι (του συγγραφέα ἐν τῶ προκειμένω…), διότι δέν εἶναι σωστό. Μήν τοῦ πεῖτε ὅτι πρέπει πρῶτα νά μάθει τά στοιχειώδη καί μετά νά μᾶς κατακεραυνώσει μέ τό ἀριστούργημά του, δέν εἶναι πρέπον, γιατί τραυματίζει τίς εὐαισθησίες του καί τήν λογοτεχνική δημοκρατία, ὁπού ὅλοι ἔχουν δικαίωμα νά ἐκδώσουν, ὅλοι πρέπει νά ἐκφραστοῦν, ὅλα τα λουλούδια νά ἀνθίσουν, κι ἅς κουβαλοῦν μαζί τους μιά γλάστρα γεμάτη ἀπό ἔπαρση, ἡμιμάθεια, ἄγνοια, ἀγένεια. Μία δῆθεν πολιτική ὀρθότητα πού βαδίζει δίπλα-δίπλα μέ τήν ὑποκρισία, ἰδιαιτέρως στά κοινωνικά δίκτυα, ὅπου πλέον ἔχουν εὕρει καταφύγιο οἱ τάχα ἐκσυγχρονιστές, οἱ μικροί φασίστες τῆς καθημερινότητάς μας. Πειραματιστεῖτε καί τολμῆστε σέ κάποια διαδικτυακή (λογοτεχνική) ὁμάδα, νά διορθώσετε κάποιον, νά ἐκφέρετε ἐπίκριση ἐπί κειμένου ἤ ἁπλῶς νά διαφοροποιηθεῖτε σέ ζητήματα γλώσσας καί ἐκπαίδευσης – τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ εἰρωνεία, ὁ σαρκασμός, ἡ χυδαία γλῶσσα, ἕνας φασισμός μεταμφιεσμένος σέ δημοκρατική εὐαισθησία. Δέν σκέφτομαι καν τί θά γινόταν ἐάν τολμούσατε νά διορθώσετε κάποια ἀνορθογραφία οἱουδήποτε εἴδους, αὐτό πλέον εἶναι σιωπηρῶς καί ἐθιμικῶς ἀπαγορευμένο.

Ὁ κύριος πού ἐδῶ κάμει ὅτι μπορεῖ γιά ν’ ἀποδείξει τήν εύγενῆ καταγωγή του, ὑποτίθεται πώς συμμετέχει σέ διαδικτυακή ὁμάδα με ἀντικείμενο τήν γλῶσσα. Το γεγονός πού προκάλεσε αὐτήν τήν ἀντίδραση ἦταν τό ὅτι ἐτόλμησα νά κοινοποιήσω στήν συγκεκριμένη ὁμάδα κείμενό μου με πολυτονισμό καί ἐπιχείρησα νά ἐξηγήσω τούς λόγους γι’αυτό. Αὐτοί οἱ μικροί φασίστες τῆς καθημερινότητάς μας βρίσκονται παντού, ἀλλά στό διαδίκτυο ἀφθονοῦν….

Εἶναι μιά λογοτεχνική δημοκρατία πλαστή, κατά βάθος φασίζουσα, γιατί σᾶς ὁδηγεῖ στήν αὐτολογοκρισία. Στίς περισσότερες περιπτώσεις θέλετε νά φωνάξετε γιά τήν ἀπαιδεία πού συναντᾶτε, μά δέν τό κάμετε. Θέλετε νά πεῖτε ἀνοικτά τήν γνώμη σας γιά τό βαρετό καί ἀδιάφορο βιβλίο πού σᾶς προσφέρουν ὡς ἀριστούργημα, μά ἀντ’ αὐτοῦ νιώθετε τήν ὑποχρέωση, (ἀπό μία δειλία πού σᾶς  τήν ἔχουν ἐμφυτεύσει ἀπό τήν ἐκπαίδευση ἀκόμη) νά κολακεύσετε, νά χαμογελάσετε, νά χειροκροτήσετε, νά εὐχηθεῖτε καλοτάξιδο σέ ἕνα βιβλίο πού τήν μετριότητά του δέν θά τήν δεχόταν μήτε ὁ πάτος τῆς θάλασσας. Ἐάν ἀνήκετε σέ μία γενιά πού πρόλαβε μία λογοτεχνία κάπως καλύτερη ἀπό τήν σημερινή καί κριτικούς μέ ἀνάστημα, ἡ κριτική σας συνείδηση φωνάζει νά ἐκφέρετε κρίση αἰχμηρή, τεκμηριωμένη, ἀναλυτική, μά δέν τό κάμετε γιατί τό κεραμεοῦν καί τό φαῦλο διαθέτουν πάντοτε περισσό θράσος, μπροστά στό ὁποῖο σᾶς ἔχουν μάθει νά ὑποχωρεῖτε καί νά σιωπᾶτε.

Καί τέλος πάντων, αὐτό ἀφορᾶ ἐσάς καί τήν συνείδησή σας, τήν στάση σας ἀπέναντι στήν μετριότητα καί τό κακό, κάκιστο πεζό ἤ ποίημα (μόνο πού δέν ἀντιλαμβάνεστε πώς ὅταν ἔρθει καί ἡ δική σας στιγμή νά ἐκδώσετε κάτι πού διαθέτει ἐνδεχομένως ποιότητες, θά συναθροιστεῖτε καί θά συγκριθεῖτε μέ ἐκεῖνα πού σήμερα ἀνέχεστε καί τό κείμενό σας θά παρασυρθεῖ στό δικό τους βαρετό καί ἀδιάφορο σύμπαν). Ὁ κριτικός ὅμως; Ἐκεῖνος πού θέλει νά λέγεται κριτικός καί διεκδικεῖ ρόλο πνευματικό;

Ὁ κάθε συγγραφέας, ἀκόμη καί ὁ ἀνόητος, κινεῖται ἀπό μία ψευδαίσθηση, πιστεύει ὅτι τό ἔργο τοῦ εἶναι μοναδικό καί αὐτή του ἡ πίστη μπορεῖ νά συγχωρεθεῖ. Συγχώρεση μπορεῖ νά λάβει ἀκόμη καί ὁ ἐκδότης, καθώς τό χρῆμα καί μόνο τόν κινεῖ καί πρέπει νά διατηρήσει ἀκμάζουσα μία ἐμπορική ἐπιχείρηση. Ὁ κριτικός ὅμως πού βαπτίζει τήν ἀνοησία ἀριστούργημα, τήν κενότητα ὑψηλή λογοτεχνία, εἶναι ἀσυγχώρητος, καθώς ξεύρει ὅτι μπροστά του ἔχει σκουπίδια, ἀποφεύγει ὅμως νά τά καταγγείλει καί νά τά κρίνει ὡς τέτοια καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὄχι μόνο κακοποιεῖ τήν λογοτεχνία, ἀλλά παραπλανᾶ τό κοινό του καί τό ἀπομακρύνει συνειδητά ἀπό τό καλό καί ἄξιο κείμενο. Ἐπιπλέον εἶναι κατά βάση ἕνας δειλός, καθώς φοβᾶται νά συγκρουστεῖ καί νά πεῖ τήν ἀλήθεια χωρίς φόβο, ἀλλά μέ πάθος, εἶναι δειλός γιατί δέν ἔχει τό θάρρος τῆς γνώμης του μέ ὅποιο κόστος, εἶναι δειλός καί ἀσήμαντος γιατί ἀπό πνευματικός ἡγέτης καί ὑπογραμμιστής ποιότητας, ἔχει καταντήσει ὁ γελωτοποιός τῶν ἐκδοτῶν καί τῶν συγγραφέων, γιά τριάντα ἀργύρια ἀμοιβῆς καί δέκα λεπτά δημοσιότητας. Κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ λογοτεχνία ἔγινε λέξη ὀμπρέλα γιά κάθε συγγραφική δραστηριότητα ἀνεξαρτήτως εἴδους καί ποιότητας, ἔτσι καί ἡ λέξη κριτική ἔφτασε νά στεγάζει ἐκεῖνα πού παλαιότερα ἤσαν ἁπλή παρουσίαση, ἀντιγραφή ὀπισθοφύλλου, περίληψη βιβλίου καί ἄλλα παρόμοια.

Ὅλο τοῦτο θά ἦταν ἁπλῶς μία θλιβερή εἰκόνα τοῦ πιό ἀντιαισθητικοῦ μικροαστισμοῦ, (ἐκείνου δηλαδή πού μοναδικό του κριτήριο εἶναι τό προσωπικό συμφέρον), ἐάν δέν εἶχε σοβαρές ἐπιπτώσεις στά κριτήρια τῶν ἀναγνωστῶν καί τῶν συγγραφέων.

Οἱ παραμορφώσεις

Ἀκόμη ἕνα δεῖγμα σημερινοῦ κριτικοῦ λόγου. Για τήν ἱστορία καί μόνο, οἱ λέξεις – πρόκες προέρχονται ἀπό ποίημα τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη…

Ἕρμαια πλέον τῆς προσωπικῆς τους αἰσθητικῆς οἱ ἀναγνῶστες, ἔχουν παραδοθεῖ ἀμαχητί στο ἁπλό ἀφηγηματικό κείμενο. Τό βιβλίο ἔγινε γι’ αὐτούς τηλεοπτικό διάλειμμα, φαντασιακή φυγή πρός πριγκιπικούς καί ἰδανικούς ἔρωτες, γλυκερή καραμέλα τῆς στιγμῆς, ἕνα ἀξεσουάρ μίζερης ζωῆς πού συμπληρώνει τό σπιτάκι, τό καφεδάκι, τήν δουλίτσα, τό ταξιδάκι, ὅλα ὑποκοριστικά, ὅλα μικρότερα ἀπό τό μέτρο τοῦ ἀνθρώπινου στοχασμοῦ. Πολλοί ἀπό αὐτούς πηγαίνουν σέ παρουσιάσεις, τρῶνε, πίνουν καί εἴτε βαριοῦνται ἀφόρητα, (μά τί νά κάμουν, εἶναι κι αὐτό μιά ὑποχρέωση…), εἴτε δέν καταλαβαίνουν καί πολλά ἀπό κάτι κριτικούς μέ φρασεολογία πομπώδη – εὐτυχῶς ὑπάρχουν οἱ φωτογραφίες στά δίκτυα καί θά ἔχωμε αὔριο ὑλικό γιά likes καί σχόλια τοῦ τύπου «Ἀριστούργημα Νίτσα μου», «Σέ θαυμάζω Κίτσα μου», «Εἶσαι μεγάλη συγγραφέας Πίτσα μου» (μην ξεγελαστεῖτε ἀπό τα ὀνόματα, ἡ συμπεριφορά αὐτή εἶναι πανομοιότυπη καί στά δύο φῦλα).

Τά πράγματα ἔχουν πλέον ἀντιστραφεῖ – ὅποιος τολμήσει νά μιλήσει γιά ποιότητες ἤ νά προτείνει ἕνα βιβλίο πού ὑπερβαίνει τό ἀφηγηματικό στερεότυπο (σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, ἐρωτεύθηκα…), ἀντιμετωπίζεται μέ εἰρωνεία, σαρκασμό καί ἕνα ἰδιότυπο ψυχολογικό ἐκφοβισμό. Τά σημαντικά ὀνόματα τῆς νεότερης λογοτεχνίας ἀντιμετωπίζονται σάν εἰκονίσματα στό εἰκονοστάσι, ἐνῷ ἡ γνώση γιά τό ἔργο τους ἐξαντλεῖται σέ κάτι τσιτάτα-κοινοτοπίες πού φέρεται πώς εἶπαν κάποτε – τά περισσότερα ἀπό αὐτά δέν τά εἶπαν ποτέ, ἤ ἀποτελοῦν ἡμιστίχια ἀπό ἕνα ποίημα καί χωρίς κανένα νόημα ὅταν ἐκφέρονται ἀπομονωμένα (ἅς εἶναι καλά οἱ ἀνοησίες τοῦ ἱδρύματος Ὠνάση πού πρωτάρχισε αὐτό τό παιχνίδι καί ἐπιμένει νά τό συνεχίζει ἕως σήμερα…). Τό χειρότερο εἶναι πώς ὅλοι τοῦτοι πού διαβάζουν τήν «φασόν λογοτεχνία», πιστεύουν πώς κάμουν κάτι τό σημαντικό, τήν ἴδια στιγμή πού ἁπλῶς καταναλώνουν κείμενα και στιχομυθίες ἀνάλογες τῆς τελευταίας τηλεοπτικής σαπουνόπερας.

Μέ αὐτόν τόν τρόπο, καί μέ τήν ἀμέριστη βοήθεια πολυπληθῶν «κριτικῶν» πού βαφτίζουν τό κρέας ψάρι, ἡ λογοτεχνία ἀπό ἐργαλεῖο γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς συνείδησης, ἔγινε κάτι σάν τήν βαλβῖδα ἀσφαλείας στήν χύτρα ταχύτητας, ἕνας πρόσκαιρος ἀποσυμπιεστής στήν μίζερη καθημερινότητα. Ἄν φύγουμε δέ ἀπό τήν εὔκολη ἀφήγηση καί πᾶμε στήν λεγόμενη ποιοτική λογοτεχνία, ἐκεῖ τα πράγματα εἶναι χειρότερα, ἐδῶ ἔχουμε ἄλλη μία μεταμφίεση. Στεκόμουν πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες στά ράφια μεγάλου κεντρικοῦ βιβλιοπωλείου – σέ διάστημα μίας ὥρας ἕνα βιβλίο μέ διηγήματα (δέν ἔχει καμία σημασία τίνος), ζητήθηκε πάνω ἀπό ὀκτώ φορές ἀπό πελάτες, κατά σύμπτωση ὅμως ἐπρόκειτο γιά βιβλίο πού ἐπιβλήθηκε μέσα ἀπό μία θηριώδη διαφημιστική ἐκστρατεία, παρουσιάστηκε μέ τά ἴδια ἀκριβῶς κείμενα σέ ὅλες τίς ἐφημερίδες, ὁ συγγραφέας του πέρασε ἀπό (πληρωμένες) τηλεοπτικές παρουσιάσεις καί ὅλοι οἱ «σοβαροί» κριτικοί δέν σταμάτησαν νά τό ἐπαινοῦν – μόνο πού κατά μία ἐπίσης διαβολική σύμπτωση τρεῖς ἀπό αὐτούς σχετίζονται, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, μέ τόν ἐκδοτικό οἶκο πού ἐξέδωσε τό βιβλίο.

Αὐτό εἶναι ἕνα παμπάλαιο (καί ἀναληθές) ἐπιχείρημα ὅσως ἐνοχλοῦνται ἀπό την ἀρνητική κριτική…

Μέσα σ’ αὐτό τό τοπίο, (καί θά μπορούσαμε γιά ὧρες νά μιλοῦμε μέ παραδείγματα…), πῶς περιμένει κανείς νά προστατευθεῖ ὁ ἀναγνώστης, νά κατανοήσει διαφορές, νά ξεχωρίσει τό κίβδηλο ἀπό τό γνήσιο; Πῶς περιμένουμε νά ἐξελιχθεῖ ἡ λογοτεχνία, νά προχωρήσει σέ νέες μορφές καί διατυπώσεις, ὅταν δέν ὑπάρχουν οἱ ἔντιμοι ἐκεῖνοι πρωτοπόροι κριτικοί πού θά ἀνασύρουν ἀπό τήν ἀφάνεια τά ἄξια καί θά προτείνουν στό ἀναγνωστικό κοινό ἐκεῖνα ποῦ ἔχουν κάτι νά ποῦν, νά ἀνατρέψουν, νά φωτίσουν;

Ὅλα αὐτά κυρίως γιά τήν πρόζα, στήν ποίηση τά πράγματα εἶναι κατά πολύ χειρότερα καί σέ πολλές περιπτώσεις καταντοῦν ἀστεία. Χιλιάδες οἱ ποιητικές ἐκδόσεις, χιλιάδες οἱ ποιητές τῆς μιᾶς ἡμέρας, χιλιάδες καί τά εὐρώ πού ξοδεύονται ἀπό νέους συγγραφεῖς γιά νά ἰδοῦν τό ὄνομά τους τυπωμένο ἀπό κάποιον «ποιοτικό» ἐκδοτικό οἶκο. Ἡ κριτική παντελῶς ἀποῦσα, ἀλλά καί ὅταν κάποτε θέλει νά κάμει τήν ἐμφάνισή της μέσα ἀπό περιοδικά ἤ ἱστολόγια, εἶναι ἁπλῶς γιά νά μᾶς ἐνημερώσει (μέ κείμενα ἐπίτηδες στριφνά καί δῆθεν περισπούδαστα), πώς βρέθηκε ὁ διάδοχος του Βαλαωρίτη, τοῦ Ρίτσου, τοῦ Ἐλύτη καί τοῦ Καβάφη – τόσος εἶναι ὁ θαυμασμός γιά τά κρινόμενα ποιήματα, τόσο καί τό βάθος τῆς κρίσης. Στό παρελθόν ἔχω κι ἐγώ παρασυρθεῖ ἀπό διθυραμβικές κριτικές καί ἔχω ἀγοράσει συλλογές, περιττό νά ἀναφέρω τό ἀποτέλεσμα ἀπό τήν ἀνάγνωσή τους. Προσπαθῆστε νά θυμηθεῖτε μία στροφή ἀπό ποιήματα τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας, ἔστω ἕναν στίχο, τό ὄνομα ἑνός νέου ποιητῆ – δέν εἶναι πώς δέν ὑπάρχουν καί κάποιες καλές φωνές, εἶναι ὅτι αὐτή ἡ ἰσοπέδωση στήν οὐσία τίς φιμώνει, τίς μικραίνει, ἐν τέλει τίς ἐξαφανίζει.

Ἡ κριτική μπορεῖ νά ἀναγεννήσει τήν λογοτεχνία

Τά ἴδια με παραπάνω…

Ἐάν ὑπάρχει μία ἐλπίδα σήμερα γιά δημιουργικούς ἀναστοχασμούς στήν λογοτεχνία, αὐτή ὑπάρχει μοναχά ὡς προσδοκία, ἀπό τήν παιδεία βεβαίως καί πρωτίστως, ἀλλά σέ μεγάλο βαθμό καί ἀπό κριτικούς μέ σημαντικό πνευματικό ἀνάστημα καί ἀποφασισμένους νά πληρώσουν τό ὅποιο τίμημα συνεπάγεται μία σύγκρουση.

Ἐκεῖνο πού κατ’ ἀρχάς προκύπτει ὡς ἀναγκαῖο, εἶναι ἡ ἐπαναδιατύπωση μιᾶς ὁρολογίας τοῦ κειμένου καί ἕνας ἐπανακαθορισμός τῶν λογοτεχνικῶν κριτηρίων. Αὐτό δέν πρόκειται νά γενεῖ τεχνητά, μέσα σέ κάποιο ἐργαστῆρι ἤ ἀπό τίς περίκλειστες σελίδες ἑνός (κατά κανόνα ἐλιτίστικου) περιοδικοῦ. Ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νά βασιστεῖ ἐπάνω στό ἴδιο το καλό το κείμενο, σέ ὅσα μπορεῖ νά δώσει, σέ ὅσα μπορεῖ νά προσφέρει. Χρειάζονται κριτικοί καί θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας, πού θά παραμερίσουν ἀπό μπροστά τους ὅλα τα ἀνάξια καί κοινότοπα καί θά προτείνουν κείμενα διαφορετικά (μά ναί, ὑπάρχουν, ἔστω καί λίγα…) καί βεβαίως δέν θά τά προτείνουν ἁπλῶς, θά καταδείξουν μέ ὅποιο τρόπο μποροῦν τήν ποιότητά τους. Χρειαζόμαστε κριτικούς πού δέν θά στέκουνται ἐπάνω στήν ποσότητα, πού θά ἔχουν τίς πιό αὐστηρές ἀπαιτήσεις ἀπό τούς συγγραφεῖς, πού θά μᾶς ἐπιτρέψουν νά διαβάσουμε κλασικά ἤ παλαιότερα κείμενα μέ τρόπους σύγχρονους, φρέσκους, ἑλκυστικούς. Ἔχωμε ἀνάγκη ἀπό κριτικούς μέ θηριῶδες πνευματικό κεφάλαιο καί παραδειγματικό βίο, ἀπό κριτικούς δηλαδή   ἀδιάφορους γιά τήν προσωπική τους προβολή, τόν χρηματισμό, τήν εὔνοια ἐκδοτῶν καί συγγραφέων, ἔχωμε ἀνάγκη ἀπό κριτικούς πού θά ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ παιδευτικοῦ τους ρόλου, τῆς εὐθύνης τους, τοῦ μεγάλου βάρους πού θά πρέπει νά σηκώσουν στούς ὤμους τους. Ἀρκετά παίξαμε μέ τήν λογοτεχνία τά τελευταῖα πολλά χρόνια. Ἀρκετά γελάσαμε μέ τήν γραφικότητα συγγραφέων μαϊντανῶν στούς τηλεοπτικούς σταθμούς, ἀρκετά βαρεθήκαμε ἀπό κοινοτοπίες, φλούδια, ρηχότητες, στερεότυπα, ἀμπελοφιλοσοφίες. Κάποτε θά πρέπει νά βρεθεῖ ἕνα ἀνάστημα, (ἔστω ἕνα μοναχά γιά ἀρχή..) πού θά τολμήσει ν’ ἀπορρίψει, νά στενοχωρήσει, νά ἀπογοητεύσει ὅλους τούς μέλλοντες ἰδανικούς Ντοστογιέφσκι τοῦ κόσμου τούτου. Κι ἔπειτα, νά ψάξει βαθιά μέσα στά χιλιάδες κείμενα νά εὕρει τό διαμάντι στήν λάσπη, τό ἄξιο, τό πράγματι λαμπερό, ἐκεῖνο πού ἀξίζει νά διασωθεῖ, νά τό πάρει, νά τό περιποιηθεῖ καί νά τό μελετήσει καί νά τό παρουσιάσει.

Μήν ἀποφεύγετε τά παλαιά κριτικά κείμενα. Ὅσο και ἐάν πολλές φορές ἐκφέρουν ἀκραῖες, συντηρητικές ἤ μονομερεῖς κρίσεις, δεν παύουν να εἶναι ἐξαιρετικά δείγματα στοχασμοῦ, ἐνῶ ταυτόχρονα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την Ἑλληνική λογοτεχνία…

Θά πρέπει τελικά νά γενεῖ κατανοητό πώς ἡ ἰσχυρή παρουσία κριτικῶν λογοτεχνίας, δέν ποδηγετεῖ, δέν καθοδηγεῖ τυφλά, δέν δικτατορεύει τήν ἐπιλογή τοῦ ἀναγνώστη. Τό ἐντελῶς ἀντίθετο, ἡ σταθερή παρουσία τοῦ καλοῦ κριτικοῦ κειμένου διατηρεῖ ἀνοικτό τόν διάλογο γιά τά κριτήρια ποιότητας, κρατᾶ ψηλά τόν πήχη μέσα ἀπό τήν διάκριση, δημιουργεῖ ὑποψιασμένους ἀναγνῶστες πού ξέρουν νά διαλέγουν καί νά κρίνουν ἀνάμεσα στά πολλά. Τήν ἴδια στιγμή βοηθᾶ καί τούς ἐκδότες πού, ἀντί νά ἐκδίδουν ὅ,τι ἀνοησία εὕρουν μπροστά τους μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά πετύχουν τό ἑπόμενο best seller, θά ρίξουν ὅλες τίς προωθητικές τους δυνάμεις σέ λιγότερα μέν, ἀλλά ἀξιοτέρα καί διαχρονικά βιβλία, τά ὁποῖα καί περισσότερο θά πουλήσουν καί ἐπί μακρόν θά παραμείνουν στό ράφι, καθώς ἡ ζήτησή τους θά εἶναι μεγαλύτερη καί σταθερή. Ὁ σοβαρός κριτικός λόγος ἔχει τούς δικούς του χρόνους, δέν εἶναι δυνατόν ν’ ἀκολουθεῖ τόν σημερινό ἐκδοτικό καταιγισμό, στήν ἐποχή τοῦ διαδικτύου εἶναι ἀδύνατον νά ἐντοπίσει κανείς ποιότητες κρυμμένες κάτω ἀπό ἑκατομμύρια σελίδες καί μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ μεταστροφή τῆς ἐκδοτικῆς συμπεριφορᾶς εἶναι ἀπαραίτητη. Οἱ ἐκδόσεις θά πρέπει νά εἶναι αὐστηρά ἐπιλεγμένες καί νά μένουν στό ράφι τό περισσότερο δυνατόν, ὥστε νά ὑπάρξει ὅλος ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος ἀπό ἀναγνῶστες καί κριτικούς γιά εὕρεση, ἀνάγνωση, κρίση, διάλογο.

Ὅσο γιά σᾶς συγγραφεῖς – ἀπομακρυνθεῖτε πιά ἀπό τήν ματαιοδοξία μιᾶς ἔκδοσης πού τελικά θά ἀγοράσει μιά δράκα ἀνθρώπων ἀπό τό στενό σας περιβάλλον, σταματῆστε νά εἶστε εὐτυχεῖς γιατί μπορέσατε καί βραβευθήκατε και ἐκδώσατε δίχως τό ἐμπόδιό τῆς κριτικῆς, καταλάβετε ἐπί τέλους πώς τό μόνο πού καταφέρνετε, εἶναι νά «καῖτε» ἀπό νωρίς καί γιά πάντα τήν ὅποια ἱκανότητα γραφῆς διαθέτετε καί πώς, ἀκόμη καί ἐάν ἔχετε κάποιο ταλέντο, ἡ συνάθροισή σας μέ τόνους βιβλίων, τό μόνο πού καταφέρνει εἶναι νά ἐξαφανίζει κάθε εὐκαιρία ἀνάδειξης καί ἀριστείας. Ἡ δική σας ἔννοια δέν θά πρέπει νά εἶναι πῶς τό ρεκόρ τῶν ἑκατό μέτρων θά ἀνέβει στά εἴκοσι λεπτά, ἀλλά ἀντίθετα πῶς θά πέσει κι ἄλλο, πῶς τά κριτήρια θά γενοῦν ἀκόμη πιό αὐστηρά, ὥστε ἡ προσπάθειά σας νά ἀποκτήσει μεγαλύτερο βάρος καί ἡ νίκη σας τήν μεγαλύτερη δυνατή ἀξία. Καί πρό πάντων, στραφεῖτε στήν δημιουργία καί ἀφῆστε τούς ἀκκισμούς καί τούς χαριεντισμούς πού δέν προσφέρουν τίποτα καί ἁπλῶς κολακεύουν τήν ματαιοδοξία σας.

Ἀντί ἐπιλόγου

Φυσικά ἡ ἐλπίδα πού ἐκφράζω παραπάνω γιά τήν διαφορετική συμπεριφορά τῶν κριτικῶν λογοτεχνίας καί τήν ἀνυποχώρητη στάση τους ἀπέναντι στό κακό καί στό μέτριο κείμενο, εἶναι κατά βάση μία οὐτοπία, κυρίως γιατί μέσα στίς σημερινές ἀνοικτές κοινωνίες, οἱ ὅποιες ἀλλαγές καί μεταστροφές δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπισυμβοῦν μεμονωμένα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θέληση τῶν ὑπολοίπων ἀτόμων καί θεσμῶν. Ὅση δύναμη καί νά ἐπιστρατεύσει ἕνας κριτικός, ἕνας διανοούμενος γενικότερα, πῶς εἶναι δυνατόν νά κατανικήσει τήν ἰσοπέδωση καί τήν ρηχότητα στήν παιδεία; Τήν ἀδιαφορία γιά τό πνεῦμα, τόν ὠχαδερφισμό, τήν ματαιοδοξία καί τόν μικροαστισμό, χαρακτηριστικά πού διαπερνοῦν ὁριζόντια τήν ἑλληνική κοινωνία καί ἐν τέλει μέ τήν σειρά τους ἐκπαιδεύουν κάθε ἑπόμενη γενεά στά ἴδια καί χειρότερα;

Τώρα ἐδῶ, τί να πρωτοθαυμάσει καί τί νά σχολιάσει κανείς; (το συγκεκριμένο κυκλοφόρησε επανειλημμένα στό διαδίκτυο μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς ἀπό ὑπερήφανους γονεῖς). Νά θαυμάσουμε τήν δασκάλα πού ἔμεινε στήν καλλιγραφία (και καλά έκανε…), άλλά δέν βρῆκε δυό λόγια παραπάνω για την ούσία τοῦ κειμένου; Να θαυμάσουμε τό δημοσιογραφικό μέσο πού το θεώρησε εἴδηση καί πανηγυρίζει γιατί ὁ μαθητής «τάπωσε»(!) τήν δασκάλα του; Νά συμμεριστοῦμε τήν χαρά τοῦ κοινοῦ πού κάνει ἀπανωτά likes και ἐπικροτεῖ τήν φοβερή «εύφυία» τοῦ παιδιοῦ; Ἤ να ξαναθαυμάσουμε τήν ἐκπαιδευτικό πού δίδει καί ἔπαινο στήν ἀθάνατη ἑλληνική «μαγκιά», καλλιεργημένη φυσικά ἀπό τήν ἴδια τήν κοινωνία πού μεγαλώνει ὁ μικρός;

Ὁ κριτικός λογοτεχνίας ζεῖ μέσα σ’ αὐτήν τήν κοινωνία, τρέφεται καί βιοπορίζεται ἀπό αὐτήν καί μοιραία παραδίδεται στά θελήματα ἐκείνων πού ἐπί χρόνια προσπάθησαν καί τελικῶς κατάφεραν νά ἐπικρατήσει ὁ ἀπόλυτος ὑποκειμενισμός. Ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης πιά τό μοναδικό κριτήριο πού διαθέτει εἶναι ἡ μικροαστική του αἰσθητική πού ἀρχίζει καί τελειώνει στό ἐντυπωσιακό ἐξώφυλλο καί τίτλο, στά χαμόγελα καί τίς ναρκισσιστικές συνεντεύξεις τῶν συγγραφέων, στίς κληρώσεις καί παρουσιάσεις βιβλίων, στά (πληρωμένα) εὐπώλητα τῶν ἐντύπων καί τοῦ διαδικτύου. Στήν πρόζα, τό μόνο κείμενο πού μπορεῖ νά κατανοήσει καί νά ἀνθέξει εἶναι ἐκεῖνο τῆς γραμμικῆς ἀφήγησης καί μάλιστα μέ ὅσο ἁπλούστερη γλῶσσα τόσο τό καλύτερο. Τήν ποίηση ἁπλῶς τήν ἀγνοεῖ, τό πολύ-πολύ νά ρίξει μιά ματιά στά δίστιχά του ἴντερνετ καί σέ κάποια (πληρωμένη και πάλι, ἄρα ἄκριτη…) συλλογή πού ἔβγαλε κάποιος φίλος του, καθώς κανείς δέν διαβάζει ποίηση, μά ὅλοι νομίζουν πώς τήν γράφουν καί τήν ὑπηρετοῦν. Ὁ Ἐλύτης ἔχει καταντήσει ἕνας γλυκερός συγγραφέας πού ὑμνεῖ τόν ἔρωτα, ὁ Καβάφης ἕνας αὐστηρός θεῖος πού κουνᾶ τό δάκτυλο καί μᾶς μιλᾶ γιά Θερμοπύλες, ὁ Παπατζώνης ἄγνωστος, ὁ Καρυωτάκης ἕνας καταθλιπτικός πού αὐτοκτόνησε λίγο πρίν τρελαθεῖ ἀπό τήν σύφιλη πού εἶχε κολλήσει. Ἀκόμη καί τά Νόμπελ πηγαίνουν σέ συγγραφεῖς πού βαρετά ἐπαναλαμβάνουν τά αὐτονόητα – ἡ ζωή εἶναι ὡραία, πρέπει νά ἀντέχουμε τίς κακουχίες, πρέπει νά εἴμαστε δυνατοί, ἡ εὐτυχία εἶναι μέσα μας καί ἄλλα τέτοια βαρετά καί ἀνόητα.

Ὅσο συνεχίζουμε νά ζοῦμε τήν ζωή μας βυθισμένη στήν ὑποκρισία, ὅσο δειλιάζουμε, (κριτικοί, ἀναγνῶστες, συγγραφεῖς, ὅλοι…), νά ἐκφράσουμε τήν πιό βαθιά, τήν πιό γνήσια σκέψη μας σέ δημόσια θέα, ὅσο ὑποχωροῦμε μπροστά στήν ἀμάθεια, τήν εὐκολία, τόν μικροαστισμό, τόσο γινόμαστε ἀνδρείκελα, ἀθύρματα ἀνέμων πνιγηρῶν, ἁπλές ὑπάρξεις μέ μόνο τόν σκοπό τήν καλοπέραση, τό χρῆμα, τό νιτερέσο. Ὁ λιγότερος κόπος καί ἡ ἐλάχιστη κρίση ἔγιναν σκοπός μας. Καί μ’ αὐτά πορευόμαστε, ὡσάν λάβαρα καί κύμβαλα ἀλαλάζοντα, ἐνθυμούμενοι κάποιες φορές καί τούς ἐνδόξους προγόνους πού οὐδέποτε διαβάσαμε, οὐδέποτε κατανοήσαμε καί πού κατά βάθος τούς νιώθουμε βάρος καί ἀγγαρεία σχολική.

Μέ ἀφορμή τήν ἔκδοση ἑνός βιβλίου μου, ἐπικοινώνησε μαζί μου πρόσφατα δημοσιογράφος τοῦ ραδιοφώνου γιά μία συνέντευξη. Ἀφοῦ τήν εὐχαρίστησα γιά τήν τιμή, προσπάθησα νά τῆς ἐξηγήσω τήν ἄρνησή μου, τήν ἄποψή μου γιά τό κείμενο, τήν θέση μου πώς ἡ δουλειά τοῦ συγγραφέα τελειώνει μαζί μέ τήν τελευταία λέξη στό κείμενό του καί πώς ἡ ἀνάλυσή του εἶναι ἔργο ἄλλων – δημοσιογράφων, ἐκδοτῶν, κριτικῶν, ἀναγνωστῶν. Ἡ ἐργασία τοῦ συγγραφέα εἶναι μακριά ἀπό τούς προβολεῖς, ὅ,τι καλύτερο ἔχει νά δώσει τό δίδει μέσα ἀπό τό κείμενο, τόν γραπτό λόγο, οἱ λέξεις εἶναι ἐργαλεῖο πού δέν ἀπαιτεῖ προβολεῖς, σέ ἀντίθεση μέ τόν ἠθοποιό, τόν δημοσιογράφο, τόν πολιτικό. Τέλος πάντων προσπάθησα, μά προφανῶς δέν ἔπεισα. Φαίνεται ὅτι γιά κάποια δεύτερα μετά τό τέλος τῆς συνομιλίας τό τηλέφωνο ἔμεινε ἀνοικτό – τόσο ὥστε νά προλάβω ν’ ἀκούσω ἀπό τήν ἄλλη μεριά τ’ ἀπότοκα μιᾶς ἔκπληξης…

«Ἐτοῦτος εἶναι παλαβός, γιά δέσιμο…».

Εἶναι κι αὐτή μιά πιθανότητα. Ἰσχυρή…

Ἀνδρείκελα

Σά νά μήν ᾔρθαμε ποτέ σ’ αὐτή τή γῆ,

σά νά μένουμε ἀκόμη στήν ἀνυπαρξία.

Σκοτάδι γύρω δίχως μιά μαρμαρυγή.

Ἄνθρωποι στῶν ἄλλων μόνο τή φαντασία.

 

Ἀπό χαρτί πλασμένα κι ἀπό δισταγμό

ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τά δυό τυφλά χέρια,

χορεύουμε, δεχόμαστε τόν ἐμπαιγμό,

ἄτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ ἀστέρια.

 

Μακρινή χώρα εἶναι γιά μᾶς κάθε χαρά,

ἡ ἐλπίδα κι ἡ νεότης ἔννοια ἀφηρημένη.

Ἄλλος δέν ξέρει ὅτι βρισκόμαστε, παρά

ὅποιος πατάει ἐπάνω μας καθώς διαβαίνει.

 

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ὁ καιρός.

Ὤ! κι ἄν δέν ἦταν ἡ βαθιά λύπη στό σῶμα,

ὤ! κι ἄν δέν ἦταν στήν ψυχή ὁ πραγματικός

πόνος μας, γιά νά λέει ὅτι ὑπάρχουμε ἀκόμα…

(Κώστας Καρυωτάκης, Ἐλεγεία δεύτερη σειρά, Ἑστία, 2001 ἀνατύπωση)

“…πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…»

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

3 Σχόλια on "Ὁ θάνατος τῆς λογοτεχνικής κριτικῆς"

Notify of
avatar
Sort by:   Τὰ πλέον πρόσφατα | Τὰ παλαιότερα | Τὰ πλέον δημοφιλῆ
Θεοδόσης Βολκώφ
Guest
Θεοδόσης Βολκώφ

Eξαίρετο κείμενο-ορόσημο. Θεωρητική σκευή, τεκμηρίωση και παρρησία. Το τρίπτυχο που από προαπαιτούμενο έχει εδώ και δεκαετίες καταντήσει ζητούμενο. Και φυσικά βλέμμα που μπορεί να κοιτάζει τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα κατάματα. Χαίρομαι που σας ανακάλυψα, έστω και όψιμα.