Ἡ σφαῖρα τῆς Πρέβεζας ἀκόμη ταξιδεύει..

KOSTAS KARIOTAKIS AND PREVEZA TOWN

 

(τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ παλαιό ἱστολόγιο, καθὠς και στὸ πρῶτο τεῦχος τῆς «χίμαιρας» – ἐδῶ ἀναδημοσιεύεται μὲ ελάχιστες διορθώσεις καὶ σὲ πολυτονική γραφή)

 

«Ὁ Καρυωτάκης σὰν μορφὴ εἶναι ἄγνωστος. Ἄγνωστος ἀπὸ ὅσα ἔγραψαν οἱ βιογράφοι του… ἄγνωστος ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος αὐθεντικὰ ἔχει πεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του… ἄγνωστος ἀπὸ τὶς φωτογραφίες του. Ὅσο τὶς κοιτάζομε, τόσο περισσότερο ἡ μορφὴ αὐτὴ ἐσωστρέφεται, ἀρνεῖται νὰ μὰς δεῖ, ἀρνεῖται νὰ τὴ δοῦμε, ἀρνεῖται ν’ ἀφήσει τὸ ἀποτύπωμά της στὸν κόσμο καὶ τὸν χρόνο… ὁ Καρυωτάκης εἶναι μιὰ ἀντιπροσωπικότητα».

(Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις γιὰ τὸν Καρυωτάκη», Σημειώσεις, 1973)

 Ἡ κριτικὴ τοῦ Λεοντάρη, (πέθανε πρόσφατα σὲ ἡλικία 83 ἐτῶν), δὲν εἶναι βέβαια οὔτε ἡ πιὸ ἀναλυτική, οὔτε ἡ πιὸ εὔστοχη γιὰ τὸν Καρυωτάκη, ἀλλὰ στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα δίδεται νομίζω μία σχετικὰ ἐπαρκής ἑρμηνεία γιὰ ὅλη τὴν ἀμηχανία, γιὰ ὅλη τὴν δυσφορία τῶν κριτικῶν καὶ λογοτεχνῶν, ὅταν ἀποπειρῶνται νὰ μιλήσουν γιὰ τὸν ποιητὴ καὶ τὸ ἔργο του. Δὲν σκοπεύω ἐδῶ μία ἀκόμη κριτικὴ στὴν ποίησή του – τὸ πιστεύω πράγματι πὼς οἱ δυὸ-τρεῖς κριτικὲς ποὺ γράφτηκαν περίπου στὸν μεσοπόλεμο (καὶ ἰδιαίτερα ἐκείνη τοῦ Ἄγρα), παραμένουν ἀξεπέραστες καὶ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ ὁλοκληρωμένες. Γιὰ κείνους ὅμως ποὺ δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν φιλολογία γύρω ἀπὸ τὸν Καρυωτάκη, θὰ χρειαστοῦν μερικὰ εἰσαγωγικὰ σχόλια γιὰ τὴν στάση κριτικῶν καὶ ἀναγνωστῶν ἀπέναντί του.

Ἴσως νὰ μὴν ὑπάρχει ἄλλος ποιητής, (ἀς ἑξαιρέσουμε μοναχὰ τὸν Καβάφη), γιὰ τὸν ὁποῖο νὰ γράφτηκαν τόσα πολλὰ χωρὶς ταυτόχρονα νὰ λένε τίποτε οὐσιαστικό. Ἃς δανειστοῦμε πάλι μιὰ φράση τοῦ Λεοντάρη ἀπὸ τὸ ἴδιο κείμενο: «Ὁ Καρυωτάκης δὲν ὁρίζεται σὰν προσωπικότητα. Ὁρίζεται μόνο σὰν πραγματικότητα. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀπορρίψομε ὅλες τὶς ἐκδοχὲς ποὺ ἔκαναν τὸ ὕποπτο λάθος νὰ τὸν προσεγγίζουν μόνο ἢ κυρίως σὰν προσωπικότητα–περίπτωση». Ὁ Λεοντάρης προσπαθεῖ νὰ μιλήσει κομψὰ καὶ ὑπαινικτικά, ἐμεῖς θὰ γίνουμε λίγο ωμότεροι.

Ἀπὸ τὴν πρώτη σχεδὸν στιγμὴ ποὺ ποιήματα τοῦ Καρυωτάκη παρουσιάστηκαν στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἕνα βάραθρο ἄνοιξε ἀνάμεσα στὸ δικό του ἔργο καὶ σ ἐκεῖνο ποὺ μέχρι τότε ὀνομάτιζαν ποίηση. Ἔχασε μήπως σὲ ἀξία τὸ ἔργο τοῦ Παπανικολάου, τοῦ Λαπαθιώτη, τοῦ Οὐράνη καὶ ἄλλων ποιητῶν; Ὄχι, ἁπλὰ συνέβη ἐκεῖνο ποὺ ἔγραψε ὁ Ἄγρας καὶ νομίζω ἀποτυπώνει ἐξαιρετικὰ τὴν μεγάλη τομὴ ποὺ κατόρθωσε ὁ Καρυωτάκης στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία: «…κι ἔξαφνα, στὰ 1927, μὲ τὴν τρίτη καὶ τελευταία του ποιητικὴ συλλογὴ «Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες», μᾶς ἐξεπέρασεν ὅλους ἀμέσως καὶ ἐξακολουθητικά…». Κρατῆστε ἐκεῖνο τὸ ἐξακολουθητικά, θὰ δοῦμε παρακάτω πόσο προφητικὸ στάθηκε.

Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ἐπάνω στὴν αὐτοκτονία τοῦ Καρυωτάκη ξεκίνησε ἕνα παιχνίδι προσωπικῆς προβολῆς καὶ ἀντίδρασης τοῦ λογοτεχνικοῦ κατεστημένου, ἀπέναντί σὲ μιὰ ποίηση ποὺ ἐν πολλοῖς διάβρωνε καὶ ἀκύρωνε τὴν ὕπαρξή του. Τὴν ἀρχὴ θὰ τὴν κάμει ὁ Δημαράς, ποὺ μὲ ἕναν πρωτόφαντο (ἀκόμη καὶ γιὰ κεῖνον…) δογματισμὸ θὰ γράψει στὴν περίφημη κριτικὴ του τὸ 1938: «Ὁ Καρυωτάκης δὲν ἦταν μεγάλος ποιητής· καλὰ – καλὰ ἐγὼ πιστεύω πὼς δὲν ἦταν καν ποιητής, στὴν πλήρη σημασία ποὺ μποροῦμε νὰ δώσουμε στὴ λέξη…». Δὲν θὰ προλάβει νὰ κλείσει μῆνας ἀπὸ τὴν δημοσίευση καὶ τὴν σκυτάλη θὰ πάρει, (πόσο ἀναμενόμενο εἶναι ἀλήθεια…), ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς: «…μελετώντας τὸν (Καρυωτάκη) μὲ ψύχραιμο μάτι, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι δὲν ἔγραψε οὔτε ἕνα ἀληθινὰ καλὸ ποίημα…». Μὰ ποιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ποίηση κατὰ Θεοτοκά; «…μιὰ ᾠδὴ τοῦ Κάλβου ἢ ἕνα ἐλεγεῖο τοῦ Γρυπάρη ἤ, ἃς ποῦμε, τὸ «Ὄνειρο στὸ κῦμα» τοῦ Παπαδιαμάντη…». Καὶ ἀλλοῦ: «…μοῦ φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ δημιουργική του πνοὴ ἦταν λιγοστὴ καὶ ἡ πνευματική του καλλιέργεια ἀκόμη λιγότερη…». Καμώνεται πὼς δὲν καταλαβαίνει ὁ Θεοτοκᾶς τὴν ποιητική τοῦ Καρυωτάκη, μὰ στὴν κριτική του γιὰ τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ ὁμιλεῖ εἶναι οἱ στίχοι, ἡ τεχνική τους ἔστω, τὸ περιεχόμενό τους. Μὲ τὸν Δημαρὰ καὶ ἰδιαίτερα τὸν Θεοτοκὰ ξεκινᾷ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει παραπάνω ὁ Λεοντάρης – ἡ κριτικὴ γίνεται στὴν προσωπικότητα τοῦ Καρυωτάκη καὶ πολὺ λιγότερο στὴν ποίησή του, στὴν αὐτοκτονία του καὶ πολὺ λιγότερα σ ἐκεῖνα ποὺ λένε οἱ στίχοι του. Ὁ σκοπὸς βέβαια Δημαρὰ καὶ Θεοτοκὰ ἦταν ἄλλος, θὰ διαβάσετε γὶ αὐτό σε κείμενο ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς λογοτεχνικὲς γενεές (σ.σ: ἀναφέρεται σὲ ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ «χίμαιρα»).

Ἡ «ἀστικὴ» ποίηση, (καὶ ἰδιαίτερα τῆς λεγόμενης γενιᾶς τοῦ 30), ἔγκαιρα ἀντιλήφθηκε τὴν ἀπειλὴ μιᾶς διαφορετικῆς, ἀναρχικῆς ποίησης καὶ ἀκόνισε τὰ βέλη της-μπαρουτιὲς ὅμως ξεκίνησαν σχεδὸν ταυτόχρονα καὶ ἀπὸ τοὺς διανοούμενους τῆς ἀριστερᾶς ποὺ ἤσαν πολυπληθέστεροι καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις διέθεταν σημαντικὸ κῦρος καὶ ἀνερχόμενη δύναμη στὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἀναφέρω μιὰ φράση ποὺ θυμᾶμαι τοῦ Τάσου Βουρνᾶ καὶ δὲν εἶναι καν ὁ πιὸ ἀντιπροσωπευτικός τῆς σκληρῆς «ἀριστερῆς» κριτικῆς, τότε κυρίως στὴν Ἐπιθεώρηση Τέχνης: « …τέτοιες διαστάσεις, (σ.σ: ἐννοεῖ τὴ διάσταση τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὸ κοινωνικὸ γίγνεσθαι), ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο, ὄχι γιατί ὑπάρχει τάχα τὸ χάσμα ἀνάμεσα στοὺς λίγους συνειδητοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴ βαριὰ δυσκίνητη μᾶζα… ἀλλὰ γιατί οἱ λίγοι αὐτοὶ (ποιητὲς) εἶναι τὸ τυπικὸ παράδειγμα τοῦ ἄγχους ποὺ κατέχει ὁρισμένους ἀνθρώπους σὲ στιγμὲς ἱστορικῶν ἀναστατώσεων, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι εὐαίσθητοι καὶ δειλοί, ποὺ δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ τοποθετηθοῦν, νὰ ἰδοῦν, νὰ βοηθήσουν» (ἐπιθεώρηση τέχνης, Αὔγουστος 1955). Νὰ βοηθήσουν; Νὰ βοηθήσουν ποιὸν καὶ πῶς; Κλασικὸς ἀριστερόστροφος λαϊκισμὸς καὶ ἀπόδοση δειλίας, σὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν σταμάτησε νὰ συγκρούεται στὴν πράξη μὲ τὸν περίγυρο, τὸ Ὑπουργεῖο, τὶς κατεστημένες ἀντιλήψεις, τοὺς λογοτέχνες ποὺ ἐδήλωναν ἐπαναστάτες καὶ συνωστίζονταν σὲ διαδρόμους γιὰ μιὰ θέση σὲ ἐπιτροπὲς καὶ ὀφίτσια. Οπωσδήποτε, ἡ ἀντίδραση τῆς κομματικῆς ἀριστερᾶς ἔχει καὶ ἕνα μικρὸ «ἐλαφρυντικὸ» – οἱ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς ἤσαν τόσο ἄθλιες ποὺ ἡ «ἀποδοχὴ» μιᾶς αὐτοκτονίας θὰ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει ἀνεπιθύμητα «ρεύματα» στὸ κομματικὸ πλῆθος καὶ βαρύτατο πλῆγμα στὴν ἄποψη γιὰ τὸν μονόδρομο τῆς σωτηρίας μέσα ἀπὸ τὴν μαζικότητα καὶ τὴν «ὀργανωμένη πάλη».

Ἀνάμεσα στὶς δύο ἀκραῖες τάσεις τῆς κριτικῆς ποὺ καταγράφω ἐδῶ καὶ ποὺ ξεκινώντας ἀπὸ διαφορετικὲς ἀφετηρίες καὶ κίνητρα ἐν τέλει συμπίπτουν στὴν ἄρνηση τῆς ἀξίας τοῦ Καρυωτάκη, προσπάθησε νὰ ὑπάρξει καὶ ἕνα τρίτο ρεῦμα, κάπως μετριοπαθέστερο, κάπως πιὸ συγκαταβατικό. Νομίζω πὼς δὲν θὰ ἀδικήσω τὶς πολυπληθεῖς ἀπόψεις καὶ τὶς ἀποχρώσεις του, ἐὰν παραθέσω ἕνα καταληκτικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Ἀργυρίου, ποὺ τὸ νομίζω χαρακτηριστικό: «Ἑπομένως ἀποτελεῖ διαπίστωση καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὴ κρίση ὅτι ὁ Καρυωτάκης μὲ τὴν ποίησή του (καὶ ἂν θέλετε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀξία της) ἐξέφρασε ἐνδιάθετες ροπὲς τῆς ἐποχῆς του….». (Ἡ Καθημερινή, 1978). Παραμένοντας ἁπλουστευτικὸς γιὰ χάρη τοῦ ἀναγνώστη ποὺ ἀγνοεῖ λεπτομέρειες τῆς ἐποχῆς, θὰ ἔλεγα πὼς λίγο ἢ πολὺ ἡ ἄποψη αὐτὴ μαζὶ βεβαίως μὲ τὶς ἀνοησίες περὶ σύφιλης ποὺ ὁδήγησε στὴν αὐτοκτονία, συμπυκνώνουν τὴν διάχυτη αἴσθηση τῶν περισσότερων ἀνθρώπων γιὰ τὸν Καρυωτάκη, ἀκόμη καὶ σήμερα.

Νὰ λοιπὸν ποὺ φτάσαμε στὸ ἀντικείμενο τοῦ σημερινοῦ κειμένου, νὰ μιὰ ἀπάντηση στὸ γιατί θεώρησα ἀπαραίτητη μιὰ μικρή, ἐλάχιστη ἀνασκόπηση τῆς κριτικῆς σημαντικῶν κατὰ τὰ ἄλλα φιλόλογων καὶ λογοτεχνῶν περασμένων χρόνων. Ἡ πλειονότητα τῶν χιλιάδων ἄρθρων γιὰ τὸν Καρυωτάκη, θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν αὐτοκτονία του, τὴν Πολυδούρη, τὴν Πρέβεζα, τὸν συνδικαλισμὸ στοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, (ὁ Καρυωτάκης ἦταν καὶ ὁ ἴδιος συνδικαλιστής), τὴν σύφιλη, τὸν μισογυνισμό του, (ἄλλος μῦθος αὐτός…) – θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ὅσους διαβόλους θέλετε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ ζητούμενο, τὴν δύναμη τῆς ποίησής του δηλαδή, τόσο στὶς πρωτόγνωρες τεχνικὲς ὅσο καὶ στὸ ὠμό, ἀφτιασίδωτο περιεχόμενό της. Ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀνατρέξετε στὴν Wikipedia θὰ πιστέψετε πὼς διαβάζετε ἕνα ἀγωνιῶδες ἀστυνομικὸ μυθιστόρημα – νὰ τὸ περίστροφο ποὺ χρησιμοποίησε, νὰ τὸ σπίτι του, νὰ ἡ σπιτονοικοκυρά του, νὰ τί εἶπε ἡ Πολυδούρη-γιὰ τοὺς στίχους του ἐλάχιστα. Ε!, λοιπόν, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ μόνιμο πρόβλημα, ὅλοι γράφουν γιὰ τὸν Καρυωτάκη, μὰ ἐλάχιστοι γιὰ κεῖνα ποὺ θέλησε νὰ πεῖ, νὰ στηλιτεύσει, νὰ κατακρημνίσει.

Ἀς μποῦμε λοιπὸν στὴν οὐσία καὶ ἀς δοῦμε γιατί, ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ κοντεύει ἕνας αἰῶνας ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Καρυωτάκη, ἀκόμη παραμένει ἐξόριστος, ἀκόμη οὐσιαστικὰ ἀνερμήνευτος, ἀκόμη αντιμετωπίζεται, (ὅσο καὶ ἂν φαίνεται τὸ ἀντίθετο…), σὰν ἕνας παρίας στὴν ἑλληνικὴ ποίηση, ἀκατάτακτος καὶ ἀποσυνάγωγος. Γιὰ λόγους οἰκονομίας τοῦ κειμένου θὰ σταθῶ μόνο σὲ δύο σημεῖα. Τὸ πρῶτο εἶναι, ἐὰν πράγματι ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη ἐξέφρασε ἐνδιάθετες τάσεις τῆς ἐποχῆς του, (ἄποψη βεβαίως ποὺ ὑπονοεῖ στίχους εὐκαιρίας καὶ μὴ ἀνθεκτικοὺς στὸν χρόνο). Καὶ τὸ δεύτερο, γιὰ τὴν γενιὰ τοῦ Καρυωτάκη, ὄχι τὴν βιολογικὴ, μὰ τὴν λογοτεχνική. Τὴν λεγόμενη καταραμένη. (Ἀκόμη καὶ ὁ Ἐλύτης στὴν ὁμιλία του στὴν Σουηδικὴ ἀκαδημία, «ξεχνᾷ» τὸν Καρυωτάκη καὶ τὴν γενιά του, χλιαρὰ ἀναφέρει τὸν Καβάφη, συστημικὲς εἶναι οἱ  ἀναφορὲς του, ὅπως ἄλλωστε καὶ τῶν περισσότερων ἀπὸ τὴν γενιὰ τοῦ 30).

Ὁ μῦθος τοῦ ποιητῆ ποὺ ἐκφράζει τὴν ἐποχή του

Ἡ ἄποψη πὼς ὁ Καρυωτάκης βρῆκε τὸν τρόπο νὰ ἐκφράσει τὴν ἀπογοήτευση τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ παράλυτου ἑλληνικοῦ κράτους, εἶναι μία ἄποψη στὴν ὁποία συγκλίνουν πένες ἀπὸ διαφορετικοὺς χώρους, μὲ διαφορετικὲς ἰδεολογίες καὶ κίνητρα. Τὸ ἀστεῖο εἶναι πὼς ἄθελά τους ἀκυρώνουν τὴν ἄποψη πὼς ὁ Καρυωτάκης ἦταν ἕνας ἀπαισιόδοξος, ἕνας μαῦρος ποιητής, καθὼς στὴν περίπτωση αὐτὴ, ἄλλο δὲν ἔκαμε ὁ ποιητὴς παρὰ νὰ ἀποτυπώσει τὸ κυρίαρχο χρῶμα στὴν ποίησή του. Ἀλλά, γιὰ νὰ δοῦμε, ἦταν πράγματι ἔτσι, ἦταν ὁ Καρυωτάκης ἕνας ποιητὴς χρονικῶν ὁρίων, πεπερασμένου χρόνου, ἕνας ποιητὴς τῆς συγκυρίας ποὺ σήμερα πιὰ καταντᾷ ἀνύπαρκτος στὶς συνειδήσεις;

Ὁμιλοῦν γιὰ ποιητὴ σύμβολο τῆς ἐποχῆς του, μὰ ἂν διαβάσετε προσεκτικὰ Καρυωτάκη θὰ παρατηρήσετε πὼς ἐλάχιστα ἀποτυπώνεται ἡ ἐποχή του στὰ γραπτά του. Θὰ τολμοῦσα μάλιστα νὰ πῶ ὁτι ἡ ἐποχὴ του περνᾷ στοὺς στίχους του μὲ ἕναν ἄνεμο ἀδιαφορίας, πλήξης, ἀτονίας, στὴν καλύτερη περίπτωση μὲ σαρκασμὸ καὶ εἰρωνεία. Ταυτόχρονα ἡ ἄποψη περὶ ἐποχῆς φοβοῦμαι πὼς εἶναι ὕποπτη, νὰ πῶ καλύτερα πονηρή-ὑπονοεῖ πὼς πλέον τὰ πράγματα ἔχουν βελτιωθεῖ τόσο, ποὺ ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη μᾶς εἶναι ἀχρείαστη, ἀνέκφραστη τῶν σημερινῶν καιρῶν. Μὰ εἶναι πράγματι ἔτσι;

Νὰ τὸ πῶ καθαρά. Δὲν νομίζω πὼς ὑπάρχει ποιητικὸ προηγούμενο στὴν ἑλληνικὴ ποίηση ποὺ νὰ στηλίτευσε μὲ τόση ὠμότητα καὶ δύναμη τὴν ἀτομικὴ καὶ κοινωνικὴ ὑποκρισία, τὴν μικροαστικὴ ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς καὶ νόμων καὶ κυρίως τὴν συμβατικότητα σὲ κάθε πεδίο. Στὴν προσπάθεια νὰ ἀποχυμώσουν τοὺς στίχους, νὰ τοὺς κατεβάσουν ἀπὸ τὴν μεταφορὰ στὴν κυριολεξία, ἀπὸ τὸ γενικὸ στὸ εἰδικό, κριτικοὶ καὶ ἐξέχοντα συγγραφικὰ ὀνόματα καταφεύγουν σὲ τεχνάσματα. Λέει ὁ Καρυωτάκης:

 

«Ἀτίθασα μέλη, διαφανῆ ροῦχα,

γλοιώδη στόματα ὑποκριτικά,

ἀνυποψίαστα, μηδενικὰ

πλάσματα, καὶ γι αὐτὸ προνομιούχα…»

(Ἀποστροφή, καταληκτικὸ τετράστιχο)

 

Καὶ οἱ ἀπαίδευτοι ἐκ τοῦ πονηροῦ μεταφράζουν, (τὸ εἶδα ἀκόμη καὶ γραμμένο σὲ σχολικὴ ἀνάλυση): «Ἐδῶ ὁ Καρυωτάκης ἐκφράζει τὸν μισογυνισμό του, μπλᾶ, μπλᾶ, ἀντίστιξη μὲ τὴν Πολυδούρη, μπλά, μπλά, ἀντιφεμινιστής, μπλά, μπλὰ κλπ, κλπ». Παλιό το κόλπο, μετατρέπεις ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ ποιητικὰ κείμενα σὲ φτηνὸ κουτσομπολιό, τὸ ἑρμηνεύεις μέχρι ἐκεῖ ποὺ φτάνει τὸ δικό σου ἄδειο κεφάλι καὶ ἔτσι μειώνεις τὸ αἰχμηρό του – ἐκεῖνο ποὺ ἂν τὸ ἀναλύσεις σωστὰ θὰ πρέπει νὰ συγκρουστεῖς μὲ τὴν ρηχότητα, τὴν εὐκολία, τὸν περίγυρο, τὰ θεμέλια μιᾶς συγκεκριμένης κοινωνικῆς συγκρότησης καὶ παιδείας. Πῶς νὰ ἀναλύσεις τοῦτο τὸ ποίημα στὴν ἐκπαίδευση, χωρὶς νὰ θιγοῦν οἱ νεοέλληνες γονεῖς καὶ τὰ βλαστάρια τους; Πῶς νὰ τὸ παρουσιάσεις σὲ μιὰ ὁμιλία, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ στίχοι ἀκυρώνουν κάθε συμβατικὴ ἐκδήλωση καὶ τυπικὲς τελετές; Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πρόβλημα μὲ τὸν Καρυωτάκη ἢ τουλάχιστον ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα στὴν ἀποδοχή του καὶ εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς καὶ ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς διαχρονικότητας καὶ τῆς γνησιότητάς του: δὲν ἠμπορεῖς νὰ διαβάσεις τὴν ποίησή του, (τὴν γυμνή, τὴν γνήσια, ἐκείνη ποὺ πάει κατευθείαν στὸν στόχο), χωρὶς ταυτόχρονα νὰ ἀρνηθεῖς τὴν ὑποκρισία σου, τὴν συμβατικότητά σου, τὸ κίβδηλο τῶν ἐπιλογῶν σου, ἀκόμη καὶ τὰ κατὰ συνθήκην ψεύδη σου. Λατρεία ἢ μῖσος. Ἐὰν τὴν λατρέψεις πρέπει ν’ ἀλλάξεις ζωή. Διαφορετικὰ θὰ κτίσεις πάνω της ἀκόμη ἕνα ψεῦδος, τάχα πὼς ἀφορᾷ ἄλλους, τάχα πὼς ἀφορᾷ ἄλλες ἐποχές, ἄλλους ἀνθρώπους. Τὰ ξέρει αὐτὰ ὁ Καρυωτάκης, τὰ προβλέπει, τὰ ἔχει ἀπὸ καιρὸ ἀποδεχθεῖ. Δεῖτε πὼς συναντιέται μὲ τὸν Καβάφη στὸ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», ἀπὸ ἄλλον βέβαια δρόμο, ἀπὸ ἄλλες αἰσθήσεις, μὲ ἄλλη τεχνοτροπία:

 

«Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θὰ ναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσεις

ἤ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρά,

θ’ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο γιὰ τελευταία φορά,

κι ὅλη τὴ ζωὴ κοιτάζοντας, ἤρεμα θὰ γελάσεις»

 

Γράφω πρὶν πὼς δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ χῶρος γιὰ ἀνάλυση στίχων, δηλαδὴ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ ἀς ἀνοίξω μιὰ μικρὴ παρένθεση καὶ ἀς πῶ μόνο τοῦτο. Μὲ τὸν Καρυωτάκη συμβαίνει, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὸ ἑξῆς παράδοξο, (παράδοξο βέβαια γιὰ ὅσους ἔχουν ἀσχοληθεῖ κάπως ἐπιφανειακὰ μαζί του): κανένα ποίημά του δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ «δέσει» μὲ τὸ ἑπόμενο ἢ τὸ προηγούμενο. Οἱ στίχοι του εἶναι ἰδιαίτεροι καὶ ἀναγνωρίσιμοι; Οὔτε λόγος. Τὰ «Νηπενθῆ», τὰ «Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες» ὁμαδοποιοῦνται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητή; Ναί, ἐντάξει. Μὰ προσέξτε κάθε ποίημα χωριστά, ὄχι μόνο στὸ μήνυμα, μὰ καὶ στὸν στίχο, στὶς λέξεις, ἔστω στὴν τεχνική. Καμία ἐπανάληψη, τὶς περισσότερες φορὲς καμία ὁμοιότητα, πάντα μία μικρὴ ἔκπληξη, μιὰ μικρὴ ἢ μεγάλη ἀνατροπή, ἐκεῖ ποὺ κάποιος περιμένει τὴν ποιητικὴ εὐκολία, τὸ λάθος – διάβολε!, κάθε ποιητὴς ζητᾷ κάποτε καὶ τὴν εὐκολία του, μὰ ὄχι ὁ Καρυωτάκης. Εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ ὅμως ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ στηρίξει μιὰ μικρὴ μελέτη ἀπὸ μόνο του καὶ κάπως πιστὸς στὰ ὅρια τοῦ σημερινοῦ κειμένου δὲν θὰ ἐπεκταθῶ, ἀς τὸ ἀφήσω γιὰ ἀπόπειρες ἑπόμενες. Κλείνει ἡ μικρὴ παρένθεση.

Θὰ μποροῦσα λοιπὸν νὰ παραθέσω ἀναρίθμητους στίχους, μὰ εἶναι μάταιο, ἄσκοπο, μήτε κάν ὁ σκοπὸς τοῦ κειμένου, τόπαμε καὶ στὴν ἀρχή. Ὁ καλοπροαίρετος (κι ἐκεῖνος ποὺ βέβαια ἔχει μελετήσει προσεκτικὰ τὸν ποιητή), εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πιὰ πὼς ἡ ἀπρόσμενη καὶ ταχύτατη ἐπιτυχία τοῦ Καρυωτάκη, δὲν ὀφείλεται μήτε στὴν αὐτοκτονία του, μήτε στὴν ἐποχή του, καλὰ καλὰ μήτε στὴν ἰδιαίτερη τεχνική του γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε κάποτε. Ἡ βασική, ἡ κυρίαρχη αἰτία εἶναι ἀλλοῦ: Ὁ Καρυωτάκης εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ παρουσίασε μιὰ ποίηση τόσο ἔντονη, μὲ γωνίες, μὲ συγκρούσεις, μὲ ὁλοκληρωτικὴ ἄρνηση, μὲ καταγγελία ὅλων ἐκείνων ποὺ βίωναν οἱ περισσότεροι, μὰ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ ἐκφέρει σὲ λόγο καὶ μάλιστα ποιητικό. Ἀρνήθηκε τὰ σαλόνια, τὰ φιλολογικὰ βραδινά, τὴν ἴδια τὴν αὐλὴ τῶν ὑποστηρικτῶν του. Ἔστησε ἀπέναντι ἀπὸ τὴν προσωπική του ἠθικὴ καὶ αἰσθητική το σύνολο ἑνὸς συστήματος, ὄχι τῆς ἐποχῆς του μόνο, μὰ ἑνὸς κράτους ὁλόκληρου ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του, τοῦ τρόπου ποὺ διαρθρώθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε. Πίσω ἀπὸ τοὺς στίχους του περνᾷ ἡ ἱστορία, ὄχι ἐκείνη ἡ συγκεκριμένη τῶν μαχῶν καὶ τῶν μικροφώνων, μὰ ἡ ἄλλη, ἐκείνη τοῦ πνεύματος ποὺ ἀσφυκτιᾶ κάτω ἀπὸ τὴν ὑποκρισία, τὰ στενὰ κοστούμια, τὰ ρουσφέτια τῶν ὑπουργείων, τὴν ἐλαφρότητα καὶ τὴν εὐκολία τοῦ πλήθους. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ποίημά του, (ἀκόμη καὶ τὰ λιγότερο καλά του) ποὺ νὰ μὴν εἶναι καὶ ἕνα περιφρονητικὸ πτύελο πρὸς τὴν κοινωνία ποὺ ζεῖ. Ἡ ἀδυναμία του νὰ ἔβρει ἐναλλακτικὲς στὸ ἀδιέξοδο δὲν τὸν κάμει ἀμέτοχο ἢ πεισιθάνατο – τὸν κάμει ἁπλὰ μιὰ ἀναρχικὴ συνείδηση ποὺ δὲν διακρίνει μονοπάτι ἐξόδου καὶ προχωρᾷ στὴν ὕστατη ἀναρχικὴ πράξη, τὸ γράφει καλὰ ὁ Ἄγρας: «Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο αὐτοκτόνησε ὁ Καρυωτάκης στὴν Πρέβεζα, ἀπαντώντας στὴν πράξη τῆς μεταθέσεώς του ἐκεῖ. Ἐπέταξε τὴ ζωή του στὸ πρόσωπο τῶν προϊσταμένων του – ἢ μᾶλλον στὸ πρόσωπον ὅλης της Ζωῆς…». Μὲ ἄλλα λόγια: ὁ Καρυωτάκης γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γράψει γνήσια ποίηση χωρὶς ἴχνος εὐφημισμῶν καὶ ὡραιοποίησης, ἀπογύμνωσε πρῶτα τὴν ψευτιὰ τῆς πραγματικότητας, τῆς κίβδηλης συνείδησης, τῆς ἐπιφάνειας. Γιὰ τοῦτο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ κοινωνικά, γιὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταδοθεῖ ὅπως πρέπει στὴν ἐκπαίδευση, γὶ αὐτὸ θὰ παραμένει πάντα ἀποσυνάγωγος κι ἐρημικὸς – ἐὰν ποτὲ ἡ κοινωνία θελήσει νὰ τὸν δεῖ πραγματικὰ καὶ νὰ τὸν ἀποδεχθεῖ, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ καταστρέψει τὶς συμβάσεις της καὶ νὰ στραφεῖ σὲ μιὰ ἐντελῶς διάφορη ἀντίληψη γιὰ συνειδήσεις καὶ ποιότητες. Θὰ ἤθελα νάξερα, ἐκεῖνοι οἱ ἀριστεροί, οἱ δῆθεν ἐπαναστάτες, ποῦ θὰ ἔβρουν πιὸ ἄγρια καταγγελία ἀπὸ κείνη τοῦ Καρυωτάκη  στὸ (πεζὸ) «Κάθαρσις»:

«…ἔπρεπε νὰ σκύψω, νὰ σκύψω, νὰ σκύψω. Τόσο ποὺ ἡ μύτη μου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ φτέρνα μου. Ἔτσι βολικὰ κουλουριασμένος, νὰ κυλῶ καὶ νὰ φθάσω. Κανάγιες! Τὸ ψωμὶ τῆς ἐξορίας μὲ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τὰ τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καὶ σὲ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νὰ δυναμώνει ἡ πνοὴ ποὺ θὰ σᾶς σαρώσει…».

Ἰδοὺ ἡ ἀμηχανία ἀπέναντι στὸν Καρυωτάκη, ἰδοὺ ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐρημίας του γιὰ ἕναν ὁλόκληρο αἰῶνα: Ὁ ἀστικὸς κόσμος τὸν σιχαίνεται κατὰ βάθος, γιατί στοὺς στίχους του καθρεπτίζεται ἡ ὑποκρισία του καὶ ἡ κίβδηλη γλῶσσα του, ἡ ἀριστερὰ τὸν ἀποδιώχνει, γιατί ἡ ποίησή του προβάλει τὴν ἀξία τῆς ἀτομικῆς συνείδησης, τῆς προσωπικῆς ἐπανάστασης, τοῦ ἄναρχου πνεύματος, ἐνάντια σὲ κάθε ἐξουσία, στὸ ὄνομα ὁποιουδήποτε καὶ ἂν οἰκοδομεῖται. Νάτο τὸ μοναχικὸ μονοπάτι, στὸ τέλειωμα τοῦ ἴδιου πεζοῦ κειμένου: «Ἐφώναζα στὴν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερὰ χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατὸς κολλοῦσαν στὰ ροῦχα μου. Μὲ ἧβρε ἡ νύχτα…».

Ὄχι, ὁ Καρυωτάκης δὲν εἶναι σημαντικὸς ποιητὴς ἐπειδὴ ἐξέφρασε τὴν ἐποχή του, ἀς ἀφήσουμε ἐπιτέλους πίσω μας αὐτὸν τὸν μῦθο, τόσο βολικὸ γιὰ ὅλους, τόσο ἀπενοχοποιητικό. Στάθηκε ἐξαιρετικὸς, (κυριολεκτικά), γιατί ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τα ὑπόλοιπα ποὺ ἀφοροῦν τοὺς στίχους του, ἀκριβολόγησε στὴ γλῶσσα, ἀποκάλυψε τὴν εἰκόνα τῶν πλαστῶν συνειδήσεων, εἶπε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, στάθηκε ἀπέναντι καὶ ἔξω ἀπὸ μιὰ κοινωνία, ποὺ μέχρι τότε ἐνσωμάτωνε τὴν ποίηση στὸν κομφορμισμὸ της προσφέροντας καθρεπτάκια. Ὁ Καρυωτάκης ἀρνήθηκε νὰ γίνει ἰθαγενὴς ἢ ἐθελόδουλος καὶ δὲν εἶναι καθόλου τυχαία ἡ στιγμὴ ποὺ ἐπέλεξε νὰ φύγει-ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ ἄλλη ἱστορία.

Μὲ δυὸ λόγια: ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐνσωματωθεῖ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσορροπήσει ἀνάμεσά σὲ ἄλλες ἀπόπειρες, γλυκερές, ἀνούσιες, ἐπιπόλαιες· ἀπὸ τὴν φύση της καὶ τὸ πνεῦμα της δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθεῖ σὲ τελετὲς καὶ μεγάλα λόγια. Γι αὐτὸ καὶ ἐρημώνει μόνιμα στὴν ἐξέδρα, γὶ αὐτὸ καὶ περιγελᾷ ἐκείνους ποὺ προσπαθοῦν νὰ τὴν ἡρωοποιήσουν, νὰ τὴν κάμουν διδακτική, ἀκόμη καὶ σχολική. Ὁ Καρυωτάκης σημαδεύει τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς κριτικῆς συνείδησης καὶ διὰ τοῦτο κάθε μίμησή του, κάθε ἐπανάληψη τῶν στίχων του, κάθε προσπάθεια μετριοπαθοῦς ἑρμηνείας του καταλήγει σὲ λόγο κενό, χωρὶς ἀντίκρισμα. Ὅποιος ἀποφασίσει ν’ ἀναγνώσει Καρυωτάκη, στὸ βάθος θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀντικρύσει τὴν ἄβυσσο καὶ νὰ πάψει νὰ συμβιβάζεται ἢ καὶ νὰ ἀποδέχεται τὸ μέτριο καὶ τὸ ἐπιφανειακό. Μικρὸς ὁ ἀριθμός, κι ἀς πέρασε ἕνας αἰῶνας, κι ἀς εἶναι οἱ συνειδήσεις σήμερα πιὸ ἐλαστικὲς καὶ κίβδηλες ἀπὸ ποτέ.

Ἡ λογοτεχνικὴ γενιὰ τοῦ Καρυωτάκη

Λίγες λέξεις ἀκόμη γιὰ τὶς περιβόητες λογοτεχνικὲς γενιές, σὲ ἄλλες σελίδες τὸ θέμα παρουσιάζεται διεξοδικότερα, ἐδῶ θὰ ἀρκεστοῦμε σὲ λίγες παρατηρήσεις.

Ἡ κατάταξη κειμένων καὶ συγγραφέων σὲ γενεὲς μ’ ἄφηνε πάντοτε ψυχρὸ – ἂν θέλω νὰ εἶμαι ἀκόμη πιὸ εἰλικρινὴς, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ἀκόμη καὶ ἐχθρικό. Ἡ μέθοδος μπορεῖ νὰ βολεύει τὶς φιλολογικὲς σχολὲς καὶ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν λογοτεχνία σὲ κουτάκια, μὰ ἔχει ἀποδείξει στὸ χρόνο τὰ πολλά της ἐλαττώματα. Στὴν λογοτεχνία ἡ ἀτομικότητα, (δὲν θὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ μοναδικότητα), εἶναι προαπαιτούμενο. Ἡ κατάταξη σὲ λογοτεχνικὲς γενιὲς συνήθως ἀδικεῖ, ὁδηγεῖ σὲ κραυγαλέα λάθη (καὶ ὄχι μόνο λόγω τῶν ἑκάστοτε κριτηρίων), μὰ τὸ κυριότερο εἶναι ἄλλο: ὁδηγεῖ σ ἐκεῖνο ποὺ ἡ γνήσια λογοτεχνία ἐχθρεύεται ἀπὸ τὴν φύση της – σὲ δογματισμούς, περιχαρακώσεις, διάσπαση τοῦ ἄχρονου τῶν κειμένων. Τὸ πρᾶγμα σοβαρεύει ἀκόμη περισσότερο ὅταν ἡ ἀλαζονεία μιᾶς γενιᾶς «κομματικοποιεῖται», ξεκινᾷ δηλαδὴ νὰ ἀποκτᾷ ἡγέτες, λογοτεχνικὰ κείμενα «σταθμοὺς» καὶ κριτικοὺς ἕτοιμους νὰ ἀποφασίσουν γιὰ τὰ ποιοτικά της κριτήρια. Τότε εἶναι ποὺ «ὑπαρχηγὸς» Δημαρᾶς ἀποφασίζει πὼς ὁ Καρυωτάκης εἶναι ἀνύπαρκτος ποιητικὰ καὶ ὁ «ἀρχηγὸς» Θεοτοκᾶς μὲ ἀπόλυτο τρόπο ἀποφαίνεται πὼς μὲ τὸν Καβάφη ἡ παρακμιακὴ ποίηση ἐτερμάτισε καὶ εἶναι καιρὸς νὰ βγάλει ἡ χώρα ἀληθινοὺς ποιητές.

Θέλετε μίαν εὔκολη καὶ λίγο ἁπλοϊκὴ ἀπόδειξη πὼς ἡ ἀπεικόνιση τῶν γενεῶν εἶναι γράμμα κενό; Ἀναρωτηθεῖτε τότε: γιατί Καβάφης καὶ Καρυωτάκης παραμένουν ἀκατάτακτοι; Ἠλικιακά; Εἶναι κοντά. Ὁ θάνατός τους ἔρχεται μὲ μόλις πέντε χρόνια διαφορὰ, σὲ διαφορετικὲς βέβαια ἡλικίες. Τὸ ἔργο τους; Περίπου τὴν ἴδια περίπου περίοδο ξεκινᾷ νὰ ἀκούγεται καὶ νὰ ξεσηκώνει διαμάχες στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος. Δίπλα τους ὑπάρχουν πολλὰ ὀνόματα – ἀπὸ τοὺς καταραμένους ποιητὲς τοῦ 20, μέχρι ἐκείνους ποὺ θὰ μεταπηδήσουν στὸ τραῖνο τῆς γενιᾶς τοῦ 30 γιὰ νὰ ἔβρουν πεδίο δόξης λαμπρό τα ἑπόμενα χρόνια. Κι ὅμως, καμία ἐγκυκλοπαιδεία δὲν τολμᾷ νὰ συμπεριλάβει τοὺς δύο ποιητὲς στὶς κατατάξεις της, ἐλάχιστοι φιλόλογοι ἀποπειρῶνται συγχρωτισμὸ μὲ ὑπολοίπους. Εἶναι ἄραγε μόνο το ποιητικό τους μέγεθος ποὺ τοὺς κρατᾷ μοναχικοὺς φιλολογικά; Ὁπωσδήποτε ναί, μὰ κυρίως εἶναι ἐκεῖνο ποὺ νοιώθει ὁ καθείς, οὐσιαστικὰ ἡ ἴδια ἡ ποίησή τους ἀποτρέπει τὴν ὁμαδοποίηση, εἶναι ἄχρονη (ἔστω διαχρονική), εἶναι ἄτοπη, (οὒ-τοπικὴ δηλαδή), διαπερνᾷ κείμενα ὅλων των γενεῶν, οἱ ἐπιρροές της δὲν λείπουν ἀπὸ πουθενά, ἀκόμη καὶ ἀπὸ κείμενα τῶν πιὸ φανατικῶν ποιητικῶν ἀντιπάλων.

Νὰ λοιπὸν ποὺ ἀναγκαστικὰ ἐπανερχόμαστε σ ἐκεῖνο τὸ «ἐξακολουθητικά» τοῦ Ἄγρα, σ ἐκείνη τὴν τόσο εὔστοχη παρατήρησή του. Τὸ νόημα τῆς λέξης βέβαια ἐδῶ δὲν παραπέμπει στὸν χρόνο, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ κοινοτοπία, ἀλλὰ στὸ ἅλμα ποὺ πέτυχε ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη, στὰ ὅρια ποὺ ἔθεσε, στὸ βάθος ποὺ ἔφτασε. Γιὰ νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνομαι στὸ κείμενο, ὅσοι δὲν ἔχετε διαβάσει τὴν κριτικὴ τοῦ Ἄγρα, ἀναζητεῖστε τὴν, ἀξίζει τὸν κόπο – προϋποθέτει βέβαια καλὴ γνώση πεζῶν καὶ ποιημάτων τοῦ Καρυωτάκη.

Τέλος πάντων, ἐὰν εἶναι πιὸ εὔκολο γιὰ σᾶς νὰ μιλήσουμε μὲ κατεστημένους, (δηλαδὴ ἐπιβληθέντες) ὅρους, ἃς μιλήσουμε ἔτσι, ἐὰν σᾶς ἀρέσουν τὰ ὁρόσημα καὶ οἱ «ποιητικοὶ σταθμοί», ἀς παίξουμε τὸ παιχνίδι αὐτό. Λαμβάνοντας ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ 1929 ποὺ δημοσιεύεται τὸ «ἐλεύθερο πνεῦμα» τοῦ Θεοτοκὰ καὶ κατὰ πολλοὺς σηματοδοτεῖ τὴν «ἰδρυτική» τῆς γενιᾶς τοῦ 30, ἔ! τότε θ ἀναγκασθοῦμε νὰ προβοῦμε καὶ ἐμεῖς σὲ μιὰ ὁμαδοποίηση καὶ νὰ ποῦμε ἀπερίφραστα πὼς ὁ Καρυωτάκης, ὁ Καβάφης καὶ μιὰ σειρὰ ποιητῶν τοῦ πρώτου πολέμου καὶ τοῦ μεσοπολέμου σχηματίζουν τὴν «ἀνευλαβῆ γενιά». Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας ὅρος γιὰ ἀντικατάσταση ἐκείνου τῆς «γενιᾶς τοῦ 20», μὰ σὰν πιὸ εὔστοχους, (καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι μὲ ἀρνητικὸ πρόσημο), θὰ προτιμήσω τὸν ὅρο «Ἀναρχικὴ γενιά», μέσα ἀπὸ ποίηση βιωματική, αἱμάτινη. Καὶ ἐσεῖς φιλόλογοι, μπορεῖτε βεβαίως ὅσο τὸ ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐπικρίνετε αὐστηρὰ ἐπιστημονικὰ τὸν ὄρο, καθὼς βέβαια δὲν σηματοδοτεῖ ἐπαρκῶς τὸ ποιητικὸ περιεχόμενο, νὰ βρεῖτε κάποιον πιὸ δόκιμο, πιὸ ἀκριβῆ, ἀλλὰ στὸ θεό σας, ἐγκαταλεῖψτε ἐκεῖνο τὸ «ποιητὴς τῆς λυρικῆς ποίησης», τουλάχιστον ὅσο ἀφορᾷ τὸν Καρυωτάκη, δὲν μ ἐνδιαφέρει ἐὰν φιλολογικὰ καὶ τυπικὰ εἶναι ὀρθὸς – στὴν οὐσία του ἀποτελεῖ μιὰ παρέκκλιση, μιὰ διαστρέβλωση, μιὰ ἀκόμη ἀπόπειρα ἀνεπιτυχοῦς κατάταξης μιᾶς ἀνένταχτης ποίησης.

Θὰ ποῦν κάποιοι: «Τασάκο εἶσαι σχολαστικός, ἐκνευριστικὰ σχολαστικός. Ἡ γνησία ποίηση βρίσκει τὸν δρόμο της, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἐμμονές σου ἢ τὴν πολεμική τῶν ἀντιπάλων της. Ἄσε τοὺς στίχους νὰ ταξιδέψουν, δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὶς ὑπερασπιστικές σου προσπάθειες…».

Ἀς κλείσουμε λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρόχειρο σημείωμα μὲ αὐτό. Ὁ «αὐτοματισμὸς τῆς ποιότητας» εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ διαδεδομένους μύθους ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ διαβόητο ποὺ μονολογοῦσε ὁ Ληναῖος στην «Κόμμησα τῆς φάμπρικας», «ὅποιος δουλεύει πάει μπροστὰ μὲ τὴν ἀξία του». Λέγει αὐτὴ ἡ «θεωρία»: Ὅ,τι ἀξίζει θὰ ἔβρει τὸν δρόμο του, ὅ,τι διαθέτει ποιότητα θὰ κυριαρχήσει στὶς συνειδήσεις. Εἶναι τόσο ἐξόφθαλμα ρηχὴ καὶ ἀνόητη αὐτὴ ἡ ἄποψη, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς δὲν λέγεται ἐκ τοῦ πονηροῦ. Μοιάζει λίγο μὲ κείνη τὴ φράση τοῦ λῃστῆ ἐπάνω στὸν σταυρό: «ἐὰν εἶσαι θεὸς σῶσε τὸν ἑαυτό σου, ἐὰν εἶσαι θεὸς ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ κάμεις ἕνα θαῦμα…». Σὲ γονατίζω, σὲ ἀπαξιώνω, σὲ διαστρεβλώνω καὶ στὸ τέλος ὁπλίζω ἕνα περίστροφο σὲ μάχη ἄνιση. Ἐὰν τώρα αὐτὸ εἶναι ἄδικο, ἐὰν ὁ θεὸς θέλει νὰ σωθεῖς, ἔ! τότε ἡ σφαῖρα θὰ σταματήσει μόνη της. Μὲ αὐτὲς τὶς ἠλιθιότητες ἀπενοχοποιήθηκαν γενιὲς ὁλόκληρες ἀπὸ τὴν ἀδράνειά τους, μὲ παρόμοιες μεταφυσικὲς ἀηδίες στρατιὲς ὀπαδῶν νοιώθουν εὐτυχισμένοι πὼς ζοῦν σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ρυθμίζει αὐτόματα τὴν ἀξιοκρατία καὶ τὴν ἰδέα τῆς δικαιοσύνης. Εὐτυχῶς τὸ διόρθωσε ὁ Ἐλύτης μὲ κεῖνο τὸ «δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ»..

Ὄχι, ἡ σφαῖρα τῆς Πρέβεζας δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ σταματήσει ἐκ θαύματος, κατάφερε ὅμως κάτι καλύτερο. Προορισμένη γιὰ μιὰ καρδιὰ ποὺ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸν θάνατο, ἐξοστρακίστηκε, γύρισε στὸν ἀποστολέα της καὶ ἕναν αἰῶνα τώρα διαγράφει τὴν πιὸ τρελὴ καὶ ἀναρχικὴ πορεία. Ὁ Καρυωτάκης ὁμοιάζει μὲ ἐνοχλητικὸ ἔντομο – περιστρέφεται γελώντας ἕνα γύρω, γιατί ξέρει πὼς δὲν ἔχει ἀκόμη ἐφευρεθεῖ τὸ ἐντομοκτόνο ποὺ θὰ τὸν ἐξολοθρεύσει. Ἄλλωστε, πῶς ἀλλιῶς; Κάθε φορά ποὺ ἡ παρακμὴ κυριαρχεῖ (δηλαδὴ σχεδὸν πάντοτε), κάθε φορά ποὺ τὸ κίβδηλο θὰ προσπαθεῖ νὰ πείσει γιὰ τὴν ἀξία του, (δηλαδὴ αἰωνίως), ὁσάκις οἱ συνειδήσεις χασκογελοῦν παθητικὰ βαλτωμένες στὸν συμβιβασμὸ (ἀσχολίαστο), ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη δὲν δηλώνει ἁπλῶς τὴν παρουσία της, ἀλλὰ (μπορεῖ νὰ) ἀποτελεῖ κάθε φορά (ἐκ νέου) ἀφετηρία ἀναστατώσεων καὶ ἐπανακαθορισμοῦ ἀξιῶν. Δὲν εἶναι καὶ λίγο – ἐλάχιστοι ποιητὲς ἠμποροῦν νὰ κουβαλήσουν τέτοιο βάρος στὴν ποίησή τους.

Ρωτᾷ (ρητορικά;) ὁ Καρυωτάκης σὲ κεῖνο τὸ ἐξαιρετικὸ «μικρὴ ἀσυμφωνία εἰς Α μεῖζον»…

 

«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση

ποιὸς τελευταῖος θὰ γελάσει;»

 

Ἕναν αἰῶνα μετὰ καὶ ἡ ἀπάντηση φοβοῦμαι πὼς μελαγχολεῖ. Κι ἀς βιάζονται νὰ ἀπαντήσουν μερικοὶ ποὺ μόνο κριτήριο ἔχουν τὸν χρόνο καὶ τὶς προτιμήσεις τῶν «ἀπαιτητικῶν ἀναγνωστῶν». Ὄχι, ὁ Καρυωτάκης παραμένει ἀκόμη ξένο σῶμα στὴν ἑλληνικὴ ποίηση, στὴν κοινωνία, στὶς συνειδήσεις. Ἡ «ἐνσωμάτωσή» του ἀκόμη ἀργεῖ.

Βεβαίως ἐκεῖνος ἔχει τὸν χρόνο ἄφθονο, ἔχει πάψει πρὸ πολλοῦ νὰ εἶναι ἀνυπόμονος.

Φοβοῦμαι πὼς στὸν κόσμο τῶν ζώντων τὸ ρολόι παραμένει ἕνας καταναγκασμὸς ποὺ δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ ἀποφύγουμε.

Μίλησα γιὰ ἐνοχλητικὰ ἔντομα. Ἃς κλείσω μὲ ἕνα πεντάστιχο ἀπὸ τὸ ποίημα «Ἀφιέρωμα». Ἴσως δὲν ἀνήκει στὰ καλύτερά του κατὰ τὴν ἐπίσημη κριτική, μὰ ἐμένα μοῦ κλείνει τὸ μάτι μὲ ἕναν τελευταῖο στίχο τοῦ χάους, μὲ κεῖνο ποὺ ἁπλὰ ἐπιδιώκεται, μὰ δὲν κατακτᾶται ποτέ, καθὼς τὴν ἴδια ὥρα ποὺ τὸ ἀγγίζουμε ἔχει ἤδη ἀλλάξει, ἔχει ἤδη μεταβληθεῖ σὲ μιὰ νέα καὶ ζητούμενη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐπιδίωξη…

 

«Ἡ πεταλοῦδα πάντα θὰ πετάξει

ἀφήνοντας στὰ δάχτυλα τὴ γύρη.

Θρόισμα τὸ ἀντίο, τὸ χέρι σου μετάξι,

κι ἐχάθηκες. Ἀπὸ τὸ παραθύρι

ἡ πεταλοῦδα πάντα θὰ πετάξει…»

 

 

 

Κράτα το

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend