Ὁ ἀναρχικός στοχασμός στήν ποίηση, μέρος δεύτερο

Posted on Posted in Ἕλληνες ποιητές, Ποίηση

( Οἱ σημειώσεις για το κείμενο, ὁπως καί οἱ ποιητές πού ἀνθολογοῦνται καί στά δύο μέρη τού ἀφιερώματος, άναφέρονται στήν ἀρχή τοῦ πρώτου μέρους πού μπορεῖτε νά δεῖτε ἐδῶ)

Ἕνα ποίημα τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα πού ἐπίσης ἔχωμε παρουσιάσει ἀρκετές φορές, εἶναι το «Ἡ Κλεοπάτρα, ἡ Σεμίραμις κ’ ἡ Θεοδώρα». Ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι πολύ γνωστό, μά καί μεγάλο σέ ἔκταση, θά παραθέσω τήν τελευταία στροφή, ἀφοῦ θυμίσω τό περιεχόμενο τῶν προηγουμένων στίχων – πρόκειται γιά τρία πλοῖα «τῆς γραμμῆς» πού γιά χρόνια ὁλόκληρα ἐκτελοῦν τό ἴδιο ἀκριβῶς δρομολόγιο χωρίς καμμία παρέκκλιση… ἐκεῖ ἀκριβῶς ὑπεισέρχεται ἡ ἀγανάκτηση τοῦ Μπάρα γιά τήν ἀνιαρή πλέον ἴδια καί ἀπαράλλακτη διαδρομή καί ἀναλαμβάνει τό πηδάλιο ὡς καθ’ ὑπόθεση καπετάνιος τῶν καραβιῶν, ὡς ἐκεῖνος πού θά ταράξει τά νερά, ἀλλά μέ ποιόν τρόπο, μέ ποιά διαμαρτυρία;.. δεῖτε τήν τελευταία στροφή γιά νά σχολιάσουμε σύντομα μετά…

[ ]

Ἄν ἤμουν ἐγώ πλοίαρχος,

ναί – si j’ etais roi! –

ἄν ἤμουν ἐγώ πλοίαρχος

στήν Κλεοπάτρα, τή Σεμίραμη, τή Θεοδώρα,

ἄν ἤμουν ἐγώ πλοίαρχος,

μέ τέσσερα χρυσά γαλόνια,

κι ἄν μ’ ἄφηναν στήν ἴδια αὐτή γραμμή

τόσα χρόνια,

μιά νύχτα σεληνόφεγγη

στή μέση του πελάγου

θ’ ἀνέβαινα στό τέταρτο κατάστρωμα,

κ’ ἐνῷ θ’ ἀκούγουνταν ἡ μουσική –

πού θάπαιζε στῆς πρώτης θέσης τά σαλόνια –

μέ τή μεγάλη μου στολή,

και τά χρυσᾶ μου τά γαλόνια

καί τά χρυσᾶ μου τά παράσημα,

θάγραφα μίαν ἁρμονικώτατη καμπύλη

ἀπό τό τέταρτο κατάστρωμα

μές στά νερά –

ἔτσι, μέ τά χρυσά μου,

σάν ἀστήρ διάττων,

σάν ἥρως ἀνεξήγητων θανάτων…

(Ἀλέξανδρος Μπάρας, Ἀλεξανδρινή Τέχνη, 1929)

Ἅς ἀφήσωμε γιά λίγο στήν ἄκρη τήν μετρική τεχνική, τήν φόρμα καί κάποιες ἄλλες φιλολογικές ἀρετές τοῦ ποιήματος καί ἅς ἐπιμείνουμε στό περιεχόμενο, στήν ἀναρχική του διάθεση. Θά ρωτήσει κάποιος – μά γιατί ἀναρχική; Καί σέ ποιό βαθμό;.. (παρά ταῦτα παρατηρῆστε στούς καταληκτικούς στίχους, πόσο κατάλληλη ἡ καθαρεύουσα ὅταν ἀπαιτεῖται εἰρωνεία – ἡ ἀναφορά ὡς ἐπιβεβαίωση γιά τό ἑνιαῖο τῆς γλῶσσας καί τήν ἀνάγκη γιά ὅσο το δυνατόν περισσότερα ἐργαλεία στήν ποίηση…)

Ὅταν ἡ ἐπανάληψη ἔχει διαβρώσει κάθε ἀπόπειρα ἐναλλακτικῆς στοχαστικῆς διαδρομῆς, ὅταν ἡ συνήθεια ἔχει νεκρώσει τήν διαφορετική σκέψη καί συμπεριφορά, ἡ ἀλλαγή καί ἡ ἐξέγερση δέν ἠμποροῦν νά ἔλθουν μέ ἁπλές καί μικρές διαφοροποιήσεις. Θά μποροῦσε ὁ Μπάρας ὡς πλοίαρχος, ν’ ἀλλάξει ἁπλῶς τό δρομολόγιο, καθώς τά καράβια πάντοτε καί γιά χρόνια…

Ἀνοίγουνται ἀπό τήν προκυμαία

στίς ἐννέα,

πάντα γιά τόν Περαία,

τό Μπρίντιζι καί τό Τριέστι –

πάντα, καί μέ τό κρύο καί μέ τή ζέστη!

Τί θά ὠφελοῦσε μία ἁπλή παρέκκλιση, μία ἀταξία τῆς στιγμῆς, μία «ζαβολιά»; Θά καταγράφονταν ἁπλῶς σάν ἕνα μικρό περιστατικό τῆς τρέλας ἑνός διαταραγμένου ἀτόμου. Ὅμως στό ποίημα, ἡ «διασάλευσις τῆς τάξεως», ἡ ἀνατροπή, ἡ ἀντίσταση τελικά στήν παρακμή κάθε δημιουργικῆς σκέψης, ἔρχεται μέ τόν πιό ἀπόλυτο καί ἀνεπίστρεπτο τρόπο – διά τοῦ θανάτου, ὄχι τῶν ἀθῴων ἐπιβατῶν (ἀθῴων κατά τήν τρέχουσα ἠθική καί νομοθεσία), ὄχι μέ τήν βύθιση, μήτε μέ βόμβες καί καταστροφές. Ἡ ἀνατροπή ἔρχεται μέ τόν ἀνεξήγητο καί σέ δημόσια θέα θάνατο τοῦ κατ’ ἐξοχήν ὑπεύθυνου, τοῦ ἀρχηγοῦ, ἐκείνου πού καθορίζει μέ τήν στάση του καί τελικά τήν συνείδησή του τήν ρότα τοῦ πλοίου καί τήν τύχη τῶν ἐπιβατῶν του.

Εἶναι ὁ θάνατος ἀφυπνιστικός, εἶναι πυξίδα πού προσανατολίζει; Εἶναι ἡ ὕστατη διαμαρτυρία ὅταν κάθε ἄλλη φωνή ἔχει σωπάσει ἤ δέν τολμᾶ νά ἀκουσθῆ;  Ὄχι, θά ἀντιτάξουν πολλοί, ἡ ζωή καθεαυτή ἔχει αὐταξία, βάρος καί μηδενική διόρθωση ἡ ἀπώλειά της , ἄρα οὐδείς σκοπός ἤ ἰδέα δέν δικαιολογοῦν τήν θυσία της, καμμία Τροία δέν ἠμπορεῖ νά δικαιολογήσει τήν σφαγή μιᾶς Ἰφιγένειας.

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ποίηση θέτει πάντοτε περισσότερα ἐρωτήματα ἀπό τίς ἀπαντήσεις πού μπορεῖ νά δώσει, αὐτός εἶναι ὁ πρωτοπόρος σκοπός της, ἡ χάραξη ἑνός δρόμου, ἡ ἐξερεύνηση σέ ἕνα μονοπάτι ἀπάτητο καί ἴσως ἐπικίνδυνο. Ὁ ἀνεξήγητος θάνατος μορφώνει πάντοτε ἕνα αἰωρούμενο καί ἀναπάντητο ἐρώτημα καί μέ τήν ἔννοια αὐτή μιά ἀνοικτή πληγή πού δέν μπορεῖ νά «κουκουλωθεῖ» μέ ἀνακοινώσεις ἐταιριῶν καί δελτία τύπου, ἡ καμπύλη πού διαγράφει ὁ καπετάνιος ἀπό τό κατάρτι ὡς τά μαῦρα νερά τοῦ πελάγου, θά ἀπομείνει γιά πάντα χαραγμένη στό μυαλό τῶν ἐπιβατῶν καί γι’ αὐτό διαθέτει a priori τήν δυναμική ἑνός προβληματισμοῦ, μιᾶς ἀλλαγῆς, εἶναι τροφή γιά στοχασμό καί παρεκκλίσεις. Ὁ μέγας θάνατος τοῦ Ἑνός, ἀπέναντι στόν καθημερινό θάνατο χιλιάδων – σκεφθεῖτε γιά λίγο τόν συμβολισμό τῆς χριστιανικῆς Σταύρωσης καί εὔκολα θά εὕρετε τίς ἀναλογίες καί ἀκόμη πιό εὔκολα θά διαπιστώσετε τήν ἔννοια τοῦ «θανάτω θάνατον πατήσας…».

Ἀπό τόν Φαῖδρο Μπαρλά ἔρχεται ἕνα ὀλιγόστιχο ποίημα καί παρά τόν ἐλαφρύ σαρκασμό στό τελευταῖο δίστιχο, ἀποτυπώνει μέ ἐξαιρετική σαφήνεια τήν ἀπομόνωση τῆς ἀναρχικῆς συνείδησης, τά αὐτόματα ἀντανακλαστικά μιᾶς κοινωνίας πού ἔχει μάθει, πλέον ἀταβιστικά, νά προφυλάσσει τήν συνοχή καί τήν ὁμοιομορφία της. Ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα ὅπλα σ’ αὐτήν  τήν ἄμυνα εἶναι καί ἡ ἀπαξίωση τῆς βαθύτερης πνευματικῆς προσπάθειας, ὁ ἐγκλεισμός τῆς ποίησης σ’ ἕνα γκέτο, σ’ ἕνα ἐλεύθερο δωμάτιο ψυχιατρείου…

Ψυχή μου…

Ψυχή μου, μέ μόχθο καί κούραση σ’ ἔκανα

σάν τό ἔλατο μαύρη, ψηλή καί αὐστηρή!

Ὅπου πᾶς, δέν θά βρῆς ἕνα χέρι νά σφίξης!

Ὅπου πᾶς, δέν θά βρῆς παρά μονάχα τό μῖσος!

(Ὤ μεθύσι! Ἀπό δῶ μοναχός νάσαι σύ

κι ἀπό κεῖ νάν’ οἱ ἄλλοι!..)

(Φαῖδρος Μπαρλᾶς, «Ἅπαντα Φαίδρου Μπαρλά», ἐπιμέλεια καί είσαγωγή Ρένου Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη)

Γιά τόν Παλαμά καί τά ἀναρχικά του ποιήματα, (μαζί μέ τά ἐθνικοπατριωτικά, τά θρησκευτικά καί ὅ,τι ἄλλο μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε, ἡ ποιητική του Παλαμᾶ τά χωρεῖ ὅλα, πολλές φορές μέ τήν ἴδια δύναμη καί ποιότητα..), ἔχουμε γράψει σέ ἄλλο κείμενο…

 

ROILOS PAINTER

Ἄ! γέροντα, ξεμυαλίστηκες καὶ σὺ γιὰ μιὰν Ἑλένη..

«Γιούχα καὶ πάντα γιούχα τῶν πατρίδων!» (Κωστῆς Παλαμᾶς, «Τὸ πανηγύρι τῆς Κακάβας») (Ἀναδημοσίευση παλαιότερου ἄρθρου ἀπό παλαιό ἱστολόγιο καὶ «χίμαιρα»- ἐδῶ πολυτονισμένο)   Ἃς εἴμαστε εἰλικρινεῖς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Παλαμᾶς μοιάζει πολὺ μὲ τὸ παλαιὸ δακτυλίδι τῆς προγιαγιᾶς μας, ἐκεῖνο τὸ τεράστιο, τὸ παλαιικό, τὸ καταπράσινο. Πάει καιρὸς ποὺ […]

0 comments

Μόνο ἕνα μικρό ποιηματάκι θά παραθέσουμε σήμερα, κάποιοι θά τό ὀνομάτιζαν σήμερα ποίημα κατά τοῦ λαϊκισμοῦ, στήν πραγματικότητα μέσα ἀπό τήν σύζευξη τῶν ἀκραίων συμπεριφορῶν, τίποτε ἄλλο δέν ἐπιθυμεῖ νά καταδείξει ἀπό τήν tabula rasa μιᾶς συνείδησης, ἀπό τήν δύναμη τοῦ μαχαιριοῦ νά κόβει μέ τήν ἴδια εὐκολία τόσο τό ψωμί, ὅσο καί τήν ἴδια τήν ζωή…

Καί γιά μοῦντζα ὁ λαός…

Καί γιά μοῦντζα ὁ λαός καί γιά λιβάνι!

Ὁ λαός εἶναι τίποτε καί εἴν’ ὅλα!

Εἶναι τοῦ ἐκδικητῆ τό γιαταγάνι

 

κ’ εἶναι ἡ μαϊμού ἡ ξεδιάντροπη, ἡ μαργιόλα,

καί ἡ ρίζα καί ἡ κορφή, ὁ στερνός καί ὁ πρῶτος,

κ’ ἐγώ κ’ ἐσύ, κι ὁ ἀνθός κ’ ἡ καρμανιόλα!..

(Κωστής Παλαμᾶς, α΄ἔκδοση 1912)

Ὁ Ἰωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος (γνωστός κάπως εὐρύτερα καί ὡς Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στίς ἀρχές τοῦ αἰῶνα καί πέθανε τό 1982), δέν ἦταν βεβαίως στόν προσωπικό του βίο ὁ συμβολισμός μιᾶς ἀναρχικῆς συνείδησης καί κανείς δέν θά μποροῦσε μέ εὐκολία νά τόν φαντασθῆ στόν ρόλο ἑνός ἀνατροπέα στά ἑλληνικά γράμματα, ὅμως ὁ παραγκωνισμός του στήν μελέτη τῆς ποίησης καί ἡ προκατάληψη γιά τούς στίχους του εἶναι ἐντελῶς ἄδικη, καθώς ὑπῆρξε ἕνας ἀκάματος ἐργάτης τοῦ πνεύματος καί πολλά ἀπό τά ποιήματά του (μά καί πεζά..) ἔχουν δύναμη μοναδική. Ὡς παράδειγμα θά δοῦμε τό ποίημα «Ἡ τιμωρία», (οὔτε καν θά τό εὕρετε στό διαδίκτυο..), κατ’ ἐμέ, ἕνα ἀπό τά ἀρτιώτερα ποιήματα γιά τήν συνείδηση πού τιμωρεῖται κάθε λεπτό ἐπειδή δέν τόλμησε, δέν θάρρεψε νά ἐπαναστατήσει, δείλιασε νά ἀκολουθήσει τήν ἴδια της τήν ἀνεξάρτητη φύση. Θά μποροῦσε βεβαίως νά πεῖ κανείς ὅτι στό ποίημα διαχέεται μία κάπως ἀστική ἀντίληψη λίγο θεατρική, λίγο μελοδραματική, κάτι σάν τήν πόζα στούς «Ἰδανικούς αὐτόχειρες» τοῦ Καρυωτάκη καί πώς ἡ μελαγχολία γιά τά ταξίδια πού δέν ἔγιναν ἔχει καταντήσει πιά κλισέ στήν ἑλληνική (καί ὄχι μόνο) λογοτεχνία, ὅμως ἐάν ἀποσυνδέσουμε τούς στίχους ἀπό αὐτήν τήν φιλολογική γκρίνια καί τούς δοῦμε στήν οὐσία τους, δέν εἶναι παρά μία ἀνελέητη κριτική στήν μικροαστική ὑποκρισία καί ἕνα κατηγορῶ χωρίς ἑξαιρέσεις καί ἀστερίσκους. Ὁ ρυθμός τοῦ ποιήματος εἶναι ἐξαιρετικός, ὅπως καί ἡ ἰσορροπία στήν μετρική του, πολύ καλό καί τό καταληκτικό τετράστιχο..

Ἡ τιμωρία

Ὅλες οἱ περιπέτειες κοιμοῦνται μέσα μας…

Πρόσωπα χλωμά καί λιγνά,

καί τά χείλη τ’ ἀχνά σφαλισμένα,

καί τά βλέφαρ’ ἀσάλευτα…

Οἱ ἐπιτύμβιες παρθένες, οἱ ἀνυμέναιες…

Πρόσωπα τῶν ὀνείρων,

πρόσωπα τῶν μακρινῶν ταξιδιῶν,

πρόσωπα τῆς ποίησης,

πρόσωπα τῆς ἀγάπης.

Γεμάτα προσδοκία, καί νοσταλγία, κ’ ἐλπίδα.

 

Καί τώρα κατάντησαν καθώς οἱ ἐρημῖτες στά σταυροδρόμια,

νά τούς μουσκεύη τά δάκτυλα ἡ βροχή τοῦ χειμῶνα,

νά παραδέρνουν στόν ἄνεμο μοναχοί…

 

Εἶναι τά ὄνειρα πού σκελετώθηκαν,

πού τήν γυμνώθηκαν τήν πᾶσα τους ὀμορφιά.

Εἶναι τά ταξίδια πού συμμαζώχτηκαν

σέ κυριακάτικες ἀποδημίες ἀνώδυνες.

Εἶναι οἱ ἀγάπες πού μᾶς προσπέρασαν,

γιατί δέν μπόρεσε νά τίς σταματήσει κανείς.

Εἶναι ἡ ποίηση πού δέν τήν κερδίσαμε,

γιατί μᾶς τρόμαξε τό βαρύ τίμημά της.

Εἶναι οἱ τόλμες πού δέν τολμήσαμε.

 

Κ’ ἔτσι ἀπομείναμε μοναχοί

Σέ τοῦτα τά καθημερινά σταυροδρόμια

νά θεωροῦμε τό θέαμα τό μεγάλο του κόσμου

νά καταριούμαστε τίς νύχτες πού δέν εἶναι δικές μας

καί νά μιλοῦμε γιά τήν ὀμορφιά, γιά τά νιάτα,

χωρίς ἀπαντοχή, χωρίς ἀνταπόκριση,

καί νά θρηνοῦμε τήν ποίηση πού ἔγινε σιωπή

καθώς οἱ ἐπιτύμβιες παρθένες, οἱ ἀνυμέναιες,

καί νά θρηνοῦμε τήν προσδοκία πού ἔγινε θάνατος,

καί νά θρηνοῦμε τήν νοσταλγία πού ἔγινεν ἔγνοια καί θλίψη.

 

…Παρόμοιες μέ τίς πατρογονικές φωτογραφίες

στά σπίτια πού μονάξιασαν οἱ καιροί

πλήξη καί σκόνη

οἱ περιπέτειες κοιμοῦνται μέσα μας…

(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, «Ὁ κύκλος τῶν ζωδίων», 1952)

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, ἄς ξεκαθαρίσωμε μιά παρεξήγηση πού ἔχει πλέον γενεῖ στερεότυπη κριτική στήν Ἑλληνική ποίηση.

Ἡ ποίηση ἀποτυπώνει, ἡ ποίηση περιγράφει καί ἡ ποίηση φωτίζει· ὅλα καλά ὡς ἐδῶ, θά συμφωνήσωμε ὅλοι γι’ αὐτές πρῶτες ἰδιότητες. Ὅμως φυσικά ἡ ποίηση δέν σταματᾶ ἐκεῖ καί οὔτε κατά διάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ τοῦτες τίς πρῶτες προσεγγίσεις. Ἡ ποίηση στήν οὐσία της ἐπηρεάζει καί καταλύει καί ἀλλάζει καί ἐξεγείρει καί ἀνιχνεύει καί πρωτοπορεῖ. Ὅμως γιά νά τά κάμη ὅλα τοῦτα, ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό ἐκπαιδευμένο ἀναγνωστικό ὑποκείμενο, ἀπό τόν μοναχικό συνομιλητή της πού θά νιώσει τήν δύναμή της καί θά καεῖ ἀπό τήν πυρά της. Τό γεγονός ὅτι παρόμοια ποιήματα ἔχουν γενεῖ σχεδόν γραφικά στήν ἀνάγνωσή τους, τό γεγονός ὅτι τό μόνο πού προκαλοῦν εἶναι ἕνα συγκαταβατικό χαμόγελο καί σέ τίποτε δέν ἐπηρεάζουν ἀκόμη καί τούς ὀλίγους πού τά πλησιάζουν, δέν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ στίχου, μά τῆς νόησης πού τόν εἰσπράττει. Εἶναι ἡ ἐπιτυχία τῆς ἄποψης πού θεωρεῖ τήν ποίηση ἕνα ὄμορφο διακοσμητικό πού ὀμορφαίνει τό φθινοπωρινό μελαγχολικό σκηνικό, (γιομάτο το διαδίκτυο ἀπό τέτοια στερεότυπα…), εἶναι τό καθρέφτισμα τῆς ἥττας πού ἔχει ὑποστεῖ ἡ πνευματική ἐργασία σέ μιά κοινωνία, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς τήν ἀπεχθάνεται καί κατά βάθος τήν μισεῖ.  Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού τέτοια ποιήματα ὅπως «Ἡ τιμωρία» εἶναι δυσεύρετα καί ἐξορισμένα συνήθως ἀπό τήν ἐκπαιδευτική διαδικασία, τέτοια ποιήματα δέν ἔχουν πολλαπλές ἑρμηνεῖες καί δέν προσεγγίζονται μέ μέσους ὅρους καί διφορούμενα (ἀπολυτότητα χαρακτηριστική στό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη καί ἐν μέρει τοῦ Καβάφη). Μόνο μιά κοινωνία πού θά ἀποφάσιζε γιά διαφορετικά προτάγματα θά μποροῦσε νά κάμει ἐτοῦτο τό ποίημα προάγγελο μιᾶς ἀλλαγῆς ἤ σημαία μιᾶς παιδείας διαφορετικῆς. Ὡς τότε, (ἐάν καί ὅταν..) κριτικοί καί ἀναγνῶστες θά προσεγγίζουν τέτοιους στίχους μέ συγκατάβαση, πολλή συμπάθεια καί κρυφούς γέλωτες γιά τόν ἀφελῆ ποιητή πού ἀγνοεῖ τήν πραγματική ζωή καί τήν ἀνάγκη συμβιβασμῶν.

Ὕλη γιά μιά ἀναρχική συνείδηση δέν εἶναι ποτέ αὐτοσκοπός κι ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ Ποτέ εἶναι ἀπόλυτη καί ἀνεξαίρετη. Ἀπό τήν στιγμή πού ἡ ὕλη γενεῖ πρωτεύουσα ὡς ἐπιδίωξη, ἀπό τήν ὥρα πού ἡ κατάκτησή της συγκαλύψει τόν πόθο καί τό πάθος γιά κάθε τί τό πνευματικό, (ἀκόμη καί γιά κεῖνο τό ἀτάλαντο, τό κακῆς ποιότητας..), τότε ἔχει ἤδη ἐπέλθει ἡ πρώτη ἀλλοίωση, ἡ πρώτη παραμόρφωση καί ἐξ αὐτῶν ἡ ἀρχή τῆς νόθευσης καί ὁ ἐξοβελισμός τῆς γνησιότητας στόν στοχασμό καί στήν γραφή. Σκωπτικός ὁ Ἀσημάκης Πανσέληνος τό ἀποτυπώνει μέ κάποια εὐκολία λαϊκισμού εἶναι ἀλήθεια, στό ποίημα «Ἔντιμος βίος»..

Ἀμέριμνη ἡ ζωή τοῦ νοικοκύρη

δέν κάνει τοῦμπες, δέν ἔχει φτερά –

καί, κάποτε, σκυμμένος στό ποτῆρι,

στό σκύψιμο γυρεύει τή χαρά.

 

Μοχτάει σκληρά καί δέ σηκώνει μύτη,

καί οἰκονομάει τό χρῆμα τοῦ σοφά·

στά ἑξῆντα του ἀγοράζει κάποιο σπίτι

καί μπαίνει μές στό σπίτι καί ψοφᾶ.

(Ἀσημάκης Πανσέληνος, «Ταξίδια μέ πολλούς άνέμους», 1964)

Στήν ἴδια κατεύθυνση μέ τόν Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο καί ὁ Γιάννης Πατίλης, ἀλλά πολύ σκληρότερος τοῦτος, περισσότερο κατήγορος, περισσότερο κυνικός, ὠμός. Ὅσο σκληραίνουν οἱ καιροί, σκληραίνει καί ἡ ποίηση καί ἡ ἀπόσταση μεγαλώνει…

Αὐτογνωσία

Πρίν φύγης, πρωί, δές τά χέρια σου,

σκέψου αὐτά πού θά κάνης σήμερα –

τά ὅσα φανατικά ἡ νεότης σου ἀπεκήρυσσε…

Κάποτε ἤξερες πώς τό μαῦρο π’ ἀφήνουν

οἱ ἐφημερίδες στά χέρια

δέν εἶναι ἀπ’ τά γράμματα –

κι αὐτό σου φαίνεται πολύ φυσικό…

 

Ἀλλά κοίτα τά χέρια σου –

μ’ αὐτά κάθε βράδυ γυρνώντας

κλειδώνεις τήν πόρτα σου…

Γιατί; τί φοβᾶσαι;..

Καί τηλεόραση ἔβαλες σπίτι, καί ράδιο,

κ’ ἐφημερίδα μεσημέρι δέν ἔλειψε…

Ἐσύ ὄλ’ αὐτά, μέ τά χέρια σου, τάφερες.

Μόνος τάβαλες σπίτι σου –

τό δρόμο ἀπ’ τή πόρτα σου ἐ σ ύ πέρασες…

Τί ἄλλο φοβᾶσαι νά μπῆ;..

Ἀλλά κοίτα τά χέρια σου,

αὐτές τίς λεπτές γραμμές, τά τυπώματα –

Ὅσα ἡ νεκροψία σύντομα θά τάβρη

στό λαιμό σου.

(Γιάννης Πατίλης, 1971)

Τάκης Παπατζώνης. Δύσκολα μπορεῖ νά συναθροισθῆ σέ ποιητική ὁμάδα, ἄν καί ἡ βαθύτατα πνευματική καί ὑπαρξιακή του ποίηση στόν πυρήνα της έξελίσσει ἀναρχικά τήν συνείδηση, ἄρα θά «χωροῦσε» στο σημερινό άφιέρωμα. Ὑπάρχουν ὄμως πολλές ἰδιαιτερότητες, ένῶ ἡ δυσκολία τῶν στίχων του ἐπιβάλλει κείμενο ξεχωριστό καί ἀναλυτικό…

Ὁ μικρός στρατός τῶν Θερμοπυλῶν, (ὡς ἑνιαῖο σύνολο, ὡς μαχόμενη μᾶζα) εἶναι πάντοτε σέ κοινή θέα καί ἡ ἡρωική του ἀντίσταση ὁδήγησε στό γνωστό ἐπίγραμμα, ὅμως ἡ ἀντίσταση καί οἱ μάχες τῆς συνείδησης εἶναι πάντα στό σκοτάδι, δέν ἀφοροῦν κανέναν, ἡ ζωή εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοιες ἀναμετρήσεις μέσα στήν σκληρή καθημερινότητα. Ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου ἀντιστρέφει τό ἐπίγραμμα, τό ὑποβιβάζει σέ ὑποσημείωση καί δηλώνει τήν μόνη ἀρχή στήν ὁποία πρέπει νά ὑπακούει ὁ στοχασμός…

Ὑποσημείωση

Φίλε – ἤ ἀντίπαλε – μήν τ’ ἀναγγείλης πουθενά:

Δεσμώτης τῆδε ἵσταμαι

τοῖς ἔνδον ρήμασι πειθόμενος

(Ἄρης Ἀλεξάνδρου, «Εὐθύτης ὁδῶν», 1959)

Θανάσιμος ἐχθρός της ἀνήσυχης σκέψης εἶναι ὁ ἐφησυχασμός τῆς καθημερινότητας, αὐτό εἶναι κάτι τό γνωστό καί ἀποδεκτό ἀκόμη καί ἀπό ἐκείνους πού ἀρέσκονται ἤ γοητεύονται ἀπό τήν ἀσφάλεια τῆς ἐπανάληψης καί τοῦ προβλέψιμου μέλλοντος. Ἡ ἐγκατάλειψη αὐτῆς τῆς ἀσφάλειας προαπαιτεῖ δύναμη μεγάλη καί πεῖσμα, ὅμως πόσο δύσκολο εἶναι νά ἐγκαταλείψεις ἕνα ὄνειρο γιά ἕνα ἀκόμη μεγαλύτερο καί εὐρύτερο; Πῶς φεύγεις ἀπό τόν λόφο πού ἵδρωσες ν’ ἀνέβης γιά νά ἀναρριχηθῆς σ’ ἕνα βουνό; Ὁ Λευτέρης Ἀλεξίου ἀποτυπώνει τήν ἄρνηση τῆς βολῆς καί τοῦ τρυφηλοῦ βίου μέσα ἀπό ἕναν μῦθο…

Ὁ Ὀδυσσέας ἔτσι μίλησε στήν Καλυψώ
σάν ἀποφάσισε νά τήν ἐγκαταλείψη

 

Στή θαμπερή βραδιά φαντάζει χιόνι

τό διάφανο κορμί σου. Μ’ ἀφροδίσια

λαύρα ἑρπετοῦ ἡ ἀγάπη σου ἡ φιδίσια

σφίγγει βαρύ τή μέση μου βραχιόνι.

 

Τοῦ φιλιοῦ σου τ’ ἀσώπαστο τριζόνι

κ’ ἡ ματιά σου μοῦ χάρισαν τά Ἠλύσια.

Δέ βλέπω· δέν ἀκούω· σάν τά μελίσσια

ἡ θύμηση ἡ παλιά μέ περιζώνει.

 

Μέ κράζουν γλάροι. Ἡ θάλασσα φωνάζει,

άφρό στά ὀγρά μου βλέφαρα τινάζει

Κ’ εἶναι γιά μέ σκλαβιά ἡ ἀθανασία.

 

Δῶσε μέ πάλι στήν ἀβέβαιη μοῖρα,

λεύτερη νά μέ φέρνη ἡ φαντασία

μ’ ἕνα σανίδι ἀπάνω στήν ἁλμύρα.

(Λευτέρης Ἀλεξίου, «Σονέττα», Ἡράκλειο 1926)

Εἶναι ἕνα σονέτο μέ κάποιες ἴσως ἀστοχίες στά ἐκφραστικά του ἐργαλεῖα, ὅμως βαθιά μελετημένο στίς ἀντιστίξεις του, στίς ἀντιπαραβολές του. Στήν πραγματικότητα ἀκουμπᾶ ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα διλήμματα στόν ἀνθρώπινο βίο – ἀπό τήν μία πλευρά τό ἀσφαλές νησί, τό ἐρωτικό (ἤ ὅποιο ἄλλο…) πάθος πού πλανεύει, τό μέλλον σίγουρο καί ὑποσχόμενο ἀκόμη περισσότερα καί ἀπό τήν ἄλλη τό ἄγνωστο (καί ἐπικίνδυνο..) τῆς θάλασσας, οἱ ἄγνωστοι δρόμοι, τά πενιχρά μέσα (μοναχά ἕνα σανίδι ἐπάνω στήν ἁλμύρα…).

Μά, θά πεῖ κάποιος – θά φθάσωμε στό σημεῖο νά χαλάσουμε τήν εὐτυχία πού κατακτήσαμε, θά γκρεμίσουμε ἕνα σπιτικό πού μοχθήσαμε νά κτίσουμε, γιά ν’ ἀνοιχθοῦμε στήν ἀβεβαιότητα, στήν ἐξαρχῆς ἀναζήτηση τοῦ ἀκόμη καλύτερου (πού πιθανῶς δέν ὑφίσταται στό γνωστικό μας ὁρίζοντα, πού πιθανῶς δέν θά πετύχουμε ποτέ..);

Προσέξτε ἐδῶ ἕνα λεπτό σημεῖο, καθοριστικό ὅταν ἀναφερόμαστε σέ ἀναρχία καί σέ μοναδική σκέψη. Ὁ ἀναρχικός νοῦς δέν ἀντέχει τό ὁτιδήποτε περιορίζει, τό ὁτιδήποτε ἀφαιρεῖ, τό ὁτιδήποτε μειώνει. Γιά τόν ἀναρχικό ἔννοιες ὅπως ἀρχή, τέλος, ὅρια καί περιορισμοί εἶναι terra incognita, εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς καταστροφῆς, τό σῆμα ἑνός κινδύνου, μία μανιέρα καταστρεπτική τῆς σκέψης. Ὅταν βολευθοῦμε νά ζοῦμε μέ συγκεκριμένο τρόπο, ὅταν συνηθίσωμε νά σκεπτόμαστε μέ προκαθορισμένους ὅρους, ὅταν ἀκόμη καί μία εὐτυχία μᾶς ὑποχρεώσει νά ἀρνηθοῦμε ἕναν κίνδυνο καί μιά περιπέτεια, τότε ἤδη ἔχουμε πληρώσει ἕνα ἀκριβό τίμημα κατοχῆς καί ἔχουμε περιορίσει ἀπό πρίν τό βάθος μιᾶς ἀνακάλυψης. Οἱ παλαιότεροι (ἄς ἐξευτελίσωμε κάπως αὐτόν τόν συλλογισμό γιά νά γενεῖ εὐρύτερα κατανοητός…), τό δήλωναν ἐξ ἐνστίκτου, «φύγε ἀπό μία εὐτυχισμένη σχέση, ὅσο εἶναι στήν κορύφωσή της…», φύγε ἀπό ὁπουδήποτε ὅταν παράγοντες ξένοι ἀρχίσουν νά νοθεύουν τήν γνησιότητα καί τήν αὐθεντικότητά του. Τό ποίημα ἀποτυπώνει τήν ἀρχή στά ἀκραῖα σημεῖα της – ἡ ἐγκατάλειψη μίας ἐπί γῆς ἀθανασίας γιά τήν ἀβέβαιη ἀνθρώπινη μοῖρα, γιά τήν περιπέτεια στό ἄγνωστο, πού ἴσως διαρκέσει καί ἐλάχιστα. Ἀλλά πάντως ἄγνωστο καί πάντως περιπέτεια…

Ὅλα καταλήγουν στήν ἀλλοτρίωση, στό προσωπεῖο πού ὁ καθείς κτίζει μέρα μέ τήν μέρα, στήν ἀρχή ὡς ἄμυνα ἀπέναντι στά ἄλλα προσωπεῖα, ἔπειτα ὡς μόνιμα φορεμένο πρόσωπο, στό τέλος ἐτούτη ἡ μάσκα κολλάει στό δέρμα, γίνεται ἡ πρώτη φύση. Ἡ ποιητική ἀποτύπωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας πλέον, (εὐρύτατης στήν χρήση καί θεωρουμένης φυσιολογικῆς ἀπό τούς πολλούς..), ἀπό τόν Μανόλη Ἀναγνωστάκη καί τό γνωστό ποίημα «Σωσίες»…

Τώρα πού γίναμε πλούσιοι, ἤ βρήκαμε τόν τρόπο μας πού λένε –

πέρασαν τόσα καί τόσα γιά νάβρη τόν τρόπο του ὁ καθένας -,

τώρα στό πόδι μας θά βρῆτε πάντα κάποιον ἄλλον.

Βέβαια, τόν πληρώνουμε ἁδρά, τόν συντηροῦμε, τόν προσέχουμε –

κι αὐτές οἱ ἐγχειρήσεις κοστίζουνε πολλά, θέλουνε χρόνο·

πῶς νά φορμάρης ἕνα τυχόν ξένο πρόσωπο σάν τό δικό σου,

νά πάρης δασκάλους, νά διδάξης τήν κάθε σου κίνηση, κάθε λυγμό.

Μά οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι πάντοτε βρίσκονται – δέν ἔχουν τίποτα νά χάσουν.

Αὐτούς θά δῆτε τώρα στά κέντρα, στίς συναναστροφές,

νά ὑπογράφουν γραμμάτια,

νά ὑποφέρουν, νά χαίρωνται, νά σᾶς ἐξαπατοῦν τελοσπάντων.

Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι – προσέξτε αὐτό τό ἐμεῖς οἱ ἴδιοι!

λέμε νά μαζευόμαστε καμιά φορά.

Ὠρίσαμε μιά στά δέκα χρόνια νά λέμε τά δικά μας.

Ὁριστικά ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πήραμε ὅρκο  μή γίνη ζαβολιά –

ὅρκο βαρύ. (Τί θές, τί τά ρωτᾶς;.. Ὑπάρχει πιά ἐμπιστοσύνη;..)

(Μανόλης Ἀναγνωστάκης, «Ἐπιθεώρηση Τέχνης», 1958)

Ἕνα ἀπό τά καλύτερα ποιήματα τά σχετικά μέ τήν συνείδηση, εἶναι καί τό «Ὑπό σκιά» τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη. Δέν εἶναι ἕνα εὔκολο ποίημα – πρῶτα ἀπ’ ὅλα στίς ἐκφραστικές προσθέσεις καί ἀφαιρέσεις. Ἡ γλῶσσα εἶναι τραχειά, κάποτε κοφτή, νοήματα ἀκουμποῦν σέ λέξεις πού ἔχουν ἀπό καιρό χαθεῖ στήν νεοελληνική γλωσσική καθημερινότητα. Δέν εἶναι ἕνα εὔκολο ποίημα καί μοναχά ἐάν διαβαστεῖ στῖχο τόν στῖχο προσεκτικά ἀποκαλύπτεται ἐντός σου. Νά τί σκέφτομαι, ἰδού ἡ δική μου ἀνάγνωση, ἀλλά βεβαίως σέ παρόμοια ποιήματα οἱ ἑρμηνεῖες εἶναι πολλαπλές καί ὅλες σημαντικές καί ὁλοένα βαθύτερες. Σκιά λοιπόν ἡ συνείδηση, ἀλλά ὄχι ἐκείνη πού μορφώνεται ἐντελῶς ἐπίκτητα, ὄχι ἐκείνη πού προκύπτει ἀπό μάχες, μά κι ἐκείνη πού γεννᾶται ἀπό χαρακτῆρα καί ἀνατροφή καί ἔφεση· ἕνα εἶδος ἐμμονικού γονιδίου πού ἀπαγορεύει τήν εὐλυγισία, τήν ἐπίκυψη, τόν συμβιβασμό. Μέρα μέ τήν μέρα, αὐτή ἡ σκιά ὑποκαθιστᾶ μέ τρόπο σχεδόν αὐτόματο τήν νόηση, τόν διλημματικό στοχασμό, τήν ἀμφιβολία, ἀκόμη καί τόν στεναγμό γιά τήν καθορισμένη μοῖρα – γίνεται μοῖρα ἡ ἴδια πού προκαθορίζει, καθορίζει καί ἀποφασίζει ἐρήμην τοῦ ὑποκειμένου της. Ἄν γιά κάποιους λοιπόν λέμε συνήθως «Αὐτός γεννήθηκε μ’ ἀστέρι πού τόν εὐκολύνει…», ἐδῶ θά ἐκφράσουμε τό ἀντίστροφο – «Αὐτός γεννήθηκε μέ μιά σκιά πού τόν ὁδηγεῖ μέ τά φρένα σπασμένα…». (Θυμηθείτε και ἐκεῖνο «Αὐτόν τον καταδίωκε ἕνα πνεῦμα/στίς σκοτεινές ἐκτάσεις τῆς ζωῆς του», τῆς Μαρίας Πολυδούρη). Καί σιγά-σιγά, (ὡς ἄλλο σύνδρομο τῆς Στοκχόλμης..), τό ὑποκείμενο ἀρχίζει νά ἀγαπᾶ τήν σκιά ἐτούτη πού ἀρχικά τόν πειθαναγκάζει, ἀρχίζει ν’ ἀγαπᾶ αὐτήν τήν σκιά καθώς λειτουργεῖ πλάι του σάν πυξίδα, φάρος, προειδοποιητικό τοῦ κινδύνου σήμαντρο. Καί εἶναι τόση ἡ ταύτιση πιά, εἶναι τόση ἡ πίστη στήν ἰσκιωμένη ζωή τήν ἀρυτίδωτη ἀπό τόν ἥλιο, πού μόνη ἀγωνία στά στερνά ἀπομένει ἐκείνη τῆς ἀπώλειάς της, τῆς ἀπουσίας της. Ἀπό τά ὡραιότερα ποιήματα γιά τήν μοναξιά τοῦ ἀπόλυτου καί ἀνικανοποίητου στοχασμοῦ… Μέ τά σημερινά πρότυπα παιδείας εἶναι ἤδη σχεδόν ἀδύνατον νά ἐνταχθοῦν τέτοια ποιήματα στήν ἐκπαίδευση. Καί σέ λίγα χρόνια θά εἶναι πλέον ἀδύνατη καί ἡ (γλωσσική) νοηματική ἐπικοινωνία μαζί τους, ἡ πνευματική ἀνεπάρκεια τοῦ νεοελληνισμοῦ θά μᾶς ἐπιστρέψει πίσω στά χρόνια, στήν ἐποχή ὅπου ἡ ποίηση ἦταν ὑπόθεση μίας ἐλίτ, ἑνός κλειστοῦ καί προνομιούχου κύκλου…

Ὑπό σκιά

Εἶναι κάποιοι/ μέ σκοτεινή τή μοῖρα/ στή ζωή τους.

Μιά σκιά/ τούς συνοδεύει,/ καί τή νύχτα,/ καί μέ συννεφιά,/ κι ὅταν

φῶς παντοῦ…/ Ὄχι ἀπό δῶ,/ οὔτε ἀπ’ τόν ἥλιο/ – ξένη.

Τέμνει λοξά τό δρόμο τους· / βαρύτατη,/ ὁλοσκότεινη, / ἀκαθόριστη/

ἐκτείνεται. Καί τούς ἀναγκάζει/ νά βαδίζουν πάντα/ μές στό χῶρο της…

Δέν εἶναι φῶς/ πού νά τή σβήση· / στό σύνορό της,/ τό ἀνένδοτο,/

σπάζουν τά φῶτα/ ὅλων των προβολέων…

Τό ξέρουν· / καί/ ὅπου οἱ ἄλλοι/ ἐλπίζουν,/ ἐκεῖνοι αἰσθάνονται/ γυρμένη

πάνω τους/ τή σταθερή σκιά…

Δέν κινοῦν πιά νά φύγουν/ – ξέρουν:/ θά κινηθῆ/ κι αὐτή μαζί τους…

Σιγά-σιγά/ τήν ἐκτιμοῦν…/ Ἄλλωστε βλέπουν/σκυμμένη πάνω τους/

νά βαραίνη, / κρίσιμη κι ἀποφασιστική,/ ὅταν τό Ναί καί τ’ Ὄχι/ κρεμιοῦνται/

σέ μιά τρίχα/ κι αὐτή τήν κόβει/ μονομιᾶς,/ πιστά πάλι ἀκολουθῶντας

τους/ στά ἐρέβη τά χαοτικά/ πού τούς εὐθύνει…

Σιγά-σιγά/ καί τήν ἀγαποῦν…/ Καί πιά δέν κατέχουν/ – κι οὔτε πού

τούς μέλει – / ποιός ποιόν/ ἀκολουθεῖ… Μόν’ συλλογίζουνται, / τί θά

γινόντουσαν/ ἄν τήν ἐχάνανε / πρί’ νά χαθοῦν!..

(Ρένος Ἀποστολίδης, «Ποιητικά γράμματα», 1949)

Θά μπορούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε πώς τό ποίημα «Ἔρχεται μιά μέρα…» τοῦ Μάριου Ἀφεντόπουλου (ὄνομα ληξιαρχείου Μάριος Μαρκίδης, 1940-2003), εἶναι ἡ προέκταση τῆς προηγούμενης σκιᾶς, στό φῶς, στόν ἥλιο τόν καθημερινό ὅπου ὅλα δείχνουν φυσικά κι ἀμέριμνα. Ἡ νιότη ἐδῶ καί τά μεγάλα ὄνειρα ἔχουν ἐγκαταλειφθεῖ, ἔχουν ἀτονήσει, ἔχουν ἀπονευρωθεῖ – τίποτα δέν δονεῖ καί δέν ἀνατράσσει τήν καθημερινότητα, ἐκτός ἴσως ἀπό μιά αἴσθηση φθορᾶς σέ κεῖνα πού κάποτε ἤσαν ἀφορμές ἀνάτασης καί ἄδολης χαρᾶς…

Ἔρχεται μιά μέρα…

…Ἔρχεται λοιπόν μιά μέρα πού ὅλα γυρίζουν ἀναπότρεπτα στή θέση τους,/ οἱ γειτονιές τῆς Ἀθήνας καί τά προάστια κ’ ἡ πόλη πού γεννήθηκες·/ ἀποχτοῦν, ὅπως λένε, τά πράγματα τή φυσική ροή τους:/ ἀνοίγουν πάλι τά μαγαζιά, οἱ νύχτες ἀνοίγουν στή θάλασσα,/ νέες κλάσεις τροφοδοτοῦν τά γραφεῖα καί στό σπίτι καραδοκοῦνε τά ἔπιπλα / μέ στόματα κλειδωμένα σάν φέρετρα./ Στίχοι ἐκρηκτικές ὗλες τό ρίχνουν πάλι στόν ἔρωτα,/ τά καφενεῖα, μεγάλα καί καθαρά, γυρεύουνε κάθε ἀπόγεμα μιά κουβέντα σωτηρίας,/ κι ὅταν τό βράδι πλαγιάζης, στόν ὕπνο σου/ σέ πονοῦν φευγαλέα, μέσα στ’ ὄνειρο, ἀσυνάρτητες διαδηλώσεις. / Ὅμως τά πράγματα ἔχουν γυρίσει στή θέση τους,/ ἡ ἐξορία μετατίθεται μέσα σου, τά συνθήματα ἔγιναν γλυκερές διαφημίσεις/ κ’ ἴσως, μέρα τή μέρα, βαδίζεις σέ μιά δήλωση πού δέν τῆς φτάνει ἡ σιωπή./ Τό καλοκαῖρι παίρνεις τήν ἄδειά σου, βρίσκεις ἕνα κορίτσι/ πού δέν κερδίζεται μιλώντας του γιά ποίηση ἤ, τό πολύ-πολύ, γιά ἱστορία./ (Δέν ἔχεις ἄλλες λέξεις, σέ φθείρει αὐτός ὁ ἔρωτας/ πού τρέχει ἀδοκίμαστος στήν παραλία). // Ὅμως τά πράγματα γυρίσανε στή θέση τους,/ καί μόνο οἱ ἄνθωποι πιά δέν ἔχουνε ἐλπίδα, δέν ἔχουνε ὀνόματα/ – κ’ ἡ ἔρημος διασχίζει τό δρόμο, μοιράζοντας ἀπογευματινές ἐφημερίδες…

(Μάριος Ἀφεντόπουλος, «Ἕνα κορίτσι το καλοκαίρι», 1963)

Οἱ ἀποχρώσεις γενικῶς θεωροῦνται δεῖγμα ὑγείας στήν συμπεριφορά καί στόν διάλογο, ὅμως ὑπάρχουν περίοδοι τῆς ἱστορίας, (ἀκαθόριστοι συνήθως, δύσκολα προσδιορίζονται καί ἀκόμη δυσκολοτέρα γίνονται ἀντιληπτές ἀπό συγχρόνους..), ὅπου το γκρίζο δέν χωρεῖ καί ἡ ἀφύπνιση ἀπαιτεῖ τήν δύναμη ἑνός κεραυνοῦ καί μάλιστα δίχως τήν προειδοποίηση μιᾶς ἀστραπῆς. Ἔχουμε ἀνθολογήσει ἀρκετές φορές τό ποίημα τῆς Ὄλγας Βότση μά δέν θά μποροῦσε νά λείπη ἀπό ἕνα κείμενο γιά τήν ἀναρχική συνείδηση καί τήν θύελλα πού μπορεῖ νά ἐπιφέρει ἡ ὕπαρξή της…

Ἕνα ἐξαιρετικό ποίημα τῆς Ὄλγας Βότση -φωτοτύπηση ἀπό  τό ἀρχεῖο τῆς Νέας Ἑστίας..

Ἔχουμε συνηθίσει (καί οἱ διάφοροι κριτικοί λογοτεχνίας ἀδιαφόρησαν γιά τοῦτο τό φαινόμενο..), ὅταν παραθέτουμε ὑπαρξιακά ποιήματα καί ἀκόμη περισσότερο ποιήματα μέ ἔκδηλο τό ἀναρχικό στοιχεῖο στόν στοχασμό τους, νά ὑποτιμοῦμε ἤ νά ἀμελοῦμε ἐντελῶς τήν κριτική τῆς φόρμας, τῆς τεχνικῆς, τῆς ποιητικῆς γλώσσας καί τοῦ ρυθμοῦ. Ὅμως εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάθε ποίηση ἀνεξαρτήτως περιεχομένου, δέν εἶναι ποίηση ὁλοκληρωμένη ἐάν δέν διαθέτει προτερήματα σ’ αὐτά τά πεδία, ἐάν ποιότητα καί μορφή δέν ἀλλητροφοδοτοῦνται μέ τίς ἴδιες ποιότητες.

Νικηφόρος Βρεττάκος δέν χρειάζεται συστάσεις καί πολλά ἀπό τά ποιήματά του κατέχουν ἰδιαίτερη θέση στήν Ἑλληνική ποίηση, ἰδιαίτερα ἐκεῖνα πού δέν ἀκουμποῦν σέ κάποια πολιτική συγκυρία ἤ σκοπιμότητα (ἔχουν βεβαιώς κι ἐκεῖνα τήν δική τους σημασία, κάποια στιγμή θ’αφιερώσουμε κείμενο…). Ἕνα λιγότερο γνωστό εἶναι καί τό ποίημα «Τό ἀφηνιασμένο ἄλογο». Ὁπωσδήποτε τό περιεχόμενο εἶναι ἐξαιρετικό (ὁ ζαλιστικός ρυθμός που στροβιλίζεται θυμίζει τήν «Τρελλή ροδιά» τοῦ Ἐλύτη, κάτι ὡς περίληψη τῆς δύναμης ἐκείνης…), ἀλλά ἐξαιρετική εἶναι καί ἡ φόρμα του, ἡ ἐπιλογή τῶν λέξεων, διαβάζεις καί θαρρεῖς πώς τό ἄλογο περνᾶ ἀπό μπροστά σου καί ἡ γῆ σείεται ἀπό τόν τρελλό καί ἀνεξέλεγκτο καλπασμό του… μά μήπως κι αὐτός δέν εἶναι ὁ σκοπός τῶν στίχων, νά παρασυρθῆς ἀπό τόν ἀφηνιασμένο ρυθμό καί μέ τήν ἴδια ἀφροσύνη νά ἀφήσεις τήν συνείδησή σου λεύτερη, ἀχαλιναγώγητη σέ ἄγνωστη πορεία;..

Νικηφόρος Βρεττᾶκος
Τό ἀφηνιασμένο ἄλογο

Καθώς ἀνηφόριζε τοῦ ‘ δῶσε μιά/ κατακέφαλα ὁ ἥλιος!.. Σταμάτησε τ’ ἄλογο, / γιάλισε ἡ κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν/ φωτιά τά ρουθούνια του, τεντώθη σά λάμα / μετάλλινη ἡ χαίτη του, σηκώθηκεν ὄρθιο,/ χλιμίντρισε, πῆρε μιά ἄγρια στροφή/ σάν κόκκινος ἴλιγγος, συγκέντρωσε ὅλη του/ τή δύναμη, πῆρε κι ἄλλη ἀπ’ τόν ἥλιο/ κ’ οἱ ὁπλές του ἀρχινίσαν, βροχή, νά χτυποῦν/ τήν γρανίτινη πέτρα, σπῶντας τίς μαῦρες της / φλέβες, σηκώνοντας τούφα τίς σπίθες!.. // Τ’ ἀναμμένα βαριά πέταλά του ἀκουγόνταν/ ὑπόκωφα/ ὡς μέσα/ στή μήτρα τῆς γῆς!..

(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Τό βάθος τοῦ κόσμου», 1961)

Οἱ ποιητές ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, θά συναντήσετε πολλά κείμενα γιά τήν περιβόητη διακειμενικότητα, ἀλλά μήν σταθῆτε στούς βαρύγδουπους ὅρους πού συνήθως συγκαλύπτουν ἤ ἀποχυμώνουν τήν οὐσία, κρατῆστε μοναχά τοῦτο – ὅταν ὁ ὑπαρξιακός στῖχος σκύβει πάνω ἀπό τά ἴδια μεγάλα καί σημαντικά ζητήματα τῆς συνείδησης, ὅταν τούς ποιητές κατακαίει ἡ ἴδια φλόγα ἀγωνίας καί ἀναζήτησης, ὅταν κοινή ἡ μοῖρα ἐκείνων πού προηγοῦνται καί βαριά ἐπάνω τους κυλᾶ ἡ σκιά τῆς ἀνησυχίας, τότε εἶναι πολύ φυσικό κάποια νοήματα νά εἶναι κοινά, παρομοιώσεις καί ἀλληγορίες νά συμπίπτουν, σύμβολα νά ἐκφέρονται μέ τίς ἴδιες ἀκριβῶς λέξεις καί φράσεις. Τό ἔχωμε ἰδεῖ σέ Καβάφη καί Καρυωτάκη (δυό ποιητές τόσο διάφορους στά πάντα πού ἐκ τῶν προτέρων ἀποκλεισμένη εἶναι ἡ λογοκλοπή ἤ ἀκόμη καί ἡ ἀσύνειδη ἐπιρροή), τό ἔχουμε ἰδεῖ σέ Καρυωτάκη καί Σεφέρη καί τέλος πάντων σέ πολλούς ποιητές στήν νεοελληνική λογοτεχνία, γιά νά μήν ἀναφέρουμε καί τίς ἐπιρροές καί συμπτώσεις τῆς δημοτικῆς ποίησης.

Δεῖτε λοιπόν, κι ἐνῷ λίγο πρίν τό ἀφηνιασμένο ἄλογό τοῦ Βρεττάκου κάλπασε σέ ἄγνωστες πεδιάδες, πόσο ὄμοια ὀνειρεύεται ὁ Στέλιος Γεράνης τήν φυγή, τό ταξίδι, τήν νέα ἀφετηρία μέ ἄγνωστο τέλος καί προορισμό. Ἄλογο κι ἐδῶ κι αὐτό ἀφηνιασμένο… ἀποσπάσματα…

[  ]

Γιά μᾶς πού ἀγαποῦμε τήν ἐλευθερία/ θά ὑπάρχουν πάντα στό στερέωμα/ καινούργιοι τόποι γιά σπουδές, / ἀρκεῖ ν’ ἀκολουθήσουμε θαρρετά τούς ἀνέμους,/ ἀρκεῖ ν’ ἁρπάξη ἡ πρώτη ἀνάσα μας τή ζέστα τῆς ἀγάπης,/ γιά νά διαλυθοῦν στίς κουρασμένες μας ἀρθρώσεις οἱ σκουριές/ καί νά ζέψουμε τ’ ἀφηνιασμένα ἄλογά τῶν πόθων μας/ στό παμπάλαιο ἅρμα τοῦ ἥλιου.

………………………….

Γι’ αὐτό κ’ ἐμεῖς,/ ἀφοῦ δέν μποροῦμε νά σπουδάσουμε τούς ἀνθρώπους,/ κι ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι κλειδώνουνε τό σπλάχνο τους/ γιά νά μή μπῆ τό φύσημα τ’ ἀνέμου/ πήραμε τήν ἀπόφαση/ νά ζέψουμε τ’ ἀφηνιασμένα ἄλογά τῶν πόθων μας/ καί νά κινήσουμε γιά τίς καινούργιες μας σπουδές,/ πάνω ἀπό τήν γαλαζοπράσινη ὑγρασία τοῦ ὁρίζοντα.

(Στέλιος Γεράνης, «Ἄνεμοι στό τέλμα», 1951)

Καί ἀφοῦ μιλᾶμε γιά διακειμενικότητα.. Ο Ε.Μύρων δέν εἶναι ἄγνωστος στούς ἀναγνῶστες αὐτῆς τῆς σελίδας, τό κείμενο μάλιστα πού ἀφιερώσαμε σ’ αὐτόν σημείωσε πολύ ὑψηλά νούμερα ἀναγνωσιμότητας (βεβαίως ὄχι τό βασικό κριτήριο ποιότητας, ἀλλά ὁπωσδήποτε κριτήριο). Σήμερα θά ἐπαναδημοσιεύσω δύο ποιήματα ἀπό ἐκεῖνο τό κείμενο, καί ὁ λόγος τῆς διπλῆς παρουσίας εἶναι ἐπίσης διπλός. Τό πρῶτο, γιατί πιστεύω πώς οἱ νέοι καί καλοί ποιητές πρέπει νά ἐνθαρρύνονται κάθε πού προσφέρουν σημαντικές ποιότητες, πρέπει νά ἔεουν χῶρο νά ἀναπνεύσουν, ποτέ δέν κατάλαβα τήν ἔννοια τῆς ἐπετηρίδας σέ καμμία ἐργασία (καί ἔχω κάμει στό παρελθόν πολλές καί διάφορες..), ποτέ δέν κατάλαβα εἰδικά στήν ποίηση, γιατί θά πρέπει νά ἀναμένωμε τίς δέκα πρῶτες συλλογές γιά νά συγκρίνουμε στά ἴσια καί δίχως συμπλέγματα τούς νέους δημιουργούς μέ τούς παλαιότερους. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ἁπλός, ὁ Ε.Μύρων γράφει καλή ποίηση καί πολλά ἀπό τά ποιήματά του ἐρευνοῦν τόν ὑπαρξιακό στίχο, διαθέτουν ποιότητα και γνησιότητα, πειραματίζονται, προσφέρουν νέες προτάσεις σέ φόρμα καί περιεχόμενο.

Θυμηθεῖτε τόν Ἀλέξανδρο Μπάρα μέ τά καράβια του καί τούς ἀνεξήγητους θανάτους, θυμηθεῖτε καί τόν Τάσο Ζερβό μέ τό μεσσιανό κατάρτι (δέν ἔχωμε δυστυχῶς σήμερα ποίημά του..) καί δεῖτε καί τό παρακάτω…

Louise

Αὐτή τή βάρκα πέρα ‘κεῖ

πού γδέρνεται στήν ξέρα,

γι’ ἀτμόπλοιο τήν εἴχανε-

γιά πράγματα μεγάλα

                                               καί σπουδαία.

 

Ἤτανε κι ὁ πατέρας της

γνωστό πλοῖο τῆς γραμμῆς-

μέ τούς ἐπιβάτες του

νύχτα-μέρα συνεπής.

Ἐκείνη τό πέλαγος δέν ἄντεχε.

Ξένη σέ θάλασσ’ ἀνοιχτή,

ἔφτιαξε ποτάμι πέτρινο

δικό της, χωμάτινο κελλί.

 

Θά ‘χέ πορεία καλή…

αὐτή ἡ βάρκα πέρα ‘κεῖ

πού ξέθωρη καί μόνη

χάνεται στήν ξέρα.

Ἀλλά ἡ Louise ἔμεινε

ἀπ’ τίς γραμμές καί τίς γιορτές,

ἀπό καπεταναίων ἐντολές

κι ἀπ’ ὅλους, πέρα…

(Ε.Μύρων)

Ὅπως γράφουμε καί παραπάνω, ἀνάμεσα στούς ποιητές ξεκινᾶ πολλές φορές μιά παράλληλη κειμενική πορεία, ἕνας φωτισμός διάφορος ἐπάνω στό ἴδιο θέμα. Κλασικό παράδειγμα τό σκάκι καί τά τρία ἀντίστοιχα (ἐξαιρετικά ὅλα τους..) ποιήματα τῶν Καβάφη, Στασινόπουλου, Ἀναγνωστάκη. Κάτι ἀνάλογο ἔχωμε κι ἐδῶ μέ Μπάρα, Μύρωνα καί Ζερβό, χωρίς νά λείπουν βεβαίως καί ἄλλοι πολλοί πού πάλεψαν μέ τό ἀγαπημένο σύμβολο ἑνός καραβιοῦ, ἑνός ὠκεανοῦ, ἑνός πελάγους.

Εἶναι ἡ μετρική σταθερότητα στόν ὀκτασύλλαβο τοῦ Μύρωνα πού δίνει ἕνα πιό σφικτό ρυθμό στό ἴδιο θέμα καί ἀποτυπώνεται εὐκολότερα στήν μνήμη, περνᾶ εὐκολότερα τό νόημα μιᾶς συνείδησης πού ἀρνεῖται νά ὑποκύψει στά προγονικά κελεύσματα καί στήν συνήθεια μιᾶς μακραίωνης παράδοσης. Κι ἐδῶ βεβαίως τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀπομόνωση, ὁ ἐγκλεισμός σέ ἕναν κόσμο φτιαγμένο ad hoc καί φυσικά erga omnes. Ἅς τό πάρουν ἐπί τέλους ἀπόφαση ἐκεῖνοι πού δέν ἀποτολμοῦν, ὅσοι ἀγαποῦν τίς λειάνσεις. Στόν σημερινό κόσμο, (αὔριο ἀλλιῶς; Μακάρι..) ἀναρχική συνείδηση δίχως σύγκρουση (κάθε λογής καί κάθε ποιότητας), δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει.

Τό δεύτερο ποίημα, τό «Ἀρχιτέκτονες οὐρανοῦ», εἶναι λιγότερο περίκλειστο, ἐδῶ το κάδρο σχίζεται ἀπό χαραμάδες μιᾶς κάποιας αἰσιοδοξίας, θά τολμοῦσε νά πεῖ κανείς ἀκόμη καί ἐλπίδας. Ἡ μοναξιά, ὁ μόχθος, ἡ ἐπιμονή, ἡ ἀφηνιασμένη συνείδηση πού προχωρεῖ τυφλά κι ἄς εἶναι ματωμένη, ἡ σισύφειος πορεία, ἴσως καί μιά αἴσθηση ματαιοπονίας – ὅλα εἶναι καί ἐδῶ ἐξακολουθητικά παρόντα, ὅμως ἕνας καί μόνο στίχος («ξεθολώνουν τό θαῦμα») εἶναι ἀρκετός γιά νά ξεφύγει τό ποίημα ἀπό τόν ὑποκειμενισμό καί τήν ἀτομική προσπάθεια καί νά προσφέρει ὑπόγεια ἐλπίδα γιά μιά ἀποκάλυψη μικρή, γιά ἕνα βηματάκι ἀκόμη στόν αἰώνιο ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν ἐξ-ἀνθρωπισμό του…

Στό ποίημα ἀναδεικνύεται φυσικά (κι αὐτό εἶναι εὔκολα ἀντιληπτό στό πρῶτο ἐπίπεδο ἀνάγνωσης..) καί ἡ σημασία τοῦ μέσου, τοῦ ἐργαλείου τῆς δημιουργίας. Στήν μάχη εἶναι καλό νά διαθέτεις ἕνα κανόνι, στήν ἀνάγκη ὅμως θά πολεμήσεις καί μέ τό ἀκόντιο, μέ τήν σφεντόνα, μέ τήν πέτρα, μέ τό κλαράκι τό καχεκτικό. Δέν θά νικήσεις, πιθανότατα δέν θά νικήσεις. Μά θά ἔχεις πολεμήσει…

Καθώς μ’ ἕνα ξυλάκι

(ξεριζωμένο ὅπως – ὅπως),

σχεδιάζουν τόν οὐρανό

σ’ ἕνα βοῦρκο μέ λασπόνερα,

ἀνά πᾶσα στιγμή μιά μπόρα

ἐξαφανίζει τά σκίτσα τους.

Κι ὅμως ἐκεῖ, στήν ἄκρια,

ἀνάμεσα στίς λάσπες,

ξεσκεπάζουν λίγο – λίγο

κομμάτια μεγαλείου.

Ξεθολώνουν τό θαῦμα.

 

Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι

μέ τό ξυλάκι,

μέ τό ξεριζωμένο κλαράκι.

(Ε.Μύρων)

Γιά να διαβάσετε τό εἰδικό μας ἀφιέρωμα στήν ποιητική τοῦ Μύρωνα, πατῆστε τόν σύνδεσμο παρακάτω…

 

Μικρό ἀφιέρωμα στὸν ποιητή Ε.Μύρωνα

(Ἡ σημερινὴ παρουσίαση ἐκτείνεται κάπως περισσότερο ἀπ’ ὅσο » ταιριάζει»  σὲ μία κριτικὴ πρὸς νέο ποιητή, καθὼς δὲν ὑπάρχουν σὲ ἔντυπη μορφὴ συγκεντρωμένα τὰ ποιήματα τοῦ Ε. Μύρωνα κι ἔτσι ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει μόνο μέσα  ἀπὸ τὸ διαδίκτυο καὶ σκόρπιες κριτικές. Ὅλα τα ποιήματα πολυτονίστηκαν [μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ ποιητῆ] ἀπὸ τοὺς […]

2 Σχόλια

Τό Ἄπειρο κατέχει θέση περίοπτη στήν ἀναρχική ποίηση, μά θά ἔλεγα καί στήν ποίηση ἐν γένει. Δέν πρόκειται ἁπλῶς γιά τήν γοητεία τοῦ χαώδους (μά καί τί γοητεία νά ἔχει ἕνα χάος ἀπροσπέλαστο;.. δίχως ἄν ἕναν φαντασιακό παράδεισο στήν ὕλη του;..), ὅσο γιά τήν προσδοκία πού πάντα εἶναι, πάντα ἐν δυνάμει ἀνανεούται, ἐξελίσσεται, εἶναι ξένη πρός τό τέλμα, τόν τελικό προορισμό, φιλική μέ τό ἀδιανόητο τῆς ἀθρώπινης ὕπαρξης. Πολλοί ποιητές ἔνιωσαν ἐλάχιστοι μπροστά σε τούτη τήν ἔννοια (θυμηθεῖτε τό Καρυωτάκειο «Μέ τό Μηδέν καί τ’ Ἄπειρο νά συμφιλιωθοῦμε…»), ἔγραψαν γι’ αὐτό, σχεδόν σάλεψαν ἀπό τήν ἀπεραντοσύνη του. Ὅμως ἡ γοητεία τοῦ Ἀπείρου ἔρχεται καί ἀπό μία διάσταση παραγνωρισμένη – ἡ δίχως τέλος εἰκόνα του γεννᾶ τήν ἐλπίδα ἐπαφῶν παρθενικότητας εἰς τό διηνεκές. Μέσα στό ἀπέραντο, πόσα εἶναι τά ἀναρίθμητα μέ τά ὁποῖα δέν ἔχωμε ἔρθει ἀκόμη σ΄ ἐπαφή, μέ τά ὁποῖα ἔχωμε πάντα τήν ἐλπίδα τῆς πρώτης γνωριμίας; Πόσα τά ἀνεξερεύνητα; Τά καινοφανῆ; Ἐάν σέ τοῦτο τόν κόσμο τόν μικρό ἔχωμε γνωρίσει τό ἐλάχιστο, πόσα ἀκόμη θά μποροῦσαν νά μᾶς περιμένουν παρθενικά κι ἀνέγγιχτα, ἐάν ἀφήναμε τόν στοχασμό καί τό σῶμα ἐλεύθερα ἀπό συμβάσεις, περιορισμούς, ἠθικές ἐπιταγές, γνωστικά ἀξιώματα; Βεβαίως ἐδῶ μπαίνουμε ἀνεπαίσθητα στά βαθιά νερά τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ὕπαρξης καί ὁπωσδήποτε θά πρέπει στό σημερινό κείμενο νά ἀποφύγωμε αὐτήν τήν λοξοδρόμηση. Μόνο τοῦτο – εἶναι κάποια στιγμή, συνήθως σέ ἡλικία παιδική ἤ ἐφηβική, πού ἀπειρία καί ἄγνοια κατά τρόπο περίεργο καταργοῦν τά ὅρια καί ρίχνουν ἐπάνω στά περισσότερα τήν σκιά τοῦ Ἀπείρου· πόσο μεγάλη δείχνει τότε ἡ ζωή!.. πόσο ἀδύναμά τα ὅρια!.. καί πόσο μοιάζουμε δυνατοί νά περπατήσουμε χιλιόμετρα ἀτελείωτα, νά γκρεμίσωμε, νά ἀλλάξουμε τόν κόσμο ὅλο!.. Μέσα στό αἰώνιο ἐτούτη εἶναι μία μόνο στιγμή, μά ἀρκετή γιά νά νιώσουμε ἀθάνατοι, ἄτρωτοι, σχεδόν θεοί. Ἴσως νά πρόκειται γιά τήν πιό γνήσια καί αὐθεντική στιγμή τῆς ὕπαρξης, προτοῦ νοθεύσεις, ἐπιταγές ξένες καί φορτικές, ἀλλοιώσουν τήν συνείδηση καί τήν μακρινή της ματιά στό ἄπειρο…

Ἐτούτη τήν πραγματικότητα (πραγματικότητα κατά παραχώρηση βέβαια..), προσπαθεῖ νά ἀποτυπώσει ὁ Φῶτος Γιοφύλλης στό καλό ποίημα «Τό Ἄπειρο»…

(Εἶναι πράγματι εἰρωνικό ὅτι πολλοί ποιητές πού στάθηκαν ἐνάντιοι στόν Καρυωτάκη καί στό σύνολο τῆς ποιητικῆς του, μά καί τῆς στάσης του ἀπέναντι στά πράγματα, στήν δική τους ποιητική συντρέχουν μαζί του καί σχεδόν μιμοῦνται τό ὕφος, τό περιεχόμενο, ἀκόμη καί τήν ἄναρχη μετρική του. Φυσικά δέν πρόκειται γιά μίμηση, ἀλλά γιά τήν φυσικότητα τοῦ στίχου πού ἀπέναντι στά ἴδια ἐρωτήματα ἤ ἀδιέξοδα, τείνει νά ἔχει παρόμοιες ἀποτυπώσεις…)

Τό Ἄπειρο

Τήν ἄγγιξα τήν αἴστηση τοῦ Ἀπείρου!..

 

Θάταν χινοπωριάτικη βραδιά·

ζερβιά, ξαπλώνεται τό πέλαο καί γιαλίζει,

δεξιά, τά δέντρα παίζουνε στό σκότος, τά κλαριά,

κι ἀκούγεται τό κῦμα νά φλοισβίζη,

καί σουβλερές φωνίτσες:…Πᾶρτε γιούλια!..

 

Πηγαίνουμε, βαδίζουμε καί πάντα προχωροῦμε

μές στή γλυκειά χινοπωριάτικη βραδιά,

καί πλάι στήν στρογγυλή τήν παραλία,

πλάι καί στό πέλαο καί στῶν δέντρων τά κλαριά-

πηγαίνουμε, βαδίζουμε καί πάντα προχωροῦμε…

 

Μά ὡς ποῦ;.. δέν ἔχει τέλος;

Τό κῦμα – …Πᾶρτε γιούλια!

τῆς θάλασσας γιαλάδα,

καί τά κλαδιά ξεσκλίδια,

κι ὅλο τα ἴδια, τά ἴδια..,

κι ὅμοια κι ἀτέλειωτη κ’ ἡ παραλία…

 

Βαδίζουμε, πηγαίνουμε – μά ὡς ποῦ;..

 

Κι ἀτέλειωτη ἤτανε πιά ἡ παραλία,

κι ἡ στρογγυλή γραμμή τῆς παραλίας –

παραβολή;.. γιά ὑπερβολή;.. γιά σπεῖρα;..-

τά βήματά μας τά μονότονά μας πῆραν…

Μά ὡς ποῦ; Μά ὡς ποῦ; Μά ὡς ποῦ;

 

Τήν ἄγγιξα τήν αἴστηση τοῦ Ἀπείρου!..

 

Γνώση, μοῦ τήν φαρμάκωσες καί τήν βραδιάν ἐκείνη –

πεπερασμένα τώρα πιά τά πάντα ἔχουνε μείνει…

 

Ξέρω κι ἐκείνη ἡ παραλία πώς τελειώνει·

καί τό νησί μου ἁλάκερο ἔχει τέλος·

κι ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καί τελειώνει·

κ’ ἡ κάθε ζήση, καί τό κάθετι ἔχει τέλος…

 

Καί, βέβαια, καί τό Ἄπειρο,  θά ὑπάρχη –

μά τώρα πιά δέν ξέρω νά τ’ ἀγγίξω·

τό 8 τό πλαγιαστό θάναι πολύ μακριά μου…

 

Κι ὅμως, μιά νύχτα σκοτεινή, στήν παραλία τοῦ γύρου,

Θυμᾶμαι πώς τήν ἄγγιξα τήν αἴστηση τοῦ Ἀπείρου!..

(Φῶτος Γιοφύλλης, Νέα Ἑστία, 1942)

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἀνοίξωμε  μία παρένθεση, ὁπού κανονικά μέσα της θά ἔπρεπε νά βρίσκεται ἕνα μεγάλο μέρος ἀπό τήν ποίηση τοῦ Καβάφη, καθώς σημαντικό μέρος τοῦ ἔργου του θά μποροῦσε μέ ἄνεση νά χαρακτηρισθεῖ ἀναρχικό  καί ἀπολύτως ἐνάντιο πρός τόν μικροαστισμό, τήν σύμβαση καί τήν ὑποκρισία. Ἐκ τῶν πραγμάτων φυσικά ἀδύνατον νά ἀφιερώσουμε τόσο χῶρο σέ ἕνα γενικό κείμενο – γιά ὅποιον ἐπιθυμεῖ βαθύτερη ἀνάλυση ἐπιλεγμένων ποιημάτων τοῦ Καβάφη, μπορεῖ εὔκολα νά μεταφερθεῖ στά ἀνάλογα κείμενά μας…

 

Κωνσταντῖνος Καβάφης, στοχασμοί σ’ἐπιλεγμένα, πρῶτο μέρος

(τὸ σχέδιο τοῦ Καβάφη εἶναι τοῦ Γιάννη Κεφαλληνοῦ)   μὲ τὴν συνεργασία τῶν: Simone Brousseau, Ἀντιγόνης Ἠλιάδη, Γιώργου Καρύπη, Ἕλλης Παναγιώτου α) Στὸ πρῶτο μέρος ἀνθολογοῦνται τὰ ποιήματα: «Οὐκ ἔγνως», «Ἡ σατραπεία», «Στὰ 200 π.Χ.», «Ὀροφέρνης», «Ὁ Ἰουλιανὸς ὁρῶν ὀλιγωρίαν», «Ἡ πόλις», «Ἀπ’ τὲς ἐννιά..», ἀσχολίαστη ἀναφορὰ γίνεται στὸ «Φωνὲς» β) Παραλείπονται πασίγνωστα βιογραφικὰ στοιχεῖα […]

0 comments

Προτοῦ ὅμως προχωρήσωμε θά χρειασθοῦν κάποιες λίγες διευκρινήσεις, θά προσπαθήσουμε νά μήν ἔχουμε ἐπικαλύψεις (ὅσο αὐτό δυνατόν..) μέ τό Καβαφικό μας ἀφιέρωμα.. ὅσα μάλιστα γράφουμε παρακάτω, εἶναι περισσότερο γιά τούς ἀμύητους στήν Καβαφική ποιητική, παρά γιά ἐκείνους πού τήν ἔχουν βαθύτερα μελετήσει.

Μπροστά στό πρόχειρο ἤ ἐπιπόλαιο βλέμμα, ὁ Καβάφης μακράν ἀπέχει ἀπό τήν ἀναρχική σκέψη, τήν ἀναρχική συμπεριφορά, ἐν γένει τήν ἀναρχική θεώρηση τοῦ περιβάλλοντος καί τῶν κοινωνικῶν θεσμοθετήσεων. Ἡ ἐργασία του συμβατική, ἀνιαρή, δημοσιοϋπαλληλική, ὁ ὁρισμός τῆς ρουτίνας καί τῆ καθημερινῆς φθορᾶς. Ἡ διαχείριση τῆς ὁμοφυλοφιλίας του φοβική, ἀπολύτως μέσα στά ἐπιμελῶς κρυπτόμενα τῆς ἐποχῆς, καμμία παρέκκλιση, καμμία τρελή κίνηση κι ἀποκοτιά, καμμία ἐξέγερση ἤ ἀπόπειρα πρόκλησης. Ἡ ποίησή του γεμάτη ἀπό χρόνους Ἀλεξανδρινούς, Βυζαντινούς, ὕστερους παρακμιακούς. Τά πεζά δοκιμιακά του κείμενα μᾶλλον ἀνέμπνευστα καί μᾶλλον ἀπογοητευτικά γιά ὅσους ἀνέμεναν μία αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν στίχων του..

Ὅμως, ὅλα τοῦτα εἶναι οἱ ἐπικαλύψεις, τά φλούδια, τό σαρκίο πού ἁπλῶς φιλοξενεῖ τό πνεῦμα τό ἀναρχικό καί τό μακρινό ποιητικό βλέμμα τῶν ὁριζόντων. Ὅσο μικροαστός στήν καθημερινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας ὁ Καβάφης, τόσο ἀνελέητος ἐπικριτής τοῦ μικροαστισμοῦ· ὅσο φοβικός στήν ἐκδήλωση τῆς ὁμοφυλοφιλίας του, τόσο ἀποκαλυπτικός τῶν αἰσθήσεων στήν ποίησή του·  ὅσο συμβατικός τίς σχέσεις του καί τές (sic!) συναναστροφές του, τόσο καυστικός πρός τόν Χριστιανισμό καί τίς θρησκεῖες, τόσο ἀρνητής κάθε ὑποκρισίας, πλάνης, φανατισμοῦ. Καί τό κυριώτερο – ὅσο μικρός καί σχεδόν ἀόρατος μέσα στό ἴδιο του τό σπίτι, τόσο μεγάλη ἡ σκιά του στίς συνειδήσεις, στόν στοχασμό, στόν κόσμο ὁλάκερο.

Ὑπάρχουν ποιητές πού ἡ ἀνάγνωσή τους δημιουργεῖ ἀποτύπωμα στιγμιαῖο καί ἔντονο σέ σκέψη καί συνείδηση, ὁ στίχος τους εἶναι κάτι σάν τό σημεῖο ἐπαναφορᾶς σέ ἕναν ὑπολογιστή – ὁ κόσμος (ἡ ἀντίληψη γιά τόν κόσμο) εἶναι διαφορετικός στόν πρίν, ἀλλιώτικος στό μετά. Τέτοιος ποιητής εἶναι ὁπωσδήποτε ὁ Καρυωτάκης, μόνο πού μαζί του τό συναίσθημα παίζει βαρύνοντα ρόλο, ἡ προσωπική ζωή τοῦ ποιητῆ εἶναι ἀξεδιάλυτα δεμένη μέ τόν στῖχο του. Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ Καβάφης, πού ὅμως τραβά τόν προσωπικό του βίο στήν σκιά καί ὅλη τήν δύναμη, ὅλη τήν ἔνταση τῆς σκέψης του τήν μεταφέρει ἀκεραία στόν στῖχο. Μαζί μέ τόν Καρυωτάκη καί ἐλαχίστους ἀκόμη στόν Ἑλλαδικό χῶρο (ἐφόσον μιλᾶμε γιά ἑλληνόφωνη ποίηση), εἶναι ἐκεῖνοι πού χωρίς καμμία πολιτική ἤ ἐπίκαιρη ἀναφορά, ἐντοπίζουν ὡς ρίζα τοῦ κακοῦ τόν μικροαστισμό καί τήν ἀνυπόφορη ὑποκρισία του, τόν ἀποδομοῦν, τόν κουρελιάζουν (μέ θέατρο, σαρκασμό καί εἰρωνεία ὁ Καβάφης, μέ ἀηδία καί ὡμό πύρινο γυμνό στίχο ὁ Καρυωτάκης), σέ τέτοιο μάλιστα βαθμό πού μετά τήν ἀνάγνωση δέν σοῦ ἀπομένει ἀμφιβολία καμμιά γιά τήν στάση πού πρέπει νά κρατήσεις, γιά τίς ἀξίες πού πρέπει νά σεβασθῆ ἡ συνείδησή σου.

Ὅσο ξένο λοιπόν κι ἄν ἀκούγεται ἀρχικῶς, ἡ Καβαφική ποίηση εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν ἀναρχική ποίηση, ὄχι μόνο γιά τήν διαχρονία της (καί πῶς θά μποροῦσε ἀλλιῶς;..), μά κυρίως γιατί συνομιλεῖ πρωτίστως (γιά νά μήν πῶ ἀποκλειστικῶς) μέ τήν ὕπαρξη καί τήν συνείδηση, ἀπό αὐτήν ξεκινᾶ καί σ’ αὐτήν ἐπιστρέφει ὡς κέντρο τοῦ κόσμου, ὡς ἀφετηρία καί ὡς σκοπό, ἡ κοσμική πραγματικότητα δέν εἶναι παρά τό ἀποτέλεσμα τῶν συμπεριφορῶν της καί τῆς ματιάς της σέ ἀνθρώπους καί ἄψυχα. Δέν ὑπάρχει ἐδῶ ἀντικειμενική πραγματικότητα ἀκίνητη καί ἀσάλευτη, ὑπάρχει ὕλη καί στοχασμός πού πλάθονται, μορφώνονται καί δημιουργοῦν ζωή καί κίνηση μοναχά μέσα ἀπό τήν δράση ἤ τήν ἀντίδραση τοῦ ὑποκειμένου. Ἀλλιῶς κόσμος δέν ὑπάρχει, ἀλλιῶς ὁ κόσμος εἶναι τόσο φωτεινός καί σημαντικός, ὅσο τό μισοσκότεινο δωμάτιο τοῦ Καβάφη κάτω ἀπό τό φῶς τῶν κεριῶν του. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή ὅλα τα ἄλλα ἐφήμερα, καί ἀκριβῶς ἐπειδή τήν ἱστορία τήν κινοῦν οἱ αἱρετικές καί ἀναρχικές συνειδήσεις, ὁ Καβάφης ἀφιερώνει χρόνια, δεκαετίες ὁλόκληρες γιά νά μορφώσει ἀξίες, νά ἀπορρίψει τό «κεραμεοῦν καί τό φαῦλον» καί νά ἀναδείξει τά μόνα σημαντικά – σοφιστές καί Δῆμος ἀντί σατραπείας. Ἄν τό καλοσκεφθεῖτε, ἡ ζωή ὅλων μας κινεῖται ἀνάμεσά σε τοῦτα τά δύο τα σημεῖα καί οἱ ἐπιλογές μᾶς (οἱ ἐπιλογές κάθε ἐποχῆς) αὐξομειώνουν ἀντίστοιχα τήν ἀξία τους καί τήν βαρύτητά τους.

(Ἕνα ἀφιέρωμα στήν ἀναρχική λογοτεχνία γιά νά θεωρηθεῖ ὁλοκληρωμένο, θά ἔπρεπε κανονικά νά συμπεριλάβει τήν γραμματεία στό σύνολό της – πῶς νά μιλήσεις γιά ἀναρχία καί νά ἀφήσεις ἔξω τόν Τολστόι, ἤ ἀκόμη καί τόν Ντοστογιέφσκι, τούς καταραμένους ποιητές ἁπανταχοῦ γῆς, ἀκόμη καί τούς διανοητές πού ἔστω δίχως τήν λογοτεχνία ἄλλαξαν χιλιάδες συνειδήσεις; Μά καί πῶς νά χωρέσεις σέ ἕνα κείμενο τόσες ἀναφορές καί παραπομπές, ὅταν ἀκόμη καί γιά τήν ἑλληνόφωνη λογοτεχνία – τήν ὄχι δά καί τόσο ἐκτενῆ – ἀπαιτοῦνται τόσες λέξεις; Ἅς ποῦμε ἐδῶ μοναχά τοῦτο – δέν ὑπῆρξε σημαντικός διανοητής ἤ λογοτέχνης στήν ἱστορία πού ἡ ρίζα τοῦ στοχασμοῦ του νά μήν ἀκουμπᾶ σέ μία ἀναρχική συνείδηση. Ἀπό τόν Χριστό ἕως τόν Κροπότκιν καί ἀπό τόν Προυντόν ἕως τόν Γκαῖτε ἤ τόν Καβάφη, ἐκεῖνο πού ἀπομένει εἶναι ἡ προτροπή γιά τό αὐτοδύναμο καί τό ἀφετηριακό της ὕπαρξης. Ταυτόχρονη μέ αὐτό ἡ καταγγελία κάθε ἐπιφαινόμενου, κάθε ὑποκρισίας καί προσωπείου πού ἀλλοιώνει τήν γνησιότητα τοῦ στοχασμοῦ. Καί θά ἦταν ὁ Χριστός ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους φιλοσόφους της συνείδησης, ἐάν δέν μεσολαβοῦσε ἡ ὀργανωμένη ἐκκλησία τῶν ὀπαδῶν του γιά νά ἐκτρέψει, νά ἀποχυμώσει καί ἐν τέλει νά διαστρέψει ἐντελῶς τήν σκέψη του καί τήν συμπεριφορά του. Ἀλλά γιά ὅλα αὐτά, μίαν ἄλλη φορά, καθώς ἡ τεκμηρίωση καί παρουσίασή τους ἀπαιτεῖ συγκεκριμένο χῶρο καί πολύ χρόνο…).

Ἅς ἐπιστρέψωμε στόν στίχο.

Τό ποίημα «Ὅσο μπορῶ, κι ὅσο κρατήσω!..» τοῦ Τίτου Πατρίκιου, θά τό βρῆτε μέ κάποια δυσκολία στό διαδίκτυο, ἀλλά οἱ ἀπόπειρες ἑρμηνείας του ἀπέχουν μακράν ἀπό τήν νοηματική τῶν στίχων του. Ποτέ δέν μπόρεσα νά καταλάβω τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία κάποιοι ἐπιχειροῦν νά παρουσιάσουν ἕνα ποίημα, τόν στερεότυπο κριτικό λόγο πού στήν πραγματικότητα ἀπομακρύνει ἀπό τήν ποίηση καί κάποιες φορές τήν κάμει βαρετή, ἀνιαρή, ἀδιάφορη. Ἅς δοῦμε ὅμως τό ποίημα…

Στίχοι πού κραυγάζουν

στίχοι πού ὀρθώνονται τάχα σάν ξιφολόγχες

στίχοι πού ἀπειλοῦν τήν καθεστηκυῖα τάξη

καί μέσα στούς λίγους πόδες τους

κάνουν ἤ ἀνατρέπουν τήν ἐπανάσταση,

ἄχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,

γιατί κανένας στίχος σήμερα δέν ἀνατρέπει καθεστῶτα

κανένας στίχος δέν κινητοποιεῖ τίς μᾶζες…

(Π ο ι έ ς μᾶζες;..  Μεταξύ μας τώρα –

π ο ι ο ί σκέφτονται τίς μᾶζες;..

Τό πολύ μιά λύτρωση ἀτομική – ἄν ὄχι ἀνάδειξη!..)

Γι’ αὐτό κι ἐγώ δέ γράφω πιά

γιά νά προσφέρω χάρτινα ντουφέκια

ὅπλα ἀπό λόγια φλύαρα καί κούφια!

Μόνο μίαν ἄκρη τῆς ἀλήθειας νά σηκώσω

νά ρίξω λίγο φῶς στήν πλαστογραφημένη μας ζωή –

Ὅσο μπορῶ, κι ὅσο κρατήσω!..

(Τίτος Πατρίκιος, «Μαθητεία 1952 -1962», 1963)

Δέν εἶναι σήμερα ὁ χῶρος ἐδῶ ὁ κατάλληλος γιά νά ἀναλύσουμε ἐκείνη τήν φοβερή γενιά τῆς ἥττας (ἀσχοληθήκαμε κάπως στό ἄρθρο γιά τόν Βύρωνα Λεοντάρη), οὔτε τούς λόγους πού σταδιακά καί μέ ἀφορμή μία διάψευση, ὁδήγησαν πολλούς ἄξιους ποιητές νά σκύψουν ἀπό τήν ἀρχή ἐπάνω στόν στῖχο τους καί νά ἀλλάξουν τόν προσανατολισμό τους. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία γιά τό σημερινό κείμενο, εἶναι πώς ὁ Πατρίκιος (ἕνας ἄνθρωπος πού βίωσε ἄμεσα τόν καπνό καί τήν φλόγα τῶν συγκρούσεων), ἀπογυμνώνει τόν στίχο του ἀπό κάθε μαζικό σκοπό, μαζική ἰδεολογία, μαζική γενικῶς θεώρηση καί τήν μόνη λέξη πού τήν πιστεύει ἄτμητη, εἶναι ἡ λέξη ἀλήθεια, σέ ἀντίστιξη βεβαίως μέ τήν πλαστογράφηση, τήν ἀλλοίωση καί τήν νόθευση. Ἀπείρως πιό σημαντικό ἡ, ἔστω καί ἐλάχιστη, ἀποκάλυψη μιᾶς ἀλήθειας ἀπό τόν βερμπαλισμό τῶν μεγαλόπνοων σχεδίων, τῶν παγκόσμιων ἐπαναστάσεων. Ἠμπορεῖ ἡ κάθε συνείδηση νά διεκδικήσει τήν δική της ἀλήθεια, τήν δική της ἐπανάσταση; Μπορεῖ ὁ καθείς νά διεκδικήσει τόν δικό του μοναδικό καί δημιουργικό χῶρο; Τότε πολλά ἀπό ἐκεῖνα πού σήμερα τά θεωροῦμε σκοπούς τοῦ συνόλου θά ἔλθουν μέ τρόπο ἁπλό καί αὐτονόητο.

Ἀναρχική σκέψη καί πεπερασμένα σύνολα εἶναι ἔννοιες ἀσύμβατες. Εἶμαι ὁ πρῶτος πού δύσκολα θά χαρακτήριζα τόν Γιάννη Ρίτσο ἀναρχικό ποιητή, τίς ἐνστάσεις μου γιά ἀρκετά ποιήματά του τίς ἔχω καταθέσει σέ διάσπαρτα κείμενα, αὐτό βεβαίως δέν ἀλλάζει τό γεγονός ὅτι πρόκειται γιά ἕναν ἐξαιρετικό ποιητή πού σέ πολλά του ἔργα ξεφεύγει ἀπό προκαταλήψεις, ἰδεολογίες καί περιορισμούς καί δίνει ἔξοχα δείγματα ἐλεύθερου καί πρωτότυπου στοχασμοῦ (μά ἀκόμη καί σέ ἐκεῖνα πού θά τά λέγαμε συμβατικά ἤ μικροαστικά, πόση δύναμη γλώσσας, πόσο ἔξοχη εἰκονοποιία, τί νοηματική δύναμη στά ἁπλά καί καθημερινά!.. ἀρκεῖ νά διαβάσει κανείς τό ποίημα γιά παράδειγμα «Τό σπίτι μας…» γιά νά ἀντιληφθεῖ τί σημαίνει ποιητής μέ θηριῶδες γλωσσικό ὑπόβαθρο καί λογοτεχνική ἱκανότητα μοναδική..).

Γιάννης Ρίτσος

Στό ποίημα «Χωρίς τελεία τ’ ὄνειρό μας!..» ὁ Ρίτσος διαλέγεται μέ τό ἄπειρο, μέσα ἀπό ἕνα παιχνίδι μέ τήν στίξη ἀποδομεῖ κάθε φρένο, κάθε ἀναστολή, κάθε προσπάθεια περιορισμοῦ σέ σκέψη καί συμπεριφορά. Ὄχι ἀπό τά πλέον γνωστά του, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἕνα ἀπό τά ἄριστα μέσα στό τεράστιο ἔργο πού ἔχει ἀφήσει…

Χωρίς τελεία τ’ ὄνειρό μας!.. Βάζαμε μόνο ἀποσιωπητικά!../ Τό συνηθίζαμε πολύ. Μᾶς ἄρεσε! Ἕνα σωρό ἀποσιωπητικά! Τόσο πού σ’ ἕνα ἑβδομαδιαῖο/περιοδικό, πού στέλναμε τούς πρώτους στίχους μας, μᾶς ἔγραψαν:/ Προσέχετε τή στίξη! Ὄχι τόσα ἀποσιωπητικά. / Αὐτό εἶναι δεῖγμα τῶν πρωτόπειρων… Κι ἀλήθεια/ μή καί δέν ἤμαστε πρωτόπειροι; Καί μείναμε ἄπειροι σχεδόν./ Μά τί σχεδόν, πού μείναμε – ἄργησε ἡ μητέρα – ἐντελῶς ἄπειροι. // Γι’ αὐτό ἀγαπούσαμε καί πάλι τήν ἀρχή· ὄχι σάν τόν παππού, μόνο το τέλος…

Μάθαμε τελοσπάντων στίξη… Κι ὡστόσο εἶναι χιλιάδες πάλι ἀποσιωπητικά / τ’ ἀστέρια κάθε βράδι… Τί νά ποῦμε; Ποῦ νά βάλουμε μιά παῦλα;..

(Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα 1930 -1960»)

Θά μείνωμε στόν Ρίτσο καί σ’ ἕνα παράξενο ποίημα ἀπό ἐκεῖνα πού ἀπαιτοῦν κοπιώδη ἀποκρυπτογράφηση καί πού δυστυχῶς δέν ἔχωμε καιρό καί χῶρο νά τήν κάνουμε σήμερα – ἀξίζει ὅμως νά τό δοῦμε τό ποίημα «Μόνος μέ τή δουλειά του», ἕνα μεγάλος μέρος τῆς ἀξίας του εἶναι οἱ πολλαπλές ἀναγνώσεις καί οἱ ἀλλεπάλληλοι ὑπαινιγμοί μέσα στόν ἴδιο στίχο…

Μόνος μέ τή δουλειά του

Ὅλη τή νύχτα κάλπαζε μονάχος, ἀγριεμμένος, σπιρουνίζοντας ἀλύπητα/ τά πλευρά τοῦ ἀλόγου του. Τόν περίμεναν, λέει, τό δίχως ἄλλο· / ἦταν μεγάλη ἀνάγκη. Σάν ἔφτασε μέ τά χαράματα, / κανείς δέν τόν περίμενε, κανείς δέν ἦταν. Κοίταξε ὁλόγυρα./ Ἔρημα σπίτια, κλειδωμένα. Κοιμόνταν. / Ἄκουσε πλάι του τ’ ἄλογό του πού λαχάνιαζε – / ἀφροί στό στόμα του, πληγές στά πλευρά του, γδαρμένη κ’ ἡ ράχη του. / Ἀγκάλιασε τό λαιμό τοῦ ἀλόγου κι ἄρχισε νά κλαίη. / Τά μάτια τοῦ ἀλόγου, μεγάλα, σκοτεινά, ἑτοιμοθάνατα,/ ἦταν δυό πύργοι δικοί του, μακρινοί, σ’ ἕνα τοπεῖο πού ἔβρεχε…

(Γιάννης Ρίτσος, «Μαρτυρίες», 1963)

Ἀπό τά πιό σπαραχτικά καί μελαγχολικά του Ρίτσου, ὅποια ἀνάγνωση κι ἄν ἐπιλέξει κανείς. Για νά εἶμαι ἀπολύτως εἰλικρινής, ἡ ἀποφυγή τοῦ σχολιασμοῦ του, ἐκτός ἀπό τήν οἰκονομία κειμένου, προέρχεται καί ἀπό ἄλλον λόγο, έσώτερο – πραγματικά φοβᾶμαι μήπως καί κοῦφες λέξεις χαλάσουν ἕνα έξαιρετικό ποίημα, νοθεύσουν τήν πρόσληψή του μέ ἄκαιρες διαμεσολαβήσεις. Κάποιες φορές και ὁ κριτικός σχολιαστής εἶναι καλό νά σιωπᾶ μπροστά σ’ ἕνα διαμάντι…

(Δέν εἶναι βέβαια κακό πού προβάλλονται συνεχῶς οἱ ἴδιοι καί οἱ ἴδιοι στίχοι τοῦ Ρίτσου, ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι οἱ γενικόλογοι καί προφανεῖς στήν νοηματική τους, εἶναι ὅμως κρῖμα πού τά πλέον ἐσώτερα ποιήματά του, ἐκεῖνα τῆς συνείδησης τῆς ἀδέσμευτης καί τῆς ἀναρχούμενης, δέν ἀναλύονται διεξοδικώτερα καί δέν στηρίζουν στό ἐλάχιστο τήν ἐκπαιδευτική διαδικασία…)

Τό Σεφερικό «Ὁ τόπος μᾶς εἶναι κλειστός…» τό εἴδαμε κάπως ἀναλυτικά σέ πολύ πρόσφατο κείμενο σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο, ὅμως δέν θά μποροῦσε νά λείπη ἀπό ἕνα ἀφιέρωμα στήν ἀναρχία, καθώς ὅπως ἔγραφα τότε…

«Ξεχάστε γιά λίγο τήν μεγαλοαστική καταγωγή τοῦ Σεφέρη, τίς ἀντιφάσεις τοῦ βίου του, ἀκόμη καί τήν διστακτικότητά του στήν καταδίκη τῆς ἑπταετίας. Ξεχάστε ὅλα τ΄ ἄλλα ποιήματά του καί ἐπικεντρωθῆτε σέ τοῦτο τό σημερινό. Δέν εἶναι αὐτή ἡ εἰκόνα μιᾶς κοινωνίας, (θά ἔλεγα ἑνός κόσμου ὁλάκερου..) ἐντελῶς ἀκίνητης καί ὑπνωτισμένης; Δέν εἶναι αὐτή μιά εἰκόνα κατεστραμμένη (τό 1935 παρακαλῶ πολύ…), μιά ἀπελπισία ποῦ δέν ἀνατρέπεται οὔτε ἀπό τά πιό πρωτόγονα καί ἀνθρώπινα; Ναί, μπορεῖ ἀπό τό ποίημα νά ἀπουσιάζει ἡ εὐθεῖα κριτική τοῦ Καρυωτάκη πρός τό πρόσωπο, τό ἄτομο, τήν μονάδα, ὅμως μήπως ἐτοῦτοι οἱ λίγοι στίχοι εἶναι λιγότερο θυμωμένοι, ἀπελπισμένοι, μήπως δηλώνουν λιγότερη παραίτηση καί μελαγχολία; Προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν ὅτι ὁ Σεφέρης, (καί ἡ περιβόητη γενεά τοῦ 30..) εὑρίσκονται στόν ἀντίποδα τῆς γενεᾶς τοῦ 20 καί τοῦ Καρυωτάκη, ἀλλά, μά τήν πίστη μου θά πρέπει νά εἶναι κανείς τυφλός φιλολογικά καί λογοτεχνικά, γιά νά μήν ἀντιλαμβάνεται πόσο κοντά εἶναι τό συγκεκριμένο ποίημα στήν ὀπτική των λεγομένων καταραμένων ποιητῶν.

Στήν πραγματικότητα τό ἴδιο μαῦρο ξεπηδᾶ κάποτε – τόσο ἀπό τήν μοναδική ποίηση τοῦ Καρυωτάκη, ὅσο καί ἀπό τήν συγκρατημένη (ἐκφραστικά) ποίηση τοῦ Σεφέρη. Δέν πρόκειται γιά μία κριτική τῆς στιγμῆς, γιά μία μελαγχολία μπωντλερική, γιά ἕνα παράγωγο μιᾶς ποιητικῆς ἀνίας – εἶναι ἕνα κατηγορῶ ἐξαιρετικά δυνατό στό σύνολο μιᾶς συμπεριφορᾶς, στό σύνολο μιᾶς κοινωνίας. Οἱ νεότεροι κριτικοί μας, μέρη ἀναπόσπαστα ἑνός συστήματος πού θέλει νά λειαίνει γωνίες καί πιστεύει τήν ποίηση ὄμορφο φόντο γιά ἀπογευματινά τέϊα, προσπάθησαν νά ἀφαιρέσουν αὐτήν τήν δύναμη παντί τρόπω – ὅμως εὐτυχῶς ἡ δύναμη τοῦ γραπτοῦ παραμένει, ἀρκεῖ νά διαβάσουμε τούς στίχους ἀπό τήν ἀρχή δίχως τίς προκαταλήψεις καί τίς ἀνοησίες περί συφιλιδικοῦ Καρυωτάκη ἤ τοῦ μοντερνισμοῦ τῆς γενιᾶς τοῦ 30.

Πέρα ἀπό τήν ἀξία τοῦ ἴδιου του ποιήματος, τοῦτοι οἱ στίχοι δικαιώνουν πανηγυρικά τόν Καρυωτάκη πού ἐπανειλημμένα κατηγορήθηκε γιά ἀναίτιο πεσιμισμό, ἀτομισμό, παραίτηση καί στείρα ἀπαισιοδοξία (σέ πολλά καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Σεφέρη). Καί ἀποδεικνύουν γι’ ἀκόμη μία φορά, ὅτι τοῦτος ὁ τόπος βρίσκεται σέ μόνιμη διάσταση μέ ὅ,τι πιό δημιουργικό καί πνευματικό μπορεῖ νά διαθέτει μία ὥριμη συνείδηση

Δύσκολα θά ἀφαιροῦσα σήμερα κάτι ἀπό τό κείμενο. Ἅς θυμηθοῦμε τό πασίγνωστο πιά ποίημα, πού ὅμως ὅλο καί σπανιότερα ἀντιλαμβανόμαστε τήν κριτική του δύναμη…

Ὁ τόπος μᾶς εἶναι κλειστός, ὅλο βουνά

πού ἔχουν σκεπή τό χαμηλό οὐρανό μέρα καί νύχτα.

Δέν ἔχουμε ποτάμια, δέν ἔχουμε πηγάδια, δέν ἔχουμε πηγές –

μονάχα λίγες στέρνες ἄδειες κι αὐτές πού ἠχοῦν καί πού τίς προσκυνοῦμε.

(Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος μέ τή μοναξιά μας

ἴδιος μέ τήν ἀγάπη μας, ἴδιος μέ τά σώματά μας.)

 

Μᾶς φαίνεται παράξενο πού κάποτε μπορέσαμε νά χτίσουμε

τά σπίτια τά καλύβια καί τίς στάνες μας.

Κ’ οἱ γάμοι μᾶς τά δροσερά στεφάνια καί τά δάχτυλα

γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιά τήν ψυχή μας.

Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τά παιδιά μας;

 

Ὁ τόπος μᾶς εἶναι κλειστός. Τόν κλείνουν

οἱ δυό μαῦρες Συμπληγάδες. Στά λιμάνια

τήν Κυριακή σάν κατεβοῦμε ν’ ἀνασάνουμε,

βλέπουμε νά φωτίζουνται στό ἡλιόγερμα

σπασμένα ξύλα ἀπό ταξίδια ποῦ δέν τέλειωσαν

σώματα ποῦ δέν ξέρουν πιά πῶς ν’ ἀγαπήσουν.

(Γιῶργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα, 1935)

Κάθε βλάσφημη ποίηση δέν εἶναι βεβαίως ἀναρχική, ἀλλά κάποτε καί ἡ βλασφημία εἶναι ἀπαραίτητη, ἰδιαίτερα ὅταν ὁ ποιητής συνομιλεῖ μέ τό μεταφυσικό (ὡς ἀφορμή καί ἐπίφαση φυσικά…), ὅταν ἡ ἀγανάκτησή του ξεχειλίζει γιά τό ἄδικο καί κυρίως γιά ἕναν κόσμο πού ἔχει κτισθεῖ πολύ μακριά ἀπό κάθε τό ἄξιο, τό πνευματικό, τό ὀνειρῶδες… Μικρό, πολύ μικρό ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα «Προσευχή» τοῦ Νίκου Σπάνια (κάποτε τά δοκίμιά του καί οἱ μεταφράσεις του τό ἴδιο ἐνδιαφέροντα μέ τήν ποίησή του…), ἡ ἐπίδραση ἐδῶ της ἀμερικάνικης  ποίησης εἶναι ἀρκετά ἐμφανής…

Προσευχή

(ἀπόσπασμα)

[  ]

…ἀλλά γιατί αὐτή ἡ Σιβηρία τῆς Θλίψης/ τόσοι λαοί ἀπεγνωσμένοι καί ἀχθοφόροι/ τά τρισεκατομμύρια δάκρυα / τό ἁλάτι στίς πληγές / τά βρασμένα αὐγά στίς μασχάλες/ χωρίς ποτέ νά μπῆ κανείς στόν νυμφῶνα τῆς δόξας σου / καί πάντοτε σέ κάθε βῆμα νά συναντοῦμε / τήν πολική ἀρκοῦδα τοῦ κέρδους/ τό γουρλωμένο μάτι τοῦ πλούτου / τίς κυνοθρασύτατες ἀρχές/ τούς κόλαφους τῆς Ἐξουσίας στά μάγουλα τῶν ταπεινῶν/ το ἀτσάλι τῶν μεγιστάνων/ τίς έξώσεις τῶν φτωχῶν/ τίς ἐξορίες τῶν δικαίων/ τούς διωγμούς τῶν ἀθῴων/ τούς καλπασμούς τοῦ πολέμου/ τίς αἰματόβρεχτες ἀχτές/ τό αἷμα πού καπνίζει στά πρόσωπα/ ἀπό χρόνους ἀμνημόνευτους/ τίς ἀνεπούλωτες πληγές/ τά βρέφη μέ τά χείλη/ σάν ἀχτίδες σφαγμένα στίς φασκιές!

Ὦ/ Παντοδυναμώτατε,/ φορές-φορές/ θαρρῶ/δέν εἶσαι τίποτα/ ἄλλο παρά ἕνα/ δαγκανιάρικο/ Σκυλί!..

(Νίκος Σπάνιας, «Ποιήματα τῆς 3ης λεωφόρου (ἀρ.3)» , Νέα Ὑόρκη, 1971)

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς ἐάν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα αὐτόματου ἐντοπισμοῦ ἄξιων ποιημάτων νέων ποιητῶν, θά μπορούσαμε νά γεμίσωμε μέ ἀρκετά ἀκόμη τό μικρό αὐτό ἀφιέρωμα, κι αὐτό εἶναι κάτι πού πάντα μέ πονᾶ – οἱ καλές πέννες πού χάνονται μέσα στόν συρφετό, πού συναθροίζονται, πού ἡ ποιότητά τους ἀκυροῦται ἅμα τῆ ἐμφανίσει, καθώς συνυπολογίζονται καί συναγωνίζονται μέ τά ἀνάξια, τά μηδαμινά καί τ’ ἀδιάφορα.

Ὅμως ἀκόμη κι ἔτσι νομίζω πώς τό νόημα τοῦ σημερινοῦ κειμένου ἔχει καταστεῖ ἐμφανές. Ἡ ποίηση δέν εἶναι ἑνιαῖο σύνολο, δέν τελειοῦται ποτέ, διακλαδώνεται σέ ἀπειράριθμα κλαδιά, ὑποσύνολα, τεχνοτροπίες, ἰδιαιτερότητες· ὑπάρχουν ὅμως πάντοτε κριτήρια πού τήν διαπερνοῦν καί ὁδοδεῖκτες πού τήν προσανατολίζουν. Ἀπό αὐτά τά (αἰωνίως ὑποκείμενα σέ ἀλλαγή) στοιχεῖα, ἡ ποιότητα τῆς συνείδησης καί ἑπομένως τοῦ στοχασμοῦ εἶναι ἡ πιό σημαντική. Μποροῦμε νά φαντασθοῦμε τό ποιητικό τοπίο σάν μία δίχως ὅρια κοιλάδα ὅπου κεῖνται λογῆς λογῆς στίχοι· ὅμως στήν ἐμπροσθοφυλακή, ἐκεῖ πού οἱ σκαφτιάδες ἀνασκαλεύουν συνεχῶς τό χῶμα μπᾶς καί εὕρουν νέες διαφυγές, βρίσκεται ἡ ἀναρχική ποίηση, ἐκείνη πού δέν ὑποτάσσεται ποτέ σέ σκοπιμότητες καί οἱ αἰσθήσεις της βρίσκονται σέ μόνιμη, διαρκῆ, πυρετική ἀνησυχία. Τά ἀποτελέσματά της εἶναι λιγοστά, τό βάρος της κάποιες φορές ἐλλιπές, οἱ κεραῖες της μπορεῖ ἀποδυναμωμένες ἤ καί ἀποκαμωμένες. Ὅμως εἶναι πάντοτε ἡ κοιτίδα τῆς ἐλπίδας γιά τό νέο, προσφέρει πάντοτε τήν βεβαιότητα τῆς γνησιότητας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του εἶναι σήμαντρο καί σημαντικό σέ ἐποχές ἰδιαίτερα δικαίωσης τῶν πλαστογραφιῶν.

Θά κλείσωμε σήμερα μέ Στράτο Κοντόπουλο κι ἕνα πεζόμορφο ποίημα πού θαρρῶ εἶναι ἐξαιρετικό, ἀπόσπασμα ἀπό μεγάλο μικτό κείμενο (στίχοι καί πρόζα) πού διψᾶ γιά τελική ἐπεξεργασία. Τό νομίζω ἀπό τά πιό σπαρακτικά (και παραβολικά…) πού γράφτηκαν ποτέ καί τά πιό καταδεικτικά τῆς μεγάλης ἀπόστασης πού μπορεῖ νά ζῆ καί νά θεριεύη ἀνάμεσα στούς ζῶντες στήν ἴδια χώρα, στήν ἴδια πόλη, στήν ἴδια κοινότητα. Ὥσπου ἡ ἀνθρωπότητα νά φτάση νά ἀδιαφορῆ (ἤ τό ἀντίθετο: νά ἐνδιαφέρεται πολύ…) γιά τό διάφορο καί τό ἀπόκοσμο, ἔχωμε δρόμο ἀκόμα. Μοναχά ὡς πιθανότητα…

Ὁ τρελλός τοῦ χωριοῦ ἐκφωνεῖ τόν ἐπικήδειο τοῦ Ἀριστείδη Κάλφα
[ ]

Αὐτός πού μέ κοιτᾶ τώρα μέ μάτια κλειστά ἦταν ἄτακτο παιδί κι ἀνορμήνευτο, παράξενο παιδί ο Ἄρις πού μέ κατέβαζε ἀξημέρωτα καί μούδειχνε τόν κάμπο καί τούς γινωμένους γιαρμάδες πού σκάγανε στό χῶμα καί φώναζα: θά μᾶς πιάσει ὁ δραγάτης!.., -μή σέ νοιάζει, ἀπαντοῦσε, κι ὅλο ξέφευγε τοῦ φράκτη μέ τά ζουμιά στά χέρια καί πέταγε σβώλους στίς φιδοφωλιές… ἄτακτο παιδί ὁ Ἄρις καί περίεργο ἀπό μικρό, ὅλο πού σκάλιζε τόν ξύλινο μπουφέ τῆς θειᾶς του νά εὔρη μιά δεκάρα, νά δώση γιά λίγο ψωμί, ἕνα κομμάτι χαλβά, οἱ τσέπες του γιομάτες ρῶγες ἀπ’ τά δροσερά ἀμπέλια, τό βρακί του γιομάτο καρύδια καί καπνό, τό μάτι του γυαλάδα στήν ἀνηφόρα πού βγάζει στά προσήλια… ἄτακτο παιδί ὁ Ἄρις μοῦ τράβαγε τό χέρι, μά ἐγώ εἶχα φόβο γιά τήν βίτσα καί τό ξύλο, κι ἔμενε μόνος, ὅλος μοναχός μέ κόκκινα τα χέρια ἀπ΄τόν πόνο, δάκρυ δέν εἶδα στό πρόσωπο, κλάμα δέν ἄκουσα ποτέ μου…

[ ]

…καί τόν σιχάθηκα τόν Ἄρι τόν ἄμυαλο, καμάρι στούς ἀλῆτες τοῦ κάμπου, ξιπασμένο παιδί κι ἀκατάδεχτο, πού μέ παράτησε… καί τόν παράτησα;.. δέν ξεύρω, δέν ἤθελα νά τόν βλέπω πιά σάν κόρδωνε τήν παλλικαριά του… τόν ἔχασα τόν Ἄρι κι ἔφυγα ἀπό τά μέρη μας, καί μπάρκαρα, καί ξόδεψα καί σάλεψα καί γύρισα κορμί μονάχο, ἀλλά ἐκεῖνος δέν εἶχε μεγαλώσει, ἕνα σίχαμα ἔμεινε, ἀκόμη μέσα στά ζουμιά καί στά χωράφια… στήν ἀνηφόρα τόν πέτυχα, τοῦ κράτησα τό χέρι, τόν ἔσπρωξα μέ δύναμη, τόν ἀγρίεψα,  Ἄρι ἐγώ εἶμαι ρέ!.. μέ θυμᾶσαι;.. ἐγώ εἶμαι Ἄρι!.. κι ὅταν γύρισε νά μέ κοιτάξει στό μάτι ἡ ἴδια γυαλάδα κι ἀπό τίς τσέπες νά τρέχουνε τά ἴδια τά ζουμιά στ’ ἀτροφικά ποδάρια..

Κίνησε ἱδρωμένος τήν ἀνηφόρα… πόσες φορές τήν εἶχε προσπαθήσει;.. πῆρε νά σπρώχνει τήν πέτρα στόν ἀνήφορο, σκούπισε τό βρεμμένο μέτωπο μέ δάκτυλα λερά καί κόκκινα, ἔφτυσε τόν σβολιασμένο καπνό στό χῶμα κι ἔσκουξε: Φοβᾶται τόν δραγάτη!.. Φοβᾶται τόν δραγάτη τό κουφάρι!..

Τό ἀγέρι ἔστειλε κραυγή στόν κάμπο: Φοβᾶται τόν δραγάτη, τό κουφάρι!..

Στό οὐρλιαχτό ὅλο το ξωκλῆσι στρίβει τρομαγμένη κεφαλή στήν ἀνοιχτή τήν θύρα.

Μά, πέρ’ ἀπό τόν ἄνεμο, κανείς ἐκεῖ δέν στέκει…

(Στράτος Κοντόπουλος, ἀνέκδοτο, ἀποδελτιωμένο γιά τήν ἐπικείμενη ἔκδοση τῶν ἐπιλεγμένων του)

 

 

“...πιστεύω στὴν ἀναρχία ὡς στάση ζωῆς, δὲν πιστεύω δηλαδή σὲ καμμία ἀρχή πέρα ἀπό ἐκείνη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπό τὴν συνείδησή μου, εἶμαι ἀπέναντι σὲ κάθε προσπάθεια ἐπιβολῆς συμβιβασμῶν καὶ μετριότητας καὶ προσπαθῶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἄξιας λογοτεχνίας, καθώς παραμένει τὸ πιὸ δυνατό μέσον γιὰ τὴν ἀφύπνιση τῶν συνειδήσεων καὶ τὴν δημιουργία κριτικοῦ πνεύματος ἀπέναντι στὸ κίβδηλο καὶ τὸ ἐφήμερο…"

Γράψτε ἕνα σχόλιο...

Γράψε πρῶτος ἕνα σχόλιο..

Notify of
avatar
wpDiscuz