Μιὰ πλήξη ἀπόψε τὴν ψυχὴ λαγγεύει καὶ τὸ νοῦ…

 

Τίτλος σὲ βιβλιογραφία: Ὁ περίκλειστος βίος στὴν νεότερη ἑλληνικὴ ποίηση

Τίτλος χρήσης: Ἀνία, πλήξη, ῥαθυμία, στὴν ἑλληνική ποίηση

Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση: “Χίμαιρα”, 2ο τεῦχος

Ανθολογοῦνται οἱ ποιητές, μὲ τὴν σειρά ποὺ εμφανίζονται στὸ κείμενο: Κώστας Καρυωτάκης, Γιῶργος Σαραντῆς, Στράτος Κοντόπουλος, Τῖτος Πατρίκιος, Ἄθως Δημουλᾶς, Γιῶργος Σεφέρης, Ἀνδρέας Καραντώνης [κριτικά ἐπὶ Σεφέρη], Πέτρος Χρονᾶς, Λεία Χατζοπούλου Καραβία, Κώστας Μόντης, Τάκης Παπατζώνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Γιάννης Καρατζόγλου, Κωνσταντῖνος Καβάφης, Ρένος Δαρρῖγος, Κύπρος Χρυσάνθης, Γιῶργος Στογιαννίδης, Μελισσάνθη, Παῦλος Κριναῖος, Τάκης Λειβαδίτης, Ε.Μύρων, Τάκης Δόξας, Ντέμης Κωνσταντινίδης, Μανόλης Ἀλεξίου, Κώστας Βάρναλης

Ἡ ανία, ἡ πλήξη, ἡ ραθυμία στὴν Ἑλληνική ποίηση - ἀπὸ τὸν Μάνο Τασάκο... Click to Tweet

 

Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται

στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμίδια·

θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται

καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.

 

Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι

μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους·

ὁ ἐλαιῶνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη

ὁ ἥλιος – θάνατος μέσα στοὺς θανάτους.

 

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει

γιὰ νὰ ζυγίσῃ μιὰ “ἐλλιπῆ” μερίδα·

θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,

κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.

 

(Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης –

Τὴν Κυριακὴ θ’ ἀκούσουμε τὴ μπάντα.

Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις:  δραχμαὶ τριάντα.)

 

Περπατῶντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,

“Ὑπάρχω;” λές, – κ’ ὕστερα: “δὲν ὑπάρχεις!

Φτάνει τὸ πλοῖο – ὑψωμένη σημαία,

ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης!..

 

(Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους

αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία…

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,

θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.)

(Κώστας Καρυωτάκης, Πρέβεζα, Νέα Ἑστία 1930)

[  ]

Κάποτε φτάνει ἕνας καιρὸς ἄδειος

ποὺ δὲν ὑπάρχεις.

(Γιώργης Σαραντῆς, Στὶς μέρες ποὺ ἔρχονται, Ποιήματα {ἐκλογὴ α’} 1963)

Γιὰ ἐκείνους ποὺ θέλουν μελωδική συνοδεία στὴν ἀνάγνωση…

 

Ἀναρωτιέμαι πολλὲς φορὲς – γιατί ἡ ποίηση (ἁπανταχοῦ γῆς..) εἶναι τόσο σκληρὴ μὲ τοὺς ρᾴθυμους, τοὺς συμβιβασμένους μὲ τὴν ἀφόρητη ἐπαναληπτικότητα, τοὺς εὔκολους, τὶς ρηχὲς συνειδήσεις;  Ἃς τὸ θέσωμε διαφορετικὰ – γιατί οἱ ποιητὲς εἶναι τόσο ἐχθρικοὶ πρὸς τὴν σύμβαση, τὴν μετριότητα, τὴν ὑποκρισία, τὴν ἀεργία;

Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἠθικὸ καὶ ἄλλωστε, εἶμαι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ τὸ ἐξέταζα μέσα ἀπὸ τὰ παραμορφωτικὰ γυαλιὰ μιᾶς ἰδεοληψίας ἢ ἔστω μιᾶς (θρησκευτικῆς ἢ πολιτικῆς) ἠθικῆς στάσης. Ὄχι, συνήθως οἱ καλοὶ ποιητὲς ἔχουν ὑπερβεῖ τοὺς διαχωρισμοὺς ποὺ θέτει ἡ ἐποχή τους καὶ τὶς ἰδεοληψίες ποὺ κάθε κοινωνία φροντίζει νὰ διατηρῆ, γιὰ τὴν διαιώνιση τῆς δομῆς της. Ἡ ποίηση τὰ ὑπερβαίνει ὅλα αὐτὰ καὶ στέκει ἀμείλικτη ἀπέναντι στὸ τίποτα τῆς μετριότητας γιὰ ἕναν πρωταρχικὸ καὶ ἁπλούστατο λόγο – ἡ εὐκολία καὶ ἡ σύμβαση συνθέτουν τὸ πιὸ ἀποτελεσματικό, τὸ πιὸ ἄμεσο δηλητήριο γιὰ τὴν δημιουργία, τὴν ἀναζήτηση, τὴν κριτικὴ σκέψη καί, στὸ τέλος τῆς ἡμέρας, γιὰ τὴν ἴδια τὴν συνείδηση καὶ τὴν ἁρματωσιὰ ποὺ πρέπει νὰ κουβαλᾷ γιὰ νὰ διασχίσει ἀξιοπρεπὼς ἐτοῦτο τὸν κόσμο.

Ὅταν ἀναφέρομαι στὴν ἀξιοπρέπεια, σκέφτομαι πρωτίστως τὴν ἐλεύθερη στάση ἀπέναντι στὸν κόσμο, τὴν μοναδικότητα τοῦ προσώπου καὶ τὴν δυνατότητα νὰ δημιουργῆ καὶ νὰ προσφέρει ἀποτέλεσμα μὲ βάση τὰ δικά του μοναδικά, ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ἡ μᾶζα, (καὶ ἡ ἰσοπέδωση ποὺ γεννοβολᾶ), ἡ ὑποταγὴ σὲ κανόνες ποὺ κατάφωρα ἐξορίζουν τὸ δίκαιο, τὴν ἀξιοκρατία, τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῶν καὶ πρὸ πάντων – ἡ δειλία νὰ ἀντισταθεῖ κανεὶς ἀπέναντι σε ὅλα αὐτά, ἔστω καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσή του, ὅλα αὐτὰ στήνουν ἕνα σκηνικὸ ποὺ γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι ἐφιαλτικό, μία καθημερινή βάσανος. Ὅσο σκληρότερη (καὶ πιο ὑλιστική) ἡ ἐποχή, τόσο περισσότερο βασανιστικὴ ἡ ζωὴ τοῦ λεπταίσθητου, τοῦ διαφορετικοῦ, τοῦ Ἄλλου..

Δεῖτε γιὰ παράδειγμα τὴν πασίγνωστη πιὰ «Πρέβεζα» τοῦ Καρυωτάκη, δὲν θὰ ἀναλύσωμε βέβαια ἐδῶ ἕνα ποίημα ποὺ τὸ ἔχουμε ἰδεῖ πάμπολλες φορές, οὔτε θὰ σταθοῦμε στὸ πόσο θαυμαστὰ ὁ Καρυωτάκης σπάει κάθε μετρικὸ κανόνα καὶ πλάθει τὸν δικό του μικτὸ ἑνδεκασύλλαβο – ἀδιάφορα ὅλα αὐτὰ στὸ σημερινό μας θέμα. Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ προσέξετε, εἶναι τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὅσων περιγράφονται, τὴν κόκκινη γραμμὴ ποὺ διαπερνᾷ τὶς (φαινομενικὰ διαφορετικὲς) εἰκόνες ποὺ ἁδρὰ σχηματίζονται στὸ ποίημα.

Πόσοι ἀπὸ ἐσὰς ἔχετε πραγματικὰ ζήσει στὴν ἐπαρχία καὶ ἰδιαίτερα στὴν ἐπαρχία προηγούμενων δεκαετιῶν; Ἡ διαφήμιση, οἱ τηλεοπτικὲς σειρές, ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων νοσταλγικὴ ἀναπόληση κάποιων παιδικῶν χρόνων, ἔχουν πείσει πολλοὺς ἀστοὺς ὅτι ἡ ἐπαρχία μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ἰσοβίως γοητευτικὴ καὶ ἔγχρωμη – προσπαθῆστε νὰ δεῖτε τὶς Καρυωτάκειες εἰκόνες μὲ τὴν ματιὰ σύγχρονου σκηνοθέτη. Γραφικὰ σπίτια μὲ παλιὰ κεραμίδια, λιόδεντρα ποὺ λαμπυρίζουν στὸν ἥλιο, ὁ συνήθως λιπόσαρκος δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα ὑπὸ μάλης, ὁ δῆθεν αὐστηρὸς ἀστυφύλαξ μὲ τὴν βαριὰ προφορὰ καὶ τὴν προσκόλληση στοὺς τύπους, μπάντες νὰ παιανίζουν τὰ πρωϊνὰ τῆς Κυριακῆς, προκυμαία γιὰ τὴν καθιερωμένη βόλτα, ὅπου ἐπίσημοι καὶ μὴ χαιρετιοῦνται μὲ καλοσυνάτο χαμόγελο…

Ἐντάξει, αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ σᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ καὶ προσπαθῆτε νὰ τὴν ζήσετε ὅταν ἐπισκέπτεστε ἕνα χωριὸ ἢ μία κωμόπολη γιὰ δύο, τρεῖς καὶ δέκα ἡμέρες. Τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ αὐτό, μία εἰκόνα πλαστή καὶ χάρτινη, μία ψευδαίσθηση – μιὰ φαντασίωση, ποὺ ὁ Καρυωτάκης ἀποδομεῖ μὲ τρόπο σκληρό, (ὅπως συνηθίζει ἄλλωστε..).

 Ἡ ἐπαρχία τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἀφόρητη, δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ Πρέβεζα ποὺ, (ἴσως καὶ κάπως ἄδικα..), φορτώθηκε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῆς μίζερης καὶ μικρόψυχης Ἑλλάδας τοῦ τότε, πολὺ φοβοῦμαι καὶ τοῦ τώρα. Οἱ γυναῖκες δὲν εἶναι γραφικὲς φιγοῦρες στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν – εἶναι τραγικὰ κουφάρια ποὺ ἔχουν παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε ἀπόλαυση, τὸ δάκρυ ἀπὸ τὸ καθάρισμα τῶν κρεμμυδιῶν δὲν κάμει καμμία διαφορὰ ἀπὸ τὸ ἀγκάλιασμα, τὸν δῆθεν ἔρωτα, τὴν καθ’ ὑπόκρισιν συντροφικότητα. Τὰ βρώμικα σοκάκια δὲν εἶναι τὰ γραφικὰ καλντερίμια γιὰ τουρίστες, ἀλλὰ μία δυσωδία ποὺ κολλᾷ στὰ ροῦχα – τὰ εὐφάνταστα ὀνόματά τους τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν εἰρωνικὴ ὑπογράμμιση τῆς ἀσημαντότητας καὶ τῆς ἀκύμαντης διαδρομῆς πρὸς τὸν θάνατο. Ἡ ἐπαρχία ποὺ ἔχει μπασταρδέψει τὸν ἀγροτικὸ καὶ, ἐν πολλοῖς ἐλεύθερο, χαρακτῆρα της, μὲ μικροαστικοὺς καταναγκασμοὺς καὶ συμβάσεις, τὸ μάτι τοῦ γείτονα ποὺ παρατηρεῖ καὶ ἐξοντώνει ἐκεῖνον ποὺ θὰ μιλήση καὶ θὰ πράξη διαφορετικά, ὁ ρατσισμός, ἡ ἀνομολόγητη ὑποκρισία πίσω ἀπὸ τὶς κλειστὲς πόρτες, τὸ χέρι τῆς ἐξουσίας, ἡ φτώχεια, ἡ κακοποίηση τοῦ τρελοῦ του χωριοῦ, ἡ ἀπέραντη ὑποκρισία σὲ ἕναν κόσμο ἀκίνητο, στάσιμο καὶ χωρὶς ἴχνος δημιουργίας – αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπαρχία τοῦ Καρυωτάκη, ἡ ἐπαρχία ἡ δική σας, ἡ δική μου, ἡ ἐπαρχία μιᾶς χώρας ποὺ μισεῖ τὴν κίνηση καὶ τὴν ἐξέλιξη καὶ ἀρέσκεται στὴν ἐπιφάνεια, στὴν ὑποκρισία, στοὺς τύπους..

Ἀνάμεσα στὶς δύο αὐτὲς εἰκόνες, (ἐκείνη τὴν πραγματική του Καρυωτάκη καὶ ἐκείνη τὴν μεταγενέστερη καὶ ἐξωραϊσμένη), ὑπάρχει ἕνα χάσμα. Ἡ πρώτη εἰκόνα ὁδηγεῖ στὴν αὐτοκτονία – τὴν πραγματικὴ ἢ μεταφορική. Ἡ δεύτερη εἰκόνα ὅμως στέκει μπροστὰ μας πολλαπλῶς πιὸ ἐπικίνδυνη, πολλαπλῶς πιὸ ἀποπροσανατολιστικὴ , καθὼς ὁδηγεῖ σὲ κάτι χειρότερο – τὴν πνευματικὴ ρᾳθυμία, τὴν ἐπίπλαστη αἰσιοδοξία, τὴν μονιμότητα ἑνὸς εὐφημισμοῦ, ποὺ μᾶς δίνει ἀτράνταχτο ἄλλοθι γιὰ τὴν ἀπραξία, τὴν παθητικότητα, τὴν ἀνία, τὴν παραίτηση.

Ἀντιλαμβάνεστε βεβαίως ὅτι ἐδῶ ἡ ἐπαρχία εἶναι μοναχὰ ἡ ἀφορμὴ – στὴν πραγματικότητα τὸ σημερινὸ κείμενο ἀφορᾷ τὸ σύνολο, μιὰ κατατονία συλλογικὴ κοινωνικά, μία ἄνοια ὁμαδικὴ καὶ μία ἀντὶ – πνευματικότητα ποὺ ἀγκαλιάζει καὶ τὴν τελευταία λεπτομέρεια τῆς καθημερινότητας.

Σκεφθεῖτε γιὰ λίγο το νόημα τοῦ ὑπάρχω, δὲν ὑπάρχω τῶν στίχων τοῦ Καρυωτάκη – εἶναι ἡ ἐρώτηση ποὺ κάμει τὸ ἀνήσυχο πνεῦμα πρὸς ἕναν κόσμο ποὺ ἀκινητεῖ ξαφνικά, κάπως σὰν τὶς παλαιὲς ἑλληνικὲς ταινίες ὅπου στὰ ὄνειρα ὁ πρωταγωνιστὴς στροβιλίζεται μόνος  ἀνάμεσα σε παγωμένα ἐνσταντανέ, κάτι σὰν τὸ κοριτσάκι μὲ τὸ κόκκινο φόρεμα στὴν λίστα τοῦ Σίντλερ, ἡ τελευταία ἐλπίδα ζωῆς σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἔχει ἤδη πεθάνει καὶ δὲν τὸ γνωρίζει, ἤ, κι ἄν κατά βάθος το ξεύρει, ἐπιλέγει νὰ ἀπωθήση τὴν σκιά του στὰ τρίσβαθα τῆς συνείδησης.

Τί θέλω νὰ πῶ μὲ ὅλα τοῦτα καὶ γιατί πιστεύω τοὺς σημερινοὺς ἐξωραϊσμοὺς πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνους γιὰ τὴν πνευματική μας ὑγεία;

Στὴν προπολεμικὴ Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχαν περιθώρια γιὰ εὐφημισμοὺς καὶ περιθώρια γιὰ τοὺς κατ’ ἐπάγγελμα αἰσιόδοξους – ἡ μιζέρια, ἡ ἀπραξία, ἡ φτώχεια, ὁ θάνατος, ἤσαν μπροστά σου, ἔμπαιναν στὸ δέρμα σου, ἡ εἰκόνα γιὰ τὴν πλειονότητα τοῦ πληθυσμοῦ ἦταν σκουρόχρωμη καὶ ἀνέλπιδη, ἀδύνατον νὰ διαφύγης ἀπὸ αὐτὴν μὲ ἐπίπλαστες νότες αἰσιοδοξίας.

…Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσετε τὴν καταναλωτικὴ συμπεριφορὰ στὰ μεγαλομπακάλικα ὅταν μεσολαβεῖ ἔστω καὶ μία ἡμέρα ἀργίας, νὰ δεῖτε τὰ γεμάτα καρότσια μὲ φαγητὰ ποὺ στὸ τέλος θὰ πεταχθοῦν, τὰ νευρωτικὰ τρίχρονα ποὺ μελανιάζουν ὅταν τοὺς ἀρνοῦνται μία ἀγορά, τὴν δυστυχία στὸ μάτι ὅταν ἡ τσέπη δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατανάλωση τῶν ἀκριβῶν καὶ λαμπερῶν προϊόντων της βιτρίνας, τῆς κάθε βιτρίνας…
Ἐκεῖνο ποὺ ἄλλαξε στὰ χρόνια ποὺ πέρασαν, (μιλᾶμε πάντα γιὰ τὸ πνευματικὸ μέρος, τὴν σκέψη καὶ τὴν συνείδηση), εἶναι ὅτι ἕνα ὁλόκληρο ἄθροισμα ἰδεοληπτικῶν μηχανισμῶν καὶ θεσμῶν, κατόρθωσε νὰ σᾶς πείσει (καὶ χωρίς μεγάλη προσπάθεια ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε..), πὼς τὰ πράγματα βελτιώθηκαν ἐξαιρετικά, μόνο καὶ μόνο γιατί τὸ βιοτικό σας ἐπίπεδο ἐξελίχθηκε θεαματικά. Οἱ λεροὶ καὶ ἀσήμαντοι δρόμοι τοῦ Καρυωτάκη ἔγιναν λεωφόροι, ὁ κύριος νομάρχης κυκλοφορεῖ σήμερα μὲ κρατικὸ πολυτελὲς αὐτοκίνητο, τὰ μικροαστικὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι μεταμφιέστηκαν σὲ κήπους στὶς ταράτσες καὶ τὸ ἄγχος τῶν τριάντα δραχμῶν ἀποταμίευσης πολλαπλασιάστηκε καὶ διαμοιράστηκε σὲ σπίτια, ἐξοχικὰ καὶ αὐτοκίνητα. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ σύστημα ἐκμεταλλεύθηκε τὸν ἰδιοκτησιακὸ πρωτογονισμό σας καὶ χωρὶς νὰ προσπαθήσει κἄν, σᾶς ἐπέβαλλε τὸ συναίσθημα τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς ἀσφάλειας, ἁπλῶς καὶ μόνο γιατί ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ πίνετε ἕναν καφὲ στὸν ἥλιο ὁλημερὶς μὲ φίλους, νὰ τρῶτε τοῦ σκασμοῦ σὲ μία ταβέρνα καὶ νὰ ἀμπελοφιλοσοφῆτε νύχτα καὶ μέρα στὰ κοινωνικὰ δίκτυα – μόνο καὶ μόνο δηλαδὴ γιατί μπορεῖτε χωρὶς καμία ἐπίκριση νὰ διαχειρίζεστε τὴν ἀνία σας καλύτερα καὶ νὰ τὴν μεταμφιέζετε σὲ πρότυπο εὐτυχισμένου βίου. Ἡ ἀπουσία κάθε οὐσιαστικῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης, ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς συνείδησης ὡς ἀντίτιμο στὴν εὐημερία, ἔστρεψε μία ὁλόκληρη κοινωνία ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες στὴν οἰκονομικὴ βουλιμία καὶ σὲ ἕναν ἀνθρωποφάγο ἐν τέλει ἀτομισμό. Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσετε τὴν καταναλωτικὴ συμπεριφορὰ στὰ μεγαλομπακάλικα ὅταν μεσολαβεῖ ἔστω καὶ μία  ἡμέρα ἀργίας, νὰ δεῖτε τὰ γεμᾶτα καρότσια μὲ φαγητὰ ποὺ στὸ τέλος θὰ πεταχθοῦν, τὰ νευρωτικὰ τρίχρονα ποὺ μελανιάζουν ὅταν τοὺς ἀρνοῦνται μία ἀγορά, τὴν δυστυχία στὸ μάτι ὅταν ἡ τσέπη δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατανάλωση τῶν ἀκριβῶν καὶ λαμπερῶν προϊόντων της βιτρίνας, τῆς κάθε βιτρίνας. Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσετε τὰ γεμᾶτα καφέ, τὴν κατ’  ἐξοχὴν ἐθνικὴ ἀφορμὴ γιὰ ρᾳθυμία, ἀνία, παραίτηση ἀπὸ κάθε τί ποὺ θὰ ἀπαιτοῦσε ὁ ἐλεύθερος χρόνος νὰ γεμίσει μὲ δημιουργία, κόπο, συμμετοχή, ἔστω καὶ ἐθελοντισμό. Εἶναι μία ὁλάκερη κοινωνία ποὺ ἀπὸ τὸ 1830 κτίστηκε ἐπάνω στὶς λίρες καὶ τὰ τοῦβλα καὶ ὅταν τὸ πρότυπο αὐτὸ κλυδωνίστηκε λόγω τῆς κρίσης, κατέρρευσε ψυχολογικὰ καὶ ἡ ἴδια, καθὼς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακρίνει ἄλλο λόγο ὕπαρξης πέρα ἀπὸ τὸ γεννοβόλημα τοῦ χρήματος. Ὅμως τὸ σύστημα εἶναι ἔξυπνο, ἐξυπνότερο κατὰ πολὺ καὶ ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ἀπὸ ἐμένα. Κάθε στυγνὸς οἰκονομισμὸς καὶ κοινωνικὴ ἀπάθεια ἀπαιτοῦν ἄλλοθι καὶ ἀντίμετρα (τῆς μόδας πιὰ σήμερα...) – γιὰ νὰ καθησυχάσουν ἐκεῖνες τὶς συνειδήσεις ποὺ δυσφοροῦν μέσα σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον ἀπόλυτης παθητικότητας καὶ ἀπραξίας. Τραβῆξτε λοιπὸν μέσα ἀπὸ τὸ ὄμορφο καλάθι ὅποιο ἄλλοθι σᾶς βολεύει, ὑπάρχουν πολλὰ καὶ καλοστημένα μὴ στενοχωρῆσθε – «λογοτεχνία» τοῦ σωροῦ, ἴδια καὶ ἀπαράλλακτη ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τίτλο καὶ τὸ ὄνομα στὸ βιβλίο, ἱδρύματα πολιτισμοῦ μὲ ἀρχεῖα ποιητῶν ποὺ κακοποιοῦν βάναυσα καὶ τὸν ποιητὴ καὶ τὸ ἔργο του, θηριώδεις ἁλυσίδες βιβλιοπωλείων γιὰ νὰ εὕρει πάγκο ὁ σωρὸς νὰ ξαποστάσει, ποιητὲς μὲ βραβεῖα καὶ ἀπονομὲς , μὲ ἀναγνώριση, μὲ παρουσιάσεις, μὲ πληρωμένες ἐκδόσεις, ποιητὲς παντοῦ μὲ τὴν ποίηση ἐκκωφαντικὰ νὰ ἀπουσιάζει. Ἀπὸ δίπλα δημοσιογράφοι, κριτικοί, ἀναλυτὲς καὶ φιλόλογοι, μὲ τὸ ζόρι νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἔχωμε λογοτεχνία καὶ ποίηση δυνατή. Καὶ τὰ βλέπετε ὅλα τοῦτα στὸ κινητό σας καὶ στὰ δίκτυα, τὴν ὥρα ποὺ πίνετε τὸ καφεδάκι σας, (ἄλλη ὥρα γιὰ τὰ ὑποκοριστικά του μικροαστικοῦ ὑποσυνείδητου), τὰ βλέπετε ὅλα αὐτὰ καὶ ἀναφωνεῖτε: «Ά!, μὰ εἴμαστε μιὰ κοινωνία εὐτυχής, πολύχρωμη, γιομάτη πολιτισμὸ καὶ ἔργο, ἐὰν μάλιστα λίγο ξεπεραστεῖ ἡ κρίση θὰ εἴμεθα καὶ εὐτυχεῖς..».

Μήτε εὐτυχεῖς θὰ εἶστε μήτε τίποτε, ὅσο καὶ νὰ αὐξηθοῦν οἱ συντάξεις σας ἀπὸ κάτω σας θὰ χάσκει τὸ ἀπέραντο κενό τοῦ ἀπομεσήμερου τῆς Κυριακῆς, τῆς ἐθνικῆς μοναξιᾶς τοῦ ποδοσφαίρου, ἡ μελαγχολία ποὺ γεννᾷ τὸ φλοῦδι καὶ ἡ ἐπιφάνεια, ἡ ἀνυπαρξία οὐσιαστικῶν προσωπικῶν σχέσεων καὶ ἡ μακάρια ἀπουσία κάθε πρωτοβουλίας καὶ προσωπικῆς δημιουργίας. Ὅπως καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Καρυωτάκη, (μὲ ἄλλα μέσα βεβαίως, μὲ ἄλλες ἀναλογίες…), προσπαθῆτε νὰ τὰ ἐξορίσετε ὅλα τοῦτα μὲ γενόσημα – καφεδάκια, κουτσομπολιό, κατανάλωση, πολιτική, ἀερολογίες, ὅλα τοῦτα στὴν μοναδικὴ χώρα στὸν κόσμο ὅπου ἡ ἔκφραση «σκοτώνω τὴν ὥρα μου» ἐκφωνεῖται ὑπερήφανα καὶ χαρωπά. Τσιμουδιὰ δὲν θὰ βγάλετε ὅσα δικαιώματα καὶ ἐὰν σᾶς καταπατήσουν, γιατί ὁ ὕστατος τρόμος σας εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς περιουσίας, τῆς μεζονέτας καὶ τῆς σύνταξης. Ὅπως δὲν βγάλατε τσιμουδιὰ στὰ τετρακόσια χρόνια ραγιαδισμοῦ, στὰ ἑπτὰ χρόνια καρπαζιᾶς καὶ στὰ ὀκτὼ χρόνια κρίσης. Καὶ μὴν γελιέστε ἄλλο, τὸ θέμα μήτε πολιτικὸ εἶναι μήτε τίποτα, κανένα κόμμα καὶ καμμιὰ ὀργάνωση δὲν ἠμπορεῖ νὰ χορτάσει ποτὲ τὴν οἰκονομική σας πεῖνα καὶ καμμιὰ ἰδεολογία δὲν ἡμπορῆ νὰ σᾶς ἐπιβάλλει τὴν πνευματικότητα, ἐὰν ἐσεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἀποφασίσετε νὰ κοπιάσετε γιὰ τὴν κατάκτησή της..

Κάπως ἔτσι φτάνει λοιπὸν ἕνας καιρὸς ἄδειος ποὺ δὲν ὑπάρχεις, ὅπως ἐξαιρετικά το γράφει ὁ Σαραντῆς ἢ ἕνας καιρὸς ποὺ ἡ Ἱστορία περνᾷ ἀπὸ πάνω σου, ὅπως τὸ ἴδιο ἐξαιρετικά το ἀναφέρει ὁ Λεοντάρης. Καὶ τὰ χρόνια περνοῦν… ἀπὸ τὸν Στράτο Κοντόπουλο

Γενέθλια

Ποῦ πῆγαν ἐκεῖνα τὰ ὄμορφα, ποῦ χάθηκε ἡ ρέμβη,

ποῦ ἄφησες τὰ δύσκολα, ποῦ ξόδεψες, ποῦ χάραξες,

ποῦ ἀγάπησες, ποῦ ἔσκυψες,

ποῦ ξεχώρισες, ποῦ τὰ σπατάλησες…

κι ἔχεις τὸ θράσος σήμερα

χρόνια πολλὰ νὰ ζητιανεύης…

Ποῦ χάθηκαν τὰ χρόνια τὰ ἑξῆντα σου,

ποῦ χάθηκαν, ποῦ πῆγαν…

(Στράτος Κοντόπουλος, Χασμωδίες καὶ παρηχήσεις, 2001)

Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτικὴ ἡ ὑποκρισία σήμερα, (σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ χρόνια του Καρυωτάκη..), ἔχει πάψει νὰ θεωρεῖται ὡς τέτοια καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον τρομακτικό, τὸ πλέον ἀπέλπιδο γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές.

Ἰδοὺ καὶ ὁ Τίτος Πατρίκιος, τὸ ποίημα προφανῶς γράφτηκε σὲ συνθῆκες ἄγριου πολιτικοῦ διωγμοῦ, ὅμως ἄνετα μπορῆτε νὰ διευρύνετε τὴν νοηματική του σὲ ὅποιον θάνατο καὶ σὲ ὅποια αἰσιοδοξία… 

Τὰ εἰκοσπέντε μου χρόνια συνωστισμένα σὲ δεκαετίες διωγμῶν καὶ στερήσεων!../ ‘Όχι· δὲ θὰ σᾶς κάνω τὴ χάρη νὰ σᾶς συνηθίσω, νὰ βολευτῶ μαζί σας!/ Δὲν προσαρμόζομαι στὸν θάνατο!..

(καὶ σὺ σταμάτα αὐτὸ τὸ χαμόγελο τῆς ἠλίθιας αἰσιοδοξίας!/ Δὲ μᾶς κάνει!..)

(Τίτος Πατρίκιος, Συρματόπλεγμα, Χωματόδρομος, 1954)

Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ σημερινό μας θέμα, ὁ σημερινὸς προβληματισμός. Μιὰ κοινωνία ποὺ πλέον ἀκινητεῖ ἀπὸ τὴν μία μεριά, ἕνας κόσμος ποὺ ἔχει ἐκχωρήσει τὴν κρίση του καὶ τὴν συνείδησή του καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ στῖχοι, ποὺ προσπαθοῦν ὄχι μόνο νὰ ἀποτυπώσουν αὐτὸν τὸν ζόφο, μὰ νὰ προτείνουν καὶ διέξοδο, ἀνάσα, διαφυγὴ καὶ ἀπόδραση ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς μάζας, τῆς ὁμοιομορφίας καὶ ἐν τέλει τῆς ἀνίας ἀπέναντι στὴν ἴδια τὴν ζωή. Ἡ διαφορὰ μὲ ὅλους ἐμᾶς (ἢ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς..) εἶναι ὅτι ὁ Καρυωτάκης δὲν εἶχε τὴν πολυτέλεια (ἢ τὴν ἀντοχὴ..) νὰ γενῆ παρατηρητὴς καὶ ἀπὸ ἀπόσταση νὰ κρίνει. Βιώνει τὸ πρόβλημα, εἶναι μέρος τοῦ προβλήματος, οἱ ἀντιφάσεις καὶ ἡ ὑποκρισία ποὺ στιγματίζει ματώνουν καὶ τὸ δικό του τὸ κορμί. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ ἔχουμε γράψει καὶ ἀλλοῦ…

Ἃς ξεκινήσωμε λοιπὸν τὸ ποιητικὸ ταξίδι. Καὶ στὸ τέλος του, ἴσως ἀντιληφθοῦμε πὼς ὅσα ἐξωραΐζουν, δὲν ἐπιλύουν ταυτόχρονα τὸ πρόβλημα.

Τἰτος Πατρίκιος

Χάσμα

Ἔδωκε τὴν ζωή του σὲ φλάμπουρο ἀχάριστο,

ξεδιάντροπο, ξετσίπωτο καὶ ξένο·

Περιμένει ξεσκέπαστος στὸ φέρετρό του

ξαπλωμένος σὲ τόπο κρύο σκοτεινὸ

– ξέχωρος, ἀκάλυπτος καὶ μόνος.

 

Ματαίως ἀναμένει·

ἀλλοῦ κυματίζει τώρα τὸ φλάμπουρο,

ἀλλοῦ μοιράζει ὑποσχέσεις.

 

‘Άλλους τώρα ζεσταίνει τρυφερά,

ἄλλους ἑτοιμάζει γιὰ τὸ χῶμα…

(Στράτος Κοντόπουλος, Χασμωδίες καὶ παρηχήσεις, 2001)

(Ὁ τίτλος τῆς συλλογῆς Χασμωδίες καὶ παρηχήσεις δὲν εἶναι τυχαῖος, θυμίζει τὰ δεκατετράστιχα τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως καὶ τοὺς Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους, δάνεια ἀπὸ τὴν φιλολογία τῆς μετρικῆς, ἀλλὰ γιὰ δεῖτε – σὲ ὅλο το ποίημα ἡ παρήχηση τοῦ ξ εἶναι ἔντονα παροῦσα, ἕνα γράμμα σκληρό, τραχύ, θὰ ἔλεγα ἀπόλυτο, ὅπως καὶ τὸ θέμα ἄλλωστε ποὺ πραγματεύεται τὸ ποίημα. Οἱ χασμωδίες εἶναι λιγότερες καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι ἐνοχλητικὲς)

Ἀπὸ μία πρώτη ματιά, τὸ ποίημα δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν πλήξη ἢ τὴν νεοελληνικὴ ἀνία. Στὸ πρῶτο ἀναγνωστικὸ ἐπίπεδο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ μία πρωτότυπη ἀναφορὰ στὴν διάψευση, μία ἀντίστιξη ἀνάμεσα στὴν μοναξιὰ τοῦ ἀνένταχτου ἀνθρώπου καὶ στὴν ἀσφάλεια ποὺ προσφέρει ἕνα λάβαρο, μία ἰδεολογία, μία ἀνθρώπινη μᾶζα μὲ ἰσοπεδωμένα τὰ (ἀνὰ πρόσωπο) χαρακτηριστικά.

Κι ὅμως. Μήπως μέσα ἀπὸ τούτη τὴν εἰκόνα ἀναδύεται ὁ βασικὸς λόγος, τὸ κύριο ἀντικίνητρο ποὺ ὁδηγεῖ ὅλο καὶ περισσότερους ἀνθρώπους στὴν ἀκινησία καὶ στὴν πλήξη; Μήπως ἐκτὸς ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, (κυρίαρχο βεβαίως μὲ τὸν ἕναν ἢ ἄλλον τρόπο..), ὁ «φόβος τοῦ ἀποσυνάγωγου», ὁ φόβος τῆς ἀπομόνωσης, εἶναι ἀπὸ μόνος του παραλυτικὸς κάθε ἀπόπειρας νὰ ὑψωθεῖ τὸ ἀνάστημα, νὰ ἐπιβληθεῖ ἡ ἀτομικὴ συνείδηση;

Στὴν σημερινὴ ἐποχή, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη, δὲν χρειάζονται καταδίκες, διωγμοί, ἐξορίες καὶ βασανιστήρια γιὰ νὰ κατασταλλεῖ ἡ διαφορετική φωνή. Ὁλάκερη ἡ κοινωνία βασίζεται ἐπάνω στὸ ὁμοιόμορφο, τὴν τεχνητὴ αἰσιοδοξία, τὸ εἰκονικὸ χαμόγελο καὶ τὶς ρηχὲς σχέσεις τῶν κοινωνικῶν δικτύων – ἀρκεῖ λοιπὸν ἡ ἀπειλὴ τῆς ἀπομόνωσης, τοῦ dislike, τῆς διακοπῆς τοῦ εἰκονικοῦ νήματος, γιὰ νὰ παραλύσει κάθε ἀντίσταση. Ὅποιος διακόψει τὸ νῆμα διακόπτει τὴν ἴδια τοῦ τὴν ὕπαρξη ποὺ βασίζεται σὲ μία σειρὰ ἀπὸ καταφάσεις καὶ ἀποδοχές. Κι ἃς λέγει ὁ ποιητής…

Ἀλήθεια σᾶς λέω/δὲν ἔχει τίποτα νὰ ζηλέψει ἡ σιωπή μου/ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ κόσμου σας…

(Γιώργης Σαραντής, “Ποιὸς ἤτανε ὁ Ἀλέξανδρος”, 1970)

Ὅσο κι ἂν ὑποκρινόμαστε πὼς ὅλα τοῦτα δὲν μᾶς ἀκουμποῦν, ὅσο καὶ νὰ ξεγελᾶμε τὴν συνείδησή μας πὼς δὲν μᾶς ἀφοροῦν οἱ ρηχότητες μιᾶς κοινωνίας βαθύτατα ἐπιφανειακῆς στὶς προσεγγίσεις της, τίποτε ἄλλο δὲν κάμωμε ἀπὸ τὸ νὰ ἀκουμπᾶμε ἐπάνω σε ἕνα ἄλλοθι, σὲ μία ὑποκρισία παρόμοια στὴν οὐσία της μὲ ἐκείνη ἄλλων σκοτεινῶν ἐποχῶν. Τὸ μέσον ἔχει ἐλάχιστη σημασία, ἢ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἀκριβέστερα, τὸ μέσον ξεκινᾷ νὰ ἀποκτᾷ τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅσο περισσότερο χρησιμοποιεῖται γιὰ συγκάλυψη, ὡραιοποίηση, γιὰ λησμονιά. Ἀλλάζουν οἱ ἐλευθερίες, οἱ ἀποταμιεύσεις, τὰ σπίτια, τὰ αὐτοκίνητα, τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο – ἀλλάζουν ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα, τὸ πνεῦμα ποὺ ὁλοένα συρρικνώνεται, τὴν συνείδηση ποὺ περισσότερο ἐνδίδει, τὴν κρίση ποὺ ὁλοένα περισσότερο δειλιάζει νὰ κάμη ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει, δηλαδὴ νὰ κρίνει, νὰ κατακρίνει, νὰ ἐπικρίνει, νὰ καταδείξει χωρὶς φόβο, ἀλλὰ μὲ πολὺ πάθος.

Γεώργιος Βιζυηνός. Μαζί με τὸν Παπαδιαμάντη οἱ πρωτεργάτες τοῦ καλοῦ διηγήματος στὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐξαιρετικά λυπηρό ποὺ οι γλωσσικοί φανατισμοί ἔχουν στὴν οὐσία μετατρέψει τὸ πρωτότυπο τοῦ ἔργου τους σὲ terra incognita γιὰ ὄλες τὶς νεότερες γενιές..

Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ζωή; Στὴν ἔνταση τῆς ταβέρνας, στὸ κουτσομπολιό, στὴν τηλεοπτικὴ ἠλιθιότητα, στὴν ἐκπαίδευση ποὺ ἔχει ἀπομείνει στὰ πρότυπα περασμένων δεκαετιῶν, στὴν ἀποχαύνωση τοῦ καφενείου; Ναί, ἕνα μέρος της εἶναι καὶ ἐκεῖ, μὰ ἡ οὐσία της, οἱ χυμοί της, ἡ φωτιά της καὶ τὸ ἔγκαυμά της εἶναι ἀλλοῦ, θὰ τὰ δοῦμε παρακάτω. Κι ὅποιος ἀφήνει τὴν ζωή του νὰ βυθιστῆ μέσα στὴν πλήξη, κι ὅποιος κοιμᾶται ἥσυχος μόνο καὶ μόνο γιατί χαχάνισε μὲ ἐπιτυχία στὴν παρέα του, εὐθυγραμμισμένος μὲ τὴν ἐποχή, δὲν ἔχει παρὰ νὰ διαβάσει τὸ ἀνατριχιαστικὸ ποίημα τοῦ Ἄθωνος Δημουλᾶ – μιὰ εὐθεῖα γραμμὴ στὸν καρδιογράφο, μιὰ ζωὴ δίχως ἀποτύπωμα, δίχως διακριτὸ ἴχνος…

Ὁμοιότης

Καθισμένο σὲ πολυθρόνα τὸν δείχνει

αὐτή του ἡ φωτογραφία… Σὲ μιὰ πολυθρόνα

παλιᾶς τέχνης, ρυθμοῦ περασμένου (πολλὰ

σκαλίσματα καὶ μεγάλο βάθος), τῆς ἐποχῆς

ποὺ πῆραν τὴν φωτογραφία – ἐδῶ

καὶ τριάντα τόσα χρόνια…

 

Ἡ μορφή του

μονάχα λίγον ἄλλαξε ἀπὸ τότε,

κι ἃς πέρασαν τὰ τόσα χρόνια –

ἀμέσως τὸν ἀναγνωρίζει κανείς…

 

Κ’ ἐντύπωση μοῦ κάνει στὴν φωτογραφία αὐτὴ

τὸ πολὺ γαλήνιο ὕφος του – ἴδιο σχεδὸν μ’ ἐκεῖνο

ποὺ εἶχε καὶ χθές,  στὴ νεκρική του κλίνη.

(Ἀθως Δημουλᾶς, Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα καὶ ἡ ἄλλη, 1961)

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης, (ἀναμφισβήτητα ἐξαιρετικὸς ποιητὴς στὰ περισσότερα..), δὲν ἦταν ποτὲ στὶς πρῶτες μου προτιμήσεις, γιὰ λόγους ποὺ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφερθοῦν σὲ τοῦτο τὸ κείμενο, ὅμως ἔχει γράψει ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα ποιήματα, τὸ ἐξαιρετικὸ καὶ κλειστοφοβικὸ «Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός…» (μαζὶ μὲ τὸ «Ἑλένη» καὶ τὸ «Θεατρίνοι Μ.Α.» νομίζω οἱ καλύτερές του δημιουργίες)… ἃς τὸ θυμηθοῦμε πρὶν σχολιάσουμε..

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ

ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.

Δὲν ἔχουμε ποτάμια, δὲν ἔχουμε πηγάδια, δὲν ἔχουμε πηγὲς –

μονάχα λίγες στέρνες ἄδειες κι αὐτὲς ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.

(Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος μὲ τὴ μοναξιά μας

ἴδιος μὲ τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος μὲ τὰ σώματά μας.)

 

Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε

τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.

Κ’ οἱ γάμοι μας τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα

γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.

Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

 

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν

οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγᾶδες. Στὰ λιμάνια

τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν’ ἀνασάνουμε,

βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα

σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν

σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν’ ἀγαπήσουν.

(Γιῶργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα, 1935)

Ποτὲ δὲν κατάλαβα τὴν συσχέτιση τοῦ Σεφέρη μὲ τὸν μοντερνισμὸ – ἰδιαίτερα σε ὅτι ἀφορᾷ τὸ «Μυθιστόρημα». Ποτὲ δὲν κατάλαβα ἐπίσης κριτικὲς παρουσιάσεις σὰν κι αὐτές… οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου…

«… ἡ συνειδητὴ αὐτὴ ἀπαισιοδοξία ποὺ πλημμυρίζει ἀσφυχτικά τα ὅρια τοῦ ἀπόλυτου καὶ ἀπειλεῖ νὰ τὰ σπάσει, δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ μᾶς μεταδώσει τὴ διαβρωτικὴ νοσηρότητα καὶ τὴ μοῦχλα τοῦ Καρυωτακισμοῦ. Κατὰ βάθος εἶναι ἡ ἀπαισιοδοξία ἑνὸς γεροῦ ὀργανισμοῦ ποὺ δὲ φοβᾶται νὰ ψηλαφήσει τὴν ἀρρώστια του. Ἔπειτα, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἀποτελεῖ τὴ μόνιμη πραγματικότητα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, προκαλῶντας συχνὰ τὶς βίαιες ἀντιδράσεις ποὺ γεννοῦνε τὶς μεγάλες ἐποχὲς καὶ τὰ μεγάλα ἔργα καὶ καθρεφτίζεται σ’ ὁλόκληρη τὴ λογοτεχνία μας, ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια ὡς τὴν ὑπερσυνειδητὴ τέχνη τοῦ Σεφέρη, ποὺ σ’ αὐτὸν ἔλαχε νὰ τὴν αἰσθητοποιήσει ποιητικὰ καὶ νὰ τὴν ἀνυψώσει σὲ ἀντικειμενικὴ θεωρία ζωῆς…»

(Ἀνδρέας Καραντώνης, Ὁ ποιητὴς Γ.Σεφέρης, 1931, Ἑστία)

Σέβομαι ἀπόλυτα τὸν πολυγραφότατο Καραντώνη (δὲν ἔχουμε δὰ καὶ πληθώρα μορφωμένων κριτικῶν στὴν Ἑλλάδα..), ὅμως φοβοῦμαι ὅτι παρόμοιες κριτικὲς συγχέουν τὸ νόημα μὲ τὸ ἐκφραστικό του ὄχημα, τὴν ποιητικὴ γλῶσσα μὲ τὸ περιεχόμενο, καταλήγοντας ἔτσι ἀναπόφευκτα σὲ ἕναν φορμαλισμὸ ἐντελῶς στεῖρο καὶ παραπλανητικό. Θὰ τολμήσω μάλιστα σὲ ἀντίστιξη μὲ τὸ παραπάνω κείμενο τοῦ Ἀνδρέα Καραντώνη, νὰ πῶ τοῦτο – τὸ συγκεκριμένο ποίημα τοῦ Σεφέρη τὸ πιστεύω ριζικὰ πιὸ ἀποδομητικὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῶν θεσμικῶν της ἀποτυπωμάτων, ἀκόμη πιὸ ἀναρχικὸ καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ σκοτεινά του Καρυωτάκη (τὰ περὶ μούχλας καὶ νοσηρότητας στὸ κείμενο τὰ ἀφήνω ἀσχολίαστα γιατί θὰ ξεφύγουμε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ σημερινὸ θέμα..).

Ξεχάστε γιὰ λίγο τὴν μεγαλοαστικὴ καταγωγὴ τοῦ Σεφέρη, τὶς ἀντιφάσεις τοῦ βίου του, ἀκόμη καὶ τὴν διστακτικότητά του στὴν καταδίκη τῆς ἑπταετίας. Ξεχάστε ὅλα τα ἄλλα ποιήματά του καὶ ἐπικεντρωθῆτε σὲ τοῦτο τὸ σημερινό. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκόνα μιᾶς κοινωνίας, (θὰ ἔλεγα ἑνὸς κόσμου ὁλάκερου..) ἐντελῶς ἀκίνητης καὶ ὑπνωτισμένης; Δὲν εἶναι αὐτὴ μιὰ εἰκόνα κατεστραμμένη (τὸ 1935 παρακαλῶ πολύ…), μιὰ ἀπελπισία ποὺ δὲν ἀνατρέπεται οὔτε ἀπὸ τὰ πιὸ πρωτόγονα καὶ ἀνθρώπινα; Ναί, μπορεῖ ἀπὸ τὸ ποίημα νὰ ἀπουσιάζει ἡ εὐθεῖα κριτικὴ τοῦ Καρυωτάκη πρὸς τὸ πρόσωπο, τὸ ἄτομο, τὴν μονάδα, ὅμως μήπως ἐτοῦτοι οἱ λίγοι στίχοι εἶναι λιγότερο θυμωμένοι, ἀπελπισμένοι, μήπως δηλώνουν λιγότερη παραίτηση καὶ μελαγχολία; Προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ὁ Σεφέρης, (καὶ ἡ περιβόητη γενεά τοῦ 30..) εὑρίσκονται στὸν ἀντίποδα τῆς γενεᾶς τοῦ 20 καὶ τοῦ Καρυωτάκη, ἀλλά μὰ τὴν πίστη μου θὰ πρέπει νὰ εἶναι κανείς τυφλός φιλολογικά καὶ λογοτεχνικά γιὰ νὰ μὴν αντιλαμβάνεται πόσο κοντά εἶναι το συγκεκριμένο ποίημα στὴν ὁπτική τῶν καταραμένων ποιητῶν.

Στὴν πραγματικότητα τὸ ἴδιο μαῦρο ξεπηδᾷ – τόσο ἀπὸ τὴν μοναδικὴ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν συγκρατημένη (ἐκφραστικὰ) ποίηση τοῦ Σεφέρη. Δὲν πρόκειται γιὰ μία κριτικὴ τῆς στιγμῆς, γιὰ μία μελαγχολία μπωντλερική, γιὰ ἕνα παράγωγο μιᾶς ποιητικῆς ἀνίας – εἶναι ἕνα κατηγορῶ ἐξαιρετικὰ δυνατὸ στὸ σύνολο μιᾶς συμπεριφορᾶς, στὸ σύνολο μιᾶς κοινωνίας. Οἱ νεότεροι κριτικοί μας, μέρη ἀναπόσπαστα ἑνὸς συστήματος ποὺ θέλει νὰ λειαίνει γωνίες καὶ πιστεύει τὴν ποίηση ὄμορφο φόντο γιὰ ἀπογευματινὰ τέϊα, προσπάθησαν νὰ ἀφαιρέσουν αὐτὴν τὴν δύναμη παντὶ τρόπω – ὅμως εὐτυχῶς ἡ δύναμη τοῦ γραπτοῦ παραμένει, ἀρκεῖ νὰ διαβάσουμε τοὺς στίχους ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δίχως τὶς προκαταλήψεις καὶ τὶς ἀνοησίες περὶ συφιλιδικοῦ Καρυωτάκη ἢ τοῦ μοντερνισμοῦ τῆς γενιᾶς τοῦ 30.

Πέρα ἀπὸ τὴν ἀξία τοῦ ἴδιου τοῦ ποιήματος, τοῦτοι οἱ στῖχοι δικαιώνουν πανηγυρικὰ τὸν Καρυωτάκη ποὺ ἐπανειλημμένα κατηγορήθηκε γιὰ ἀναίτιο πεσιμισμό, ἀτομισμό, παραίτηση καὶ στεῖρα ἀπαισιοδοξία. Καὶ ἀποδεικνύουν γι’ ἀκόμη μία φορὰ, ὅτι τοῦτος ὁ τόπος βρίσκεται σὲ μόνιμη διάσταση μὲ ὅ,τι πιὸ δημιουργικὸ καὶ πνευματικὸ μπορεῖ νὰ διαθέτει μία ὥριμη συνείδηση.

Ἡ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων νεοελλήνων ταιριάζει σὲ ἀθανάτους καὶ ὄχι σὲ ὄντα μὲ βίο χρονικὰ περιορισμένο. Εἶναι πολλοὶ οἱ ποιητὲς ποὺ προσπάθησαν νὰ ἀποτυπώσουν τὴν λεγόμενη «μεταμέλεια τῆς ὕστατης ὥρας», τὴν πικρὴ μετάνοια δηλαδὴ λίγο πρὶν τὸ τέλος, τὴν στιγμὴ ποὺ μέσα ἀπὸ ἕναν ἀπολογισμὸ καταγράφουμε τὶς χαμένες ὧρες τοῦ καφενείου, τῆς τηλεόρασης, τῆς ἀνίας, τοῦ ἀπόλυτου τίποτα… μὰ τότε εἶναι πιὰ ἀργὰ γιὰ ἐπιστροφὲς καὶ διορθώσεις..

Εἶναι πολὺ ἀργά…

Εἶναι πολὺ ἀργά…

Εἶναι γιὰ ὅλα πιὰ πολὺ ἀργά…

Καὶ δὲν ὑπάρχει χρόνος πιά, γιὰ τίποτε…

 

Ἀκόμα μιὰ φορὰ μονάχα

νὰ στρέψης πίσω σου –

καὶ νὰ κοιτάξης

τὰ μονοπάτια ἀπ’ ὅπου ἐπέρασες,

τοὺς τάφους ποὺ ἔσκαψες…

Ἀκόμα μιὰ φορὰ ν’ ἀκούσης –

σὰν μιὰ ἠχώ,

Ἀπὸ τὰ γέλοια, ἀπὸ τὰ κλάματά σου –

κ’ ὕστερα, κάτω ἀπ’ ὅλα τοῦτα,

μὲ χέρι κιόλας ποὺ ἄρχισε νὰ τρέμῃ,

χαράζοντας ἴσια γραμμή,

νὰ κάνῃς πιὰ τὴν ἄθροιση…

 

Γιὰ ὅλα τ’ ἄλλα

εἶναι πολὺ ἀργά.

(Κώστας Τσάτσος, Νέα Ἑστία 1969, μὲ τὸ ψευδώνυμο Κώστας Ἰωνίδης)

Ἡ ἴδια ἀκινησία, τὸ ἴδιο χωρὶς ἀνάσα νεκρικὸ τοπίο, ἀπὸ τὸν Πέτρο Χρονά…

Ἔτσι περνοῦν οἱ ἐποχές…

…Ἔτσι περνοῦν οἱ ἐποχὲς

κι ἀποδημεῖ ἡ σκέψη μας

ἀπὸ τὸν ἕναν κρόταφο στὸν ἄλλο…

Ἀρκεῖ ἕνα τραῖνο πούφυγε

ἤ ἕνα ποτάμι ποὺ κυλᾷ

καὶ μεγαλώνει ἡ μοναξιά μας…

Τὸ πρόσεξες καλά το ἴδιο ὕφος τῆς ἰτιᾶς

καὶ τοῦ σταθμάρχη;..

(Πέτρος Χρονᾶς, 1963)

Λοιπόν, νὰ κι ἕνα παράξενο ποίημα, ἃς τὸ δοῦμε πρὶν περάσουμε σὲ κάποια σχόλια…

Κέντημα

Ξόδεψε χρόνια/κεντώντας το./ Στὸ τέλος,/κανεὶς πιὰ δὲν ὑποψιαζόταν, /οὔτε μποροῦσε, / πὼς κάτω ἀπ’ τὸ πολύχρωμο πανί, / ἀσφυχτικὰ γεμάτο λουλούδια, / ἀστέρια, /κρυβόταν ἒν’ ἀτόφιο / σκοῦρο / βαρύτιμο τραπέζι.

(Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, «Δύο στιγμὲς τοῦ σίδερου», 1960)

Ποιὸς ὑφαίνει τὴν ζωή σας; Ποιὸς καθορίζει τὴν συμπεριφορά σας; Γιατί κουβαλᾶτε ἀγόγγυστα ἀπόψεις, ἰδέες καὶ σκέψεις ποὺ σᾶς ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ οἰκογένεια, σχολεῖο καὶ κοινωνία καὶ ἀρνεῖσθε πεισματικὰ νὰ κοπιάσετε γιὰ νὰ ἀναδείξετε τὸ δικό σας γνήσιο, τὴν δική σας ἐπιθυμία, τὴν δική σας μοναδικὴ συνείδηση;

Τὸ βαρύτιμο εἶναι πάντοτε ἁπλό, ἡ ἀξία του προκύπτει ἀπὸ τὴν γνησιότητα τοῦ ὑλικοῦ του καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πλουμίδια ποὺ ὁπωσδήποτε δείχνουν φανταχτερὰ καὶ λάμπουν – μὰ λάμπουν ὅπως ἕνας τσίγκος κάτω ἀπὸ τὸν ἐκτυφλωτικὸ ἥλιο. Τὸ μέταλλο τῆς σκέψης σας, τῆς ψυχῆς σας, τῶν συναισθημάτων σας καὶ πρὸ πάντων, το πολύτιμο μέταλλο τῆς συνείδησής σας εἶναι θαμμένο βαθιὰ καὶ γιὰ νὰ τὸ φέρετε στὴν ἐπιφάνεια, πρέπει νὰ πετάξετε ἀπὸ πάνω του τὴν σκόνη, τὴν ὑποκρισία, τὴν σύμβαση ποὺ σᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ στὸ κάθε σᾶς βῆμα καὶ στὴν κάθε σᾶς ἀντίδραση. Κινῆσθε ὡσὰν κουρδισμένοι καὶ στιγμὴ δὲν ἀναρωτιέστε, δὲν κρίνετε, δὲν στοχάζεστε. Τὸ βιβλίο, ἡ λογοτεχνία, ἡ ποίηση εἶναι ἐχθροί σας γιατί σᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δεῖτε κατάματα τὴν πραγματικότητα καὶ νὰ ἀντιδράσετε ἀνάλογα. Κεντᾶτε, κεντᾶτε γιὰ χρόνια ὁλάκερα τὴν ζωή σας – μὰ προσέξτε μὴν σταθῆτε κάποια μέρα στὸν καθρέφτη καὶ δὲν ἀναγνωρίζετε τὸ πρόσωπό σας, τὴν μοναδικότητά σας, τὴν αὐταξία σας. Καὶ κείνη τὴν στιγμὴ μὴν ἐκπλαγεῖτε, μὴν ὑποκριθεῖτε τοὺς ἀνήξερους, δίπλα σας ἦταν οἱ ποιητὲς ποὺ τὰ φώναζαν, μὰ ἡ φωνὴ τοὺς ἔβρισκε τοῖχο σὲ ὦτα μὴ ἀκουόντων…

GREEK POET MONTIS

Εἶν’ λίγο νὰ προσμένῃς τοὺς βαρβάρους

Εἶν’ λίγο νὰ προσμένῃς τοὺς βαρβάρους τοῦ Καβάφη,

μ’ ὅση δραματικότητα κι ἄν σοῦ τὸ περιγράφη –

γιατί ἐπιτέλους εἶν’ μιὰ ἐλπίδα ἡ προσμονή σου

πὼς ἔστω κι’ αὐτοὶ οἱ βάρβαροι θ’ ἀλλάξουν πιὰ τὴν ζωή σου.

Δραματικὸ εἶναι τίποτα νὰ μὴν περιμένῃς,

μ’ ἄδεια τὰ χέρια, τὴν καρδιά, νὰ μένῃς,

ξένος, σ’ ἐρημικὸ δρομάκι ξένο

σὰ φύλλο τοῦ φθινόπωρου ἀπ’ τὸν ἄνεμο ριγμένο,

καὶ νὰ κοιτᾷς τριγύρω ἀφαιρεμένα

αὐτὰ τὰ τόσα πράγματα τὰ ξένα,

νὰ μὴν ἀναγνωρίζῃς τὴ φωνή σου,

νάχει κοπῆ τοῦ κόσμου τους κάθε δεσμὸς μαζί σου

καὶ τὸ χειρότερον ἀπ’ ὅλα ἀκόμα:

νὰ μὴ βλέπῃς τὴ λύση σου στὸ χῶμα,

τὴ λύση ποὺ ἐμπιστεύονται κι ἀρποῦν οἱ ἀπελπισμένοι,

νὰ μὴν ξέρῃς ἂν δὲν σοῦ εἶναι τὸ ἴδιο κ’ οἱ τάφοι ξένοι.

(Κώστας Μόντης, «Τὰ τραγούδια τῆς ταπεινῆς ζωῆς», Λευκωσία 1954, τὸ ποίημα εἶναι σπάνιο στὸ διαδίκτυο, μὰ κι ἂν τὸ εὕρετε εἶναι συνήθως γλωσσικὰ κατακρεουργημένο. Ἐνδιαφέρον ἔχει ἐπίσης στὸ συγκεκριμένο τὸ ὁμοιοκατάληκτο τοῦ Μόντη καὶ ἡ μετρική του – ἀλλὰ αὐτὰ κάποια στιγμὴ θὰ τὰ δοῦμε σὲ κείμενο γιὰ τὸ μέτρο καὶ τὸν ρυθμὸ στὴν ποίηση)

Ἕνα ἀπὸ τὰ δραματικότερα ποιήματα τοῦ Μόντη ποὺ ἐπεκτείνει τὴν Καβαφικὴ ἀκηδία στὸ «Περιμένοντας τοὺς βαρβάρους» καὶ τὴν πλάθει ἀπόλυτη, ἀνεπίστρεπτη, ἀκόμη καὶ ἡ αὐτοχειρία δὲν δίνει διέξοδο, ἡ ἀποξένωση εἶναι πλήρης καὶ ὁλοκληρωτική.

Ἡ ἀλλοτρίωση στὶς σύγχρονες κοινωνίες ἔχει μελετηθεῖ ἀπὸ πολλούς, (ἰδιαίτερα ξένους) συγγραφεῖς – ἄλλοτε ἐπιτυχημένα, ἄλλοτε ἄνευρα καὶ ἄτονα. Μέσα στὸν πυρῆνα αὐτῆς τῆς ἀποξένωσης, σύμπτωμα καὶ ταυτόχρονα αἰτία αὐτῆς τῆς ρηχότητας καὶ τῆς εὐκολίας, βρίσκεται ἡ πλήξη, ἡ ἀνία, ἡ ρᾳθυμία, ἡ παραίτηση ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἐλάχιστη προσπάθεια ἀλλαγῆς τῶν πραγμάτων.

Τί σημαίνει ὅμως ζωὴ χαμένη; Τί σημαίνει πλήξη; Πρωτίστως πρόκειται γιὰ βολικὴ μοιρολατρία, γιὰ ἀναμονὴ ἑνὸς θαύματος (ἀπὸ τὴν ζωή, γενικῶς καὶ ἀορίστως..), γιὰ καρτερία μιᾶς ἀνατροπῆς ποὺ θαρθῆ ἀπέξω, ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τὴν μοῖρα ποὺ μᾶς χρωστᾷ καὶ μᾶς ὀφείλει. Δεῖτε τὸ παρακάτω ποίημα τοῦ Παπατζώνη, ἔχωμε πεῖ πολλὲς φορὲς πὼς εἶναι δύσκολος ποιητὴς καὶ ἡ μετρική τῆς ποιητικῆς του δὲν βοηθᾷ πάντοτε μέσα ἀπὸ τὴν πυκνότητα τῶν νοημάτων, ἀλλὰ προσπαθῆστε γιατί τὸ ἀξίζει.. θὰ τὸ πῶ ξανὰ κι ἃς γεννῶ κουραστικός, εἶναι λυπηρό το ὅτι στὸ διαδίκτυο οἱ ἀναφορὲς στὸν Τάκη Παπατζώνη εἶναι ἐλάχιστες καὶ αὐτὲς ποὺ ὑπάρχουν ἀπὸ τραγικὲς καὶ ἐπιφανειακές ἕως ἀδιάφορες..

 

Εἶναι σκληρό…

Εἶναι σκληρὸ νὰ  μένῃς, τόσα χρόνια τώρα,

μὲ τόνα πόδι ἐδῶ καὶ τὸ ἄλλο ἐκεῖ,  σὲ ὕψος γκρεμοῦ, μὲ δίχως βούληση,

μὴν καλοξέροντας ἂν σὲ βαστάη ἡ πέτρα,

μὲ τοὺς ἀπατηλοὺς ἀχνούς τῆς ζάλης νὰ ρουφᾶν τὸ θάρρος,

νὰ σοὺ ἀφαιροῦν τὴ διάκριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ,

μὲ βλέμμα ριγμένο στὴ θέα ἐτούτου τοῦ ἐνεργοῦ κοιμητηριοῦ…

Τέτοιες ὧρες διαλέγουν νὰ στροβιλίζωνται οἱ μνῆμες –

οἱ στολισμένες, οἱ ὡραῖες – κ’ ἐγκαθιστοῦν

μέσα στὴ σκοτεινὴ καρδιὰ τὰ μύρια πλούτη,

οἱ φυλακισμένες, οἱ δέσμιες, σὰν τὴν πολύπαθη ἀγάπη

τοῦ μύθου, ποὺ ἐνῷ δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πῇς δυστυχισμένη,

τὴν καταδίκασαν νὰ ζῇ τρωγλοδύτης

στὴ μουγγαμάρα, στὴν ἀφάνεια, στὶς τρομάρες –

καὶ τί τῆς μένει στὴ φυλακὴ τῆς νυχτιᾶς της

ἄλλο ἀπὸ δυὸ ζευγάρια μάτια ψηλαφητὰ

νὰ ψάχνωνται κι ἀπ’ τὴν ἀσφάλεια δυὸ χεριῶν  σφιχτῶν σὲ ἀποδοχὴ τῆς μοίρας

ἐνῷ σιγὰ ξατμίζεται καὶ λυώνει ἡ ζωὴ στὸ χωνευτῆρι τῆς μάταιης καρτερίας.

(Τάκης Παπατζώνης, «Ἐκλογὴ Β’», 1962)

Δεῖτε πόσο ἐξαιρετικὸς ὁ τελευταῖος στίχος καὶ πῶς τὸ ποίημα διατρέχει τὴν πορεία μιᾶς ζωῆς γιὰ νὰ καταλήξει ἀνέλπιδο στὴν ἑξαύλωση καὶ τὸν μηδενισμὸ τῆς ὕπαρξης ποὺ ἔφυγε δίχως ἀποτύπωμα, δίχως ἀξιομνημόνευτα, δίχως ἀγῶνα.

Δίχως ἀποτύπωμα, δηλαδὴ δίχως σκοπό, ὕπαρξη ποὺ δὲν ἔχει λόγο. Δεῖτε το σὲ ἕνα μεταφορικὸ τετράστιχο (ἀπόσπασμα) τοῦ Μαλακάση…

Λόγω τῆς πικρίας τοῦ Καρυωτάκη ὁ Μαλακάσης ἔμεινε μὲ τὸ στῖγμα τοῦ “ἀνάλαφρου” ποιητή. Κρῖμα βεβαίως, καθώς ἔχει γράψει ἀξιόλογα ποιήματα..

Στὸν κῆπο τῆς εὐτυχίας

[  ]

Πῶς μαραγκιάζουν ὅμως τὰ φτωχὰ μηλοροδάκινα

σὰν πέφτουν κάτ’ ἂπ’ τὴ ροδακινιά!..

Καὶ νὰ μὴν ἔχουν τὰ καημένα γιὰ σημάδι τους,

καὶ νὰ μὴν ἔχουν μιὰ δαγκαματιά!..

(Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ἀσφόδελοι», 1918)

Ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα (καὶ πιὸ εὔστοχα..) ποιήματα γιὰ τὴν ρουτίνα καὶ τὴν ἀσήμαντη ζωὴ ποὺ τὴν ἀκολουθεῖ, προέρχεται ἀπὸ τὸν Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο – κατὰ τὴν γνώμη μου ἕνας κάπως ἀδικημένο λόγιο, ἰδιαίτερα στὰ ποιητικά του..

(Θερμὴ παράκληση πρὸς τοὺς μεγαλόσχημους καὶ βαθυστόχαστους κριτικούς μας – ἢ τουλάχιστον ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ ὀνοματίζονται ἔτσι: Μήπως τὸ ἠμπορεῖτε καλοί μου ἄνθρωποι, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, νὰ περιορίσετε κάπως τὴν χρήση τοῦ ρήματος «ἐνοφθαλμίζω» καὶ ὅλων των παραγώγων του; Πέρα ἀπὸ κουραστικό, τὸ πρᾶγμα καταντᾷ γελοῖο, τὰ δάνεια ἀπὸ τὴν γεωπονικὴ δὲν σᾶς ψηλώνουν, πιστέψτε με.. καὶ σὲ κάθε περίπτωση, ἐὰν ἐπιμένετε στὶς βαθυστόχαστες κριτικές σας νὰ χρησιμοποιῆτε ἀτυχεῖς μεταφορές, ἐπιστρέψτε στὸ ταπεινὸ «μπολιάζω» – δὲν εἶναι κακὸ νὰ σᾶς καταλαβαίνει τὸ ἀκροατήριο, δὲν μειώνει το ἔτσι κι ἀλλιῶς ὑψηλό σας μπόι..)

Ἃς ἐπιστρέψουμε λοιπὸν στὸ ποίημα… προσέξτε τὸν πρῶτο στίχο, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα ποίημα ἀπὸ μόνος του, ὑπάρχουν βέβαια κάποιες ἀτυχεῖς συνιζήσεις, ἀλλὰ μικρό το κακό..

Ἡ τιμωρία

Ὅλες οἱ περιπέτειες κοιμοῦνται μέσα μας…

Πρόσωπα χλωμὰ καὶ λιγνά.

Καὶ τὰ χείλη τ’ ἀχνὰ σφαλισμένα,

καὶ τὰ βλέφαρ’ ἀσάλευτα…

Πρόσωπα τῶν ὀνείρων,

πρόσωπα τῶν μακρυνῶν ταξιδιῶν,

πρόσωπα τῆς ποίησης,

πρόσωπα τῆς ἀγάπης.

Γεμᾶτα προσδοκία, καὶ νοσταλγία, κ’ ἐλπίδα.

 

Καὶ τώρα κατάντησαν καθὼς οἱ ἐρημῖτες στὰ σταυροδρόμια,

νὰ τοὺς μουσκεύῃ τὰ δάχτυλα ἡ βροχὴ τοῦ χειμῶνα,

νὰ παραδέρνουν στὸν ἄνεμο μοναχοί…

 

Εἶναι τὰ ὄνειρα ποὺ σκελετώθηκαν,

ποὺ τὴ γυμνώθηκαν τὴν πᾶσα τους ὀμορφιά.

Εἶναι τὰ ταξίδια ποὺ συμμαζώχτηκαν

σὲ κυριακάτικες ἀποδημίες ἀνώδυνες.

Εἶναι οἱ ἀγάπες ποὺ μᾶς προσπέρασαν,

γιατί δὲν μπόρεσε νὰ τὶς σταματήσει κανείς.

Εἶναι ἡ ποίηση ποὺ δὲν τὴν κερδίσαμε,

γιατί μᾶς τρόμαξε τὸ βαρὺ τίμημά της.

Εἶναι οἱ τόλμες ποὺ δὲν τὶς τολμήσαμε.

 

Κ’ ἔτσι ἀπομείναμε μοναχοὶ

σὲ τοῦτα τὰ καθημερινὰ σταυροδρόμια

νὰ θεωροῦμε τὸ θέαμα τὸ μεγάλο τοῦ κόσμου

νὰ καταριούμαστε τὶς νύχτες ποὺ δὲν εἶναι δικές μας

καὶ νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὰ νιᾶτα,

χωρὶς ἀπαντοχή, χωρὶς ἀνταπόκριση,

καὶ νὰ θρηνοῦμε τὴν ποίηση ποὺ ἔγινε σιωπὴ

καθὼς οἱ ἐπιτύμβιες παρθένες, οἱ ἀνυμέναιες,

καὶ νὰ θρηνοῦμε τὴν προσδοκία ποὺ ἔγινε θάνατος,

καὶ νὰ θρηνοῦμε τὴ νοσταλγία ποὺ ἔγινεν ἔγνοια καὶ θλίψη.

 

…Παρόμοιες μὲ τὶς πατρογονικὲς φωτογραφίες

στὰ σπίτια ποὺ μονάξιασαν οἱ καιροὶ

πλήξη καὶ σκόνη

Οἱ περιπέτειες κοιμοῦνται μέσα μας…

(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, «Ὁ Κύκλος τῶν ζῳδίων», 1952)

Ὑπάρχουν κάποιες λέξεις ἰδιαίτερα προσφιλεῖς σὲ πολλοὺς ποιητὲς καὶ ὄχι ἄδικα, καθὼς κουβαλοῦν φορτίο ἰδιαίτερο καὶ ἡ νοηματοδότησή τους εἶναι πολλαπλῶς φορτισμένη. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ συνδηλώσεις τους. Ἡ λέξη «σκόνη» εἶναι μία ἀπὸ αὐτὲς – κουβαλᾷ μαζί της τὴν ἔννοια τῆς νοσταλγίας, τοῦ χαμένου χρόνου, τῶν ἀναμνήσεων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀκινησίας, τοῦ θανάτου, τῆς λησμονιᾶς. Δεῖτε ἕνα ποίημα τοῦ Γιάννη Καρατζόγλου – τὶς λέξεις «διαβατήριο» καὶ «διαβατήριος» διαβᾶστε τις κυριολεκτικὰ καὶ ὄχι στὴν τρέχουσα σημασία τους..

Διαβατήρια

«Ἔχω δεῖ καὶ καλύτερες μέρες», εἶπε

τὸ καλοκαῖρι καὶ βιάστηκε νὰ φύγει.

Ἐγὼ ὅμως κανένα τόσο σκληρὸ καὶ βιαστικὸ

ἐδῶ καὶ πενήντα τόσα χρόνια.

Διαβατήριοι καημοί, διαβατήριοι χρόνοι

διαβατήρια ἔργα ἀνθρώπων, διαβατήρια καλοκαίρια.

Σὲ πέτρες καταλήγετε καὶ κοχύλια καὶ πυριτικὰ

σὲ μιὰ ἀργόσυρτη πορεία στὴ σκόνη.

(Γιάννης Καρατζόγλου, «Ἀποτελέσματα χρήσεως», Ἴκαρος, 2006)

Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἀνθολόγηση ὁ Καβάφης – τὸ ποίημα «Μονοτονία» εἶναι πιὰ ἐμβληματικό…

Μονοτονία

Τὴν μιὰ μονότονην ἡμέραν ἄλλη

μονότονη, ἀπαράλλακτη, ἀκολουθεῖ. Θὰ γίνουν

τὰ ἴδια πράγματα, θὰ ξαναγίνουν πάλι –

ἡ ὅμοιες στιγμὲς μᾶς βρίσκουνε καὶ μᾶς ἀφήνουν.

Μῆνας περνᾷ καὶ φέρνει ἄλλον μῆνα –

αὐτὰ ποὺ ἔρχονται κανεὶς εὔκολα τὰ εἰκάζει·

εἶναι τὰ χθεσινά τὰ βαρετὰ ἐκεῖνα…

Καὶ καταντᾷ τὸ αὔριο πιὰ σὰν αὔριο νὰ μὴ μοιάζει.

(Κωνσταντῖνος Καβάφης, 1908)

Φυσικά το ποίημα δὲν χρειάζεται ἰδιαίτερη ἀνάλυση – νὰ πῶ μόνο ὅτι αὐτὲς οἱ δύο στροφὲς ποὺ βλέπετε χρειάστηκαν δέκα χρόνια γιὰ νὰ πάρουν αὐτὴν τὴν μορφὴ καὶ νὰ δημοσιευθοῦν. Θὰ πεῖ κάποιος – δέκα χρόνια γιὰ δύο στροφές, χωρὶς μάλιστα κάτι τὸ ἰδιαίτερο γλωσσικά, δίχως κάτι τὸ ἐξαιρετικὰ βαθυστόχαστο μέσα στοὺς στίχους;

Πρόκειται γιὰ τὸ πιὸ λιτὸ (σὲ γλωσσικὲς ἐκφράσεις..) ποίημα τοῦ Καβάφη, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ ποιητὴς ἤθελε βασανιστικὰ νὰ φτάσει σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου το ἐντελῶς ἀπέριττο νὰ ταυτίζεται μὲ τὸ νόημα τοῦ ἔργου. Μοναχὰ κάποια τελικὰ (ν) ὑποψιάζουν γιὰ τὸν συγγραφέα τῆς “Μονοτονίας” – δὲν ὑπάρχουν ἐδῶ οἱ ἀγαπημένες θεατρικὲς σκηνὲς τοῦ Καβάφη, μήτε τὰ ἐπίθετα ποὺ συναντᾶμε στὰ “Κεριά”, οὔτε οἱ ἀγαπημένες του ἰδιωματικὲς λέξεις – τίποτα ποὺ νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν πληκτικὴ ἐπανάληψη, τὴν ἀχρωμία, τὸ οὐδέτερο, τὸ ἄτονο.

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε καὶ μιὰ προσωπικὴ σκέψη ποὺ νομίζω ὑπογραμμίζει τὴν Καβαφικὴ τελειομανία – ἀσφαλῶς προσέξατε ὅτι στὸ ποίημα ὑπάρχει ὁμοιοκαταληξία (παροξύτονη), κάτι ποὺ ἀσφαλῶς δὲν συνηθίζει ὁ Καβάφης – γιὰ δεῖτε ὅμως, στὴν πρώτη στροφὴ ὑπάρχει διασκελισμὸς ποὺ ἀποδυναμώνει τὴν ρίμα, μοναχὰ σὰν ἀπαγγείλετε προσεκτικὰ τὴν πρώτη στροφὴ ἀναδεικνύεται τὸ ὁμοιοκατάληκτο, γενικότερα ὁ ρυθμὸς εἶναι πιὸ χαλαρός, οἱ λέξεις κυλοῦν πιὸ ἀργά, ἀκριβῶς ὅπως τὰ πρῶτα χρόνια στὴν ζωὴ ὅπου ἡ ρουτίνα δὲν ἔχει ἀκόμη διαβρώσει ἐπιθυμίες, ὄνειρα καὶ προσδοκίες.

Ὅμως στὴν δεύτερη στροφή ἡ ὁμοιοκαταληξία εἶναι πλέον σταθερὴ καὶ τὸ παροξύτονό της δίνει στὸ ποίημα ἕναν ἀμετάκλητο τόνο, μία ὀσμὴ ἀπολογισμοῦ ποὺ ἀντικρύζει τὸ τέλος. Ἀναμφίβολα ὁ Καβάφης χρησιμοποιεῖ τὴν ρίμα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν ἀνιαρὴ ἐπανάληψη, μὰ δὲν τὸ θεωρῶ ἀπίθανο νὰ  ἔστησε μὲ πρόθεση τὶς δύο στροφὲς μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ὑποδηλώνουν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ ὄνειρο στὴν ἐνηλικίωση, τὴν ἐπιτάχυνση τῆς φθορᾶς, τὴν σχετικότητα τοῦ χρόνου ὅταν ἡ πλήξη καὶ ἡ ἀνία κυριαρχήσουν.

Μὴν γελιέστε ποτὲ ἀπὸ τὴν φαινομενικὰ ἁπλὴ μορφὴ ἑνὸς ποιήματος – εἶναι μοναχὰ ἡ κορφὴ τοῦ παγόβουνου καὶ μοναχὰ σὰν σκάψετε βαθιὰ θὰ δεῖτε πόσες ὧρες, πόσος κόπος, ποιὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ κτιστῆ ἕνα ποίημα μὲ διαχρονία καὶ καθολική, πανανθρώπινη ἀπήχηση.

Στὸ δημοτικὸ τραγοῦδι δύσκολα συναντᾶμε ἄμεσες ἀναφορὲς στὴν ἥσυχη ζωὴ (κατανοητὸ ἐὰν σκεφθοῦμε τὶς ἐποχὲς διαμόρφωσής του..), ὅμως μέσα ἀπὸ τὸ δίπολο συμβιβασμένος – ἐπαναστάτης, συχνὰ βρίσκουμε στίχους ποὺ εὔκολα μποροῦν νὰ συμβολίσουν τὴν ἀνήσυχη ζωή, τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀγνώστου, τὸν δημιουργικὸ βίο. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ καὶ μάλιστα ἐνταγμένο νομίζω στὴν διδακτέα ὕλη, εἶναι καὶ τὸ «Βασίλη κάτσε φρόνιμα…», ἕνα ἀπόσπασμα βλέπετε παρακάτω ἀπὸ σχολικὸ βιβλίο…

Εἶναι εὔκολο νὰ γενοῦν οἱ ἀναγωγὲς καὶ ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία νὰ μεταφερθοῦμε στὸ σήμερα. Δὲν ἔχει καμία σημασία ἐναντίον ποίου συγκροτεῖται μία ἐξέγερση, σημασία ἔχει ἡ ἄρνηση τοῦ κατεστημένου, τοῦ εὔκολου τρόπου ζωῆς. Ἡ ἐκπαίδευση ἀπέχει ἐδῶ καὶ καιρὸ ἀπὸ τὴν διαμόρφωση συνειδήσεων ἀντίστασης καὶ κρίσης, ὅμως γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ἔχει ξεφύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ σχολειοῦ – ἡ διαμόρφωση πολιτῶν μὲ κρίση, ἄποψη καὶ γνώση διαχέεται πιὰ σὲ ἑκατοντάδες μικροὺς καὶ μεγάλους θεσμοθετημένους πυρῆνες.

Ἐκεῖνο ποὺ εὔκολα κυριάρχησε πιὰ σὲ ὅλο τὸν κόσμο, εἶναι ὁ ἀπόλυτος οἰκονομισμὸς καὶ ἕνα πρότυπο ψυχαγωγίας ποὺ βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὴν κατανάλωση. Δὲν εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο εὔκολα θὰ πρέπει νὰ ἐπιρρίψουμε εὐθύνες στὰ κοινωνικὰ δίκτυα ἢ στὴν τηλεόραση – αὐτὰ τὰ μέσα ἁπλῶς ἐκμεταλλεύθηκαν συμπεριφορὲς ποὺ εἶχαν πρὸ πολλοῦ παγιωθεῖ (μὲ χειροκρότημα καὶ πλήρη ἀποδοχή..) μέσα στὸν κοινωνικὸ ἱστό. Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐθελοτυφλία, μεγαλύτερο ἔγκλημα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐξακολουθητικὰ διαπράττουν οἱ πολιτικές ἡγεσίες σὲ ὅλο τὸν κόσμο – τὴ διαπαιδαγώγηση δηλαδὴ τῶν ὀπαδῶν τους μὲ βάση (καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικά..) οἰκονομικὰ ζητούμενα καὶ κριτήρια. Καμία κοινωνία δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξει στὴν οὐσία της καὶ στὰ δημιουργικά της πρότυπα, ἐὰν τὸ βάρος δὲν μετατεθεῖ ἀπὸ τὶς τράπεζες στὰ σχολειά, ἀπὸ τὰ ἐμπορικὰ κέντρα στὸν πολιτισμό, ἀπὸ τοὺς συμβιβασμοὺς καὶ τὴν ρηχότητα στὴν συνείδηση ποὺ ἀντιστέκεται σὲ ὁτιδήποτε προσπαθεῖ νὰ περάσει γιὰ γνήσιο, ἐνῷ εἶναι ψεύτικο, ἐπιφανειακὸ καὶ θνησιγενὲς στὸ ἑπόμενο πεντάλεπτο. Σκεφθῆτε μοναχὰ γιατί ἡ πολιτικὴ ἀγκαλιάζει τὸν Ρίτσο ἢ τὸν Ἐλύτη (ἐξαιρετικούς ποιητές βεβαίως..), ἀλλὰ συστηματικὰ ἀφήνει ἔξω τὸν Καρυωτάκη, τὸν Παπατζώνη, τὸν Καβάφη, τὸν Κάλβο, τὸν Μόντη, ἀκόμη καὶ τὸν Ἄβλιχο καὶ δεκάδες ἄλλους, ποὺ ἡ ποίησή τους ἠμπορεῖ νὰ μεταθέσει τὸ ζητούμενο καὶ νὰ δώσει στὴν μᾶζα πρόσωπο, ἀτομικὴ συνείδηση, ταυτότητα σκέψης.

Ποτὲ στὴν ζωή μου δὲν θυμοῦμαι, (καὶ δὲν εἶμαι δὰ καὶ στὴν πρώτη ἐφηβεία..), μιὰ διαδήλωση πρωταρχικὰ γιὰ τὴν ὕλη στὰ σχολειά, τὴν ἐπίταση τῆς ἔρευνας καὶ τῆς μεταπτυχιακῆς δημιουργίας, τὸ κλείσιμο τῶν βιβλιοπωλείων, τὸ κλείσιμο τοῦ θεατρικοῦ μουσείου, τὴν ποιότητα τῶν ἐκδοτῶν, τὴν ὑποβάθμιση ἀρχαιολογικῶν χώρων, τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ πολιτισμοῦ ἀπὸ ὀργανώσεις ἄσχετες καὶ ἀνθρώπους μὲ μοναδικὴ ἐπιδίωξη τὸ κέρδος. Ἡ ψῆφος καὶ ἡ πολιτικὴ προτίμηση δὲν βασίζονται πιὰ στὸ ἦθος, τὸ διαφορετικὸ πνεῦμα ποὺ ἐκπέμπεται, τὴν μόρφωση καὶ τὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ σὲ ἕναν ἀηδῆ πλειστηριασμό ἐπάνω σε συντάξεις, ἐπιδόματα, μισθοὺς καὶ παροχὲς κάθε λογῆς. Δεξιοί, ἀριστεροί, κεντρῶοι, καταπίνουν μὲ τὴν ἴδια εὐκολία τὰ ἀποβλακωτικὰ realities, συμφωνοῦν γιὰ τὰ ἴδια σχολειά, (λιγότερος κόπος, λιγότερη προσπάθεια..), ἔχουν τὴν ἴδια ἄγνοια γιὰ τὴν καλὴ λογοτεχνία καὶ ὁπωσδήποτε τὴν ποίηση, βρίσκουν πολλὲς φορὲς κοινὰ σημεῖα σὲ ρατσιστικὲς καὶ φασιστικὲς συμπεριφορὲς ἀπέναντι στὸν ξένο, τὸν διαφορετικό, τὸν ἀδύναμο, τὸν φτωχό, τὸν ἀνήμπορο, τὴν γυναῖκα, τὸν μοναχικὸ καὶ ἀνένταχτο διανοούμενο. Ἡ ἀμορφωσιὰ καὶ ἡ ἀμπελοφιλοσοφία ἐπιβραβεύονται στὸ διαδίκτυο καὶ ὄχι μόνο, οἱ καλοὶ ποιητὲς καὶ συγγραφεῖς εἶναι τόσο σπάνιοι πιὰ, ποὺ μπορεῖ νὰ περάσουν καὶ χρόνια ὁλάκερα χωρὶς ἕνα σημάδι γιὰ κάτι νέο, φρέσκο, βαθύτερο καὶ πνευματικὰ ἀπαιτητικό. Ὅλα εἶναι ἴδια, ὅλα μπαίνουν στὸ ἴδιο τσουβάλι, κανεὶς δὲν ξεύρει πιὰ πῶς νὰ ξεχωρίσει τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κίβδηλο καὶ τὸ κυριότερο – κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ πιὰ νὰ εὕρει κίνητρο γιὰ νὰ τρέξει, νὰ προσπαθήσει, νὰ διακριθεῖ, νὰ ἀριστεύσει. Ἡ ἀριστεῖα δὲν πληρώνεται, τὸ ἦθος δὲν ἐξαργυρώνεται, ἡ ἀνιδιοτέλεια τιμωρεῖται – ποῖος ὁ λόγος καὶ πρὸς τί ὁ κόπος;

Τὸν ποιητὴ Ρένο Δαρρῖγο (πέθανε σχετικὰ νέος το 1971..) δὲν τὸν καλοξέρω καὶ φυσικὰ δὲν ὑπῆρχε περίπτωση γιὰ πληροφορίες στὸ ἑλληνικὸ διαδίκτυο – ἕνα ἀρθράκι (ἐπικήδειο) στὴν Νέα Ἑστία τὸ ἐντόπισα μέσῳ τοῦ Ἰνστιτούτου ἑλληνικῶν καὶ λατινικῶν σπουδῶν στὸ…Ἀμβοῦργο!.. Ὅπως καὶ νάχει, ἕνα ποίημά του, λίγο σατιρικό, λίγο πικρὸ καὶ πολὺ μελαγχολικό, γραμμένο σὲ ἰδιότυπη γλῶσσα, ὑπογραμμίζει ἀκριβῶς αὐτὸ – τὴν ζωὴ ποὺ βασίζεται σὲ ἕναν Σισύφειο οἰκονομισμό, ἀκόμη καὶ ὁ ἔρωτας περιπαίζεται στὸ ποίημα καὶ γίνεται ἀντικείμενο συναλλαγῆς. Κάμετε λίγη ὑπομονὴ καὶ διαβάστε το, ἂν καὶ γραμμένο κάπου ἐκεῖ γύρω στὸ 1929, ἀποτυπώνει πιστὰ τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου ὁποῦ πρωτεύει πάντα το χρῆμα καὶ ἡ ἐξαργύρωση..

Ὀπῶρες

Λεϊμόνια, μανταρίνια, πορτοκάλια,

κοφίνια, γλυκοπῶρες φορτωμένη

ἡ σκοῦνα, ἀπὸ μακριὰ ταξιδεμένη,

ἄραξε μὲς στὸ πόρτο ἀγᾶλ’ –ἀγάλια.

 

Στ’ ἀνάλαφρά του λιμανιοῦ μαϊστρεάλια

κλαίγουν οἱ κούντροι ξεστιγγαρισμένοι –

Ράντες καὶ παπαφίγγοι ρουλιασμένοι

δένουνται στ’ ἄρμπουρα ἀπὸ χέρια ἀτσάλια.

 

Φτάνουν ἡ Μάριον, Η ΖΑζά κ’ ἡ Λίνα –

καὶ γλυκογνέφουν… Γύρω, τὰ χαμίνια

σάπιες ὀπῶρες γλείφουν ἀπ’ τὴν πεῖνα –

 

Κ’ οἱ ναῦτες κουβαλοῦν καὶ βαριαστένουν·

τὴ δύναμη ἔχουν δώσει στὰ κοφίνια,

μὰ τὴν ψυχὴ

Ὁ καπετάνιος δέθηκε στὸ νάζι

μὲ κάποιο μητραπάρθενο κοράσι

καὶ γιὰ τὶς βέρες ὅλοι κάνουν χάζι:

«Τὸ κορόιδο! Νὰ πὰ’ ν’ ἀρρεβωνιάση

μιὰ μύξα – λὲς καὶ δὲν μπόρειε ν’ ἀγοράζῃ!..»

 

Μὰ σὰ δὲν παίρνει λόγια, τί τοὺς νοιάζει;..

Κι ἀπ’ τὴ δουλειὰ ξεχύνουνται μὲ βιάση

στὰ Βοῦρλα, ποιὸς (τί μοῦρλα!) θὰ προφτάση

γυναῖκα καὶ ταβέρνα – τὸ γιορτάσι!

Καὶ πίνουν καὶ μεθοῦν κ’ αἰσχρολογᾶνε –

τὴ ζωὴ νὰ γευτοῦν ὅπως νογᾶνε…

 

Τὸ ἄλλο πρῶι μπαρκάρουν νυσταγμένοι,

ἀπένταροι – ψυχὴ καὶ σκέψη χάλια…

Μὰ θὰ ξανάρθουν πλούσιοι, φορτωμένοι

λεϊμόνια, μανταρίνια, πορτοκάλια…

(Ρένος Δαρρίγος, 1929; )

Τώρα ποὺ περάσαμε γιὰ λίγο στὴν σατιρικὴ ποίηση καὶ στὴν οἰκονομολατρεία, μπαίνω στὸν πειρασμὸ νὰ παραθέσω ἕνα ποίημα ἀπὸ τὸν Κύπρο Χρυσάνθη (1915-1998, γιὰ ὅποιον δὲν τὸ κατάλαβε ἀπὸ τὸ ὄνομα εἶναι Κύπριος ποιητής, μὲ μία ἐκπληκτικὴ ὁμοιότητα μὲ τὸν Τσάντλερ στὰ «Φιλαράκια») – ἕνα ποίημα λοιπὸν γιὰ τοὺς φιλάργυρους τούτου τοῦ κόσμου καὶ τὴν ματαιότητα, τὸ ἐπίπλαστο καὶ κίβδηλο τοῦ χρήματος…

Δὲν εἶναι ὁ Τσάντλερ, εἶναι ὁ ποιητής Κύπρος Χρυσάνθης..

Ὁ φιλάργυρος

Παίζει τὸ τάληρο, τὸ παίζει,

τὸ τάληρο ζυγίζει, τὸ ζυγίζει,

τὸ τάληρο διαβάζει, τὸ διαβάζει,

τὸ ξαναπαίζει, τὸ ζυγίζει

Γράφει ἀριθμούς, μετρᾷ ἀριθμούς,

σβήνει ἀριθμούς, τραβᾶ γραμμές,

χαμογελᾷ, συνοφρυώνεται, ξανὰ

ξαναχαμογελᾷ, κοιτᾷ τὸ τάληρο,

παίζει τὸ τάληρο, τὸ παίζει,

καὶ τὸ ζυγίζει, τὸ διαβάζει,

τὸ γράφει, τὸ μετρᾶ, τὸ ξαναγράφει,

προσθέτει κι ἀφαιρεῖ, τραβᾶ γραμμές,

χαμογελᾷ, χαμογελᾷ καὶ τρέμει,

ρουφᾷ τὴ μύτη του, τὰ χέρια τρίβει,

τὰ χείλη γλείφει κι ἀφουγκράζεται,

παίζει ξανὰ τὸ τάληρο, τὸ παίζει,

καὶ τὸ ζυγίζει, καὶ τὸ φιλάει,

καὶ – τρέμοντας – τὸ κ ρ ύ β ε ι!..

(Κύπρος Χρυσάνθης, «Λυρικὸς λόγος», Λευκωσία, 1968)

Εἶναι φυσικὸ ἡ ἔνταση τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ αὐξάνεται ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια. Εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτα λογικὸ ὁ καθεὶς νὰ ἀναζητᾷ ἄλλοθι καὶ δικαιολογίες γιὰ τὴν ἀργία του, τὴν πλήξη του, τὴν ἀδιαφορία του. Σὲ ἕνα ἀπολογητικὸ ποίημα, (ἀπὸ τὰ χιλιάδες παρόμοια ποὺ ἔχουν γραφτεῖ..), ὁ Γιῶργος Στογιαννίδης (1912-1994), σχεδὸν ἀποδέχεται ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο οἱ περισσότεροι κάποτε συμβιβάζονται – τὴν φθορὰ τῶν ὀνείρων, τὴν ἀπογοήτευση καὶ σὲ τελευταία ἀνάλυση τὴν ὑποταγὴ σὲ μία παθητικότητα χειρότερη ἀπὸ θάνατο…

Κάτι μίλησε…

…………………………..

Ὁραματιζόμασταν τὸν Ἄνθρωπο, Κύριο ἐν τῇ δόξῃ του / μεγαλοπρεπῆ, νὰ διασχίζει τὸν κόσμο ἐλεύθερος, / μ’ ἕνα περιστέρι στὸν ὦμο του, μὲ μιὰ ἥμερη θάλασσα/ πλάι του,/ μ΄ἕναν οὐρανὸ γαλανὸ στὴν καρδιά του. // Ὁραματιζόμασταν… / Δὲν ξέραμε τίποτ’ ἄλλο γιὰ τὸ μέλλον. / Ὅταν σηκώναμε τὰ μάτια, βλέπαμε ἕναν ἄλλο καπνό, / ποὺ μύριζε κέδρο κι ἀγάπη. / Δὲν ξέραμε πὼς θὰ ὑποφέραμε σήμερα, / πὼς δὲν θάχαμ’ ἕνα φύλλο νὰ σκεπάσουμε τὴ ντροπὴ μας / καθὼς περιμένουμε, χρόνια καὶ χρόνια, / συζητώντας ἀδιάντροπα, ξεγελῶντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον / μ’ ἀνθοδέσμες καὶ ψεύτικα δῶρα… // Εὔκολα ποὺ ξεχάσαμε, εὔκολα ποὺ περάσαμε / ἀπ’ τὸν Ἄννα στὸν Καϊάφα!..

(Γιῶργος Στογιαννίδης, Τὰ νέα Ἑλληνικά, 1952)

Ὅση ἄγνοια καὶ ἂν διαθέτει κανεὶς γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα, ὅσο ἀμέριμνος καὶ ἂν βαδίζει μέσα στὴν ἐπανάληψη καὶ τὴν ἀσημαντότητα, σχεδὸν πάντοτε ὑπάρχει μέσα του μία μικρὴ φωνὴ ἐνοχική, ἀνήσυχη, ἐρωτηματική, μιὰ φωνὴ ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸν τραβήξει στὴν συμμετοχή, τὴν δράση, τὴν δημιουργία. Ὅσο κι ἂν οἱ ποιητὲς βρίσκονται στὸ περιθώριο, ὅσο καὶ ἐὰν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι σπανίζουν, κάποιες φορὲς ἡ φωνὴ τοὺς φτάνει στὰ ἀπώτερα τῆς συνείδησης καὶ ἀγκαθώνει τὸν ἐφησυχασμό, τὴν μακαριότητα, τὴν σπατάλη τοῦ χρόνου…

Ὅμως γιὰ τὴν σίγαση τέτοιων συναγερμῶν φροντίζει πάντοτε ἡ ἐποχή, ἡ κάθε ἐποχὴ ποὺ συμφέρον της εἶναι νὰ τιθασεύει ἀνησυχίες, νὰ καταστέλλει ἐξεγέρσεις, νὰ ἐξουδετερώνει ἀντιστάσεις. Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι νὰ ἀπενεχοποιήσεις μιὰ συνείδηση καὶ ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς εἶναι διὰ τοῦ ὄχλου, τῆς δῆθεν πανίσχυρης πλειοψηφίας, τῆς εὐχάριστης διαχείρισης τῆς πλήξης. Ἀφοῦ ὅλοι νιώθουν εὐτυχεῖς ἀνοηταίνοντας στὸ διαδίκτυο γιατί ὄχι κι ἐγώ; Ἀφοῦ ὅλοι το θεωροῦν φυσικὸ νὰ σπαταλοῦν τὸν χρόνο στὸν καναπέ, στὸ καφενεῖο, στὸ τίποτα, γιατί ὄχι κι ἐγώ; Ἡ ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε πρὸς τὴν εὐκολία, τὴν ἀναγνώριση, τὴν ἐνσωμάτωση στὴν ὁμάδα – καὶ σήμερα οἱ μέθοδοι ἐνσωμάτωσης ἔχουν πολλαπλασιαστεῖ, τὸ νὰ εἶσαι ἕνας ἐρημίτης μὲ αὐτόνομη καὶ δημιουργικὴ φωνὴ εἶναι δυσκολότερο ἀπὸ ποτέ. Οι λιγοστοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν ἀπομείνει σιωποῦν γιατί ξέρουν τὸν κίνδυνο νὰ παρουσιαστοῦν ὡς γραφικοὶ ἢ δεινόσαυροι μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ φωνὴ τοὺς μέσα ἀπὸ γελοιοποίηση, χλευασμό, ἀπομόνωση. Ὁ καθεὶς στὸν χῶρο του καταβάλλει τὴν ἐλάχιστη δυνατὴ προσπάθεια, ἴσα γιὰ νὰ περάσουν οἱ ὧρες, νὰ εἰσπράξει τὸν ὅποιο μισθὸ τοῦ ἔχει ἀπομείνει καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι του καὶ στὸν καναπέ του. Ἡ χώρα ἔχει μεταβληθεῖ σὲ μία γιγαντιαία κυψέλη κουτσομπολιοῦ – εἴμαστε ὅλοι εὐτυχεῖς παρακολουθῶντας καὶ σχολιάζοντας τοὺς Ἄλλους, νιώθουμε ἀσφαλεῖς σὲ ὁμάδες, ἔχουμε μεταβληθεῖ σὲ ἕνα γερασμένο σῶμα καὶ πνεῦμα ποὺ παίρνει ζωὴ καὶ ὑπάρχει μέσα ἀπὸ δραστηριότητες τρίτων, ἡ αὐτονομία μας εἶναι ἀνύπαρκτη καὶ ἡ ἄποψή μας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ πασαλείμματα ποὺ ἔχουμε ἀθροίσει ἀπὸ τὸ διαδίκτυο καὶ ἡ σκέψη μας καὶ ὁ στοχασμὸς μας πρωτόγονος καὶ ἁπλοϊκός. Ἄρτος καὶ θεάματα – ἡ ἱστορία εἶναι τόσο παλιὰ, ὅσο καὶ ὁ κόσμος. Ἡ κρίση ἔχει ἐξαφανιστεῖ – κανεὶς δὲν ἔχει ἀσφαλὲς κριτήριο γιὰ νὰ κρίνει σωστὰ ἕνα πνευματικὸ ἔργο, μιὰ μουσικὴ παράσταση, ἕνα θέατρο· ὅλα βαδίζουν μὲ βάση τὴν διάθεση τῆς στιγμῆς, τὸ δίπολο «μ’ ἀρέσει – δὲν μ’ ἀρέσει», ἡ δυστυχία καὶ ἡ εὐτυχία ὁρίζονται μοναχὰ ἀπὸ τὸ διαθέσιμο εἰσόδημα καὶ τὴν καταναλωτικὴ ἱκανότητα, ὁ πυρετὸς τῆς δημιουργίας σπανίζει. Βεβαίως καὶ πάντοτε ἦσαν κάπως ἔτσι τὰ πράγματα, μόνο ποὺ σήμερα ἡ ἀνία, ἡ ἀκινησία καὶ τὸ ἀσήμαντο ἔχουν ἀποκτήσει καὶ ἰδεολογικὸ ὑπόβαθρο, εἶναι τρόπος ζωῆς ἀπόλυτα ἀποδεκτὸς καὶ ἐπιθυμητός, δίπλα δὲν ὑπάρχει ἐναλλακτική, πρόταση διαφορετική, φωνὲς ποὺ δείχνουν μονοπάτι ἀπάτητο, ἡ φθορὰ τῶν ἰδεολογιῶν στὸν προηγούμενο αἰῶνα ἔδωσε ἀνέλπιστο ἄλλοθι στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς κατ’ ἐπάγγελμα ἀσήμαντους. Οὐδεὶς νιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ ψηλώσει – ὅπως ἔγραψε κάποτε κι ἕνας ποιητής, «μοιάζουμε μὲ τὸ γκαζόν, κουρεμένοι ὅλοι ὁμοιόμορφα…», πάει νὰ πεῖ πετᾶμε ὅλοι στὸ ἴδιο ὕψος..

Αὐτὴ ἡ εἰκόνα εἶναι ἡ αἱμάσσουσα πληγή κάθε καλοῦ ποιητή, αὐτὴ ἡ κυριαρχία τῆς ρηχότητας γεννᾷ μελαγχολία, πεσσιμισμό, σκοτώνει τὴν ἐλπίδα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θὰ σηκωθεῖ ψηλότερα ἀπὸ τὸ πρωτόγονο μπόι του, ποὺ θὰ ἀναζητήσει τὸ ἄπιαστο κι ἃς ξέρει ἐκ τῶν προτέρων πὼς κατέρχεται σὲ στίβο δύσκολο, ματωμένο, σχεδὸν οὐτοπικό..

Μελισσάνθη

 

Τραγοῦδι τῶν χαμένων ἡμερῶν

Πόσες ἡμέρες δίχως ὄνομα

πόσες αὐγές, πόσα φευγᾶτα δειλινὰ

τὸ κῦμα φεύγει κ’ ἐπιστρέφει

στὴν ἴδια πάντοτε ἀμμουδιὰ

βραδιάζει, ξημερώνει

κ’ ἐμεῖς ὁλοένα ἀναμετρᾶμε

πόσα καράβια ποὺ ξεκίνησαν χωρὶς ἐμᾶς –

ἦρθαν καὶ πάλι ἔφυγαν οἱ ἀγγελιοφόροι

χωρὶς νὰ πάρουν τὸ δικό μας μήνυμα.

Οἱ θάλασσες ποὺ πλάθουν νέους θρύλους,

δὲν αὐλακώθηκαν ἀπ’ τὰ δικά μας ἱστιοφόρα.

Τόσες ἡμέρες ποὺ ἄναψαν καὶ σβῆσαν

γλύστρησαν ἀπὸ τὴν ἀπρόσεχτη καρδιά μας

καὶ σώρωσαν τὴ σκόνη τους στὰ πόδια μας

τὸ πένθος καὶ τὴν τύψη μέσα στὴν ψυχή μας

Τόσα καράβια ποὺ ξεκίνησαν χωρὶς ἐμᾶς

τόσα πουλιὰ ταξιδεμμένα

ἀπὸ τὰ μάκρη τ’ οὐρανοῦ τόσες φωνὲς

ποὺ προσδοκοῦσαν κάθε μέρα τὴν ἀπόκρισή μας

σύννεφα ποὺ διαβήκανε στὰ πέλαγα

δίχως νὰ πάρουν τὸ χαιρετισμό μας.

 

Πόσα καράβια κίνησαν χωρὶς ἐμᾶς

πόσα πουλιὰ φτασμένα καὶ φευγάτα!..

 

Στὸν ὕπνο μᾶς ἀκόμα τραγουδοῦν

οἱ θάλασσες ποὺ πλάθουν νέους θρύλους

Ξανάρχονται καράβια καὶ πουλιὰ

κάθε στιγμὴ κινοῦν οἱ ἀγγελιοφόροι

τὰ διαβατάρικα νέφη κινοῦν…

Βραδιάζει, ξημερώνει,

φτάνουν τόσες αὐγὲς καὶ δειλινὰ

χτυποῦνε πάντα στὸ παράθυρό μας

μαζὶ μὲ τὰ θαλασσοπούλια

μαζὶ μὲ τοὺς περαστικοὺς ἀνέμους

φέρνουν ἀντίλαλους ἀπὸ τὰ περασμένα

ξυπνοῦν τοὺς σωπασμένους ἤχους

τὶς φευγαλέες φωνὲς τῶν μακρινῶν πραγμάτων…

 

Ὅλο ἐπιστρέφουν μὲ τὶς νέες ἡμέρες κ’ οἱ παλιὲς –

κι ὅσα νομίζαμε γιὰ πάντοτε χαμένα

ξαναγυρνοῦν μές τὸ τραγοῦδι ὠνομασμένα…

(Μελισσάνθη, Ἡ ἐποχὴ τοῦ Ὕπνου καὶ τῆς Ἀγρύπνιας, 1950)

Ἀφοῦ τὸ θέμα μας σήμερα εἶναι ἡ ἀνία τῆς ἀκινησίας, ἃς δοῦμε καὶ ἕνα ποίημα ἀπὸ τὸν Παῦλο Κριναῖο (1902 – 1986).. στὸν πρῶτο στίχο τὸ κακέμφατο βγάζει μάτι, ὑπάρχουν κι ἄλλες τεχνικὲς ἀτέλειες, ὅμως εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα – κυρίως γιατί πετυχαίνει νὰ δώσει χαμηλότονα τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ρέμβης, μιᾶς ἀνίας ποὺ εἶναι περισσότερο νοσταλγία παρὰ πλήξη…

Μιὰ πλήξη ἀπόψε

Καὶ τώρα, ποὺ στὸν πληκτικὸ κοιτῶνα στάει θαμπὸ

κι ὠχρό το ἡμίφως μιᾶς γλυκειᾶς ἀπριλιανῆς ἡμέρας,

μι’ ἄτονη πλήξη τὴν ψυχὴ λαγγεύει καὶ τὸν νοῦ,

ὧρες ρεμβὸς ν’ ἀκινητῶ, κι ὧρες νὰ νοσταλγῶ

παράξενο ἕνα φῶς λαμπρό, μιὰ εὐωδία, ἕναν ἦχο,

κάποια φωνὴ ἑνὸς γνώριμου, μιὰ ὁμιλία θερμή,

καὶ κάτι ὡραῖο, ποὺ τὴν καρδιὰ θὰ ἐφαίδρυνε γιὰ λίγο.

Σβησμένοι ἀχοί, γέλοια ἰλαρά, φωνὲς στὸ δρόμο ἀχοῦνε,

κ’ ἴσως δυὸ χείλη ἐρωτικὰ νὰ σμίγουν κάπου ἐδῶ·

πρὸς τὴν πλάγια το σούρουπο γιουλένιο ἀργὰ θὰ σέρπη

καὶ κάπου στὴν ἐρμιά, μακριά, φωσάκια ὠχρὰ θ’ ἀνάβουν,

κάποια σπιτάκια στὴ σειρά, ποὺ ἕτοιμο πιά, λιτό,

στὴν τάβλα ἐπάνω, εὐωδερό, τ’ ἀργάτη ἀχνίζει δεῖπνο…

 

Μιὰ πλήξη ἀπόψε τὴν ψυχὴ λαγγεύει καὶ τὸ νοῦ…

(Παῦλος Κριναῖος, Φιλολογικὸ παράρτημα Μεγάλης ἑλληνικῆς ἐγκυκλοπαιδείας, 1926)

Οἱ φωνὲς τῶν ὀλίγων (κυρίως ποιητῶν καὶ πεζογράφων) ποὺ ἀντιστέκονται σὲ τούτη τὴν ἰσοπέδωση, σ’ αὐτὴν τὴν κυριαρχία τῆς ἀνιαρῆς ἀσημαντότητας, διαθέτουν ἕνα μεγαλεῖο – κυρίως γιατί γνωρίζουν ἀπὸ πρὶν τὸ μάταιο τῆς προσπάθειας, ξέρουν πὼς κινδυνεύουν νὰ γενοῦν οἱ τρελοί του χωριοῦ, μοναχικὲς φωνὲς ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἀπὸ παλιὰ ὅμως ἡ ματαιοπονία εἶχε μιὰ δόση τρέλας, ἕναν κάποιο ἡρωισμό, μιὰ ἀπελπισία ποὺ συγγένευε μὲ τὴν αὐτοκτονία. Δεῖτε τὸ ποίημα τοῦ Λειβαδίτη... ἢ καλύτερα ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα “Καὶ τὴν πρώτη νύχτα”, ἀναφέρεται σὲ κάποιον κλειδωμένο στὸ κελλί του ποὺ ψάχνει νὰ εὕρει κάτι ζωντανὸ νὰ κρατηθεῖ, νὰ μὴν σαλέψει…

Καὶ ξημέρωσε. Καὶ βράδιασε. Ἡμέρες σαράντα… / Κ’ ᾖρθαν στιγμὲς ποὺ φοβήθηκε πὼς θὰ χάση τὸ λογικό του. / Καὶ τὸν ἔσωσε μιὰ μικρὴ ἀράχνη στὴ γωνιά, ποὺ τὴν ἔβλεπε, ἀκούραστη κ’ ὑπομονετική, νὰ ὑφαίνει τὸν ἱστό της. / Καὶ κάθε μέρα τῆς τὸν χάλαγαν μὲ τὶς μπόττες τους μπαίνοντας / καὶ κείνη τὸν ξανάρχιζε κάθε μέρα. / Καὶ τῆς τὸν χάλαγαν πάλι. / Καὶ τὸν ἄρχιζε ξανά. / Εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων…

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση 1965)

Ἃς θυμηθοῦμε καὶ τὸ «Ἐν χορῷ» τοῦ Μύρωνα – ἡ ἀνία ἔχει σχεδὸν πάντοτε ὡς προϋπόθεση τὸ ὁμοιόμορφο προσώπων καὶ πραγμάτων, τὸ πανομοιότυπο συμπεριφορῶν καὶ ἀντιδράσεων…

Ἐν χορῷ

Πῶς ν’ ἀντέξει αὐτὴ ἡ γειτονιὰ

ἕναν χορευτή;

Ἐδῶ ἔχουν ὅλοι τίμια ἐπαγγέλματα

ἀσφαλῆ ὡράρια καὶ βάδισμα

– σὰν στρατιῶτες –

πνιγηρό.

 

Δὲ θὰ χωροῦσε κανεὶς ὀνειροπόλος

ἐδῶ, ὅλοι κοιμοῦνται νωρὶς

σὲ ἀνατομικὰ στρώματα,

κρύβουν τὶς ἀντιδράσεις τους

σὲ μαλακὰ μαξιλάρια

καὶ σκεπάζουν

φθηνὰ ὄνειρα

μὲ βαμβακερὰ σεντόνια.

 

Σ’ αὐτὴ τὴ γειτονιὰ

τὰ σπίτια εἶναι ὅλα ἴδια

μὲ τὰ ἴδια μουντὰ χρώματα

στοὺς πληκτικοὺς τοίχους

καὶ στοὺς πληκτικοὺς κατοίκους.

 

Οἱ δρόμοι ἐδῶ εἶναι τόσο

ἀποστειρωμένοι

ποὺ ἕνα διαφορετικὸ βάδισμα

θὰ μάτωνε τὰ πόδια.

 

Οἱ δρόμοι ἐδῶ εἶναι τόσο

ἀποστειρωμένοι

ποὺ λίγη βρωμιὰ

θὰ ἦταν εὐλογία.

(Ε.Μύρων, Ἐν χορῷ)

Καὶ τὸ “Ἐπαρχία ’51” ἀπὸ τὸν Τάκη Δόξα, τὸ ἔχω δημοσιεύει πολλὲς φορές, ὄχι μόνο γιὰ τὶς ἀναλογίες του μὲ τὸ Πρέβεζα (φυσικὰ δὲν φτάνει τὴν δύναμη ἐκείνου), ἀλλὰ καὶ γιατί στὴν ἐπαρχία μὲ τὰ μικρότερα μεγέθη καὶ τὰ ἄγρυπνα μάτια νὰ παρακολουθοῦν ὅλους καὶ ὅλα, ἡ ἀτμόσφαιρα γίνεται ἀκόμη πιὸ πνιγηρή, πιὸ ἄτονη, ἀφόρητα ἐπαναληπτική…

Πόσο πλήξαμε σ΄αὐτὸ τὸν τόπο

μὲ μιὰ θλιμμένη νερατζιὰ π΄ἀνθίζει καὶ πεθαίνει

Μὲ μιὰ καρδιὰ ποὺ περιπατεῖ

Ἴδιο σκυφτὴ φθινόπωρο, ἴδιο σκυφτὴ στὸν ἥλιο!..

 

Μᾶς κούρασε κι ὁ δρόμος

νὰ σέρνεται μὲ τ’ ἄλογα, τ’ ἀστέρια, τοὺς ἀνθρώπους –

πρόσωπα τόσο γνώριμα μὲς στοῦ καιροῦ τὴ σκόνη

φτηνὰ ξεπερασμένα…

Εἶναι κ’  ἕνα βιβλίο

Ποῦ μείναμε διαβάζοντας τὴν πρώτη του σελίδα –

Μιὰ ἱστορία ποὺ ἐξέφτισ’ ἀμέσως…

 

Κι ἀπάνω μας ὁ οὐρανὸς

μὲ τὰ μάγουλα  στὰ δυό του χέρια

σάμπως νὰ σκέφτεται τὴν ξέρα τὴν ἀπέραντη

πού μήτε μιὰ ὥρα δὲν ἐκάρπισε

π’ οὔτε μιὰ προσδοκία δὲν φυτρώνει!

(Τάκης Δόξας,  Νέος καλλιτέχνης, 1951)

Ἡ ρουτίνα μπορεῖ καὶ κάποτε νὰ εἶναι ἀπαραίτητη, ἀλλὰ μοναχὰ ὡς ἀνάπαυλα, ὡς ξεκούραση ἀνάμεσα στὶς μάχες, ἡ ἀνάπαυλα τοῦ πολεμιστῆ πρὶν ξαναριχθεῖ μὲ ὁρμὴ καὶ κέφι στὴν ἑπόμενη δημιουργία του, στὸν ἑπόμενο προορισμό του.

Εἶναι παρατηρημένο πὼς τὴν στιγμὴ ποὺ κανεὶς ἀφήνεται νὰ παρασυρθεῖ καὶ νὰ βολευτεῖ μέσα στὴν μονότονη ἐπανάληψη τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς, ξεκινᾷ μία ἀντίστροφη μέτρηση πρὸς τὸ τέλος, ὁ χρόνος ἐπιταχύνεται δραματικά, δὲν ὑπάρχει ἐναλλαγὴ εἰκόνων νὰ τὸν διαφοροποιεῖ καὶ νὰ τὸν σηματοδοτεῖ, ἐχθὲς καὶ σήμερα καὶ αὔριο δὲν ἠμποροῦν νὰ διαχωριστοῦν καθὼς δὲν χρωματίζονται διαφορετικά. Μόνο το ρολόϊ, ἕνα μονότονο καὶ ἐκνευριστικὸ ρολόϊ, θυμίζει πὼς πρέπει νὰ γενοῦν ξανὰ τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια. Θὰ δεῖτε πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ παραξενεύονται μὲ τὴν σχετικότητα τοῦ χρόνου ἰδιαίτερα ἀπὸ μία ἡλικία καὶ μετὰ – βεβαίως ὁ χρόνος (ἡ μέτρησή του δηλαδή..) παραμένει ἴδιος, ἐκεῖνο ποὺ ἀλλάζει εἶναι τὸ μετρικὸ μέσον. Σὲ τούτη τὴν πλήξη ἕνας αἰῶνας μπορεῖ νὰ ὁμοιάζει μὲ τὸ ἕνα δευτερόλεπτο, καμμία διαφορά…

Ἀνταλλακτήρια χρυσοῦ κατὰ μῆκος τῆς Ἐγνατίας

Ἡ ροὴ τῶν αὐτοκινήτων μὲ τὸ σταγονόμετρο

Σὲ κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, ἄδειες βιτρίνες, ἐνοικιαστήρια

Μέρος τῆς ἀσφάλτου, σ’ ἀδιάκοπα μονὰ ζυγὰ

Ἐναλλασσόμενα στοὺς χρόνους, χωρὶς ὑπόμνηση ὀνόματος

Γλιστρῶ ἀνάμεσα στὶς χαραμάδες.

Εἶμαι ἡ αἰώνια σκόνη τῶν καταθλιπτικῶν κτιρίων.

(Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εὐλύγιστες μελαγχολίες, Vakxikon.gr, 2014)

Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν τὸ κομβικὸ σημεῖο; Πῶς φτάσαμε νὰ πιστεύουμε τὸ ἠχηρὸ γιὰ σημαντικό, τὸ λαμπερὸ γιὰ ἀξιόλογο καὶ τὸ κίβδηλο γιὰ γνήσιο; Καὶ κυρίως, πῶς φτάσαμε ὅλα ἐτοῦτα νὰ γενοῦν πεποίθηση τῆς συντριπτικῆς πλειονότητας, πίστη σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ;

Δὲν θὰ δώσω ἐγώ τὴν ἀπάντηση γιὰ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς μοιραίας στροφῆς ποὺ μᾶς ἐκτρέπει, μᾶς ἀλλάζει συνολικά, μᾶς στέλνει σὲ θάνατο μακρὸ καὶ ἀργόσυρτο. Τὸ πιστεύω βαθιὰ ὅτι σὲ τοῦτο τὸ ἐρώτημα, εἶναι ἀξεπέραστη ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔχει δώσει ἡ ποίηση καὶ συγκεκριμένα ὁ Καβάφης μέσα ἀπὸ τὸ, κατὰ τὴν γνώμη μου ἀξεπέραστο «Ἡ σατραπεία». Δὲν ἔχω συναντήσει ἕως τὰ σήμερα βεβαίως, ἄλλο ποίημα ποὺ νὰ ἀποδίδει μὲ τόση πυκνότητα (καὶ ὁπωσδήποτε δραματικότητα μοναδική…), ἐκείνη τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ παύει νὰ εἶναι ζωὴ καὶ γένεται ἄθυρμα στὴν αὐλὴ κάποιου σατράπη.. κατἀ τὴν γνώμη μου ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ Καβάφη, ἀνώτερο ἀκόμη κι ἀπὸ ἄλλα ποὺ ἡ κριτική θεωρεῖ καλύτερά του..

Ἡ σατραπεία

Τί συμφορὰ ἐνῷ εἶσαι καμωμένος

γιὰ τὰ ὡραῖα καὶ μεγάλα ἔργα,

ἡ ἄδικη αὐτή σου ἡ τύχη πάντα

ἐνθάρρυνση κ  ἐπιτυχία νὰ σὲ ἀρνῆται·

νὰ σ’  ἐμποδίζουν εὐτελεῖς συνήθειες,

καὶ μικροπρέπειες, κι ἀδιαφορίες.

Καὶ τί φρικτὴ ἡ μέρα ποὺ ἐνδίδεις –

ἡ μέρα ποὺ ἀφέθηκες κ’  ἐνδίδεις-

καὶ φεύγεις ὁδοιπόρος γιὰ τὰ Σοῦσα,

καὶ πηαίνεις στὸν μονάρχην Ἀρταξέρξη,

ποὺ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν αὐλή του,

καὶ σὲ προσφέρει σατραπεῖες καὶ τέτοια…

Καὶ σὺ τὰ δέχεσαι μὲ ἀπελπισία

αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ θέλεις.

Ἄλλα ζητεῖ ἡ ψυχή σου, γι’ ἄλλα κλαίει·

τὸν ἔπαινο τοῦ Δήμου καὶ τῶν Σοφιστῶν,

τὰ δύσκολα καὶ τ’  ἀνεκτίμητα εὖγε·

τὴν Ἀγορά, τὸ Θέατρο καὶ τοὺς στεφάνους.

Αὐτά, ποῦ θὰ στὰ δώσει ὁ Ἀρταξέρξης,

αὐτά, ποῦ θὰ τὰ βρεῖς στὴ σατραπεία·

καὶ τί ζωὴ χωρὶς αὐτὰ θὰ κάμεις;..

(Κωνσταντῖνος Καβάφης, πιθανὸν ἀπὸ τὸ 1903)

Ἐκεῖνος ποὺ ὑποχρεώθηκε, (ἀπὸ τὴν ζωὴ γενικῶς, τὶς περιστάσεις, τὶς κακουχίες..), νὰ συμβιβαστεῖ, ἔχει πάντοτε τὸν καιρὸ νὰ ἐπιστρέψει στὸν καθαρὸ ἀγέρα, νὰ ξεκινήσει νὰ κυνηγᾷ τὰ ὄνειρά του, νὰ καταπιαστεῖ μὲ κάτι δημιουργικὸ, ὅσο μικρὸ κι ἀσήμαντο ἂν φαίνεται…

Τὸ παραθύρι ἄσε ἀνοιχτό…

Τὸ παραθύρι ἄσε ἀνοιχτό,

κι ὅλο το πληχτικό σου σπίτι·

ἄνοιξε ἀκόμη τὸ φεγγίτη

νάμπη τὸ φῶς τὸ λιγοστό.

 

Στὰ μάτια σου ὅλη σου ἡ ψυχὴ

ν’ ἀνέβη κᾶνε, νὰ προφτάση,

κι ἄσε τὸν ἥλιο νὰ χορτάση,

προτοῦ νὰ μείνη μοναχή.

 

Θάρθη, ὁπού νάναι πιὰ ἡ βραδιά,

σὰν ἐφιάλτης καὶ σὰν δέος,

κι ὅσο κι ἂν θὲς νᾶσαι γενναῖος,

μόνη θὰ φοβηθῆ ἡ καρδιά.

 

«Μέρα εἶναι κι αὔριο τοῦ θεοῦ»

Ώ, μὴ σοῦ ποῦν καὶ τὸ πιστέψης!

Ξανὰ ὅ,τι ζήσης μὴ γυρέψης –

φτερὸ στὸν ἄνεμο πουλιοῦ.

 

Δὲ θάβρης αὔριο ὅ,τι ποθεῖς,

μὰ οὔτε ἴδια θὰ ποθῇς, σὰν τώρα·

δὲν ξέρεις – ἔλα καὶ φεύγει ἡ ὥρα –

ἄν αὔριο θὰ ξημερωθῆς!

(Μανόλης Ἀλεξίου, Τοπεῖα δίχως οὐρανό, Πειραιᾶς 1935)

Ὅλα τα παραπάνω ποιήματα εἶναι αὐτονόητο πὼς δὲν ἐξαντλοῦν στὸ ἐλάχιστο τὶς ποιητικὲς ἀναφορὲς στὴν ἀνία, τὴν ἄνοστη ζωή, ἐκείνη τὴν ταπεινωμένη στὶς ὀρέξεις μιᾶς κοπιαστικῆς ἐπιβίωσης ἢ στὴν γοητεία τῆς ἀσημαντότητας. Ἃς κρατήσωμε ὅμως τὸ νόημα καὶ ἃς θυμηθοῦμε τὸ ἀρχικὸ ἐρώτημα – ποίηση καὶ ποιητὲς στέκουν πάντοτε στὴν ἀντίπερα ὄχθη, δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ ὀρθότητα στὴν τέχνη, τὰ πράγματα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ὀνοματίζονται καὶ νὰ μὴν λειαίνονται μὲ εὐφημισμοὺς καὶ συγκαλύψεις.

Θυμᾶμαι μιὰ ἑλληνικὴ ταινία, κάπου ἐκεῖ στὴν δεκαετία τοῦ 70, μὲ τὸν περίεργο (γιὰ τότε) τίτλο «Οἱ τεμπέληδες τῆς εὔφορης κοιλάδας» – δὲν ξέραμε τότε πὼς προέρχεται ἀπὸ μετάφραση τοῦ βιβλίου τοῦ Albert Cossery. Κοιτῶντας σήμερα πρὸς τὰ πίσω, τὴν σκέφτομαι σὰν μία ἀπὸ τὶς καλύτερες ταινίες, παρόλο ποὺ στὸ τέλος της βγήκαμε ἀπὸ τὴν αἴθουσα μὲ μία ἀκατανίκητη διάθεση γιὰ ὕπνο, γιὰ τεμπελιά. Κι ὅμως, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτυπωθεῖ καλύτερα ἡ μεταστροφὴ μιᾶς κοινωνίας πρὸς τὴν εὐκολία, τὴν ὕλη, τὸ εὔκολο χρῆμα, τὴν ἀκινησία· βαθύτατα ὑπνωτιστικὴ καὶ ἐξαιρετικὰ ὑποβλητικὴ στὴν ἀτμόσφαιρα ἑνὸς ὕπνου-θανάτου, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ καταδείξει καλύτερα τὴν σταδιακὴ παραίτηση ἀπὸ κάθε τί ποὺ ἀπαιτεῖ συνείδηση, σκέψη, κόπο, ἀγῶνα καὶ δημιουργία. Στὸ μόνο ποὺ ἀτύχησε ἡ ταινία ἦταν ἡ κάπως ἀφελὴς ἀντίστιξη ἀνάμεσα στὸ προλεταριάτο καὶ τὴν παρακμασμένη ἀστικὴ καὶ μεγαλοαστικὴ τάξη – ὅμως ἀκόμη κι ἔτσι στάθηκε ἕνα ἔξοχο δεῖγμα τέχνης ποὺ ἀποτυπώνει καὶ συγχρόνως προφητεύει..

…Ἡ κρίση, (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐλπίδα κάποιων), δὲν ἀνέδειξε πνευματικὲς ἡγεσίες, πρωτοπόρες ἀπόψεις καὶ στοχασμούς, οἱ συνειδήσεις δὲν ἐξεγέρθηκαν, δὲν βελτιώθηκαν, δὲν ὡρίμασαν. Τὸ ἀντίθετο. Στὰ ὅρια τοῦ τρόμου πιὰ τὸ μικροαστικὸ κοινωνικὸ σῶμα, (ὁ μικροαστισμὸς ἔχει πιὰ διαπεράσει ὁριζόντια σχεδὸν τὸ σύνολο..), ἔσκυψε ἀκόμη περισσότερο ἐπάνω στὸ ἀσήμαντο καὶ τὸ γελοῖο, ὡσὰν ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περιμένει τὴν σωτηρία καὶ τὴν λύτρωσή του…
Δὲν ξέρω ἐὰν ὁ σκηνοθέτης τῆς ταινίας, ὁ Νίκος ὁ Παναγιωτόπουλος, διάλεξε τὸ συγκεκριμένο βιβλίο γιατί κάτι ἔβλεπε ἀπὸ τότε, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση ἡ σταδιακὴ ἀπαξίωση κάθε τί πνευματικοῦ σὲ τούτη τὴ χώρα δὲν εἶναι φαινόμενο τωρινὸ ἢ τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ κοινωνικὸ συστατικὸ σχεδὸν θεσμοθετημένο καὶ πρόβλημα γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχουν αὐτόματες ἢ πολιτικὲς λύσεις. Δὲν ὑπάρχει πιὰ χῶρος γιὰ φιλολόγους, κριτικούς, ποιητές, πεζογράφους, δοκιμιογράφους, ἐπιστήμονες κάθε λογής. Ἡ κρίση, (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐλπίδα κάποιων), δὲν ἀνέδειξε πνευματικὲς ἡγεσίες, πρωτοπόρες ἀπόψεις καὶ στοχασμούς, οἱ συνειδήσεις δὲν ἐξεγέρθηκαν, δὲν βελτιώθηκαν, δὲν ὡρίμασαν. Τὸ ἀντίθετο. Στὰ ὅρια τοῦ τρόμου πιὰ τὸ μικροαστικὸ κοινωνικὸ σῶμα, (ὁ μικροαστισμὸς ἔχει πιὰ διαπεράσει ὁριζόντια σχεδὸν τὸ σύνολο..), ἔσκυψε ἀκόμη περισσότερο ἐπάνω στὸ ἀσήμαντο καὶ τὸ γελοῖο, ὡσὰν ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περιμένει τὴν σωτηρία καὶ τὴν λύτρωσή του. Θεσμοὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ὀρθώσουν ἀνάστημα καὶ νὰ πρωτοστατήσουν σὲ ἕναν πνευματικὸ ἐπανακαθορισμὸ καὶ δημιουργία νέων ἀξιῶν, κατρακύλησαν σὲ παρακμὴ καὶ πνίγηκαν  μέσα στὴν ἀποφορὰ τῶν σκανδάλων τους. Διανοούμενοι ποὺ ὡς τὰ χθὲς κομπορρημονοῦσαν καὶ διεκδικοῦσαν (τρομάρα τους..) τὸν τίτλο τοῦ πνευματικοῦ ἡγέτη, κούρνιασαν σὲ διαδρόμους ὑπουργείων καὶ ἱδρυμάτων, σιωπῶντας ἐκκωφαντικά. Στὰ γράμματα καὶ στὶς ἐκδόσεις τὸ ἐλάχιστο ποιοτικὸ ποὺ ἀκόμη ἀντιστεκόταν, ποδοπατήθηκε κάτω ἀπὸ οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ τὴν ἐπιδεικτικὴ ἀδιαφορία τοῦ λιγοστοῦ κοινοῦ του. Ὀρδὲς ἀπὸ κατὰ φαντασίαν συγγραφεῖς πλουτίζουν τοὺς κατ’ εὐφημισμὸν ἐκδότες, ποὺ δὲν δίδουν δεκάρα γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου τους – ἄλλωστε ποιὸς θὰ τοὺς κρίνει, ποιὸς θὰ ἀσχοληθεῖ, ποιὸς θὰ ἀντισταθεῖ στὴν μυρωδιὰ τοῦ τυπωμένου χάρτου, τοῦ ἔστω ἁδρὰ πληρωμένου, τοῦ κατὰ παραγγελίαν; Κάθε (πληρωμένο) βιβλίο ποὺ βγαίνει, ἔχει ἀπὸ δίπλα καὶ τοὺς «κριτικούς» του, ποὺ προσπαθοῦν νὰ πείσουν γιὰ τὸ νέο ἀριστούργημα, τὸ μοναδικό, τὸ ἀνεπανάληπτο. Μὰ τὸ μόνο ποὺ εἰσπράττουν εἶναι κάτι βαριεστημένα likes στὸ διαδίκτυο καὶ κάτι στερεότυπα ἐπιφωνήματα θαυμασμοῦ – τόσο βαρετά, ἀσήμαντα καὶ πρόσκαιρα, ὅσο καὶ τὰ βιβλία ποὺ διαφημίζονται καὶ προωθοῦνται. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἔρμοι οἱ συγγραφεῖς, πὼς ὅταν ἀνοίγουν διάπλατα οἱ πόρτες καὶ μποροῦν ὅλοι πιὰ νὰ τυπώσουν, νὰ ἐκδώσουν, νὰ γράψουν, τότε δὲν ἀπομένει κανεὶς νὰ διαβάσει βαθύτερα, νὰ κρίνει, νὰ συγκρίνει, νὰ ἐπιλέξει. Μέσα στὸν πολτὸ λάμπουν ποῦ καὶ ποῦ κάποια διαμαντάκια, μὰ τὴν λάμψη τους δὲν μπορεῖ πιὰ κανεὶς νὰ τὴν ἰδεῖ καθὼς τὰ νεότερα καὶ πιὸ παραγωγικὰ στρώματα τῆς κοινωνίας ἀποφοίτησαν ἀπὸ μία ἐκπαίδευση ποὺ τοὺς χάιδευε τὰ αὐτιὰ καὶ πριμοδοτοῦσε τὸν λιγότερο κόπο, τὸν ἀπόλυτο ὑποκειμενισμό, τὴν ἐλάχιστη προσπάθεια, τὸ «ὅλοι μποροῦμε ἂν θέλουμε..» καὶ ἄλλα τέτοια ἠχηρά..

Αὐτὴ ἡ κατάσταση, αὐτὸς ὁ χυλός, ἐτούτη ἡ ἀδιαφορία, δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ ἡμίμετρα, μήτε μὲ ἀσπιρίνες στὴν ἐκπαίδευση καὶ σὲ πλείστους ἄλλους κοινωνικοὺς θεσμούς. Προϋποθέτει πρωτίστως παραδοχὴ τοῦ προβλήματος, προϋποθέτει δηλαδὴ τὴν ἐκκίνηση ἀπὸ τὸ ἄλφα – μὰ πολὺ φοβοῦμαι πὼς ὅσα γράφω οὐδόλως ἀναγνωρίζονται ὡς πρόβλημα. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορά, (ἡ μοναδικὴ στὴν πραγματικότητα..) μὲ κάποιες περασμένες δεκαετίες. Ἀκόμη τότε ὑπῆρχαν ἄτομα μὲ γερὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο ποὺ καταλάβαιναν τὴν ἔλλειψη, τὸ λάθος, τὸ κενό. Συνειδήσεις ποὺ ἤσαν ἕτοιμες νὰ θυσιάσουν ὕλη γιὰ νὰ προικοδοτήσουν πνεῦμα. Ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων μὲ θηριώδη ἐργατικότητα, θετικὰ σχολαστικοὶ καὶ τελειομανεῖς, ἐρευνητὲς καὶ ἀπαιτητικοὶ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους. Ἀκόμη καὶ ἐὰν διαφωνοῦσες μαζί τους, (καὶ διαφώνησα σὲ πολλά..) δὲν μποροῦσες νὰ ἀρνηθεῖς τὴν πίστη τους στὴν συνείδηση, στὸ πνεῦμα, στὸ ἄξιο, μήτε τὴν ἀφοσίωσή τους στὰ γράμματα καὶ τὴν γνώση ποὺ εἶχαν δημιουργικὰ ἀφομοιώσει. Ὑπῆρχε μὲ ἄλλα λόγια ἕνα πνευματικὸ ἀπόθεμα ποὺ λειτουργοῦσε καθησυχαστικά, ἐὰν ἡ χώρα στέρευε ἀρκοῦσε ἡ προσπάθειά τους, ἡ γραφή τους καὶ οἱ προτάσεις τους γιὰ νὰ ξεκινήσει ξανὰ τὸ σύστημα νὰ παράγει, νὰ συζητᾷ, νὰ δημιουργῆ.. ιδού ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ μία πολύ παλαιά ὁμιλία  σὲ μικρή συγκέντρωση πνευματικῶν δήθεν ἀνθρώπων -δὲν ἦταν περίεργη τελικά, (τώρα ποὺ τὸ διαβάζω..), ἡ παγωμάρα στὸ ἀκροατήριο..

“..Νομίζετε πὼς ἔχετε λογοτεχνία ποὺ ἀκμάζει γιατί ἔτσι λένε οἱ ἀριθμοί, μὰ ὅταν κληθῆτε νὰ θυμηθῆτε ἔστω καὶ μία σοβαρὴ ἀράδα ἢ ἕναν στίχο πηγαίνετε σαράντα καὶ πενήντα χρόνια πίσω. Νομίζετε πὼς ἔχετε Ἀκαδημία προσφέρουσα, μὰ ἀγνοεῖτε παντελῶς, τόσο τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν της ὅσο καὶ τὸ ὅποιο ἔργο τους. Καμώνεστε πὼς δὲν ἀντέχετε τὰ ἠλίθια τηλεοπτικὰ προγράμματα, μὰ εἶστε πάντοτε ἐνημερωμένοι γιὰ τὴν ἐξέλιξή τους καὶ τρέμετε στὴν ἰδέα πὼς αὐτὸ τὸ κουτὶ μπορεῖ νὰ παραμείνει κλειστὸ καὶ ἄλαλο ἐπὶ μακρόν. Φωνάζετε γιὰ παιδεία καὶ ἐκπαίδευση, μὰ ὅταν βρεθεῖ ἕνας δάσκαλος νὰ ζορίσει παραπάνω το βλαστάρι σας ξεκινᾶτε τὶς διαμαρτυρίες καὶ τὰ παράπονα στὸ ἀφεντικό του. Κουνᾶτε τὸ κεφάλι μὲ σημασία γιὰ τοὺς πολιτικοὺς ποὺ κατάντησαν τὴν χώρα, μὰ σὰν βρεθοῦν μπροστὰ σας ξεκινᾶτε τὶς χειραψίες, τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ὑποκλίσεις. Κλαῖτε ποὺ δὲν ἔχετε ἐλεύθερο χρόνο ἀπὸ τὶς πολλὲς ὑποχρεώσεις, μὰ ὅταν τὸν βρίσκετε δὲν ξεύρετε τί νὰ τὸν κάμετε ἢ τὸν σπαταλᾶτε στὴν ἀπόλυτη ἀκινησία. Ἐξεγείρεστε γιὰ τὴν γλῶσσα ποὺ χάνεται καὶ πτωχαίνει στὴν χρήση της, μὰ μὲ τὰ λεξικὰ ἔχετε πάρει διαζύγιο, ἐνῷ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά τὰ ἔχετε ἰδεῖ μόνο ὡς γραμματοσειρὰ στὸ Μοναστηράκι δίπλα στὰ τσολιαδάκια καὶ τὶς περικεφαλαῖες. Βγαίνετε ἀπὸ τὰ ροῦχα σᾶς ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ γείτονα διοριστεῖ μὲ μέσον στὸ δημόσιο, μὰ ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα βάζετε λυτοὺς καὶ δεμένους γιὰ τὸ δικό σας τέκνο, δείχνοντάς του ἔτσι ἔμπρακτα τὸ πόσο νοιάζεστε γιὰ ἀξιοκρατία καὶ ἦθος. Δὲν φταῖτε ποτὲ – πάντα εἶναι οἱ ἄλλοι, ἡ ζωή, τὸ κάρμα, ἡ ἄτιμη τύχη. Κλαῖτε καὶ γιὰ τὰ βιβλιοπωλεῖα ποὺ κλείνουν, τὰ μικρομάγαζα ποὺ φυτοζωοῦν, τὸ μεράκι ποὺ ἐξαφανίζεται, ἀλλὰ ὅταν πρέπει νὰ βάλετε τὸ χέρι στὴν τσέπη, τὰ χρήματα φεύγουν σὲ φανταχτερὰ ἐμπορικὰ κέντρα μὲ πλαστικὸ φαγητό, πλαστικὴ διασκέδαση, πλαστικὴ λογοτεχνία.. ὅλα τοῦτα καὶ ἄλλα πολλά συνθέτουν τὸν ὑπερθετικό τῆς ὑποκρισίας καὶ ἑνός στείρου ἐγωκεντρισμοῦ…”

Γιατί ἐπαναπαύεστε λοιπόν σὲ τούτη τὴν ἄχρωμη καὶ ἀνιαρὴ ζωή; Γιατί ὑποκρίνεστε πῶς κάμετε κάτι σημαντικὸ περνώντας ἀτελείωτες ὧρες ἐπάνω στὰ ἀσήμαντα; Γιατί δὲν ἐξεγείρεστε ἀπέναντι στὸ ταπεινό, τὸ μικρό, τὸ κούφιο; Καὶ στὸ τέλος – τέλος γιατί ἀποδέχεστε ἕναν ρόλο ποὺ σᾶς ψευτίζει, σᾶς τρώγει τὸν πολύτιμο χρόνο ποὺ δὲν ἔχετε; – κανείς μας δὲν τὸν ἔχει τόσο ἄφθονο γιὰ νὰ τὸν σπαταλᾶ μὲ τόση ἄνεση καὶ ἀνεμελιά.

Πλησιάζωμε στὸ τέλος, ποίημα ἀπὸ τὸν  Στράτο Κοντόπουλο – ἄγνωστο στοὺς πολλούς, μὰ νομίζω γνωστὸ στοὺς φίλους αὐτῆς τῆς ἰστοσελίδας. Ὁ Κοντόπουλος ἔρχεται ἀπὸ κείνη τὴν χαμένη γενιὰ ποιητάδων ποὺ ἔμαθαν νὰ εἶναι ὀλιγαρκεῖς καὶ ἀπὸ νωρὶς ἔμαθαν ἐπίσης νὰ ἐπιβιώνουν στὸ περιθώριο καὶ νὰ ἀγνοοῦν τοὺς εἰρωνικούς γέλωτες ποὺ συνόδευαν τὸ ἄκουσμα τῆς λέξης ποιητής. Εἶναι ἀπὸ ἐκείνη τὴν σπάνια γενιὰ ποὺ δὲν ἐτόλμησε νὰ δημοσιεύσει τίποτε προτοῦ μάθει, ἐρευνήσει, ἀφομοιώσει, παιδευτεῖ. Ἀκόμη καὶ σήμερα δυσανασχετεῖ σὰν δημοσιεύω ποιήματά του καὶ βλέπει μὲ τρόμο τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐκδώσω τὶς συλλογές του – ἡ γενιὰ του βλέπετε βούλιαξε μέσα στὴν μετριοφροσύνη σὲ βαθμὸ ὀπωσδήποτε ὑπερβολικό.

Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ ἕνα πραγματικὸ περιστατικὸ στὴν ἐμφυλιοπολεμικὴ Ἑλλάδα (τὸν σταδιακό άποδεκατισμό ἑνός ἀποκομμένου λόχου..), ὅμως ὁπωσδήποτε ξεφεύγει ἀπὸ τὴν συγκυρία, ψηλαφίζει τὴν δικαίωση ἑνὸς σκοποῦ, ἑνὸς ὀνείρου. Δὲν εἶναι εὔκολο καὶ ὅπως ὅλα τα καλὰ ποιήματα προσφέρει πολλαπλὲς ἀναγνωστικὲς προσλήψεις. Οἱ ἀνομοιογενεῖς στροφὲς ποὺ ὅσο πᾶνε λιγοστεύουν, ἀποτυπώνουν τὴν συνεχῆ σμίκρυνση μιᾶς ζωῆς πνιγερῆς καὶ μιᾶς οὐτοπίας ποὺ τὴν ξεφτίζει ὁ θάνατος, ἡ ἀπώλεια, ἡ διάψευση. Σὲ κάθε στῖχο, σὲ κάθε πρωϊνή ἀναφορά, ἕνα όνομα λιγότερο, ἕνας νεκρός ακόμη. Στὴν τελευταία στροφὴ οἱ στίχοι εἶναι σὰν νὰ ἐκφέρονται ἀπὸ τὸ βάθος ἑνὸς πηγαδιοῦ..

Λιγοστεύουν οἱ στρατεύσιμοι, ἀποδεκατίζονται τὰ τάγματα

ἕνα περίεργο θανατικὸ χτυπᾷ τοὺς παλιούς μας συντρόφους

Ἀναφορὰ τοῦ λόχου, πέντε ἀπομείναμε…

 

-Νίκο, Ἀρτέμη, Γιάννη, Δημήτρη-

κάθε πρωὶ ποὺ ἀκοῦμε τὸ ὄνομά μας

χτυπᾶμε τὸ παρὼν πιὸ δυνατά, πιὸ φοβισμένα

Δὲν εἶναι ὁ φόβος τοῦ θανάτου ποὺ βγάζει τὴν κραυγή μας

εἶναι ἡ μοναξιὰ τοῦ στρατοπέδου, ὁ φόβος τῶν ὀλίγων

θάλαμοι, διοικητήριο, ὄρχος, πεδίο βολῆς, ὁπλοβαστοί…

κι οὔτε ἕνας νεοσύλλεκτος, οὔτε μιὰ νέα φωνὴ νὰ μᾶς μιλήσει..

 

Νίκο, Ἀρτέμη, Γιάννη,

μᾶς τόχανε πεῖ

καὶ δὲν πιστέψαμε

 

Νίκο, Ἀρτέμη

στεκόμαστε προσοχὴ ἐπάνω

στὴν μοναξιὰ πτωμάτων

 

Νίκο ἀπολύομαι

καὶ δὲν ἔχω πιὰ

σπίτι νὰ ἐπιστρέψω

 

Οὔτε ποὺ θυμᾶμαι πιὰ

σὲ ποιὰ θητεία,

σὲ ποιὸ θεό,

δώσαμε τὴν ζωή μας

(Στράτος Κοντόπουλος, ἀνέκδοτο, προσωπικό ἀρχεῖο Μ.Τασάκου, 2016)

Δὲν ὑπάρχει πιὸ ταιριαστὸ καὶ συνάμα πιὸ μελαγχολικὸ ποίημα γιὰ (λίγο πρὶν) τὸ τέλος ἀπὸ τοὺς Μοιραίους του Βάρναλη. Μπορεῖ οἱ ἐποχὲς νὰ ἄλλαξαν, μπορεῖ τὸ κουτοῦκι νὰ ἔγινε νεοταβέρνα καὶ φαινομενικὰ ἡ μιζέρια νὰ ἐξέλιπε, ὅμως τὸ ποίημα στὴν οὐσία του ποτὲ δὲν ἀφοροῦσε τὴν φτώχεια μόνο στὴν οἰκονομική της διάσταση – μιὰ πικρὴ εἰρωνεία ἦταν ἐπάνω στὴν σπατάλη τοῦ χρόνου, τῆς σκέψης, τῆς πράξης, τοῦ πάθους. Μπορεῖ σήμερα τὸ τραπέζι νὰ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ὅλα τα καλά του κόσμου καὶ στὴν παρέα τὰ κινητὰ τηλέφωνα νὰ τραβοῦν φωτογραφίες σωρό, μὰ πρόκειται γιὰ εἰκόνες ἄψυχες, μηχανικές, ἀποτυπώσεις συμπεριφορῶν καὶ προσώπων ποὺ κατὰ βάθος ἀντιμετωπίζουν τὴν ζωὴ μὲ τὸν ἴδιο μοιρολατρικό, τὸν ἴδιο ἀνιαρὸ τρόπο τῶν Βαρναλικῶν μοιραίων. Ἀπὸ τότε περιμένουμε τὸ θᾶμμα, τὸν ἀπὸ μηχανῆς θεό, τὴν ἀλλαγὴ σὲ μιὰ ζωὴ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ δὲν τὴν ὁδηγοῦμε…

Μὲς τὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,

μές σε καπνοὺς καὶ σὲ βρισὲς

(ἀπάνω στρίγγλιζε ἡ λατέρνα)

ὂλ’ ἡ παρέα πίναμ’ ἐψὲς –

ἐψές, σὰν ὅλα τα βραδάκια,

νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

 

Σφιγγόταν ἕνας πλάι στὸν ἄλλο

καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς –

Ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο

τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!

Ὅσο κι ὁ νοῦς νὰ τυραννιέται,

ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

 

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα

καὶ βάθος τ’ ἄσωτ’ οὐρανοῦ·

Ὤ! τῆς ἀβγῆς κροκάτη γάζα,

γαρούφαλα τοῦ δειλινοῦ,

λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,

χωρὶς νὰ μπῆτε στὴν καρδιά μας!)

 

Τοῦ ἐνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος – ἴδιο στοιχειό·

τ’ ἄλλου κοντόημερη ἡ γυναῖκα

στὸ σπίτι λυώνει ἀπὸ χτικιό·

στὸ Παλαμήδι ὁ γιὸς τοῦ Μάζη

κ’ ἡ κόρη τοῦ Γιαβῆ στὸ Γκάζι.

 

― Φταίει τὸ ζαβό το ριζικό μας!

― Φταίει ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!

― Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!

― Φταίει πρώτ’ ἂπ’ ὅλα το κρασί!

Ποιὸς φταίει;..  ποιὸς φταίει;..

Κανένα στόμα

δὲν τόβρε καὶ δὲν τόπε ἀκόμα.

 

Ἔτσι, στὴ σκότεινη ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·

Σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα

ὅπου μας εὕρη μᾶς πατεῖ.

Δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα,

προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θᾶμμα!

(Νεολαία, 1921)

Θὰ κλείσωμε ὅπως ἀρχίσαμε, μὲ Καρυωτάκη, καὶ τὸ ποίημα Ἀνδρείκελα, ἴσως δὲν εἶναι καὶ ἀπὸ τὰ καλύτερά του, ὅμως ἀκόμη καὶ τὰ μέτρια τοῦ Καρυωτάκη ἐκπέμπουν τὴν δύναμη τοῦ ψυχικοῦ πόνου, τοῦ αἵματος, τοῦ ὀνείρου γιὰ ἕναν κόσμο ἄλλον..

Σὰ νὰ μὴν ᾔρθαμε ποτὲ σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ,

σὰ νὰ μένουμε ἀκόμη στὴν ἀνυπαρξία.

Σκοτάδι γύρω δίχως μιὰ μαρμαρυγή.

Ἄνθρωποι στῶν ἄλλων μόνο τὴ φαντασία.

 

Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμό,

ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ τυφλὰ δυὸ χέρια,

χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμό,

ἄτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ ἀστέρια.

 

Μακρινὴ χώρα εἶναι γιὰ μᾶς κάθε χαρά,

ἡ ἐλπίδα κι ἡ νεότης ἔννοια ἀφηρημένη.

Ἄλλος δὲν ξέρει ὅτι βρισκόμαστε, παρὰ

ὅποιος πατάει ἐπάνω μας καθὼς διαβαίνει.

 

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ὁ καιρός.

Ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν ἡ βαθιὰ λύπη στὸ σῶμα,

ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν στὴν ψυχὴ ὁ πραγματικὸς

πόνος μας, γιὰ νὰ λέει ὅτι ὑπάρχουμε ἀκόμα…

(Κώστας Καρυωτάκης, Ἐλεγεῖα καὶ Σάτιρες)



Booking.com

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Μάνος Τασάκος

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἐναντίος σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…". Το πρωτόλειο μυθιστόρημα τοῦ Μάνου Τασάκου "Ὁ μέτριος βίος τοῦ Ἀλέξανδρου Βαλέτα" κυκλοφορεῖ στα βιβλιοπωλεῖα ἀπό τις ἐκδόσεις 24 γράμματα.

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend